JACQUELINE THERESA STEFANOU MARNEROS ν. MAHDI NIKBAKTAN κ.α., Αρ. Αγωγής: 4168/2013, 3/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4168/2013 Μεταξύ: JACQUELINE THERESA STEFANOU MARNEROS Ενάγουσας και
- MAHDI NIKBAKTAN
- FARIBA HAJYI MOHAMMADI ALHORD Εναγόμενων -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.5.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: κα Σ. Ευριπίδου, για Ρ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 1 και 2: κ. Χ. Αδάμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών: Μεταξύ των διαδίκων, στις 23/11/2007 συνάφθηκε γραπτή συμφωνία πώλησης (στο εξής «επίδικη σύμβαση») η οποία διαλαμβάνει - μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το προοίμιο, η ενάγουσα, που είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου ακινήτου στη Λεμεσό (στο εξής «επίδικο ακίνητο») έχει ανακαινίσει την κατοικία τριών υπνοδωματίων που υπήρχε σ' αυτό (στο εξής «επίδικη κατοικία») και κατασκεύασε πάνω σ' αυτή, διώροφη κατοικία. Η ενάγουσα δηλώνει ότι δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για τις δυο αυτές κατοικίες, ως επίσης, ότι το επίδικο ακίνητο βαρύνεται με υποθήκη υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας και με memo υπέρ κάποιου Δημήτρη Γεωργίου (το ορθό επίθετο είναι Γρηγορίου). Δηλώνει ακόμη, ότι ο πρώην σύζυγός της καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι δικαιούται σε καταβολή κάποιου ποσού για την αύξηση της αξίας του επίδικου ακινήτου. Η ενάγουσα επιθυμεί να πωλήσει και οι εναγόμενοι έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να αγοράσουν την επίδικη κατοικία. Όσα ακολουθούν αποτελούν όρους της επίδικης σύμβασης: Με αυτή, η ενάγουσα πωλεί και οι εναγόμενοι αγοράζουν την επίδικη κατοικία, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά βάρη ή επιβαρύνσεις ή άλλες υποχρεώσεις. Η ενάγουσα αναλαμβάνει ταυτόχρονα με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς να υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή οποιασδήποτε άλλης τράπεζας ή οργανισμού, ως εγγύηση για τη χορήγηση δανείου στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι αναλαμβάνουν μετά τη λήψη από το Υπουργικό Συμβούλιο τής άδειας που αναφέρεται στον όρο 13 (για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο) να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο στο όνομά τους και να προβούν σε όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις για τη μεταβίβαση της υποθήκης στο όνομά τους. Το τίμημα αγοράς της επίδικης κατοικίας συμφωνείται στο ποσό των £110.000, πληρωτέο από τους εναγόμενους στην ενάγουσα, ως ακολούθως: ποσό £20.000, με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και το υπόλοιπο ποσό, εκ £90.000, κατά τη μεταβίβαση (δηλαδή ταυτόχρονα) του 1/3 του μεριδίου του επίδικου ακινήτου στους εναγόμενους στις/ή πριν τις 28/12/
- Η ενάγουσα θα παραδώσει στους εναγόμενους, ελεύθερη την κατοχή του επίδικου ακινήτου με την πληρωμή του ποσού των £90.000 (ανωτέρω). Η ενάγουσα δεσμεύεται να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στο όνομα των εναγόμενων (1/6 μερίδιο στον καθένα) μόλις: (α) εξοφληθεί πλήρως το τίμημα αγοράς και (β) οι εναγόμενοι - που είναι αλλοδαποί - εξασφαλίσουν από το Υπουργικό Συμβούλιο την άδεια απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Τέλος, όλοι οι όροι της επίδικης σύμβασης είναι ουσιώδεις. Ενώ η επίδικη σύμβαση αποτελεί τη βάση της αγωγής της ενάγουσας, η κατ' ισχυρισμό της, παράβαση της σύμβασης από τους εναγόμενους αποτελεί την αιτία της. Οι ακόλουθοι είναι μερικοί από τους βασικούς - δικογραφημένους - ισχυρισμούς της, οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της αγωγής της και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον των εναγόμενων: Οι εναγόμενοι, λόγω πραγματικής οικονομικής αδυναμίας, κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης κατέβαλαν μόνο το ποσό £10.000 (αντί £20.000) αφού θα εξασφάλιζαν δάνειο από πιστωτικό ίδρυμα για αποπληρωμή, ολόκληρου του ποσού της επίδικης αγοραπωλησίας καθώς και το ποσό των £10.000 που υποσχέθηκαν να καταβάλουν σε μεταγενέστερη ημερομηνία - την οποία καθόρισαν οι ίδιοι - χωρίς ωστόσο να το πράξουν. Προς επιβεβαίωση όλων αυτών, η ενάγουσα υπόγραψε και τους παρέδωσε σχετική δήλωση, ημερομηνίας 28/9/
- Αυτοί, κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης, μέχρι σήμερα αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να καταβάλουν το ποσό των £90.000 (ανωτέρω) αλλά και το επιπλέον ποσό των £10.000 (ανωτέρω). Αυτό δε, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που κατέβαλε η ενάγουσα. Οι εναγόμενοι τής εξέφρασαν την επιθυμία να τους παραδώσει τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας για να μπορέσουν να προβούν σε μια μικρή ανακαίνιση (καθώς αυτή ήταν καινούργια και σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση) πριν την εξόφληση του τιμήματος των £90.000 και αυτή, μέσω του τότε δικηγόρου της, αποδέχτηκε. Παρόλα αυτά, η παράδοση της επίδικης κατοικίας, θα γινόταν όπως προνοούσε η επίδικη σύμβαση, δηλαδή, ταυτόχρονα με την εξόφληση του ποσού των £90.
- Συναφώς με το τελευταίο, ο εναγόμενος, στις 27/12/2007 υπόγραψε σχετική βεβαίωση. Οι εναγόμενοι, ουδέποτε προέβησαν σε ανακαίνιση της επίδικης κατοικίας, αλλά, ξεγελώντας και παραπλανώντας την ενάγουσα, εγκαταστάθηκαν και διαμένουν σ' αυτή παράνομα, χωρίς να της καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας. Επειδή αρνούνταν και παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η ενάγουσα αναγκάστηκε να τερματίσει την επίδικη σύμβαση, μέσω των δικηγόρων της και την επιστολή τους, ημερομηνίας 25/9/2008 καθώς και με δεύτερη επιστολή, ημερομηνίας 9/4/
- Με τις εν λόγω επιστολές, τους ζητούσε να της παραδώσουν ελεύθερη κατοχή της επίδικης κατοικίας - κατακρατώντας η ίδια το ποσό των £10.000, ως αποζημίωση - και ταυτόχρονα, τους καλούσε να καταβάλουν το ποσό των €37.500, πλέον Φ.Π.Α., ποσό το οποίο υπολογίστηκε ως το εύλογο αγοραίο ενοίκιο από την ημερομηνία παράβασης της επίδικης σύμβασης μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της, στις 9/4/
- Οι εναγόμενοι, παρότι έλαβαν γνώση και των δυο αυτών επιστολών αρνούνται να συμμορφωθούν. Μετά το χωρισμό της ενάγουσας από τον πρώην σύζυγό της και προς επίλυση των περιουσιακών διαφορών τους που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, ο δεύτερος, στις 22/9/2008 συνήψε δάνειο στο όνομά του, συνολικού ύψους €220.
- Από το ποσό αυτό κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των £50.000 που αποτελούσε τη συνεισφορά της για τη δημιουργία και απόκτηση της επίδικης κατοικίας και με τα χρήματα που θα λάμβανε η ενάγουσα, ενόψει της επίδικης σύμβασης, θα ξοφλιόταν παλαιό δάνειο το οποίο συνήψαν η ίδια με το πρώην σύζυγό της, για απόκτηση της επίδικης κατοικίας. Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει - μεταξύ άλλων - ανάκτηση κατοχής της επίδικης κατοικίας και διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους να της καταβάλλουν το ποσό των €650.00 - που αποτελεί το εύλογο αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο - από 28/12/2007 που οι εναγόμενοι παραβίασαν την επίδικη σύμβαση μέχρι και την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής της επίδικης κατοικίας στην ίδια. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών της ενάγουσας, οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους αντιτείνουν - μεταξύ άλλων - τα εξής: Παραδέχονται ότι με βάση την επίδικη σύμβαση, η παράδοση της κατοχής της επίδικης κατοικίας από την ενάγουσα στους ίδιους, θα γινόταν με την πλήρη εξόφληση τους τιμήματος της επίδικης αγοραπωλησίας, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι επειδή η ενάγουσα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί χρονικά στις υποχρεώσεις της, τους παραδόθηκαν τα κλειδιά και συνακόλουθα, η κατοχή της επίδικης κατοικίας, χωρίς να έχουν ξοφλήσει το ποσό των £90.
- Η εναγόμενη, δυνάμει της παραγράφου 2 της επίδικης σύμβασης, τους πώλησε την επίδικη κατοικία, ελεύθερη από οποιανδήποτε νομική ή πραγματική επιβάρυνση, ωστόσο, αυτή, στον ουσιώδη χρόνο ήταν δεσμευμένη με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, υποθηκευμένη προς όφελος τράπεζας, ενώ και τρίτο πρόσωπο είχε εγγράψει memo σε βάρος του επίδικου ακινήτου. Κατά ή περί τις 30/9/2008 ενέγραψε τα 2/3 μερίδια του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του πρώην συζύγου της. Ενώ δυνάμει του όρου 3 της επίδικης σύμβασης, θα υπόγραφε για την υποθήκευση του επίδικου ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης δανείου από τους εναγόμενους, από τραπεζικό οργανισμό, εντούτοις, όταν ο πρώην σύζυγός της κατέστη κατά τα 2/3 συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, οι δυο τους αρνούνταν να υπογράψουν για το σκοπό αυτό. Ενώ οι ίδιοι είχαν εξασφαλίσει δάνειο, ύψους £90.000 για την εξόφληση της ενάγουσας και παρόλο που αυτή και ο πρώην σύζυγός της είχαν εγκαίρως ειδοποιηθεί εκ μέρους τους, ουδείς εξ αυτών προσήλθε στο Κτηματολόγιο για να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Ήταν εξ υπαρχής και μέχρι σήμερα, εξ' υπαιτιότητάς τους και/ή από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο της ενάγουσας που δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα το ποσό των £90.
- Στις 23/11/2007 τής κατέβαλαν το ποσό των £20.000 - και όχι των £10.000, όπως είναι η θέση της - και αυτή εξέδωσε σχετική απόδειξη. Οι ίδιοι είχαν έγκαιρα προβεί σ' όλες τις αναγκαίες διαδικασίες για εξασφάλιση από συνεργατικό οργανισμό του ποσού των £90.000, ως και στην έκδοση των αναγκαίων αδειών από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και σε κάθε άλλη διευθέτηση που ήταν προϋπόθεση για την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί τους, πλην όμως, η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντί τους. Ο εναγόμενος, στις 27/12/2007 υπόγραψε τη βεβαίωση στην οποία αναφέρεται η ενάγουσα στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης, χωρίς να γνωρίζει ότι αυτή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στους όρους της επίδικης σύμβασης. Μετά που την κάλεσαν να μεταβιβάσει επ' ονόματί τους την επίδικη κατοικία, αυτή παραλείπει και/ή αρνείται να συμμορφωθεί. Αρνούνται τον ισχυρισμό της ότι έχει τερματίσει την επίδικη σύμβαση και ισχυρίζονται ότι αυτή - και όχι οι ίδιοι - είναι που αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και συνεχίζει να αρνείται να συμμορφωθεί προς τις συμβατικές και θεσμικές υποχρεώσεις της δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση των εναγόμενων, με την οποία ισχυρίζεται και τα εξής: Οι εναγόμενοι, κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης σύμβασης γνώριζαν ότι το επίδικο ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη στην τράπεζα και ήταν υποθηκευμένο με βάση τον όρο 4 της επίδικης σύμβασης. Μόνο για τα 2/3 του ακινήτου υπήρχε εμπράγματη εξασφάλιση και όχι για το 1/3 που συμφώνησε να πωλήσει στους εναγόμενους. Ο πρώην σύζυγός της κατέστη συνιδιοκτήτης κατά τα 2/3, πολύ αργότερα από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών (ως ανωτέρω) τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: πρώτο, υπήρξε ή όχι παράβαση της επίδικης σύμβασης και αν υπήρξε, από ποιο από τα δυο συμβαλλόμενα μέρη; Δεύτερο, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υπήρξε παράβαση της επίδικης σύμβασης, ποιες οι έννομες συνέπειες, δεδομένων και των αξιώσεων της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή της πρώτης; Τρίτο, υπήρξε ή όχι τερματισμός της επίδικης σύμβασης από την ενάγουσα και εάν υπήρξε, ήταν ή δεν ήταν νόμιμος; Ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας, Στέφανος Μαρνέρος και ο εκτιμητής ακινήτων, Ιωάννης Μιχαλάκη (Μ.Ε. 1 και 2) είναι οι δυο μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση της ενάγουσας. Από την άλλη, ο δικηγόρος, Χάρης Χαραλαμπίδης, ο πρώην κτηματολογικός υπάλληλος, Χριστάκης Δημητριάδης και ο εναγόμενος, Mahdi Nikbaktan (Μ.Υ.1, 2 και 3, αντίστοιχα) είναι οι τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση των εναγόμενων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες - περιλαμβανομένου του εναγόμενου - ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και ειδικά για τον πρώην σύζυγο της ενάγουσας και τον εναγόμενο και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους από την έκβαση της υπόθεσης. Καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391) όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Τέλος, επειδή το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας αποτελεί και πραγματική μαρτυρία λαμβάνω υπόψη ότι αυτή, καθώς επίσης έχει νομολογηθεί (βλ. Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2011, ημερομηνίας 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του πρώην συζύγου της ενάγουσας, κατά βάση είναι αρνητική. Ο μάρτυρας - μεταξύ άλλων - προέβαλε ισχυρισμούς που παρέμειναν έωλοι ή στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε ακόμη, που δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόμενων - που κατά περίπτωση αφορούσαν - για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν. Περαιτέρω, μερικοί από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας - η οποία μάλιστα, εν μέρει κατατέθηκε από τον ίδιο - ή έρχονται σε αντίθεση με αυτή, είτε ακόμη αφίστανται των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Και με δεδομένο ότι πρόκειται για την ενάγουσα - πρώην σύζυγό του - το πρόσωπο που προέβη στις αρχικές δηλώσεις, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, στην έκταση που όσα ανάφερε ο μάρτυρας αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και δεν αποδεικνύονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, σε εφαρμογή του άρθρου 27
(2)και
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν είμαι διατεθειμένος να προσδώσω καθόλου βαρύτητα στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του. Καταρχάς, μου είναι τελείως άγνωστο, για ποιο λόγο η ενάγουσα παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να καταθέσει για την υπόθεσή της και κατά πόσο αυτό ήταν εύλογο και εφικτό να γίνει. Έπειτα, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των αρχικών δηλώσεων και των γεγονότων στα οποία αυτές αναφέρονται, ενίοτε είναι πολύ μεγάλο (μερικά χρόνια). Ακόμη, δεδομένης και της ευρύτερης εντύπωσης που έχω σχηματίσει γενικά για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του υπό αναφορά μάρτυρα, δεν είναι βέβαιο ότι έγιναν οι αρχικές δηλώσεις προς τον ίδιο, αλλά και να έγιναν, κατά πόσο μεταφέρθηκαν εκ μέρους του στο Δικαστήριο επακριβώς ή όχι. Τέλος λαμβάνω υπόψη και το αναπάντητο ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και αν η απάντηση είναι καταφατική, γιατί δεν το έπραξε. Και κάτι ακόμη. Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα καταρρίπτεται από την αξιόπιστη μαρτυρία των δυο πρώτων από τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση των εναγόμενων, τους οποίους, για λόγους που θα αναφέρω στο κατάλληλο στάδιο θεωρώ αξιόπιστους. Θεωρώ πολύ σημαντική και με ιδιαίτερη αξία τη μαρτυρία και των δυο αυτών μαρτύρων, καθώς, αν και κλήθηκαν να καταθέσουν - και κατέθεσαν - για την υπόθεση των εναγόμενων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη, ότι και οι δυο, στην ουσιώδη χρόνο ενεργούσαν για λογαριασμό της ενάγουσας και δεν προκύπτει από πουθενά ότι, καθ' ον χρόνο κατέθεταν στο Δικαστήριο, είχαν πρόθεση είτε να τη βλάψουν είτε να ευνοήσουν τους εναγόμενους. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του πρώην συζύγου της ενάγουσας, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία και κυρίως, από το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς πλείστες από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμ. 1) ενώ κατάθεσε και αριθμό εγγράφων (τεκμ. 2 μέχρι 9). Στη γραπτή του δήλωση - η οποία, ως επί το πλείστον αποτελεί επανάληψη σε πρώτο πρόσωπο των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας - μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Μολονότι η επίδικη σύμβαση προνοούσε ότι οι εναγόμενοι θα πλήρωναν στην ενάγουσα το ποσό των £20.000, ως προκαταβολή, ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, εντούτοις, αυτοί, κατά παράβαση της εν λόγω σύμβασης τής κατέβαλαν μόνο το ποσό των £10.000 σε μετρητά, λόγω οικονομικής αδυναμίας που αντιμετώπιζαν τη δεδομένη χρονική στιγμή και το υπόλοιπο της προκαταβολής, £10.000, η ενάγουσα συμφώνησε να το πάρει όταν οι εναγόμενοι θα εξασφάλιζαν δάνειο από την τράπεζα για την αποπληρωμή ολόκληρου του τιμήματος αγοραπωλησίας, όχι όμως αργότερα από τις 28/12/
- Προς επιβεβαίωση του εν λόγω ισχυρισμού του, η ενάγουσα, με ενυπόγραφη δήλωσή της, ημερομηνίας 28/9/2008 επιβεβαιώνει ότι εισέπραξε το ποσό των £10.000 κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: δικογραφικά η ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι είναι κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης, που κατά την υπογραφή της, οι εναγόμενοι τής κατέβαλαν μόνο το ποσό των £10.000 αντί £20.
- Έπειτα και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής διερωτώμαι τι νόημα είχε να αναγραφεί στην επίδικη σύμβαση ότι κατά την υπογραφή της οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν το ποσό των £20.000 τη στιγμή που η ενάγουσα γνώριζε ότι στην πραγματικότητα θα εισέπραττε μικρότερο ποσό; Ακολούθως, ακόμη και να ετοίμασε τη σχετική ενυπόγραφη δήλωση η ενάγουσα, εκτός του ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου είναι και το γεγονός ότι υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας, καθώς πρόκειται για μαρτυρία αυτοενίσχυσης. Όμως, ότι δεν ευσταθεί ο εν λόγω ισχυρισμός του μάρτυρα και ότι συναφώς με αυτόν έλεγε ψέματα καταφαίνεται και από το εξής: στην έωλη υποβολή της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας προς στον εναγόμενο ότι δεν πλήρωσε £20.000, ως προκαταβολή, αλλά £10.000, ο εναγόμενος απάντησε πειστικά και εκ προοιμίου καθώς, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης παρουσίασε τη σχετική απόδειξη (τεκμ. 18) την οποία εξέδωσε διά της υπογραφής της η ενάγουσα στις 23/11/2007, δηλαδή, την ημέρα υπογραφής και της επίδικης σύμβασης, με την οποία επιβεβαιώνει ότι την ημέρα αυτή εισέπραξε από τους εναγόμενους το ποσό των £20.
- Άξια αναφοράς είναι και η απάντηση του εναγόμενου στην παραπάνω υποβολή που του είχε γίνει. Όπως είπε, χαρακτηριστικά, σ' αυτή την ηλικία που έχει φτάσει δεν έχει βρει κάποιο άνθρωπο να του δίνεις 10.000 και να σου δίνει απόδειξη 20.
- Συμφωνώ μαζί του και θα έλεγα πως, ενίοτε στις συναλλαγές, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Για το ίδιο θέμα, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και τα εξής: Μίλησε με την ενάγουσα καθώς και με τον κ. Χαραλαμπίδη (Μ.Υ.1) και του είπαν ότι κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα, ενώ πήρε £10.000 από τους εναγόμενους, εντούτοις, για να βοηθήσει τον εναγόμενο να κάνει δάνειο, υπόγραψε απόδειξη ότι πήρε £20.000 και αυτός της είπε πως όταν θα έκανε το δάνειο, θα της έδινε το υπόλοιπο ποσό. Στο βαθμό που με τον εν λόγω ισχυρισμό του ο μάρτυρας επικαλείται την ενάγουσα, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, ενώ ο κ. Χαραλαμπίδης που κατάθεσε ως μάρτυρας δεν κλήθηκε από τη δικηγόρο της ενάγουσας να επιβεβαιώσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Τέλος, διερωτώμαι και πώς η ενάγουσα θα βοηθούσε τον εναγόμενο να πάρει δάνειο, με το να του δώσει μια απόδειξη ότι παρέλαβε εκ μέρους και των δυο εναγόμενων το ποσό των £20.000, ενώ στην πραγματικότητα παρέλαβε το μικρότερο ποσό των £10.
- Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ισχυρίζεται ακόμη ο μάρτυρας στη δήλωσή του, ότι οι εναγόμενοι εξέφρασαν την επιθυμία προς την ενάγουσα, πριν την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, να τους παραδώσει τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας για να προχωρήσουν σε κάποιες μικροαλλαγές σ' αυτή και η ενάγουσα αποδέχτηκε χωρίς να γνωρίζει τη δεδομένη στιγμή, τι θα επακολουθούσε. Η επίδικη κατοικία ήταν ανακαινισμένη και σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Η ενάγουσα, τους παρέδωσε το κλειδί μέσω του προηγούμενου δικηγόρου της, κ. Χαραλαμπίδη. Ο εναγόμενος υπόγραψε έγγραφη βεβαίωση, ημερομηνίας 27/12/2007 (τεκμ. 4) με την οποία επιβεβαίωσε πως η παράδοση της κατοχής της κατοικίας θα γινόταν με την εξόφληση του ποσού των £90.
- Οι εναγόμενοι, παραλαμβάνοντας τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας στις 27/12/2007 δεν προχώρησαν σε οποιεσδήποτε αλλαγές σ' αυτή, αλλά, ξεγελώντας την ενάγουσα και παραπλανώντας την, εγκαταστάθηκαν στην επίδικη κατοικία, χωρίς να ξοφλήσουν το υπόλοιπο της αγοραπωλησίας. Οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα είναι φανερό, ότι αποβλέπουν στη στοιχειοθέτηση της βασικής θέσης της ενάγουσας - την οποία προέβαλε ενόρκως και ο μάρτυρας - ότι επειδή οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων παρέλειψαν να της καταβάλουν το ποσό των £90.000, αλλά και το ποσό των £10.000 της προκαταβολής, η ίδια προέβη σε τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Όσα ακολουθούν αφορούν μόνο όσα ανάφερε ο μάρτυρας αναφορικά με τη βεβαίωση (τεκμ. 4, ανωτέρω): Το τι προκύπτει από το περιεχόμενό της, την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ετοίμασε ο προηγούμενος δικηγόρος της ενάγουσας κ. Χαραλαμπίδης - ο οποίος ωστόσο κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης (Μ.Υ.1) - είναι τα εξής: με αυτή, ο εναγόμενος δηλώνει ότι στις 23/11/2007 παρέλαβε από τον κ. Χαραλαμπίδη τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας για την οποία υπόγραψε την επίδικη σύμβαση. Τα κλειδιά τού δίνονται για να προχωρήσει στην ανακαίνιση της επίδικης κατοικίας («. in order to proceed with the renovation of the house..»). Η παράδοση της κατοχής της επίδικης κατοικίας, θα του δοθεί όταν θα καταβληθεί στον πωλητή (δηλαδή στην ενάγουσα) το ποσό των £90.000 σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: η τελευταία φράση δεν έχει την έννοια που επιχείρησε να της αποδώσει ο μάρτυρας, αλλά, αυτή που ανάφερε ο συντάκτης της βεβαίωσης, κ. Χαραλαμπίδης, ο οποίος, όπως είπε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, παρέδωσε τα κλειδιά στον εναγόμενο για να κάνει κάποιες εργασίες μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία, για να πάρει επίσημα την κατοχή ο εναγόμενος. Καταρχάς και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεδομένου ότι με βάση την επίδικη σύμβαση, αυτή, στις 28/12/2007 θα έπρεπε να εκτελεστεί πλήρως με την εκπλήρωση των εκατέρωθεν συμβατικών υποχρεώσεων, που ήταν η καταβολή του υπόλοιπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης εκ μέρους των εναγόμενων με την ταυτόχρονη μεταβίβαση επ' ονόματί τους από την ενάγουσα της επίδικης κατοικίας, εάν είτε το ένα μέρος είτε το άλλο, είτε και τα δυο μέρη, ήταν έτοιμα και σε θέση να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και η επίδικη κατοικία δεν έχρηζε εργασιών ανακαίνισης, δεν υπήρχε κανένας λόγος, την προηγουμένη, να δοθούν από τον τότε δικηγόρο της ενάγουσας στους εναγόμενους τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας. Το λογικό θα ήταν, με την πλήρη εκτέλεση της επίδικης σύμβασης την επομένη, οι εναγόμενοι να παραλάμβαναν και τα κλειδιά. Όμως, επειδή αυτό, για λόγους που θα αναδειχθούν στη συνέχεια, που αφορούσαν και τα δυο συμβαλλόμενα μέρη, δεν μπορούσε να γίνει η ενάγουσα δέχθηκε να παραδώσει τα κλειδιά και την πραγματική κατοχή της επίδικης κατοικίας στους εναγόμενους, πριν από την καθορισμένη με την επίδικη σύμβαση, ημερομηνία, που ήταν το αργότερο, στις 28/12/2007 και οι εναγόμενοι, με την εν λόγω δήλωση αναγνώρισαν ότι θα λάμβαναν τη νομική κατοχή της επίδικης κατοικίας, αργότερα και δη, με την ολοκλήρωση των διαδικασιών στις οποίες αναφέρθηκε - χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - ο κ. Χαραλαμπίδης. Το ποιες είναι αυτές οι διαδικασίες και ποιο από τα δυο συμβαλλόμενα μέρη αφορούσαν, θα διαφανεί στη συνέχεια. Ισχυρίζεται ακόμη ο μάρτυρας στη δήλωσή του ότι οι εναγόμενοι αδυνατούσαν να καταβάλουν το ποσό των £90.000, αλλά και το ποσό των £10.000 της προκαταβολής, παραβιάζοντας έτσι εξ υπατιτιότητάς τους την επίδικη σύμβαση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που κατέβαλλε η ενάγουσα προς το σκοπό αυτό, δηλαδή της υλοποίησης της επίδικης σύμβασης. Το βάσιμο ή μη των παραπάνω ισχυρισμών του μάρτυρα αποτελεί συνάρτηση του τι διαλάμβανε η επίδικη σύμβαση για να καταστεί δυνατή η πλήρης εκτέλεσή της, τι έγινε ή δεν έγινε από αυτά και ποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη ευθύνεται για το τελευταίο. Από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης, ως θέμα ερμηνείας προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η ενάγουσα ήταν - τότε - εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, το οποίο αποτελείται από την επίδικη κατοικία που βρίσκεται στο ισόγειο, την οποία είχε ανακαινίσει και πάνω σ' αυτή, ανήγειρε διώροφη κατοικία. Για τις δυο αυτές κατοικίες δεν είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι, ενώ το επίδικο ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας και με memo υπέρ κάποιου Δημήτρη Γρηγορίου. Ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας (δηλαδή ο υπό κρίση μάρτυρας) καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι δικαιούται σε καταβολή κάποιου ποσού για την αύξηση της αξίας του επίδικου ακινήτου. Τα παραπάνω είναι από το προοίμιο της επίδικης σύμβασης, ενώ όσα ακολουθούν απορρέουν από μερικούς από τους όρους της: Με αυτή, η ενάγουσα πώλησε στους εναγόμενους την επίδικη κατοικία, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά βάρη ή επιβαρύνσεις ή άλλες υποχρεώσεις και ανέλαβε την υποχρέωση, όπως ταυτόχρονα με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς της επίδικης κατοικίας, υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή οποιασδήποτε άλλης τράπεζας ή οργανισμού, ως εγγύηση για τη χορήγηση δανείου στους εναγόμενους. Οι τελευταίοι - που είναι αλλοδαποί - ανέλαβαν την υποχρέωση, όπως εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, υποβάλουν αίτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο της Κύπρου για να λάβουν την απαραίτητη άδεια για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο και μετά την απόκτηση της εν λόγω άδειας, να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο στο όνομά τους και να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις για τη μεταβίβαση της υποθήκης στο όνομά τους. Το τίμημα αγοράς της επίδικης κατοικίας συμφωνήθηκε στο ποσό των £110.000, πληρωτέο από τους εναγόμενους στην ενάγουσα, ως ακολούθως: ποσό £20.000, με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης και το υπόλοιπο ποσό, εκ £90.000, κατά τη μεταβίβαση του 1/3 του μεριδίου του επίδικου ακινήτου στους εναγόμενους, το αργότερο, στις 28/12/
- Η ενάγουσα θα παρέδιδε στους εναγόμενους ελεύθερη την κατοχή του επίδικου ακινήτου με την πληρωμή του ποσού των £90.000 και δεσμεύτηκε να το μεταβιβάσει στο όνομά τους (από 1/6 μερίδιο στον καθένα μόλις): (α) εξοφληθεί πλήρως το τίμημα αγοράς και (β) οι εναγόμενοι εξασφαλίσουν από το Υπουργικό Συμβούλιο την άδεια απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Στην επίδικη σύμβαση διαλαμβάνονται και οι όροι 4 και
- Σύμφωνα με τον πρώτο, οι εναγόμενοι αναλαμβάνουν να προβούν σε όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις με την τράπεζα προκειμένου η πληρωμή του ποσού των £90.000 να γίνει απευθείας στην ενάγουσα ή στον πληρεξούσιό της. Σύμφωνα με το δεύτερο, οι εναγόμενοι αναλαμβάνουν να εκπληρώσουν όλες τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου. Σε αντίθετη περίπτωση, η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα να καταγγείλει την επίδικη σύμβαση. Οι δυο αυτοί όροι, είναι φανερό ότι θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με την υποχρέωση της ενάγουσας να υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή οποιασδήποτε άλλης τράπεζας ή οργανισμού, ως εγγύηση για τη χορήγηση δανείου στους εναγόμενους, το οποίο προφανώς θα εξασφάλιζαν για σκοπούς καταβολής στην ενάγουσα του ποσού των £90.000 και με την υποχρέωσή τους, όπως μετά τη λήψη της άδειας απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο από το Υπουργικό Συμβούλιο, μεταβιβάσουν το μερίδιό τους επί του επίδικου ακινήτου στο όνομά τους και προβούν σε όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις για τη μεταβίβαση της υποθήκης στο όνομά τους. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δυο συμβαλλόμενα μέρη στην επίδικη σύμβαση, η οποία έγινε στις 23/11/2007 ανέλαβαν τις ακόλουθες συμβατικές υποχρεώσεις, η εκπλήρωση των οποίων αποτελούσε αναγκαίο όρο για πλήρη εκτέλεση της σύμβασης, το αργότερο, στις 28/12/2007: Η ενάγουσα, πρώτο, να μεταβιβάσει το 1/3 μερίδιο του επίδικου ακινήτου στους εναγόμενους, με μερίδιο 1/6 στον καθένα και να τους παραδώσει ελεύθερη κατοχή της επίδικης κατοικίας, απαλλαγμένης από οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά βάρη ή επιβαρύνσεις ή άλλες υποχρεώσεις. Και δεύτερο, με την πλήρη εξόφληση από τους εναγόμενους του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας, να υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή οποιασδήποτε άλλης τράπεζας ή οργανισμού, ως εγγύηση για χορήγηση δανείου στους εναγόμενους. Με τη σειρά τους, οι εναγόμενοι ανέλαβαν τις ακόλουθες συμβατικές υποχρεώσεις: πρώτο, όντας αλλοδαποί, να εξασφαλίσουν από το Υπουργικό Συμβούλιο, άδεια απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Δεύτερο, μετά τη λήψη της εν λόγω άδειας, να μεταβιβάσουν το 1/3 μερίδιο του επίδικου ακινήτου - που με βάση την επίδικη σύμβαση αφορά στην επίδικη κατοικία -στο όνομά τους και να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για μεταβίβαση της υποθήκης στο όνομά τους. Τρίτο, να καταβάλουν στην ενάγουσα κατά τη μεταβίβαση του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου (από 1/6 στον καθένα τους) το ποσό των £90.000, που αποτελεί το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας. Τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: αν υποτεθεί ότι οι εναγόμενοι εκπλήρωσαν όσες συμβατικές υποχρεώσεις ανέλαβαν που θα πρεπε να είχαν προηγηθεί της εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας και ήταν σε θέση να εκπληρώσουν και όσες ανέλαβαν να εκπληρώσουν, ταυτόχρονα με αυτές που ανέλαβε να εκπληρώσει η ενάγουσα, αυτή, ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις δικές της κατά την ορισθείσα, δυνάμει της επίδικης σύμβασης, ημερομηνία, που ήταν, το αργότερο, στις 28/12/2007; Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική, έστω κι αν ο μάρτυρας προσπάθησε ανεπιτυχώς να με πείσει για το αντίθετο. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο μάρτυρας στη γραπτή δήλωσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Μετά το χωρισμό του με την ενάγουσα, προς επίλυση όλων των οικογενειακών διαφορών τους καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, την αίτηση περιουσιακών διαφορών με αριθμό 67/2003, στο πλαίσιο της οποίας, στις 11/12/2007 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Πρόκειται για το τεκμ. 8 η εν λόγω απόφαση και για το τεκμ. 12 το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου. Σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα στοιχεία αποδεκτής μαρτυρίας, η ουσία της εν λόγω απόφασης έγκειται στα εξής: με αυτή, η ενάγουσα διατάχθηκε να μεταβιβάσει και εγγράψει στο μάρτυρα, τα 2/3 μερίδιά της επί του επίδικου ακινήτου - που αποτελούν τη διώροφη κατοικία που είχε κατασκευάσει πάνω από την επίδικη κατοικία - ταυτόχρονα με την εξόφληση της υποθήκης που βάραινε το επίδικο ακίνητο προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας και του εξ αποφάσεως χρέους του Δημήτρη Γρηγορίου ο οποίος είχε εγγράψει memo πάνω σ' αυτό. Η εν λόγω απόφαση διαλαμβάνει ότι «και/ή» σε περίπτωση που ξοφλούσε η ενάγουσα τα «πιο πάνω ποσά» (δεν αναφέρεται οποιοδήποτε ποσό) να επιστραφούν ανάλογα ποσά στην ίδια από το μάρτυρα και ακολούθως, να γίνει η μεταβίβαση από αυτή στον τελευταίο. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας, στις παραγράφους 23 και 24 της δήλωσής του - μεταξύ άλλων - αναφέρει τα εξής: Αν οι εναγόμενοι τηρούσαν τα συμφωνηθέντα μέχρι και τις 23/12/2007 που ήταν η ημερομηνία εξόφλησης του τιμήματος αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του ακινήτου στο όνομά τους (28/12/2007 είναι η ορθή ημερομηνία) τότε θα ξοφλιόταν το υπόλοιπο του δανείου της Λαϊκής Τράπεζας το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €46.365,05 και θα ακυρωνόταν η προσημείωση υποθήκης που βάρυνε το επίδικο ακίνητο, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εναγόμενοι κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης, με βάση τον όρο 4 αυτής. Όπως επίσης, εάν ήταν έτοιμοι να καταβάλουν το ποσό της αγοραπωλησίας στον καθορισμένο χρόνο, τότε θα εξαλειφόταν και το εμπράγματο βάρος που είχε εγγράψει ο Δημήτρης Γρηγορίου. Συνεπώς, προστίθεται, εάν οι εναγόμενοι συμμορφώνονταν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις στον καθορισμένο χρόνο και αποπλήρωναν ολόκληρο το ποσό της αγοραπωλησίας, το ακίνητο θα ήταν ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος. Παρατηρώ τα εξής: Η προσπάθεια του μάρτυρα να διασυνδέσει τη δικαστική απόφαση με την οποία επέλυσε τις περιουσιακές διαφορές του με την ενάγουσα, με την επίδικη σύμβαση και να αποδώσει την ευθύνη στους εναγόμενους, για το δάνειο, που όπως αναφέρει στην παράγραφο 25 της δήλωσής του έκανε, για υλοποίηση της εν λόγω απόφασης και κυρίως, για το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση έναντι των εναγόμενων, υπήρξε ανεπιτυχής. Καταρχάς, ενώ η επίδικη σύμβαση συνάφθηκε στις 23/11/2007, η εκ συμφώνου δικαστική απόφαση με την οποία επιλύθηκαν οι περιουσιακές διαφορές της ενάγουσας και του μάρτυρα εκδόθηκε στις 11/12/
- Δηλαδή αργότερα. Το μόνο που προκύπτει από την επίδικη σύμβαση είναι απλώς η δήλωση της ενάγουσας ότι ο πρώην σύζυγός της καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο, αξιώνοντας την καταβολή κάποιου ποσού για την αύξηση της αξίας του επίδικου ακινήτου. Η εν λόγω δήλωση, που προφανώς έγινε για να γνωρίζουν οι εναγόμενοι το νομικό καθεστώς, τόσο του επίδικου ακινήτου όσο - και κατ' επέκταση - της επίδικης κατοικίας περιλαμβάνεται στο προοίμιο της επίδικης σύμβασης - και όχι σε κάποιο όρο της, όπως εσφαλμένα αναφέρει ο μάρτυρας στη δήλωσή του - και δεν συναρτάται καθοιονδήποτε τρόπο με την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, οποιουδήποτε μέρους στην σύμβαση. Στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσω ότι με βάση την επίδικη σύμβαση, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στην ενάγουσα το υπόλοιπο του συμφωνημένου του τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας, ταυτόχρονα με τη δική της υποχρέωση να τους μεταβιβάσει το 1/3 μερίδιο του επίδικου ακινήτου (συγκεκριμένα από 1/6 στον καθένα). Αυτό δε, δικογραφικά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Η αλήθεια είναι ότι η ενάγουσα, τουλάχιστον μέχρι και τις 28/12/2007, δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την εν λόγω συμβατική υποχρέωσή της και ούτε να παραδώσει στους εναγόμενους την επίδικη κατοικία, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά βάρη ή επιβαρύνσεις ή άλλες υποχρεώσεις. Και τούτο, επειδή μέχρι και την ημερομηνία αυτή, τόσο η υποθήκη όσο και το memo με τα οποία βαρυνόταν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, άρα και η επίδικη κατοικία - παρά την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου (τεκμ. 8) με την οποία η ενάγουσα επέλυσε τις περιουσιακές διαφορές της με τον πρώην σύζυγό της, δηλαδή το μάρτυρα - εξακολουθούσαν να υφίστανται. Και λέω, τουλάχιστον μέχρι και τις 28/12/2007, αφού, στην πραγματικότητα, το επίδικο ακίνητο, αποδεδειγμένα, με βάση αξιόπιστη μαρτύρια η οποία προέρχεται από τον ίδιο το μάρτυρα έφερε τα δυο αυτά βάρη, μέχρι και τις 10/9/2008, ημερομηνία κατά την οποία, προς εξόφλησή τους, κατέβαλε στη Λαϊκή Τράπεζα, το ποσό των €46.365,05 και στο Δημήτρη Γρηγορίου, το ποσό των €6.844,
- Γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από τις δυο σχετικές αποδείξεις πληρωμής ή χρεωστικές σημειώσεις της Τράπεζας Κύπρου, που μαζί με άλλη μια, της ίδιας τράπεζας - από την οποία προκύπτει ότι την ίδια μέρα πληρώθηκε στο Κτηματολόγιο το ποσό των €2.405,90, υπό μορφή υποθηκευτικών εξόδων - συνθέτουν σε δέσμη το τεκμ.
- Ισχυρίζεται ακόμη ο μάρτυρας στη γραπτή δήλωσή του, ότι επειδή οι εναγόμενοι αρνούνταν αδικαιολόγητα και παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις σε βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που κατέβαλε προς το σκοπό αυτό, αναγκάστηκε μέσω του δικηγόρου της, κ. Χαραλαμπίδη, να αποστείλει γραπτή επιστολή, ημερομηνίας 25/9/2008, με την οποία τερμάτισε την επίδικη σύμβαση και κάλεσε τους εναγόμενους να της παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της επίδικης κατοικίας. Στις 9/4/2013, η ενάγουσα απέστειλε εκ νέου νέα επιστολή στους εναγόμενους από το δικηγορικό γραφείο Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δεπε, με την οποία τους ζητούσε να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της επίδικης κατοικίας εντός τακτής προθεσμίας από την παραλαβή της επιστολής κ.ο.κ. Έχει στην κατοχή του αντίγραφο της επιστολής, ημερομηνίας 25/9/2008, μαζί με ένορκη δήλωση παράδοσής της καθώς και την επιστολή, ημερομηνίας 9/4/2013, μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσής της. Παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν τις εν λόγω επιστολές τερματισμού, αρνούνται να συμμορφωθούν. Επειδή οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τους παραπάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας, το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: Πρόκειται για τα τεκ. 6 και 7, οι δυο επιστολές, με τις οποίες οι ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη σύμβαση και επειδή σ' αυτό το στάδιο, ό,τι - κατά κύριο λόγο -εξετάζεται είναι η αξιοπιστία του μάρτυρα, αναφορικά με την πρώτη επιστολή, θα πρέπει να πω, ότι το έγγραφο που τη συνοδεύει δεν είναι ένορκη δήλωση παράδοσής της, αλλά μια απλή ειδοποίηση κάποιου δικαστικού επιδότη, ο οποίος ειδοποιά τους τότε δικηγόρους της ενάγουσας ότι επέδωσε στον εναγόμενο (όχι και στην εναγόμενη) την εν λόγω επιστολή και αναφορικά με την άλλη, ότι στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται σ' αυτή αναφέρεται ότι επιδόθηκε στο γιο των εναγόμενων (αναφέρεται το όνομά του) γι' αυτούς. Όμως, αυτό δεν είναι το μείζον θέμα που ανακύπτει από τις δυο αυτές επιστολές. Τίθεται το ερώτημα, για ποιο λόγο η ενάγουσα αισθάνθηκε την ανάγκη να τερματίσει δυο φορές την επίδικη σύμβαση; Μια στις 25/9/2008 και άλλη μια, τεσσεράμισι και πλέον χρόνια αργότερα, στις 9/4/2013; Να πω απλώς ότι, με την πρώτη επιστολή τερματισμού, οι εναγόμενοι ενημερώνονται ότι λόγω της παράλειψής τους να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των £100.000 σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση και λόγω του γεγονότος ότι διαμένουν παράνομα στην επίδικη κατοικία, η εναγόμενη τερματίζει την επίδικη σύμβαση. Εκτός του ότι το ποσό που όφειλαν τότε οι εναγόμενοι στην ενάγουσα δεν ήταν £100.000, αλλά, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) £90.000, ανακύπτουν και διάφορα άλλα θέματα τα οποία χρήζουν σχολιασμού, καθώς και αυτά αφορούν και την αξιοπιστία του μάρτυρα. Ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας, κ. Χαραλαμπίδης, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης είδε και αναγνώρισε δυο έγγραφα. Το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 14/4/2088 (τεκμ. 13) και την επιστολή του δικηγόρου των εναγόμενων, ημερομηνίας 4/3/2009 (τεκμ. 14). Αρχίζοντας από το πρώτο χρονολογικά έγγραφο, που είναι το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, με αυτό, ο κ. Χαραλαμπίδης, υπό την ιδιότητά του, ως ειδικού πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ενάγουσας, εξουσιοδοτεί το Μ.Υ.2 να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και στο Επαρχιακό Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος στη Λεμεσό και να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο ή δήλωση και μεταβιβάσει δυνάμει της επίδικης σύμβασης επ' ονόματι των εναγόμενων, το 1/3 μερίδιο του επίδικου ακινήτου για το ποσό των £110.
- Και με δεδομένο ότι το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο είναι ημερομηνίας 14/4/2008, το πρώτο συμπέρασμα που εξάγεται είναι το εξής: μέχρι τότε, η επίδικη σύμβαση ήταν καθ' όλα έγκυρη και σε ισχύ. Και το δεύτερο, τουλάχιστον μέχρι τότε, η ενάγουσα κωλυόταν και δεν νομιμοποιείτο να επικαλείται παράβαση της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγόμενων, με αναφορά στο χρόνο εκπλήρωσης της υποχρέωσής τους για καταβολή του υπόλοιπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας, ο οποίος, ένεκα και της δικής της αδυναμίας να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις κατά τον ίδιο χρόνο, επιμηκύνθηκε. Εάν δεν ίσχυε αυτό και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δεν θα εξουσιοδοτούσε το Μ.Υ.2, τεσσεράμισι μήνες μετά την ημερομηνία που με βάση την επίδικη σύμβαση οι εναγόμενοι όφειλαν να συμμορφωθούν με την εν λόγω υποχρέωσή τους, να μεταβεί στο Κτηματολόγιο και να τους μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο. Για να συνεχίσω, με το δεύτερο έγγραφο που είδε και αναγνώρισε ο κ. Χαραλαμπίδης, που είναι μια επιστολή - με θέμα την επίδικη σύμβαση - την οποία ο κ. Χαραλαμπίδης αναγνώρισε ότι στάλθηκε στον ίδιο από τον κ. Αδάμου, με αυτή, ο κ. Αδάμου, αναφέρει στο συνάδελφό του τα εξής: Την ημερομηνία σύναψης της επίδικης σύμβασης, το αντικείμενό της, το τίμημα αγοράς της επίδικης κατοικίας, ότι δόθηκε προκαταβολή το ποσό των £20.000, ότι το υπόλοιπο ποσό (£90.000) θα εξασφαλιζόταν με δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και ότι οι εναγόμενοι έλαβαν έγκαιρα όλα τα μέτρα για την εξασφάλιση του δανείου. Ακολούθως, ο κ. Αδάμου αναφέρει στον κ. Χαραλαμπίδη τα εξής: Οι εναγόμενοι, μετά από δικές του προτροπές (δηλαδή του κ. Χαραλαμπίδη) διευθέτησαν να διεκπεραιωθεί γρήγορα η όλη διαδικασία και όλες οι υποχρεώσεις της ενάγουσας, δηλαδή πληρωμή Σ.Α.Λ.Α., φόροι κ.λ.π. Ενώ το συνεργατικό και οι εναγόμενοι, προστίθεται, είχαν διευθετήσει ημέρα και ώρα που έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση, εντούτοις, ούτε ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας (δηλαδή, ο υπό κρίση μάρτυρας) ούτε ίδια ή πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της πήγαν στο Κτηματολόγιο. Στη συνέχεια, ο κ. Αδάμου, θυμίζει στον κ. Χαραλαμπίδη τα εξής: Ότι τον πήρε πολλές φορές τηλέφωνο και τη μια φορά του έλεγε (ο κ. Χαραλαμπίδης) ότι περίμενε τα έγγραφα, πληρεξούσιο από την Αγγλία, την άλλη, ότι περίμενε να πάρει την απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού που αφορούσε την επίλυση των περιουσιακών διαφορών της ενάγουσας με τον πρώην σύζυγό της και ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα για τη μεταβίβαση επ' ονόματι των εναγόμενων της επίδικης κατοικίας. Οι εναγόμενοι, προστίθεται, έχοντας προσδοκία ότι θα εγγράφονταν ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικία, αφού τους παράδωσε την κατοχή (ο κ. Χαραλαμπίδης) ξόδεψαν £22.000 για την επιδιόρθωση και/ή βελτίωση του ακινήτου. Σύμφωνα πάντοτε με τον κ. Αδάμου και την ίδια επιστολή «σήμερα» υπάρχει μια αδιαφορία εκ μέρους της ενάγουσας και προσποίηση, ότι τάχατες, οι εναγόμενοι δεν έχουν ανταποκριθεί στους όρους της επίδικης σύμβασης. Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, εάν η ενάγουσα έχει αλλάξει γνώμη, οι εναγόμενοι δέχονται να ακυρωθεί αμοιβαία η επίδικη σύμβαση, νοουμένου ότι θα τους καταβληθεί το ποσό που έχουν πληρώσει είτε ως προκαταβολή είτε ως επιδιορθώσεις της επίδικης κατοικίας. Η εν λόγω επιστολή τελειώνει με παράκληση του κ. Χαραλαμπίδη από τον κ. Αδάμου να έχει τα σχόλιά του και θετική ανταπόκριση επί των πιο πάνω. Και ενώ η εν λόγω επιστολή - για να επαναλάβω - είναι ημερομηνίας 4/3/2009, δηλαδή, στάλθηκε στον τότε δικηγόρο της ενάγουσας, 15 σχεδόν μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι, όφειλαν να της καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, δεν έτυχε απάντησης εκ μέρους είτε της ενάγουσας είτε του τότε δικηγόρου της, κ. Χαραλαμπίδη. Και όχι μόνο αυτό. Ενόρκως, ο κ. Χαραλαμπίδης, ενώ την είδε και αναγνώρισε, ουδέν ανάφερε σε σχέση με το περιεχόμενό της. Ούτε και του υποβλήθηκε οποιαδήποτε σχετική ερώτηση, ειδικά από τη δικηγόρο της ενάγουσας, την οποία, κάθε άλλο παρά ευνοούσε η εν λόγω επιστολή. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με διάφορα άλλα στοιχεία αποδεκτής μαρτυρίας - στα οποία θα αναφερθώ αργότερα - οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, σε σημαντικό βαθμό, είναι αληθές. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε - και επέμενε - ότι η ενάγουσα τού παραχώρησε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 10) για να την αντιπροσωπεύσει στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Και όμως, η αλήθεια είναι αυτό που του υποβλήθηκε. Δηλαδή, ότι με το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 15/9/2008 και συγκεκριμένα με τον όρο
- η ενάγουσα τον εξουσιοδότησε - μεταξύ άλλων - να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματί του την επίδικη κατοικία. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας επέμενε να καταθέτει για ένα θέμα σε αντίθεση με το περιεχόμενο ενός εγγράφου το οποίο κατείχε ο ίδιος και κατάθεσε ως τεκμήριο κατά τη δίκη, είναι ενδεικτικό της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος. Αντεξεταζόμενος και πάλι ο μάρτυρας, απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγόμενων, ανάφερε τα εξής: Δεν του είπε η ενάγουσα ότι τον Απρίλη του 2008, έδωσε οδηγίες στον κ. Χαραλαμπίδη να δώσει ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο στο Μ.Υ.2 για να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων. Ούτε ότι είχε εξασφαλιστεί δάνειο από τους τελευταίους για εξόφληση του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας. Ούτε και περιήλθε στην αντίληψή του ότι στις 27/5/2008, ο Μ.Υ.2 θα μεταβίβαζε το επίδικο ακίνητο στο όνομα των εναγόμενων. Μολονότι δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο ανάφερε ή όχι η ενάγουσα στο μάρτυρα, οτιδήποτε από τα παραπάνω, η ουσία είναι ότι όλα αυτά, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από τα εξής: πρόκειται για το τεκμ. 13 το υπό αναφορά πληρεξούσιο έγγραφο, στο περιεχόμενο του οποίου σχετική αναφορά γίνεται σε άλλο σημείο προηγουμένως και με αυτό, πράγματι, ουσιαστικά η ενάγουσα, μέσω του ειδικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου της (Μ.Υ.1) εξουσιοδοτεί το Μ.Υ.2 να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να προχωρήσει δυνάμει της επίδικης σύμβασης στη μεταβίβαση του 1/3 μεριδίου της επί του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων. Απ' εκεί και πέρα, ότι ο Μ.Υ.2 πήγε στο Κτηματολόγιο για το σκοπό αυτό, πότε πήγε, τι έγινε εκεί και ότι τότε, οι εναγόμενοι είχαν εξασφαλίσει το δάνειο για σκοπούς εξόφλησης του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, απορρέει από την αδιαμφισβήτητη και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Υ.
- σε συνδυασμό με το μέρος εκείνο της αξιόπιστης μαρτυρίας του εναγόμενου. Ειδική αναφορά στο σχετικό μέρος της μαρτυρίας των δυο αυτών προσώπων, θα γίνει στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής τους μαρτυρίας. Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας προέβαλλε ισχυρισμούς που καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας ή απέρριπτε θέσεις που του υποβάλλονταν που επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, καταφαίνεται από τα εξής: Ενώ λίγη ώρα προηγουμένως ισχυρίστηκε πως δεν του είπε η ενάγουσα ότι τον Απρίλη του 2008 έδωσε οδηγίες στον κ. Χαραλαμπίδη να δώσει ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο στο Μ.Υ.2 να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων, όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που ο κ. Χαραλαμπίδης παραχώρησε το εν λόγω πληρεξούσιο στο Μ.Υ.2 ήταν λόγω των οδηγιών της ενάγουσας, η οποία με αυτό τον τρόπο παράτεινε το χρόνο αποπληρωμής του ποσού των £90.000, δεν συμφώνησε με την υποβολή. Το ίδιο έκανε όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα προέβη στην εν λόγω παράταση, ήταν επειδή ο ίδιος δεν είχε ξοφλήσει την υποθήκη και το memo που βάραιναν το επίδικο ακίνητο, οπότε η ενάγουσα, με τη σειρά της, δεν μπορούσε να το μεταβιβάσει στους εναγόμενους. Δεδομένης της ύπαρξης και κυρίως, του περιεχομένου του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου σε συνδυασμό και με το αναντίλεκτο γεγονός, ότι μέχρι και τις 14/4/2008 που ο κ. Χαραλαμπίδης το είχε παραχωρήσει στο Μ.Υ.2, το επίδικο ακίνητο εξακολουθούσε να φέρει τα δυο εμπράγματα βάρη για τα οποία σχετική αναφορά γίνεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν θα πρεπε να είχε απορρίψει τις δυο αυτές υποβολές. Και τούτο, έστω κι' αν, όπως θα διαφανεί αργότερα, είναι γεγονός, ότι η μετάθεση του χρόνου μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα στους εναγόμενους, σε χρόνο μεταγενέστερο αυτού που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, δυνάμει της επίδικης σύμβασης, οφειλόταν και στους εναγόμενους. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κ. Αδάμου, ισχυρίστηκε ότι είναι η ενάγουσα και όχι ο ίδιος που είχε δώσει οδηγίες στον κ. Χαραλαμπίδη να στείλει στους εναγόμενους την επιστολή τερματισμού της επίδικης σύμβασης. Όπως είπε στη συνέχεια, απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση, η ενάγουσα ήταν από την αρχή που είχε δώσει οδηγίες στον κ. Χαραλαμπίδη, εφόσον δεν πληρώθηκε το ποσό, να ζητήσει το κλειδί. Για να προσθέσει ότι ο κ. Χαραλαμπίδης, είχε επανειλημμένα επικοινωνήσει με τον εναγόμενο να παραδοθεί το κλειδί και δεν παραδιδόταν. Όταν λέει «από την αρχή» εννοεί από την ημερομηνία, όπως γράφει η επίδικη σύμβαση ότι έπρεπε να πληρώσει το 12ο του 2007 και δεν πληρώθηκε το ποσό και από τότε ζητούσε η ενάγουσα να παραδοθεί το κλειδί, γιατί ήταν παράνομος μέσα και δεν ήταν όπως είχαν συμφωνήσει με την επίδικη σύμβαση. Ο κ. Χαραλαμπίδης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε ως μάρτυρας και όχι μόνο δεν επιβεβαιώνει το μάρτυρα συναφώς με τα παραπάνω, αλλά, ούτε καν ρωτήθηκε γι' αυτά. Όμως, ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο κ. Χαραλαμπίδης επικοινώνησε και μάλιστα, επανειλημμένα, αλλά και από την αρχή με τον εναγόμενο για να παραδοθεί το κλειδί, αποδεικνύεται από το περιεχόμενο ενός εγγράφου το οποίο είχε ετοιμάσει ο κ. Χαραλαμπίδης. Αναφέρομαι και πάλι στο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 13) με το οποίο, ο κ. Χαραλαμπίδης, τεσσεράμισι μήνες μετά την ημερομηνία που θα πρεπε να είχε εκτελεστεί πλήρως η επίδικη σύμβαση, υπό την ιδιότητά του ως ειδικού πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ενάγουσας, εξουσιοδοτούσε το Μ.Υ.2 να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβάσει δυνάμει της επίδικης σύμβασης το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι των εναγόμενων. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου είναι φανερό ότι εκθέτει για ακόμη μια φορά το μάρτυρα. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον πρώην σύζυγο της ενάγουσας, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ο Ιωάννης Μιχαλάκη (Μ.Ε.2) είναι αποδεκτό και από τους εναγόμενους ότι είναι εκτιμητής ακινήτων. Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στην έκθεση εκτίμησης που έχει ετοιμάσει (τεκμ. 11) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Όπως αναφέρεται σ' αυτή, η σχετική εκτίμηση ζητήθηκε από τον προηγούμενο μάρτυρα, για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας της επίδικης κατοικίας, για σκοπούς υπολογισμού απωλεσθέντων ενοικίων για σκοπούς Δικαστηρίου. Η εκτίμηση έγινε στις 23 Μαΐου, 2013, με βάση τις ενοικιαστικές αξίες που ίσχυαν τότε και χρησιμοποιήθηκε η συγκριτική μέθοδος. Προκύπτει από την έκθεση ότι λήφθηκαν υπόψη 4 συγκριτικές ενοικιάσεις παρόμοιων ακινήτων στην περιοχή της επίδικης κατοικίας, οι οποίες έχουν τύχει επεξεργασίας και αναπροσαρμογής, λαμβάνοντας υπόψη τα φυσικά χαρακτηριστικά του κάθε ακινήτου. Σύμφωνα πάντοτε με την εν λόγω εκτίμηση, το αγοραίο μηναίο ενοίκιο της επίδικης κατοικίας υπολογίζεται στα €721,68 και το εύλογο αγοραίο ενοίκιο, που ισοδυναμεί με το 90% του αγοραίου, υπολογίζεται στα €650,
- Αναφορικά με την τελευταία σελίδα στην έκθεση με τίτλο «ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΉ», που αποτελεί πίνακα στον οποίο παρατίθεται η μηνιαία ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας για τα έτη 2013 μέχρι 2022, όπως είπε ο μάρτυρας, είναι πρόσφατη. Επειδή είχε ρωτηθεί ποια θα ήταν η ετήσια συνολική συνεισφορά των ενοικίων από το 2013 μέχρι σήμερα ετοίμασε αυτό τον πίνακα τον χρονικών αναπροσαρμογών και επειδή η υπόθεση δικάζεται το 2022, πληροφορήθηκε ότι η διάρρηξη στην επίδικη σύμβαση επήλθε το 2007, δεν πήγε όμως πίσω στο 2007, έκανε την εκτίμηση το 2013 με μια ετήσια αύξηση της τάξης του 5%. Θεωρεί ότι δεν έγινε καμιά προσπάθεια για να είναι ψηλό το ενοίκιο διότι έτσι με την εμπειρία του, ενοίκια τέτοιας κατοικίας με 132 τ.μ., τη σήμερον ημέρα, δεν υπάρχουν κάτω από €1.800 με €2.
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Σε σχέση με την αναφορά στην έκθεσή του ότι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου επί του οποίου βρίσκεται η επίδικη κατοικία είναι η ενάγουσα, με μερίδιο 1/3 και ο προηγούμενος μάρτυρας, με μερίδιο 2/3, όπως είπε, δεν έχει ζητήσει την οποιαδήποτε συμφωνία διανομής, όπως αναφέρει και στη σελίδα 1 της εκτίμησής του, εκτίμησε την ισόγεια κατοικία (δηλαδή την επίδικη κατοικία) για σκοπούς υπολογισμού των απολεσθέντων ενοικίων. Αναφορικά με την τελευταία σελίδα στην έκθεσή του, όπως είπε, την έχει βάλει για να φαίνεται στο Δικαστήριο, πώς κατέληξε στα διάφορα ποσά που αναφέρονται και θεωρεί ότι πλέον είναι θέμα του Δικαστηρίου να αξιολογήσει κατά πόσο ένα διαμέρισμα των 132 τ.μ. ενοικιάζεται το 2022, €1.000 το μήνα και με την εμπειρία του, την εμπειρογνωμοσύνη του την καθημερινή, λέει ότι δεν υπάρχει. Επειδή ο μάρτυρας κατάθεσε ως πραγματογνώμονες, καλό είναι να έχουμε υπόψη τα εξής: Έχει νομολογηθεί ότι o πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα, δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά προσόντα του είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Όσα ακολουθούν από την υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/14, ημερομηνίας 2/5/2017, κατά τη γνώμη μου περικλείουν το σύνολο των αρχών που διέπουν το θέμα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). .... Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). .... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Καθ' όλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 1682: «Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, από όπου και αν προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των ιδίων των πρωταγωνιστών μιας διαφοράς. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεμελιώνει επιστημονικώς τη μια ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά το πράττει συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών.» Με κάθε σεβασμό προς το μάρτυρα, δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του, ιδιαίτερα στο πλέον ουσιαστικό μέρος της που είναι αυτό που αφορά στον υπολογισμό του εύλογου αγοραίου μηνιαίου ενοικίου της επίδικης κατοικίας. Το πόσο επισφαλές είναι να δεχθώ το συγκεκριμένο της μαρτυρίας του καταφαίνεται από την ίδια την έκθεση που ετοίμασε ο μάρτυρας και δεν είναι κάτι που προκύπτει, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασής του. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, ενώ ουσιώδης χρόνος για την αγωγή αυτή είναι το 2007 και ο μάρτυρας, με βάση την έκθεσή του υπολόγισε το εύλογο αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο της επίδικης κατοικίας, μόνο για το 2013 και στο Δικαστήριο επιχείρησε να με πείσει για τον υπολογισμό του και για τα επόμενα έτη μέχρι και το 2022, που είναι ο χρόνος που άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης, δεν έδωσε καμιά εξήγηση γιατί δεν προέβη σε ανάλογο υπολογισμό και για τα προηγούμενα έτη, δηλαδή, για τα έτη 2007 - 2012, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι η ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει διάταγμα που να διατάσσει τους εναγόμενους να της καταβάλλουν το ποσό των €650,00 ως εύλογο αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο, από τις 28/12/2007, που όπως είναι η θέση της, οι εναγόμενοι παραβίασαν την επίδικη σύμβαση μέχρι και την παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής της επίδικης κατοικίας στην ίδια. Ακόμη και να αποδεχόμουν τη μαρτυρία του υπό αναφορά μάρτυρα, διερωτώμαι με ποιο κριτήριο θα μπορούσα να εξαγάγω το συμπέρασμα ότι το εύλογο αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο της επίδικης κατοικίας για τα έτη 2007 - 2012 είναι το ίδιο με αυτό για το 2013, που είναι και το μόνο που καθορίζεται από το μάρτυρα στην έκθεσή του. Απ' εκεί και πέρα, διερωτώμαι και για το εξής: πώς μπορώ να βασιστώ στην ίδια έκθεση και να δεχθώ τη θέση του μάρτυρα ότι το εύλογο αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο της επίδικης κατοικίας, για το 2013 είναι το ποσό των €650,00 και για τα επόμενα έτη (2014-2022), το αυξημένο κατά 5% ενοίκιο που αναφέρεται στον πίνακα που επισυνάπτεται στην τελευταία σελίδα στην έκθεσή του, τη στιγμή που, ενώ ο ίδιος προσπάθησε να με πείσει για το δικαιολογημένο της αύξησης του ενοικίου όλα αυτά τα έτη καθώς και για την ορθότητα της εκτίμησής του για το 2013, στην ίδια την έκθεσή του, κάτω από τον τίτλο «Σημειώσεις - Παραδοχές» αναφέρονται - μεταξύ άλλων - τα εξής: σύμφωνα με την υπ' αριθμό 4 σημείωση - παραδοχή, η έκθεση διενεργήθηκε χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις, εμπράγματα βάρη και οτιδήποτε άλλοι περιορισμοί, οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάζουν το ακίνητο καθώς επίσης και οποιεσδήποτε άλλες υποθέσεις νομικής ή άλλης φύσης. Τίθεται το ερώτημα, πόσο ορθή μπορεί να είναι η έκθεση του μάρτυρα, για ό,τι αφορά στο ζητούμενο, που είναι ο υπολογισμός του εύλογου αγοραίου μηνιαίου ενοικίου της επίδικης κατοικίας, τη στιγμή που κατά το χρόνο της εκτίμησης, όχι απλώς η επίδικη κατοικία, αλλά, ολόκληρο το επίδικο ακίνητο επί του οποίου αυτή βρίσκεται αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, πρώτο, ότι ήταν υποθηκευμένο σε συγκεκριμένη τράπεζα και δεύτερο, επιβαρυμένο με memo, προς όφελος του Δημήτρη Γρηγορίου; Για να συνεχίσω, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 15 σημείωση - παραδοχή, κατά την περίπτωση που το υπό εκτίμηση ακίνητο, αποτελεί μερίδιο σε ιδιοκτησία, συνίσταται η προσκόμιση της συμφωνίας διανομής, πριν από την παραχώρηση δανειοδότησης. Χωρίς να είμαι σίγουρος κατά πόσο ορθά γίνεται λόγος σε δανειοδότηση, αντί εκτίμηση, εάν ισχύει το δεύτερο, έχοντας υπόψη την εν λόγω σημείωση - παραδοχή και λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο και η επίδικη κατοικία αποτελούν μερίδιο σε ιδιοκτησία θεωρώ ότι ο μάρτυρας, για σκοπούς ορθής εκτίμησης, θα έπρεπε να είχε ζητήσει συμφωνία διανομής. Και όπως είπε αντεξεταζόμενος, δεν έχει ζητήσει. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο υπήρχε τέτοια συμφωνία, όμως και να μην υπήρχε, υπήρχε η εκ συμφώνου απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού (τεκμ. 8) με την οποία ρυθμίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του πρώην συζύγου της - Μ.Ε.1, κατά συγκεκριμένο τρόπο, η διανομή του επίδικου ακινήτου, μέρος του οποίου αποτελείται από την επίδικη κατοικία, γεγονός το οποίο ο μάρτυρας, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε και όφειλε να λάβει υπόψη. Σε συνάρτηση βέβαια και με τις δυο επιβαρύνσεις που έφερε τότε το επίδικο ακίνητο. Τέλος, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 16 σημείωση - παραδοχή, η παρούσα οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Κύπρος αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τις αγοραίες αξίες των ακινήτων στο εγγύς μέλλον. Επίσης, η αναμενόμενη μαζική εκποίηση ακινήτων καθώς και η διαφοροποίηση πλέον στον τρόπο που θα γίνεται η εκποίησή τους (distressed sellers) αποτελεί σημαντικό παράγοντα ο οποίος αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση τιμών. Παρόλα αυτά, ο μάρτυρας προσπάθησε να με πείσει ότι για όλη αυτή την περίοδο που καλύπτει η εν λόγω σημείωση - παραδοχή, σημειώθηκε αύξηση στα ενοίκια, της τάξης του 5% κάθε χρόνο, φθάνοντας στο σημείο να πει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι δεν υπάρχει σήμερα κατοικία, όπως η επίδικη, 132 τ.μ. με ενοίκιο €1.800 με €2.
- Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να αποδώσω καθόλου βαρύτητα στη μαρτυρία του υπό κρίση μάρτυρα, για ό,τι αυτή αποβλέπει να αποδείξει. Ο δικηγόρος Χάρης Χαραλαμπίδης (Μ.Υ.1) είναι ο πρώτος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων. Η μαρτυρία του γίνεται συνολικά αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμενε και αδιαμφισβήτητη. Η ουσία της έγκειται στα εξής: Γνωρίζει την ενάγουσα, καθώς παλαιότερα ήταν πελάτισσά του. Ήταν δικηγόρος της στην αίτηση περιουσιακών διαφορών 67/2003, του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας, στις 11/12/2007 εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση (τεκμ. 8) στη βάση των δηλώσεων των συνηγόρων, οι οποίες σημειώθηκαν στο σχετικό δικαστικό πρακτικό της ημέρας (τεκμ. 12). Στο περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης προηγήθηκε σχετική αναφορά. Ο μάρτυρας γνωρίζει και τους εναγόμενους. Όπως είπε, μεταξύ των ιδίων και της ενάγουσας είχε γίνει η επίδικη σύμβαση (τεκμ. 3) την οποία - αφού του υποδείχθηκε - αναγνώρισε. Αναγνώρισε ακόμη και το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 14/4/2008 (τεκμ. 13) το οποίο κατάρτισε ο ίδιος κατόπιν οδηγιών της ενάγουσας, καθώς και την επιστολή του δικηγόρου των εναγόμενων προς τον ίδιο, ημερομηνίας 4/3/2009 (τεκμ. 14). Με το ειδικό πληρεξούσιο - όπως αναφέρεται και στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του, ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου της ενάγουσας - δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, ημερομηνίας 14/12/2007 - κατέστησε ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του τον επόμενο μάρτυρα (Μ.Υ.2) όπως παρουσιαστεί εκ μέρους του στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και στο Επαρχιακό Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού και μεταβιβάσει δυνάμει της επίδικης σύμβασης την επίδικη κατοικία επ' ονόματι των εναγόμενων για το ποσό των £110.
- Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα προβλήθηκαν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε τα εξής: Αφού είδε και αναγνώρισε το χειρόγραφο (τεκμ. 4) όπως είπε, το κατάρτησε ο ίδιος, στις 27/12/
- Του είχε ζητήσει η ενάγουσα να παραδώσει τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας στον εναγόμενο προκειμένου να κάνει κάποιες εργασίες και γι' αυτό ο ίδιος του ζήτησε να υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία για να πάρει επίσημα την κατοχή. Παρέδωσε τα κλειδιά στους εναγόμενους, για να γίνουν κάποιες εργασίες, όπως λέει το έγγραφο και όχι για να τους παραδοθεί η κατοχή της επίδικης κατοικίας. Ερωτηθείς εάν κλήθηκε οποτεδήποτε από τους εναγόμενους είτε από το δικηγόρο τους για καθορισμό ημερομηνίας και ώρας για τη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας, όπως είπε, δεν θυμάται να υπάρχει κάτι γραπτώς, προσθέτοντας ότι εκείνη την περίοδο υπήρχαν κάποιες διαδικασίες που γίνονταν και γι' αυτό ετοιμάστηκε το πληρεξούσιο που δόθηκε στον επόμενο μάρτυρα για να κάνει τις διαδικασίες. Όπως είπε απαντώντας στις επόμενες ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί, πρόθεση ήταν να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, πριν το τέλος του 2007 και επειδή υπήρξε κάποια καθυστέρηση ετοιμάστηκε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 13) και απ' εκεί και πέρα δεν θυμάται να έγινε οτιδήποτε άλλο που να αφορά τη διαδικασία. Όπως είπε στο στάδιο της επανεξέτασης, με αναφορά στο τεκμήριο 4, δεν γνωρίζει εάν υπήρξε οποιαδήποτε απευθείας συνεννόηση μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων για το θέμα της κατοχής της επίδικης κατοικίας. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Χριστάκη Δημητριάδη (Μ.Υ.2) είναι ίδια ακριβώς με του προηγούμενου μάρτυρα. Η μαρτυρία του ενός συμπληρώνει και/ή επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του άλλου, ενώ και των δυο παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Η ουσία της μαρτυρίας του υπό αναφορά, έγκειται στα εξής: Εργαζόταν στο Κτηματολόγιο για 40 χρόνια και τώρα ασχολείται με κτηματολογικές υπηρεσίες. Αφού κι' αυτός είδε και αναγνώρισε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 13) όπως είπε, του το έδωσε ο προηγούμενος μάρτυρας για να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο και να προβεί σε μεταβίβαση ενός ακινήτου. Στη βάση της σχετικής εντολής που του είχε δώσει ο κ. Χαραλαμπίδης, πήγε στο Κτηματολόγιο, αλλά δεν θυμάται ποιες ενέργειες έχει κάνει. Προτού πάει ετοίμασε - συμπληρώνοντας ο ίδιος - τη δήλωση μεταβίβασης ακινήτου (τεκμ. 15) σε σχέση με την επίδικη κατοικία και δεν θυμάται γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, οι δυο σφραγίδες στην τελευταία σελίδα (η μια του Δήμου Λεμεσού και η άλλη, του Γραφείου Εισπράξεων Φόρων Λεμεσού) είναι αποδεικτικά στοιχεία ότι πληρώθηκαν κάποιοι φόροι οι οποίοι σχετίζονται με το ακίνητο. Από την εμπειρία του, ως βοηθός επαρχιακός κτηματολογικός λειτουργός Λεμεσού, αυτές οι σφραγίδες είναι στοιχεία που απαιτεί το Κτηματολόγιο για να προχωρήσει στη μεταβίβαση. Ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε και το έγγραφο (τεκμ. 16). Όπως είπε είναι φόρμα, φορολογική απαλλαγή από το Φόρο Εισοδήματος για να μεταβιβαστεί το ακίνητο από την ενάγουσα στους αγοραστές (δηλαδή στους εναγόμενους). Όπως είπε απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγόμενων, όταν έχουμε ταυτόχρονη μεταβίβαση και υποθήκη σημειώνεται με κόκκινο πάνω στη δήλωση μεταβίβασης (Ν. 270) ότι η μεταβίβαση γίνεται ταυτόχρονα με την υποθήκη, η οποία εσωκλείεται. Πέρασαν πολλά χρόνια και δεν θυμάται εάν προχώρησε η μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας, ερωτηθείς εάν τον κάλεσε κανένας να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο συγκεκριμένη μέρα και ώρα για να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας, όπως είπε δεν θυμάται. Απ' ό,τι θυμάται, του έδωσε το πληρεξούσιο ο Χάρης (δηλαδή ο προηγούμενος μάρτυρας) και του είπε, αλλά δεν θυμάται τι έγινε μετά. Τα έγγραφα (προφανώς αναφέρεται στα τεκμ. 15 και 16) είναι δικά του, αλλά δεν θυμάται τι έγινε μετά από 15 χρόνια. Ούτε αν του είπε ο κ. Χαραλαμπίδης ότι συγκεκριμένη μέρα και ώρα πρέπει να πάει να καταθέσει αυτά τα έγγραφα στο Κτηματολόγιο. Εν πάση περιπτώσει, ότι ο μάρτυρας πήγε στο Κτηματολόγιο, το ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Το πότε πήγε και τι έγινε εκεί, θα διαφανεί στη συνέχεια στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου. Ο τελευταίος, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Η εναγόμενη είναι σύζυγός του και μαζί υπόγραψαν την επίδικη σύμβαση (τεκμ. 3 και 17) για την αγορά της επίδικης κατοικίας, για την οποία πλήρωσε το ποσό των £20.000 έναντι απόδειξης (τεκμ. 18). Μετά που υπόγραψαν την επίδικη σύμβαση, σφράγισε το συμβόλαιο στο Φόρο και το κατάθεσε στο Κτηματολόγιο και μετά πήγε στους δικηγόρους του για να μπορέσει να πάρει έγκριση για να μπορέσει να πάρει πάνω του και στη γυναίκα του το ακίνητο, επειδή είναι ξένοι και μετά πήγε στην τράπεζα. Ακολούθως, ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε 4 έγγραφα. Τα τρία (τεκμ. 19) αφορούν στην αίτηση των εναγόμενων στο Υπουργικό Συμβούλιο για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο, ημερομηνίας 5/12/2007, η οποία υποβλήθηκε με την επιστολή του δικηγόρου τους προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού, ίδιας ημερομηνίας. Το τέταρτο (τεκμ. 20) είναι η επιστολή του Έπαρχου προς το δικηγόρο τους, ημερομηνίας 4/1/2008, με την οποία, ο κ. Αδάμου ενημερώνεται ότι αυτοί σαν πολιτικοί πρόσφυγες που διαμένουν στην Κύπρο για περίοδο πέραν των 3 χρόνων, δεν θεωρούνται αλλοδαποί και κατά συνέπεια εξαιρούνται της υποχρέωσης εξασφάλισης άδειας από την αρμόδια αρχή για κτήση ακινήτου για το οποίο υποβλήθηκε η αίτηση. Συνεχίζοντας ο εναγόμενος ανάφερε και τα εξής: Πήγε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και έκανε αίτηση για να πάρει δάνειο £90.000 για την επίδικη κατοικία. Αν και με βάση την επίδικη σύμβαση, η ενάγουσα, στις 28/12/2007 θα έπρεπε να τους μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία, εντούτοις, ο ίδιος την προηγουμένη, 27/12/2007 υπόγραψε το τεκμ. 4 και πήρε το κλειδί επειδή η επίδικη κατοικία χρειαζόταν ανακαίνιση και η ενάγουσα δεν ήταν έτοιμη. Η επίδικη κατοικία δεν ξοφλήθηκε επειδή η ενάγουσα είχε χρέη. Ο άντρας της είχε χρέη στην τράπεζα και δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν. Ο ίδιος ήταν έτοιμος, είχε πάρει την έγκριση και από την τράπεζα και από το κράτος για να μεταβιβάσει πάνω του και στη σύζυγό του και η ενάγουσα του είπε ότι εκείνοι δεν είναι έτοιμοι ακόμη, μπορεί να μπει μέσα μέχρι να είναι και αυτοί έτοιμοι. Μέχρι κάποια ημερομηνία, η ενάγουσα δεν ήταν έτοιμη, επειδή του έλεγε ότι έπρεπε να ξοφλήσει ο άντρας της την τράπεζα για να μπορέσει να του κάνει τη μεταβίβαση και του είπε ότι όποτε είναι έτοιμοι, θα τον πάρει τηλέφωνο. Τον Απρίλη περίπου του 2008 τού είπε ότι είναι έτοιμοι και μπορούν να τα κάνουν. Ο ίδιος πήγε και έκανε ξανά αίτηση στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο για €148.000, επειδή πέρασε καιρός και άλλαξε το νόμισμα. Η αίτηση εγκρίθηκε (τεκμ. 21). Να πω απλώς, ότι πρόκειται για συμφωνία δανείου το συγκεκριμένο έγγραφο, ημερομηνίας 28/5/2008 και δυνάμει αυτής, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού παραχώρησε στους εναγόμενους το ποσό των €148.000 - όπως αναφέρεται στο έγγραφο - για να χρησιμοποιηθεί για αγορά οικίας. Η εν λόγω συμφωνία είναι υπογραμμένη από τους εναγόμενους και από συγκεκριμένο πρόσωπο εκ μέρους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και τέλος, από δυο - συγκριμένα επίσης - πρόσωπα, τα οποία υπόγραψαν ως μάρτυρες. Ακολούθως, ο μάρτυρας, αφού είδε και αναγνώρισε κατάθεσε άλλα δυο έγγραφα (τεκμ. 22). Το ένα αποτελεί σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου και το άλλο, έγγραφο υποθήκης. Από το περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων, ημερομηνίας κι' αυτά, 28/5/2008 - που θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπογράφτηκαν από τα ίδια ακριβώς πρόσωπα που υπόγραψαν και τη δανειακή σύμβαση (τεκμ. 21) - οι εναγόμενοι φέρονται να υποθηκεύουν προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού το μερίδιό τους επί του επίδικου ακινήτου, δηλαδή το 1/3, το οποίο περιγράφεται ως ισόγειος οικία (πρόκειται για την επίδικη κατοικία) για το ποσό των €148.
- Ακολούθως ο μάρτυρας είδε, αναγνώρισε και κατάθεσε ακόμη δυο έγγραφα (τεκμ. 23). Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, πήγε στο Φόρο, πλήρωσε αποχετευτικό, υδατοπρομήθεια, σκύβαλα. Τα δυο αυτά έγγραφα, ημερομηνίας 6/5/2008 είναι αποδείξεις είσπραξης του Δήμου Λεμεσού και εκδόθηκαν στο όνομα της ενάγουσας. Η μια αφορά σε σκύβαλα και είναι για το ποσό των €119,95 και η άλλη σε τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας για τα έτη 2001/1 μέχρι 2007/4 και είναι για το ποσό των €585,
- Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε από το δικηγόρο του το τεκμήριο 16 - το οποίο παρουσίασε ο προηγούμενος μάρτυρας - και ρωτήθηκε ποιος πλήρωσε τους φόρους - σύμφωνα με σχετική σφραγίδα του Γραφείου Εισπράξεως Φόρων Λεμεσού που υπάρχει στο έγγραφο - όπως είπε απαντώντας, ο ίδιος. Ευθύς αμέσως, είδε και αναγνώρισε ως σχετική απόδειξη πληρωμής το τεκμ.
- Το συγκεκριμένο έγγραφο, που επίσης αναφέρεται στην ενάγουσα, είναι ημερομηνίας 8/5/2008 και αποτελεί έντυπο του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων με τίτλο «ΦΟΡΟΛΟΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗ». Αφορά το 2007 και το συνολικό ποσό του αναφερόμενου φόρου - μαζί με τη σχετική επιβάρυνση - ανέρχεται στο ποσό των €16.896,78, ενώ αναγράφεται ως ημερομηνία οφειλής, η 30/6/
- Ακολούθως ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Όταν πήρε την επιστολή (τεκμ. 7) τηλεφώνησε στο δικηγόρο του, ο οποίος απάντησε με τη δική του επιστολή (τεκμ. 25). Μετά που υπόγραψε τη συμφωνία με το συνεργατικό και πλήρωσε τους φόρους και ήταν έτοιμος για τη μεταβίβαση πήγε στο Κτηματολόγιο με την τράπεζα και περίμεναν μέχρι τις 1:00, αλλά ο δικηγόρος της ενάγουσας δεν πήγε. Ο τελευταίος, έδωσε το χαρτί στον κ. Χριστάκη (Μ.Υ.2) τον οποίο είδε για τελευταία φορά στο Κτηματολόγιο την ίδια μέρα που είχαν ραντεβού εκεί και ήρθαν και από την τράπεζα. Από τους δικηγόρους της ενάγουσας, του είπαν ότι έδωσαν το χαρτί στο Μ.Υ.2 και θα πήγαινε στο Κτηματολόγιο εκείνη την ημέρα για να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο. Το ραντεβού στο Κτηματολόγιο ήταν περίπου τέλος Μαΐου ή αρχές Ιουνίου
- Εκεί, όταν είδε το Μ.Υ.2, αυτός, του έδωσε όλα τα έγγραφα που είχε μαζί του και του είπε ότι ο κ. Χαραλαμπίδης δεν του επέτρεψε να κάνει τη μεταβίβαση. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος ανάφερε - μεταξύ άλλων - τα εξής: Κατάγεται από το Ιράν και ήρθε στην Κύπρο το 2000 με το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα και το 2016 απέκτησε την κυπριακή υπηκοότητα. Συμφώνησε ότι με βάση την επίδικη σύμβαση μέχρι τις 28/12/2007 θα έπρεπε να πληρώσουν το συμφωνημένο τίμημα πώλησης και ταυτόχρονα να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομά του και της συζύγου του κατά 1/
- Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί επανέλαβε τις ενέργειες που έκανε από την ημέρα υπογραφής της επίδικης σύμβασης μέχρι και τις 28/12/2007 για να πληρώσει το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου, προσθέτοντας ότι η ενάγουσα την ημερομηνία αυτή δεν ήταν έτοιμη να το μεταβιβάσει. Το Δεκέμβρη του 2007 έκανε αίτηση για δάνειο, ύψους £90.000 η οποία εγκρίθηκε τον ίδιο μήνα. Η αίτηση είναι στην τράπεζα. Το Γενάρη του 2008 τηλεφώνησε στην ενάγουσα και της είπε ότι εγκρίθηκε το δάνειο. Συγκεκριμένα, της είπε ότι ο ίδιος και η εναγόμενη είναι έτοιμοι από την τράπεζα και έχουν και έγκριση από το κράτος και μπορούν να πληρώσουν για να κάνουν μεταβίβαση. Η ενάγουσα του είπε ότι ο άντρας της δεν ξόφλησε ακόμη την τράπεζα και να μείνουν στην επίδικη κατοικία και θα τον ενημερώσει. Αναφορικά με το δάνειο για το ποσό των €148.000, όπως είπε, ο ίδιος έκανε αίτηση για £90.000 (περίπου €153.000) και εγκρίθηκε το ποσό των €148.
- Ερωτηθείς πώς θα πλήρωνε ο υπόλοιπο ποσό, περίπου €5.000, όπως είπε, πλήρωσε φόρο, αποχετευτικό και σκύβαλα, περίπου €10.000 και παραπάνω και θα του τα έδιναν πίσω όταν θα έπαιρναν τα λεφτά από την τράπεζα. Ερωτηθείς, τι εξασφάλιση έδωσε για το δάνειο, όπως είπε, το σπίτι που αγόρασε. Απαντώντας σε αριθμό σχετικών ερωτήσεων που του είχαν υποβληθεί από την κα Ευριπίδου, επέμενε στη θέση του ότι διευθετήθηκε ραντεβού στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και επανέλαβε τον ισχυρισμό του, ότι εκεί, ο Μ.Υ.2 του επέστρεψε τις αιτήσεις και όλα τα έγγραφα και του είπε πως δεν του επέτρεψαν να τους μεταβιβάσει. Ό,τι του επέστρεψε ο μάρτυρας, το έδωσε στο δικηγόρο του. Αναφορικά με τις εργασίες ανακαίνισης στην επίδικη κατοικία, όπως είπε, αυτές έγιναν αρχές του Γενάρη του
- Αφού ανάφερε τις εν λόγω εργασίες, όπως είπε, πλήρωσε γι' αυτές, περίπου €35.
- Δεν δέχθηκε την υποβολή ότι δεν έκανε καμιά εργασία ανακαίνισης και ότι το μόνο που έκανε ήταν να αλλάξει ένα ρουπινέτο στο μπάνιο. Επέμενε ότι πλήρωσε το ποσό φόρου που αναφέρεται στο τεκμήριο 24 και στην υποβολή ότι δεν το πλήρωσε, γιατί αν το πλήρωνε, θα έφερνε και την απόδειξη, όπως έκανε και με τις άλλες αποδείξεις, όπως είπε απαντώντας, όλες τις αποδείξεις τις έδωσε και τις κρατούσε ο Μ.Υ.2, τη μέρα που δεν είχε πάει κανένας στο Κτηματολόγιο. Εκεί τους τα έδωσε πίσω και ο ίδιος τα έδωσε στο δικηγόρο του. Δηλώνω ευθέως, ότι με εξαίρεση δυο μόνο σημεία - συναφή μεταξύ τους -, κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του εναγόμενου, επί της ουσίας γίνεται συνολικά αποδεκτή. Και τούτο, επειδή συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Η μαρτυρία του, στο σύνολό της σχεδόν, καταρχάς, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο σωρείας εγγράφων και εν μέρει από τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων που κατέθεσαν στην υπόθεση, περιλαμβανομένου, ακόμη και του συζύγου της ενάγουσας. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι μερικοί ουσιώδεις ισχυρισμοί του παρέμειναν αναντίλεκτοι, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός ότι αριθμός υποβολών που του έγιναν παρέμειναν έωλες, ενώ μια από αυτές καταρρίπτεται από το περιεχόμενο εγγράφου το οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο ο σύζυγος της ενάγουσας. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που δεν μπορώ να δεχθώ, αφορά στον ισχυρισμό του ότι το Δεκέμβρη του 2007 εξασφάλισε δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το ποσό των £90.000 για εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό του, ότι σε αντίθεση με την ενάγουσα, που δεν ήταν έτοιμη να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί του και της εναγόμενης συζύγου του, εκείνοι ήταν. Ακολουθεί το σκεπτικό: Εάν αποτελούσε γεγονός, ότι ο εναγόμενος, το Δεκέμβρη του 2007 είχε εξασφαλίσει το δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, το ελάχιστον που θα μπορούσε και όφειλε να κάνει για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού του, ήταν ό,τι έκανε σε σχέση και με το δάνειο που πραγματικά είχε εξασφαλίσει από το ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, ύψους €148.
- Δηλαδή, να παρουσιάσει κάποιο αποδεικτικό έγγραφο, για παράδειγμα, την έγκριση του δανείου, που θ' αποτελούσε και την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Όχι μόνο δεν το έκανε και μάλιστα, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτή την παράλειψή του, αλλά, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχτώ τον εν λόγω ισχυρισμό του πρόβαλε τον αστήρικτο ισχυρισμό ότι ο λόγος για τον οποίο χρειάστηκε να υποβάλει ξανά αίτηση στο Συνεργατικό για δάνειο, ήταν επειδή πέρασε καιρός και άλλαξε το νόμισμα. Ειδικά επί του ισχυρισμού του αυτού, εκείνο που θέλω να πω είναι το εξής: έχω δικαστική γνώση ότι η εισαγωγή του ευρώ στην Κύπρο την 1/1/2008, ως του νομίσματος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αντικατάσταση της κυπριακής λίρας, ουδεμία επίπτωση είχε επί του κύρους συμβάσεων που συνομολογήθηκαν μέχρι και τις 31/12/
- Προφανής ο λόγος για τον οποίο ο εναγόμενος προέβαλε τον εν λόγω αναληθή ισχυρισμό. Απέβλεπε στο να με πείσει ότι ακεραία την ευθύνη για την μη πλήρη εκτέλεση της επίδικης σύμβασης εντός των χρονικών πλαισίων που διαλαμβάνονται σ' αυτή, φέρει η ενάγουσα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή βαραίνει και τους εναγόμενους, οι οποίοι, δεν ήταν σε θέση να της καταβάλουν μέχρι και τις 28/12/2007 το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης της επίδικης κατοικίας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των £90.
- Όμως, ότι φέρουν και οι εναγόμενοι ευθύνη για το γεγονός ότι, ακόμη και να ήταν σε θέση η ενάγουσα να τους μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο μέχρι και τις 28/12/2007, δεν θα ήταν εκείνοι, αποδεικνύεται από το εξής: όντας αλλοδαποί εκείνοι, με την επίδικη σύμβαση ανέλαβαν την υποχρέωση να υποβάλουν αίτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο για εξασφάλιση άδειας απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Και τούτο, επειδή, αποτελούσε κοινό τόπο ανάμεσα στους ίδιους και την ενάγουσα, ότι σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί τους. Είναι γεγονός, ότι, εν τέλει, στην περίπτωση των εναγόμενων, για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή του Έπαρχου Λεμεσού (τεκμ. 20) δεν υπήρχε υποχρέωση εξασφάλισης τέτοιας άδειας. Όμως, αυτό, οι εναγόμενοι το πληροφορήθηκαν μετά τις 28/12/2007, καθώς η επιστολή του Έπαρχου προς το δικηγόρο τους είναι ημερομηνίας 4/1/
- Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι μέχρι και την ημερομηνία αυτή, οι εναγόμενοι δεν μπορεί να ισχυρίζονται πως ήταν έτοιμοι για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Αυτό δε αποδεικνύεται και από τον ισχυρισμό του εναγόμενου - κατά την αντεξέτασή του - ότι το Γενάρη του 2008 τηλεφώνησε στην ενάγουσα και της είπε ότι εγκρίθηκε το δάνειο. Συγκεκριμένα, της είπε ότι ο ίδιος και η εναγόμενη είναι έτοιμοι από την τράπεζα και έχουν και έγκριση από το κράτος και μπορούν να πληρώσουν για να κάνουν μεταβίβαση. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Γιατί τώρα θεωρώ αποδεδειγμένους, όσους από τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς του εναγόμενου αμφισβητήθηκαν από την ενάγουσα: πρώτο, ότι περί το τέλος Μαΐου με αρχές Ιουνίου του 2008 διευθετήθηκε ραντεβού στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί του και της συζύγου του και ότι ενώ ο ίδιος και η τράπεζα παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο, ο μόνος που παρουσιάστηκε για την ενάγουσα ήταν ο Μ.Υ.2, ο οποίος του ανάφερε ότι δεν του επέτρεψαν τελικά να προβεί στη μεταβίβαση και του επέστρεψε όλα τα σχετικά έγγραφα που είχε ετοιμάσει ή είχε μαζί του για το σκοπό αυτό. Δεύτερο, ότι πλήρωσε τα διάφορα ποσά υπό μορφή τελών και/ή φόρου σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και τούτο, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή του από την ενάγουσα μέσω του Μ.Υ.2 στον ίδιο και την εναγόμενη σύζυγό του. Ο τότε δικηγόρος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας (Μ.Υ.1) με το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 14/4/2008 (τεκμ. 13) εξουσιοδότησε το Μ.Υ.2 να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και στο Επαρχιακό Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος στη Λεμεσό και μεταβιβάσει - δυνάμει της επίδικης σύμβασης - επ' ονόματι των εναγόμενων το 1/3 μερίδιο τού επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα, την επίδικη κατοικία για το ποσό των £110.
- Ο Μ.Υ.2, στο πλαίσιο της εν λόγω εξουσιοδότησής του συμπλήρωσε τη σχετική δήλωση μεταβίβασης ακινήτου (τεκμ. 15) η οποία φέρει τον αριθμό Π
- Στην τελευταία σελίδα της δήλωσης υπάρχουν δυο σφραγίδες. Μια του γραφείου εισπράξεως φόρων του δήμου Λεμεσού, ημερομηνίας 6/5/2008 με τη σημείωση «ΦΟΡΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟΙ» και άλλη μια, του γραφείου εισπράξεων φόρων Λεμεσού, ημερομηνίας 27/5/2008 με την ίδια σημείωση. Με τη σειρά του, ο εναγόμενος παρουσίασε τις δυο αποδείξεις είσπραξης του δήμου Λεμεσού (τεκμ. 23) ημερομηνίας 6/5/2008 από το περιεχόμενο των οποίων - όπως αναφέρεται και σε άλλο σημείο, πιο πάνω - προκύπτει ότι την εν λόγω ημερομηνία πλήρωσε για λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των €119,95, υπό μορφή τέλους σκυβάλων για το έτος 2008/1 και το συνολικό ποσό των €585,99, υπό μορφή τελών ακίνητης ιδιοκτησίας για τα έτη 2001/1 μέχρι 2007/
- Οι δυο αυτές αποδείξεις, προφανώς είναι άμεσα σχετικές με την πρώτη σφραγίδα που υπάρχει στην τελευταία σελίδα της δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου (τεκμ. 15, ανωτέρω) και συγκεκριμένα, του γραφείου εισπράξεως φόρων του δήμου Λεμεσού, ημερομηνίας 6/5/2008 με την σημείωση «ΦΟΡΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟΙ». Ο Μ.Υ.2 παρουσίασε στο Δικαστήριο και το πιστοποιητικό διευθέτησης φορολογικής υποχρέωσης φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας/κεφαλαιουχικών κερδών, υπογεγραμμένο εκ μέρους του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (τεκ. 16). Αυτό δε αφορά στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και υπάρχει σφραγίδα του γραφείου εισπράξεων φόρων Λεμεσού, ημερομηνίας 27/5/2008 με τη σημείωση «ΦΟΡΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟΙ» Το συγκεκριμένο έγγραφο, ασφαλώς θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τη δεύτερη σφραγίδα που υπάρχει στην τελευταία σελίδα της δήλωσης μεταβίβασης ακινήτου (τεκμ. 15, ανωτέρω) που είναι του ίδιου γραφείου, ημερομηνίας και αυτή, 27/5/
- Θα πρέπει ακόμη να ιδωθεί σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 24, που είναι το έγγραφο του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, με τίτλο «ΦΟΡΟΛΟΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗ», στο οποίο αναφέρεται ως οφειλόμενος φόρος, με ημερομηνία οφειλής την 30/6/2008 το ποσό των €16.896,
- Το συγκεκριμένο έγγραφο, που όπως αναφέρεται εκτυπώθηκε στις 8/5/2008 αφορά στην ενάγουσα. Και με δεδομένο ότι, όπως είπε ο Μ.Υ.2, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την ενάγουσα, οι δυο σφραγίδες στην τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 15 είναι αποδεικτικά στοιχεία ότι πληρώθηκαν κάποιοι φόροι, οι οποίοι σχετίζονται με το ακίνητο και σε άλλο σημείο, στοιχεία που απαιτεί το Κτηματολόγιο για να προχωρήσει στη μεταβίβαση σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι αυτός κατέβαλε τα σχετικά ποσά, έναντι των αποδεικτικών στοιχείων που έχει προσκομίσει και λαμβάνοντας τέλος υπόψη, ότι όλα αυτά τα έγγραφα, ενώ αναφέρονται στην ενάγουσα, βρίσκονταν στην κατοχή των εναγόμενων και παρουσιάστηκαν εκ μέρους τους ως τεκμήρια κατά τη δίκη, το πρώτο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η θέση του εναγόμενου ότι πλήρωσε τα διάφορα ποσά υπό μορφή τελών και/ή φόρου σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και τούτο, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή του από την ενάγουσα - μέσω του Μ.Υ.2 - στον ίδιο και την εναγόμενη σύζυγό του, είναι βάσιμη. Απ' εκεί και πέρα, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, δυνάμει της γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 28/5/2008 (τεκμ. 21) παραχώρησε στους εναγόμενους δάνειο, ύψους €148.000, για αγορά οικίας. Την ίδια μέρα, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και οι εναγόμενοι υπόγραψαν και τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου καθώς και το έγγραφο υποθήκης (τεκμ. 22) και από το περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων προκύπτει ότι οι δεύτεροι υποθήκευσαν προς όφελος των πρώτων, το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται ως ισόγεια κατοικία για το ίδιο ποσό (€148.000). Τα δυο έγγραφα, που είναι ημερομηνίας 28/5/2008, ιδωμένα σε συνάρτηση με τα προηγούμενα και ιδιαίτερα με τα τεκμήρια 15 και 16 από τα οποία προκύπτει ότι όλα τα αναγκαία τέλη και/ή φόροι για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, είχαν πληρωθεί μέχρι και τις 27/5/2008, καθιστούν βάσιμη τη θέση του εναγόμενου, ότι περί το τέλος Μαΐου με αρχές Ιουνίου του 2008 διευθετήθηκε ραντεβού στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί του και της συζύγου του και ότι ενώ ο ίδιος και η τράπεζα παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο, ο μόνος που παρουσιάστηκε για την ενάγουσα ήταν ο Μ.Υ.2, ο οποίος του ανάφερε ότι δεν του επέτρεψαν τελικά να προβεί στη μεταβίβαση και του επέστρεψε όλα τα σχετικά έγγραφα που είχε ετοιμάσει ή είχε μαζί του για το σκοπό αυτό. Και είναι βάσιμη και για τον επιπλέον λόγο, ότι τα τεκμήρια 21 και 22 καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι υπογεγραμμένα, τόσο από τους εναγόμενους όσο και κυρίως, εκ μέρους και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Και με δεδομένο ότι και τα δυο αυτά έγγραφα είναι ημερομηνίας 28/5/2008 και ειδικά το δεύτερο, δηλαδή, η σύμβαση και δήλωση υποθήκης αναφέρει την ημερομηνία αυτή και ως ημερομηνία της σύμβασης, αλλά και ως ημερομηνία κατά την οποία η αυτή έγινε αποδεκτή από το Κτηματολόγιο, είναι φανερό, ότι ραντεβού στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί των εναγόμενων διευθετήθηκε για την ημερομηνία αυτή, δηλαδή, για τις 28/5/
- Και κάτι ακόμη. Το γεγονός ότι, ενώ το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης ανέρχεται στο ποσό των £90.000 (€153.774,13), οι εναγόμενοι εξασφάλισαν δάνειο, ύψους €148.000, δεν βοηθά την ενάγουσα για το λόγο που το επικαλείται. Συναφώς με το γεγονός αυτό θεωρώ πειστική την απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος εναγόμενος, η οποία επιβεβαιώνεται και από τα αποδεδειγμένα γεγονότα. Ο εναγόμενος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί του και της συζύγου του, σε σχέση με αυτό, κατέβαλε για λογαριασμό της ενάγουσας διάφορα ποσά υπό μορφή τελών και/ή φόρων, τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των περίπου €6.000, που υπολείπεται μέχρι το ποσό των €153.774,13 (£90.000) που και οι δυο εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στην ενάγουσα κατά τα μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομά τους. Ούτε και θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι το δάνειο (τεκμ. 21) που είχαν συνάψει οι εναγόμενοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί τους παραχωρήθηκε για να χρησιμοποιηθεί για αγορά οικίας. Και μαρτυρία ότι κατά το χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας δανείου, είχαν αγοράσει ή θα αγόραζαν και κάποια άλλη κατοικία, δεν υπάρχει. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου θεωρώ ως αποδεδειγμένα και καθοριστικά για την έκβαση της υπόθεσης, γεγονότα - πέραν όσων αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω - και τ' ακόλουθα: Ενώ με βάση τον όρο 19 της επίδικης σύμβασης, όλοι οι όροι της ήταν ουσιώδεις και αυτή διαλάμβανε ότι οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν στην εναγόμενη το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης (£90.000) ταυτόχρονα, με τη μεταβίβαση του 1/3 του επίδικου ακινήτου από την τελευταία στους πρώτους, το αργότερο, στις 28/12/2007, αυτό, για λόγους που αφορούν και τα δυο μέρη δεν έγινε. Σ' ό,τι αφορά την ενάγουσα, επειδή, ενώ με βάση την επίδικη σύμβαση, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά βάρη ή επιβαρύνσεις ή άλλες υποχρεώσεις, ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, επομένως και η επίδικη κατοικία, για λόγους που αφορούν την ίδια και τον πρώην σύζυγό της, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης και μέχρι και τις 10/9/2008 ήταν υποθηκευμένα υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας και δεσμευμένα με memo υπέρ του Δημήτρη Γρηγορίου. Επιπλέον, ενώ με βάση την επίδικη σύμβαση, ανέλαβε και την υποχρέωση, όπως ταυτόχρονα με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς, να υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ή οποιασδήποτε άλλης τράπεζας ή οργανισμού, ως εγγύηση για τη χορήγηση δανείου στους εναγόμενους, για τον ίδιο λόγο, ούτε και αυτό μπορούσε να γίνει. Σ' ό,τι αφορά τώρα τους εναγόμενους, επειδή, ενώ με βάση την επίδικη σύμβαση ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν από το Υπουργικό Συμβούλιο, άδεια απόκτησης ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο - που με βάση τη σύμβαση αποτελούσε αναγκαίο όρο για μπορεί να γίνει μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας επ' ονόματί τους - ότι δεν χρειάζονταν τέτοια άδεια - και όχι ότι την απέκτησαν - το πληροφορήθηκαν με τη σχετική επιστολή του Έπαρχου Λεμεσού, ημερομηνίας 4/1/2008, δηλαδή, μετά τις 28/12/2007 που είναι η απώτατη ημερομηνία πλήρους εκτέλεσης της επίδικης σύμβασης. Απ' εκεί και πέρα, ευθύνη για το γεγονός ότι μέχρι και την ημερομηνία αυτή δεν μπορούσε να γίνει μεταβίβαση του 1/3 του μεριδίου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί τους, φέρουν και για το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν στην ενάγουσα το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, ύψους £90.
- Η θέση τους ότι το Δεκέμβρη του 2007 αιτήθηκαν και εξασφάλισαν δάνειο για το ποσό αυτό δεν έχει γίνει αποδεκτή. Δάνειο για το σκοπό αυτό, εξασφάλισαν πολύ αργότερα και συγκεκριμένα, με τη σχετική συμφωνία δανείου που συνήψαν με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, στις 28/5/2008, για το ποσό των €148.
- Είναι ακριβώς λόγω της αδυναμίας και των δυο μερών να εκπληρώσουν τις παραπάνω συμβατικές τους υποχρεώσεις κατά το χρόνο που είχαν ορίσει με την επίδικη σύμβαση, που με κάποιο τρόπο συμφωνήθηκε μεταξύ τους, η επιμήκυνση του χρόνου εκπλήρωσης των εν λόγω υποχρεώσεων εκ μέρους τους. Σ' ό,τι αφορά την ενάγουσα, αυτός είναι και ο λόγος που στις 27/12/2007, δηλαδή την προηγουμένη της ημέρας που η επίδικη σύμβαση θα εκτελείτο πλήρως, με βάση τους συμφωνημένους όρους της, παρέδωσε - μέσω του πρώην δικηγόρου της - στον εναγόμενο, το κλειδί της επίδικης κατοικίας για να προβεί στις εργασίες ανακαίνισης που αυτή έχρηζε. Απ' εκεί και πέρα, ενώ κάποια στιγμή διευθετήθηκε συνάντηση στο Κτηματολόγιο, για τις 28/5/2008 προκειμένου, την ημέρα αυτή να εκτελείτο πλήρως η επίδικη σύμβαση, με τους εναγόμενους να καταβάλλουν στην ενάγουσα το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης (£90.000), ταυτόχρονα, με τη μεταβίβαση εκ μέρους της στους εναγόμενους τού 1/3 μεριδίου της επί του επίδικου ακινήτου, που αποτελείται από την επίδικη κατοικία, αυτό, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά την εναγόμενη, δεν έγινε. Συγκεκριμένα, ενώ ο τότε δικηγόρος της, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου που του είχε παραχωρήσει στις 14/12/2007, για το σκοπό αυτό, με τη σειρά του, στις 14/4/2008 παραχώρησε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο στον Χριστάκη Δημητριάδη και ενώ οι εναγόμενοι που είχαν εξασφαλίσει δάνειο, €148.000 ήταν έτοιμοι να εκπληρώσουν τη συμβατική υποχρέωσή τους να καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης, όταν στις 28/5/2008 ο εναγόμενος και κάποιος από την τράπεζα μετέβησαν στο Κτηματολόγιο, εκ μέρους της ενάγουσας δεν παρουσιάστηκε κανείς, παρά μόνο, κάποια στιγμή παρουσιάστηκε ο Δημητριάδης, ο οποίος, αφού ανάφερε στο εναγόμενο πως δεν του επέτρεψαν να προβεί στην επίδικη μεταβίβαση, του επέστρεψε όλα τα σχετικά με αυτή, έγγραφα που είχε μαζί του, μέρος των οποίων είχε ετοιμάσει ο ίδιος. Μολονότι είναι γεγονός, ότι o όρος 18 της επίδικης σύμβασης διαλαμβάνει ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση δίνεται δυνάμει της επίδικης σύμβασης θα πρέπει να είναι γραπτή και είτε να παραδίδεται προσωπικά είτε να αποστέλλεται με συστημένη επιστολή στην τελευταία διεύθυνση των συμβαλλομένων μερών, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι πως βοηθά την ενάγουσα ο συγκεκριμένος όρος για τους λόγους που τον επικαλείται η δικηγόρος της. Η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι, αποδεδειγμένα, ούτε η ενάγουσα μα ούτε και οι εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εντός του χρόνου που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους με την επίδικη σύμβαση, τις οποίες ανέλαβαν να εκπληρώσουν ταυτόχρονα, ενώ, όταν αργότερα κατόπιν συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων και/ή των αντιπροσώπων της ενάγουσας διευθετήθηκε συνάντηση στο Κτηματολόγιο για τις 28/5/2008 για να γίνει μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, εκεί, κάποια στιγμή πήγε και Δημητριάδης εκ μέρους της ενάγουσας. Ούτε αυτός, ούτε ο κ. Χαραλαμπίδης που τον είχε εξουσιοδοτήσει να μεταβεί εκεί μα ούτε ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας ισχυρίστηκαν οποτεδήποτε ότι ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση την ημέρα αυτή ήταν επειδή οι εναγόμενοι δεν είχαν στείλει επιστολή στην ενάγουσα προηγουμένως, με την οποία να της ζητούν να μεταβεί σε συγκεκριμένη μέρα και ώρα στο Κτηματολόγιο για να υλοποιηθεί η μεταβίβαση, όπως υποβάλλει η δικηγόρος της με τη γραπτή αγόρευσή της. Τέλος, η ενάγουσα, πρώτα με την επιστολή του τότε δικηγόρου της κ. Χαραλαμπίδη, ημερομηνίας 25/9/2008 και έπειτα, με την επιστολή των νυν δικηγόρων της, ημερομηνίας 9/4/2013 προέβη σε τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 51 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 που βρίσκεται κάτω από τον τίτλο «Εκπλήρωση αμοιβαίων υποσχέσεων» με τίτλο «Σε περίπτωση αμοιβαίων υποσχέσεων κανένας δεν υποχρεούται να εκπληρώσει εκτός αν και ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει» προνοεί τα ακόλουθα: «Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Η παραπάνω διάταξη που δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα ερμηνείας, είναι σαφές, ότι τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, στη βάση των γεγονότων που την περιβάλλουν. Από τη στιγμή που τα δυο μέρη στην επίδικη σύμβαση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ τους, ότι ανέλαβαν την υποχρέωση, όπως το αργότερο, στις 28/12/2007, η μεν ενάγουσα, προβεί σε μεταβίβαση επ' ονόματι των εναγόμενων του 1/3 του μεριδίου της επί του επίδικου ακινήτου (από 1/6 στον κάθε εναγόμενου) που αποτελεί την επίδικη κατοικία, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά βάρη ή επιβαρύνσεις ή άλλες υποχρεώσεις και οι εναγόμενοι, ταυτόχρονα, να της καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης που ανέρχεται στο ποσό των £90.000 και για λόγους που έχουν αναφερθεί, αποδεδειγμένα, ούτε το ένα μέρος μα ούτε και το άλλο ήταν σε θέση - δηλαδή δεν ήταν έτοιμα - να εκπληρώσουν τις εν λόγω υποχρεώσεις τους και με δεδομένο ότι τόσο οι εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών τους όσο και ο χρόνος εκπλήρωσής τους, αποτελούν ουσιώδεις όρους της μεταξύ τους επίδικης σύμβασης, κανένα από τα δυο μέρη είχε δικαίωμα να απαιτεί από το άλλο να εκπληρώσει τη δική του συμβατική υποχρέωση και σε περίπτωση που το είχε κάνει επειδή δεν ικανοποιήθηκε η απαίτησή του, να τερματίσει την επίδικη σύμβαση. Και με δεδομένο ότι η ενάγουσα προέβη και μάλιστα, δυο φορές σε τερματισμό της επίδικης σύμβασης, ασφαλώς, ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος, γεγονός το οποίο, εν τέλει καθιστά στοιχείο αδιάφορο το κατά πόσο επιδόθηκαν ή όχι οι δυο σχετικές επιστολές στους εναγόμενους. Από το σύνολο των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου είναι σαφές, ότι τα δυο από τα τρία βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης, έχουν επιλυθεί. Επειδή αυτά τίθενται υπό μορφή ερωτημάτων, η απάντηση μου σ' αυτά είναι η εξής: Σ' ό,τι αφορά το πρώτο, υπήρξε παράβαση της επίδικης σύμβασης και από τα δυο συμβαλλόμενα μέρη. Και σ' ό,τι αφορά το τρίτο, υπήρξε τερματισμός της επίδικης σύμβασης από την ενάγουσα και μάλιστα, δυο φορές, πλην όμως αυτός και στις δυο περιπτώσεις δεν ήταν νόμιμος. Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα και ιδιαίτερα στο τρίτο, δίδει απάντηση και στο επόμενο ερώτημα που συνθέτει το δεύτερο επίδικο θέμα της υπόθεσης. Δεδομένου ότι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης από την ενάγουσα δεν ήταν νόμιμος, στο σύνολό τους οι διάφορες αξιώσεις της εναντίον των εναγόμενων, που προϋποθέτουν νόμιμο τερματισμό της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της, είναι έκθετες σε απόρριψη. Ειδικά η αξίωσή της για καταβολή του ποσού των €650 υπό μορφή εύλογου αγοραίου μηνιαίου ενοικίου από 28/12/2007 και για τον επιπλέον λόγο, ότι απέτυχε να αποδείξει ότι το ποσό αυτό ή κάποιο άλλο ποσό αποτελεί το εύλογο αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο της επίδικης κατοικίας. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος της ενάγουσας. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο