← Κύπρος

ARNOS LIMITED ν. Mikhail Glagolev, Αρ. Αγωγής 1133/20, 2/5/2023

ARNOS LIMITED ν. Mikhail Glagolev, Αρ. Αγωγής 1133/20, 2/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1133/20 Μεταξύ: ARNOS LIMITED, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντες - και - Mikhail Glagolev (Αρ. [.] Διαβατηρίου [.]), από τη [.] και τώρα στη Λεμεσό Εναγόμενου Αίτηση του Εναγόμενου, ημερομηνίας 23.8.22, για παροχή ασφάλειας εξόδων από τους Ενάγοντες Ημερομηνία: 2.5.2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κος Γεωργίου Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Πορνάρη Ενδιάμεση Απόφαση (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων ηλεκτρονικά, κατόπιν λήψης της ρητής τους συγκατάθεσης, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Η Αγωγή των Εναγόντων αφορά αξίωση που μόλις ξεπερνά το ποσό των €3000 και εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο για υπηρεσίες που εκείνοι παρείχαν στον Εναγόμενο. Με την Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος, εγείρει προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με τη δικαιοδοσία, αρμοδιότητα και καταλληλότητα του Δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά, αλλά και με την νομιμοποίηση έγερσης της Αγωγής εναντίον του. Επίσης ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, επειδή άλλη εταιρεία έχει εξοφλήσει αυτές και ότι ο ίδιος ουδέποτε συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες. Κρίνω σκόπιμο να καταγράψω συνοπτικά το τι έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ανωτέρω περιγραφόμενης διαφοράς μέχρι σήμερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου: Στις 17.7.20 καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες, αρχικά μονομερής, αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, η οποία συνάντησε ένσταση στις 26.11.

  1. Στις 22.12.20 καταχωρίστηκε, και πάλι από τους Ενάγοντες, αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ημερομηνίας 26.11.20, στην οποία επίσης καταχωρίστηκε ένσταση στις 24.3.
  2. Στις 5.4.21, η αίτηση για αντεξέταση απορρίφθηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, ενώ στις 24.5.21 επίσης απορρίφθηκε και η αίτηση 17.7.20 για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων επίσης με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων. Στο μεταξύ - και αφού καταχωρίστηκε και άλλη αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης - η δικογραφία στην Αγωγή συμπληρώθηκε στις 22.4.21 με καταχώριση Υπεράσπισης (Απάντηση καταχωρίστηκε την 1.12.21). Στις 18.3.22, στο στάδιο έκδοσης Οδηγιών στη βάση της Διαταγής 30, το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικές οδηγίες για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας, αλλά και έθεσε στους διαδίκους το ζήτημα του κατά πόσο η παρούσα διαδικασία θα εκδικαζόταν ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση. Στις 4.7.22, το Δικαστήριο (ακόμα υπό άλλη σύνθεση) κατέγραψε τη συμφωνία των διαδίκων όπως η παρούσα εκδικαστεί με ταχεία διαδικασία και δόθηκαν οδηγίες σε αμφότερες τις πλευρές όπως καταχωρήσουν γραπτές μαρτυρίες εντός συγκεκριμένων προθεσμιών. Αντί καταχώρισης μαρτυρίας, ως οι Οδηγίες του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι του Εναγόμενου καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούν όπως οι Ενάγοντες διαταχθούν να καταθέσουν το ποσό των €6,072.90 ως ασφάλεια εξόδων (η «Αίτηση») και ν' ανασταλεί η διαδικασία μέχρις ότου οι Ενάγοντες συμμορφωθούν με τυχόν ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου, αλλά και απόρριψη της Αγωγής εάν δεν υπάρχει τέτοια συμμόρφωση. Η Αίτηση βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 60, θεσμοί 1, 5 και 6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  3. και υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο (η «ΕΔ Αίτησης»). Συνοπτικά, η ομνύουσα αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 31.1.20 και θεωρείται έκτοτε τρίτη χώρα. Επίσης, οι Ενάγοντες στερούνται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής, δεν θα μπορεί ο Αιτητής ν' ανακτήσει τα έξοδα του. Ως προς την ισχύ της υπόθεσης των Εναγόντων, η ομνύουσα αναφέρει ότι εδράζεται σε αξιώσεις ποσών για υπηρεσίες που ουδέποτε παρείχε προς τον Εναγόμενο, αλλά προς εταιρεία του ανήκε και η οποία από το 2017 μάλιστα είναι αδρανής (Τεκμήριο 1), αλλά και η οποία το 2019 διαλύθηκε (Τεκμήριο 2). Τα δε τιμολόγια των Εναγόντων φθάνουν μέχρι το έτος
  4. Στη βάση προτεινόμενου καταλόγου εξόδων υπολογίζουν ότι τα έξοδα στη διαδικασία θα ανέλθουν στο ποσό των €6,072.90 (Τεκμήριο 3). Η πλευρά των Εναγόντων καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας 18 λόγους για τους οποίους προτείνει ότι η Αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί (η «Ένσταση»). Προτάσσεται, εν συντομία, ότι η Αίτηση δεν αιτιολογείται, ότι δεν παρέχεται απόδειξη του ισχυρισμού περί αδυναμίας των Εναγόντων να πληρώσουν τυχόν διαταγή για έξοδα εναντίον τους, αλλά ότι το αντίθετο ισχύει, μια και οι Ενάγοντες διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένης και ακίνητης ιδιοκτησίας, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Επίσης ότι οι Ενάγοντες είναι μεν εγγεγραμμένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δραστηριοποιούνται και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, φορολογούνται στην Κύπρο και διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Αντίθετα, ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε στοιχεία που να δεικνύει καλή υπεράσπιση στην Αγωγή και θα ήταν άδικο να εκδοθεί σχετικό διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων. Η Αίτηση καταχωρίστηκε και με καθυστέρηση και γενικά δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που γίνεται από υπάλληλο των Εναγόντων (η «ΕΔ Ένστασης»), αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες διαθέτουν γραφείο και κατάστημα στην Κύπρο εδώ και 20 χρόνια (Τεκμήριο 1 Ένστασης) και είναι ιδιοκτήτες εταιρείας η οποία με της σειρά της είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο (Τεκμήριο 2 Ένστασης). Επίσης οι Ενάγοντες φορολογούνται στην Κύπρο (Τεκμήριο 3 Ένστασης), ενώ όλοι οι μάρτυρες στην υπόθεση από την πλευρά τους είναι στην Κύπρο. Η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση και είναι ελλιπής αφού δεν προσκομίζονται γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση. Παρέλαβα γραπτές αγορεύσεις από τους δικηγόρους των διαδίκων μερών, τις οποίες έλαβα υπόψη μου και συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις ως ακολούθως: Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Εναγόμενου γίνεται αναφορά στις σχετικές Νομολογιακές αρχές που σχετίζονται με την Αίτηση και αναλύονται οι λόγοι ένστασης που πρόβαλε η αντίδικη πλευρά. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των ενιστάμενων περί ιδιοκτησίας μετοχών σε εταιρεία που με τη σειρά της είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας, οι δικηγόροι του Εναγόμενου παραπέμπουν στις αρχές της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας εταιρείας από τους μετόχους της και στο ότι οι μέτοχοι δεν έχουν οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία της εταιρείας, βάσει των οποίων καταδεικνύεται ότι οι Ενάγοντες δεν διαθέτουν ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι κατέχουν τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, εκείνοι δεν παρέθεσαν οποιοδήποτε στοιχείο για να τον αποδείξουν. Αναφορικά με την εγκαθίδρυση τόπου εργασίας στην Κύπρο οι δικηγόροι του Εναγόμενου παραπέμπουν σε Νομολογία στη βάση της οποίας αποφασίστηκε ότι υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών που εγγράφονται στην Κύπρο δεν έχουν αυτοτελή νομική προσωπικότητα. Τέλος, οι δικηγόροι επαναλαμβάνουν ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση ενώ δεν μπορεί οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου να χαρακτηριστούν ως παντελώς αβάσιμοι ή ανυπόστατοι. Ως προς το θέμα της καθυστέρησης οι δικηγόροι ισχυρίζονται ότι αφενός το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει σχετικό διάταγμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και αφετέρου ότι η πλευρά των Εναγόντων καταχωρούσε διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις και ότι η ισχύς της Υπεράσπισης καλύπτει οποιαδήποτε καθυστέρηση. Από την πλευρά των Εναγόντων, οι δικηγόροι του, με την δική τους αγόρευση, ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τους λόγους ένστασης και καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την Αίτηση, παραπέμποντας - με παράθεση μεγάλου αποσπάσματος από την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπόθεση 3900/15 ημερομηνίας 13.1.17 - σε παρόμοια Νομολογία όπως και οι δικηγόροι του Εναγόμενου. Στη Διαταγή 60

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού αναφέρεται σε μετάφραση: «Ενάγοντας [...] ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα, έστω και αν διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Σύμφωνα με ερμηνευτική Νομολογία, το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο σταθμίζει, κατά περίπτωση, τους παράγοντες που πλαισιώνουν το συγκεκριμένο αίτημα[1]. Κύριος παράγοντας είναι το ζήτημα της διαμονής. Εφόσον διαπιστωθεί ότι ο ενάγοντας είναι πράγματι κάτοικος εξωτερικού, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προβεί σε διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων χαρακτηρίζεται ως ευρύτατη[2] και εκείνα που, κυρίως, εξετάζονται είναι
(1)το κατά πόσο ο Ενάγοντας διαθέτει περιουσία, και δη ακίνητη, στην Κύπρο και
(2)η ισχύς της υπόθεσης του[3]. Επανερχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση, διαπιστώνω ότι αποτελεί κοινό μεταξύ των διαδίκων έδαφος ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο δεν αποτελεί πλέον κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ότι έχουν εγκαθιδρύσει τόπο εργασίας στην Κύπρο από το έτος 2003 στη βάση του Άρθρου 346 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, παρέμεινε αναντίλεκτο. Είναι νομολογημένο ότι η εγκαθίδρυση τόπου εργασίας και η παράδοση εγγράφων στη βάση του Άρθρου 347 Κεφ. 113 «δεν δημιουργεί νέα νομική οντότητα, ξεχωριστή από την υπάρχουσα στο εξωτερικό»[4] και το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων προς ξένη εταιρεία που διατηρούσε τόπο εργασίας στην Κύπρο εξετάστηκε στο πλαίσιο της Υπόθεσης 580/2015, FMBE BANK LTD. v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 9.6.
  1. Συνεπώς, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία που εδρεύει στο εξωτερικό και η εγκαθίδρυση τόπου εργασίας στην Κύπρο, όπως και η κατ' ισχυρισμό δραστηριοποίησή τους εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μεταβάλλουν το γεγονός ότι πρόκειται για ενάγοντα με συνήθη διαμονή εκτός Κύπρου και Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παρατηρώ ότι παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση ότι οι Ενάγοντες είναι μέτοχοι σε κυπριακή εταιρεία, η οποία με τη σειρά της είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Εκεί που φαίνεται να υπάρχει αμφισβήτηση από πλευράς Εναγόμενου είναι στο κατά πόσο η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία θα μπορούσε, στο πλαίσιο της κρίσιμης Αίτησης, να θεωρηθεί ότι βοηθά το επιχείρημα της πλευράς των Εναγόντων ότι διαθέτουν ακίνητη περιουσία εντός της Δημοκρατίας, εναντίον της οποίας θα μπορούσε να εκτελεστεί τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου να καταβάλουν έξοδα. Επί του σημείου, αφενός ούτε η θέση των δικηγόρων του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες στερούνται οποιασδήποτε περιουσίας αλλά και αφετέρου ούτε η θέση των δικηγόρων των Εναγόντων ότι οι πελάτες τους διαθέτουν, μέσω κυπριακής εταιρείας, ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο, με βρίσκουν σύμφωνο. Και τούτο επειδή από τη μία είναι παραδεχτό ότι οι Ενάγοντες είναι μέτοχοι σε Κυπριακή εταιρεία, δηλαδή διαθέτουν κάποια μορφή περιουσίας στην Κύπρο, αλλά από την άλλη δεν μπορώ να θεωρήσω ότι είναι οι ιδιοκτήτες της εν λόγω ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην προαναφερθείσα Κυπριακή εταιρεία ένεκα του μετοχικού της καθεστώτος. Επομένως, εκ των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες κατέχουν κάποια περιουσία στην Κύπρο, η οποία όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μόνιμη. Αναφορικά δε με την περιουσία που οι Ενάγοντες κατέχουν σημειώνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς τους αναφορικά με την αξία της. Ούτε αναφορικά με τις μετοχές τους στην Κυπριακή εταιρεία, αλλ' ούτε αναφορικά με οποιαδήποτε άλλη περιουσία που κατέχουν στην Κύπρο και έτσι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να συνεκτιμήσει την αξία της εν λόγω περιουσίας ως γεγονός στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Ο δε ισχυρισμός τους ότι διατηρούν τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, επίσης παρέμεινε μετέωρος αφού δεν προσκομίστηκε οτιδήποτε για να τον ενισχύσει. Καταλήγω συνεπώς ότι μπορεί οι Ενάγοντες να διαθέτουν μεν κάποια περιουσία στην Κύπρο, αλλά αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί μόνιμη και δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς την αξία της. Οι πιθανότητες επιτυχίας τόσο της αξίωσης όσο και της υπεράσπισης, είναι ζητήματα που σταθμίζονται από το Δικαστήριο μαζί με τους λοιπούς παράγοντες[5]. Στην προκείμενη περίπτωση έλαβα υπόψη μου ότι η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό απλήρωτα τιμολόγια - ή εν πάση περιπτώσει σε οφειλόμενο υπόλοιπο - για υπηρεσίες τις οποίες κατ' ισχυρισμό παρείχαν στον Εναγόμενο. Θέση του Εναγόμενου, πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, είναι ότι οι υπηρεσίες δεν προσφέρθηκαν σε εκείνον, αλλά σε εταιρεία την οποία οι Ενάγοντες ίδρυσαν στο πλαίσιο των εργασιών τους για λογαριασμό του, ότι δεν υπάρχουν εκκρεμούσες οφειλές προς τους Ενάγοντες, επειδή οι υπηρεσίες που αφορούσαν την εν λόγω εταιρεία εξοφλήθηκαν. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων και εξετάζοντας αμφότερες στην όψη τους και μόνο, δεν μπορώ να θεωρήσω οποιαδήποτε εξ αυτών ως έκδηλα ανεπαρκή, ή και, αντιστρόφως, ως αποκαλύπτουσα τόσο υψηλές πιθανότητες επιτυχίας που να καθιστούσε τυχόν διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων άδικη για τους Ενάγοντες. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και έχοντας κατά νου το ιστορικό της διαδικασίας, καταλήγω ότι πράγματι έχει υπάρξει κάποια καθυστέρηση, αφού το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν γνωστό στην πλευρά του Εναγόμενου από την επίδοση της Αγωγής. Έκτοτε η πλευρά των Εναγόντων καταχώρισε 3 ενδιάμεσες αιτήσεις, οι 2 εκ των οποίων οδηγήθηκαν σε Ακρόαση και εκδόθηκαν αντίστοιχες Ενδιάμεσες Αποφάσεις. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος δεν αναζήτησε την εδώ αιτούμενη θεραπεία ενωρίτερα και ανέμενε έως ότου η παρούσα οριστεί για Ακρόαση, αφότου μάλιστα αμφότερες οι πλευρές συναίνεσαν ενώπιον Δικαστηρίου όπως η παρούσα εκδικαστεί ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση, στη βάση μόνον γραπτής μαρτυρίας και δόθηκαν προς τούτο σχετικές οδηγίες. Τούτων όμως λεχθέντων και έχοντας υπόψη μου ότι στο θεσμό 1 της Διαταγής 60 αναφέρεται ότι η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της Αγωγής[6] και ότι σύμφωνα με τις σχετικές αρχές της Νομολογίας η καθυστέρηση, για να οδηγήσει σε απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος, θα πρέπει συνυπάρχει με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες[7], οι οποίοι δεν τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προαναφερθείσα καθυστέρηση, την οποία διαπίστωσα, δεν δικαιολογεί, εν προκειμένω, απόρριψη του αιτήματος. Ανακεφαλαιώνοντας, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία που εδρεύει στο εξωτερικό, ότι μπορεί μεν να διαθέτουν κάποια περιουσία στην Κύπρο, αλλά αφενός αυτή δεν έχει το στοιχείο της μονιμότητας και αφετέρου δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με την αξία της. Γενικότερα, δεν έχει καταδειχθεί ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος του Εναγόμενου θα ήτο άδικη για τους Ενάγοντες με αναφορά στην ισχύ της υπόθεσής τους. Από το σύνολο των περιστάσεων θεωρώ υπήρξε μεν κάποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, η οποία όμως δεν διαφάνηκε να συνοδεύεται με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες. Εν κατακλείδι κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Προχωρώ να εξετάσω το ποσό για το οποίο θα εκδοθεί σχετικό Διάταγμα και παρατηρώ ότι το ποσό που προτείνεται από την πλευρά του Εναγόμενου στο Τεκμήριο 3 είναι υπερβολικό, αφού σε αυτό περιλήφθηκαν μεταξύ άλλων 4 δικάσιμοι για Ακρόαση ενώ η διαδικασία πρόκειται να διεξαχθεί στη βάση γραπτής μαρτυρίας, έξοδα για εμφάνιση σε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης, η οποία αφορούσε τον Εναγόμενο και επιπλέον εμφάνιση των δικηγόρων αναφορικά με την κρίσιμη Αίτηση. Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ορθό όπως περιορίσω το ποσό που η πλευρά του Εναγόμενου προτείνει στο ποσό των €
  2. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει στο βαθμό που ανέφερα προηγουμένως. Οι Ενάγοντες διατάσσονται να καταθέσουν το ποσό των €4000 είτε σε μετρητά είτε υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ως ασφάλεια για τα έξοδα του Εναγόμενου, εντός 60 ημερών από σήμερα. Σε περίπτωση που δεν το πράξουν εντός των 60 ημερών από σήμερα, η Αγωγή θα θεωρείται απορριφθείσα. Μέχρι τότε η διαδικασία τελεί υπό αναστολή. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, εν όψει της φύσεως του αιτήματος και του γεγονότος ότι αυτό σχετίζεται άμεσα με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου επί των εξόδων της Αγωγής, κρίνω δίκαιο όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. Η Αγωγή ορίζεται στις 4.7.23 και ώρα 9.00 π.μ. για Οδηγίες, εκτός εάν οι Ενάγοντες δεν συμμορφωθούν με την πιο πάνω Διαταγή του Δικαστηρίου. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Alahmari v. Alia the Royal Jordanian Airline
(1990)1 A.A.Δ. 434 [2] Βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Sememces v. Apak Agro Industries Ltd. κ.α. (Αρ. 2)
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1170 [3] Βλ. Genemp Trading Ltd. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία πρώην Λαϊκή Κυπριακή Εταιρεία Λτδ.
(2011)1 ΑΑΔ 1314 [4] Βλ. Beogradska Banka a.d. v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Αρ. Υπόθεσης 698/00, ημερομηνίας 8.12.2000 [5] Βλ. Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd.
(1987)1 All E.R. 1074 [6] Στο πρωτότυπο: «[.] at any stage of the action [.]» [7] Βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Sememces (υποσημείωση 1 ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.