ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΑΣ κ.α. ν. ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Γαβριηλίδη, Αρ. Αγωγής: 4938/2014, 18/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4938/2014 Μεταξύ:
- ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΑΣ
- ΣΑΒΒΑΣ Α. ΚΑΝΝΑΒΑΣ
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΝΝΑΒΑΣ
- ΕΛΕΝΑ Α. ΚΑΝΝΑΒΑ Ενάγοντες Και ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ Εναγόμενος Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγμάτων ημερομηνίας 22.9.2016 και 3.12.2019 Μεταξύ:
- ΝΙΚΟΣ ΚΑΝΝΑΒΑΣ
- ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΝΝΑΒΑΣ
- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΝΝΑΒΑΣ
- ΕΛΕΝΑ ΚΑΝΝΑΒΑ Ενάγοντες Και ΓΑΒΡΙΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Γαβριηλίδη Εναγόμενος Αίτηση Εναγόμενου/Αιτητή ημερομηνίας 23.12.2022 για Άδεια Τροποποίησης της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης 18 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Π. Μπενάκης Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Κωνσταντίνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος/Αιτητής ζητά άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης του. Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι συνιδιοκτήτες, μαζί με τον Εναγόμενο, ενός ακινήτου που ουσιαστικά έλεγχε αρχικά ο αποβιώσαντας Ανδρέας Γαβριηλίδης και ακολούθως ο νυν Εναγόμενος διαχειριστής της περιουσίας του. Ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσαντας και ακολούθως ο νυν Εναγόμενος ενοικιάζουν το ακίνητο, στο οποίο λειτουργεί καφεστιατόριο, προς τρίτο πρόσωπο από το 1990 μέχρι σήμερα και ότι εισπράττουν ενοίκια τα οποία κατακρατούν καθ' ολοκληρία. Με την αγωγή αξιώνουν ποσό €175.182 σε ενοίκια (από το 1990 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής) και άλλα ενδιάμεσα οφέλη έκτοτε, τα οποία εισέπραττε ο αποβιώσαντας και τώρα ο Εναγόμενος διαχειριστής της περιουσίας του. Ισχυρίζονται ότι δικαιούνται τα ποσά αυτά αναλογικά προς το ιδιοκτησιακό τους μερίδιο στο ακίνητο Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση, η πλευρά του Εναγόμενου εγείρει ως προδικαστικές ενστάσεις ότι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη γιατί (α) δεν έχουν συνενωθεί όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, (β) λόγω παρατυπίας στην οπισθογράφηση και (γ) γιατί οι Ενάγοντες κωλύονται να την εγείρουν την αγωγή ένεκα «έγγραφης συμφωνίας και/ή δέσμευσης τους ημερομηνίας 9/5/1985». Ανεξάρτητα από τις προδικαστικές ενστάσεις, ο Εναγόμενος ουσιαστικά παραδέχεται την συνιδιοκτησία του ακινήτου μεταξύ των Εναγόντων (είτε ως αρχικοί ιδιοκτήτες είτε ως κληρονόμοι των αρχικών ιδιοκτητών) και του αποβιώσαντα και ισχυρίζεται ότι το ποσοστό συνιδιοκτησίας συμφωνήθηκε γραπτώς μεταξύ των προκατόχων των διαδίκων περί τις 9.5.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στο ακίνητο υπήρχε ημιτελής οικοδομή στην οποία ο αποβιώσαντας, με δικά του έξοδα, ολοκλήρωσε τον χώρο στον οποίο σήμερα λειτουργεί το καφεστιατόριο. Αυτό, σύμφωνα με την πλευρά του Εναγόμενου έγινε περί το 1985-1990 και οι τότε συνιδιοκτήτες συμφώνησαν γραπτώς περί τις 9.5.1985 όπως «αναλάβουν το χρέος που τους αναλογούσε» στην ολοκλήρωση του χώρου «ανάλογα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους». Είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι παρά τη δέσμευση αυτή οι προκάτοχοι των Εναγόντων δεν κατέβαλαν τα ποσά που τους αναλογούσαν οπόταν συμφωνήθηκε όπως ο αποβιώσαντας ενοικιάσει τον χώρο και όπως από τα χρήματα που θα εισέπραττε ως ενοίκιο να απέκοπτε το μερίδιο των προκατόχων των Εναγόντων για την κάλυψη της οφειλής τους. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσαντας ολοκλήρωσε το ακίνητο με δικά του έξοδα που καταγράφει αναλυτικά στην Υπεράσπιση και αθροίζονται σε συνολικό ποσό €253.441,
- Να σημειώσω παρενθετικά ότι η ανταπαίτηση που εγείρει ο Εναγόμενος δεν περιλαμβάνει αξίωση σε σχέση με το πιο πάνω ποσό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, με τη συγκατάθεση των άλλων συνιδιοκτητών, εξασφάλισε άδειες λειτουργίας του χώρου ως καφεστιατόριο, λειτούργησε αρχικά ο αποβιώσας την επιχείρηση και ακολούθως ενοικίασε το ακίνητο και/ή την επιχείρηση σε τρίτο πρόσωπο. Τα ενοίκια που εισπράττονταν αφορούσαν τόσο την ενοικίαση του υποστατικού (κατά 40%) όσο και του εξοπλισμού της επιχείρησης (κατά 60%). Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί δεν έχει ακόμα εξοφληθεί η οφειλή των προκατόχων των Εναγόντων προς τον αποβιώσαντα. Σε σχέση με την Ανταπαίτηση που εγείρεται, η πλευρά του Εναγόμενου ισχυρίζεται ότι χωρίς τη συγκατάθεση του αποβιώσαντα, οι Ενάγοντες ενοικίασαν προς τρίτο πρόσωπο διαμέρισμα που βρίσκεται στο ίδιο ακίνητο και καρπούνται αποκλειστικά τα ενοίκια ενώ ο αποβιώσαντας δικαιούται σε ποσοστό επί των ενοικίων αυτών ένεκα της συνιδιοκτησίας του στο διαμέρισμα. Ισχυρίζεται ότι το ποσό που αναλογεί στον αποβιώσαντα ανερχόταν σε €17.425 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής το οποίο αξιώνεται ανταπαιτητικά. Αξιώνονται επίσης, ως ενδιάμεσο όφελος, ποσοστό στα ενοίκια του διαμερίσματος που εισπράχθηκαν από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα. Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος/Αιτητής ζητά να του επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτηση του ως εξής: (α) Με την τροποποίηση της 3ης προδικαστικής ένστασης, ώστε οι Ενάγοντες να εμποδίζονται να εγείρουν την αγωγή ένεκα «εγγράφων συμφωνιών ημερ. 23/6/1984 και 9/5/1985 και/ή λόγω συμπεριφοράς». (β) Με την προσθήκη νέας προδικαστικής ένστασης ότι το καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. (γ) Με την προσθήκη ισχυρισμού ότι στις 23.6.1984 οι προκάτοχοι των Εναγόντων είχαν συμφωνήσει γραπτώς να παραχωρήσουν στον αποβιώσαντα «τουλάχιστον τα 50% της αποπερατωμένης καφετέριας και/ή εστιατορίου προς ενοικίαση από τον ίδιο εις την τότε τρέχουσα λογική τιμή». (δ) Με τη διαγραφή ισχυρισμού στο υφιστάμενο δικόγραφο για γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 9.5.1985 και αντικατάστασης της με ισχυρισμό για προφορική συμφωνία. (ε) Με την προσθήκη ισχυρισμού ότι κατά παράβαση της προφορικής συμφωνίας οι Ενάγοντες ή οι προκάτοχοι τους δεν αποπλήρωσαν προς τον αποβιώσαντα το ποσό που τους αναλογούσε για την αποπεράτωση του καφεστιατορίου. (στ) Με την προσθήκη στον κατάλογο των διαφόρων εργασιών που ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε ο αποβιώσαντας για σκοπούς αποπεράτωσης του καφεστιατορίου, ποσού €41.006,43 που αντιστοιχεί σε «αμοιβή Ανδρέα Γαβριηλίδη για συντονισμό και/ή διαχείριση εργασιών» και συνακόλουθη αύξηση του συνολικού ποσού από €253.441,67 σε €294.448,
- (ζ) Με την αντικατάσταση της αξίωσης για ποσό €17.425 στο παρακλητικό της ανταπαίτησης (που αφορούσε ενοίκια που εισπράχθηκαν από τους Ενάγοντες για το διαμέρισμα στην οικοδομή) με αξίωση ποσού «€294.448 ως αποζημιώσεις για παράβαση του περιεχομένου και/ή των όρων των συμφωνιών ημερ. 9/5/1985» καθώς και αξίωση για «οποιοδήποτε άλλο ποσό το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και/ή δίκαιο ως αποζημιώσεις για παράβαση του περιεχομένου και/ή των όρων των συμφωνιών ημερ. 9/5/1985». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που αναφέρει ότι ήταν αδερφός του αποβιώσαντα και γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική του ανάμειξη, από την μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφορίες που είχε λάβει από τον αδερφό του ενόσω ήταν εν ζωή. Παραθέτω μια σχετικά εκτενή αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου. Η εκτενής αναφορά κρίνεται αναγκαία, όπως θα διαφανεί στην συνέχεια. Ο Εναγόμενος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση εδράζονται σε 3 συμφωνίες του αποβιώσαντα με τους προκατόχους των Εναγόντων, ήτοι (α) τη συμφωνία ημερομηνίας 23.6.1984 «δια της οποίας διατέθηκε στον [αποβιώσαντα] τουλάχιστον το 50% της αποπερατωμένης καφετέριας/εστιατορίου για ενοικίαση στην τότε τρέχουσα λογική τιμή», (β) στη συμφωνία ημερομηνίας 9.5.1985 «δια της οποίας οι Ενάγοντες ανέλαβαν την ηθική και νομική υποχρέωση όπως χρηματοδοτήσουν και πληρώσουν τα χρέη που θα ανέκυπταν για σκοπούς αποπεράτωσης της καφετέριας και/ή του εστιατορίου» και (γ) της συμφωνίας ημερομηνίας 9.5.1985 «δια της οποίας καθορίστηκαν τα ποσοστά ιδιοκτησίας των Εναγόντων και/ή των προκατόχων τους αναφορικά με το χώρο του εστιατορίου». Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφα δύο εγγράφων. Το 1ο έγγραφο έχει ημερομηνία 9.5.1985 και υπογράφεται από τους Μακεδονία Σταύρου Γαβριηλίδη, Ανδρέα Γ. Καννάβα και Νίκο Γ. Καννάβα . Μεταξύ άλλων, αναγράφεται σε αυτό ότι «
- εις περίπτωση δανείου/χρηματοδοτήσεως δια σκοπόν αποπερατώσεως της καφετήριας και/ή εστιατορίου εις το [ακίνητο], το δάνειο/χρηματοδότηση θα υπολογίζεται και οι υποφαινόμενοι θα ευθύνονται εις την ακόλουθον αναλογία: Μακεδονία Σταύρου Γαβριηλίδου 50% (πενήντα τα εκατό), Ανδρέας Γ. Καννάβας 25% (είκοσι πέντε τα εκατό) και Νίκος Γ. Καννάβας 25% (είκοσι πέντε τα εκατό).
- Οι υποφαινόμενοι αναλαμβάνουν την ηθική και νομική υποχρέωση να πληρώνουν τα χρέη της αποπερατώσεως της καφετηρίας εις την πιο πάνω αναφερόμενη αναλογίαν.» Το 2ο έγγραφο ημερομηνίας 9.5.1985 γίνεται μεταξύ Μακεδονίας Σταύρου Γαβριηλίδου, Ανδρέα Γ. Καννάβα και Νίκου Γ. Καννάβα και, μεταξύ άλλων αναγράφει ότι «
- Ο χώρος (υπόγειος και ισόγειος) της καφετηρίας και/ή εστιατορίου εις το [ακίνητο] ανήκει εις αυτούς (τους υποφαινόμενους) εις την εξής αναλογίαν: Μακεδονία Σταύρου Γαβριηλίδη, 50% (πεντήντα τα εκατό)», Ανδρέας Γ. Καννάβας 25% (είκοσι πέντε τα εκατό) και Νίκος Γ. Καννάβας 25% (είκοσι πέντε τα εκατό). [.]» Επανέρχομαι στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, ο οποίος αναφέρει ακολούθως ότι «πολύ πρόσφατα και κατά την ετοιμασία της μαρτυρίας μου για σκοπούς ακρόασης της υπόθεσης με τον δικηγόρο μου διαφάνηκε ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς που σκοπεύουμε να προωθήσουμε και που αφορούν τις συνθήκες υπογραφής των πιο πάνω συμφωνιών, τις προεκτάσεις αυτών (νομικές και πραγματικές) καθώς επίσης κα τη ζημιά που έχει υποστεί η πλευρά μας από τις παραβιάσεις των Εναγόντων, είτε δεν έχουν δικογραφηθεί επαρκώς είτε εσφαλμένα και ελλιπώς έχουν αποδοθεί στο δικόγραφο σε σημείο και βαθμό που, εξ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής, αν αφεθεί να προχωρήσει η υπόθεση ως έχει δεν θα τύχουμε δίκαιης δίκης και δεν θα μπορούμε να προβάλουμε την υπόθεση μας ακριβοδίκαια και ως έχει.» Συνεχίζει λέγοντας ότι «χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η πρώτη χρονικά συμφωνία