← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής 3724/14, 10/3/2023

ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής 3724/14, 10/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3724/14 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και- ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 10η Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ανδρέας Χαραλάμπους Για τον Εναγόμενο: κ. Πέτρος Γιάννακας Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Τα γεγονότα στο επίκεντρο της παρούσας υπόθεσης αφορούν κατ' ισχυρισμό συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για αγοραπωλησία οχημάτων, στο πλαίσιο της οποίας, μεταξύ άλλων, εκδόθηκαν επιταγές, μερικές από τις οποίες, κατά την παρουσίασή τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν χωρίς να εξαργυρωθούν. Ο Ενάγοντας διεκδικεί το ποσό του συνόλου των επιταγών δηλαδή €93,600 το οποίο ισχυρίζεται ότι αποτελεί και το υπόλοιπο του τιμήματος για τη συμφωνία και θεωρεί ότι ο Εναγόμενος παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία, ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, ότι η συμφωνία ήταν άλλη από εκείνη που περιγράφει ο Ενάγοντας, ότι τα επίδικα οχήματα επιστράφηκαν στον Ενάγοντα και ότι συγκεκριμένες επίδικες επιταγές δεν θα έπρεπε να κατατεθούν προς εξαργύρωση. Έγγραφες Προτάσεις Προς οριοθέτηση της ενώπιον μου διαφοράς συνοψίζω τις έγγραφες προτάσεις που καταχωρίστηκαν από τους διαδίκους. Δράττομαι της ευκαιρίας να υπενθυμίσω την αρχή ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και ότι το Δικαστήριο αποφασίζει επί της διαφοράς με την εφαρμογή του Νόμου επί των δικογραφημένων γεγονότων τα οποία αποδεικνύονται με μαρτυρία ενώπιον του[1]. Συνοψίζοντας το Κλητήριο Ένταλμα, σε αυτό δικογραφείται ότι αιτία για την επίδικη διαφορά στάθηκε η εκ μέρους του Εναγόμενου κατ' ισχυρισμό παράβαση προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων στη βάση της οποίας, αφενός ο Ενάγοντας, πώλησε συγκεκριμένο αριθμό αυτοκινήτων στον Εναγόμενο και ο Εναγόμενος, με τη σειρά του τα αγόρασε για να τα μεταπωλήσει. Προωθείται διαζευκτικά απαίτηση στη βάση του ότι ο Εναγόμενος εξέδωσε ή παρέδωσε συνολικά τέσσερις επιταγές για το συνολικό ποσό των €93,600, δηλαδή για το ποσό της απαίτησης, αλλά και ότι η έκδοσή τους δεικνύει και ότι αναγνώρισε την οφειλή του. Οι δύο εκ των επίδικων επιταγών, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, επιστράφηκαν από την Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν λόγω έλλειψης κεφαλαίων και κλεισίματος του τραπεζικού λογαριασμού και οι άλλες δύο ουδέποτε κατατέθηκαν. Με ενδιάμεση απόφασή του στις 28.5.2019, το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, επέτρεψε όπως η Υπεράσπιση τροποποιηθεί. Με την τροποποιημένη πλέον Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι ο Ενάγων ασχολείται με το εμπόριο οχημάτων και ότι μέρος τα εργασίας του αφορά αγοραπωλησία οχημάτων σε διάφορους εμπόρους και ότι και ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργαζόταν με τον Ενάγοντα αγοράζοντας από αυτό διάφορα οχήματα και τα μεταπωλούσε σε τρίτους (παράγραφος 1 της Υπεράσπισης). Αντέταξε ότι ουδέποτε ενεγράφη ως ιδιοκτήτης των οχημάτων τα οποία φαίνονται στις λεπτομέρειες που παρέθεσε ο Ενάγοντας και ότι ο ίδιος ενεργούσε ως μεσολαβητής - μεσάζοντας για την πώλησή των και ότι κάποια εξ αυτών μάλιστα, δεν ανήκαν καν στον Ενάγοντα, αλλά σε πελάτες του και δεν θα μπορούσε ένεκα τούτου να συναφθεί οποιαδήποτε νόμιμη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, λόγω διαφωνίας μεταξύ τους, ουδεμία πώληση έγινε και τα οχήματα επιστράφηκαν στον Ενάγοντα, χωρίς ο Εναγόμενος να επωφελείται οποιοδήποτε ποσό. Οποιεσδήποτε δε επιταγές εκδόθηκαν, εκδόθηκαν ως εξασφάλιση προς τον Ενάγοντα, το αντικείμενο της οποίας εξέλειπε μια και κανένα όχημα δεν πωλήθηκε από τον Εναγόμενο και αυτές κατέστησαν άνευ ανταλλάγματος. Αναφορικά δε με τις δύο επιταγές που αναφέρθηκε ότι ουδέποτε κατατέθηκαν από τον Ενάγοντα, η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι εκείνος ουδέποτε του τις παρέδωσε. Απαντώντας στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η πρακτική που ακολουθείτο στις μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές ήταν να δίδεται στον Εναγόμενο τίτλος ιδιοκτησίας μαζί με έντυπο (ο όρος που χρησιμοποιείται στο δικόγραφο είναι «φόρμα») μεταβίβασης υπογεγραμμένο από τον ιδιοκτήτη, ούτως ώστε ο Εναγόμενος να είναι σε θέση να προβεί στην πώληση. Πέραν της άρνησης και απόρριψης των θέσεων του Εναγόμενου και της επανάληψης των θέσεων του Ενάγοντα, ο Ενάγων επίσης αναφέρει ότι ο Εναγόμενος πώλησε τα επίδικα οχήματα σε τρίτους, παραλείποντας να μεταβιβάσει αυτά επειδή τα πώλησε με δόσεις. Ακρόαση Κατά την Ακρόαση κατέθεσαν ενώπιον μου ενόρκως τρεις συνολικά μάρτυρες, δηλαδή ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος και ο Μ.Μ. ως ΜΥ2, τους οποίους είχα την ευκαιρία να ακούσω δια ζώσης. Έλαβα υπόψη μου το κάθε τι έκαστος δήλωσε. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, παραθέτω τη μαρτυρία εκάστου όσο το δυνατό πιο συνοπτικά, αλλά, όπου κρίνω σκόπιμο, καταγράφω συγκεκριμένα σημεία αυτής, ούτως ώστε να επεξηγήσω καλύτερα το σκεπτικό, τα συμπεράσματα, τα ευρήματα, αλλά και την τελική κατάληξή μου. Ο Ενάγοντας κατέθεσε Γραπτή Δήλωση, η οποία κινήθηκε σε μεγάλο βαθμό στις δικογραφημένες του θέσεις. Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος ήταν φίλος του, διατηρούσε γραφείο πώλησης οχημάτων δίπλα από το γραφείο του και κατά τον Ιούνιο του 2010, συμφώνησαν προφορικά την πώληση οχημάτων, συνολικής αξίας €94,

  1. Ο Εναγόμενος του κατέβαλε μόνο €700 και για το υπόλοιπο εξέδωσε 2 επιταγές η πρώτη για το ποσό των €7,000 και η δεύτερη για το ποσό των €83,000 αλλά και του παρέδωσε 2 άλλες επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από κάποιο Χ.Σ, η πρώτη για το ποσό των €2,000 και η δεύτερη για το ποσό των €1,
  2. Κατέθεσε δέσμη αντιγράφων των προαναφερθέντων επιταγών ως Τεκμήριο
  3. Η πρακτική της αγοράς, συνέχισε ο Ενάγοντας, ήταν και είναι να δίδεται ο τίτλος ιδιοκτησίας και το υπογεγραμμένο έντυπο μεταβίβασης με κενό το όνομα αγοραστή και ότι μαζί με τα επίδικα οχήματα παρέδωσε στον Εναγόμενο και τα πιο πάνω έγγραφα. Λόγω της μη εξόφλησης των επιταγών, ο Ενάγοντας κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία και ηγέρθη εναντίον του Εναγόμενου ποινική υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας παραδέχθηκε ενοχή και καταδικάστηκε σε φυλάκιση και εξακολουθεί να του οφείλει το συνολικό ποσό των €93,
  4. Ανέφερε επίσης ότι ενημερώθηκε ότι τα επίδικα οχήματα πωλήθηκαν σε αλλοδαπούς και Κύπριους και οι πληρωμές γίνονταν «με το μήνα» και επειδή οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήταν επ' ονόματι πελατών του επειδή ο Εναγόμενος δεν τα μεταβίβαζε, αναγκάστηκε να πληρώνει τέλη και πρόστιμα προκειμένου να μην εκτεθεί στους πελάτες του. Εν τέλει, ισχυρίστηκε, επίδικα οχήματα βρέθηκαν σε χωράφια χωρίς μηχανές και η μόνη του επιλογή ήτο να προβεί σε καταγγελία στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών («ΤΟΜ»). Κατά την αντεξέτασή του, ο Ενάγοντας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο πριν τον Ιούνιο του 2010 να είχε συνεργαστεί με τον Εναγόμενο, αλλά δεν θυμόταν πότε ακριβώς. Επέμεινε όμως ότι ήταν τον Ιούνιο του 2010 που είχαν συμφωνήσει για τα επίδικα οχήματα με τον Εναγόμενο, αλλά δεν ήταν σίγουρος εάν εκείνα μεταφέρθηκαν από το χώρο του στο χώρο του Εναγόμενου όλα μαζί ή κάποια το απόγευμα και κάποια το πρωί. Σε ερώτηση εάν έδινε προϊόντα δωρεάν, ενόψει των ημερομηνιών που αναγράφονταν στις επίδικες επιταγές, απάντησε ότι το γραφείο του ήταν δίπλα και υπήρχε εμπιστοσύνη. Δεν θυμόταν πότε ενημερώθηκε ότι τα οχήματα πωλούνταν από τον Εναγόμενο σε τρίτους με δόσεις, αλλά θυμάται ότι οι πελάτες του τον έπαιρναν τηλέφωνο «για παρανομίες» και ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος τον εξαπάτησε. Στην υποβολή ότι τα οχήματα δεν ήταν εγγεγραμμένα ούτε επ' ονόματι του ιδίου, ούτε επ' ονόματι του Εναγόμενου, ανέφερε ότι η νοοτροπία στην Κύπρο ήταν να μην γράφονται για να μην φαίνονται πολλοί ιδιοκτήτες και σε ερώτηση με ποιο δικαίωμα συμφωνούσε πώληση εφόσον δεν ήταν ιδιοκτήτες, απάντησε ότι αυτή ήταν η διαδικασία. Ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν κάποια «Emporium Cars» ιδιοκτήτρια των οχημάτων και ότι υπήρχαν τιμολόγια, αλλά παραδέχτηκε ότι ούτε ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης. Δεν θυμόταν εάν, μετά την καταγγελία στην οποία προέβη, τον επισκέφθηκε ο Εναγόμενος και η Αστυνομία. Σε ερώτηση εάν του επιστράφηκαν οποιαδήποτε οχήματα απάντησε ότι τα βρήκαν πεταμένα χωρίς μηχανές και χωρίς εξαρτήματα. Υπολόγισε ότι σχεδόν το 80% των οχημάτων είχε αυτή την τύχη και τα άλλα δεν τα βρήκαν ποτέ. Γνώριζε ότι αγοραστές ήταν Βούλγαροι, Ρουμάνοι και Τουρκοκύπριοι, αλλά δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με το θέμα αυτό επειδή, όπως ανέφερε, ντεντέκτιβ δεν έγινε. Σε ερώτηση εάν γνώριζε εάν το οχήματα επιστράφηκαν στους ιδιοκτήτες τους, απάντησε ότι η αξία τους ήταν μηδέν, αλλά ο ίδιος δεν τα έχει στην κατοχή του. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος ανέλαβε να ανεύρει αγοραστές προκειμένου και οι δύο να έχουν οικονομικό όφελος, ο Ενάγοντας απάντησε ότι εάν ήταν έτσι δεν θα εξέδιδε επιταγές από «κλειστό λογαριασμό». Ήταν επίσης η θέση του, σε υποβολή ότι οι επιταγές αποτελούσαν εγγύηση, ότι κανένας δεν παίρνει επιταγές 90,000 ευρώ από κλειστό λογαριασμό και ότι δεν αποτελούσαν εγγύηση. Ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε τους τίτλους ιδιοκτησίας όταν παρέλαβε τις επιταγές, δεν ήταν εις γνώση του ο τρόπος πώλησης ούτε και τον ενδιέφερε, αλλά εμπιστεύτηκε ότι ο Εναγόμενος θα μεταβίβαζε τα οχήματα. Χαρακτήρισε ως ψέμα την υποβολή του δικηγόρου του Εναγόμενου ότι τα οχήματα του επιστράφηκαν παρουσία κάποιου κ. Μασιά και 2 αστυνομικών του ΤΑΕ και πρόσθεσε ότι τα οχήματα ήταν έτοιμα για «scrap» και αν έγινε το περιστατικό δεν δέχθηκε «scrap». Μόλις πριν το κλείσιμο της υπόθεσης για τον Ενάγοντα κατατέθηκαν από κοινού από τους δικηγόρους των διαδίκων τα εξής ακόλουθα έγγραφα με δικαίωμα αντεξέτασης: Η κατάθεση του Εναγόμενου στην Αστυνομία ημερομηνίας 29.9.10 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Η βεβαίωση για το κλείσιμο του λογαριασμού με αριθμό 2550115947301 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Πιστό αντίγραφο του Κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 13778/12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και πιστό αντίγραφο της απόφασης της ποινής που επιβλήθηκε στον Εναγόμενο στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 13778/12 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Ο Εναγόμενος, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση. Ουδέποτε, αναφέρει, υπήρξε ιδιοκτήτης των επίδικων οχημάτων και ουδέποτε πώλησε ή μεταβίβασε την κυριότητα τους σε οποιοδήποτε. Κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο 6, επιστολή από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Η πραγματική συμφωνία που είχε με τον Ενάγοντα ήταν να του παραχωρήσει δικαίωμα να ενεργήσει ως μεσάζοντας για την ανεύρεση αγοραστών για τα επίδικα οχήματα και προς τούτο τα οχήματα μεταφέρθηκαν στο δικό του χώρο για σκοπούς διαφήμισης, αλλά δεν πώλησε κανένα λόγω διαφωνίας μεταξύ του και του Ενάγοντος, με αποτέλεσμα τα οχήματα να επιστραφούν στον Ενάγοντα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει νόμιμη συμφωνία αγοραπωλησίας μεταξύ του και του Ενάγοντας μια και τα οχήματα δεν ανήκαν στον Ενάγοντα. Τις επιταγές αξίας €7,000 και €83,000 αντίστοιχα τις εξέδωσε προς τον Ενάγοντα ως «ασφάλεια», σε περίπτωση που θα εξεύρισκε κάποιον αγοραστή, και η διαδικασία που ακολουθούσαν οι διάδικοι ήταν ο Ενάγοντας να παραδίδει τα οχήματα και να διατηρεί στην κατοχή του τα έντυπα μεταβίβασης και τους τίτλους ιδιοκτησίας μαζί με τις επιταγές. Με την ανεύρεση αγοραστή ο Εναγόμενος θα παρέδιδε το αντάλλαγμα πώλησης στον Ενάγοντα έναντι της προμήθειας του Εναγόμενου, του τίτλου ιδιοκτησίας και του εντύπου μεταβίβασης. Καταχρηστικά λοιπόν ο Ενάγοντας κατέθεσε τις επιταγές προς εξαργύρωση και οι εν λόγω επιταγές δεν αποτελούν αναγνώριση χρέους. Διευκρίνισε ότι στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης στην οποία αφορούσε το Τεκμήριο 4 παραδέχθηκε και στην οποία καταδικάστηκε, ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 5, για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και όχι για χρέος προς τον Ενάγοντα. Μετά την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι τα οχήματα παραδόθηκαν στον Ενάγοντα παρουσία δύο αστυνομικών και του ΜΥ
  8. Σχετικά με τις επιταγές αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως σελίδες 3 και 4 του Τεκμηρίου 1, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν έχουν καμία σχέση με τον ίδιο αλλά και το ποσό των €700 που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε ο Εναγόμενος, ουδέποτε καταβλήθηκε και χρησιμοποιείται απλώς προς στήριξη της απαίτησης του Ενάγοντα. Η αντεξέταση του Εναγόμενου ήταν μακρά. Αντιμέτωπος με τα όσα αναφέρει στο τέλος της 2ης σελίδας του Τεκμηρίου 2, δηλαδή ότι πωλήθηκαν κάποια εκ των οχημάτων παρά τη δήλωσή του στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής ότι δεν πωλήθηκε οποιοδήποτε εκ των επίδικων οχημάτων, ανέφερε ότι μπορεί να πωλήθηκαν κάποια, αλλά μέσω του συνεργάτη του ΜΥ
  9. Σε σχέση με τον τρόπο που καθοριζόταν η τιμή πώλησης των οχημάτων, ερωτώμενος, ο Εναγόμενος επεξήγησε ότι η αγοραπωλησία γινόταν με τη σύμφωνο γνώμη του Ενάγοντος ο οποίος είχε στην κατοχή του και τα απαραίτητα έγγραφα. Αναφορικά με την αναφορά του στη 7η γραμμή της 2ης σελίδας του Τεκμηρίου 2 ότι συμφώνησε να αγοράσει οχήματα από τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι δεν παρέλαβε τίτλους ιδιοκτησίας των οχημάτων. Σε ερώτηση εάν, εφόσον παρέδωσε επιταγές, δεν βεβαιώθηκε ότι θα λάμβανε τους τίτλους ιδιοκτησίας, ο Εναγόμενος επανέλαβε ότι δεν είχε συμφωνία πώλησης με τον Ενάγοντα. Επίσης ανέφερε ότι δεν ακύρωσε τις επιταγές αλλά είπε στον Ενάγοντα να πάρει τα οχήματα και εκείνος τις κατέθεσε. Σε ερώτηση εάν πράγματι πλήρωσε κάποιο ποσό στον Ενάγοντα και εάν του επέστρεψε οχήματα ως καταγράφεται στο Τεκμήριο 5, ο Εναγόμενος απάντησε καταφατικά, αλλά σε ακόλουθη ερώτηση ότι δεν επιστράφηκαν 12 οχήματα, όπως προηγουμένως φαίνεται να ισχυρίστηκε ο ίδιος ο Εναγόμενος στο Τεκμήριο 2, ισχυρίστηκε ότι τα υπόλοιπα επιστράφηκαν μετά. Αντιμέτωπος με τον δικό του ισχυρισμό ότι πώλησε 3 οχήματα αλλά και τον ισχυρισμό του ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης, ο Εναγόμενος είπε ότι τα οχήματα ήταν στο χωράφι του αλλά ότι δεν μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του. Τα υπόλοιπα δε, μετά τη σύλληψή του, τα παρέδωσε στον Ενάγοντα ο ΜΥ
  10. Αποδέχθηκε ότι με τον ΜΥ2 ετοίμασαν το Τεκμήριο 7, το οποίο κατατέθηκε κατά την αντεξέτασή του ως έγγραφο το οποίο είχε προηγουμένως αποκαλυφθεί από τον ίδιο, και υποστήριξε ότι με το Τεκμήριο 7, αν και δεν είναι υπογεγραμμένο, αποδεικνύεται ότι ο Ενάγοντας πήρε αυτοκίνητα πίσω. Σε υποβολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ότι όπου στο Τεκμήριο 7 δεν αναγράφεται η φράση «returned» απέναντι από όχημα σημαίνει ότι το όχημα πωλήθηκε ο Εναγόμενος απάντησε ότι δεν θυμάται και σε περαιτέρω υποβολή ότι κανένα δεν επιστράφηκε ανέφερε ότι 12 επιστράφηκαν. Αντιμέτωπος με τις αποδείξεις του Τεκμηρίου 8, το οποίο επίσης ζητήθηκε να γίνει τεκμήριο κατά την αντεξέταση του, και στη θέση του δικηγόρου του Ενάγοντος ότι ουδεμία δεν αναφέρει το όνομα του πελάτη του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι τις αποδείξεις τις εξέδιδε ο Γιώργος Θεοδότου υπάλληλος του Ενάγοντα. Δεν πήρε αποδείξεις από τον ίδιο τον Ενάγοντα, επειδή ο Ενάγοντας αρνείτο να τις εκδώσει. Αναφορικά με τις 2 επίδικες επιταγές με εκδότη κάποιο Σ.Χ. ο Εναγόμενος ανέφερε ότι τις παρέδωσε στον Ενάγοντα ο ΜΥ2 και ότι ο εκδότης ήταν, προφανώς, πελάτης του ΜΥ
  11. Ανέφερε ότι αποκάλυψε τα Τεκμήρια 9 έως 12, τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατά την αντεξέτασή του, για να αποδείξει ότι έδωσε «τα λεφτά και πήγαν όλα τα αυτοκίνητα πίσω». Διευκρίνισε μετέπειτα ότι 6 οχήματα επιστράφηκαν πριν την κατάθεσή του στην Αστυνομία και 12 μετά την καταδίκη του αλλά δεν κατέχει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να επιμαρτυρεί ότι κάποια εκ των οχημάτων επιστράφηκαν. Τέλος συμφώνησε ότι οι επιταγές που εκδόθηκαν από κάποιο Χ.Σ αφορούσαν κάποια από τα επίδικα οχήματα. Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι συμφωνεί με τα ποσά που αναφέρονται και σχετίζονται με πληρωμή μετρητών και επιστροφή οχημάτων προς τον Ενάγοντα στο Τεκμήριο
  12. Τελευταίος μάρτυρας στην υπόθεση ήταν ο ΜΥ2, ο οποίος επίσης κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση. Σε αυτή, εν συντομία, καταγράφει ότι με τον Εναγόμενο υπήρξαν συνέταιροι μέχρι το 2013 και ότι με τον Ενάγοντα διατηρούσαν γειτνιάζοντα γραφεία και προέβαιναν σε αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Πιο συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας τους παρέδιδε οχήματα χωρίς να πληρωθεί ποσό και διατηρούσε στην κατοχή του τους τίτλους ιδιοκτησίας και αφού εκείνοι έβρισκαν αγοραστή και συμφωνείτο η τιμή πώλησης τότε τα παρέδιδαν τα χρήματα στον Ενάγοντα, ο οποίος τους παρέδιδε τους τίτλους ιδιοκτησίας και έντυπο μεταβίβασης. Ουδέποτε ο Ενάγοντας παρέδιδε τίτλο ιδιοκτησίας και το έντυπο μεταβίβασης χωρίς να πληρωθεί για κάθε όχημα. Υποστήριξε τη θέση ότι εκείνος και ο Εναγόμενος είχαν συμφωνήσει με τον Ενάγοντα να ενεργήσουν ως μεσολαβητές για την πώληση των επίδικων οχημάτων και ότι αυτά μεταφέρθηκαν στο χώρο τους για σκοπούς προώθησής τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κανένα όχημα εν τέλει δεν πωλήθηκε και συνοδεία της Αστυνομίας επιστράφηκαν στον Ενάγοντα. Αναφορικά με τις επιταγές με εκδότη κάποιο Χ.Σ, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση μαζί του και ότι ο ίδιος παρέπεμψε τον εν λόγω εκδότη απευθείας στον Ενάγοντα για αγορά αυτοκινήτου. Επανέλαβε τέλος τη θέση ότι οι επίδικες επιταγές που ο Εναγόμενος εξέδωσε επ' ονόματι του Ενάγοντα, παραδόθηκαν προκειμένου να τηρούνται από τον δεύτερο ως ασφάλεια και ότι κατατέθηκαν εκδικητικά λόγω των διαφωνιών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Ενάγων προσπάθησε να εισπράξει ολόκληρο το ποσό των επιταγών ενώ το οφειλόμενο σε εκείνον ήταν πολύ χαμηλότερο, δηλαδή αντιστοιχούσε μόνο σε όσα οχήματα πωλούντο, μια και η συμφωνία ήταν τέτοια που οι επιταγές δόθηκαν για ασφάλεια. Για αυτό κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τις δικές τους αποδείξεις. Διευκρίνισε επίσης ότι όταν ανέφερε ότι ο Ενάγοντας κρατούσε μετρητά από εκείνους για την αξία των οχημάτων εννοούσε μετά την πώληση. Επειδή ο Ενάγοντας αρνείτο να τους εκδίδει αποδείξεις για τις αγοραπωλησίες και επειδή όταν κάποιος υπάλληλός του τους εξέδωσε σε κάποιο χρονικό σημείο αποδείξεις, η αδερφή του Ενάγοντος τους κατάσχε το βιβλιάριο αποδείξεων και το ακύρωσε. Σε ερώτηση εάν κατάφεραν να πωλήσουν κάποια οχήματα, ο ΜΥ2 απάντησε καταφατικά, αλλά δεν θυμόταν πόσα οχήματα ήταν αυτά. Διευκρίνισε όμως ότι στη γραπτή του δήλωση αναφερόταν στα υπόλοιπα οχήματα. Σε υποβολή ότι θέση του Ενάγοντος ήταν ότι δεν επιστράφηκε κανένα ποσό και δεν επιστράφηκε κανένα όχημα, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι τούτο δεν ισχύει. Ισχυρίστηκε ότι η διαφωνία μεταξύ τους και του Ενάγοντος προέκυψε όταν αρνήθηκε ο τελευταίος να τους εκδίδει αποδείξεις και μετά, όπως χαρακτηριστικά περιέγραψε, ο Ενάγοντας απείλησε τόσο τον ίδιο όσο και τον Εναγόμενο, χωρίς όμως να θυμάται πότε συνέβη το περιστατικό. Όταν αποτάθηκε στην Αστυνομία δεν του έδωσαν σημασία. Αποδέχθηκε ότι ήταν λάθος του Εναγόμενου να μην ακυρώσει την πληρωμή των επιταγών. Αντικρίζοντας τα Τεκμήρια 8 και 9 τα αναγνώρισε και ανέφερε ότι ενισχύουν τη θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν εξέδιδε αποδείξεις. Ερωτώμενος εάν εννοούσε ότι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό που δεν ήταν εκείνο των επίδικων επιταγών και το οποίο διεκδίκησε ο Ενάγοντας προκύπτει από τα Τεκμήρια 8 και 9, ο ΜΥ2 απάντησε από μερικά από αυτά, και αντιμέτωπος με το γεγονός ότι οι αποδείξεις που απεικονίζονται στα εν λόγω Τεκμήρια είναι μεταγενέστερες των ημερομηνιών έκδοσης των επιταγών ανέφερε ότι η θέση του ήταν ότι χρήματα δίδονταν κατά την πώληση. Με το πέρας της κατάθεσης μαρτυρίας, παρέλαβα γραπτές αγορεύσεις από τους συνηγόρους των διαδίκων και είχα την ευκαιρία να τους ακούσω και προφορικά. Ο συνήγορος του Ενάγοντα εστιάζει στην ποιότητα της μαρτυρίας πλευράς του Εναγόμενου και εισηγείται ότι αυτή ήταν αντιφατική τόσο με τα δικόγραφα όσο και με το Τεκμήριο
  13. Στο Τεκμήριο 5 τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής του Εναγόμενου, αν και κατά το δικηγόρο δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, αντιφάσκουν με τις θέσεις του Εναγόμενου στην κατάθεσή του Τεκμήριο 2 και ο ίδιος όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία προκειμένου να θέσει την μαρτυρία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ως προς τα Τεκμήρια 7 έως 11, το Δικαστήριο δεν πρέπει να βασιστεί σε εκείνα για εξαγωγή συμπερασμάτων. Προφορικά, ο δικηγόρος του Ενάγοντα, ανέφερε ότι αφενός οι επιταγές που εκδόθηκαν δεικνύουν ότι ο Εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του και αφετέρου ότι πρέπει να ιδωθούν στη βάση των προνοιών του περί Συναλλαγματικών Νόμο, όπου ουσιαστικά δεν παρέχει την ευκαιρία στον Εναγόμενο να λέει παραδέχθηκε ευθύνη στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής αλλά δεν παραδέχεται το οφειλόμενο ποσό. Επεσήμανε ότι η αναφορά του Δικαστηρίου το οποίο επέβαλε ποινή φυλάκισης στον Εναγόμενο, ότι εκείνος είχε παραδώσει αριθμό οχημάτων και ποσό μετρητών, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, επειδή δεν παρουσιάστηκε ανάλογη μαρτυρία από τον Εναγόμενο, δηλαδή είτε έντυπο παράδοσης είτε μαρτυρία από κάποιο μέλος της Αστυνομίας που να επιβεβαιώνει. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος του Εναγόμενου στην αγόρευσή του αναφέρει ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν εξ υπαρχής άκυρη, λόγω του ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης των επίδικων οχημάτων, πράγμα που επιβεβαιώθηκε κατά την αντεξέτασή του. Εισηγήθηκε ότι, επειδή ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει νόμιμη και έγκυρη συμφωνία, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την Αγωγή. Με παραπομπή στη μαρτυρία του ΜΥ2, ο συνήγορος εισηγείται ότι η βάση για τη συμφωνία ήταν ως ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε. Ουδέποτε μεταβιβάστηκε η κυριότητα των οχημάτων στον Εναγόμενο και συνεπώς δεν μπορεί να είναι έγκυρη η ισχυριζόμενη συμφωνία. Βάσει των ευρημάτων του Τεκμηρίου 5, συνέχισε ο συνήγορος, ότι δηλαδή επιστράφηκαν και χρήματα και πόσο, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος ήταν ψευδείς. Σε σχέση με τις επίδικες επιταγές οι δύο αφενός δόθηκαν ως ασφάλεια και καταχρηστικά κατατέθηκαν από τον Ενάγοντα και οι άλλες δύο δεν σχετίζονται με τον Εναγόμενο αλλά με πρόσωπο που συνέστησε στον Ενάγοντα ο ΜΥ
  14. Ανέφερε τέλος ότι ο δικηγόρος του Ενάγοντα από τη μία επικαλείται τα ευρήματα της ποινικής υπόθεσης, η οποία λέει ότι επιστράφηκε μέρος των οχημάτων και αναφέρεται η αξία, και από την άλλη αναφέρει ότι δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Προσέγγισα τη μαρτυρία του Ενάγοντα με προσοχή, μια και ο ίδιος είχε άμεσο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Αναφορικά με συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας του ενώπιον μου, ο Ενάγοντας, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Είχε την τάση, κυρίως κατά την αντεξέτασή του, να υπεκφεύγει σε ορισμένες περιπτώσεις και να παραπέμπει σε μαρτυρία η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αφήνοντας τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του μετέωρους. Διαπίστωσα υπεκφυγή όσον αφορά λεπτομέρειες αναφορικά το χρόνο παράδοσης των επίδικων οχημάτων στον Εναγόμενο. Επίσης, ο ισχυρισμός του Ενάγοντος περί ύπαρξης τιμολογίων αγοράς των επιδίκων οχημάτων αφενός αναφέρθηκε πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του, αλλά και αφετέρου παρέμεινε μετέωρος, μια και ουδέν σχετικό προσκομίστηκε. Αν και δεν αποτέλεσε μέρος της απαίτησής του, ουδέν προσκομίστηκε που να αποδεικνύει ότι ο Ενάγοντας κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τα κατ' ισχυρισμό τέλη και δαπάνες που ανέφερε ότι κλήθηκε επανειλημμένως να επωμιστεί εν όψει της μη μεταβίβασης των οχημάτων που περιήλθαν στην κατοχή του Εναγόμενου. Επίσης, ως διαφάνηκε στη μαρτυρία του, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι αριθμός εκ των επίδικων οχημάτων ανευρέθηκε σε κακή κατάσταση, αλλά δεν ήταν ξεκάθαρος εάν πράγματι του επιστράφηκαν ή όχι, παρά μόνο αρκέστηκε στο να απαντήσει, ότι αν το περιστατικό επιστροφής των οχημάτων έλαβε χώρα, τα οχήματα ήταν «scrap» και ως τέτοια δεν τα δέχθηκε. Επίσης, δεν ανέφερε ποιος τον πληροφόρησε για τα οχήματα αυτά και, μία και ισχυρίστηκε ότι ανευρέθηκαν, ποια ήταν τα οχήματα εκείνα που πράγματι ανευρέθηκαν, αφήνοντας τον ισχυρισμό του αυτό καθ' αυτό ότι κάποια οχήματα ανευρέθηκαν μετέωρο. Η δε πηγή της γνώσης του αναφορικά με τις εθνικότητες των ατόμων που κατ' ισχυρισμό αγόρασαν τα οχήματα, μάλιστα με μηνιαίες δόσεις, από τον Εναγόμενο τα οχήματα, και πάλι δεν αποκαλύφθηκε, ενώ σε ερώτηση εάν έχει οποιαδήποτε στοιχεία ότι ο Εναγόμενος έπραττε ως οι ισχυρισμοί του απάντησε ότι ντέντεκτιβ δεν έγινε. Παρά το ότι ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε τα όσα ισχυρίστηκε προηγουμένως, ήταν μόνο όταν ερωτήθηκε εάν αυτά υποστηρίζονταν από στοιχεία, που ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε ντέντεκτιβ. Ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε μαρτυρία που να ενισχύει τον ισχυρισμό του ότι τις επιταγές που είχαν εκδοθεί από κάποιο Χ.Σ του τις παρέδωσε ο Εναγόμενος και ότι αυτές σχετίζονταν με την συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Από τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τις συγκεκριμένες επιταγές προκύπτει και κάτι άλλο. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν κατέθεσε τις εν λόγω επιταγές επειδή οι προηγούμενες δύο που εξέδωσε ο Εναγόμενος είχαν ήδη επιστραφεί χωρίς να τιμηθούν. Το σκεπτικό του δεν επεξηγείται περαιτέρω. Οι επιταγές δεν φέρουν όνομα δικαιούχου, αλλά ο εκδότης ήταν άλλος από τον Εναγόμενο. Προκύπτει λογικώς ότι δεν επρόκειτο για επιταγές που εκδόθηκαν επί λογαριασμού που ανήκε στον Εναγόμενο, τις επιταγές του οποίου, κατά τη θέση του Ενάγοντος, δεν μπορούσε πλέον να εμπιστευθεί. Γεννάται λοιπόν το ερώτημα, το οποίο παρέμεινε αναπάντητο, ως προς το λόγο που ο Ενάγοντας, μια και αποφάσισε να αποδεχθεί τις εν λόγω επιταγές, δεν τις κατέθεσε, παρά μόνο βασίστηκε σε κατ' ισχυρισμό πληροφόρηση που έλαβε από την Τράπεζα ότι ήταν επίσης κλειστός ο λογαριασμός. Επισημαίνω ότι μαρτυρία προς επίρρωση του ισχυρισμού περί λήψης πληροφόρησης δεν προσκομίστηκε. Παρά τα πιο πάνω, δεν μπορώ να απορρίψω στο σύνολο της τη μαρτυρία του Ενάγοντος ως αναξιόπιστη καθότι, στο μεγαλύτερο μέρος της, αφενός δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση και αφετέρου μέρος αυτής παρέμεινε αναντίλεκτο, αλλά και προκύπτει και συνάδει με τη λοιπή ενώπιον μου μαρτυρία. Αποδέχομαι δηλαδή ότι, στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και των δύο, Ενάγοντας και Εναγόμενος συνεργάζονταν για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά και κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα Αγωγή χρόνο, για να πωλούν αυτοκίνητα και ότι σε κάποιο χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ο Ενάγοντας συμφώνησε με τον Εναγόμενο και παρέδωσε σε αυτόν αριθμό οχημάτων. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της παράδοσης των αυτοκινήτων από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο ουδέποτε αμφισβητήθηκε, και ο Ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε επί τούτου (εκτός από το χρόνο κατά τον οποίο παραδόθηκαν). Μάλιστα η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι τα οχήματα επιστράφηκαν και συνεπώς ότι είχαν προηγουμένως παραδοθεί. Αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οχημάτων και τον τρόπο με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι έγινε η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, παρέμεινε σταθερός στη θέση του. Σε συνάρτηση με το αναντίλεκτο γεγονός της παράδοσης αλλά και της θέσης του Εναγόμενου - κατά την αντεξέτασή του - ότι ο ίδιος πώλησε κάποια εκ των οχημάτων, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ τη θέση του τούτη αναφορικά με τη μεταξύ τους συμφωνία. Δέχομαι επίσης ότι ο Ενάγων παρέλαβε από τον Εναγόμενο δύο επιταγές του Εναγόμενου εκδομένες στο όνομά του, δηλαδή εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης για το συνολικό ποσό των €90,
  15. Αποδέχομαι επίσης, ως αναντίλεκτο, ότι εν λόγω επιταγές, ενώ κατατέθηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες και ότι ο λογαριασμός στον οποία αφορούσαν έκλεισε. Όπως και με τη μαρτυρία του Ενάγοντος, προσέγγισα τη μαρτυρία του Εναγόμενου προσεκτικά. Πρέπει να πω ότι αυτή χαρακτηρίστηκε από αντιφάσεις, οι οποίες αναμφίβολα διαμόρφωσαν και τη γενική αρνητική εικόνα που μου άφησε καταθέτοντας από το εδώλιο. Οι διαφορές στις θέσεις του όπως αυτές προβλήθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του, όπως μεταβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και όπως εν τέλει διαμορφώθηκαν όταν του υπεδείχθησαν έγγραφα, όπως για παράδειγμα η ίδια η κατάθεσή του Τεκμήριο 2, στην οποία προέβηκε σε διαφορετικούς ισχυρισμούς από τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, αλλά και το ότι ανασκεύασε τις αρχικώς προβληθείσες θέσεις του όταν ερωτήθηκε για τους διαφορετικούς αυτούς ισχυρισμούς, δεν αφήνουν περιθώρια διάσωσης της αξιοπιστίας του στα σημεία εκείνα τα οποία ήταν και τα πλέον καίρια της μαρτυρίας του. Οι θέσεις του Εναγόμενου αναφορικά με το πόσα ή ποια οχήματα εν τέλει πώλησε ή επέστρεψε στον Ενάγοντα ήταν τουλάχιστον συγκεχυμένες, αλλά, κυριότερα, πόρρω απείχαν από τη δικογραφημένη του θέση ότι δεν πώλησε οποιοδήποτε εκ των επιδίκων αυτοκινήτων και ότι όλα επιστράφηκαν στον Ενάγοντα. Σταθερός φαίνεται να παρέμεινε στη θέση ότι οι επίδικες επιταγές, τουλάχιστον εκείνες που εξέδωσε ο ίδιος και παρέδωσε στον Ενάγοντα, δόθηκαν για ασφάλεια, αλλά η θέση του αυτή δεν επεξηγήθηκε περαιτέρω. Δηλαδή ο ισχυρισμός του παρέμεινε ο ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, δίχως όμως να επεξηγείται η φύση της εξασφάλισης που οι δύο επιταγές κατ' ισχυρισμό προσέφεραν στον Ενάγοντα. Εάν, ως ήταν η θέση του Εναγόμενου, ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές, δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα προκειμένου να καλύψει τα ποσά που αναγράφονταν στις επιταγές, και μάλιστα τούτο ήταν εις γνώσιν του Ενάγοντος, τότε με ποιο τρόπο εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο Εναγόμενος έναντι του Ενάγοντος; Δεν απαντήθηκε το ερώτημα από τον Εναγόμενο. Επίσης ανεξήγητη παρέμεινε και η θέση του ότι η πραγματική συμφωνία μεταξύ του και του Ενάγοντος ήταν όπως ο δεύτερος του παραχωρήσει δικαίωμα να μεσολαβήσει για την πώληση των αυτοκινήτων και όχι η πώλησή τους, σε σχέση αφενός με την ίδια την παράδοση των αυτοκινήτων στο χώρο του, την οποία κατ' ουσία παραδέχθηκε, αλλά και τη μετέπειτα θέση του ότι πράγματι κάποια εκ των επίδικων αυτοκινήτων τα πώλησε. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του και αντιμέτωπος με το Τεκμήριο 5, έγινε εκ των υστέρων προσπάθεια του Εναγόμενου να βασιστεί επί των όσων φαίνεται να λήφθηκαν υπόψιν κατά την απαγγελία της ποινής φυλάκισής του από το Επαχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, μετά την παραδοχή του στις κατηγορίες έκδοσης επιταγών κατά παράβαση του Άρθρου 305 του περί Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  16. Η θέση του προβλήθηκε μόνον κατά την αντεξέτασή του από τον αντίδικο δικηγόρο και προωθήθηκε από το δικηγόρο του στην αγόρευσή του. Δεν υποβλήθηκε η θέση περί μερικής εξόφλησης στον Ενάγοντα από το δικηγόρο του Εναγόμενου και δεν του υπεδείχθη το συγκεκριμένο Τεκμήριο 5 κατά τη δική του αντεξέταση του. Παρά το γεγονός ότι το Τεκμήριο 5 ήταν διαθέσιμο στον Εναγόμενο, λογικά από την ημέρα που του απαγγέλθηκε η ποινή φυλάκισης, στην Υπεράσπισή του, που καταχωρίστηκε μόλις στις 29.5.19, η θέση του στην κυρίως εξέταση ήταν ότι όλα τα οχήματα επιστράφηκαν παρουσία της Αστυνομίας η οποία διαπίστωσε την ύπαρξή τους, ενώ κατά την αντεξέτασή του και έχοντας αντικρίσει το Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι η επιστροφή των οχημάτων έγινε σταδιακά. Εν όψει των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ την εκ των υστέρων θέση του Εναγόμενου ότι πράγματι εκείνος πλήρωσε ποσό και επέστρεψε οχήματα στον Ενάγοντα. Υπενθυμίζω, για σκοπούς πληρότητας, ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν μέρος στην ποινική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του Εναγόμενου επειδή η εν λόγω υπόθεση καταχωρήθηκε από την Αστυνομία. Συνεπώς και εν τη απουσία οποιασδήποτε υποστηρικτικής μαρτυρίας και επιπρόσθετα των πιο πάνω λόγων για τους οποίους δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του, τα όσα καταγράφηκαν ως μετριαστικοί παράγοντες στο Τεκμήριο 5 παρέμειναν να δεσμεύουν τα διάδικα μέρη σε εκείνη τη διαδικασία και τυχόν αποδοχή τους άνευ σχετικής μαρτυρίας ενώπιον μου, αλλά και συγκεκριμένης δικογράφησης, θα παραβίαζε και την αρχή res inter alios acta alter nocere non debet με την οποία ουσιαστικά - και εν συντομία - διατυπώνεται ότι διάδικος δεν δεσμεύεται από διαδικασία στην οποία δεν έλαβε μέρος. Διευκρινίζω ότι τούτο δεν επηρεάζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την παραδοχή διαδίκου σε ποινική διαδικασία ως μαρτυρία εναντίον του. Εν όψει αντιφάσεων και ελλείψεων που παρατηρήθηκαν στην μαρτυρία του επί ουσιωδών ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Η μαρτυρία του ΜΥ2 επεκτάθηκε, πέραν των επιδίκων, σε ζητήματα που αφορούσαν διάφορα περιστατικά, η εξιστόρηση των οποίων, εξ όσων αντιλήφθηκα, σκοπό είχε να καταδειχθεί ότι ο Ενάγοντας χρησιμοποιούσε απειλές και άλλες αθέμιτες πρακτικές κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι γι' αυτούς τους λόγους δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία είτε για να αποδειχθεί ότι πράγματι εισέπραξε ποσά από πωλημένα οχήματα και ότι τα επίδικα οχήματα επιστράφηκαν εν τέλει σε εκείνον. Υπενθυμίζω ότι τίποτε από τα πιο πάνω δεν δικογραφήθηκε στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Εντούτοις και παρά την έλλειψη δικογράφησης, ούτε ο ίδιος ούτε η πλευρά που τον κάλεσε να μαρτυρήσει προσπάθησε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη των θέσεών του αυτών, αφήνοντας τις μετέωρες. Αναφορικά με τα επίδικα εδώ ζητήματα, αρχική θέση του, όπως και του Εναγόμενου, ήταν ότι κανένα εκ των επιδίκων οχημάτων δεν πωλήθηκε και ότι όλα επιστράφηκαν στον Ενάγοντα. Κατά την αντεξέτασή του όμως, επίσης ανασκεύασε τη θέση του και ανέφερε ότι κάποια πωλήθηκαν αλλά τα υπόλοιπα επιστράφηκαν στον Ενάγοντα, αλλά και ότι ο Ενάγοντας κατέθεσε τις επιταγές για να εισπράξει ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που εδικαιούτο και ότι ο Ενάγοντας δικαιούτο σε κάποιο ποσό αλλά όχι στο ποσό που αναγραφόταν στις επιταγές. Υπενθυμίζεται ότι ήταν θέση, τόσο του Εναγόμενου όσο και το ΜΥ2, ότι ο ΜΥ2 ήταν παρόν κατά την επιστροφή των επίδικων οχημάτων στον Ενάγοντα παρουσία μελών της Αστυνομίας. Η εν λόγω θέση εν τέλει κατέστη ασυμβίβαστη με τις ίδιες τις αναφορές τους με τις οποίες ισχυρίστηκαν ότι κάποια εκ των οχημάτων πράγματι πωλήθηκαν. Λόγω των πιο πάνω αντιφάσεων επί καίριων σημείων της μαρτυρίας του ΜΥ2, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για να προβώ σε ευρήματα. Ευρήματα Έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έκαστη πλευρά προσκόμισε στο Δικαστήριο, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα καθώς και τα κοινώς κατατεθειμένα Τεκμήρια, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος, στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν συνεργασία η οποία σχετιζόταν με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Συνεργάτης του Εναγόμενου υπήρξε και ο ΜΥ
  17. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, ο Ενάγοντας παρέδωσε στον Εναγόμενο τα αυτοκίνητα που καταγράφονται στο Κλητήριο Ένταλμα και ο Εναγόμενος εξέδωσε, επ' ονόματι του Ενάγοντος, δύο επιταγές, ήτοι την υπ' αριθμό [ ] επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με ημερομηνία 18.6.2010 για το ποσό των €7,000 και την υπ' αριθμό [ ] επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με ημερομηνία 30.7.2010 για το ποσό των €83,
  18. Οι εν λόγω επιταγές ενώ παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν επιστράφηκαν χωρίς να εξαργυρωθούν, με την ένδειξη ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και κατόπιν μεταγενέστερης κατάθεσής τους τοποθετήθηκε η ένδειξη ότι ο λογαριασμός έκλεισε. Το κατά πόσο ο Ενάγων κατέστη κάτοχος των επιταγών αναφέρεται πιο κάτω κατόπιν σχετικής ανάλυσης. Ο Ενάγοντας κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία και ο Εναγόμενος ανακρίθηκε και καταχωρίστηκε εναντίον του ποινική υπόθεση, ήτοι η υπ' αριθμό 13778/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας σε εκείνη την υπόθεση, ο Εναγόμενος άλλαξε απάντηση και παραδέχθηκε τις κατηγορίες που του προσάφθηκαν. Επιβλήθηκαν σε αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης διάρκειας 1 και 3 μηνών για έκαστο εκ των αδικημάτων που παραδέχθηκε. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τη Νομολογία, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[2]. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, προσκόμισε ικανοποιητική μαρτυρία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι[3]. Το γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται εκτός και εάν ή όπου υπάρχει διαφορετική πρόνοια. Εν προκειμένω, και ως θα καταδειχθεί αμέσως πιο κάτω, για το μέρος της απαίτησης που αφορά τις επίδικες επιταγές για τις οποίες γίνεται αναφορά στα ευρήματά μου, εκ των προνοιών του σχετικού περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, ενδεχομένως να δημιουργείται μαχητό τεκμήριο νοουμένου ότι ο Ενάγων καταδείξει ότι κατέστη κάτοχος της επιταγής κατά τον προσήκοντα τρόπο, με το οποίο το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους του Εναγόμενου. Ως προς το ειδικό βάρος απόδειξης, αυτό υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[4]. Πέραν της απαίτησης στη βάση της παράβασης της προφορικής συμφωνίας, η απαίτηση του Ενάγοντα στηρίχθηκε και στην έκδοση επιταγών που δεν πληρώθηκαν ενώ παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Σχετική και ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του επίδικου τούτου θέματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους

(2012)1 Α.Α.Δ. 1034, όπου καταγράφηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Όπως έχει νομολογηθεί πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerey G.m.b.H
(1977)2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2)
(1950)1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239.* Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση (Nova (Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μια συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 3 του Κεφ. 242, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων εντολή πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής*. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής. Το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του Άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (Άρθρο 45), δεν τιμηθεί (Άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (Άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Δικογραφικά, ο ενάγων έχει υποχρέωση στην Έκθεση Απαίτησής του να αναφέρει, μεταξύ άλλων, την ημερομηνία της επιταγής, το ποσό, το όνομα του εκδότη και δικαιούχου ή κατόχου. Επίσης, θα πρέπει να δικογραφούνται λεπτομέρειες ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε και ότι παραμένει απλήρωτη (βλ. Bullen & Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings). Το ζήτημα της αντιπαροχής ρυθμίζεται από τα Άρθρα 27-30 του Νόμου. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(1)του Κεφ. 262, κάθε αντάλλαγμα που θα ήταν ικανοποιητικό δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, θεωρείται καλό αντάλλαγμα και στην περίπτωση συναλλαγματικής ή επιταγής. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991)*». Ενώ στην απόφαση του στην υπόθεση Vasos Charalambides Ltd. v. Πάμπου Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (ή επιταγής), θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται αν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). Το τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338)*». *Οι υπογραμμίσεις στις πιο πάνω αυθεντίες του Δικαστηρίου. Υπαγωγή ευρημάτων και κρίση Δικαστηρίου Στην παρούσα υπό κρίση περίπτωση το γεγονός της έκδοσης των δύο επιταγών από τον Εναγόμενο αλλά και της παράδοσης τους στον Ενάγοντα δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Οι θέσεις του Εναγόμενου αναφορικά με το ζήτημα αυτό ήταν ότι: - μεταξύ των διαδίκων δεν μπορούσε να υπάρξει νόμιμη συμφωνία επειδή ούτε ο Ενάγοντας, ούτε ο Εναγόμενος ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των οχημάτων, - οι επιταγές παραδόθηκαν, αλλά προκειμένου να τηρούνται από τον Ενάγοντα ως ασφάλεια και - ότι το αντάλλαγμα για τις επιταγές, δηλαδή τα οχήματα, επιστράφηκαν στον Ενάγοντα και οι εν λόγω επιταγές καταχρηστικά κατατέθηκαν στην τράπεζα. Έχοντας κατά νου τα ευρήματα μου, ιδωμένα υπό πρίσμα της νομικής πτυχής της υπόθεσης όπως την ανέλυσα πιο πάνω, προχωρώ να αναλύσω την πρώτη εξ αυτών των θέσεων προκειμένου να καταλήξω εάν υπάρχει οτιδήποτε που να θέτει εν αμφιβόλω ότι ο Ενάγων κατέστη κάτοχος των εν λόγω επιταγών κατά τον προσήκοντα τρόπο, εν τη εννοία του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262. Επισημαίνω ευθύς ότι στη σελίδα 1106 του συγγράμματος Bullen & Leake, Principles οf Pleadings, 12η έκδοση, υπό την επικεφαλίδα «Pleading» αναφέρεται ότι, όπου ο εναγόμενος βασίζεται στην υπεράσπιση της παρανομίας, πρέπει να εγείρει ξεκάθαρα την υπεράσπιση εκείνη με το δικόγραφό του, και πρέπει να δηλώσει τα γεγονότα, ή να αναφερθεί σε γεγονότα που αναφέρονται ήδη στην Έκθεση Απαίτησης, ούτως ώστε να δείξει καθαρά ποια είναι η παρανομία[5]. Εν προκειμένω η μόνη αναφορά που γίνεται στο δικόγραφό του Εναγόμενου είναι ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει νόμιμη συμφωνία μεταξύ τους επειδή ο Ενάγοντας δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των οχημάτων. Δεν επεξηγείται περαιτέρω η βάση στην οποία εδράζεται η θέση τούτη και δεν αναπτύχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εάν το επιχείρημα της πλευράς του Εναγόμενου ήταν ότι ο Ενάγοντας δεν είχε εξουσιοδότηση από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων να τα πωλήσει, αυτό δεν αναφέρθηκε, αλλ' ούτε επεξηγήθηκε με ποιο τρόπο η συμφωνία τούτη θα ήτο παράνομη. Εάν πάλι το επιχείρημα αφορούσε τη δυνατότητα του Ενάγοντα να μεταβιβάσει τίτλο ιδιοκτησίας, τούτο και πάλι δεν συγκεκριμενοποιήθηκε, επίσης δεν επεξηγήθηκε για ποιο λόγο η συμφωνία θα θεωρείτο παράνομη, αλλά θα ήταν και πιθανώς ασυμβίβαστο με τους ίδιους ισχυρισμούς που εν τέλει η πλευρά του Εναγόμενου πρόβαλε, ότι κάποια εκ των οχημάτων πράγματι πωλήθηκαν αλλά και ασυμβίβαστο με την εκδοχή που η ίδια πλευρά πρόβαλε δικογραφικά ότι ο Ενάγων παραχώρησε δικαίωμα μεσολάβησης για την πώληση των επίδικων αυτοκινήτων στον Εναγόμενο, δικαίωμα το οποίο δεν επεξηγήθηκε από που ο Εναγόμενος θεωρούσε ότι αντλούνταν. Με την αποδοχή της μαρτυρίας του Ενάγοντος επί του σημείου που αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο οι διάδικοι συνεργάζονταν και εν όψει της εκ μέρους του Εναγόμενου ελλιπούς δικογράφησης λεπτομερειών παρανομίας, αλλά και την απόρριψη της μαρτυρίας της πλευράς του ως αναξιόπιστη, δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον μου παρανομία για την συναλλαγή για την οποία ο Εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε τις επιταγές στον Ενάγοντα, ούτε ότι η ίδια η έκδοση των επιταγών ήταν παράνομη. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω και εν τη απουσία οποιουδήποτε ισχυρισμού περί δόλου, εξαναγκασμού, βίας ή φόβου αναφορικά με την έκδοση και παράδοση των επιταγών που αναφέρονται στα ευρήματά μου, καταλήγω ότι ο Ενάγων κατέστη κάτοχός τους κατά τον προσήκοντα τρόπο. Επαφίετο συνεπώς, με την ενεργοποίηση του Άρθρου 30
(2)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, στον Εναγόμενο, να αποδείξει την ισχύ των υπερασπίσεων που επικαλέστηκε. Με την απόρριψη της μαρτυρίας της πλευράς του ως αναξιόπιστης, κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που του αναλογούσε και δεν απέδειξε ότι έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αξίωση του Ενάγοντος στη βάση των επιταγών που ο ίδιος ο Εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον Ενάγοντα και οι οποίες, αφού κατατέθηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν εξαργυρώθηκαν και επιστράφηκαν, λόγω μη διαθέσιμων κεφαλαίων και μετέπειτα λόγω του ότι ο λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν έκλεισε. Πιο συγκεκριμένα, όπως ανέφερα και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ο λόγος που παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές ήταν για «ασφάλεια» δεν έγινε δεκτός, αλλά και ο ισχυρισμός του ότι όλα τα επίδικα οχήματα επιστράφηκαν και συνεπώς το αντάλλαγμα έναντι των επιταγών εξέλειπε, δεν υποστηρίχτηκε από μαρτυρία και επίσης απορρίφθηκε. Αναφορικά με το ζήτημα των δύο επιταγών με εκδότη κάποιο Χ.Σ, οι οποίες κατ' ισχυρισμό του Ενάγοντος παραδόθηκαν σε εκείνον από τον Εναγόμενο, εκείνες δεν πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται στα Άρθρα 2 και 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, λόγω του ότι δεν καθορίζεται το πρόσωπο εις το οποίο δίδεται εντολή να πληρωθεί ποσό και συνεπώς δεν μπορώ να τις θεωρήσω συναλλαγματικές εν τη εννοία του Νόμου. Συνεπώς το βάρος απόδειξης της σύνδεσης των εν λόγω επιταγών με την υπό κρίση υπόθεση παρέμεινε στους ώμους του Ενάγοντα. Από τη στιγμή που δεν αποδέχθηκα τη μαρτυρία του Ενάγοντος επί του σημείου αλλά και από τη στιγμή που ο Ενάγοντας, εκτός από τις δύο επιταγές που εκδόθηκαν από τον Εναγόμενο προσωπικά, δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα για την παράδοση των επίδικων αυτοκινήτων προς τον Εναγόμενο, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι εν λόγω επιταγές συνδέονταν είτε με τον Εναγόμενο, είτε καθ' οιονδήποτε τρόπο με την επίδικη συνεργασία του με τον Εναγόμενο, είτε ότι δικαιούται εις οποιοδήποτε ποσό που αναγράφεται σε εκείνες συνεπεία κατ΄ ισχυρισμό παράβασης της συμφωνίας από τον Εναγόμενο. Κατάληξη Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η Αγωγή επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €90,000 ως το ποσό που αντιστοιχεί στο άθροισμα των ποσών της υπ' αριθμό [ ] επιταγής της Ελληνικής Τράπεζας με ημερομηνία 18.6.2010 για το ποσό των €7,000 και της επιταγής υπ' αριθμό [ ] επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με ημερομηνία 30.7.2010 για το ποσό των €83,000. Λόγω της μερικής επιτυχίας της απαίτησης του Ενάγοντα, κρίνω ορθότερο όπως επιδικάσω υπέρ του και εναντίον του Εναγόμενου το ήμισυ των δικηγορικών εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Homeros Th. Courtis a.o. v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 - Στο κείμενο: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation [.]» και «A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied» [2] βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295 [3] βλ. Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 [4] βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220 και Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689 [5] Στο κείμενο: «[.] Where the defendant relies upon the defence of illegality, he should distinctly raise that defence by his pleading, and should state the facts or refer to facts already stated in the Statement of Claim, so as to show clearly what the illegality is. If a man "intends to charge illegality, he must state facts for the purpose of showing what the illegality is" (Bullivant v. Att.-Gen. for Victoria
(1901)A.C. 196, per Lord Davey at 204)» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.