← Κύπρος

MILADEN DIKIC ν. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΓΟΣ, Αριθμός Αγωγής: 2966/2012, 17/2/2023

MILADEN DIKIC ν. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΓΟΣ, Αριθμός Αγωγής: 2966/2012, 17/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 2966/2012 Μεταξύ: MILADEN DIKIC Ενάγοντα και ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΛΑΓΟΣ Εναγόμενος 17 Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτήτη: κ. Δημητριάδης δια Κώστας Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Κλεάνθους ΑΠΟΦΑΣΗ Στην αίτηση του Εναγόμενου/Αιτητή ημερομηνίας 16.7.2021 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.5.2021 Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορούσε αξιώσεις του Ενάγοντα για αποζημιώσεις που προέκυψαν συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Στα πλαίσια της αγωγής, ο Εναγόμενος είχε εγείρει Ανταπαίτηση προβάλλοντας δικές του αξιώσεις. Μετά από ακροαματική διαδικασία, στις 31.5.2023, εκδόθηκε τελική απόφαση (στο εξής η «Επίδικη Απόφαση») στην πιο πάνω αγωγή υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, για ποσό €112.500 ως γενικές αποζημιώσεις, €4.887,47 ως ειδικές αποζημιώσεις, €17.250 για μελλοντικά έξοδα, πλέον τόκο επί των ποσών αυτών καθώς και δικηγορικά έξοδα. Η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίφθηκε. Ο Ενάγοντας καταχώρησε έφεση εναντίον της Επίδικης Απόφασης και ο Εναγόμενος καταχώρησε αντέφεση. Τόσο η έφεση όσο και η αντέφεση εκκρεμούν προς εκδίκαση. Στα πλαίσια της αγωγής, ο Εναγόμενος είχε προβεί σε πληρωμή στο Δικαστήριο ποσού €120.000 για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα όπως πληρωθεί προς τον Ενάγοντα. Μετά την πληρωμή αυτή, παραμένει υπόλοιπο εκ του ποσού της Επίδικης Απόφασης περί τις €61.840 που δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα. Η πλευρά του Εναγόμενου, με την υπό κρίση Αίτηση, ζητά όπως ανασταλεί η εκτέλεση της Επίδικης Απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης και της αντέφεσης και όπως απαγορευτεί στον Εναγόμενο να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης μέχρι τότε. Μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων του Εναγόμενου, διευκρινίστηκε ότι η αναστολή αφορά το υπόλοιπο ποσό της Επίδικης Απόφασης που παραμένει πληρωτέο μετά την είσπραξη των €120.000 που είχαν πληρωθεί στο Δικαστήριο. Τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα καταβλήθηκαν στον Ενάγοντα περί τον Αύγουστο

  1. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, αναφέρεται ότι η αντέφεση έχει καλές προοπτικές επιτυχίας. Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας είναι αλλοδαπός, που είχε απελαθεί από την Κύπρο το 2018 και έκτοτε βρίσκεται στο stop list ενώ, σύμφωνα με τη μαρτυρία που είχε δώσει ο Ενάγοντας κατά την ακρόαση, τα εισοδήματα του είναι €250 μηνιαίως. Συνεπώς, υπάρχει κίνδυνος να μην είναι σε θέση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό του πληρωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αντέφεσης. Αναφέρεται επίσης ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ και είναι σε θέση να προσφέρει τραπεζική εγγύηση για το υπόλοιπο ποσό της Επίδικης Απόφασης σε περίπτωση επικύρωσης της από το Εφετείο ή ακόμα και αύξησης του ποσού που έχει επιδικαστεί πρωτόδικα. Η πλευρά του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση έχει εγείρει ένσταση στην αιτούμενη αναστολή. Προβάλλει 33 λόγους ένστασης και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει εκτείνεται σε 40 σελίδες και 102 παραγράφους. Θα αναφερθώ συνοπτικά μόνο στα όσα προβάλλονται στα πλαίσια της ένστασης. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, γίνεται από δικηγόρο, συνεργάτη του δικηγόρου του Ενάγοντα. Σημειώνει ότι έχει αποδεσμευτεί και πληρωθεί στον Ενάγοντα ποσό €120.000 που είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο καθώς και ότι παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο περί τις €62.000 πλέον τόκους εκ του ποσού της Επίδικης Απόφασης. Αναφέρει ακολούθως ότι ο Ενάγοντας δεν πρέπει να αποστερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας του στην αγωγή. Παραπονείται ότι με ηλεκτρονικά μηνύματα ο δικηγόρος του Εναγόμενου είχε συμφωνήσει στην εξόφληση του ποσού της Επίδικης Απόφασης και των εξόδων κάτι που τον εμποδίζει να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Παραπονείται επίσης ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά μετά που ο Ενάγοντας προχώρησε στην έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας προς εκτέλεση της Επίδικης Απόφασης. Προσθέτει ότι το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Σημειώνει ότι είναι ανακόλουθο για την πλευρά του Εναγόμενου να περιορίζεται στην αναστολή εκτέλεσης του μέρους της Επίδικης Απόφασης που παραμένει οφειλόμενο μετά την πληρωμή των €120.
  2. Αυτό διότι σε περίπτωση επιτυχίας της αντέφεσης, η ισχυριζόμενη αδυναμία επιστροφής οποιουδήποτε ποσού θα αφορά και τις €120.
  3. Σημειώνει περαιτέρω ότι οι αναφορές για οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα είναι γενικές και ατεκμηρίωτες. Προσθέτει ότι είχε χορηγηθεί στον Ενάγοντα πιστωτική διευκόλυνση από εμπορική τράπεζα για αγορά οχήματος και αυτό, σε συνάρτηση με το ότι ο Ενάγοντας διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο, δείχνει ότι είναι οικονομικά φερέγγυος. Προσθέτει ότι από το 2007 ο Ενάγοντας διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία. Εισηγείται ότι, ενόψει των πιο πάνω, η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά. Στην ένορκη του δήλωση ο δικηγόρος αναφέρεται επίσης στους λόγους έφεσης και αντέφεσης, για να υποστηρίξει ότι η αντέφεση δεν διαθέτει πιθανότητες επιτυχίας, σε αντίθεση με την έφεση. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η υπό κρίση Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Η Αίτηση εδράζεται στη Δ.35 θ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, κάποια θετική υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από δικαστική απόφαση[1]. Στην παρούσα περίπτωση, η επίδικη απόφαση δημιουργεί τη θετική υποχρέωση στον Εναγόμενο/Αιτητή να πληρώσει το επιδικασθέν ποσό προς τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση. Συνεπώς, η επίδικη απόφαση θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής. Η Δ.35 θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών απασχόλησε εκτεταμένα τη νομολογία. Υπάρχει επομένως, πλούσια καθοδήγηση αναφορικά με τις παραμέτρους που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Συνοψίζοντας τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, πρέπει να σταθμίσει κατά κύριο λόγο δύο παράγοντες. Κατά πρώτον, πρέπει να λάβει υπόψη τη φυσιολογική προσδοκία του επιτυχόντα διάδικου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Κατά δεύτερον, πρέπει να προσμετρήσει τον κίνδυνο η οποιαδήποτε επιτυχία κατ' έφεση να καταστεί άνευ αντικρίσματος εάν η απόφαση δεν έχει ανασταλεί στο μεταξύ[2]. Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Ξεκινώ από τη θέση του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση, ότι η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόπιστα. Όπου προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί τότε ο διάδικος που τους προωθεί οφείλει να τους αποδείξει αυστηρά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνω στοιχεία που θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε τέτοιο συμπέρασμα. Ο Εναγόμενος/Αιτητής λειτουργεί εντός των πλαισίων και δικαιωμάτων που του παρέχει η δικονομία και επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων που δύναται να διεκδικήσει. Ούτε η αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων που ακολούθησε την έκδοση της Επίδικης Απόφασης και έχει παρουσιάσει ο Ενάγοντας, μπορεί να στοιχειοθετήσει κακοπιστία ή κατάχρηση. Η επιτυχής κατάληξη της αγωγής αναμφίβολα δημιούργησε στον Ενάγοντα/Καθ΄ ου η Αίτηση την προσδοκία ότι θα εισέπραττε το ποσό της Επίδικης Απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του. Εκ του ποσού της Επίδικης Απόφασης, ο Ενάγοντας έχει εισπράξει €120.000 και παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο περί τις €62.000 πλέον τόκοι. Έχουν επίσης εξοφληθεί τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα. Όπως σημείωσα πιο πάνω, ο Εναγόμενος/Αιτητής έχει διευκρινίσει ότι ζητά την αναστολή της υποχρέωσης για πληρωμή του υπόλοιπου της Επίδικης Απόφασης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η μη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής ενδεχομένως να καθιστούσε την οποιαδήποτε επιτυχία της αντέφεσης άνευ αντικρίσματος. Δεν παραβλέπω ότι εκκρεμεί επίσης η έφεση που καταχώρησε η πλευρά του Ενάγοντα σε σχέση με την επάρκεια των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν. Αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας της αντέφεσης, το μόνο αρμόδιο σώμα να αποφασίσει για την ορθότητα της επίδικης απόφασης είναι το Εφετείο, την κρίση του οποίου δεν θα υποκαταστήσω[3]. Όμως, θεωρώ ότι η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να γίνει, με βεβαιότητα, πρόγνωση για το αποτέλεσμα της αντέφεσης. Ενδεχόμενη επιτυχία της αντέφεσης θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού που είχε επιδικασθεί. Η πλευρά του Εναγόμενου 1/Αιτητή υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση είναι σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, δεν έχει ουσιαστικά εισοδήματα, είναι αλλοδαπός χωρίς δεσμούς με τη δημοκρατία. Εισηγείται επομένως ότι υπάρχει κίνδυνος, σε περίπτωση επιτυχίας της αντέφεσης, να μην είναι σε θέση να επιστρέψει οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό εισπράξει δυνάμει της Επίδικης Απόφασης. Επικαλείται μαρτυρία που δόθηκε στα πλαίσια της αγωγής από τον ίδιο τον Ενάγοντα ότι τα εισοδήματα του ανέρχονται στα €250 το μήνα καθώς και τη μαρτυρία του ΜΥ4 που κρίθηκε ως αξιόπιστη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο Ενάγοντας είχε απελαθεί από την Κύπρο το 2018 και ότι το όνομα του έχει τοποθετηθεί στον κατάλογο προσώπων στα οποία απαγορεύεται η είσοδος (stop list). Η πλευρά του Ενάγοντα δεν αρνήθηκε ούτε αντέκρουσε τα πιο πάνω. Με την ένσταση παρουσιάζονται κάποια στοιχεία με πρόθεση να δείξουν ότι ο Ενάγοντας έχει καλή οικονομική κατάσταση και διαμένει στη Δημοκρατία και συνεπώς ο λόγος αυτός που προβάλλει ο Εναγόμενος δεν ευσταθεί. Εξέτασα τα στοιχεία και έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης όμως κρίνω ότι δεν στοιχειοθετούν όσα ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση. Ο δικηγόρος που ορκίζεται για σκοπούς της ένστασης αναφέρει ότι ο Ενάγοντας διαμένει στην Κύπρο, στη διεύθυνση [ ] 8, [ ] Λεμεσός. Όμως δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε στοιχείο που θα μπορούσε να τεκμηριώσει αυτή την αναφορά, όπως πχ τίτλος ιδιοκτησίας ή ενοικιαστήριο έγγραφο ή λογαριασμός κοινής ωφέλειας. Αντίθετα, τα στοιχεία που προσκομίζει είναι αντιφατικά. Παρουσιάζει βεβαίωση που χρονολογείται από το 2011 από την Ελληνική Τράπεζα για το ΙΒΑΝ κάποιου λογαριασμού όπου αναγράφεται διαφορετική διεύθυνση από την προαναφερόμενη (Τεκμήριο 15). Παρουσιάζει πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος που χρονολογείται από το 2009 (Τεκμήριο 10), όπου αναγράφεται 3η, διαφορετική διεύθυνση. Δεύτερο πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος του 2020 (Τεκμήριο 15) δείχνει ότι το όχημα στο οποίο αναφέρεται ανήκει σε τραπεζικό ίδρυμα και όχι στον Ενάγοντα. Παράλληλα, η βεβαίωση αποδοχών από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις (Τεκμήριο 12) που χρονολογείται 28.1.2020 δείχνει ότι ο Ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα από το
  4. Κανένα στοιχείο έχει παρουσιαστεί που να δείχνει ότι ο Ενάγοντας διαμένει σήμερα στην Δημοκρατία ή ότι έχει εισοδήματα ή περιουσία, κινητή ή ακίνητη, στη Δημοκρατία. Έχω κατά νου, όπως τονίζεται στη νομολογία, ότι αναστολή εκτέλεσης απόφασης δικαιολογείται μόνο εάν συντρέχουν ουσιαστικοί λόγοι. Στην παρούσα περίπτωση, σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο, να δοθεί η αιτούμενη αναστολή υπό προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις της αναστολής πρέπει να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης και αντέφεσης[4]. Δηλαδή, να διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αντέφεσης η πλευρά του Εναγόμενου/Αιτητή δεν θα έχει πληρώσει ποσά που ενδεχομένως να μην μπορεί να ανακτήσει. Ταυτόχρονα, να διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης ή σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση θα εισπράξει το ποσό που δικαιούται. Καταλήγω επομένως ότι η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Η εκτέλεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 31.5.2021 αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση ή κατ' άλλο τρόπο αποπεράτωση της έφεσης και της αντέφεσης που έχουν καταχωρηθεί εναντίον της εν λόγω απόφασης, υπό τον εξής όρο: Ο Εναγόμενος/Αιτητής μέχρι τις 17.3.2023 να καταθέσει στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση υπέρ του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση ως ασφάλεια για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Η τραπεζική εγγύηση να είναι για το ποσό της απόφασης που παραμένει σήμερα οφειλόμενο, πλέον επιδικασθέντες τόκους από την έκδοση της απόφασης μέχρι την ημερομηνία αποπεράτωσης της έφεσης και αντέφεσης. Νοείται ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και/ή της αντέφεσης, το ποσό που θα δικαιούται να εισπράξει δυνάμει της τραπεζικής εγγυητικής ο Ενάγοντας/Καθ' ου η Αίτηση θα αυξηθεί ή μειωθεί, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Νοείται ότι η παράλειψη τήρησης ή συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο της αναστολής, καθιστά αμέσως την χορηγηθείσα αναστολή τερματισθείσα, την επίδικη απόφαση αμέσως εκτελεστή και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Αναφορικά με τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης, υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπό κρίση Αίτησης και το αποτέλεσμα, κρίνω ορθό όπως ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αντέφεσης και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (αρ. 1)

(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. [2] Χαραλάμπους ν Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, The Governor and the Company of the Bank of Scotland v S.S. Suphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, Παπακόκκινου v Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 513 [3] Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 [4] Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.