ημερ. 23/6/1984 δια της οποίας διατέθηκε στον αδερφό μου Ανδρέα Γαβριηλίδη τουλάχιστον το 50% της αποπερατωμένης καφετέριας και/ή εστιατορίου για ενοικίαση στην τότε τρέχουσα λογική τιμή δεν δικογραφείται ούτε από τους Ενάγοντες ούτε από την πλευρά μας παρότι έχει κομβικό ρόλο στην όλη υπόθεση αφού εξ αυτής ο Ανδρέας Γαβριηλίδης κατέστη έκτοτε ενοικιαστής/διαχειριστής των Εναγόντων για τα επίδικα υποστατικά που υπενοικιάστηκαν αργότερα από τον ίδιο.» Εισηγείται ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για να εισαχθούν στο δικόγραφο σχετικοί ισχυρισμοί και να μπορεί να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία. Συνεχίζει λέγοντας ότι «δεν πρέπει πρόσθετα να λησμονούμε ότι οι Ενάγοντες προωθούν την υπόθεση τους στη βάση άρνησης καταβολής ενοικίων για υπενοικίαση που έγινε για τις περιόδους από το 1990 ως το 1992 και ακολούθως από το 1992 ως έκτοτε. Ως προς τούτο, και εξ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής, η βάση της αγωγής των Εναγόντων ενδέχεται να προσκρούει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν. 23/83 μιας και η ενοικίαση είναι ορατό να κριθεί ως θέσμια και επομένως ευθέως να υπάρξει ζήτημα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να κρίνει την υπόθεση στην ουσία της.» Συνεχίζει αναφέροντας ότι παρότι στο υφιστάμενο δικόγραφο «αναφέρεται αναλυτικά το προσωπικό κόστος του Ανδρέα Γαβριηλίδη για την κατασκευή και ολοκλήρωση των εργασιών ώστε να καταστήσουν την καφετέρια και/ή το εστιατόριο λειτουργικά, εντούτοις, το 50% του ποσού αυτού που, κατά παράβαση της συμφωνίας ημερ. 9/5/1985, οι Ενάγοντες δεν αποδίδουν στον Εναγόμενο, δεν έχει αποτυπωθεί ως κονδύλι στην Ανταπαίτηση μας εξ' ου και με την προτεινόμενη τροποποίηση επιθυμούμε να το εγείρουμε και με τον ορθό τρόπο δικογραφικά διεκδικήσουμε ως μέρος της ανταπαίτησης μας (το πιο βασικό). Εξ όσων τυγχάνω επίσης νομική συμβουλή το πιο πάνω κονδύλι πρόκειται για ειδική ζημιά μας και ως τέτοια πρέπει απαραίτητα να δικογραφηθεί αλλιώς πως δεν θα μπορεί να διεκδικηθεί από την πλευρά μας.» Συνεχίζει αναφέροντας ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και προσθέτει ότι «δεν χειριζόμουν την υπόθεση αυτή εξ αρχής μιας και πρόσβαση στον πλήρη φάκελο της διαδικασίας και των υποστηρικτικών εγγράφων είχα πολύ αργότερα μετά τον θάνατο του αδερφού μου και όταν κατά ή περί το 2019 ορίστηκα διαχειριστής της περιουσίας του. Ως εκ τούτου πολλά από τα επίδικα θέματα καθώς και εις βάθος εξέταση των υποστηρικτικών εγγράφων της πλευράς μας τα εξέτασα μόλις πολύ πρόσφατα και κατά την ετοιμασία της μαρτυρίας μου για σκοπούς ακρόασης. [.] Εδώ επαναλαμβάνω ότι έλαβα τον πλήρη φάκελο της διαδικασίας με την υποστηρικτική μαρτυρία σχεδόν 5 χρόνια μετά τ ην καταχώρηση της αγωγής και ύστερα από τον θάνατο του αδερφού μου, ευθύς μόλις εντοπίστηκαν οι ελλείψεις στα δικόγραφα κατόπιν προσεχτικής ανάλυσης της μαρτυρίας που έχουμε υπόψη μας και κατά το στάδιο ετοιμασίας της μαρτυρίας μου για σκοπούς ακρόασης, προχωρήσαμε με το παρόν αίτημα μας και δεν αφήσαμε το χρόνο να αποβεί άκαρπος ή αμελήσαμε τα δικαιώματα μας και πάντα σε στάδιο πριν ξεκινήσει η ακρόαση.» Υποστηρίζει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αλλάζουν ουσιαστικά τη φύση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης και ότι η οποιαδήποτε ζημιά των Εναγόντων μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Αυτά αναφορικά με τη μαρτυρία που υποστηρίζει την Αίτηση. Η πλευρά των Εναγόντων έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν εστιάζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έγκριση της τροποποίησης. Υποστηρίζουν επίσης ότι η Αίτηση προσκρούει στις πρόνοιες των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων Κανονισμών του
- Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 3 ο οποίος διαφωνεί ότι η βάση αγωγής αφορά ενοικίαση του καφεστιατορίου από τον αποβιώσαντα και συνεπώς δεν τίθεται θέμα καθ' ύλην αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Σημειώνει επίσης ότι η Αίτηση υποβάλλεται με υπερβολική καθυστέρηση. Προσθέτει ότι ο Εναγόμενος επιχειρεί να εισάξει αναφορές σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 23.6.1984 την οποία όμως δεν επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, ώστε να γνωρίζουν και οι Ενάγοντες το περιεχόμενο της. Επιχειρεί να βασιστεί στη συμφωνία αυτή για να υποστηρίξει ότι είχε ανατεθεί στον αποβιώσαντα να ενοικιάσει το καφεστιατόριο στην τρέχουσα λογική τιμή. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος επιδιώκει να μετατρέψει αναφορές στο υφιστάμενο δικόγραφο σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 9.5.1985, σε προφορική συμφωνία, ώστε να αλλοιώσει το περιεχόμενο της. Σημειώνει ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου σε σχέση με το περιεχόμενο δεν συνάδουν με το κείμενο του εγγράφου που επισυνάπτει ως τεκμήριο. Τέλος, σημειώνει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθούν αξιώσεις στην ανταπαίτηση που αφορούν κατ' ισχυρισμό αμοιβή του αποβιώσαντα για συντονισμό εργασιών στο καφεστιατόριο και άλλα έξοδα που δεν είχαν περιληφθεί αρχικά. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Θα ξεκινήσω την εξέταση της ουσίας της αίτησης από τη εισήγηση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής εμποδίζεται να προωθεί την αίτηση γιατί αυτή προσκρούει στις πρόνοιες του κανονισμού 4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του
- Οι Κανονισμοί του 2022 εφαρμόζονται σε «όλες τις εκκρεμούσες υποθέσεις μεταξύ των ετών 2014 μέχρι 2018 και στις οποίες δεν έχει κατά την ημερομηνία δημοσίευσης των Κανονισμών αρχίσει επί της ουσίας η ακροαματική διαδικασία». Συνεπώς, η παρούσα αγωγή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω Κανονισμών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 4 (στη μορφή που ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο): «.δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η καταχώρηση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης, πλην εκείνης κατά την οποία τέτοια αίτηση καταχωρίζεται και αιτιολογείται στη βάση γεγονότων που έχουν αντικειμενικώς προκύψει μετά τη θέσπιση των παρόντων Κανονισμών και τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν ουσιωδώς την πορεία της ακρόασης, καθιστώντας αναγκαία την εισαγωγή της αίτησης για χειρισμό της από το Δικαστήριο. Οποιοδήποτε άλλο αίτημα που αφορά σε γεγονότα που προηγήθηκαν του ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση, θα τίθεται προφορικώς ενώπιον του Δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως.» Η πρόθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου με τη θέσπιση της συγκεκριμένης πρόνοιας των Κανονισμών του 2022 ήταν, θεωρώ, ξεκάθαρη. Να αποφεύγεται η καθυστέρηση και ανατροπή στη διεκπεραίωση μιας παλαιάς υπόθεσης, που προκαλεί η καταχώρηση ενδιάμεσων αιτήσεων πολλά χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής ενώ οι αιτήσεις αυτές θα μπορούσαν να καταχωρηθούν και να τύχουν χειρισμού σε πολύ ενωρίτερο στάδιο της διαδικασίας. Το όλο πνεύμα των Κανονισμών του 2022 εστιάζει στην επίσπευση, διευκόλυνση και ομαλοποίηση της διαδικασίας εκδίκασης πολύ καθυστερημένων υποθέσεων που εκκρεμούν στα Δικαστήρια. Η έκδοση τους συνιστά μέρος της συντονισμένης προσπάθειας όλων των φορέων της Δικαιοσύνης για αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος των καθυστερήσεων, του μεγαλύτερου ίσως προβλήματος που αντιμετωπίζει η Δικαστική εξουσία. Στην παρούσα περίπτωση, η πλευρά του Εναγόμενου/Αιτητή δεν έχει αποκαλύψει «γεγονότα που έχουν αντικειμενικώς προκύψει μετά τη θέσπιση των παρόντων Κανονισμών». Αντίθετα, τα γεγονότα που επικαλείται χρονολογούνται μεταξύ 1985 και
- Στη βάση επομένως, του γράμματος του Κανονισμού 4 πιο πάνω, δεν θα μπορούσε να επιτραπεί η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης γιατί δεν πληρείται η αντίστοιχη προϋπόθεση. Ούτε υποβλήθηκε προφορικό αίτημα στο Δικαστήριο για έγκριση ή απόρριψη της καταχώρησης σύμφωνα με την επιφύλαξη του Κανονισμού 4 (ανωτέρω). Παρά τα πιο πάνω, το Πρωτοκολλητείο αποδέχτηκε προς καταχώρηση την υπό κρίση Αίτηση. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν μπορώ να κρίνω κατά πόσο ορθά έγινε αποδεκτή προς καταχώρηση η Αίτηση από το Πρωτοκολλητείο. Το δεδομένο είναι ότι η υπό κρίση Αίτηση, μετά την καταχώρηση της, τέθηκε ενώπιον μου προς απόφαση. Να προσθέσω ότι η διαδικασία καταχώρησης ενδιάμεσων αιτήσεων για σκοπούς του κανονισμού 4 των Κανονισμών του 2022 έχει στο μεταξύ αλλάξει. Ο αρχικός κανονισμός 4 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το υφιστάμενο λεκτικό που προβλέπει ότι: «.δεν επιτρέπεται χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου η καταχώρηση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτηση. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση, της οποίας οφείλω να αποφασίσω το αποτέλεσμα. Οι Κανονισμοί του 2022, όπως σημείωσα ήδη, περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις για την εκδίκαση υποθέσεων που καταχωρήθηκαν μεταξύ 2014 και
- Δεν αναιρούν όμως ούτε και αποκλείουν την εφαρμογή των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους οποίους ανατρέχω για να αποφασίσω την ουσία της Αίτησης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ. 25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015). Η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία. Πολύ διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, όπου οι αρχές συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Συνοπτικά σημειώνω ότι η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως (για αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015), είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - τείνει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία εισηγείται ότι γενικά η τροποποίηση επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί, μέσω αυτής, να διορθώσει παραλείψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας, ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος[2]. Όμως, η τροποποίηση μπορεί να μην επιτραπεί σε περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Επίσης, άδεια για τροποποίηση μπορεί να μην παρασχεθεί όταν θα επέφερε ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης, καθώς και όταν ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία[4]. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, και με δεδομένες τις θέσεις της κάθε πλευράς, προχωρώ να εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πρέπει να εγκριθεί το αίτημα του Εναγόμενου/Αιτητή. Έχω παραθέσει αναλυτικά πιο πάνω τις τροποποιήσεις που επιδιώκονται. Μια εξ αυτών είναι η συμπερίληψη προδικαστικής ένστασης που αφορά την αμφισβήτηση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Αναφέρθηκα πιο πάνω στα όσα επικαλείται ο Εναγόμενος για να υποστηρίξει την αναγκαιότητα της συγκεκριμένης τροποποίησης. Εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης, διαφωνώ με τη θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες «προωθούν την υπόθεση τους στη βάση άρνησης καταβολής ενοικίων για υπενοικίαση που έγινε» από τον αποβιώσαντα. Είναι, θεωρώ, ξεκάθαρο από το κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι ο αποβιώσαντας, ως συνιδιοκτήτης, είχε νοικιάσει σε τρίτο πρόσωπο το υποστατικό. Κανένας ισχυρισμός προβάλλεται από την πλευρά τους ότι ο αποβιώσαντας ήταν ενοικιαστής του υποστατικού. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι συμφωνία ημερομηνίας 23.6.1984 στην οποία αναφέρεται ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση, δεν περιλαμβάνεται στα 80 συνολικά έγγραφα που είχε αποκαλύψει ενόρκως η πλευρά του Εναγόμενου (με ένορκη δήλωση του αποβιώσαντα ημερομηνίας 23.10.2015 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αποβιώσαντα ημερομηνίας 8.12.2015). Ούτε παρουσιάζεται αντίγραφο τέτοιας συμφωνίας από τον Εναγόμενο με την ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης προδικαστικής ένστασης στο δικόγραφο του Εναγόμενου. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν ότι είναι απαραίτητη η συμπερίληψη για την επίλυση της διαφοράς των διαδίκων. Τα όσα αναφέρω πιο πάνω, ισχύουν και σε σχέση με την αιτούμενη τροποποίηση που αφορά την προσθήκη ισχυρισμού στο σώμα του δικογράφου για γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 23.6.
- Για τους ίδιους λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής έχει στοιχειοθετήσει το αναγκαίο αυτής της τροποποίησης. Άλλες αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν διαγραφή ισχυρισμού στο υφιστάμενο δικόγραφο σε γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 9.5.1985 και αντικατάστασης της με αναφορά σε προφορική συμφωνία καθώς και περίληψης ισχυρισμού για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 9.5.1985 όπως οι Ενάγοντες «προχωρήσουν σε αποπληρωμή προς τον Ανδρέα Γαβριηλίδη για το κόστος αποπεράτωσης της καφετέριας και/ή του εστιατορίου.» Σε σχέση με αυτές τις αιτούμενες τροποποιήσεις, η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που υποστηρίζει την Αίτηση, δεν στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα τους και δεν δημιουργεί το αναγκαίο υπόβαθρο που να δικαιολογεί να επιτραπούν αυτές οι τροποποιήσεις. Η ένορκη δήλωση, πέραν γενικών και αόριστων αναφορών, κανένα συγκεκριμένο στοιχείο περιλαμβάνει στην ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία. Επισυνάπτονται όμως στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, δύο έγγραφα ημερομηνίας 9.5.
- Αναφέρθηκα στο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών πιο πάνω. Αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο είναι ότι κανένα από τα δύο έγγραφα, περιλαμβάνει ανάληψη υποχρέωσης από τους Ενάγοντες για αποπληρωμή ποσού προς στον Ανδρέα Γαβριηλίδη. Κανένα εκ των εγγράφων υπογράφεται από τους Ενάγοντες ή τον Ανδρέα Γαβριηλίδη και καμία αναφορά στο όνομα του γίνεται. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις ισχύουν και για την αιτούμενη τροποποίηση μιας εκ των υφιστάμενων προδικαστικών ενστάσεων που αφορά σε κώλυμα των Εναγόντων να προωθούν την αγωγή ένεκα συμφωνιών ημερομηνίας 9.5.
- Παραμένει η αιτούμενη τροποποίηση που αφορά στην συμπερίληψη στις αξιώσεις που εγείρονται ανταπαιτητικά, τόσο ποσών που αφορούν τα έξοδα που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι είχε πληρώσει ο αποβιώσας για την αποπεράτωση του καφεστιατορίου, όσο και συμπερίληψη ποσού €41.006,43 ως αμοιβή του αποβιώσαντα για τον συντονισμό των εργασιών αποπεράτωσης. Αυτή η αιτούμενη τροποποίηση, κρίνω ότι δεν μπορεί να επιτραπεί γιατί αλλάζει ουσιαστικά και δραστικά τη φύση ολόκληρης της Ανταπαίτησης. Εξήγησα πιο πάνω ότι η υφιστάμενη Ανταπαίτηση αφορά ποσό €17.425 πλέον ενδιάμεσα οφέλη που προκύπτουν από ισχυριζόμενη ενοικίαση από τους Ενάγοντες διαμερίσματος που βρίσκεται στο ίδιο ακίνητο με το καφεστιατόριο. Με την αιτούμενη τροποποίηση, ο Εναγόμενος επιδιώκει να αντικαταστήσει την αξίωση για €17.425 (που αφορούσε ισχυριζόμενο μερίδιο σε ενοίκια) με αξίωση για ποσό €294.448,10 (που αφορά αξίωση για έξοδα €253.441,67 αποπεράτωσης του καφεστιατορίου στο υφιστάμενο δικόγραφο, πλέον αιτούμενη προσθήκη ποσού €41.006,43, ως αμοιβή του αποβιώσαντα για συντονισμό των εργασιών αποπεράτωσης του υποστατικού). Αυτό το οποίο επιδιώκεται δεν είναι η διόρθωση ή η συμπλήρωση της υφιστάμενης αξίωσης αλλά η αντικατάσταση της με νέα αξίωση που εδράζεται σε νέα, εντελώς διαφορετική βάση αγωγής από την υφιστάμενη Ανταπαίτηση. Παρά το ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, θεωρώ ότι μια τόσο δραστική μεταβολή των επίδικων θεμάτων και των αξιώσεων της Ανταπαίτησης, σε αυτό το στάδιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη εκτροπή από τη διαδικασία. Εάν επιτραπεί αυτή η τροποποίηση το αποτέλεσμα θα είναι, ουσιαστικά, η αντικατάσταση της υφιστάμενης Ανταπαίτησης με μια καινούργια Ανταπαίτηση. Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου πρέπει να σημαίνει ακριβώς αυτό, την τροποποίηση ενός δικογράφου και όχι την αντικατάσταση της φύσης των αξιώσεων που εγείρονται. Πέραν των πιο πάνω, από την ενώπιον μου μαρτυρία θεωρώ ότι η πλευρά του Εναγόμενου/Αιτητή δεν έχει δικαιολογήσει ικανοποιητικά την καθυστέρηση με την οποία προωθεί την παρούσα Αίτηση. Μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση δικογράφου ακόμα και αν το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα, όμως πρέπει να προβάλλεται μια ικανή δικαιολογία για την καθυστέρηση. Η μόνη δικαιολογία που προβάλλει ο Εναγόμενος είναι ότι «πολύ πρόσφατα» διαπίστωσε την ανάγκη για τις τροποποιήσεις που ζητά, κατά την προετοιμασία για την ακρόαση. Όμως, κατέστη διάδικος από το 2019, όταν απεβίωσε ο αρχικός Εναγόμενος. Τόσο πριν το 2019 όσο και μετά, η αγωγή είχε οριστεί πολλές φορές για ακρόαση. Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχτώ ότι η προετοιμασία για την ακρόαση έγινε για πρώτη φορά τώρα. Ο ίδιος ο Εναγόμενος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι απέκτησε πρόσβαση στον πλήρη φάκελο της υπόθεσης με τον διορισμό του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα αδερφού του, το
- Καμία πειστική δικαιολογία προβάλλει για την καθυστέρηση 4 περίπου ετών από την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης μέχρι τη διαπίστωση της ανάγκης τροποποίησης του δικογράφου και καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν έχω ικανοποιηθεί ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη της Αίτησης. Δεν έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα συντείνουν στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Αντίθετα, κρίνω ότι εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, τα επίδικα θέματα θα μεταβληθούν δραστικά και η διαδικασία θα παρεκτραπεί ανεπίτρεπτα. Συνεπώς, δεν θα ήταν ορθό αλλά ούτε και δίκαιο να εξασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς έγκριση της Αίτησης, η οποία απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα αυτά επιδικάζονται εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή και υπέρ των Εναγόντων/Καθ΄ ων η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [3] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [4] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο