ATC MEDITERRANEAN CONSTRUCTION LTD ν. KIPR DOM LTD κ.α., Aρ. Αγωγής: 643/2022, 12/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 643/2022 (i-Justice) Μεταξύ: ATC MEDITERRANEAN CONSTRUCTION LTD Εναγόντων και
- KIPR DOM LTD
- ELENA MURADOVA Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση, ημερομηνίας 16.5.2022 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.5.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: ΧΡΙΣΤΟΣ. Π. ΑΔΑΜΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους - την οποία καταχώρησαν με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 13/5/2022 - αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων το ποσό των €131.338,37, ως υπόλοιπο κατασκευαστικών εργασιών ανέγερσης πολυκατοικίας (στο εξής «επίδικη πολυκατοικία») επί του 1/2 μεριδίου ακινήτου - υπό στοιχεία τα οποία αναφέρονται - ιδιοκτησίας των εναγόμενων το οποίο βρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Αξιώνουν ακόμη διάταγμα που να κηρύσσει άκυρο το αγοραπωλητήριο έγγραφο που συνάφθηκε μεταξύ των δυο εναγόμενων για την πώληση του διαμερίσματος με αρ. 102 (στο εξής «επίδικο διαμέρισμα») επί της επίδικης πολυκατοικίας, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, καθώς - όπως αναφέρεται - αυτό έγινε με συμπαιγνία μεταξύ των εναγόμενων και/ή συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή προς καταδολίευση των εναγόντων και/ή προς αποφυγή εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες και/ή προς πλήρη αποξένωση της περιουσίας των εναγόμενων 1, με απώτερο σκοπό, τη μη καταβολή από αυτούς του παραπάνω ποσού. Στις 16/5/2022, οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση και με τις δυο πρώτες αιτούμενες θεραπείες - που είναι και οι μόνες πλέον που μας ενδιαφέρουν, καθώς οι άλλες δυο, με ρητή δήλωση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του, έχουν εγκαταλειφθεί - ζητούν την έκδοση δυο προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Με το πρώτο, που ν' απαγορεύει στους εναγόμενους 1 να προβούν σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος και με το δεύτερο, που ν' απαγορεύει στην εναγόμενη 2 να αποσύρει από το Κτηματολόγιο το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο και/ή να προβεί σε εκχώρηση των δικαιωμάτων της που πηγάζουν από αυτό. Η αίτηση - μεταξύ άλλων - βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4 μέχρι 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του, εκ των διευθυντών των εναγόντων, Σταύρου Χρίστου. Η συνάδελφος που είχε επιληφθεί της αίτησης διέταξε την επίδοσή της στους εναγόμενους, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Αποτελείται από 6 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση συγκεκριμένης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου τους. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Επειδή η ένσταση στην αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόμενων, προτού υπεισέλθω στην εξέταση της αίτησης θεωρώ ορθό να εξετάσω δυο θέματα τα οποία αναδεικνύουν οι ενάγοντες σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η εν λόγω ένορκη δήλωση. Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Χριστοφόρου - ο οποίος παρέπεμψε και σε σχετική νομολογία - οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο. Στην προκειμένη περίπτωση, η δικηγόρος που εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόμενων, καμιά εξήγηση παραθέτει γιατί να μην ορκίζονται οι εναγόμενοι ή ένας από αυτούς και γιατί καθίσταται αναγκαίο να ορκιστεί η ίδια. Κανένας καλός λόγος παρατίθεται και καμιά εξήγηση δίδεται, που να μην επέτρεπε στους ίδιους τους εναγόμενους να είναι ενόρκως δηλούντες. Παρόλο που η ενόρκως δηλούσα φαίνεται να μη χειρίζεται η ίδια την υπόθεση, ως αναφέρει, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους των εναγόμενων, έχουν καταστεί μάρτυρες γεγονότων και ως εκ τούτου, κωλύονται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσουν να εμφανίζονται και να χειρίζονται την υπόθεση του πελάτη τους. Επομένως - όπως αναφέρεται καταληκτικά - αυτός είναι αρκετός λόγος για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η οποία να παραμένει μετέωρη προς απόρριψη. Δε συμφωνώ με τον κ. Χριστοφόρου. Οι αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα, συμπυκνώνονται στην - μεταγενέστερη των αποφάσεων στις οποίες μ' έχει παραπέμψει ο ίδιος για σκοπούς στοιχειοθέτησης των παραπάνω θέσεων του - απόφαση στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD ν. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
(2013)1(Β) Α.Α.Δ 1202 από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Alexander v. Alexander
(2013)1 Α.Α.Δ. 1093).» Ότι η περίπτωση της ενόρκως δηλούσας για τους εναγόμενους εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω αρχών είναι ολοφάνερο. Υπάρχει και δεύτερος λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες - μέσω του δικηγόρου τους - υποβάλλουν πως δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η ίδια ένορκη δήλωση. Σύμφωνα και πάλιν με τον κ. Χριστοφόρου, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία έχει αντλήσει από το φάκελο της υπόθεσης και τα όσα της ανάφεραν οι εναγόμενοι 1 και
- Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία και η εναγόμενη 2, Ρωσίδα στην καταγωγή και εκ των δυο μετόχων των εναγόμενων
- Ακολούθως, ο κ. Χριστοφόρου θέτει το ερώτημα, ποιος εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 και από πού έλαβε τις λεπτομερείς πληροφορίες η ενόρκως δηλούσα, η οποία δεν κατονομάζει τον πληροφοριοδότη της ούτε αναφέρει σε ποια γλώσσα της έχουν αναφέρει λεπτομερώς τα γεγονότα οι εναγόμενοι 1 και 2 μα ούτε και ποιος της παρέδωσε τα έγγραφα που επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή της. Επίσης αναφέρει ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, χωρίς να επισυνάπτει οποιαδήποτε σχετική εξουσιοδότηση και/ή απόφαση των εναγόμενων
- Αρχίζοντας από το τελευταίο, με όλο το σεβασμό δε συμφωνώ ότι υπάρχει οποιοσδήποτε νομικός κανόνας που να επιβάλλει την εξασφάλιση γραπτής εξουσιοδότησης προκειμένου κάποιο πρόσωπο να είναι σε θέση να προβεί σε έγκυρη ένορκη δήλωση εκ μέρους, είτε νομικού είτε φυσικού προσώπου, προς υποστήριξη της ένστασης των τελευταίων σε αίτηση, όπως είναι η υπό εξέταση. Κατά τα λοιπά, εάν οι ενάγοντες θεωρούν ότι έχουν σημασία τα διάφορα ερωτήματα που εγείρουν, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους ότι η ίδια ένορκη δήλωση, θα πρέπει να αποκλειστεί, θα μπορούσαν να επιδιώξουν, τουλάχιστον να αντεξετάσουν συναφώς με αυτά την ομνύουσα, κάτι που δεν έκαναν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τον 6ο λόγο έντασης υποβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση φέρει προγενέστερη της αίτησης, ημερομηνία. Είναι γεγονός, ότι ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε στις 16/5/2022 η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει έγινε στις 13/5/
- Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στο πλαίσιο εκκρεμούσης αγωγής, κανένα πρόβλημα επί τους κύρους της αίτησης συνεπάγεται το συγκεκριμένο γεγονός. Η υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αποτελεί καθ' όλα έγκυρη και κανονική ενέργεια η οποία επιτρέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Constantinou S.A. Ltd και Άλλοι ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754). Με τους 2ο, 3 και 5ο λόγους ένστασης, βασικά υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν τα γεγονότα που αναφέρονται στο σώμα των συγκεκριμένων λόγων ένστασης. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σ' αυτά, με μόνο λόγο, ότι - για να επαναλάβω - η συνάδελφος που είχε επιληφθεί της υπό κρίση αίτησης διέταξε την επίδοσή της - δηλαδή τη μετέτρεψε σε δια κλήσεως - χωρίς να εκδώσει κανένα από τα αιτούμενα διατάγματα και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης είναι άνευ αντικειμένου. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων αποτελεί λόγο ακύρωσης διατάγματος το οποίο εκδόθηκε με μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583, Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377, Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081, Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας και Άλλοι ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2013)1 Α.Α.Δ. 621 και τις μεταγενέστερες υποθέσεις Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν. Adeona Holdings Limited και Άλλων, Πολ. Έφ. 6/14, ημερ. 27.2.2015, PHOENIX PHARMACY LIMITED κ.ά. ν. BUGAEV, Πολ. Έφ. Αρ. Ε69/2016, ημερ. 11/4/2019, LarienaInvestments Ltd και Άλλων ν. RFI Consortium Ltd, Πολ. Έφ. 164/19, ημερ. 22/1/2021 και CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.ά. v. CONTENT UNION SA, Πολ. Έφ. Αρ. Ε34/2018, Ε35/2018, ημερ. 8/4/2021). Με τον 4ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασιών εκ μέρους των εναγόντων και/ή πιεστικό μέτρο σε βάρος της εναγόμενης 2 που επηρεάζει την περιουσία της. Προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, στην παράγραφο 5 της δήλωσής της αναφέρει τα εξής: Ενώ μέσα από το τεκμ. 19 που παρουσίασαν οι ενάγοντες, όλα τα πωλητήρια έγγραφα των 4 διαμερισμάτων της επίδικης πολυκατοικίας κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο μεταξύ 14/10/2021 και 22/10/2021, αυτοί, μόλις στις 3/2/2022 απέστειλαν στους εναγόμενους 1 τον ισχυριζόμενο τελικό λογαριασμό τους, δηλαδή, 4 μήνες μετά. Επιπρόσθετα - ρωτά η ομνύουσα - γιατί δεν ζητούν αντίστοιχες θεραπείες για το διαμέρισμα 202, το οποίο ο Dmitry Khlutchin και η σύζυγός του, Vasilyeva Yana αγόρασαν από τους εναγόμενους 1 και που η αξία του καλύπτει την κατ' ισχυρισμό απαίτηση των εναγόντων; Χωρίς να σχολιάζω τους παραπάνω ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας για τους εναγόμενους, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι, πώς αυτοί στοιχειοθετούν τη θέση τους ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών είτε ακόμη, κατά ποια έννοια η αίτηση αποτελεί πιεστικό μέτρο σε βάρος της εναγόμενης που επηρεάζει την περιουσία της. Ακολουθεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται πως δεν πληρούνται και/ή δεν αποκαλύπτονται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022. «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Από το συνδυασμό του περιεχομένου του γενικά οποισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με αυτό της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, προκύπτει ότι βάση της αγωγής των εναγόντων αποτελούν τρεις γραπτές συμφωνίες τις οποίες αυτοί συνήψαν με τους εναγόμενους 1, δυνάμει των οποίων, οι πρώτοι ανέλαβαν για λογαριασμό των δεύτερων την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών ανέγερσης της επίδικης πολυκατοικίας. Στο ίδιο πλαίσιο, δηλαδή στη βάση της αγωγής εντάσσεται και η σύναψη γραπτής συμφωνίας πώλησης του επίδικου διαμερίσματος μεταξύ των δυο εναγόμενων, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αιτία της αγωγής των εναγόντων, ο ισχυρισμός τους, ότι οι εναγόμενοι 1, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνιών τούς οφείλουν το ποσό των €131.338,37 που αποτελεί το υπόλοιπο της αμοιβής τους για την εκτέλεση των εργασιών τους στην επίδικη πολυκατοικία. Επιπλέον, ο ισχυρισμός τους, ότι η μεταξύ των εναγόμενων συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος είναι εικονική και έγινε κατόπιν συμπαιγνίας μεταξύ τους και/ή συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή προς καταδολίευση των εναγόντων και/ή προς αποφυγή εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 έναντί τους και/ή προς πλήρη αποξένωση της περιουσίας τους, με απώτερο σκοπό να μην καταβάλουν το ποσό που οφείλουν στους ενάγοντες. Έχοντας υπόψη ότι η παράβαση σύμβασης, η σύναψη εικονικής σύμβασης ή κατόπιν δόλου ή απάτης αποτελούν αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση. Πλείστοι από τους ισχυρισμούς των εναγόντων που συνθέτουν τη βάση και αιτία της αγωγής τους υποστηρίζονται από διάφορα έγγραφα/τεκμήρια, οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν αρκετούς από τους εν λόγω ισχυρισμούς τους, ενώ στο βαθμό που το κάνουν παραβλέπουν την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή - την οποία πολύ ορθά μνημονεύει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους στη γραπτή αγόρευσή του - σύμφωνα με την οποία, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. τις Κύριλλου, Γρηγορίου, ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά. και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., ανωτέρω). Και η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχει αποδειχθεί. Είναι γεγονός, ότι σε περίπτωση μη έκδοσής τους και επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων στη συνέχεια, η πιθανότητα αυτοί να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι πολύ ισχυρή. Σ' αυτό συνηγορούν οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για γι' αυτούς, πλείστοι των οποίων παρέμειναν αναντίλεκτοι: Οι ενάγοντες, κατά ή περί τις 3/5/2022 μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο διαπίστωσαν ότι οι εναγόμενοι 1 προχώρησαν στη σύναψη συμφωνιών πώλησης όλων των διαμερισμάτων της επίδικης πολυκατοικίας οι οποίες κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Αυτοί δε διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Η πλήρης αποξένωση όλων των διαμερισμάτων και ειδικότερα του επίδικου διαμερίσματος έγινε με δόλιο τρόπο προς αποφυγή εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 έναντι των εναγόντων για καταβολή του ποσού των €131.338,37 (ανωτέρω). Η εναγόμενη 2 είναι Ρωσίδα υπήκοος και δύναται ανά πάσα στιγμή να εκχωρήσει τα δικαιώματά της ως αγοράστρια του επίδικου διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο, με αποκλειομένου και κατοίκου εξωτερικού και/ή σε άλλο Ρώσο υπήκοο και να καταβληθεί το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος στο εξωτερικό, λόγω των κυρώσεων που επέβαλε η Κυπριακή Δημοκρατία στη Ρωσία, ενόψει του πολέμου στην Ουκρανία. Σε τέτοια περίπτωση, οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους στην αγωγή. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο - αν όχι αδύνατο - να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι, πιθανόν να αποσυρθεί το αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο και να συναφθεί άλλο με καλόπιστο αγοραστή και πιθανόν η αξία του επίδικου διαμερίσματος να καταβληθεί στο εξωτερικό και/ή να εκχωρηθούν τα δικαιώματα της εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κεκτημένα δικαιώματα για οποιουσδήποτε καλόπιστους τρίτους αγοραστείς προς ζημιά και απώλεια των εναγόντων που δεν θα πληρωθούν για τις εκτελεσθείσες εργασίες τους προς τους εναγόμενους 1. Επαναλαμβάνω απλώς ότι πλείστοι από τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων παρέμειναν αναντίλεκτοι. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν αυτά. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149.» Όπως υποδεικνύεται συναφώς με τα παραπάνω στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω) το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του ΄status quo ante bellum'. Δηλαδή, της κατάστασης πραγμάτων που υπήρχε αμέσως πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Βλέπε και την υπόθεση ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018. Στο παραπάνω ερώτημα απαντώ καταφατικά. Η ζημιά που ενδέχεται να υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, ενώ οι εναγόμενοι, ουσιαστικά, ουδέν αναφέρουν ως προς τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στους ίδιους σε περίπτωση έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων. Ό,τι διαφοροποιείται για τους ίδιους από μια τέτοια εξέλιξη είναι απλώς ο χρόνος εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, ο οποίος μετατίθεται μέχρι και το πέρας της παρούσας αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 και και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο