SAEM ELECTRICAL & MECHANICAL SERVICES LTD ν. LOIS BUILDERS LTD, Αρ. Αγωγής: 5964/2013, 13/1/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5964/2013 Μεταξύ: SAEM ELECTRICAL & MECHANICAL SERVICES LTD Ενάγουσα και LOIS BUILDERS LTD Εναγόμενη Αίτηση Εναγόμενης/Αιτήτριας ημερομηνίας 22.9.2022 για Άδεια Τροποποίησης της Υπεράσπισης 13 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Κωνσταντινίδου δια Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ν. Τσιαπαλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η εναγόμενη εταιρεία/Αιτήτρια ζητά άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης που έχει καταχωρήσει. Η αγωγή αφορά αξιώσεις που εγείρει η ενάγουσα εταιρεία για παράβαση συμφωνίας. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι ανέλαβε την ανακαίνιση/διαρρύθμιση αποθηκών της εναγόμενης και ότι παραμένει οφειλόμενο προς αυτή υπόλοιπο €32.723 από την αμοιβή της, ποσό που διεκδικεί με την αγωγή. Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, η εναγόμενη αρνείται την ύπαρξη της οφειλής προβάλλοντας κάποιους δικούς της ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα. Περαιτέρω εγείρει Ανταπαίτηση ισχυριζόμενη ότι υπέστη ζημιά €211.892,40 που ήταν αποτέλεσμα καθυστερήσεων από την ενάγουσα στην εκτέλεση των εργασιών. Οι αξιώσεις που εγείρονται ανταπαιτητικά, δεν γίνονται αποδεκτές από την ενάγουσα στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρησε. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.9.
- Με αυτήν, η πλευρά της εναγόμενης/Αιτήτριας επιδιώκει να της επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης με την προσθήκη ισχυρισμού ότι έχει πληρώσει ολόκληρο το ποσό της μεταξύ των μερών συμφωνίας και ουδέν ποσό οφείλει. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση διευθυντή της εναγόμενης/Αιτήτριας. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι «κατά το στάδιο προετοιμασίας της μαρτυρίας της Εναγόμενης για την ακροαματική διαδικασία, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή λόγω καλόπιστου λάθους δεν είχε αναγραφεί ορθά στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης ότι το συνολικό ποσό το οποίο κατέβαλε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα έναντι των εκτελούμενων εργασιών και/ή δυνάμει των σχετικών διατακτικών πληρωμής ήταν το ποσό των €163.047,70 και όχι το ποσό των €139.
- Υπό το πρίσμα των νέων στοιχείων και δεδομένων που προέκυψαν στα πλαίσια ετοιμασίας της μαρτυρίας της Εναγόμενης αλλά και κατόπιν λεπτομερούς μελέτης και αξιολόγησης των γεγονότων διαπιστώθηκε ότι η Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση χρήζει τροποποίησης ώστε να συμπεριληφθεί σε αυτή το πλήρες φάσμα των ισχυρισμών και αξιώσεων της Εναγόμενης.» Αναφέρει επίσης ότι η τροποποίηση χρειάζεστε για να εξακριβωθούν τα πραγματικά επίδικα θέματα. Σημειώνει ότι δεν μεταβάλλεται ουσιαστικά η φύση της Υπεράσπισης με την αιτούμενη τροποποίηση. Καταλήγει ότι η όποια ζημιά υποστεί η ενάγουσα συνεπεία της τροποποίησης, μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Η ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση έχει εγείρει ένσταση. Στην ένταση της σημειώνει την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε η αίτηση. Σημειώνει επίσης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η εναγόμενη/Αιτήτρια επιδιώκει να καλύψει λάθη και παραλείψεις και να εισαγάγει ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να ήταν υπόψη της εξ αρχής. Τέλος, αναφέρει ότι η τροποποίηση είναι αχρείαστη και ότι προωθείται καταχρηστικά. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν τις θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου εδράζεται στην Δ.25, Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που εφαρμόζεται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015). Η διάταξη αυτή δεν καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όμως σχετική καθοδήγηση παρέχεται από τη νομολογία. Πολύ διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33, όπου οι αρχές συνοψίζονται ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Συνοπτικά σημειώνω ότι η κατεύθυνση που δίνει η νομολογία, τόσο η Κυπριακή όσο και η Αγγλική, αναφορικά με αιτήσεις αυτής της φύσεως (αναφορικά με αγωγές που καταχωρήθηκαν προ της 1.1.2015), είναι ότι το Δικαστήριο - με κάποιες εξαιρέσεις στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω - τείνει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση[1]. Η νομολογία εισηγείται ότι η τροποποίηση επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί, μέσω αυτής, να διορθώσει παραλείψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας, ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος[2]. Εξαιρέσεις στη γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[3]. Επίσης, περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενδεχομένως να ασκηθεί εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν εκείνες όπου η τροποποίηση θα επέφερε ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης, καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξή της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται[4]. Στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών, και με δεδομένες τις θέσεις της κάθε πλευράς, προχωρώ να εξετάσω εάν στην παρούσα περίπτωση πρέπει να εγκριθεί το αίτημα της εναγόμενης/Αιτήτριας. Η πλευρά της ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Επί αυτού σημειώνω ότι υπάρχει όντως μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Η υφιστάμενη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 28.9.2016. Έχω ήδη παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω τους λόγους που επικαλείται η πλευρά της εναγόμενης/Αιτήτριας δικαιολογώντας την καθυστέρηση αυτή. Το τι συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης εξετάστηκε και αναλύθηκε σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή ανάλογος συσχετισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής ή σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή". Αδιαμφισβήτητα, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι μεγάλη, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε αφού η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση πολλές φορές. Όμως, συνυπολογίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, θεωρώ ότι παρά την καθυστέρηση που έχει επιδείξει η εναγόμενη/Αιτήτρια, δεν θα ήταν ορθό να απορριφθεί η αίτηση της ένεκα αυτής. Εξάλλου, και στη Saba & Co (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη του, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι συνοδεύεται από κακοπιστία. Στην προκειμένη περίπτωση, από το φάκελο της υπόθεσης και μελετώντας την τροποποίηση που επιχειρεί να εισαγάγει εναγόμενη/Αιτήτρια, δεν διακρίνω ότι ενεργεί με εμφανή κακή πίστη και με πρόθεση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, έχοντας εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση σε συνάρτηση με το υφιστάμενο δικόγραφο, δεν διαπιστώνω ότι μεταβάλλεται ριζικά η φύση της υφιστάμενης υπεράσπισης. Ήταν ανέκαθεν η θέση της Εναγόμενης/Αιτήτριας ότι «ουδέν ποσό παραμένει υπόλοιπο και/ή δεν οφείλει το ποσό των €32.732 πλέον ΦΠΑ ως η Ενάγουσα ψευδώς και/ή παραπλανητικά ισχυρίζεται και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό» (παράγραφος 6 υφιστάμενης Υπεράπισης & Ανταπαίτησης). Μέσω της αιτούμενης τροποποίησης προκύπτει ότι η εναγόμενη/Αιτήτρια επιχειρεί να εξειδικεύσει ότι το ποσό που έχει καταβάλλει, ως η θέση της, έναντι της συμφωνίας ανέρχεται σε €163,047,70 και ουδέν ποσό παραμένει οφειλόμενο. Τέλος σημειώνω το εξής. Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, αναπόφευκτα θα προκληθεί κάποια περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Κρίνω όμως ότι η καθυστέρηση που θα προκληθεί δεν θα είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση. Δεν έχω στοιχεία ενώπιον μου που να συνηγορούν στο ότι θα υποστεί τέτοιες συνέπειες που να καταστρατηγούν το δικαίωμα της σε δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης της. Αντίθετα, στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι η όποια ζημιά προκληθεί στην ενάγουσα/Καθ΄ ης η Αίτηση μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα[5]. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη της αίτησης και ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Καταλήγω επομένως ότι η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α αυτής. Ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, η τροποποιημένη Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά την ίδια μέρα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς το θέμα των εξόδων, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα η ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση αφού η ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής της δικονομικής συμπεριφοράς. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα που χάνονται συνεπεία της τροποποίησης. Συνεπώς, παρά την επιτυχία της αίτησης, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση επιδικάζονται εναντίον της εναγόμενης/Αιτήτριας και υπέρ της ενάγουσας/Καθ΄ ης η Αίτηση. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ..................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, Easton v Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257, Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [2] Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 [3] Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 [4] Σχετικές οι Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 [5] Σχετική είναι η παράγραφος
(3)του αποσπάσματος από την υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κα (ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο