Συνεργατικός Οργανισμός Παραγωγής Ζωοτροφών (ΣΟΠΑΖ) Λτδ. ν. Στέλιος Πισσούριος, Αρ. Αγωγής 717/14, 17/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 717/14 Μεταξύ: Συνεργατικός Οργανισμός Παραγωγής Ζωοτροφών (ΣΟΠΑΖ) Λτδ. Εναγόντων - και - Στέλιος Πισσούριος Εναγομένου Ημερομηνία: 17η Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Παπαπέτρου (κα.) Για τον Εναγόμενο: Αλεξάνδρου (κος.) ΑΠΟΦΑΣΗ (Η απόφαση αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων ηλεκτρονικά, κατόπιν λήψης συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Δικόγραφα Με το Κλητήριο Ένταλμα οι Ενάγοντες αξίωσαν από τον Εναγόμενο ποσό €16,039.31 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για προμήθεια ειδών ζωοτροφών μεταξύ των ετών 2007 και 2009 πλέον τόκους προς 8%. Αναφορικά με τις συναλλαγές τους με τον Εναγόμενο, οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι εξέδιδαν τιμολόγια και διατηρούσαν και χρεοπιστωτική κατάσταση λογαριασμού στ' όνομα του. Ενώ εκείνοι του παρέδωσαν προϊόντα, ο Εναγόμενος καθυστέρησε να τα αποπληρώσει, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το αξιούμενο υπόλοιπο και να παραμείνει ανεξόφλητο μέχρι και τις 16.1.2012. Στη βάση της συμφωνίας των διαδίκων, ή και της πρακτικής που ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάθε ανεξόφλητο τιμολόγιο έφερε τόκο προς 8% ετησίως, το οποίο επίσης αξιώνουν με την Αγωγή οι Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος έγειρε προδικαστική ένσταση βασιζόμενη σε δύο άξονες, δηλαδή ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν, κατά παράβαση των Συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του, να προωθήσουν την Αγωγή και ότι το αγώγιμο δικαίωμά τους έχει παραγραφεί. Παραδέχθηκε μεν ότι ήταν πελάτης των Εναγόντων αλλά αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό καθότι έχει εξοφλήσει κάθε υπόλοιπο. Προς τούτο αναφέρει ότι οι Ενάγοντες προσπάθησαν να του αποσπάσουν χρήματα μέσω καταχώρισης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης για ακάλυπτες επιταγές, τα ποσά των οποίων είχαν εξοφληθεί τοις μετρητοίς. Αναφέρει, τέλος, ότι οι Ενάγοντες σκοπίμως καθυστέρησαν να καταχωρήσουν την Αγωγή με την ελπίδα ότι ο ίδιος δεν θα διατηρούσε αποδείξεις για την εξόφληση των ποσών που απαιτούν. Απαντώντας στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, ανέφεραν ότι οι τελευταίες συναλλαγές μεταξύ τους και του Εναγόμενου έγιναν περί το έτος 2009 και συνεπώς, μέχρι και τις 17.2.2014 που καταχωρίστηκε η Αγωγή, δεν είχαν παρέλθει τα έξι έτη που προβλέπονται από τα Άρθρα 6 και 7 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012. Αναφορικά με την ποινική υπόθεση την οποία επικαλέστηκε ο Εναγόμενος, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν αφορούσε τα ποσά που αξίωσαν με την κρίσιμη Αγωγή και ότι αποσύρθηκε την 12.1.2012 αφού ο Εναγόμενος αποπλήρωσε τα οφειλόμενα ποσά. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον μου δύο μάρτυρες, ένας για κάθε πλευρά. Για την πλευρά των Εναγόντων η κυρία Μαρία Κουκουνίδου («ΜΕ») που ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βοηθός λογιστηρίου των Εναγόντων και για την πλευρά του Εναγόμενου, ο ίδιος. Παρατίθεται σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου εξ αυτών για σκοπούς πληρότητας και σύντομης αναφοράς. Η ΜΕ κατέθεσε ενόρκως, προσκομίζοντας 22 τεκμήρια. Από τις 17.3.2003 μέχρι και την 1.1.2016, ήταν βοηθός λογιστηρίου των Εναγόντων και τα καθήκοντα της ήταν η έκδοση και έλεγχος τιμολογίων και χρεοπιστώσεων σε λογαριασμούς πελατών, η λήψη παραγγελιών πελατών και η είσπραξη χρημάτων. Αναφορικά με τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση αντίτυπα τιμολογίων και αποδείξεων που εκδίδονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτά βρίσκονται σε αποθήκες των Εναγόντων και ήταν πρακτικά αδύνατη η ανεύρεσή τους παρά τις προσπάθειες τους. Για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατό να παρουσιαστούν τα υπογεγραμμένα αντίτυπα τιμολογίων που σχετίζονται με την απαίτηση και τα πρωτότυπα είναι στην κατοχή του Εναγόμενου, αλλά υπάρχει ηλεκτρονικό αρχείο και οι καταχωρίσεις σε αυτό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Ανέφερε ότι η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα λόγω της θέσης της, της ανάμειξής της και της ουσιαστικής της εμπλοκής στα θέματα, αλλά γνωρίζει και λεπτομέρειες της συνεργασίας των διαδίκων από έγγραφα και από πληροφορίες που λάμβανε από υπαλλήλους των Εναγόντων. Αρχικά ο Εναγόμενος, που είναι κτηνοτρόφος, ήταν πελάτης των Εναγόντων τοις μετρητοίς, δηλαδή παραλάμβανε προϊόντα έναντι πληρωμής. Στις 14.2.2007 έγινε πελάτης με πίστωση και ανοίχθηκε στο όνομά του ο λογαριασμός 202ΣΠΙ01. Η ΜΕ περιέγραψε τη διαδικασία παραγγελίας και έκδοσης τιμολογίου όσων αφορά τον Εναγόμενο, η οποία ενείχε την έκδοση 3 αντιτύπων τιμολογίου, τα 2 εκ των οποίων επιστρέφονταν πίσω στις αποθήκες των Εναγόντων. Τα τιμολόγια που εκδίδονταν λάμβαναν την εγγραφή «entered» ενώ όταν επιστρέφονταν και ελέγχονταν την εγγραφή «posted». Εάν οι οδηγοί των Εναγόντων, που παρέδιδαν τα προϊόντα της κάθε παραγγελίας στον Εναγόμενο, τον έβρισκαν στο σημείο παράδοσης, τότε είτε εκείνος είτε υπάλληλος ή και αντιπρόσωπός του υπέγραφαν το τιμολόγιο, εάν όχι τότε τα τιμολόγια παρέμεναν ανυπόγραφα. Στο κείμενο εκάστου τιμολογίου αναγράφονταν ότι σε περίπτωση μη εξόφλησής του εντός 30 ημερών θα έφερε τόκο 8% κατ' έτος και ότι τυχόν μη αμφισβήτησή του εντός 7 ημερών από την παραλαβή θα συνιστούσε αποδοχή του από τον παραλήπτη. Στο λογαριασμό του Εναγόμενου καταγράφονταν όλες οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα 2 καταστάσεις, η πρώτη που αφορούσε συναλλαγές σε λίρες Κύπρου για την περίοδο 14.2.07 μέχρι και 31.12.2007 και η δεύτερη που αφορούσε συναλλαγές σε ευρώ για την περίοδο 31.12.2007 μέχρι και 17.2.2014. Ήταν θέση της ότι η κατάσταση λογαριασμού εκτυπώνεται από το λογιστήριο των Εναγόντων και αποστελλόταν κάθε τέλος του μήνα ταχυδρομικώς προς τον Εναγόμενο για να γνωρίζει το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο και ότι ο ίδιος ουδέποτε παραπονέθηκε για αυτό. Ως προς τις πληρωμές, η ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος κάποιες φορές πλήρωνε έναντι λογαριασμού και άλλες εξοφλούσε συγκεκριμένα τιμολόγια. Έστω και εκ λάθους να αναγραφόταν ότι κάποιο ήδη εξοφλημένο τιμολόγιο πληρωνόταν, στο λογαριασμό του Εναγόμενου καταγράφονταν όλες οι πιστώσεις και τα ποσά δεν έχουν εισπραχθεί δύο φορές. Κατέθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφα 17 τιμολογίων που εκδόθηκαν στο όνομα του Εναγόμενου από τις 14.2.2007 μέχρι και 31.12.2007, καθώς και ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα, δέσμη 7 αντιγράφων αποδείξεων για πληρωμές στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος και 6 αντίγραφα εκπτώσεων που έγιναν για τον Εναγόμενο εντός της ίδιας περιόδου. Βάσει των υπολογισμών της, το σύνολο των τιμολογίων μείον το σύνολο των εισπράξεων και το σύνολο των εκπτώσεων, ανέρχεται στο ποσό των €10,201.63. Αναφορικά με την περίοδο 31.12.2007 μέχρι και 17.2.2014 η ΜΕ1 κατέθεσε 31 τιμολόγια στο όνομα του Εναγόμενου (Τεκμήριο 6), 27 αποδείξεις (Τεκμήριο 7), 14 αντίγραφα εκπτώσεων (Τεκμήριο 8), αντίγραφο επιστροφής (Τεκμήριο 9), αντίγραφο επιστροφής 3ων επιταγών (Τεκμήριο 10) οι οποίες πιστώθηκαν στο λογαριασμό του Εναγόμενου και αντίγραφο χρέωσης δικηγορικών εξόδων (Τεκμήριο 11). Σύμφωνα και πάλι με τους υπολογισμούς της, η προσθαφαίρεση των πιο πάνω αφήνει υπόλοιπο ύψους €5,837.68. Το συνολικό υπόλοιπο με την πρόσθεση των δύο υπολοίπων ανέρχεται στο ποσό της απαίτησης, δηλαδή των €16,039.31. Για τα πιο πάνω τιμολόγια, οι Ενάγοντες πλήρωσαν το ΦΠΑ. Αναφορικά με την ιδιωτική ποινική δίωξη που καταχωρίστηκε εναντίον του Εναγόμενου για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, η ΜΕ κατέθεσε αντίγραφου του Κατηγορητηρίου (Τεκμήριο 15) και ανέφερε ότι μετά την καταχώριση της εν λόγω υπόθεσης ο Εναγόμενος επικοινώνησε με τους δικηγόρους των Εναγόντων και τους απέστειλε το Τεκμήριο 12, το Τεκμήριο 13 και το Τεκμήριο 14, με τα οποία καταδεικνυόταν ότι πράγματι η 3η εκ των 3 επιταγών στη βάση των οποίων κινήθηκε η προαναφερθείσα ιδιωτική ποινική δίωξη είχε αντικατασταθεί με άλλη, η οποία εξόφλησε τιμολόγιο και πιστώθηκε στο λογαριασμό του Εναγόμενου. Εν όψει τούτου, οι δικηγόροι των Εναγόντων απέσυραν την συγκεκριμένη κατηγορία που αφορούσε την εν λόγω επιταγή, ενώ ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ενοχή για τα αδικήματα των άλλων 2 κατηγοριών και έπειτα κατέβαλε το συνολικό ποσό των €4880 προς εξόφληση της εκκρεμότητας ποσό που πιστώθηκε στο λογαριασμό του, εκ των οποίων το ποσό των €322.06 αφορούσε ποσό δικηγορικών εξόδων (Τεκμήριο 17) και εκ του οποίου οι Ενάγοντες κατέβαλαν στους δικηγόρους του το ποσό των €284.71 (Τεκμήριο 16). Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες εισέπραξαν ποσά από εκείνον εις διπλούν, η ΜΕ έχοντας λάβει έγγραφα από τον Εναγόμενο, δηλαδή τα Τεκμήρια 18 έως 22, τα μελέτησε και καταλήγει ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει μια και όλες οι πληρωμές πιστώθηκαν στο λογαριασμό του, ενώ οποιεσδήποτε όμοιες αναγραφές στα τιμολόγια ή στις αποδείξεις έγιναν εκ παραδρομής αλλά διορθώθηκαν πάραυτα. Τέλος με τη μαρτυρία της η ΜΕ1 περιόρισε τη βάση της απαίτησης των Εναγόντων σε υπόλοιπο λογαριασμού. Η αντεξέταση της ΜΕ ήταν μακρά και κατά τη διάρκειά της, καταχωρήθηκαν και της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 23 μέχρι και 33 από το δικηγόρο του Εναγόμενου. Σχετικά αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι, παρά το ότι οι εγγραφές στο Τεκμήριο 1 ξεκινούν από το Φεβρουάριο του 2007, εκείνες αφορούν απλήρωτα τιμολόγια τοις μετρητοίς μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2007. Άλλα τιμολόγια τα οποία ήταν τοις μετρητοίς και αφορούσαν την περίοδο πριν το άνοιγμα λογαριασμού πίστωσης προς τον Εναγόμενο και τα οποία είχαν εξοφληθεί πριν το Σεπτέμβριο του 2007, δεν περάστηκαν στο Τεκμήριο 1 και δεν αποτελούν μέρος της απαίτησης των Εναγόντων. Αυτή ήταν η θέση της και όσων αφορούσε την απόδειξη Τεκμήριο 23 και το τιμολόγιο Τεκμήριο 24, όταν προβλήθηκε από πλευράς του δικηγόρου του Εναγόμενου ότι τα όσα λέει η ΜΕ ήταν ψέματα, αφού όπως υπέδειξε, ο Εναγόμενος - πελάτης του βρήκε απόδειξη η οποία δεν ήταν καταχωρημένη στο Τεκμήριο 1. Της υπεδείχθη επίσης και το Τεκμήριο 25 το οποίο ήταν σχέδιο αρχικής γραπτής δήλωσης την οποία η ΜΕ εν τέλει δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο, και της υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος που η πλευρά των Εναγόντων δεν προώθησε απαίτηση στη βάση των απλήρωτων τιμολογίων ήταν η αδυναμία στη στοιχειοθέτησή της λόγω του ότι βασιζόταν σε «αυθαιρεσίες» και επειδή ο Εναγόμενος βρήκε στοιχεία που κατέρριπταν την απαίτηση επί τη βάση των τιμολογίων. Η ΜΕ αρνήθηκε τον ισχυρισμό και ανέφερε ότι ο λόγος που η προωθήθηκε η υπόθεση ως προωθήθηκε ήταν επειδή κάποτε ο Εναγόμενος πλήρωνε έναντι τιμολογίων και κάποτε έναντι λογαριασμού και επειδή θα ήταν σε θέση να επεξηγήσει με λεπτομέρεια την κατάσταση λογαριασμού. Της υπεβλήθη επίσης, σε σχέση με τα Τεκμήρια 26, 27 και 28 ότι ο Εναγόμενος διπλοπλήρωσε τιμολόγια και γι' αυτό αφενός δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό αλλά και αφετέρου η απαίτηση είναι κατασκευασμένη και η κατάσταση λογαριασμού λανθασμένη. Η ΜΕ απάντησε ότι εάν γίνονταν λάθη αυτά διορθώνονταν κατόπιν ελέγχου από το λογιστήριο και εντόπισε συγκεκριμένα σχετική πίστωση στο λογαριασμό του Εναγόμενου Τεκμήριο 2. Αντιμέτωπη με το τιμολόγιο Τεκμήριο 29 και τις αποδείξεις Τεκμήριο 30, ουσιαστικά επεξήγησε εκ νέου ότι παρά την αναγραφή στο Τεκμήριο 30, τα χρήματα που δόθηκαν κατά την ημερομηνία εκείνη, πιστώθηκαν στο λογαριασμό του Εναγόμενου και φαίνονται στο Τεκμήριο 2 και ότι το εν λόγω τιμολόγιο Τεκμήριο 29 δεν έχει διπλοπληρωθεί. Αυτή ήταν η θέση της ΜΕ και όσων αφορά την απόδειξη Τεκμήριο 31 και το τιμολόγιο Τεκμήριο 32. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση που οι Ενάγοντες καταχώρισαν εναντίον του Εναγόμενου, υπεβλήθη στην ΜΕ ότι εάν ο Εναγόμενος δεν έβρισκε απόδειξη εξόφλησης τότε θα θεωρείτο υπόλογος και για εκείνη, με τη ΜΕ να αναφέρει ότι το υπόλοιπο στο λογαριασμό του Εναγόμενου δεν αλλοιωνόταν και οι πληρωμές θα φαίνονταν στο λογαριασμό του. Με σκοπό την κατάρριψη της θέσης της ότι τα τιμολόγια τοις μετρητοίς θα έπρεπε να πληρώνονταν αμέσως και άρα δεν θα φαίνονταν στο λογαριασμό, υπεδείχθη στη ΜΕ το Τεκμήριο 33, το οποίο ήταν τιμολόγιο που κατά την πλευρά του Εναγόμενου ήταν πράγματι στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1. Η ΜΕ απάντησε ότι θα έπρεπε να δει την κατάσταση λογαριασμού προκειμένου να πει για ποιο λόγο πέρασε σε αυτό. Στην υποβολή ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν αποστέλλονταν οποτεδήποτε στον Εναγόμενο, η ΜΕ ανέφερε ότι ήταν σίγουρη ότι ο Εναγόμενος τις παράλαβε, αλλά και να μην τις παραλάμβανε η ίδια του μιλούσε τηλεφωνικώς για τα υπόλοιπα. Σε σχέση με το Τεκμήριο 34 το οποίο η ΜΕ κατέθεσε κατά την επανεξέτασή της καθότι αυτό ήταν η απόδειξη για το Τεκμήριο 24 που της τέθηκε κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ ανέφερε αντεξεταζόμενη ότι το έγγραφο επανεκδόθηκε από την ίδια μόνο προκειμένου να καταδειχθεί η συνέπεια στη θέση που ανέφερε στη βάση του Τεκμηρίου 24. Από την πλευρά του, ο Εναγόμενος, επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Με αυτή αναφέρει ότι η συνεργασία του με τους Ενάγοντες ξεκίνησε περί το 2003 και συνεχίστηκε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2009. Ο τρόπος συνεργασίας μεταξύ τους ήταν ότι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια και εκείνος τους πλήρωνε είτε με επιταγή είτε με μετρητά. Το Σεπτέμβριο του 2009, διακόπηκε η συνεργασία επειδή ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος, ένεκα του ότι διαπίστωσε ότι αρκετές φορές διπλοπλήρωνε τιμολόγιά τους και παρά τις διαμαρτυρίες του αυτό εξακολουθούσε να συμβαίνει. Κατά τη διακοπή της συνεργασίας όφειλε στους Εναγόμενους ποσά για δύο επιταγές, η μία για το ποσό των ΛΚ 1560 και η άλλη για ΛΚ 947. Για τις δύο επιταγές αυτές οι Ενάγοντες καταχώρισαν την ιδιωτική ποινική δίωξη. Για την 3η επιταγή η κατηγορία αποσύρθηκε αφού πρόκειτο για διπλοπληρωμένο τιμολόγιο. Τα έγγραφα που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο είναι, κατά τον Εναγόμενο, κατασκευασμένα και δεν παρουσίασαν τα πραγματικά τιμολόγια επειδή δεν βοηθούσαν την υπόθεσή τους. Λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο ίδιος δεν κατάφερε να εξεύρει τιμολόγια και αποδείξεις αλλά εκείνα που βρήκε φάνηκε ότι ήταν διπλοπληρωμένα. Μετά την κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμηρίων 1 και 2 από τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος εντόπισε το Τεκμήριο 23 που δεν φαίνεται στους εν λόγω λογαριασμούς. Ουδέποτε, πριν την Αγωγή, οχλήθηκε από τους Ενάγοντες για οφειλόμενα ποσά. Κατά την αντεξέτασή του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι αν δεν ήταν στη φάρμα του κατά την ημέρα που του έφερναν τιμολόγια τότε τα συγκεκριμένα τιμολόγια εξοφλούνταν μαζί με άλλα την επόμενη φορά που θα ήταν εκεί. Απέδωσε το γεγονός ότι οι επιταγές που παρέδωσε επιστράφηκαν χωρίς να εξαργυρωθούν στο ότι οι κρεοπώλες με τους οποίους συναλλασσόταν του παρέδιδαν ακάλυπτες επιταγές και εκείνος με τη σειρά του βασιζόταν σε εκείνους για να εξοφλήσει τους Ενάγοντες, αλλά παράλληλα αρνήθηκε ότι παρέμεναν τιμολόγια ανεξόφλητα. Δεν θυμόταν αν παρέλαβε τα τιμολόγια στα Τεκμήριο 3 και 6 και επέμεινε ότι δεν χρωστά οποιοδήποτε ποσό και γι' αυτό το λόγο θεωρεί τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους Ενάγοντες ως κατασκευασμένα. Αναφορικά με το Τεκμήριο 30 και συγκεκριμένα σε σχέση με το ποσό των 67 Λ.Κ. που αναγράφεται σε αυτό ο Εναγόμενος ανέφερε ότι εκείνο ήταν διπλοπληρωμένο και ότι εκδόθηκε εκ λάθους. Τα λάθη ανέφερε διορθώνονταν με την προμήθεια περισσότερης ποσότητας ζωοτροφής. Σε υποβολή ότι αφού η θέση του ήταν ότι οι Ενάγοντες του έφερναν περισσότερη τροφή τότε δεν διπλοπλήρωνε τιμολόγια, ο Εναγόμενος απάντησε ότι η κατάσταση συνεχιζόταν και υπήρχαν φορές που βιαζόταν και δεν τα κοίταζε. Σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι κάποτε λάμβανε ταχυδρομικώς την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν οι Ενάγοντες, αλλά υποστήριξε ότι το μόνο που θυμάται ήταν ότι εξοφλούσε τα τιμολόγια και δεν χρωστά ούτε ένα σεντ, υποστηρίζοντας τον ισχυρισμό του με το γεγονός ότι αν χρωστούσε, οι Ενάγοντες δεν θα περιορίζονταν στη διεκδίκηση του ποσού των ακάλυπτων επιταγών. Επίσης όσων αφορά την κατάσταση λογαριασμού ανέφερε ότι δεν θυμόταν τι αναγραφόταν σε εκείνη. Σε σχέση με τη θέση της δικηγόρου των Εναγόντων ότι εάν ξοφλούσε τα τιμολόγια δεν θα παρέμεινε το τιμολόγιο με αριθμό 2181 που φαίνεται στο Τεκμήριο 31 ανεξόφλητο για 6 με 7 μήνες, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι εκείνος πλήρωνε, δεν μπορούσε να θυμάται τι γινόταν το 2007, αλλά και ότι μπορεί να μην τον βρήκε ο οδηγός. Δεν θυμόταν εάν τα Τεκμήρια 4 και 7 αφορούσαν πληρωμές που έκανε ο ίδιος και δεν ήξερε γιατί αναγραφόταν σε αυτά «έναντι». Σε ερώτηση για ποιο λόγο δεν τερμάτισε τη συνεργασία όταν αντιλήφθηκε ότι διπλοπλήρωνε, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι την τερμάτισε όταν παρέλαβε ζωοτροφή η οποία προκάλεσε ασθένεια στα ζώα του. Σε υποβολή ότι επέλεξε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα ανέφερε ότι διατήρησε τα διπλοπληρωμένα και ότι δεν έχει ούτε λογιστή, ούτε υπάλληλο. Αγορεύσεις Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης μαρτυρίας στην υπόθεση, οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Συνοπτικά ο δικηγόρος του Εναγόμενου εισηγείται ότι είναι κοινός τόπος των διαδίκων ότι υπήρχε μεταξύ τους συνεργασία και συγκεκριμένα ότι ο Εναγόμενος αγόραζε από τους Ενάγοντες ζωοτροφές. Για το συνήγορο του Εναγόμενου η διαφωνία έγκειται στο κατά πόσο υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Είναι η θέση του ότι η υπόθεση των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί. Ο Εναγόμενος, αναφέρει, παρέδωσε τιμολόγια και έντυπα παραλαβής χρημάτων στους Ενάγοντες που καταδείκνυαν ότι είχαν διπλοπληρωθεί και υπό το φόβο αυτών η πλευρά τους μετέβαλε την αξίωσή της και τη βάσισε σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού παρά σε οφειλόμενα τιμολόγια. Οι εξηγήσεις δε που έδωσε η ΜΕ αναφορικά με το Τεκμήριο 23 δεν ήταν πειστικές και έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις της όπως προβλήθηκαν στην γραπτή της δήλωση. Ούτε πότε αφαιρέθηκε συγκεκριμένο ποσό που αφορούσε μια εκ των επιταγών που ήταν το αντικείμενο της ιδιωτικής ποινικής δίωξης που οι Ενάγοντες καταχώρισαν εναντίον του Εναγόμενου το έτος 2010, κατάφερε να υποδείξει η ΜΕ. Τη μη προσκόμιση των πρωτότυπων τιμολογίων στο Δικαστήριο ο δικηγόρος του Εναγόμενου την αποδίδει σε σκόπιμη ενέργεια των Εναγόντων, καθότι εάν τα προσκόμιζαν θα καταδεικνύετο και το αβάσιμο της υπόθεσής τους. Θεωρεί αυτονόητο ότι εάν κάποιος διατηρεί λογαριασμό δεν εξοφλά συγκεκριμένα τιμολόγια και ότι η αναφορά αυτή της ΜΕ έγινε προκειμένου να προκαλέσει σύγχυση. Παρά τις κάποιες αδυναμίες στη μαρτυρία του Εναγόμενου, αυτή πρέπει να γίνει δεχτή καθότι είναι η αλήθεια. Προφορικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, συνόψισε την πιο πάνω θέση, τονίζοντας ότι είναι εκτός λογικής να υπάρχει κατάσταση λογαριασμού και να εξοφλούνται συγκεκριμένα τιμολόγια. Από την πλευρά της η δικηγόρος των Εναγόντων πραγματεύεται εν πρώτοις τις προδικαστικές ενστάσεις που περιλήφθηκαν στην Υπεράσπιση και με αναφορά στην εξέλιξη των Νομοθετικών προνοιών που αφορούν την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων υποστηρίζει ότι δεν τίθεται εν προκειμένω τέτοιο ζήτημα. Με αναφορά στη μαρτυρία της ΜΕ και σε συγκεκριμένα τεκμήρια υποστηρίζει ότι το ποσό της απαίτησης είναι ορθό, ενώ με αναφορές στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου εισηγείται ότι αυτοί είναι ανυπόστατοι τόσο ως προς το ότι δεν οφείλει κάποιο ποσό όσο και ως προς το ότι τούτο έγκειτο στο ότι διπλοπλήρωνε τιμολόγια. Αναδεικνύει, όπως τις αποκαλεί, αντιφάσεις στη μαρτυρία του Εναγόμενου και προτείνει ότι αυτή είναι απορριπτέα. Με αναφορά σε Νομολογία αναλύει την απαίτηση των Εναγόντων, στη βάση δηλαδή της κατάστασης λογαριασμού, και ισχυρίζεται ότι η μαρτυρία της ΜΕ ήταν επαρκής προκειμένου αφενός να αποσείσει το βάρος στους ώμους των Εναγόντων να αποδείξουν το οφειλόμενο ποσό, αλλά από την άλλη ο Εναγόμενος δεν κατάφερε να αποσείσει το ειδικό βάρος των δικών του ισχυρισμών. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Έχοντας συνοψίσει την ενώπιον μου διαδικασία, προχωρώ να αξιολογήσω τους μάρτυρες. Η ΜΕ άφησε γενικά πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με φυσικότητα στις ερωτήσεις και, αν και η μαρτυρία της υποβλήθηκε στη βάσανο μακράς και λεπτομερούς αντεξέτασης από το συνήγορο του Εναγόμενου, η ΜΕ παρέμεινε σταθερή και πρόσφερε λεπτομερείς εξηγήσεις, χωρίς μάλιστα να διστάσει να υποδείξει η ίδια κάποιες παραλείψεις στη γραπτή της δήλωση και να αποδεχθεί κάποιες αδυναμίες, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της αδυναμίας εξεύρεσης των αντίτυπων των τιμολογίων που οι Ενάγοντες εξέδιδαν και παρέδιδαν στον Εναγόμενο. Δεν δίστασε επίσης να δεχθεί πιθανά λάθη στα οποία οι Ενάγοντες μπορεί να υπέπεσαν κατά τη συνεργασία τους με τον Εναγόμενο, όπως λάθη στα οποία μπορεί να οφείλονταν στους οδηγούς των Εναγόντων καθώς και την ενίοτε αναγραφή αριθμών ίδιων τιμολογίων σε διαφορετικές αποδείξεις είσπραξης χρημάτων που ήταν στην κατοχή του Εναγόμενου. Έσπευσε όμως να υποδείξει επίσης και τη μεταγενέστερη καταγραφή των πληρωμών στα δελτία ως πληρωμές έναντι λογαριασμού ή άλλων τιμολογίων επεξηγώντας καθ' αυτό τον τρόπο τη θέση της περί ορθότητας της κατάστασης λογαριασμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ποιότητας της μαρτυρίας της ήταν η θέση της όταν της υποβλήθηκε ότι υπήρχαν κάποια τιμολόγια που δεν αναγράφονταν στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 1 και 2. Αντικρύζοντας τα Τεκμήρια 23 και 24 που κατατέθηκαν από το δικηγόρο του Εναγόμενου κατά την αντεξέτασή της, και παρά τις προσπάθειες του να υποβάλει ότι μια και τα εν λόγω έγγραφα δεν φαίνονταν ως εγγραφές στις καταστάσεις λογαριασμού τότε οι καταστάσεις ήταν λανθασμένες, η ΜΕ αφενός αναγνώρισε την έλλειψη επεξήγησης του λόγου μη συμπερίληψης των εν λόγω τιμολογίων στη γραπτή δήλωσή της, και αφετέρου επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια και σαφήνεια το σκεπτικό των Εναγόντων αναφορικά με τον τρόπο καταρτισμού των καταστάσεων λογαριασμού, ότι δηλαδή με τη μετατροπή του λογαριασμού του Εναγόμενου από πελάτη τοις μετρητοίς σε πελάτη με πίστωση, πέρασαν στην κατάσταση λογαριασμού μόνο όσα τιμολόγια τοις μετρητοίς ήταν ανεξόφλητα μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007 και ότι οι Ενάγοντες δεν απαιτούν το εν λόγω ποσό από τον Εναγόμενο επειδή εκείνος το εξόφλησε. Επισημαίνω ότι στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, στην 3η στήλη ο μήνας ξεκινά από το 09/2007. Συνεπώς η επεξήγηση που έδωσε η ΜΕ αναφορικά με το ότι το Σεπτέμβριο 2007 ξεκίνησαν οι εγγραφές και αφορούσαν τιμολόγια που παρέμειναν μέχρι τότε ανεξόφλητα, συνάδει τόσο με την απαίτηση όσο και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1. Επίσης, όσων αφορά το Τεκμήριο 24, εκείνο φέρει στο πίσω μέρος της πρώτης σελίδας απόδειξη πληρωμής η οποία είναι πανομοιότυπη με το μετέπειτα προσκομισθέν Τεκμήριο 34 και η οποία φαίνεται να εκδόθηκε στις 15.7.07, πράγμα που περαιτέρω ενισχύει τη θέση της ΜΕ. Υποδείχθηκε στη μαρτύρα από το δικηγόρο του Εναγόμενου και το τιμολόγιο Τεκμήριο 33 το οποίο ως φαίνεται αφορά το τιμολόγιο 5590 το οποίο, ως καταγράφεται ήταν, τιμολόγιο τοις μετρητοίς. Θέση του δικηγόρου του Εναγόμενου ήταν ότι επειδή το Τεκμήριο 33 είναι τοις μετρητοίς και επειδή πράγματι φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 τούτο σημαίνει ότι η θέση της ΜΕ ότι τα τιμολόγια της μετρητοίς εξοφλούντο δεν ισχύει. Η ΜΕ όμως, ως ανέφερα, επεξήγησε πλήρως για ποιο λόγο και ποια τιμολόγια τοις μετρητοίς μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό Τεκμήριο 1, δηλαδή τα απλήρωτα μέχρι και το Σεπτέμβριου του 2009. Για το εν λόγω τιμολόγιο, ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε απόδειξη πληρωμής, αλλ' ούτε και φαίνεται να έχει εκδοθεί απόδειξη πληρωμής από τους Ενάγοντες. Ομοίως ακλόνητες παρέμειναν οι θέσεις της αναφορικά με τα Τεκμήρια 29 έως 32, τα οποία μάλιστα είχε προηγουμένως πραγματευτεί στην παράγραφο 41 (ii -
- iv)της γραπτής της δήλωσης, δίδοντας εξηγήσεις οι οποίες συνεπικουρούνται από τις εγγραφές στα Τεκμήρια 1 και 2. Πέραν τούτου, η ΜΕ έδωσε την εντύπωση ατόμου άρτια καταρτισμένου και πλήρως ενημερωμένου αναφορικά με τα καθήκοντά του, τη λειτουργία των Εναγόντων αλλά και των επίδικων συναλλαγών. Ανέφερε ότι είχε προσωπικές συνομιλίες με τον Εναγόμενο, πράγμα που ούτε ο ίδιος, ούτε ο δικηγόρος του αμφισβήτησαν. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε η θέση που κατείχε στους Ενάγοντες, ούτε τα καθήκοντά της, αλλ' ούτε κλονίστηκε ο ισχυρισμός της αναφορικά με την εμπλοκή της στη συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. Ως προς τη θέση της ΜΕ ότι ο Εναγόμενος κάποτε προέβαινε σε πληρωμές συγκεκριμένων τιμολογίων και κάποτε προέβαινε σε πληρωμές έναντι λογαριασμού, αυτός συνεπικουρείται τόσο από τις αντίστοιχες εγγραφές στα Τεκμήρια 1 και 2 όσο και από σχετικές πληρωμές που φαίνονται στις αποδείξεις Τεκμήρια 4 και 7. Υπενθυμίζεται ότι όταν τέθηκε στον Εναγόμενο κατά την αντεξέτασή του συγκεκριμένη πληρωμή που κατ' ισχυρισμό έγινε έναντι λογαριασμού με σχετική προς τούτο υποβολή, εκείνος απάντησε ότι δεν θυμόταν τι έγινε το 2007 και δεν ξέρει γιατί έγγραφε έναντι. Κατά τη μαρτυρία της, η ΜΕ επεξήγησε ότι τα έγγραφα που παρουσίασε στο Δικαστήριο, δηλαδή τα τιμολόγια, οι αποδείξεις, οι επιστροφές και οι εκπτώσεις που σχετίζονταν με τον Εναγόμενο, φυλάσσονταν σε ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων απ' όπου και επανεκτυπώθηκαν και ότι το εν λόγω σύστημα ουδέποτε παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα, αλλά και ότι δεν επιτρέπει στο χειριστή να επέμβει σε τυχόν λανθασμένες εγγραφές παρά μόνον με νέα διορθωτική εγγραφή, μαρτυρία που παρέμεινε ακλόνητη. Τα δε Τεκμήρια 1 και 2 ελέγχθηκαν από την ίδια σε συσχέτιση με τα τιμολόγια, αποδείξεις πληρωμής και εκπτώσεις που τηρούντο στο αρχείο και με τις αρχικές καταχωρίσεις και βρέθηκαν να είναι ορθά. Προς ενίσχυση του ισχυρισμού της περί ορθότητας των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στα Τεκμήρια 1 και 2 ανέφερε ότι τα σχετικά έγγραφα, τα οποία βρίσκονταν στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων ελέγχθηκαν και σφραγίστηκαν από το διευθυντή του τμήματος αγροεφοδίων. Αντιπαραβολή των εγγραφών που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1 με τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 όπως και των εγγραφών στο Τεκμήριο 2 με τα Τεκμήρια 6 έως 11, φανερώνει ότι είναι ορθή η θέση της ΜΕ ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 1 και 2 περιλαμβάνουν όλες τις συναλλαγές που αφορούσαν τον Εναγόμενο μέχρι και την ημέρα που εισπράχθηκαν τα ποσά που αφορούσαν τις πληρωμές έναντι των επιταγών που επιστράφηκαν και αποτέλεσαν το αντικείμενο της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης. Τα πιο πάνω στοιχεία επεξηγούν και το χρονικό σημείο που και οι δύο πλευρές δέχονται ότι τερματίστηκε η συνεργασία μεταξύ τους, δηλαδή το Σεπτέμβριο του έτους 2009. Η δε θέση της ΜΕ ότι οι Ενάγοντες προμήθευσαν τον Εναγόμενο με τις ζωοτροφές που αναφέρονται στα τιμολόγια, τα οποία αποτελούν εγγραφές στα Τεκμήρια 1 και 2, δεν αμφισβητήθηκε. Τα δε αντίτυπα τιμολογίων που ο Εναγόμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο δηλαδή τα Τεκμήριο 26, 29, 32 και 33 και τα οποία αφορούν, κατά τη μάρτυρα, ανεξόφλητα τιμολόγια που πέρασαν στο Τεκμήριο 1, περιέχονται στο Τεκμήριο 3 που η ΜΕ κατέθεσε. Επισημαίνω επιπρόσθετα ότι ορισμένες άλλες πτυχές της μαρτυρίας της ΜΕ, δηλαδή αναφορικά με την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, το είδος και τη διάρκεια της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, την έκδοση τιμολογίων προς τον Εναγόμενο, την τήρηση κατάστασης λογαριασμού στο όνομά του, τον τρόπο πληρωμής, την αποστολή της κατάστασης λογαριασμού προς τον Εναγόμενο, ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό και από τον ίδιο. Ειδικά σε σχέση με τη θέση της ΜΕ ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο, ενώ ήταν η θέση του δικηγόρου του δεύτερου ότι ουδέποτε τούτες αποστέλλονταν, αυτή ανατράπηκε μεταγενέστερα από την ίδια τη μαρτυρία του Εναγόμενου όταν ανέφερε ότι πράγματι παραλάμβανε ταχυδρομικώς καταστάσεις λογαριασμού, χωρίς όμως να αποδέχεται τη συχνότητα με την οποία αποστέλλονταν ή παραλαμβάνονταν. Προσθέτω ότι οι ισχυρισμοί της ΜΕ ότι το ηλεκτρονικό αρχείο και σύστημα ανάκτησης πληροφοριών των Εναγόντων δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι σε αυτό περνούσαν όλες οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης ή αντεξέτασης. Έχοντας αναφέρει τούτα όμως, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της ΜΕ αναφορικά με το ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι ανεξόφλητα τιμολόγια για περίοδο 30 ημερών θα έφεραν τόκο προς 8% και ότι τούτο ήταν που αναγραφόταν στο τέλος κάθε τιμολογίου. Η ακριβής αναγραφή επί των τιμολογίων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ήταν ότι ανεξόφλητα τιμολόγια για περίοδο 30 ημερών «δύναται» να επιβαρύνονταν με τόκο προς 8% ετησίως. Επισημαίνεται ότι αφενός η αναγραφή υπάρχει μόνο στα τιμολόγια επί πιστώσει που η ΜΕ κατέθεσε και αφετέρου ότι στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 1 και 2 δεν έχει καταγραφεί απαίτηση τόκου και από ποια ημερομηνία. Εν όψει του γεγονότος ότι θέση της ΜΕ ήταν ότι κάποιες πληρωμές του Εναγόμενου γίνονταν για εξόφληση τιμολογίων και άλλες έναντι υπολοίπου, δεν διευκρινίστηκε από τη μάρτυρα για ποια τιμολόγια αξιώνεται ο τόκος, εν όψει πάντοτε και της προώθησης της υπόθεσης στη βάση υπολοίπου λογαριασμού. Με εξαίρεση τη μαρτυρία της ΜΕ αναφορικά με την αξίωση τόκου προς 8% επί καθυστερημένων τιμολογίων και εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω τη ΜΕ1 ως αξιόπιστη μάρτυρα αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της και θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για να προβώ σε ευρήματα. Από την άλλη, η μαρτυρία του Εναγόμενου παρουσίασε σοβαρές αδυναμίες και αντιφάσεις. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι σε περίπτωση λάθους από πλευράς Εναγόντων κατά την είσπραξη ποσών, οι ίδιοι οι Ενάγοντες το διόρθωναν προβαίνοντας σε προμήθεια μεγαλύτερης ποσότητας ζωοτροφής. Αν και μεταγενέστερα ο Εναγόμενος προσπάθησε να εξηγήσει ότι η κατάσταση με τις διπλές πληρωμές συνεχιζόταν, ουδέποτε έδωσε οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες αφήνοντας τον ισχυρισμό του μετέωρο. Η δε θέση του περί προμήθειας περισσότερης ποσότητας ζωοτροφής για διόρθωση του, κατά τον ίδιο, προβλήματος των διπλοπληρωμών, κατ' ελάχιστον, δεν συνάδει με τη βασική θέση του Εναγόμενου, η οποία αναδείχθηκε από τον ίδιο και το δικηγόρο του σε κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, και σύμφωνα με την οποία οι Ενάγοντες διπλοπληρώνονταν για τιμολόγια που εξέδιδαν. Ουσιαστικά την αναιρεί, μια και, ως προκύπτει λογικώς, αν οι Ενάγοντες προμήθευαν στον Εναγόμενο περισσότερη ποσότητα ζωοτροφών ούτως ώστε να καλύψουν κατ' ισχυρισμό λάθη, τότε δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα ο ισχυρισμός του ότι διπλοπλήρωνε τιμολόγια. Ίσως εκ του περισσού, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός του τούτος, δηλαδή περί προμήθειας μεγαλύτερης ποσότητας ζωοτροφής, δεν ήτο ούτε δικογραφημένος. Επίσης, όσων αφορά το λόγο που κατ' ισχυρισμό ο ίδιος τερμάτισε τη συνεργασία του με τους Ενάγοντες, η θέση του Εναγόμενου δεν ήταν ξεκάθαρη. Ενώ στη γραπτή του δήλωση απέδωσε τον τερματισμό στο ότι ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος ένεκα του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες, κατ' ισχυρισμό, προέβαιναν σε διπλοχρεώσεις τιμολογίων, η θέση του κατά την αντεξέταση ήταν ότι λόγος τερματισμού ήταν και κάποια ακατάλληλη ζωοτροφή που προμήθευσαν οι Ενάγοντες εξ αιτίας της οποίας καταστράφηκαν κάποια ζώα του. Η δε θέση του, επίσης κατά την αντεξέταση, αναφορικά με το επίδικο Τεκμήριο 30 ήταν ότι είχε διπλοπληρωθεί το εκεί αναγραφέν τιμολόγιο για το ποσό των 67 Λ.Κ. Ανακολούθως με τη θέση τούτη και ως αντικείμενο κατ' ισχυρισμό διπλοπληρωμής είχε νωρίτερα τεθεί από το συνήγορό του προς την ΜΕ το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό διπλοπληρωμής του άλλου τιμολογίου που αναγράφεται στο Τεκμήριο 30, δηλαδή του τιμολογίου που λήγει σε αριθμό 7454 και όχι του τιμολογίου 3783 για το ποσό των 67 Λ.Κ. Πέραν των πιο πάνω και παρά την επιμονή του Εναγόμενου ότι εκείνος ξοφλούσε κάθε τιμολόγιο το οποίο του παρουσιαζόταν, αν όχι την ημέρα που του παρουσιαζόταν σε μεταγενέστερη ημερομηνία όταν οι οδηγοί των Εναγόντων τον έβρισκαν στην φάρμα, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει για ποιο λόγο σε κάποια τιμολόγια παρέρχονταν διάστημα 6 με 7 μηνών για εν εξοφλήσει, ενώ παράλληλα για τις επιταγές που καθ' ομολογία επιστράφηκαν ακάλυπτες και εξοφλήθηκαν μετά την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του, απέδωσε το συμβάν σε ακάλυπτες επιταγές των δικών του συνεργατών. Εν τέλει, σε σχετική υποβολή ότι δεν ξοφλούσε τιμολόγια και αντιμέτωπος με τη σελίδα 7 του Τεκμηρίου 7 απάντησε ότι δεν θυμόταν τι γινόταν το έτος 2007. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι παραλάμβανε - κατά τα λεγόμενά του - κάποτε την κατάσταση λογαριασμού που του απέστελλαν οι Ενάγοντες, ισχυρίστηκε ότι το μόνο που θυμόταν ήταν ότι δεν χρωστούσε οποιοδήποτε ποσό εκτός από το ποσό των επιταγών και ρώτησε, ρητορικά, αν υπήρχε απαίτηση από τους Ενάγοντες για ποιο λόγο τούτη δεν περιλήφθηκε στην ιδιωτική ποινική υπόθεση που καταχώρισαν εναντίον του 2010. Υπενθυμίζεται ότι θέση του δικηγόρου του που υπεβλήθη στην ΜΕ κατά τη δική της αντεξέταση ήταν ότι οι καταστάσεις λογαριασμού ουδέποτε αποστέλλονταν στον Εναγόμενο και ότι τούτη αναιρέθηκε με την εκδοχή που ο Εναγόμενος προώθησε αντεξεταζόμενος. Ο Εναγόμενος δεν ήταν σταθερός ούτε αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο παραλάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού. Ενώ εξ αρχής ανέφερε ότι τις παραλάμβανε ταχυδρομικώς, σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι τις παραλάμβανε κάποτε, αλλά όχι ταχυδρομικώς και δεν θυμόταν τι έγραφαν. Πέραν τούτων ο δικηγόρος του Εναγόμενου, μεταξύ άλλων, παρουσίασε στην ΜΕ τα Τεκμήρια 26, 27 και 28 τα οποία, ως αναφέρθηκε, ήταν έγγραφα που βρήκε ο Εναγόμενος και τα οποία αποδείκνυαν, κατά τον ίδιο, ότι το τιμολόγιο Τεκμήριο 26 διπλοπληρώθηκε. Το επιχείρημα του συνηγόρου στηρίχθηκε στο ότι ο αριθμός του τιμολογίου αναγράφηκε στα Τεκμήρια 27 και 28, δηλαδή σε δύο έντυπα παραλαβής χρημάτων και όχι σε ένα. Επί του σημείου ο Εναγόμενος δεν προώθησε συγκεκριμένο ισχυρισμό κατά τη μαρτυρία του, αλλά πρόταξε γενικά ότι διπλοπλήρωνε. Παρατηρώ συναφώς τα εξής ως προς τα πιο πάνω Τεκμήρια τα οποία είναι και ενδεικτικά της όλης θέσης που ο Εναγόμενος προώθησε στο Δικαστήριο, αλλά και επιπρόσθετα στα λοιπά σημεία που εγέρθηκαν από τον δικηγόρο του Εναγόμενου και με τα οποία ασχολήθηκα προηγουμένως: το Τεκμήριο 26 είναι τιμολόγιο για το ποσό των 607.48 ΛΚ εκδομένο στις 13.7.07 και με αριθμό 5298. Το Τεκμήριο 27 είναι έντυπο παραλαβής χρημάτων ημερομηνίας 21.11.07 για το ποσό των 1560 ΛΚ και φαίνεται να παραλαμβάνεται επιταγή για εξόφληση των τιμολογίων 8006 και 5298. Το άθροισμα των τιμολογίων 8006 και 5298 ανέρχεται στο ποσό των 1561.36 ΛΚ. Στο Τεκμήριο 1, το τιμολόγιο 5298 πέρασε ως μέρος της μεταφοράς από λογαριασμό τοις μετρητοίς στις 13.7.07. Το τιμολόγιο 8006 περάστηκε στο Τεκμήριο 1 στις 21.11.07 αφού είχε εκδοθεί μετά το Σεπτέμβριο του 2007. Επίσης στο Τεκμήριο 1 περάστηκε στις 20.12.2007 επιταγή με αριθμό [ ] για το ποσό των 1560 ΛΚ και για εξόφληση των τιμολογίων 8006 και 5298. Κατά την ίδια μέρα έγινε έκπτωση 1.36 ΛΚ, που ήταν η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος των τιμολογίων 8006 και 5298 και της επιταγής που αναγράφεται στο Τεκμήριο 27 με αριθμό [ ]. Ο αριθμός της επιταγής αυτής συνάδει με τον αριθμό επιταγής στο Τεκμήριο 27. Η επιταγή με αριθμό 01605426 είναι η πρώτη εκ των επιταγών που επιστράφηκαν απλήρωτες και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος αργότερα, κατά κοινή ομολογία, πλήρωσε για τις 2 επιστραφείσες επιταγές συμπεριλαμβανομένης και της [ ], η οποία ήταν και το αντικείμενο της πρώτης κατηγορίας της ποινικής υπόθεσης που καταχωρίστηκε με το Τεκμήριο 15, τους δικηγόρους των Εναγόντων. Προκύπτει, θεωρώ αβίαστα, ότι παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παρέδωσε την επιταγή προς εξόφληση των τιμολογίων, αυτή επιστράφηκε απλήρωτη και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρείται ότι η παράδοσή της εξόφλησε τα τιμολόγια τα οποία αφορούσε και αναγράφονταν στο έντυπο παραλαβής Τεκμήριο 27. Στο δε Τεκμήριο 28 αναγράφεται ότι η πληρωμή των €2325 αφορά τα τιμολόγια 5298 και 5590 με ημερομηνία 16.06.09. Στο Τεκμήριο 2 στις 16.07.09 καταγράφεται η πληρωμή των €2325, αλλά ως πληρωμή με επιταγή έναντι λογαριασμού. Συνεπώς το τιμολόγιο 5298 δεν είχε πράγματι πληρωθεί προηγουμένως, αφού η επιταγή με την οποία προορίζετο να εξοφληθεί επεστράφη χωρίς να εξαργυρωθεί και η πληρωμή για την επιταγή έγινε μετά την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης. Επομένως, παρά το γεγονός της αναγραφή του τιμολογίου 5298 μαζί με το τιμολόγιο 5590 στο Τεκμήριο 28, το συγκεκριμένο τιμολόγιο δεν διπλοπληρώθηκε, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος του Εναγόμενου. Εν όψει των σοβαρών αδυναμιών και αντιφάσεων στη μαρτυρία του Εναγόμενου, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Προτού προχωρήσω στα ευρήματα μου στη βάση της αποδεχτής μαρτυρίας, αναφέρω ότι η σύσταση και λειτουργία των Εναγόντων όπως καταγράφηκαν στις παραγράφους 3 και 4 της γραπτής δήλωσης της ΜΕ αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα. Επίσης χωρίς αμφισβήτηση παρέμεινε και ότι η συνεργασία των διαδίκων ξεκίνησε περί το έτος 2003 και αφορούσε την εκ μέρους των Εναγόντων προμήθεια ζωοτροφών προς τον Εναγόμενο, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν κτηνοτρόφος και, τουλάχιστον όσων αφορά τις επίδικες συναλλαγές, συνεχίστηκε μέχρι και το έτος 2009. Παρά την διαφωνία τους ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος πλήρωνε ποσά για να εξοφλεί τιμολόγια ή έναντι λογαριασμού, οι διάδικοι αποδέχθηκαν, ως φαίνεται εκ της μαρτυρίας τόσο της ΜΕ όσο και του Εναγόμενου, ότι οι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια προς τον Εναγόμενο αναφορικά με την προμήθεια ζωοτροφών και εκείνος πλήρωνε είτε με επιταγές είτε με μετρητά. Κοινό έδαφος υπήρξε επίσης και η καταχώριση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αριθμό 1639/2010, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 15, ενώ χωρίς αμφισβήτηση παρέμεινε και το γεγονός ότι η επιταγή της 3ης κατηγορίας του Τεκμηρίου 15 αποσύρθηκε καθότι, όπως ορθά επεσήμανε ο Εναγόμενους στους Ενάγοντες, η εν λόγω επιταγή αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα με άλλη. Έχοντας αξιολογήσει συνολικά την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία και έχοντας κατά νου τα παραδεχτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τις θέσεις που προωθήθηκαν από τους δικηγόρους τους και τις αγορεύσεις των τελευταίων, προβαίνω στα εξής ακόλουθα ευρήματα: Οι Ενάγοντες, μεταξύ των ετών 2003 και μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2009, στο πλαίσιο των εργασιών τους και κατόπιν σχετικής συμφωνίας, προμήθευαν τον Εναγόμενο, που είναι κτηνοτρόφος, με ζωοτροφές. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ο Εναγόμενος παράγγελνε ποσότητα ζωοτροφών και οι Ενάγοντες την παρέδιδαν και εξέδιδαν αντίστοιχα τιμολόγια προς τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος αρχικά και μέχρι και το Φεβρουάριο του 2007 θεωρείτο πελάτης των Εναγόντων τοις μετρητοίς. Κατά το Φεβρουάριο του 2007 οι Ενάγοντες άνοιξαν για λογαριασμό του Εναγόμενου λογαριασμό πίστωσης, δηλαδή το λογαριασμό με αριθμό 202ΣΠΙ01, ο οποίος λειτούργησε από το Σεπτέμβριο του 2007. Στον πιο πάνω λογαριασμό, κατά το μήνα λειτουργίας του, περάστηκαν ανεξόφλητα τιμολόγια τοις μετρητοίς που είχαν εκδοθεί από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο μέχρι και τότε. Τιμολόγια τοις μετρητοίς που είχαν εξοφληθεί, δεν περάστηκαν στο λογαριασμό πίστωσης του Εναγόμενου. Από το Σεπτέμβριο του 2007 και έπειτα οι Ενάγοντες εξακολούθησαν να εκδίδουν τιμολόγια προς τον Εναγόμενο και τα περνούσαν στο λογαριασμό πίστωσης του μαζί με όλες τις πληρωμές που γίνονταν από μέρους του, τις σχετικές εκπτώσεις που λάμβανε και επιστροφές προϊόντων που γίνονταν, όλα αναφορικά με την προμήθεια ζωοτροφών η οποία συνεχίστηκε μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2009. Κάποιες πληρωμές εκ μέρους του Εναγόμενου γίνονταν προς εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων και κάποιες γίνονταν έναντι υπολοίπου λογαριασμού. Η κατάσταση λογαριασμού αποστελλόταν από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο ταχυδρομικώς, ο οποίος την παραλάμβανε. Οι Ενάγοντες τηρούσαν ηλεκτρονικό αρχείο και ηλεκτρονικό σύστημα ανάκτησης πληροφοριών και σε αυτό περνούσαν όλα τα σχετικά προαναφερόμενα έγγραφα που αφορούσαν τις συναλλαγές τους με τον Εναγόμενο. Κατά το έτος 2010, καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου ιδιωτική ποινική υπόθεση με αριθμό 1639/2010 αναφορικά με, αρχικά 3 επιταγές που είχαν εκδοθεί και παραδοθεί από τον ίδιο και οι οποίες ενώ παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν επιστράφηκαν ανεξόφλητες λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Κατόπιν παρουσίασης εγγράφων προς τους Ενάγοντες από τον Εναγόμενο ότι η επιταγή της 3ης κατηγορίας στην πιο πάνω ποινική υπόθεση είχε αντικατασταθεί με άλλη η οποία πράγματι εξαργυρώθηκε, η 3η κατηγορία αποσύρθηκε, ενώ για τις άλλες δύο ο Εναγόμενος κατέβαλε μεταγενέστερα ποσά προς εξόφλησή τους. Έως και την 16.01.2012, η κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου που διατηρούσαν οι Ενάγοντες και η οποία περιλάμβανε όλες τις πραγματικές συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, κατέγραφε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €16,039.31. Νομική πτυχή και υπαγωγή ευρημάτων Όπως ανέφερα πιο πάνω, και παρά το ότι δικογραφικά η απαίτηση προωθήθηκε διαζευκτικά τόσο στη βάση τιμολογίων όσο και στη βάση κατάστασης λογαριασμού, στηρίχθηκε εν τέλει αποκλειστικά στη βάση υπολοίπου που προκύπτει από κατάσταση λογαριασμού. Πριν παραθέσω τη σχετική νομική πτυχή, παρεμβάλω ότι ο δικηγόρος του Εναγόμενου ανέδειξε, τόσο κατά την αντεξέταση της ΜΕ, όσο και στην αγόρευσή του, ότι υπήρξε μεταβολή στη βάση της απαίτησης των Εναγόντων, δηλαδή από απαίτηση στη βάση τιμολογίων μετατράπηκε σε απαίτηση στη βάση κατάστασης λογαριασμού και ότι τούτο καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες αδυνατούσαν ν' αποδείξουν την απαίτησή τους σε εκείνη τη βάση. Θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ήταν επίσης ότι, υπό το φόβο της παρουσίασης στοιχείων από τον Εναγόμενο ότι τα ποσά που απαιτούντο στη βάση των τιμολογίων ήταν εξοφλημένα, η ΜΕ αναπροσάρμοσε τη θέση της ως ανωτέρω καταγράφεται. Επί του ζητήματος παρατηρώ ότι, ανεξάρτητα της βάσης επί της οποίας οι Ενάγοντες επέλεξαν να προωθήσουν την απαίτησή τους, δεδομένου βέβαια ότι ενυπήρχε το αναγκαίο δικογραφικό υπόβαθρο, δεν απαλλάχθηκαν από το σχετικό βάρος απόδειξης και τόσο η πειστικότητα όσο και η αποδεικτική αξία των ισχυρισμών που προβάλλουν για να το αποσείσουν τυγχάνουν εξέτασης. Επομένως, η απόφασή τους να προωθήσουν εν τέλει την απαίτησή τους στη βάση υπολοίπου κατάστασης λογαριασμού από μόνη της, δεν δύναται να οδηγήσει το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, χωρίς την προηγούμενη αξιολόγηση της μαρτυρίας και έπειτα της εξέτασης του κατά πόσο, εάν τούτη κριθεί αξιόπιστη, είναι ικανή να αποδείξει την απαίτηση, εντός του καθορισμένου δικογραφικού πλαισίου. Επίσης και σε κάθε περίπτωση, η πλευρά του Εναγόμενου, η οποία κατά το συνήγορό του παρουσίασε στοιχεία προς αμφισβήτηση της ισχυριζόμενης οφειλής, διατηρούσε πάντοτε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να θέσει αυτά ενώπιον του Δικαστηρίου και στην αντίδικη πλευρά. Όσων δε αφορά τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου, αυτές δεν προωθήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά τη δίκη, αλλ' ούτε κατά την αγόρευση του δικηγόρου του και συνεπώς θεωρώ αυτές εγκαταλειφθείσες. Σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Προηγουμένως στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 το Εφετείο ανέφερε ότι: «[τ]ο κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not)». Ως είναι σχετικά νομολογημένο, «οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν», και «[τ]α γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν»[1]. Τα τιμολόγια, ως είναι επίσης νομολογημένο, δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία[2], αλλά αφού συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας μπορούν να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ διαδίκων[3]. Στην υπόθεση Μαστρής (βλ. υποσημείωση 1 πιο πάνω), όπου η απαίτηση βασίστηκε σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και όχι σε εκδοθέντα τιμολόγια, λέχθηκε ότι «η παρουσίαση των τιμολογίων ήταν μαρτυρία που, αν ήταν αποδεκτή, θα έτεινε να αποδείξει την απαίτηση». Μεταγενέστερα στην απόφαση στην υπόθεση Κλεάνθους ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη κρίση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από τη στιγμή που παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως επαρκής μαρτυρία για να αποδείξει το υπόλοιπο της ισχυριζόμενης οφειλής, εναπόκειται στον αντίδικο να αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν ήταν επαρκής για να αποδείξει την απαίτηση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στη δε απόφασή του στην υπόθεση CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD. v. Γιωργάλλα, Πολιτική Έφεση 271/2012, ημερομηνίας 10.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:A348, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής, αναφορικά με τη θέση της εκεί εφεσείουσας: «[.] η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, είχε δώσει ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης της. Αναμφίβολα θα μπορούσε να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμη και να υποστήριζε την αξίωση με πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, αλλά εκείνο το οποίο είχε παρουσιάσει, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, ήταν ικανοποιητικό. Πρόκειτο για κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την εφεσίβλητη, με γνώση του περιεχομένου του από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ως λειτουργός του Back Office ήλεγχε τις συναλλαγές. Η κατάσταση δόθηκε στην εφεσίβλητη, η ίδια βρισκόταν στο πάτωμα του Χ.Α.Κ. ως συνεργάτης της εφεσείουσας και ανά πάσα στιγμή μπορούσε και να γνωρίζει και να αμφισβητήσει τις πράξεις». Προχωρώ να υπαγάγω τα ευρήματά μου στη νομική πτυχή. Έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία της ΜΕ, στο βαθμό που ανέφερα πιο πάνω, και εν όψει των ευρημάτων μου κρίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων προώθησε μια ολοκληρωμένη θέση ενώπιον μου σε σχέση με τις εγγραφές στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε επ' ονόματι του Εναγόμενου. Αποδέχθηκα τη μαρτυρία της ΜΕ αναφορικά με την εμπλοκή της στην υπόθεση και κρίνω ότι είχε την απαραίτητη γνώση και ενεργό εμπλοκή προκειμένου να είναι σε θέση και να επιβεβαιώσει τις εγγραφές στα Τεκμήρια 1 και
- Αποδέχθηκα συναφώς και την ορθότητα των εγγραφών στα εν λόγω Τεκμήρια, έχοντας παράλληλα αποδεχθεί και τη μαρτυρία της ότι όλα τα έγγραφα που εκδίδονταν από τους Ενάγοντες και που αφορούσαν τις συναλλαγές τους με τον Εναγόμενο, από τη χρονική στιγμή που εκείνος κατέστη πελάτης των Εναγόντων επί πιστώσει, περιλαμβανομένων και των εγγράφων που προϋπήρχαν του καθεστώτος τούτου αλλά παρέμεναν έως τότε σε εκκρεμότητα, τηρούντο στο ηλεκτρονικό σύστημα ανάκτησης πληροφοριών και αρχείο το Εναγόντων. Εν προκειμένω, κρίνω ότι η κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσαν οι Ενάγοντες στο όνομα του Εναγόμενου και στη βάση της οποίας προώθησαν την απαίτησή τους, αποτύπωνε ολόκληρο το ιστορικό συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων από το άνοιγμά της μέχρι και την ημέρα που η επίδικη συνεργασία διακόπηκε. Αποτέλεσε επίσης εύρημά μου ότι η κατάσταση λογαριασμού εκδιδόταν από το λογιστήριο των Εναγόντων και αποστελλόταν στον Εναγόμενο, ο οποίος λάμβανε γνώση των εγγραφών και ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε κατά τον τρόπο που περιέγραψε η ΜΕ, αλλά και επιβεβαίωσε και ο Εναγόμενος, μέχρι και το Σεπτέμβριο του
- Συνδυαστικά καταλήγω συναφώς ότι η κατάσταση λογαριασμού που οι Ενάγοντες διατηρούσαν επ' ονόματι του Εναγόμενου αποτύπωνε ορθώς τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων και συμπεραίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων προσκόμισε στο Δικαστήριο ικανοποιητικά στοιχεία, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προκειμένου να στηρίξει την απαίτησή της για το χρεωστικό υπόλοιπο στη βάση της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού, όπως αυτή παρουσιάστηκε αποτελούμενη από τα Τεκμήρια 1 και
- Με την πιο πάνω κατάληξή μου, επαφίετο στον Εναγόμενο να αποδείξει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του περί σφαλμάτων στις καταστάσεις λογαριασμού και στην είσπραξη ποσών από τους Εναγόμενους, αλλά και εκείνους περί εξόφλησης οποιουδήποτε υπολοίπου. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία που προσκόμισε ως αναξιόπιστη, κρίνω ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το δικό του βάρος απόδειξης των εν λόγω ισχυρισμών. Κατάληξη Στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αντίστοιχων ευρημάτων μου και εν όψει των νομικών αρχών που διέπουν τα επίδικα ζητήματα, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων απέδειξαν την απαίτησή τους εναντίον του Εναγόμενου, εκτός από το μέρος που αφορά την αξίωση τόκου προς 8% για ανεξόφλητα τιμολόγια. Από την άλλη, ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε αξιόπιστη μαρτυρία και απέτυχε να αποδείξει τους δικούς του ισχυρισμούς ότι το αξιούμενο ποσό είναι λανθασμένο, ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι διπλοπλήρωνε για τα τιμολόγια των Εναγόντων. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €16,039.31, πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα έγερσης της Αγωγής. Τέλος, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν του αποτέλεσμα, και επιδικάζω αυτά υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λιμιτεδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 728, Κρασάρης ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd., Πολιτική Έφεση 95/2010, ημερομηνίας 10.07.2017 και A.L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd.
(1999)1 Α.Α.Δ. 156. [2] Βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1B A.A.Δ. 294 και Demil Imports Exports Ltd. v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1 A.Α.Δ. 462 [3] Βλ. Γεώγιος Σπύρος Τσαππή Λτδ. ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο