← Κύπρος

CROSSCUT AGENCY LTD ν. KIPR DOM LTD κ.α., Aρ. Αγωγής: 533/22, 10/5/2023

CROSSCUT AGENCY LTD ν. KIPR DOM LTD κ.α., Aρ. Αγωγής: 533/22, 10/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 533/22 (i-Justice) Μεταξύ: CROSSCUT AGENCY LTD Εναγόντων και KIPR DOM LTD Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της διαταγής Δ.25 Θ1

(2)CROSSCUT AGENCY LTD Εναγόντων και
  1. KIPR DOM LTD
  2. DMITRY KHLUTCHΙN
  3. VASILYEVA YANA Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 13.5.2022 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.5.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 1 μέχρι 3 - καθ' ων η αίτηση: κ. ΧΙΣΤΟΣ. Π. ΑΔΑΜΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγόμενων 1 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 28/4/2022 και στις 13/5/2022 καταχώρησαν - χωρίς άδεια του Δικαστηρίου - τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, με το οποίο, συν τοις άλλοις προσέθεσαν άλλα δυο πρόσωπα, ως εναγόμενους 2 και
  4. Στις 13/5/2022 καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση και στο πλαίσιό της, στις 18/5/2022 εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα, με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους 2 και 3 να αποσύρουν το αγοραπωλητήριο έγγραφο και/ή προβούν στη εκχώρηση των δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από αυτό, το οποίο συνάφθηκε μεταξύ των ιδίων, ως αγοραστών και των εναγόμενων 1, ως πωλητών και αφορά το διαμέρισμα με αριθμό 202, επί πολυκατοικίας η οποία ανεγέρθηκε επί του ½ μεριδίου συγκεκριμένου ακινήτου που βρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό, το οποίο (αγοραπωλητήριο έγγραφο) κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με τον αριθμό ΠΩΕ (αναφέρεται ο αριθμός). Να σημειωθεί ότι, ο εν λόγω αριθμός, κατόπιν σχετικού διατάγματος αντικαταστάθηκε με κάποιο άλλο. Η αίτηση - μεταξύ άλλων - βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4 μέχρι 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Σταύρου Χρίστου. Και οι τρεις εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 6 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση συγκεκριμένης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου τους. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Επειδή η ένσταση στην αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόμενων, προτού υπεισέλθω στην εξέταση της αίτησης θεωρώ ορθό να εξετάσω δυο θέματα τα οποία αναδεικνύουν οι ενάγοντες σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, προβάλλοντας την ουσιαστική θέση ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η εν λόγω ένορκη δήλωση. Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Χριστοφόρου - ο οποίος παρέπεμψε και σε σχετική νομολογία - οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο. Στην προκειμένη περίπτωση, η δικηγόρος που εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόμενων, καμιά εξήγηση παραθέτει γιατί να μην ορκίζονται οι εναγόμενοι ή ένας από αυτούς και γιατί καθίσταται αναγκαίο να ορκιστεί η ίδια. Κανένας καλός λόγος παρατίθεται και καμιά εξήγηση δίδεται, προστίθεται, που να μην επέτρεπε στους ίδιους τους εναγόμενους να είναι ενόρκως δηλούντες. Παρόλο που η ενόρκως δηλούσα φαίνεται να μη χειρίζεται η ίδια την υπόθεση, ως αναφέρει, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους των εναγόμενων, έχουν καταστεί μάρτυρες γεγονότων και ως εκ τούτου, κωλύονται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσουν να εμφανίζονται και να χειρίζονται την υπόθεση του πελάτη τους. Επομένως, όπως αναφέρεται καταληκτικά, αυτός είναι αρκετός λόγος για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η οποία να παραμένει μετέωρη προς απόρριψη. Δε συμφωνώ με τον κ. Χριστοφόρου. Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα, συμπυκνώνονται στην - μεταγενέστερη των αποφάσεων στις οποίες μ' έχει παραπέμψει ο ίδιος για σκοπούς στοιχειοθέτησης των παραπάνω θέσεων του - απόφαση στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD ν. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
(2013)1(Β) Α.Α.Δ 1202 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Alexander v. Alexander
(2013)1 Α.Α.Δ. 1093).» Ότι η περίπτωση της ενόρκως δηλούσας για τους εναγόμενους εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω αρχών είναι ολοφάνερο. Υπάρχει και δεύτερος λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες - μέσω του δικηγόρου τους - υποβάλλουν πως δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η ίδια ένορκη δήλωση. Σύμφωνα και πάλιν με τον κ. Χριστοφόρου, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία έχει αντλήσει από το φάκελο της υπόθεσης και τα όσα της ανάφεραν οι εναγόμενοι 1 και
  1. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία και η εναγόμενη 2, Ρωσίδα στην καταγωγή και εκ των δυο μετόχων των εναγόμενων
  2. Ακολούθως, ο κ. Χριστοφόρου θέτει το ερώτημα, ποιος εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 και από πού έλαβε τις λεπτομερείς πληροφορίες η ενόρκως δηλούσα, η οποία, δεν κατονομάζει τον πληροφοριοδότη της ούτε αναφέρει σε ποια γλώσσα της έχουν αναφέρει λεπτομερώς τα γεγονότα οι εναγόμενοι 2 και 3 μα ούτε και ποιος της παρέδωσε τα έγγραφα που επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή της. Επίσης αναφέρει ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, χωρίς να επισυνάπτει οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση και/ή απόφαση των εναγόμενων
  3. Αρχίζοντας από το τελευταίο, με όλο το σεβασμό δε συμφωνώ ότι υπάρχει οποιοσδήποτε νομικός κανόνας που επιβάλλει την εξασφάλιση γραπτής εξουσιοδότησης προκειμένου κάποιο πρόσωπο να είναι σε θέση να προβεί σε έγκυρη ένορκη δήλωση εκ μέρους, είτε νομικού είτε φυσικού προσώπου, προς υποστήριξη της ένστασης των τελευταίων σε αίτηση, όπως είναι η υπό εξέταση. Απ' εκεί και πέρα, η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, αυτό που ισχυρίζεται στην παράγραφο 1 της δήλωσής της είναι ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία έχει αντλήσει από το φάκελο της υπόθεσης, καθώς και με όσα οι εναγόμενοι 2 και 3 (και όχι οι εναγόμενοι 1 και 2) της έχουν αναφέρει. Κατά τα λοιπά, εάν οι ενάγοντες θεωρούν ότι έχουν σημασία τα διάφορα ερωτήματα που εγείρουν, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους ότι η ίδια ένορκη δήλωση, θα πρέπει να αποκλειστεί, θα μπορούσαν να επιδιώξουν, τουλάχιστον να αντεξετάσουν συναφώς με αυτά την ομνύουσα, κάτι που δεν έκαναν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τον 5ο λόγο έντασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο, στις 28/4/2022 και στις 13/5/2022 καταχώρησαν τροποποιημένο, με το οποίο τροποποίησαν και τον τίτλο της αγωγής, επικαλούμενοι τη Δ.25 Θ1
(2)ενώ με βάση τη Δ.9 Θ.11 όφειλαν, όσον αφορά την προσθήκη των εναγόμενων 2 και 3, να εξασφάλιζαν την εκ των προτέρων άδεια και/ή διαταγή του Δικαστηρίου και συνακόλουθα, όλες οι διαδικασίες που ακολούθησαν είναι άκυρες και/ή ανυπόστατες. Δεδομένης της φύσης της υπό κρίση αίτησης, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν έχει θέση. Ό,τι αποτιμάται κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης είναι αυτό που ακολουθεί. Συγκεκριμένα, κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες ψευδόμενοι παραπλάνησαν το Δικαστήριο, παραποιώντας και/ή παρασιωπώντας στοιχεία και γεγονότα και ειδικότερα, αποκρύβοντας το reservation agreement, ημερομηνίας 21/5/2021, το οποίο υπογράφτηκε μεταξύ της εταιρείας ATC Mediterranean Construction Ltd και της Lilias Prasolova και παρουσιάζοντας ένα reservation agreement, ημερομηνίας 6/7/, χωρίς αναφορά στο χρόνο και χωρίς την υπογραφή του προτιθέμενου αγοραστή καθώς επίσης και την απόδειξη είσπραξης του ποσού των €10.000 από την εταιρεία ATC Mediterranean Construction Ltd. Με τον 6ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στον ουσιώδη χρόνο, εκτός από την υπηρεσία τους στους ενάγοντες ήταν και διευθυντής της εταιρείας ATC Mediterranean Construction Ltd, που είναι ενάγουσα στην αγωγή 643/2022, του Ε.Δ. Λεμεσού. Επειδή η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, αποτελεί επαρκή λόγο ακύρωσης ενός τέτοιου διατάγματος, θα εξετάσω τους δυο αυτούς - συναφείς και σχετικούς με το θέμα - λόγους ένστασης, κατά προτεραιότητα. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος» Ομοίως και τ' ακόλουθα από τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081: «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
  1. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
  2. Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."» Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας και Άλλοι ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2013)1 Α.Α.Δ. 621: «Απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο δικαστήριο όχι μόνο τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει, αλλά και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να γνωρίζει αν προέβαινε σε λογικές και κατάλληλες κάτω από τις περιστάσεις έρευνες και τα οποία γεγονότα θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation
(1996)1 A.A.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd.
(1998)1 A.A.Δ. 1179 και Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82).» Οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν. Adeona Holdings Limited και Άλλων, Πολ. Έφ. 6/14, ημερ. 27.2.2015, PHOENIX PHARMACY LIMITED κ.ά. ν. BUGAEV, Πολ. Έφ. Αρ. Ε69/2016, ημερ. 11/4/2019, LarienaInvestments Ltd και Άλλων ν. RFI Consortium Ltd, Πολ. Έφ. 164/19, ημερ. 22/1/2021 και CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.ά. v. CONTENT UNION SA, Πολ. Έφ. Αρ. Ε34/2018, Ε35/2018, ημερ. 8/4/
  1. Tα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής τής υπό κρίση αίτησης, ένορκης δήλωσης, είναι τα εξής: Οι ενάγοντες - που είναι εταιρεία - είναι εγγεγραμμένοι στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών και ασχολούνται με κτηματικές συναλλαγές. Οι εναγόμενοι 1 - που επίσης είναι εταιρεία - στον ουσιώδη χρόνο ήταν - και είναι - εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες με μερίδιο ½, ακινήτου στο οποίο ανήγειραν πολυκατοικία, αποτελούμενη από 4 διαμερίσματα (με αρ. 101, 102, 201 και 202). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 2 που είναι Ρώσος υπήκοος ήταν και είναι ο μοναδικός διευθυντής και ένας εκ των δυο μετόχων των εναγόμενων 1 και η εναγόμενη 3, σύζυγος και συμβία του. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 5/7/2021 (στο εξής επίδικη σύμβαση) οι εναγόμενοι 1 ανέθεσαν στους ενάγοντες να μεσολαβήσουν για την εξεύρεση αγοραστών των διαμερισμάτων 101 και 201 (ανωτέρω) για το συνολικό ποσό των €880.000 ή €440.000 για κάθε διαμέρισμα και οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό, θα το λάμβαναν οι ενάγοντες, ως προμήθεια. Ήταν ρητός όρος της επίδικης σύμβασης ότι οι εναγόμενοι υποχρεούντο να πληρώσουν την προμήθεια στους ενάγοντες κατά την πραγματοποίηση της πώλησης σε πελάτες άμεσα ή έμμεσα από αντιπροσώπους που συστήθηκαν από τους ενάγοντες. Η διάρκεια της επίδικης σύμβασης θα ήταν μέχρι τις 30/7/2021 και θα μπορούσε να επεκταθεί με τους ίδιους ή διαφορετικούς όρους. Στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, οι ενάγοντες υπέδειξαν 2 αγοραστές. Τη Lilia Prasolova και την Anna Bokareva. Η πρώτη θα αγόραζε το διαμέρισμα με αρ. 101 για το ποσό των €550.000, πλέον Φ.Π.Α και η άλλη το διαμέρισμα με αρ. 201 για το ίδιο ποσό. Προς τούτο, οι εναγόμενοι υπόγραψαν 2 συμφωνίες προκρατήσεως (reservation agreement) ημερομηνίας 6/7/2021 και 21/5/2021 και οι εν δυνάμει αγοράστριες πλήρωσαν το ποσό των €10.000, ως δικαιώματα προκράτησης των εν λόγω διαμερισμάτων. Οι εναγόμενοι 1, στις 11/8/2021 μετήλθαν σε γραπτή συμφωνία με τη Lilia Prasolova για την αγορά του διαμερίσματος με αρ. 101 για το ποσό των €550.000, πλέον Φ.Π.Α. Η συμφωνία προκράτησης με την Anna Bokareva ακυρώθηκε και οι ενάγοντες υπέδειξαν ως αγοράστρια την Irina Primakova η οποία, στις 11/8/2021 υπόγραψε κι' αυτή συμφωνία για την αγορά του διαμερίσματος με αρ. 201 για το ποσό των €550.000, πλέον Φ.Π.Α. Οι εναγόμενοι 1, δυνάμει της επίδικης σύμβασης κατέβαλαν έναντι στους ενάγοντες, το ποσό των €50.000 δυνάμει σχετικού τιμολογίου, ημερομηνίας 25/10/
  2. Οι τελευταίοι αποτάθηκαν επανειλημμένα στους πρώτους όπου αξίωναν την καταβολή του υπόλοιπου ποσού των €170.000, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €220.
  3. Αυτοί, αν και αναγνώριζαν και υπόσχονταν εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων για την καταβολή του ποσού αυτού, ως την προμήθεια των εναγόντων από την πιο πάνω κτηματική συναλλαγή σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης, εντούτοις αρνούνταν και αδιαφόρησαν να το καταβάλουν. Όσα ακολουθούν είναι από την ένορκη δήλωση της ενόρκως δηλούσας για τους εναγόμενους και σχετικά με μερικούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων. Αποβλέπουν δε στη στοιχειοθέτηση των υπό εξέταση λόγων ένστασης. Ειδικότερα: Οι ενάγοντες δεν παρουσιάζουν την αλήθεια και αποκρύβουν έγγραφα τα οποία αν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου δε θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο ήταν και διευθυντής της εταιρείας ATC Mediterranean Construction Ltd η οποία είχε αναλάβει την ανέγερση της επίδικης πολυκατοικίας των 4 διαμερισμάτων. Η εν λόγω εταιρεία, στις 21/5/2021 υπόγραψε reservation agreements. Το ένα με τη Lilia Prasolova. Συνεπώς, κανένα reservation agreement υπογράφτηκε μεταξύ εναγόμενων και της υπό αναφορά. Το έγγραφο που παρουσίασαν οι ενάγοντες ως τεκμήριο 11, δε φέρει την υπογραφή της. Επίσης, το δεύτερο reservation agreement υπογράφτηκε στις 21/5/2021 από την εταιρεία ATC Mediterranean Construction Ltd με την Anna Bokareva και την Irina Primakova. Επίσης, η εν λόγω εταιρεία εξέδωσε και την απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €10.
  4. Πώς είναι δυνατό οι ενάγοντες να ερίζουν ότι υπέδειξαν στους εναγόμενους 1 τους δυο αγοραστές, τη στιγμή που ο ενόρκως δηλών γι' αυτούς, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της κατασκευάστριας εταιρείας ATC Mediterranean Construction Ltd υπόγραψε τα 2 reservation agreements και εισέπραξε το ποσό των €10.000, εκδίδοντας σχετική απόδειξη της εν λόγω εταιρείας; Ο υπό αναφορά απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στον ουσιώδη χρόνο, εκτός από την υπηρεσία τους στους ενάγοντες ήταν και διευθυντής της εταιρείας ATC Mediterranean Construction Ltd. Παρατηρώ τα εξής: Αρχίζοντας από το τελευταίο, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια αποτελεί ουσιώδες γεγονός - που όπως είναι η θέση των εναγόμενων απέκρυψαν οι ενάγοντες - και πώς αυτό θα επενεργούσε κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου, καθ' ον χρόνο εξέταζε την υπό κρίση αίτηση και εξέδιδε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα, ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο, εκτός από την υπηρεσία τους σ' αυτούς ήταν και διευθυντής της εταιρείας ATC Mediterranean Construction Ltd. Απ' εκεί και πέρα, πράγματι, αυτός, ενώ στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι οι ενάγοντες στο πλαίσιο της συμφωνίας τους με τους εναγόμενους 1, τους υπέδειξαν τη Lilia Prasolova, ως αγοράστρια του διαμερίσματος με αρ. 101 και την Anna Bokareva, του διαμερίσματος με αρ. 201, αυτό που προκύπτει από τα δυο reservation agreement που παρουσιάζει (τεκμ. 10 και 11) για σκοπούς στοιχειοθέτησης του εν λόγω ισχυρισμού του είναι αυτό που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους. Δηλαδή, ότι η πρώτη συμφωνία (τεκμ. 10) είναι υπογραμμένη από την εταιρεία ATC Mediterranean Construction Ltd - και όχι από τους εναγόμενους 1 - και από την Anna Bokareva και την Irina Primakova - και όχι μόνο από την πρώτη - και η δεύτερη (τεκμ. 11) ενώ είναι υπογραμμένη από τους εναγόμενους 1, φαίνεται να μην είναι υπογραμμένη από την Lilia Prasolova και δε φέρει χρονολογία. Παρόλα αυτά και πάλιν, διερωτώμαι πώς μπορεί να τίθεται θέμα, είτε απόκρυψης είτε παραποίησης είτε παρασιώπησης γεγονότων, τα οποία οι ενάγοντες, ουσιαστικά έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ίδιο χρόνο. Το Δικαστήριο, καθ' ον χρόνο εξέταζε την υπό κρίση αίτηση και εξέδιδε μονομερώς το επίμαχο προσωρινό διάταγμα είχε υπόψη του τα παραπάνω γεγονότα. Και για να εκδώσει το διάταγμα είναι φανερό ότι τα συνυπολόγισε μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία που είχε ενώπιον του προς υποστήριξη της αίτησης. Μολονότι το Δικαστήριο τότε ήταν με διαφορετική σύνθεση από το παρόν, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι πρόκειται για το ίδιο Δικαστήριο με το παρόν. Αυτό δε με απλά λόγια σημαίνει πως δεν παρέχεται σε μένα ευχέρεια να ακυρώσω το διάταγμα, για τους λόγους που εισηγούνται οι εναγόμενοι. Και τούτο, επειδή, σε τέτοια περίπτωση είναι ως εάν να ενεργούσα σαν Εφετείο του εαυτού μου, με εκκαλούμενη, δική μου απόφαση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αιτιολογήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αβάσιμους τους υπό εξέταση λόγους ένστασης. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται πως δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του επίμαχου προσωρινού διατάγματος και ότι δεν είναι δίκαιο αυτό να παραμείνει σε ισχύ, με τον 3ο λόγο, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασιών εκ μέρους των εναγόντων και/ή πιεστικό μέτρο σε βάρος των εναγόμενων 1, 2 και 3 που επηρεάζει την περιουσία των εναγόμενων 2 και 3 και τέλος, με τον 4ο λόγο, ότι η αίτηση και το διάταγμα είναι άδικα και δυσμενή σε βάρος των εναγόμενων 2 και
  5. Αρχίζοντας, από τους 3ο και 4ο λόγους και οι δυο απορρίπτονται ως γενικοί, αόριστοι και χωρίς ίχνος μαρτυρίας που να αποβλέπει σε στοιχειοθέτησή τους. Ούτε και στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων αναφέρεται οτιδήποτε συναφώς με αυτούς τους λόγους. Υπεισέρχομαι τώρα στον 1ο λόγο ένστασης. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022. «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Θεμελιακή βάση της αγωγής των εναγόντων αποτελεί η επίδικη σύμβαση που συνήψαν με τους εναγόμενους 1, με την οποία, οι πρώτοι, υπό την ιδιότητά τους ως κτηματομεσιτών ανέλαβαν για λογαριασμό των δεύτερων την εξεύρεση, έναντι προμήθειας, αγοραστών των διαμερισμάτων τους με αρ. 101 και
  1. Αιτία της αγωγής, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 1, κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης παραλείπουν να τους καταβάλουν το υπόλοιπο της προμήθειάς τους, καθώς, ενώ τους είχαν βρει αγοραστές με τους οποίους συνήψαν γραπτή συμφωνία πώλησης των δυο αυτών διαμερισμάτων, αυτοί, κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης, τους κατέβαλαν μόνο το ποσό των €50.000 και αρνούνται να τους καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό το οποίο ανέρχεται σε €170.
  2. Δεδομένου ότι η παράβαση σύμβασης αποτελεί αναγνωρισμένη αιτία αγωγής, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του επίμαχου προσωρινού διατάγματος έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση. Με μόνο λόγο ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη και κυρίως, το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, των δυο γραπτών συμφωνιών πώλησης των διαμερισμάτων τους με αρ. 101 και 201, της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου, ημερομηνίας 25/10/2021, με την οποία κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των €50.000 και τέλος, του τιμολογίου των εναγόντων προς τους ίδιους, ίδιας ημερομηνίας, για το ποσό αυτό, όπως αναφέρεται, έναντι προμήθειας πώλησης και του διαμερίσματος 101, που είναι το ένα από τα δυο διαμερίσματα για τα οποία, όπως είναι η θέση των εναγόντων εκείνοι είχαν βρει τον αγοραστή (βλ. τα τεκμήρια 9, 12, 13, και 14) στοιχειοθετείται στον αναγκαίο βαθμό και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων. Και η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του επίμαχου διατάγματος έχει αποδειχθεί. Είναι γεγονός, ότι σε περίπτωση ακύρωσής του και επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων στη συνέχεια, η πιθανότητα αυτοί να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι πολύ ισχυρή. Σ' αυτό συνηγορούν οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους γι' αυτούς, οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι: Οι ενάγοντες, κατά ή περί τις 3/5/2022 μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο διαπίστωσαν ότι οι εναγόμενοι 1 προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών πώλησης των εναπομεινάντων διαμερισμάτων με αρ. 102 και
  3. Για το πρώτο διαμέρισμα
(102)συνήψαν συμφωνία με την άλλη μέτοχό τους, Murandova Elena και για το δεύτερο
(202)με τους εναγόμενους 2 και 3. Ο πρώτος είναι ο μοναδικός διευθυντής τους και η δεύτερη, σύζυγος και/ή συμβία του. Και οι δυο αυτές συμφωνίες, στις 22/10/2021 κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Η πλήρης αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων 1 και ειδικότερα, της σύναψης και κατάθεσης στο Κτηματολόγιο της συμφωνίας για το διαμέρισμα με αρ. 202 έγινε προς καταδολίευση των εναγόντων και/ή την πλήρη αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων 1, δια της μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεών τους προς τους ενάγοντες για την καταβολή της συμφωνηθείσας προμήθειάς τους. Οι εναγόμενοι 1 δε διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 2 τού ανάφερε ότι η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της συζύγου/συμβίας του, θα εκχωρηθεί σε τρίτο πρόσωπο στο εξωτερικό όπου θα κατατεθεί και το τίμημα πώλησης, λόγω των κυρώσεων που επέβαλε η Κυπριακή Δημοκρατία στη Ρωσική Δημοκρατία (Ρωσική Ομοσπονδία είναι το ορθό). Εάν οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 και 3 αφεθούν να προβούν στην αποξένωση του διαμερίσματος με αρ. 202, θα είναι δύσκολο - αν όχι αδύνατο - να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι, πιθανόν να δημιουργηθούν κεκτημένα δικαιώματα για οποιουσδήποτε καλόπιστους τρίτους αγοραστές προς ζημιά των εναγόντων και προς μεγάλη οικονομική ζημιά και απώλειά τους. Επαναλαμβάνω απλώς ότι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες παρέμειναν αναντίλεκτοι. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο αυτό, πλέον είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιηθεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149.» Όπως υποδεικνύεται συναφώς με τα παραπάνω στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω), το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του ΄status quo ante bellum'. Δηλαδή, της κατάστασης πραγμάτων που υπήρχε αμέσως πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Βλέπε και την υπόθεση ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018. Στο παραπάνω ερώτημα απαντώ καταφατικά. Η ζημιά που ενδέχεται να υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, ενώ οι εναγόμενοι, ουδέν αναφέρουν ως προς τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στους ίδιους σε περίπτωση οριστικοποίησης του διατάγματος. Ό,τι διαφοροποιείται για τους ίδιους από μια τέτοια εξέλιξη είναι απλώς ο χρόνος εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος με αρ. 202, ο οποίος μετατίθεται μέχρι και το πέρας της παρούσας αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, η αίτηση επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 18/5/2022 γίνεται απόλυτο. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 μέχρι 3 και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.