← Κύπρος

ΣΤΕΦΑΝΟΥ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΗ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, δια του Ειδικού Διαχειριστή Κλεόβουλου Αλεξάνδρου και/ή οποιουδήποτε άλλου αντικατασ

ΣΤΕΦΑΝΟΥ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΗ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, δια του Ειδικού Διαχειριστή Κλεόβουλου Αλεξάνδρου και/ή οποιουδήποτε άλλου αντικαταστάτη του και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου προσώπου Νόμου και/ή Κανονισμού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2393/2013, 10/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A105 Αρ. Αγωγής: 2393/2013 Μεταξύ:

  1. ΣΤΕΦΑΝΟΥ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΗ
  2. ΑΝΝΑΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΟΥ
  3. ΣΟΥΖΑΝ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΟΥ
  4. ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Ν. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
  5. ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΣΑΝΔΡΑΒΕΛΗ Ενάγοντες και
  6. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
  7. ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ, μέσω του Προέδρου της Επιτροπής Διαχείρισης του Ταμείου Προστασίας καταθέσεων και Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Εναγόμενοι και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 4.12.2013 Μεταξύ:
  8. ΣΤΕΦΑΝΟΥ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΗ
  9. ΑΝΝΑΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΟΥ
  10. ΣΟΥΖΑΝ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΟΥ
  11. ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Ν. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
  12. ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΣΑΝΔΡΑΒΕΛΗ Ενάγοντες και
  13. ΑΝΤΡΗ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  14. ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ, μέσω του Προέδρου της Επιτροπής Διαχείρισης του Ταμείου Προστασίας καταθέσεων και Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας
  15. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 20.12.2017 Μεταξύ:
  16. ΣΤΕΦΑΝΟΥ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΗ
  17. ΑΝΝΑΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΟΥ
  18. ΣΟΥΖΑΝ Β. ΠΑΝΤΕΛΙΑΔΟΥ
  19. ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Ν. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
  20. ΑΓΓΕΛΟΥ Γ. ΣΑΝΔΡΑΒΕΛΗ Ενάγοντες και
  21. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, δια του Ειδικού Διαχειριστή Κλεόβουλου Αλεξάνδρου και/ή οποιουδήποτε άλλου αντικαταστάτη του και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου προσώπου Νόμου και/ή Κανονισμού
  22. ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ, μέσω του Προέδρου της Επιτροπής Διαχείρισης του Ταμείου Προστασίας καταθέσεων και Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας
  23. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι 10 Μαΐου,
  24. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες : κ. Πιριλλίδης και κ. Θεοφάνους δια N. Pirilides & Associates LLC Για Εναγόμενους 2: κ. Χατζηνέστορος με κα Θεοδώρου δια Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή/Δικογραφημένες θέσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, περί τον Μάρτιο 2013 οι Ενάγοντες 1-5 ήταν δικαιούχοι του ποσού €561.864,77 που ήταν κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείτο στην Εναγόμενη 1, Λαϊκή Τράπεζα (στο εξής ο «επίδικος λογαριασμός»). Ο επίδικος λογαριασμός ήταν στο όνομα της εταιρείας Newholme Holdings Ltd από τις Σεϋχέλλες (στο εξής η «Newholme»), όμως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εταιρεία ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος τους δυνάμει έγγραφου καταπιστεύματος ημερομηνίας 9.6.2010 που τους καθιστούσε δικαιούχους του πιο πάνω ποσού. Ισχυρίζονται ότι το γεγονός αυτό ήταν εις γνώση της Εναγόμενης
  25. Μετά τα γεγονότα στον τραπεζικό τομέα τον Μάρτιο 2013 και συνεπεία των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν σε σχέση με την Λαϊκή Τράπεζα, εκ του ποσού των €561.864,77 που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό, μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη 3, Τράπεζα Κύπρου, ποσό €100.000 και το υπόλοιπο ποσό απομειώθηκε. Θέση των Εναγόντων 1-5 είναι ότι αυτό έγινε λανθασμένα. Ισχυρίζονται ότι έκαστος δικαιούτο σε προστασία ποσού €100.000 εκ του συνολικού ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό. Με την αγωγή ζητούν την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι ήταν οι δικαιούχοι του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό και ότι η Newholme ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος τους. Ζητούν επίσης αναγνωριστική απόφαση ότι «ποσό €100.000 για ένα έκαστο εκ των Εναγόντων αποτελεί κατάθεση που προστατεύεται από το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων και ως μη υποκείμενη σε 'κούρεμα' και/ή ως κατάθεση απαλλαγμένη και/ή εξαιρεμένη οποιασδήποτε αποκοπής και/ή ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 οφείλουν να καταβάλουν αποζημίωση ύψους €100.000 για ένα έκαστο των Εναγόντων προς εκπλήρωση της νόμιμης υποχρέωσης τους έναντι αυτών.» Ζητούν τέλος απόφαση που «να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 όπως εξαιρέσουν και/ή θεωρήσουν ότι το συνολικό ποσό των €500.000 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον [επίδικο λογαριασμό] αποτελεί κατάθεση που προστατεύεται από το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, μη υποκείμενη σε 'κούρεμα' και/ή ως κατάθεση απαλλαγμένη και/ή εξαιρεμένη οποιασδήποτε αποκοπής και/ή διαζευκτικά στην πληρωμή αποζημίωσης ύψους €100.000 προς ένα έκαστο εκ των Εναγόμενων προς εκπλήρωση της νόμιμης υποχρέωσης τους έναντι αυτών.» Να σημειώσω ότι η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 και η ακρόαση προχώρησε μόνο εναντίον των Εναγόμενων
  26. Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι δεν ενεργοποιήθηκε το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων στη διαδικασία εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς, είναι η θέση των Εναγόμενων 2 ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στις θεραπείες που αξιώνουν εναντίον τους. Στη βάση αυτή, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μαρτυρία. Κατά την ακρόαση, έδωσαν μαρτυρία δύο πρόσωπα προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων. Για σκοπούς υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ένα πρόσωπο. Ακολουθεί μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της δίκης. ΜΕ
  27. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγοντας
  28. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του εξήγησε ότι είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας 4, η Ενάγουσα 2 είναι μητέρα του, η Ενάγουσα 3 είναι η αδερφή του και ο Ενάγοντας 5 ο σύζυγος της. Όλοι είναι Έλληνες υπήκοοι και διαμένουν στην Ελλάδα. Σε σχέση με τα γεγονότα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι περί το 2010, ένεκα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, εισηγήθηκε στους υπόλοιπους Ενάγοντες να μεταφέρουν τα χρήματα τους στην Κύπρο που θεωρούσαν ότι παρείχε πιο ασφαλές χρηματοοικονομικό περιβάλλον. Λειτουργός στην τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν στην Ελλάδα τον έφερε σε επαφή με λειτουργό της Λαϊκής Τράπεζας και κατόπιν συζητήσεων στις 21.3.2010 αγόρασε την Newholme. Η εταιρεία αυτή αγοράστηκε από Κυπριακή εταιρεία παροχής υπηρεσιών γνωστή ως Bizserve στη Λευκωσία και η Bizserve «θεώρησε ότι ήμουν και ο τελικός δικαιούχος μέτοχος της Newholme, εντύπωση που ασφαλώς δεν συνέτρεχε λόγος να διαφοροποιήσω ή να αντιστρέψω σε σχέση με την Bizserve, αφού ήταν δεδομένο για μένα ότι οι οποιεσδήποτε μου ενέργειες γίνονταν για λογαριασμό όλων των Εναγόντων και σε κάθε περίπτωση τούτο το γνώριζε ήδη η Εναγόμενη 1 τράπεζα.» Αναφορικά με τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στις 30.4.2010 η αδερφή του και ο σύζυγος της (Ενάγοντες 4 και 5) μετέφεραν στον λογαριασμό του ΜΕ1 στην Αθήνα ποσό €200.
  29. Ο ίδιος μετέφερε το ποσό αυτό μαζί με άλλα χρήματα του ιδίου και της συζύγου του (Ενάγουσας 3) αλλά και χρήματα της μητέρας του (Ενάγουσας 2) σε προσωπικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα. Συνολικά μετέφερε στον προσωπικό του λογαριασμό ποσό €441.845 (σχετικά τα Τεκμήρια 1 και 2). Κατά τη διάρκεια επίσκεψης του στην Κύπρο για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού της Newholme, παρέδωσε σε υπάλληλο της Λαϊκής Τράπεζας πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2) της Newholme που τον εξουσιοδοτούσε να χειρίζεται τον επίδικο λογαριασμό. Παράλληλα, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του, ετοιμάστηκε έγγραφο καταπιστεύματος (Τεκμήριο 3) το οποίο στάλθηκε σε συγκεκριμένη λειτουργό της Λαϊκής Τράπεζας, την οποία κατονομάζει, και η οποία τον διαβεβαίωσε ότι καταχωρήθηκε στον φάκελο της Newholme. Παρενθετικά σημειώνω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, οι Ενάγοντες 1-5 (ως δικαιοπάροχοι) δηλώνουν ότι καταθέτουν στον επίδικο λογαριασμό ποσό €440.000 και ότι καθιστούν την Newholme εμπιστευματοδόχο για το ποσό αυτό ή οποιοδήποτε άλλο ποσό βρεθεί εις πίστη του επίδικου λογαριασμού, προς όφελος των Εναγόντων 1-5 (ως δικαιούχων). Το έγγραφο καταπιστεύματος υπογράφεται από τους Ενάγοντες 1-5 και την Newholme. Υπάρχει πιστοποίηση της υπογραφής των Εναγόντων 1-5 από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Μεγάρων. Δεν υπάρχει αντίστοιχη πιστοποίηση της υπογραφής για την Newholme. Έκτοτε, ο ΜΕ1 θεωρούσε ότι ο ίδιος χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό αλλά προς όφελος και για λογαριασμό και των υπόλοιπων Εναγόντων. Στην συνέχεια κατατέθηκαν στον επίδικο λογαριασμό και άλλα ποσά με αποτέλεσμα στις 22.3.2013 να βρίσκεται κατατεθειμένο συνολικό ποσό €561.864,77 (σχετική η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4). Ακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα Μαρτίου 2013 με τη θέσπιση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν. 17(Ι)/2013 και των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και μεταβιβάστηκαν κάποια περιουσιακά της στοιχεία και συγκεκριμένες υποχρεώσεις της στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ΜΕ1 ακολούθως ανέφερε ότι «τόσο η Λαϊκή Τράπεζα όσο και ο Εναγόμενος 2 παράνομα θεώρησαν ότι το εν λόγω κατατεθειμένο ποσό στον Λογαριασμό στον βαθμό που υπερβαίνει το ποσό των €100.000 ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του Νόμου και των Κανονισμών και συνακόλουθα ότι δεν ενεργοποιείται η διαδικασία αποζημίωσης των Εναγόντων στη βάση του εγγράφου καταπιστεύματος, αρνήθηκαν δε να εξαιρέσουν και θεωρήσουν ότι το συνολικό ποσό των €500.000 που ήταν κατατεθειμένο στον Λογαριασμό αποτελεί κατάθεση που προστατεύεται από το Νόμο, μη υποκείμενο σε «κούρεμα» ή και ως κατάθεση εξαιρούμενη οποιασδήποτε αποκοπής ή και να μας αποζημιώσουν τον καθένα δια ποσού €100.000 εκπληρώνοντες έτσι νόμιμη υποχρέωση τους έναντι μας». Σημειώνει ότι με επιστολή ημερομηνίας 30.5.2013 (Τεκμήριο 5) κάλεσε τη Λαϊκή Τράπεζα και τους Εναγόμενους 2 «όπως θεωρήσουν συνολικό ποσό €500.000, εκ του ως άνω κατατεθειμένου στον πιο πάνω τραπεζικό λογαριασμό ποσού, δηλ. ποσό €100.000 για ένα έκαστο εκ των Εναγόντων, ως κατάθεση που προστατεύεται από το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων και τον Νόμο και ως κατάθεση μη υποκείμενη σε «κούρεμα» και απαλλαγμένη και εξαιρεμένη οποιασδήποτε αποκοπής και δη ως κατάθεση υποκείμενη στην πληρωμή αποζημίωσης ύψους €100.000 για ένα έκαστο των Εναγόντων προς εκπλήρωση της υποχρέωσης τους έναντι εμού και των υπόλοιπων Εναγόντων, πλην όμως τόσο η Λαϊκή Τράπεζα όσο και ο Εναγόμενος 2 αφού εξέτασαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, τα γεγονότα και/ή την απαίτηση μας αποφάνθηκαν ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τον χειρισμό του Λογαριασμού ως λογαριασμού εμπιστεύματος.» Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υποβλήθηκε η θέση ότι το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων ουδέποτε ενεργοποιήθηκε ώστε οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία εναντίον των Εναγόμενων
  30. Ο ΜΕ1 επέμεινε στη δική του θέση. ΜΕ
  31. Δεύτερη μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα Γιαννούλα Αναγιωτού Ονουφρίου, που κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στο τμήμα Private Banking της Λαϊκής Τράπεζας. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, η ΜΕ2 ανέφερε ότι γνώριζε τον ΜΕ1 ως πελάτη του τμήματος αν και τους λογαριασμούς του χειριζόταν άλλη συνάδελφος της. Γνώριζε ότι ο ΜΕ1 διατηρούσε προσωπικούς λογαριασμούς, εταιρικούς λογαριασμούς και επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Αναφορικά με το έγγραφο καταπιστεύματος, Τεκμήριο 3, η ΜΕ2 ανέφερε ότι «μετά το καλοκαίρι του '13 που έφυγαν όλοι οι συνάδελφοι από το τμήμα του private banking ήμουν η μόνη που είχε παραμείνει στο τμήμα και έτσι όλοι οι λογαριασμοί των πελατών είχαν μεταφερθεί σε εμένα προφορικά για χειρισμό. Τώρα δεν θυμούμαι χρονικά το 2014 αρχίσαμε να κάνουμε scanning το file και το είχα εντοπίσει στο file του [ΜΕ1] το συγκεκριμένο έγγραφο και ένα καταπίστευμα και με σφραγίδες κτλ και γιατί θυμάμαι μου είχε κάνει εντύπωση όταν το είδα. [.] Αρχίσαμε τη διαδικασία αρχειοθέτησης των φακέλων γιατί ήταν τα πρωτότυπα κοντά μας και με τη συγχώνευση με την Τράπεζα Κύπρου έπρεπε να τα στείλουμε για scanning στις αποθήκες. Σε κάποια φάση είχα ρωτηθεί για το συγκεκριμένο καταπίστευμα αν υπήρχε στο file, δε θυμάμαι με ποια υπηρεσία όμως.» Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πότε το εν λόγω έγγραφο καταπιστεύματος τοποθετήθηκε στον φάκελο της εταιρείας. Ανέφερε επίσης ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν λογαριασμός εμπιστεύματος. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της ΜΕ2, η πλευρά των Εναγόντων έκλεισε την υπόθεση της. ΜΥ
  32. Μοναδική μάρτυρας που παρουσίασε η πλευρά των Εναγόμενων 2 ήταν η κα Χριστιάνα Αργυρίδου Δημητρίου, προϊστάμενη της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ταμείων Εγγύησης Καταθέσεων, Εξυγίανσης και Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Κατά τη μαρτυρία της, η ΜΥ1 ανέφερε ότι στις 22.3.2013 τέθηκε σε ισχύ ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 16(Ι)/2013 και οι δυνάμει αυτού Κανονισμοί ΚΔΠ 92/
  33. Εξήγησε ότι το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (στο εξής το «Σχέδιο») αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και ενεργοποιείται σε περίπτωση που κατάθεση σε «καλυπτόμενο ίδρυμα» καταστεί ως «μη διαθέσιμη» κατά τα προβλεπόμενα του άρθρου 12 του Ν. 16(Ι)/
  34. Συνέχισε λέγοντας ότι ταυτόχρονα, με το Ν. 16(Ι)/2013 θεσπίστηκε και ο περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 17(Ι)/2013 και, στα πλαίσια εκείνου, εκδόθηκαν Διατάγματα για την λήψη μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας. Σύμφωνα με το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2014 (ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα Διατάγματα ΚΔΠ 133/2013, 156/2013 και 276/2013) η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου όλες τις ασφαλισμένες από το Σχέδιο καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με το ποσό έκτακτης ρευστότητας (ELA) που της είχε χορηγηθεί και σχεδόν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Σύμφωνα με τη ΜΥ1, το Σχέδιο ουδέποτε ενεργοποιήθηκε για καταβολή αποζημιώσεων σε ασφαλισμένους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας γιατί δεν εκπληρώθηκαν οι σχετικές προϋποθέσεις του Ν. 16(Ι)/
  35. Πρόσθεσε ότι το Σχέδιο καμία ανάμειξη είχε στη διαδικασία λήψης και εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα και καμία υποχρέωση έχει έναντι οποιουδήποτε καταθέτη της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά την αντεξέταση της ΜΥ1, αυτή σημείωσε ότι εφόσον το Σχέδιο ενεργοποιηθεί τότε καλύπτει ποσό μέχρι €100.000 ανά πρόσωπο, φυσικό ή νομικό. Στην περίπτωση λογαριασμών εμπιστεύματος, εάν υπάρχουν στοιχεία που ικανοποιούν για την ταυτότητα των δικαιούχων, τότε το ποσό των €100.000 αφορά έκαστο δικαιούχο. Αυτή ήταν συνοπιτικά, η μαρτυρία της ΜΥ1 και το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Αξιολόγηση/κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνηθεί η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Πριν προχωρήσω, να σημειώσω ότι έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατέστησαν Τεκμήρια. Από τα όσα έχω προαναφέρει αλλά και από τις δικογραφημένες θέσεις προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν για ζητήματα που αφορούσαν το άνοιγμα και λειτουργία του επίδικου λογαριασμού αφού καμία εμπλοκή είχαν. Συνεπώς, ουσιαστικά αγνοούν το μέρος της μαρτυρίας που αφορούσε εκείνα τα γεγονότα. Με αυτό το δεδομένο προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας. Ξεκινώ από τον ΜΕ1 ο οποίος άφησε γενικά θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και, σε σχέση με κάποια σημεία της μαρτυρίας του παρουσίασε έγγραφα που υποστήριζαν τις δικές του αναφορές. Δεν διέκρινα αντιφάσεις ή ασυνέπειες. Θεωρώ επομένως ότι ήταν αξιόπιστος. Επαναλαμβάνω ότι η πλευρά των Εναγόμενων 2 δεν είχε εμπλοκή και δεν φαίνεται να είχε οποιαδήποτε γνώση, ούτε και φαίνεται να είχε οποιοδήποτε ρόλο ή ενδιαφέρον, για γεγονότα που προηγήθηκαν του Μαρτίου 2013 και που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό ή τους Ενάγοντες. Οπόταν, εκ των πραγμάτων, δεν θα ήταν σε θέση να αμφισβητήσουν ή να αντιτάξουν άλλα γεγονότα. Προχωρώ στην ΜΕ2, η οποία θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας ανεξάρτητη και αποστασιοποιημένη από τα γεγονότα, χωρίς συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Εξήγησε τον περιορισμένο ρόλο και εμπλοκή της με τα γεγονότα και ήταν σαφής στις θέσεις της. Θεωρώ επομένως ότι ήταν αξιόπιστη. Όπως και στην περίπτωση του ΜΕ1, έτσι και στη δική της περίπτωση ισχύει η ίδια παρατήρηση αναφορικά με την έλλειψη γνώσης και εμπλοκής των Εναγόμενων 2 για τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Τελευταία μάρτυρας ήταν η ΜΥ1, η οποία εξήγησε τον ρόλο και καθήκοντα της. Όπως διαφάνηκε δεν είχε γνώση των επίδικων γεγονότων, ούτε εμπλοκή με αυτά. Η ουσία της μαρτυρίας της αφορούσε την επεξήγηση και ιστορική αναδρομή στην υιοθέτηση των Ν. 16(Ι)/2013 και Ν.17(Ι)/2013 και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών καθώς και των γενικών χειρισμών που έγιναν κατά την εφαρμογή τους, στα πλαίσια εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας και σε σχέση με τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 στο τραπεζικό σύστημα. Δεν διέκρινα αντιφάσεις, ασυνέπειες ή προσπάθεια παραπλάνησης ή απόκρυψης γεγονότων ή δεδομένων από μέρους της και, συνεπώς, θεωρώ ότι ήταν αξιόπιστη. Μέρος της μαρτυρίας της αφορούσε ερμηνεία και επεξήγηση των προνοιών του νόμου και κανονισμών, διεργασία που μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να πράξει. Το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της και οι απόψεις που εξέφρασε δεν έχουν ληφθεί υπόψη στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1, αφού και εκείνος εξέφρασε σε κάποια σημεία απόψεις για την ορθή ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων. Ούτε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας έχουν ληφθεί υπόψη. Ευρήματα. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, αποδέχομαι τα όσα ο ΜΕ1 κατέθεσε σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν του ανοίγματος του επίδικου λογαριασμού, όπως τα περίγραψε στα πλαίσια της μαρτυρίας του, τον τρόπο με τον οποίο πιστώθηκε το αρχικό ποσό στον επίδικο λογαριασμό και το ποσό που ήταν εις πίστη του λογαριασμού κατά τις 22.3.2013, ότι εκείνος χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου Τεκμήριο 2 και τα όσα προκύπτουν από το κείμενο του εγγράφου εμπιστεύματος Τεκμήριο 3, όπως το περίγραψα πιο πάνω. Αποδέχομαι επίσης όσα η ΜΕ2 περιέγραψε σε σχέση με τη δική της εμπλοκή στην υπόθεση και τα όσα η ΜΥ1 εξήγησε ως προς τα γεγονότα που αφορούσαν την υιοθέτηση και εφαρμογή των Ν. 16(Ι)/2013 και Ν. 17(Ι)/2013 και των σχετικών Κανονισμών. Τελικές αγορεύσεις. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές τελικές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία και πηγές στις οποίες παραπέμπουν. Αναφορές σε κάποια από τα εκατέρωθεν επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω. Ανάλυση. Παραμένει η υπαγωγή των γεγονότων στο νομικό πλαίσιο, διεργασία που θα οδηγήσει στο τελικό αποτέλεσμα της αγωγής. Η σύσταση και λειτουργία των Εναγόμενων 2 ρυθμιζόταν από τον περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, Ν16(Ι)/2013 (ως ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίηση του δυνάμει του Ν. 108(Ι)/2013 που τέθηκε σε ισχύ στις 9.9.2013). Σημειώνω παρενθετικά ότι ο Ν. 16(Ι)/2013 έχει, στο μεταξύ, καταργηθεί με τον περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2016, Ν. 5(Ι)/
  36. Επανέρχομαι όμως στις πρόνοιες του Ν. 16(Ι)/2013 (ως ήταν σε ισχύ τον Μάρτιο 2013), σύμφωνα με τις οποίες το Σχέδιο (ήτοι οι Εναγόμενοι 2) αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα. Οι σκοποί του Σχεδίου καθορίζονται το άρθρο 4 του Ν. 16(Ι)/2013 (ως ήταν σε ισχύ κατά τον Μάρτιο 2013) ως εξής: «
  37. -

(1)Σκοποί του Σχεδίου είναι τα ακόλουθα: (α) η καταβολή μέσω του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων- (
  1. i)αποζημίωσης στους καταθέτες καλυπτόμενων ιδρυμάτων που καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, στην περίπτωση που αυτά δεν είναι σε θέση να αποπληρώσουν τις καταθέσεις τους, (
  2. ii)χρηματοδότησης της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου∙ (β) η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης όπως προνοείται στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο.» Η Λαϊκή Τράπεζα ήταν «καλυπτόμενο ίδρυμα», σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 16(Ι)/2013, Σχετικές με τα προς απόφαση ζητήματα είναι οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 16(Ι)/2013 (και πάλιν στην μορφή που ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο). Σύμφωνα με αυτές: «12.-
(1)Η Επιτροπή δύναται να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων προς εξυπηρέτηση του σκοπού της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, ως ακολούθως: (α) για την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες καλυπτόμενων ιδρυμάτων, τα οποία καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, εφόσον κατάθεση καταστεί μη διαθέσιμη: Νοείται ότι κατάθεση καθίσταται μη διαθέσιμη, όταν συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  1. i)Η Κεντρική Τράπεζα έχει διαπιστώσει και έχει ενημερώσει την Επιτροπή ότι καλυπτόμενο ίδρυμα δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τις καταθέσεις του για λόγους που έχουν σχέση με την οικονομική του κατάσταση ή/και κρίνει ότι δεν θα καταστεί ικανό προς τούτο στο προσεχές μέλλον. (
  2. ii)έχει εκδοθεί διάταγμα από δικαστήριο της Δημοκρατίας για ειδική εκκαθάριση του καλυπτόμενου ή επηρεαζόμενου ιδρύματος, σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο ή τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ή σε περίπτωση καλυπτόμενου ιδρύματος του οποίου η έδρα είναι άλλη από την Δημοκρατία, έχει εκδοθεί αντίστοιχο διάταγμα από δικαστική αρχή της χώρας που αποτελεί την έδρα του: Νοείται περαιτέρω ότι οι όροι και προϋποθέσεις ενεργοποίησης της διαδικασίας καταβολής αποζημίωσης από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων ρυθμίζονται στους Κανονισμούς.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου Προστασίας Καταθέσεων (στο εξής το «Ταμείο») δύνανται να χρησιμοποιηθούν για αποζημίωση καταθετών καλυπτόμενων ιδρυμάτων εφόσον η κατάθεση τους καταστεί «μη διαθέσιμη». Μια κατάθεση καθίσταται ως «μη διαθέσιμη» στις περιπτώσεις των υπο-παραγράφων (
  3. i)και (
  4. ii)του άρθρου 12
(1)(α) που έχω παραθέσει πιο πάνω και ότι «οι όροι και προϋποθέσεις ενεργοποίησης της διαδικασίας καταβολής αποζημίωσης από το Ταμείο Προστασίας καταθέσεων ρυθμίζονται στους Κανονισμούς». Η περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας δεν εμπίπτει στις πρόνοιες της υπό-παραγράφου (ii) του άρθρου 12
(1)(α) του Ν. 16(Ι)/2013 αφού κανένα Δικαστικό διάταγμα είχε εκδοθεί για ειδική εκκαθάριση της. Η υπο-παράγραφος (i) του άρθρου 12
(1)(α) του Ν. 16(Ι)/2013 αφορά περιπτώσεις όπου: «Η Κεντρική Τράπεζα έχει διαπιστώσει και έχει ενημερώσει την Επιτροπή ότι καλυπτόμενο ίδρυμα δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει τις καταθέσεις του για λόγους που έχουν σχέση με την οικονομική του κατάσταση ή/και κρίνει ότι δεν θα καταστεί ικανό προς τούτο στο προσεχές μέλλον.» Τέτοια ρητή διαπίστωση και ενημέρωση δεν υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση. Καμία ανακοίνωση ή απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας έχει κοινοποιηθεί προς την Επιτροπή του Ταμείου δυνάμει του άρθρου 12 του Ν. 16(Ι)/2013 που να εκφράζει τέτοια διαπίστωση. Συνεπώς, δεν πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση για ενεργοποίηση του Σχεδίου. Σχετικό με αυτό το ζήτημα είναι και το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 που εκδόθηκε στα πλαίσια του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν. 17(Ι)/2013. Όπως σημείωσα προηγουμένως, με το εν λόγω Διάταγμα, η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης. Στα πλαίσια των μέτρων εξυγίανσης, καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.000 ανά καταθέτη μεταβιβάστηκαν από την Λαϊκή Τράπεζα προς την Τράπεζα Κύπρου (Κανονισμός 5
(2)(β) της ΚΔΠ 104/2013). Παράλληλα, σύμφωνα με την παράγραφο 12 των Κανονισμών ΚΔΠ 92/2013 που εκδόθηκαν για ρύθμιση της εφαρμογής του Ν. 16(Ι)/2013: «Σε περίπτωση κατά την οποία καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 12 του [Ν. 16(Ι)/2013] η αποζημίωση η οποία καταβάλλεται σε καταθέτη από το Σχέδιο μέσω του Ταμείου δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (€100.000).» Δηλαδή, σε περίπτωση ενεργοποίησης του Σχεδίου, το μέγιστο ποσό που έκαστος καταθέτης (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) δικαιούται από το Ταμείο, είναι €100.000. Με τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, όπως καθορίστηκαν με το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013, ουσιαστικά αποκλείστηκε η ενεργοποίηση του Σχεδίου αφού το μέγιστο ποσό για το οποίο έκαστος καταθέτης δυνητικά θα μπορούσε να αποζημιωθεί από το Σχέδιο, διαφυλάχθηκε μέσω της εξυγίανσης. Αυτό επιβεβαιώνεται ρητά στην παράγραφο 11 του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013 (στη μορφή που ίσχυε τότε) που προέβλεπε τα εξής: «Οι καταθέσεις οι οποίες δεν μεταφέρονται από τη Λαϊκή Τράπεζα προς [την Τράπεζα Κύπρου] δυνάμει του παρόντος Διατάγματος δεν θεωρούνται ως μη διαθέσιμες καταθέσεις δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12
(1)(α) του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και δεν ενεργοποιούν τη διαδικασία αποζημίωσης καταθετών δυνάμει του εν λόγω Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών.» Δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα, υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Ν.17(Ι)/2013 ξεκάθαρα δηλώνει στο Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 ότι οι καταθέσεις (περιλαμβανομένου του ποσού στον επίδικο λογαριασμό) που δεν μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, δεν θεωρούνται ως «μη διαθέσιμες» για τους σκοπούς του Ν. 16(Ι)/2013 και δεν ενεργοποιούν τη διαδικασία αποζημίωσης από το Σχέδιο δυνάμει του Ν. 16(Ι)/
  1. Συγκεφαλαιώνοντας, όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, τον Μάρτιο 2013 δεν ενεργοποιήθηκε το Σχέδιο. Το άρθρο 12 του Ν. 16(Ι)/2013 και οι Κανονισμοί ΚΔΠ 92/2013 προνοούσαν συγκεκριμένη διαδικασία και προϋποθέσεις ενεργοποίησης της δυνατότητας αποζημίωσης καταθετών από το Σχέδιο. Οι προϋποθέσεις αυτές ουδέποτε ικανοποιήθηκαν. Συνεπώς οι απαιτήσεις που εγείρουν οι Ενάγοντες 1-5, για αποζημίωση από το Σχέδιο είναι άνευ αντικειμένου. Αυτό προκρίνει και το αποτέλεσμα της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων
  2. Όμως, για σκοπούς πληρότητας, εξετάζω και το ακόλουθο επιχείρημα που έχουν εγείρει οι συνήγοροι των Εναγόντων στην τελική τους αγόρευση. Συνιστά θέση των Εναγόντων ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός εμπιστεύματος. Παραπέμπουν στο περιεχόμενο του εγγράφου καταπιστεύματος, Τεκμήριο 3, και υποστηρίζουν ότι δικαιούχος του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό δεν ήταν η Newholme αλλά οι Εναγόμενοι 1-
  3. Εισηγούνται ακολούθως ότι «η πεμπτουσία της παρούσας υπόθεσης έγκειται στο γεγονός ότι το άρθρο 11 του Διατάγματος ΚΔΠ 104/2013, ορθά ερμηνευόμενο ορίζει ότι οι καταθέσεις που δεν μεταφέρονται από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου δεν θεωρούνται ως μη διαθέσιμες καταθέσεις και ορθά δεν ενεργοποιούν την διαδικασία αποζημίωσης καταθετών δυνάμει του περί Εξυγίανσης Νόμου, νοουμένου όμως ότι είχε προηγηθεί ορθή εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 5
(2)(β) του Διατάγματος Πώλησης [ΚΔΠ 104/2013] και του άρθρου 8 των Κανονισμών [ΚΔΠ 92/2013] στο οποίο γίνεται παραπομπή που αφορούν την μεταφορά (και κατ' επέκταση προστασία) καταθέσεων στο όνομα εμπιστευματοδόχου με ανώτατο όριο €100.000 ανά δικαιούχο, κάτι που δεν έγινε εν προκειμένω αφού ο Τραπεζικός Λογαριασμός αποτελεί λογαριασμό καταπιστεύματος με 5 δικαιούχους και μεταφέρθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €100.000 μόνο. Πιο συγκεκριμένα ο Τραπεζικός Λογαριασμός είναι μεν επ' ονόματι της εταιρείας Newholme, πλην όμως δικαιούχοι του είναι οι Ενάγοντες 1 έως 5 δυνάμει του Καταπιστεύματος, γεγονός το οποίο αγνοήθηκε παντελώς με αποτέλεσμα ο Τραπεζικός Λογαριασμός να μην θεωρηθεί ως λογαριασμός που περιλαμβάνει «μη διαθέσιμη κατάθεση» ύψους €500.000 υπό το φως των προνοιών του άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου, ανήκουσα στους Ενάγοντες 1 έως 5 κατά ίσα μέρη δυνάμει του Καταπιστεύματος, κατά λανθασμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 5
(2)(β) του Διατάγματος Πώλησης [ΚΔΠ 104/2013] και τω άρθρων 8 και 10(ε) των Κανονισμών.» Παραπέμπουν στην παράγραφο 10(ε) του Κανονισμού ΚΔΠ 92/2013 που προνοεί τα εξής: «Η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του συνολικού ύψους της αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει σε καταθέτη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης της έναντι αυτού, λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: [.] (ε) σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος ή ως εντολοδόχος (trustee or nominee) άλλου προσώπου ή διάφορων άλλων προσώπων, με βάση το ίδιο εμπίστευμα ή άλλη παρόμοια συμφωνία, η κατάθεση θεωρείται ότι ανήκει στο άλλο πρόσωπο ή στα άλλα πρόσωπα εξίσου, εκτός εάν υπάρχουν συμβατικοί όροι που καθορίζουν διαφορετική κατανομή για κάθε δικαιούχο.» Δεν συμφωνώ με αυτό το επιχείρημα, το οποίο θεωρώ ότι εδράζεται σε λανθασμένη βάση. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, κατέληξα ότι ουδέποτε ενεργοποιήθηκε η υποχρέωση του Σχεδίου (στα πλαίσια του Ν. 16(Ι)/2013) για αποζημίωση καταθετών στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας. Αυτό το δεδομένο, δηλαδή η μη ενεργοποίηση του Σχεδίου, παραμένει το ίδιο είτε η Newholme ήταν η δικαιούχος του ποσού της κατάθεσης, είτε ήθελε θεωρηθεί ότι οι Ενάγοντες 1-5 ήταν οι δικαιούχοι του ποσού. Η ενεργοποίηση του Σχεδίου προκύπτει μόνο εφόσον πληρωθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 12
(1)(α) του Ν. 16(Ι)/
  1. Διακρίνω ότι αυτό για το οποίο παραπονούνται οι Ενάγοντες είναι ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε λανθασμένα θεωρήσει ότι ο επίδικος λογαριασμός ανήκε στην Newholme. Η θέση τους είναι ότι έπρεπε να είχε θεωρηθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα ως λογαριασμός εμπιστεύματος, με 5 τελικούς δικαιούχους, ώστε να μεταφερθούν στην Τράπεζα Κύπρου €100.000 ανά έκαστο Ενάγοντα, δηλαδή συνολικό ποσό €500.
  2. Αυτό όμως είναι ζήτημα που δεν αφορά το Σχέδιο. Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, το Σχέδιο ουδεμία σχέση ή εμπλοκή είχε με τα γεγονότα που αφορούσαν το άνοιγμα, τη λειτουργία ή κατηγοριοποίηση του επίδικου λογαριασμού. Αυτό το ζήτημα θα μπορούσε να αποφασιστεί ίσως μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1, Λαϊκής Τράπεζας. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση που είχε καταχωρήσει η Εναγόμενη 1, μοναδικός τελικός δικαιούχος της Newholme ήταν ο Ενάγοντας
  3. Σύμφωνα επίσης με την ΜΕ2, λειτουργό της Λαϊκής Τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο, ο επίδικος λογαριασμός δεν ήταν καταχωρημένος ως λογαριασμός εμπιστεύματος. Όπως επίσης έχω σημειώσει, η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας[3]. Επιπρόσθετα, αυτό που εισηγούνται οι Ενάγοντες με το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι ότι η Λαϊκή Τράπεζα και/ή η Τράπεζα Κύπρου εφάρμοσαν λανθασμένα τα μέτρα εξυγίανσης και, στην περίπτωση του επίδικου λογαριασμού, δεν μετέφεραν €500.000 στην Τράπεζα Κύπρου (δηλαδή ποσό €100.000 για έκαστο Ενάγοντα) αλλά μετέφεραν μόνο €100.000 (θεωρώντας λανθασμένα ότι η Newholme ήταν η μοναδική δικαιούχος). Όμως, ούτε αυτό το ζήτημα μπορεί να αποφασιστεί μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων
  4. Οι Εναγόμενοι 2 καμία εμπλοκή είχαν στην εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Κατάληξη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι αξιώσεις που εγείρουν οι Ενάγοντες 1-5 εναντίον των Εναγόμενων 2, δεν επιτυγχάνουν. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 2 και εναντίον των Εναγόντων 1-5, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Σχετική η Οδυσσέως v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1372, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.