T & C Building & Civil Engineering Contractors Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 3354/13, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3354/13 Μεταξύ: T & C Building & Civil Engineering Contractors Ltd Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ι. Γ. Ιωάννου Για τον Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, μετά από διαδικασία έγκρισης για συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης του έργου «Αποκατάσταση Παραδοσιακής Οικοδομής για το Κοινοτικό Κτίριο και το Νέο Πολιτιστικό Κέντρο στην Κοινότητα της Οδούς», προχώρησε σε προκήρυξη διαγωνισμού τον Σεπτέμβριο του
(2012)1(Β) Α.Α.Δ 1379. Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 επικεντρώθηκε βασικά στη διαπίστωση από τον ίδιο, από την αρχή της έναρξης των εργασιών, διαφόρων προβλημάτων που επηρέαζαν την ομαλή εκτέλεση του έργου για τα οποία ενημέρωνε τους μελετητές του έργου και την Επαρχιακή Διοίκηση και τα οποία προκάλεσαν στην Ενάγουσα σημαντικό, κατά τον ίδιο, κόστος και καθυστέρηση. Χαρακτηριστικό της κυρίως εξέτασης του μάρτυρος ήταν η γενικόλογη και πολύ συνοπτική αναφορά στις πιο πάνω διαπιστώσεις του και χωρίς την παρουσίαση οποιωνδήποτε εγγράφων ή στοιχείων προς υποστήριξη των θέσεων του. Μάλιστα, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αυτή η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τα πρακτικά των συναντήσεων και την αλληλογραφία, και ειδικότερα τις επιστολές της ίδιας της Ενάγουσας, τα οποία παρουσιάζουν μια διαφορετική προσέγγιση εκ μέρους της ως προς το έργο. Κατά την αντεξέταση του και με την παρουσίαση των επιστολών, ο ΜΕ1 τέθηκε πλέον ενώπιον των αδιαμφισβήτητων δεδομένων που αφορούν την όλη εξέλιξη των γεγονότων. Ήταν σαφής η στάση του μάρτυρος στο να αναγνωρίζει μεν την ανταλλαγή της αλληλογραφίας (όπως αναφέρεται ανωτέρω) αλλά ταυτόχρονα να απορρίπτει, αυτομάτως και δίχως άλλο, οποιαδήποτε τοποθέτηση των μελετητών αναφορικά με ισχυριζόμενη καθυστέρηση ή ελαττωματική εργασία εκ μέρους της Ενάγουσας. Βασικά ο ΜΕ1 απλώς αρνήθηκε όλες τις παρατηρήσεις των μελετητών οι οποίες γίνονταν από την έναρξη του έργου, παρουσιάζοντας δηλαδή μια εικόνα η οποία όχι μόνο δεν κρίνεται λογική αλλά ούτε και βρίσκει έρεισμα στις επιστολές και στα πρακτικά από τα οποία δεν προκύπτει η ίδια στάση της Ενάγουσας. Ήταν προφανής η ενόχληση και ο εκνευρισμός του ΜΕ1 σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και την άρνηση του Εναγομένου να πληρώσει το αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό, η οποία όμως τον οδήγησε σε μια ισοπεδωτική και ολοκληρωτική άρνηση των θέσεων του Εναγομένου, χωρίς να ήταν σε θέση ή να καταδεικνύει οποιαδήποτε προθυμία ή πρόθεση να εξηγήσει τις διαφορετικές στις επιστολές της Ενάγουσας τοποθετήσεις σε σχέση με την προφορική του μαρτυρία. Ο ΜΕ2 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του βασικά δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης αλλά αντιθέτως απλώς συμπληρώθηκε κατά την αντεξέταση του. Η μαρτυρία τόσο της ΜΥ1 όσο και της ΜΥ2 βασικά στηρίχθηκε στα γραφόμενα τους τα οποία συντάσσονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η ΜΥ1 καθόρισε σαφώς τον δικό της ρόλο ο οποίος αφορούσε τον ιδιοκτήτη του έργου, χωρίς ή ίδια να είχε δικαίωμα να δίδει οδηγίες ή να ασχολείται με την επιθεώρηση του έργου για σκοπούς παρακολούθησης ως οι μελετητές, δίδοντας μια καθόλα ολοκληρωμένη εικόνα της εξέλιξης και φύσης των εργασιών του έργου. Είναι γεγονός πως αναγνώρισε ότι ενώ δεν έδινε οδηγίες, σε μια περίπτωση που ενημέρωσε τον ιδιοκτήτη για ελαττωματική εργασία ο τελευταίος της έδωσε οδηγίες να σταματήσει τις εργασίες. Ήταν επίσης εμπλεκόμενη στα διατακτικά πληρωμής, πλην όμως η ίδια επέμενε ότι ουδέποτε καθυστέρησε στην υπογραφή τους ούτε και διαφώνησε ποτέ με τους άλλους υπογράφοντες για την πληρωμή, αντικρούοντας έτσι την αντίθετη θέση της Ενάγουσας περί τούτου η οποία παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη. Άλλωστε είναι κοινώς αποδεκτό ότι τα πρώτα 13 διατακτικά πληρωμής τα οποία υποβλήθηκαν από την Ενάγουσα έχουν πληρωθεί χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα. Αντίστοιχη είναι και η διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς τη θέση της Ενάγουσας περί ύπαρξης από πλευράς της ΜΥ1 προσωπικής εμπάθειας προς την Ενάγουσα και τον ΜΕ1. Δεν έχει διαφανεί οποιοδήποτε στοιχείο ή ένδειξη ότι η ΜΥ1 διακατεχόταν από οποιαδήποτε προσωπικά κίνητρα τα οποία την οδήγησαν να ενεργεί χωρίς αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Η πλευρά της Ενάγουσας έδωσε έμφαση στις αναφορές της ΜΥ1 περί ποσοστών πλήρωσης του έργου, για τις οποίες η ΜΥ1 έδωσε ολοκληρωμένες και βάσιμες απαντήσεις. Υπενθυμίζεται ότι οι εν λόγω αναφορές δεν επηρέασαν τη στάση της ΜΥ1 ως προς την υπογραφή για την πληρωμή των 13 διατακτικών πληρωμής. Η ΜΥ2 κατέθεσε με βάση το περιεχόμενο των πρακτικών και επιστολών τα οποία η ίδια συνέταξε και τα οποία έχει γίνει δεκτό ότι αποτυπώνουν τις θέσεις όλων των πλευρών. Η αντεξέταση της ήταν περιορισμένη κατά την οποία ήταν σε θέση να επεξηγήσει και υποστηρίξει με επάρκεια τις θέσεις της οι οποίες αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα αναφορικά με την εξέλιξη και ποιότητα των εργασιών από πλευράς της Ενάγουσας. Αναφορικά με τον ΜΥ3, ο δικηγόρος της Ενάγουσας κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι τίθεται θέμα σύγκρουσης συμφερόντων λόγω των δύο ιδιοτήτων του μάρτυρος καθότι έδωσε μαρτυρία ως υπάλληλος της Επαρχιακής Διοίκησης, υπηρεσία την οποία έλεγχε σε σχέση με τη χρηματοδότηση του έργου. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα καθότι ο ΜΥ3 κατέθεσε με βάση την ξεχωριστή και διακριτή εκάστοτε ιδιότητα, εμπλοκή και γνώση του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, χωρίς να έχει διαφανεί ή προκύπτει πως αυτές οι ιδιότητες του αλληλοσυγκρούονται και δημιουργούν σύγκρουση συμφέροντος για να δώσει μαρτυρία σε αυτό το πλαίσιο. Οι ΜΥ3 και ΜΥ4 με τη σειρά τους κατέθεσαν με ευθύτητα και συνέπεια για τη δική τους ανάμειξη και τις δικές τους διαπιστώσεις αναφορικά με το έργο και την κατάσταση στον χώρο. Παρέμειναν σταθεροί καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους. Ο ΜΥ3 δεν δίστασε να αναφέρει ότι κάποιες εργασίες στον χώρο έγιναν κατά τα έτη 2021 και 2022, εξηγώντας την τόση καθυστέρηση, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα και πρόθεση του να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο ΜΥ4 παρουσίασε μια ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη εκδοχή των γεγονότων και γενικά έπεισε για όσα έλεγε. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι με την έναρξη των εργασιών στο έργο και τη χάραξη της εκσκαφής, διεφάνη ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εκσκαφέας βαρετού τύπου λόγω του τύπου του εδάφους που ήταν βουνοπλαγιά. Επίσης η χρήση του εκσκαφέα βαρετού τύπου είχε ως αποτέλεσμα τη δόνηση του διατηρητέου κτιρίου Β και επομένως ο ίδιος έδωσε οδηγίες για να σταματήσουν οι εργασίες εκσκαφής. Ο ίδιος συγκάλεσε συνάντηση με τους μελετητές του έργου και την Επαρχιακή Διοίκηση κατά την οποία τους ανέφερε το πρόβλημα και αποφασίστηκε η χρήση ελαφριού τύπου εκσκαφέα, κάτι το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο επέφερε επιπλέον κόστος και καθυστέρηση. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το συμβόλαιο δεν περιείχε όρο για τη χρήση μηχανημάτων ελαφριού τύπου, πλην όμως δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί ούτε και επιθεωρήσει τον χώρο πριν την υποβολή της προσφοράς του παρόλο που τόσο στο Έντυπο Προσφοράς όσο και στους όρους του συμβολαίου, Τεκμήριο 52, αναφέρεται ρητώς ότι ο εργολάβος επισκέφθηκε και επιθεώρησε το εργοτάξιο και έχει αποκτήσει πλήρη αντίληψη του έργου. Πρόσθεσε πως στηρίχθηκε αποκλειστικά στη μελέτη του έργου η οποία του είχε δοθεί και πως η Ενάγουσα, ως ο εργολάβος του έργου, δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε γεωλογική μελέτη και ελέγξει το υπέδαφος, κάτι το οποίο ακόμα και μια τέτοια μελέτη δεν δύναται να καταδείξει. Δήλωσε πως σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι το υπέδαφος ήταν βραχώδες, τότε θα συγκαλείτο συνεδρία εργοταξίου και θα επανακαθοριζόταν η τιμή, εξ ου και στην προσφορά υπάρχει ένα ποσοστό προς 10% για απρόβλεπτες εργασίες. Αυτό το ζήτημα πράγματι απασχόλησε από το αρχικό στάδιο έναρξης των εργασιών στο έργο. Με επιστολή ημερ. 2.3.10 (Τεκμήριο 6) προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, παραπέμπει σε προγενέστερη επιστολή της ημερ. 16.2.10 και επαναλαμβάνει το αίτημα της για την παράδοση πιο αναλυτικού χρονοδιαγράμματος εργασιών και για την υποβολή στατικής μελέτης για τα διάφορα σημεία αντιστήριξης των πρανών εκσκαφής καθώς και για την υποβολή των σχετικών κατασκευαστικών σχεδίων. Στα πρακτικά ημερ. 30.3.10 της συνάντησης ημερ. 12.3.10 (Τεκμήριο 82) αναφέρεται ότι έγινε παράδοση της στατικής μελέτης η οποία ζητήθηκε με την επιστολή ημερ. 2.3.10 και ότι ο πολιτικός μηχανικός ανέφερε πως θα πρέπει να γίνουν άμεσα και τα κατασκευαστικά σχέδια αντιστήριξης από τον υπεργολάβο, προσθέτοντας πως η μελέτη και η έγκριση της θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί της εκσκαφής η οποία έγινε πάρα πολύ κοντά στο διατηρητέο κτίριο Β, δημιουργεί κίνδυνο και αποτελεί ευθύνη του εργολάβου να διορθώσει τυχόν ζημιά στο κτίριο. Ο πολιτικός μηχανικός ανέφερε επίσης πως η ορθή διαδικασία είναι η τοποθέτηση πρώτα των μεταλλικών στοιχείων αντιστήριξης και μετά η σταδιακή αφαίρεση των χωμάτων και συμφωνήθηκε η φωτογραφική αποτύπωση των εργασιών και η υποβολή τους από την Ενάγουσα σε κάθε μηνιαία συνάντηση. Το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο αναφοράς και στην επιστολή ημερ. 28.5.10 (μέρος του Τεκμηρίου 83) προς την Ενάγουσα, στην οποία η ΜΥ2 αναφέρει ότι στη συνάντηση ημερ. 27.5.10 ζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, να γίνει στήριξη των κολώνων της διατηρητέας οικοδομής στην πρόσοψη και να υποστηριχθούν οι πλάγιες όψης αυτής, οι οποίες είναι εκτεθειμένες λόγω των εκσκαφών. Η Ενάγουσα συμφώνησε με αυτή την εισήγηση η οποία φαίνεται να είχε τεθεί και προγενέστερα, όπως αναφέρεται στα πρακτικά ημερ. 27.5.10 της συνάντησης ημερ. 13.5.10 (μέρος του Τεκμηρίου 83). Ακολούθησε επιστολή ημερ. 3.6.10 (Τεκμήριο 7) προς την Ενάγουσα, στην οποία η ΜΥ2 αναφέρεται στη μηνιαία συνάντηση της 1ης Ιουνίου του 2010 κατά την οποία ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως γίνει άμεσα η στήριξη των κολώνων της διατηρητέας οικοδομής, όπως είχε ζητηθεί στη μηνιαία συνάντηση της 13ης Μαΐου του 2010 και να μην γίνει άλλη εργασία στη διατηρητέα οικοδομή μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκσκαφής και στήριξης των πλατωμάτων γύρω από αυτή. Παρά την προφορική θέση του ΜΕ1 περί καθυστέρησης στις εργασίες λόγω αυτού του ζητήματος και συνεχούς προφορικής ενημέρωσης των μελετητών επί αυτής, την οποία (καθυστέρηση) αποδίδει αποκλειστικά και μόνο στην Επαρχιακή Διοίκηση, εντούτοις ο ίδιος εκ μέρους της Ενάγουσας απέστελλε επιστολές προς τους μελετητές (ημερ. 4.6.10, 9.11.10 και 10.1.11 - Τεκμήρια 8, 10 και 11), στις οποίες υπέβαλλε αναθεωρημένο πρόγραμμα εργασιών και βεβαίωνε ότι το όλο έργο θα συμπληρωθεί εντός του καθορισμένου στο συμβόλαιο χρόνου. Μάλιστα στις επιστολές, Τεκμήρια 8 και 11, γίνεται ρητή αναφορά στις δυσκολίες οι οποίες παρουσιάστηκαν σε σχέση με το πετρώδες έδαφος και τον τύπο των μηχανημάτων, πλην όμως αναφέρεται ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε απορροφήθηκε ήδη στους χρόνους των επόμενων εργασιών και ότι οι εργασίες προχωρούν σύμφωνα με το αναθεωρημένο πρόγραμμα. Η απάντηση του ΜΕ1 πως αυτές οι τοποθετήσεις της Ενάγουσας γίνονταν μόνο στα πλαίσια της καλής διάθεσης εκ μέρους της να προσπαθήσει να αποπερατώσει τις εργασίες εντός του καθορισμένου στο συμβόλαιο χρόνου και ότι έπρεπε να εργαστούν υπερωρίες κρίνεται μεν λογική και βάσιμη πλην όμως δεν δύναται να αναιρέσει τη σαφή τοποθέτηση της Ενάγουσας ως προς το ότι τελικώς αυτό το ζήτημα δεν επέφερε καθυστέρηση στην εκτέλεση και εξέλιξη των εργασιών. Αυτό τελικώς φαίνεται να αναγνωρίζει και παραδέχεται ο ΜΕ1 ο οποίος στην αντεξέταση του ανέφερε ότι πράγματι η Ενάγουσα ήταν σε θέση να ολοκληρώσει το έργο στον καθορισμένο από το συμβόλαιο χρόνο, και αποδίδει την προκληθείσα καθυστέρηση στο ότι ένα μήνα πριν τη λήξη του συμβολαίου είχαν δοθεί οδηγίες για αρκετές εργασίες. Αυτή η θέση του ΜΕ1 ουδόλως συνάδει με τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ως προς το θέμα των καθυστερήσεων το οποίο ο ίδιος παρουσίασε ότι είχε προκύψει και ήταν εμφανές από την αρχή έναρξης των εργασιών του έργου. Παρά το ότι το ζήτημα χρήσης ελαφριού τύπου μηχανήματος για τις εκσκαφές λόγω της φύσης του υπεδάφους προέκυψε και απασχόλησε από την έναρξη των εργασιών του έργου, όπως διαφαίνεται ανωτέρω, αξίζει να σημειωθεί πως παρουσιάζεται και μια αναφορά στο θέμα χρήσης ελαφριού τύπου μηχανήματος σε σχέση με τις εκσκαφές, αυτή τη φορά για την ανέγερση των κτιρίων Γ και Δ, στα πρακτικά ημερ. 23.12.10 της συνάντησης ημερ. 16.12.10 (Τεκμήριο 86), δηλαδή εννέα μήνες μετά την έναρξη των εργασιών. Στα πρακτικά καταγράφεται αφενός η αναφορά του ΜΕ1 για τη δυσκολία στις εκσκαφές λόγω του ότι δεν μπαίνει εύκολα μηχάνημα και η εργασία εκτελείται με το χέρι και για το ότι περίμεναν να στηρίξουν καλύτερα το διατηρητέο κτίριο πριν προχωρήσουν την εκσκαφή, και αφετέρου ότι συμφωνήθηκε η χρήση μικρού μηχανήματος και επίσπευση του ρυθμού εκτέλεσης των εργασιών. Στα πρακτικά ημερ. 8.2.11 της συνάντησης ημερ. 13.1.11 (Τεκμήριο 87) αναφέρεται ότι ο ΠΣ, πολιτικός μηχανικός της κοινοπραξίας των μελετητών, βρήκε τη μηνιαία έκθεση που υπέβαλε η Ενάγουσα ανεπαρκή και ότι διαπιστώθηκε πως δεν έγινε οποιαδήποτε εργασία για τα κτίρια Γ και Δ. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ζήτησε το μηχάνημα το οποίο ανέμενε να ερχόταν την επόμενη βδομάδα για να μπορούν να προχωρήσουν. Η ΜΥ1 διευκρίνισε ότι το περίμεναν από τον Οκτώβριο και ότι θα πρέπει η Ενάγουσα να αυξήσει το προσωπικό της. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 συμφώνησε με την εν λόγω διευκρίνιση της ΜΥ1. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 κατέθεσε ένα σχέδιο του έργου το οποίο του είχε παραδοθεί από τους μελετητές, Τεκμήριο 4 και ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση της εκσκαφής, προχώρησαν στη χάραξη του κτιρίου Α όταν διαπιστώθηκε ότι αυτό δεν χωρούσε στο οικόπεδο εντός του οποίου θα ανεγειρόταν αλλά επενέβαινε σε διπλανό εφαπτόμενο δρόμο. Ανέφερε πως και πάλι συγκάλεσε νέα συνεδρία εργοταξίου και αφού οι μελετητές διαπίστωσαν το πρόβλημα, εισηγήθηκαν στον ΜΕ1 να ορίσει ειδικό τοπογράφο και να προχωρήσει στην αποτύπωση του οικοπέδου και στην τοποθέτηση του κτιρίου σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται η μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος επιβεβαίωσε πως διορίστηκε από τον ΜΕ1 για να προβεί στη χάραξη του κτιρίου Α. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 κρίνεται αξιόπιστη από το Δικαστήριο καθότι στην ουσία αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, εξ ου και κατά την αντεξέταση ο εν λόγω μάρτυρας βασικά υποβοηθήθηκε από τη δικηγόρο του Εναγομένου για να καταλήξουν σε κοινό υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τη δική του εμπλοκή στο έργο. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι στις 15.3.10 ο ΜΕ2 επικοινώνησε με την ΑΣ η οποία και του απέστειλε την τοπογραφική αποτύπωση που κατείχε η ομάδα των μελετητών βάσει των στοιχείων του Κτηματολογίου και στις 17.3.10 ο ΜΕ2 ετοίμασε και απέστειλε σχέδιο με τα όρια του Κτηματολογίου και τη χάραξη του κτιρίου Α, αλλάζοντας την κλίση του, Τεκμήριο 51. Είναι επίσης δεκτό ότι ο ΜΕ2 έλαβε από τους αρχιτέκτονες του έργου αναθεωρημένο αρχιτεκτονικό σχέδιο βάσει του οποίου στις 22.3.10 προχώρησε σε νέα χάραξη. Τέλος γίνεται δεκτή και η αναντίλεκτη αναφορά του ΜΕ2 πως με βάση τη νέα χάραξη, το έργο εξακολουθούσε να μην χωρεί στο τεμάχιο και αφού ενημέρωσε τους αρχιτέκτονες του έργου, η ΑΣ του έδωσε οδηγίες να τοποθετήσει τα όρια στην πραγματική τους θέση λέγοντας του ότι οι προσαρμογές θα γίνονταν επί τόπου. Επανερχομένη στον ΜΕ1, αυτός ανέφερε επίσης ότι ενόψει του πιο πάνω ζητήματος, οι μελετητές δεν προχωρούσαν στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, με αποτέλεσμα οι εργασίες να είχαν διακοπεί για περίπου δύο μήνες κατά τους οποίους η Ενάγουσα προχωρούσε στην εκτέλεση μικρών εργασιών εξωτερικής μορφής μέχρι να λάβει οδηγίες από τους μελετητές. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, μετά πάροδο δύο μηνών, οι μελετητές έδωσαν οδηγίες για τη μετακίνηση του κτιρίου Α κατά 1,5μ. ούτως ώστε να εφάπτεται με το σύνορο του οικοπέδου στον δρόμο. Παρά τη διαφωνία του ΜΕ1 για τούτο, συμμορφώθηκε με τις οδηγίες των μελετητών με αποτέλεσμα το κτίριο Α να εφάπτεται και επεμβαίνει κατά λίγα εκατοστά στον υφιστάμενο δρόμο. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, αυτή η εργασία επέφερε επιπλέον κόστος στην Ενάγουσα. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως κατά την κατασκευή του κτιρίου Α, υπό την επίβλεψη του μηχανικού ΔΘ, και όταν το κτίριο έφθασε στον πρώτο όροφο, κατά την τοποθέτηση ενός μεταλλικού διαδρόμου που θα συνέδεε το κτίριο Α με το κτίριο Β, διαπίστωσε ότι η τοποθέτηση του μεταλλικού διαδρόμου επενέβαινε σε παρακείμενο τεμάχιο. Έτσι κάλεσε εκ νέου συνάντηση και μετά πάροδο δύο εβδομάδων οι μελετητές έδωσαν οδηγία για να γίνουν πιο μικρές οι διαστάσεις του μεταλλικού διαδρόμου. Σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ1, αυτή η διαδικασία προκάλεσε περαιτέρω έξοδα και καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου. Ο ΜΕ1 πρόσθεσε ότι κατά την κατασκευή του κτιρίου Γ, διαπιστώθηκε και πάλι ότι αυτό επηρέαζε διπλανό τεμάχιο. Ο ΜΕ1 κάλεσε εκ νέου συνεδρίαση του εργοταξίου και μετά από ένα μήνα του δόθηκαν οδηγίες για τη διαφοροποίηση της μορφής του κτιρίου στην πλευρά που επηρέαζε το διπλανό τεμάχιο για να μπορέσει να τοποθετηθεί εντός αυτού. Και αυτή η καθυστέρηση, κατά τον ΜΕ1, επέφερε περαιτέρω καθυστέρηση των εργασιών. Η πρώτη αναφορά για τη χάραξη του κτιρίου Α εντοπίζεται στην επιστολή ημερ. 28.5.10 (μέρος του Τεκμηρίου 83) στην οποία η ΜΥ2 επιβεβαιώνει πως στη συνάντηση της 27ης Μαΐου ζήτησε από την Ενάγουσα να προβεί στη χάραξη του κτιρίου σύμφωνα με το σχέδιο που δόθηκε μετά τη μετακίνηση του κατά 1,20μ. Αυτή η αναφορά καθιστά βάσιμη τη θέση του ΜΕ1 για τη λήψη απόφασης αναφορικά με τη μετακίνηση του κτιρίου Α μετά πάροδο δύο μηνών και η οποία γίνεται δεκτή. Ταυτόχρονα όμως στην επιστολή ημερ. 5.7.10 των μελετητών προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 105), αποδίδεται στην Ενάγουσα η παράλειψη ειδοποίησης για έλεγχο της εργασίας πριν την εκτέλεση της με αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών λαθών και παραλείψεων. Στην εν λόγω επιστολή υπάρχει παράκληση όπως όλες οι εργασίες γίνονται με βάση τα σχέδια και τις προδιαγραφές των μελετητών, οι οποίοι θα πρέπει να ειδοποιούνται σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των σχεδίων και της επί τόπου κατάστασης έγκαιρα για την αποφυγή καθυστερήσεων και την αύξηση του κόστους του συμβολαίου. Στα πρακτικά ημερ. 9.7.10 της συνάντησης ημερ. 8.7.10 (Τεκμήριο 104) οι μελετητές δήλωσαν ότι σε περισσότερες από δύο περιπτώσεις η Ενάγουσα δεν ειδοποίησε για έλεγχο της χάραξης μέρους της οικοδομής και προχώρησε σε εργασίες τοποθέτησης οπλισμού, με αποτέλεσμα να έχουν γίνει σοβαρά λάθη και παραλείψεις σε σχέση με τις μελέτες τους. Αναφέρεται επίσης ότι η Ενάγουσα δεσμεύτηκε να είναι περισσότερο οργανωμένη για αποφυγή περισσότερων λαθών στην οικοδομή και ο ΜΕ1 να κάνει προσεκτικό έλεγχο ο ίδιος πριν καλεί τους μελετητές για επίβλεψη. Στα πρακτικά ημερ. 23.12.10 της συνάντησης ημερ. 16.12.10 (Τεκμήριο 86) αναφέρεται ότι υπήρχε πρόοδος των εργασιών στο κτίριο Α ενώ για τα κτίρια Γ και Δ παρατηρείται καθυστέρηση και δεν έγινε οποιαδήποτε εργασία στα μηχανοστάσια ούτε και ολοκληρώθηκαν οι εκσκαφές. Ενώ διαφαίνεται ότι η ΜΥ2 έθετε ζήτημα καθυστέρησης εκ μέρους της Ενάγουσας των εργασιών αναφορικά με τα κτίρια Γ και Δ, ο ΜΕ1 όχι μόνο δεν διαφωνούσε με αυτή τη θέση αλλά αντιθέτως δεν ήγειρε, είτε σε συνάντηση είτε σε επιστολή, ζήτημα καθυστέρησης από πλευράς της Ενάγουσας εξαιτίας της στάσης της Επαρχιακής Διοίκησης. Μάλιστα στο αναθεωρημένο πρόγραμμα το οποίο επισυνάπτεται στην επιστολή ημερ. 10.1.11 (Τεκμήριο 11) της Ενάγουσας, αναφέρεται ότι οι εργασίες κατασκευής του κτιρίου Α βρίσκονται σε πολύ προχωρημένο στάδιο και, αφού ξεπεράστηκαν τα προβλήματα της ετοιμασίας και έγκρισης των κατασκευαστικών σχεδίων των μεταλλικών κατασκευών όπως είχε αναφερθεί στην προηγούμενη συνάντηση, οι εργασίες των κτιρίων Γ και Δ είναι σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω πρόγραμμα γίνεται αναφορά σε καθυστερήσεις λόγω βροχών τον Δεκέμβριο όμως ουδεμία αναφορά γίνεται σε καθυστερήσεις λόγω ισχυριζόμενης κωλυσιεργίας της Επαρχιακής Διοίκησης αναφορικά με τα κτίρια Α, Γ και Δ. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 δήλωσε πως μέχρι τη λήψη απόφασης για την τοποθεσία ανέγερσης του κτιρίου Α, ασχολείτο με μικρές εργασίες και δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τα κτίρια Β και Γ γιατί ήταν αλληλένδετα με το κτίριο Α. Ειδικότερα ανέφερε ότι το κτίριο Α εφαπτόταν αριστερά και το κτίριο Γ εφαπτόταν δεξιά του κτιρίου Β και δεν μπορούσε να προχωρήσει με εκσκαφή για το κτίριο Α πριν τοποθετηθεί η στέγη στο κτίριο Β. Σε ερώτηση κατά πόσο η μη ύπαρξη στέγης εμπόδιζε την εκσκαφή για το διπλανό κτίριο, ο ΜΕ1 απάντησε ότι θεωρούσαν πως έπρεπε να τοποθετηθεί η στέγη για να είναι πιο δεμένο το κτίριο επειδή χωρίς τη στέγη οι τοίχοι ήταν επικίνδυνοι να πέσουν. Αυτή η θέση φαίνεται να εκφράστηκε από την Ενάγουσα, σύμφωνα με το περιεχόμενο των πρακτικών ημερ. 8.2.11 (Τεκμήριο 87) στη συνάντηση ημερ. 13.1.11, στα οποία αναφέρεται πως εκ μέρους της Ενάγουσας λέχθηκε ότι θα ολοκληρωθεί η στέγη του κτιρίου Β στα μέσα Φεβρουαρίου όταν και θα ενισχύσουν όλα τα συνεργεία, ενώ ο ΠΣ, πολιτικός μηχανικός των μελετητών, ανέφερε ότι το κτίριο Β δεν έχει σχέση με τα κτίρια Γ και Δ και απέρριψε τη θέση πως οι εργασίες στα εν λόγω κτίρια θα εκτελεστούν μετά την ολοκλήρωση της στέγης του κτιρίου Β. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε εκείνη τη συνάντηση ο ΜΑ, πολιτικός μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας, επεσήμανε τη σοβαρότητα της καθυστέρησης η οποία ενδεχομένως να δημιουργούσε πρόβλημα με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα πρακτικά αναφέρεται επίσης η θέση του ΚΦ, μηχανικού - εργολάβου της Ενάγουσας, περί ύπαρξης κατακόρυφων διαμπερών ρωγμών στον όροφο του κτιρίου Β στη φέρουσα τοιχοποιία και ο ΠΣ επεσήμανε ότι η μεθοδολογία η οποία είχε εγκριθεί και συζητηθεί σε προηγούμενες συναντήσεις δεν είχε ακολουθηθεί ενώ η ΜΥ2 ανέφερε ότι πρώτα έπρεπε να διορθωθούν οι τοιχοποιίες και μετά να γίνει η στέγη. Σημειώνεται επίσης πως σύμφωνα με τα πρακτικά ημερ. 4.3.11 της συνάντησης ημερ. 15.2.11 (Τεκμήριο 88), στην επόμενη συνάντηση και με αναφορά στο θέμα των επιβλέψεων των εργασιών αποδίδεται στον ΜΕ1 λεκτική επίθεση προς τους μελετητές, με αποτέλεσμα να τεθεί θέμα πιθανής απομάκρυνσης του από το εργοτάξιο σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, κάτι το οποίο τελικώς έγινε για κάποιο χρονικό διάστημα, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1 το οποίο αποτελεί ακόμα μια ένδειξη της τάσης του μάρτυρος να παρουσιάζει μια γενικευμένη και απόλυτη εικόνα ως προς την εξέλιξη των γεγονότων και κυρίως ως προς τη στάση της Επαρχιακής Διοίκησης και των μελετητών του έργου αφορά την περίφραξη του χώρου. Στα πρακτικά ημερ. 30.3.10 της συνάντησης ημερ. 12.3.10 (Τεκμήριο 82) αναφέρεται από πλευράς μελετητών η ανεπάρκεια της περίφραξης του εργοταξίου. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ1 αρνήθηκε κάτι τέτοιο, δηλώνοντας πως πιθανόν το κιγκλίδωμα να μετακινήθηκε και αυτοί το επανάφεραν στη θέση του, κάτι το οποίο κατά την άποψη του δεν καταδεικνύει ανεπάρκεια της περίφραξης. Αυτή η θέση του δεν συνάδει με το περιεχόμενο των πρακτικών, όπου μετά την αναφορά από τη ΜΥ2 για ανεπάρκεια της περίφραξης, αναφέρεται ότι ο ΜΑ, πολιτικός μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας, συμφώνησε και πρόσθεσε ότι η υψομετρική διαφορά είναι μεγάλη και θα πρέπει να τοποθετηθεί άμεσα δεύτερη περίφραξη στο πάνω επίπεδο του χώρου του εργοταξίου και ο ΜΕ1 «συμφώνησε ότι θα μεριμνήσει γι' αυτό άμεσα με στύλους και πλέγμα». Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ακόμα πως πέραν των αλλαγών καθ' υπόδειξη των μελετητών αναφορικά με τα κτίρια Α και Γ, υπήρξαν και μικρότερα προβλήματα, όπως το ότι κολώνα από τσιμέντο του κτιρίου Α, λόγω της διαφορετικής του τοποθέτησης με βάση τη θέση του στην άδεια οικοδομής, επενέβαινε σε θύρα του υφιστάμενου διατηρητέου κτιρίου Β, και έγινε μετακίνηση της κολώνας με αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης για δύο βδομάδες και εξόδων. Αυτό το ζήτημα δεν φαίνεται να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των μερών σε οποιαδήποτε συνάντηση ή επιστολή και επομένως αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν δύναται να γίνει δεκτό. Ο ΜΕ1 πρόσθεσε πως υπήρξαν καθυστερήσεις λόγω των καιρικών συνθηκών, συγκεκριμένα λόγω βροχοπτώσεων και χιονοπτώσεων που επηρέασαν την περιοχή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου. Πράγματι αυτό το ζήτημα ηγέρθη από τον ΜΕ1, όπως φαίνεται στις μηνιαίες εκθέσεις προόδου των εργασιών οι οποίες υποβάλλονταν από την Ενάγουσα για τις εργασίες που εκτελέστηκαν για την περίοδο από τις 11.4.11 μέχρι και τις 4.7.11, Τεκμήρια 15-18. Παράλληλα όμως η Ενάγουσα διαβεβαιώνει επανειλημμένα για περίοδο πέραν του ενός έτους πως το έργο, έστω και με αναθεωρημένο πρόγραμμα, θα διεκπεραιωθεί εντός του καθορισμένου στο συμβόλαιο χρόνου. Σχετικές είναι οι επιστολές ημερ. 4.6.10, 9.11.10, 10.1.11, 4.3.11, 9.5.11, 6.6.11 και 4.7.11, Τεκμήρια 8, 10, 11, 14, 15, 16 και 17 αντίστοιχα. Το ζήτημα καθυστέρησης και παράτασης χρόνου από πλευράς Ενάγουσας φαίνεται να τέθηκε από την Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 1.3.12, όπως αναφέρεται στην απαντητική επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης ημερ. 2.3.12, Τεκμήριο 23, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκε παράταση μέχρι τις 30.12.11 και λόγω της μη έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου και της απουσίας δικαιολογημένων στοιχείων για τεκμηρίωση του αιτήματος για περαιτέρω παράταση χρόνου, εφαρμόστηκε η ρήτρα των καθυστερήσεων για 32 μέρες ως οι πρόνοιες του συμβολαίου. Γίνεται επίσης δεκτό πως η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ημερ. 12.3.12 (Τεκμήριο 24) στους μελετητές στην οποία επισυνάπτει τις μέρες που επηρεάστηκαν από τις βροχές και άλλες καιρικές συνθήκες για τον Δεκέμβριο του 2011 και τον Ιανουάριο του 2012 και αναφέρει ότι θα υποβάλει σχετικό πίνακα των βροχερών ημερών και για τον μήνα Φεβρουάριο. Σε αυτή δηλώνει ότι δεν θα έχει οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη απαίτηση για την παράταση χρόνου που θα εγκριθεί γι' αυτούς τους λόγους. Όπως έχει ήδη λεχθεί ανωτέρω, στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΕ1, απασχόλησαν κάποια επιπρόσθετα θέματα αναφορικά με τις εκτελεσθείσες εργασίες του έργου. Το πρώτο αφορά τη λιθοδομή στην πρόσοψη του κτιρίου Β. Ήταν η θέση του ΜΕ1 πως έκαναν δείγματα και οι αρχιτέκτονες διαφωνούσαν ως προς αυτά και τελικά επικράτησε η άποψη της ΜΥ2. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως στην επιστολή ημερ. 19.11.10 (Τεκμήριο 9) προς την Ενάγουσα η ΜΥ2 αναφέρεται στο θέμα της λιθοδομής και ειδικότερα στο πρόβλημα τοποθέτησης και δόμησης της πέτρας, και καλεί επιτόπου συνάντηση στις 22.11.10 προς επίλυση του προβλήματος. Το θέμα αυτό απασχόλησε και στη συνάντηση ημερ. 22.3.11, καθότι σύμφωνα με τα πρακτικά ημερ. 7.4.11 της εν λόγω συνάντησης (Τεκμήριο 89), η ΜΥ1 επιβεβαίωσε ότι το νέο τμήμα της λιθοδομής το οποίο συμπληρώθηκε για να καλύψει τη διαφορά στο υψόμετρο της στέγης του διατηρητέου κτιρίου, δέθηκε κατάλληλα με την υφιστάμενη λιθοδομή, όπως είχαν ζητήσει οι μελετητές - επιβλέποντες. Ένα άλλο θέμα το οποίο απασχόλησε κατά την αντεξέταση ήταν η κατοχή άδειας από την Ενάγουσα για λατόμευση. Η θέση του ΜΕ1 πως υπήρχε απαίτηση για τη χρήση λατομείου της περιοχής και πως η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς τούτο στην οποία δεν έλαβε απάντηση παραμένει ατεκμηρίωτη και ως τέτοια δεν γίνεται δεκτή. Επίσης αυτή η θέση ουδόλως βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά των συναντήσεων κατά τις οποίες φαίνεται ότι η Ενάγουσα εξαρχής προέβαλλε διάφορες και αντιφατικές εκδοχές επί τούτου. Και τούτο καθότι στα πρακτικά ημερ. 6.12.10 της συνάντησης ημερ. 11.11.10 (Τεκμήριο 85) ζητήθηκε από την Ενάγουσα να διευκρινίσει κατά πόσο οι πέτρες που χρησιμοποιεί για τον τοίχο αντιστήριξης της πρόσοψης είναι από εγκεκριμένο λατομείο και ο ΜΕ1 ανέφερε ότι έχει άδεια λατόμευσης για κάθε χώρο στον οποίο εκτελεί εργασία και ανέλυσε την πορεία των εργασιών. Στα πρακτικά ημερ. 7.4.11 της συνάντησης ημερ. 22.3.11 (Τεκμήριο 89) αναφέρεται ότι εκκρεμεί ακόμα η άδεια λατόμευσης που ζήτησε ο μηχανικός του Επάρχου Λάρνακας από την Ενάγουσα. Η ίδια αναφορά περιέχεται και στα πρακτικά ημερ. 5.5.11 της συνάντησης ημερ. 15.4.11 (Τεκμήριο 90) με την προσθήκη πως ο ΔΘ εκ μέρους της Ενάγουσας βεβαίωσε πως θα την παρουσίαζε. Το ζήτημα συζητήθηκε εκ νέου στη συνάντηση ημερ. 19.5.11 όπου στα πρακτικά ημερ. 1.6.11 (Τεκμήριο 91) καταγράφεται η θέση του ΔΘ πως η Ενάγουσα χρησιμοποιεί πέτρες εντός εργοταξίου και επομένως δεν χρειάζεται άδεια, η ΜΥ2 εξήγησε ότι έρχονται πέτρες και από άλλους χώρους και πρέπει να γίνουν αυστηροί έλεγχοι και ο ΠΣ τόνισε πως θα έπρεπε να ελεγχθεί η νομοθεσία για να ενημερωθούν όλοι τι ίσχυε. Στα πρακτικά ημερ. 14.7.11 της συνάντησης ημερ. 16.6.11 (Τεκμήριο 92) θίγεται εκ νέου το ζήτημα. Τελικώς σύμφωνα με τα πρακτικά των συναντήσεων από τις 21.7.11 μέχρι και τις 28.11.11 (Τεκμήρια 93-99) προβάλλεται η θέση πως η Ενάγουσα δεν κατάφερε να βρει λατομείο που να λειτουργεί στην περιοχή και ότι οι πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν μαζεύτηκαν από τη γύρω περιοχή ενώ ο ΜΑ επέμενε πως όλα τα υλικά θα πρέπει να φέρουν συγκεκριμένη μάρκα για να μπορούν να χρησιμοποιούνται νόμιμα και ότι δεν θα γίνει οποιαδήποτε πληρωμή αν δεν διευθετηθεί αυτό το ζήτημα. Στην αντεξέταση του ΜΕ1, απασχόλησε και το ζήτημα της ανέγερσης υποσταθμού της ΑΗΚ το οποίο αποτελούσε μέρος του επίδικου έργου. Στα πρακτικά ημερ. 28.5.10 της συνάντησης ημερ. 27.5.10 (μέρος του Τεκμηρίου 83) αναφέρεται ότι δόθηκαν από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας τα συμφωνημένα τελικά, κατασκευαστικά, σχέδια του υποσταθμού της ΑΗΚ που θα ενταχθεί στο σχέδιο της κάτοψης υπογείου του πολιτιστικού κέντρου. Στα πρακτικά ημερ. 9.7.10 της συνάντησης ημερ. 8.7.10 (Τεκμήριο 104) αναφέρεται πως θα πρέπει να γίνει συνεννόηση από τον υπεργολάβο ηλεκτρολόγο με την ΑΗΚ για τη θέση και τον τρόπο κατασκευής των φρεατίων της. Στα πρακτικά ημερ. 18.10.10 της συνάντησης ημερ. 14.10.10 (Τεκμήριο 84) αναφέρεται ότι σε τηλεφωνική παρέμβαση του ηλεκτρολόγου διευκρινίστηκε ότι ο υποσταθμός έχει ελεγχθεί από την ΑΗΚ και το εξωτερικό του φρεατίου έχει υποδειχθεί. Ο ΔΧ, επιμετρητής ανέφερε ότι θα χρειαστεί τα σχέδια στα οποία να φαίνονται οι σωληνώσεις, οι διαδρομές και τα φρεάτια που θα κατασκευαστούν για να μπορέσει να ελέγξει και εγκρίνει την πληρωμή. Με την επιστολή ημερ. 4.3.11 της Ενάγουσας προς τους μελετητές (Τεκμήριο 14) στην οποία επισυνάπτεται η μηνιαία έκθεση προόδου για τις εργασίες που εκτελέστηκαν μέχρι τις 15.2.11, αναφέρεται ότι οι εργασίες αναφορικά με τον υποσταθμό της ΑΗΚ στο υπόγειο του κτιρίου Α, ήτοι θεμελίωσης, υπόγειες διασωληνώσεις, φρεάτια, τοιχοποιίες, επιχρίσματα, θύρες-φεγγίτες και χρωματισμοί, συμπληρώθηκαν πλήρως στο 100%. Αυτή η αναφορά συνεχίζει να φαίνεται και στις επόμενες μηνιαίες εκθέσεις προόδου οι οποίες επισυνάπτονταν σε σχετικές επιστολές της Ενάγουσας με την τελευταία στις 4.7.11 (Τεκμήρια 106 και 15-18). Στα πρακτικά ημερ. 26.9.11 της συνάντησης ημερ. 8.9.11 (Τεκμήριο 94) αναφέρεται ότι στο κτίριο Α ισχύει ακόμα η παρατήρηση για ολοκλήρωση των εργασιών που αφορούν τον υποσταθμό της ΑΗΚ ώστε να μπορεί να ειδοποιηθεί έγκαιρα η ΑΗΚ για τον έλεγχο και ότι θα πρέπει να διορθωθούν οι κακοτεχνίες που υποδείχθηκαν από τον ΕΜ. Η ίδια αναφορά παρατηρείται και στα πρακτικά των επόμενων συναντήσεων μέχρι και τις 22.11.11 (Τεκμήρια 95-98) ενώ στα πρακτικά ημερ. 7.12.11 της συνάντησης ημερ. 28.11.11 (Τεκμήριο 99) αναφέρεται ότι εκκρεμεί η ολοκλήρωση των εργασιών επιδιόρθωσης των αλουμινίων στον υποσταθμό της ΑΗΚ και σε άλλα σημεία σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕΜ. Στην επιστολή ημερ. 6.2.12 της ΜΥ2 εκ μέρους των μελετητών προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 22), γίνεται αναφορά σε επίβλεψη στις 30.1.12 και ότι παρατηρήθηκε μεγάλη ροή νερού εντός του υποσταθμού της ΑΗΚ στον υπόγειο χώρο στάθμευσης εκεί όπου η ΑΗΚ θα τοποθετούσε καλώδια υψηλής ισχύος και ότι είναι φανερό πως υπάρχει αστοχία στις υγρομονώσεις που έγιναν στον υπόγειο χώρο στάθμευσης. Η ΜΥ2 καλεί την Ενάγουσα να προχωρήσει σε άμεση αντιμετώπιση του προβλήματος αφού προηγουμένως δώσει γραπτές εισηγήσεις στους μελετητές για τον τρόπο επίλυσης του. Στα πρακτικά ημερ. 1.3.12 της συνάντησης ημερ. 8.2.12 (Τεκμήριο 102) αναφέρεται η σημαντική εισροή νερού στα φρεάτια του υποσταθμού της ΑΗΚ, η συζήτηση λύσεων και η συμφωνία για την έκδοση οδηγίας ώστε να συνεχιστεί το κανάλι αποστράγγισης και να ενωθεί με το υφιστάμενο φρεάτιο όμβριων νερών στον δρόμο. Στα πρακτικά ημερ. 9.4.12 της συνάντησης ημερ. 7.3.12 (Τεκμήριο 103) αναφέρεται ότι για το θέμα της εισροής νερού στον υποσταθμό της ΑΗΚ ο ΠΣ ανέφερε ότι η Ενάγουσα έστειλε τα βάθη των φρεατίων όπως κατασκευάστηκαν, τα οποία όμως δεν είναι σύμφωνα με τα σχέδια και τις απαιτήσεις της ΑΗΚ και ότι αναμένεται από την Ενάγουσα η υποβολή της μεθοδολογίας επιδιόρθωσης του προβλήματος. Συζητήθηκε επίσης η πιθανότητα να δοθεί κάποια χαλάρωση από την ΑΗΚ ως προς το βάθος των φρεατίων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του και μετά την αναφορά στα ανωτέρω ζητήματα που προέκυψαν στο έργο, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε γενικά στο ότι οι μελετητές ήταν πλήρως ενήμεροι για τα προβλήματα του έργου και ουδέποτε έθεσαν ζήτημα αντισυμβατικής πράξης ή παράλειψης της Ενάγουσας. Αυτή η αναφορά έχει καταρριφθεί μέσα από τα πρακτικά των συναντήσεων και τις επιστολές, όπως αναλύεται ανωτέρω. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε πως λόγω των πολλαπλών καθυστερήσεων και διαφοροποιήσεων από τους μελετητές του έργου και της διαφορετικής κατασκευής και τοποθέτησης των κτιρίων, καθώς επίσης και της διαφορετικής μεθόδου της εκσκαφής, η Ενάγουσα υπέστη ζημιά. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, κατά την παράδοση του έργου στις 14.11.12, αυτό ήταν ολοκληρωμένο και δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε εργασία, καθώς επίσης και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν κατάλληλα και ουδέποτε τέθηκε θέμα από τους μελετητές γι' αυτό. Οι πιο πάνω αναφορές του ΜΕ1 προκαλούν έκπληξη στο Δικαστήριο καθότι, με βάση τα πιο πάνω έγγραφα, διαφαίνεται χωρίς αμφιβολία ότι από την πρώτη κιόλας τακτική συνάντηση που έγινε στις 12.3.10 μέχρι και την τελευταία επικοινωνία μεταξύ των μερών για το έργο, υπήρχαν εξαρχής και συνεχείς παρατηρήσεις για παραλείψεις, ελαττωματικές εργασίες και ή καθυστερήσεις εκ μέρους της Ενάγουσας, καθώς επίσης και απαιτήσεις και υποδείξεις προς αυτή, για τις οποίες βεβαίως ο ΜΕ1 δεν ανέφερε οτιδήποτε κατά την κυρίως εξέταση του. Αντιθέτως ο ΜΕ1 παρουσίασε μια εικόνα των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα εκτέλεσε τις εργασίες χωρίς οποιαδήποτε παρατήρηση ή ελάττωμα εκ μέρους και προς ικανοποίηση του Εναγομένου και η όποια καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά στον Εναγόμενο. Η επιλογή του ΜΕ1 να αποσιωπήσει την πλήρη και πραγματική διάσταση των γεγονότων καταδεικνύει την επιθυμία του να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Και τούτο, καθότι, ανεξαρτήτως της θέσης του ΜΕ1 ως προς την απαίτηση της Ενάγουσας και την όποια ισχυριζόμενη ευθύνη της Επαρχιακής Διοίκησης, γεγονός παραμένει ότι η εξέλιξη των γεγονότων δεν κυλούσε ομαλά, οι δύο πλευρές διαφωνούσαν μεταξύ τους, σε σημείο που εντάθηκαν και οι σχέσεις τους, εξ ου και η απομάκρυνση του ΜΕ1, και σίγουρα η παράδοση του έργου δεν έγινε χωρίς εκκρεμούσες εργασίες αλλά με ένα κατάλογο ελαττωμάτων και κακοτεχνιών για τις οποίες η Επαρχιακή Διοίκηση όχι μόνο έθεσε ζήτημα αλλά είχε απαίτηση για την ολοκλήρωση των ελαττωματικών εργασιών και την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. Επίσης έκπληξη προκάλεσε στο Δικαστήριο και το γεγονός πως, κατά την αντεξέταση του, σε αρκετές ερωτήσεις ή υποβολές προς τον ίδιο για την ύπαρξη παρατηρήσεων ή απαιτήσεων της ΜΥ2 προς την Ενάγουσα αναφορικά με τις εργασίες του έργου, ο ΜΕ1 δεχόταν κάποιες ή ακόμα δεν θυμόταν αρκετές εξ αυτών, όπως π.χ. ότι ο πολιτικός μηχανικός είχε εκφράσει την ανησυχία του για τη λανθασμένη μέθοδο της αντιστήριξης στο κτίριο Β, με αποτέλεσμα είτε να δέχεται ότι έγιναν είτε να δηλώνει αδυναμία να θυμηθεί χωρίς όμως να δύναται να τις αντικρούσει. Παρόλο που η αδυναμία μνήμης κρίνεται εύλογη και δικαιολογημένη ενόψει του μακρού χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τα γεγονότα μέχρι και τη μαρτυρία του ΜΕ1 ενώπιον του Δικαστηρίου, εντούτοις αυτή η στάση του ΜΕ1 σε συνδυασμό με την παραδοχή του για την ακρίβεια των πρακτικών και την ανταλλαγή της αλληλογραφίας οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα πως από τα αρχικά στάδια των εργασιών του έργου είχαν προκύψει αρκετά ζητήματα μεταξύ των μερών τα οποία οι μελετητές συνεχώς εξέφραζαν προς την Ενάγουσα. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, λόγω της έντονης αντίδρασης του στις τροποποιήσεις που στην ουσία ήταν παράνομες γιατί δεν συνήδαν με τις άδειες οικοδομής, ξεκίνησε ένας «πόλεμος» εναντίον του από τους μελετητές του έργου και την Επαρχιακή Διοίκηση με αποτέλεσμα να ζητηθεί η απομάκρυνση του από το έργο. Αυτή η τοποθέτηση του ΜΕ1 δεν βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά και στην αλληλογραφία από τα οποία φαίνεται η εξαρχής δημιουργία ζητημάτων ως προς τον χρόνο και την ποιότητα εκτέλεσης των εργασιών της Ενάγουσας η οποία και κορυφωνόταν σταδιακά, αρχικά με την απομάκρυνση του ΜΕ1 από το εργοτάξιο και την επιστροφή του λίγους μήνες αργότερα και ακολούθως με την αναστολή των εργασιών από τον ίδιο και την επανεκκίνηση τους λίγες μέρες αργότερα. Επιπλέον δεν έχει διαφανεί μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας πως οι ιδιοκτήτες και ή οι μελετητές του έργου διακατέχοντο από προσωπικά ή αλλότρια κίνητρα τα οποία και τους οδήγησαν στην απόφαση για την απομάκρυνση του από το έργο, η οποία άλλωστε δεν ήταν οριστική εφόσον ο ΜΕ1 επανήλθε στο εργοτάξιο. Η θέση του ΜΕ1 ότι η απομάκρυνση του επέφερε περαιτέρω καθυστέρηση και γενικά επηρέασε τη λειτουργία της Ενάγουσας προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την προφορική του μαρτυρία και επομένως δεν γίνεται δεκτή. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δέχεται πως με βάση το περιεχόμενο των πρακτικών των συναντήσεων και της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας από την έναρξη των εργασιών μέχρι και την προσωρινή παράδοση του έργου, ήτοι μεταξύ των ημερομηνιών 2.3.10 και 14.11.12, Τεκμήρια 6-44 και 82-106 και 108, εντοπίζονταν και αναφέρονταν από τους μελετητές διάφορα ζητήματα αναφορικά με καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, κακοτεχνίες, παραλείψεις και έλλειψη εξειδικευμένου και επαρκούς προσωπικού από πλευράς της Ενάγουσας και δίδονταν οδηγίες για την εκτέλεση ή επιδιόρθωση αυτών. Αυτά αφορούν, μεταξύ άλλων, στα ακόλουθα: · Σύστημα εξωτερικής θερμομόνωσης (Τεκμήριο12) · Τελικό δάπεδο για το κτίριο Α (Τεκμήριο 12) · Λιθόστρωτο - βοτσαλωτό πάτωμα στη διατηρητέα οικοδομή Β (Τεκμήριο 22) · Ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εργασίες (Τεκμήριο 36) · Ριγματώσεις στο εξωτερικό επίχρισμα του κτιρίου Α (Τεκμήριο 90) · Μη τοποθέτηση αλουμινίων στο κτίριο Α (Τεκμήριο 91). Σε αυτά προστίθενται τα Τεκμήρια 33, 37, 95-98 και 101-104, στα οποία παρατίθενται με αρκετή λεπτομέρεια όλες οι εκκρεμούσες και ελαττωματικές εργασίες οι οποίες, λόγω της έκτασης τους, δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν εκ νέου από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί την ανταλλαγείσα μεταξύ της Ενάγουσας και των μελετητών του έργου αλληλογραφία, στην οποία περιλαμβάνονται επιστολές της Ενάγουσας με συνημμένη αναλυτική έκθεση προόδου των εργασιών, όπως π.χ. στην επιστολή ημερ. 10.1.11 (Τεκμήριο 11) ή μηνιαία έκθεση προόδου για τις εργασίες, όπως π.χ. στις επιστολές ημερ. 4.3.11, 11.4.11, 9.5.11, 6.6.11 και 4.7.11 (Τεκμήρια 14-18 και 106) στις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο για να παρεμβληθεί η μαρτυρία της ΜΥ1. Αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι για τη χρονική περίοδο μεταξύ 6.10.10 και 31.12.11 η ΜΥ1 ετοίμαζε περιγραφές προόδου του έργου τις οποίες υπέβαλλε στην Επαρχιακή Διοίκηση, για την προσοχή του ΜΑ γενικού συντονιστή του έργου, Τεκμήρια 54-80. Δεν αμφισβητείται ότι η ΜΥ1 διορίστηκε λίγους μήνες μετά την έναρξη του έργου, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2010. Εξ ου και κρίνεται καθόλα βάσιμη η θέση της πως από τον διορισμό της και μετά δεν είχε τεθεί ζήτημα χάραξης των κτιρίων ή αλλαγής των σχεδίων και τα κτίρια Α και Β είχαν ήδη ξεκινήσει ενώ για το κτίριο Δ είχε επιλυθεί το ζήτημα εξωτερικής οριοθέτησης κατόπιν συμφωνίας με τον ιδιοκτήτη του γειτονικού τεμαχίου. Οι εκθέσεις της ΜΥ1 βασικά αναφέρονται στις συναντήσεις εργοταξίου, στην πρόοδο των εργασιών, στη χρηματοροή του έργου και στα συμπεράσματα της. Οι εκθέσεις είναι σύντομες, σαφείς και περιεκτικές. Μάλιστα, σε αυτές αναφέρεται αρχικώς η ομαλή εξέλιξη του έργου και σε κατοπινό στάδιο οι καθυστερήσεις και οι παρατηρήσεις. Επομένως το Δικαστήριο δέχεται ότι οι εκθέσεις της ΜΥ1 αποτυπώνουν την αντικειμενική άποψη της μάρτυρος, η οποία συνάδει με τα όσα ανέφερε η ΜΥ2 για την εξέλιξη και ποιότητα των εργασιών στο έργο, καθώς επίσης και με το περιεχόμενο των πρακτικών. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η αντικειμενικότητα της μάρτυρος διαπιστώθηκε και κατά την προφορική της μαρτυρία καθότι η ίδια δεν δίσταζε να διαχωρίσει ζητήματα για τα οποία θεωρούσε την Ενάγουσα υπεύθυνη, όπως π.χ. έλλειψη προσωπικού και κατασκευή των φρεατίων στον υποσταθμό της ΑΗΚ και ζητήματα για τα οποία η Ενάγουσα δεν έφερε ευθύνη, όπως π.χ. το θέμα χορήγησης άδειας για τον υποσταθμό. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ1 ρωτήθηκε επιστάμενα και επί μακρόν για το περιεχόμενο των εκθέσεων και τις παρατηρήσεις της και ήταν σε θέση να δώσει ολοκληρωμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις. Κατ' αρχάς η ίδια μετέφερε το κλίμα συνεργασίας και θετικότητας που υπήρχε στην αρχή μεταξύ όλων των εμπλεκομένων στο έργο και τον σαφή διαχωρισμό της ιδιότητας και του ρόλου του καθενός εξ αυτών. Ήταν περιγραφική στο ζήτημα της κορύφωσης της έντασης της συμπεριφοράς του ΜΕ1 και των συνθηκών απομάκρυνσης και επιστροφής του στο έργο, όπως αποτυπώνεται τόσο στις εκθέσεις της όσο και στα πρακτικά. Όπως αναγνώρισε και ο ΜΕ1, γίνεται δεκτό ότι η ΜΥ1 πήγαινε σχεδόν καθημερινά στον χώρο και παρακολουθούσε τις εργασίες. Γίνεται επίσης δεκτή η προφορική περιγραφή της μάρτυρος η οποία χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, σταθερότητα και συνοχή και συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία της ΜΥ2. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή η μαρτυρία της περί έλλειψης εργατών και υπεύθυνων, καθώς επίσης και εξειδικευμένου προσωπικού εκ μέρους της Ενάγουσας στο έργο, περί ελαττωματικών εργασιών οι οποίες όμως δεν φαίνονταν εξαρχής καθότι καλύπτονταν από πάνω, όπως π.χ. η επιχωμάτωση αυλής ενώ υπήρχαν μπάζα από κάτω (για τις οποίες μάλιστα η ΜΥ1 έλαβε οδηγίες από τους ιδιοκτήτες να τις σταματήσουν όπως αναφέρεται ανωτέρω) και ο τρόπος κατασκευής του τοίχου αντιστήριξης. Η διεξαγωγή αφανών εργασιών επιβεβαιώθηκε και από τη ΜΥ2. Είναι επίσης δεκτή και η περιγραφική αναφορά της ΜΥ1 ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στον χώρο και εκτέλεσης κάποιων εργασιών σε εσωτερικούς χώρους σε περίπτωση κακών καιρικών συνθηκών. Η ΜΥ1 ρωτήθηκε και για τα ποσοστά εκτέλεσης του έργου τα οποία αναφέρει στις εκθέσεις της και τα οποία, κατά την Ενάγουσα, παραμένουν τα ίδια ενώ ταυτόχρονα διαφαίνεται ότι γίνονταν εργασίες οι οποίες επίσης περιγράφονται στις εκθέσεις της. Η ΜΥ1 ανέφερε πως οι εργασίες που γίνονταν δεν ήταν τέτοιας φύσης που να αύξαναν το ποσοστό της εκτελεσθείσας εργασίας, θέση η οποία κρίνεται λογική και πειστική. Άλλωστε αυτή η θέση της συνάδει και με την έγκριση των πληρωμών προς την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται και υιοθετεί ως ευρήματα του τόσο την προφορική μαρτυρία της ΜΥ1 όσο και το περιεχόμενο των εκθέσεων της. Έχει ήδη γίνει δεκτό πως μέσα από τα πρακτικά, Τεκμήρια 102 και 103, και τις διαφωνίες που προέκυψαν μεταξύ των μερών, στις 2.3.12 η Ενάγουσα ανέστειλε τις εργασίες στο έργο και ζήτησε την παραπομπή της διαφοράς τους σε διαιτησία. Οι διαφωνίες μεταξύ των μερών διατυπώνονται και στην αλληλογραφία, ξεκινώντας από την επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης ημερ. 2.3.12, Τεκμήριο 23, στην οποία αναφέρεται ότι εφαρμόστηκε η ρήτρα των καθυστερήσεων για 32 μέρες ως οι πρόνοιες του συμβολαίου και ότι η ημερομηνία λήξης αυτού θεωρείται η 30η Δεκεμβρίου του 2011. Το θέμα των καθυστερήσεων είχε απασχολήσει και στη συνάντηση ημερ. 16.12.11, όπως φαίνεται στα πρακτικά ημερ. 27.12.11, Τεκμήριο 100. Η εξέλιξη των γεγονότων από τότε μέχρι και την παράδοση του έργου στις 14.11.12, όπως διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία, έχει ως ακολούθως: (
- i)Έχει ήδη λεχθεί πως με επιστολή της ημερ. 12.3.12 προς τους μελετητές του έργου η Ενάγουσα ζητά παράταση χρόνου λόγω βροχών και άλλων κακών καιρικών συνθηκών, δηλώνοντας ότι δεν θα έχει οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη απαίτηση για την παράταση χρόνου που θα εγκρίνετο για αυτούς τους λόγους, Τεκμήριο 24. (
- ii)Με άλλη επιστολή της ημερ. 12.3.12 προς τους μελετητές του έργου η Ενάγουσα δηλώνει ότι αποσύρει τις επιστολές της για διαιτησία και αναστολή των εργασιών του έργου και ότι ξεκίνησαν οι εργασίες οι οποίες θα συμπληρωθούν εντός 20 εργάσιμων ημερών, Τεκμήριο 25. (iii) Με επιστολή της ημερ. 2.4.12 προς τους μελετητές του έργου η Ενάγουσα ενημερώνει ότι οι εργασίες θα συμπληρωθούν μέχρι τις 10.4.12 και τους καλεί να φροντίσουν την προσωρινή παραλαβή του έργου, δηλώνοντας ότι δεσμεύεται να συμπληρώσει οποιεσδήποτε παραλείψεις ή ατέλειες τυχόν υπάρχουν κατά τη διάρκεια της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα, Τεκμήριο 27. (
- iv)Με επιστολή της ημερ. 10.4.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρει ότι η συνάντηση προσωρινής παραλαβής του έργου δεν μπορεί να διευθετηθεί ενόψει της προφορικής βεβαίωσης της Ενάγουσας πως οι εργασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί, Τεκμήριο 28. (
- v)Με επιστολή της ημερ. 30.4.12 προς την Ενάγουσα η Επαρχιακή Διοίκηση επισημαίνει την παράλειψη της Ενάγουσας να επισπεύσει την ολοκλήρωση των εργασιών και των σοβαρών παρατηρήσεων στο έργο. Προειδοποιεί ότι η καθυστέρηση εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους μη εκπλήρωσης των όρων του συμβολαίου και καλεί την Ενάγουσα να συμπληρώσει τις εκκρεμούσες εργασίες και επιδιορθώσει τις παρατηρήσεις και να ενημερώσει για την προβλεπόμενη ημερομηνία προσωρινής παραλαβής, Τεκμήριο 29. (
- vi)Με επιστολή της ημερ. 10.5.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρει ότι αναμένει από την Ενάγουσα ειδοποίηση για τη συμπλήρωση των εργασιών ούτως ώστε να πραγματοποιηθεί η προσωρινή παραλαβή του έργου, Τεκμήριο 30. (vii) Με επιστολή της ημερ. 11.5.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρει ότι το αίτημα της Ενάγουσας για παράταση εξετάστηκε όταν υποβλήθηκε και συμπεριλήφθηκαν οι δικαιολογημένες μέρες στην ήδη εγκεκριμένη παράταση που δόθηκε σε πρώτη φάση. Αναφέρει επίσης ότι οι πιστοποιήσεις πληρωμών γίνονται με βάση τους όρους του συμβολαίου και ότι εφαρμόστηκε και ποινική ρήτρα για καθυστερήσεις από την Επαρχιακή Διοίκηση, Τεκμήριο 31. (viii) Με επιστολή της ημερ. 15.5.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, καλεί την Ενάγουσα στις 18.5.12 για την προσωρινή παραλαβή του έργου αφού τηρηθούν οι πρόνοιες του εδαφίου 48.1 των γενικών όρων του συμβολαίου, Τεκμήριο 32. (
- ix)Με επιστολή της ημερ. 31.5.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρεται στη συνάντηση ημερ. 18.5.12 κατά την οποία καταρτίστηκε κατάλογος ελαττωμάτων-εκκρεμοτήτων, τα οποία γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η ΜΥ2 καλεί την Ενάγουσα να ολοκληρώσει άμεσα τις εργασίες, επισημαίνει ότι για να θεωρηθεί ότι το έργο έχει ολοκληρωθεί για σκοπούς παραλαβής θα πρέπει να τηρηθούν οι πρόνοιες των άρθρων 7.2 και 48.1 των γενικών όρων του συμβολαίου και ότι μετά την έκδοση του πιστοποιητικού παραλαβής για ολόκληρο το έργο, η Ενάγουσα πρέπει να υποβάλει προσωρινό τελικό λογαριασμό σύμφωνα με το άρθρο 60.5 των γενικών όρων του συμβολαίου, Τεκμήριο 33. (
- x)Με επιστολή της ημερ. 11.6.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρεται στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 5.6.12 για προσωρινή αναστολή των εργασιών και ζητά την παράθεση των λόγων για την αναστολή, καλώντας την σε συνάντηση στις 15.6.12 προς επίλυση του ζητήματος, Τεκμήριο 34. (
- xi)Με επιστολή της ημερ. 18.6.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρεται στη συνάντηση ημερ. 15.6.12, επισυνάπτει κατάλογο εκκρεμοτήτων-ελαττωμάτων (ο οποίος δεν παρουσιάστηκε με την επιστολή) και καλεί την Ενάγουσα να συμπληρωθούν οι εργασίες, συμπεριλαμβανομένου του υποσταθμού της ΑΗΚ, με σκοπό την προσωρινή παραλαβή του έργου, Τεκμήριο 36. (xii) Με επιστολή της ημερ. 11.7.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 18.6.12 και προειδοποιεί πως σε περίπτωση μη εκτέλεσης των εκεί αναφερομένων εργασιών, οι οποίες γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι εκκρεμούσαν, εντός του εύλογου χρόνου των 20 ημερών, ο εργοδότης θα έχει το δικαίωμα για λύση της εργοδότησης βάσει του άρθρου 63.1(γ) και (δ) του συμβολαίου, Τεκμήριο 37. (xiii) Με επιστολή της ημερ. 30.7.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρεται στην επιστολή της ημερ. 11.7.12 και δηλώνει ότι αναμένει γραπτή επιβεβαίωση για την ολοκλήρωση των εργασιών και πρόσκληση για έλεγχο και παραλαβή του έργου, Τεκμήριο 38. (xiv) Με επιστολή της ημερ. 31.8.12 προς τους μελετητές η Ενάγουσα αναφέρεται στη διευθέτηση πληρωμής των διατακτικών 12 και 13 και στη δέσμευση της να επισπεύσει τις υπολειπόμενες εργασίες. Αναφέρει ότι λόγω των θερινών διακοπών εκκρεμούν κάποιες μικροεργασίες οι οποίες δεν επηρεάζουν τη λειτουργία του κτιρίου και καλεί τους μελετητές να ορίσουν ημερομηνία προσωρινής παραλαβής, Τεκμήριο 39. (
- xv)Με επιστολή της ημερ. 4.9.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, ζητά συνάντηση για να γίνει έλεγχος για τον σκοπό προσωρινής παραλαβής του έργου νοουμένου ότι γίνουν όλες οι εργασίες που περιγράφονται στην επιστολή ημερ. 11.7.12. Τονίζει επίσης την υποχρέωση της Ενάγουσας, βάσει του άρθρου 48.1 των γενικών όρων του συμβολαίου, να δώσει γραπτή δέσμευση στον μηχανικό του έργου ότι θα συμπληρώσει κατά την περίοδο ευθύνης για ελαττώματα, οποιαδήποτε παραμένουσα εργασία με τη δέουσα επιμέλεια, Τεκμήριο 40. (xvi) Με επιστολή της ημερ. 25.9.12 προς την Επαρχιακή Διοίκηση η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, περιγράφει το ιστορικό και τις διαπιστώσεις της από τις 11.7.12 μέχρι και την τελευταία επίσκεψη στο εργοτάξιο στις 13.9.12 και δηλώνει αδυναμία να παραλάβουν το έργο καθότι η Ενάγουσα δεν τήρησε τη δέσμευση της να ολοκληρώσει το έργο εντός της περιόδου ευθύνης ελαττωμάτων και το κτίριο δεν μπορεί να λειτουργήσει και ότι επαφίεται πλέον στους ίδιους να προχωρήσουν με τα δέοντα, μέρος του Τεκμηρίου 108. (xvii) Με επιστολή της ημερ. 3.10.12 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρει ότι κατά τη συνάντηση ημερ. 13.9.12 με σκοπό την παραλαβή του έργου εκκρεμούσαν αρκετές εργασίες ακόμα, το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί η προσωρινή παραλαβή του έργου, καλώντας την Ενάγουσα να καλέσει τους μελετητές σε παραλαβή όταν εκτελεστούν όλες οι απαραίτητες εργασίες, Τεκμήριο 41. (xviii) Με επιστολή της ημερ. 15.10.12 προς την Ενάγουσα η Επαρχιακή Διοίκηση καλεί την Ενάγουσα σε συμμόρφωση με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11.7.12 με σκοπό την προσωρινή παραλαβή του έργου, διαφορετικά θα προβεί σε λύση της εργοδότησης βάσει του άρθρου 63.1 του συμβολαίου, Τεκμήριο 42. (xix) Με επιστολή της ημερ. 6.11.12 προς τους μελετητές η Ενάγουσα δηλώνει ότι θα είναι έτοιμη για προσωρινή παραλαβή του έργου στις 9.11.12, επαναλαμβάνει ότι υπολείπονται κάποιες μικροεργασίες οι οποίες δεν επηρεάζουν τη λειτουργία του κτιρίου και δεσμεύεται όπως μετά το αίτημα για ενδιάμεση πληρωμή εντός 5-6 εργάσιμων ημερών θα ολοκληρωθούν και οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις, Τεκμήριο 43. Ακολούθησε η παραλαβή του έργου στις 14.11.12. Τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν μετά την παραλαβή και διατυπώνονται μέσα από τη σχετική αλληλογραφία, έχουν ως ακολούθως: 1. Με επιστολή του ημερ. 20.11.12 προς τη ΜΥ2 ο ηλεκτρολόγος μηχανικός ΧΜ αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του για την παραλαβή των ηλεκτρολογικών εργασιών στις 14.11.12 διαπίστωσε ότι υπολείπονται εργασίες τις οποίες και απαριθμεί και οι οποίες γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι εκκρεμούσαν, με την παράκληση να διεκπεραιωθούν το συντομότερο δυνατό, μέρος του Τεκμηρίου 108. 2. Με επιστολή της ημερ. 2.12.12 προς την Ενάγουσα και την Επαρχιακή Διοίκηση η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρεται στη συνάντηση ημερ. 14.11.12 όταν έγινε η παραλαβή του κτιρίου με ελλείψεις και παραπέμπει στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 6.11.12 βάσει της οποίας η Ενάγουσα δεσμεύεται να ολοκληρώσει όλες τις υπολειπόμενες εργασίες κατά την περίοδο ευθύνης ελαττωμάτων εντός 5-6 ημερών από σχετική πληρωμή. Τονίζει την υποχρέωση της Ενάγουσας να ολοκληρώσει τις εργασίες που υπολείπονται από τον κατάλογο ημερ. 11.7.12 και τον πρώτο κατάλογο ελαττωμάτων ημερ. 31.5.12 καθώς επίσης και όλων των κακοτεχνιών που αναφέρθηκαν κατά καιρούς από τους αρχιτέκτονες του έργου, οι οποίες και πάλι γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι εκκρεμούσαν. Επισυνάπτει τον κατάλογο των εργασιών και των κακοτεχνιών και καθορίζει ως χρόνο αποπεράτωσης τις 20 μέρες μετά την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα, Τεκμήριο 44. 3. Στις 3.12.12 ο ΛΒ μηχανολόγος μηχανικός υπέβαλε τον τελικό λογαριασμό για τις μηχανολογικές εργασίες μέχρι και την τελευταία επίσκεψη στις 14.11.12 για το ποσό των €49.970, μέρος του Τεκμηρίου 108. 4. Με επιστολή της ημερ. 20.12.12 η Ενάγουσα απέστειλε προς τους μελετητές το διατακτικό πληρωμής 14 για το συνολικό ποσό των €42.843,93 και ένα τιμολόγιο υπ' αρ. 380423 ίδιας ημερομηνίας για το ποσό των €36.618,75, Τεκμήριο 2. 5. Με επιστολή της ημερ. 14.1.13 προς την Ενάγουσα η Επαρχιακή Διοίκηση αναφέρεται στην παραλαβή του έργου και στην επιστολή ημερ. 2.12.12 και σημειώνει ότι με βάση την έκθεση των επιβλεπόντων του έργου ετοιμάστηκε το πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 14, όπου έγινε καταγραφή της εκτελεσθείσας εργασίας και αφαίρεση του κατ' αποκοπή ποσού των €28.458,68 για σοβαρές κακοτεχνίες και ότι έχει αποδεσμευτεί το 50% της κράτησης ενώ υπάρχουν παρατηρήσεις για τις οποίες με την επιστολή της ημερ. 6.11.12 η Ενάγουσα δεσμεύτηκε να ολοκληρώσει σε 5-6 μέρες μετά από σχετική πληρωμή. Η Επαρχιακή Διοίκηση αναφέρει ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση 255 ημερολογιακών ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία (μετά και από εγκεκριμένες παρατάσεις) και σε συνδυασμό με το άρθρο 47.1 του συμβολαίου το ποσό του πιστοποιητικού 14 δεν μπορεί να προωθηθεί για πληρωμή. Επίσης καλεί την Ενάγουσα να προβεί στην ολοκλήρωση των παρατηρήσεων που αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 2.12.12, οι οποίες αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι εκκρεμούσαν, εντός 28 ημερών και να υποβάλει τελικό λογαριασμό καθότι είχε γίνει η προσωρινή παραλαβή του έργου, Τεκμήριο 45. 6. Αποτελεί κοινό έδαφος (σύμφωνα με τα Τεκμήρια 5 και 46) ότι στις 24.1.13 η Ενάγουσα υπέβαλε τον προσωρινό τελικό λογαριασμό ημερ. 23.1.13 προς την Επαρχιακή Διοίκηση, Τεκμήριο 1. 7. Με επιστολή ημερ. 5.4.13 της Ενάγουσας, μέσω του δικηγόρου της, προς την Επαρχιακή Διοίκηση, η Ενάγουσα απαιτεί το ποσό των €354.785,67 και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της αναφορικά με τις ζημιές που υπέστη λόγω των καθυστερήσεων για ολοκλήρωση του έργου εξ υπαιτιότητας των αντιπροσώπων (της Επαρχιακής Διοίκησης) οι οποίες ανέρχονται στους 14 μήνες και αναφορικά με τις ποινικές ρήτρες, εκτός αν σε δέκα μέρες υπάρξει συνάντηση μεταξύ των μερών για φιλικό διακανονισμό, Τεκμήριο 5. 8. Με επιστολή της ημερ. 15.4.13 προς την Επαρχιακή Διοίκηση η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, επισυνάπτει κατάλογο όπως υπολογίστηκε από τον σύμβουλο επιμετρητή ποσοτήτων και για κακότεχνες εργασίες οι οποία αφορούσαν το έργο μέχρι τις 2.12.12 και δηλώνει ότι το τελικό ποσό αποκοπής στην πληρωμή της Ενάγουσας θα εξαρτηθεί από το τελικό κόστος επιδιόρθωσης, Τεκμήριο 109. 9. Με επιστολή του ημερ. 29.4.13 προς την Ενάγουσα ο επιμετρητής ποσοτήτων για την κοινοπραξία των μελετητών ΔΧ παρατηρεί ότι ο προσωρινός τελικός λογαριασμός που υπεβλήθη από την Ενάγουσα στις 24.1.13 δεν είναι σύμφωνα με το «άρθρο .5 του συμβολαίου» (προφανώς αναφέρεται στο άρθρο 60.5), παραθέτοντας τους λόγους και επισυνάπτει δείγμα για να το ακολουθήσει η Ενάγουσα και να υποβάλει τα υποστηρικτικά έγγραφα, Τεκμήριο 46. 10. Με επιστολή της ημερ. 17.5.13 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2 εκ μέρους των μελετητών και ο ΠΣ πολιτικός μηχανικός αναφέρουν ότι στην επίσκεψη ημερ. 14.2.13 στην παρουσία του ΜΕ1 διαπιστώθηκε ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε εργασία από τον κατάλογο της παραλαβής του έργου και ότι προέκυψαν σοβαρές ζημιές λόγω βροχοπτώσεων, το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Γι' αυτό καλούν την Ενάγουσα να λάβει όλες τις ενέργειες προς αποκατάσταση των προβλημάτων στο έργο και προς ολοκλήρωση του καταλόγου εργασιών που παρέμειναν από την παραλαβή του έργου, Τεκμήριο 47. 11. Σε αυτή την επιστολή η Ενάγουσα απάντησε με χειρόγραφη σημείωση επί αυτής ότι τους διαβεβαιώνει πως εντός της βδομάδας θα επισκεφθούν το έργο για να εντοπίσουν τα προβλήματα που υπάρχουν, και θα τους ειδοποιήσουν γραπτώς για τις επιδιορθώσεις, δηλώνοντας ότι ουδέποτε αρνήθηκαν τις ευθύνες που τους αναλογούν και ότι πρέπει να γίνει κατανοητό ότι και οι πληρωμές είναι μέρος του έργου που δημιουργούν με τη σειρά τους πολλαπλά προβλήματα, μέρος του Τεκμηρίου 108. 12. Με επιστολή της ημερ. 27.6.13 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των επιμετρητών, αναφέρεται στην επιστολή της ημερ. 11.6.13 και επισυνάπτει κατάλογο των νέων ζημιών, οι οποίες αποτελούν εύρημα του Δικαστηρίου ότι εκκρεμούσαν, μετά από τον επί τόπου έλεγχο της κατάστασης στις 7.6.13 με φωτογραφίες και αναφέρει ότι αυτές (οι ζημιές) προέκυψαν λόγω του ότι δεν έγιναν οι επιδιορθώσεις. Σημειώνει ότι επτά μήνες μετά την προσωρινή παραλαβή δεν έγιναν οι εργασίες και καλεί την Ενάγουσα να προβεί σε αυτές εντός τεσσάρων εβδομάδων, ήτοι μέχρι τις 27.5.13, διαφορετικά αυτόματα θα σημαίνει ότι η Ενάγουσα απέτυχε την ολοκλήρωση και τελική παραλαβή του έργου βάσει των προνοιών του συμβολαίου, Τεκμήριο 48. 13. Με επιστολή της ημερ. 26.7.13 προς την Επαρχιακή Διοίκηση η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, αναφέρει ότι η προθεσμία που δόθηκε στην Ενάγουσα για να συμπληρώσει τις εργασίες της λίστας με τις εκκρεμότητες και τις νέες εργασίες επιδιόρθωσης ζημιών έχει λήξει στις 25.7.13 χωρίς ανταπόκριση από την Ενάγουσα. Αναφέρει περαιτέρω ότι βάσει του συμβολαίου η Ενάγουσα έχει δικαίωμα να ολοκληρώσει τις όποιες εναπομείνασες εργασίες εντός 12 μηνών μετά την παραλαβή του έργου, ήτοι μέχρι τις 14.11.14, αλλά λόγω των νέων ζημιών και της μη επίδειξης προθυμίας και ενδιαφέροντος από την πλευρά της Ενάγουσας για την ολοκλήρωση του έργου στάληκε η επιστολή ημερ. 27.6.13 η οποία καθόριζε εύλογο χρόνο για τις υπολειπόμενες επιδιορθώσεις, μέρος του Τεκμηρίου 108. 14. Με επιστολή της ημερ. 2.8.13 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των επιμετρητών, σημειώνει ότι σε συνέχεια της επιστολής της ημερ. 23.7.13 δεν έχει γίνει οποιαδήποτε επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και ή εκκρεμοτήτων του καταλόγου παρατηρήσεων προσωρινής παραλαβής του έργου και των επακόλουθων ζημιών και λόγω του επερχόμενου χειμώνα οι εργασίες που αφορούν ιδιαίτερα την εισροή νερού και τις επιπτώσεις της, όπως π.χ. υγρασίες, καθίστανται επειγόντως απαραίτητες για την ασφάλεια του έργου. Γι' αυτό καλεί την Ενάγουσα να προβεί άμεσα στις επιδιορθώσεις των εργασιών αυτών και ειδικότερα όχι αργότερα από τις 15.9.13, Τεκμήριο 50. 15. Με επιστολή τους ημερ. 18.9.13 προς την Επαρχιακή Διοίκηση η ΜΥ2, εκ μέρους των μελετητών, και η ΑΣ, υπεύθυνη συντονίστρια κοινοπραξίας μελετητών, αναφέρονται στις επιστολές τους ημερ. 27.6.13 και 2.8.13 προς την Ενάγουσα και στην επιτόπια επίσκεψη ημερ. 17.9.13 κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν έγινε καμία απολύτως εργασία από την Ενάγουσα, όπως γίνεται και δεκτό από το Δικαστήριο, μέρος του Τεκμηρίου 108. 16. Με επιστολή της ημερ. 22.11.13 προς την Ενάγουσα η ΜΥ2, εκ μέρους των επιμετρητών, αναφέρει ότι η περίοδος ευθύνης ελαττωμάτων έληξε στις 14.11.13 και επομένως μπορεί να προβεί στην επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και ή ελλείψεων - ελαττωμάτων μέχρι τις 28.11.13, Τεκμήριο 49. 17. Με επιστολή τους ημερ. 4.12.13 προς την Επαρχιακή Διοίκηση η ΜΥ2 εκ μέρους των μελετητών και η ΑΣ υπεύθυνη συντονίστρια κοινοπραξίας μελετητών αναφέρονται στην επιστολή τους ημερ. 22.11.13 και στην επί τόπου επίσκεψη στις 30.11.13 και ότι διαπίστωσαν ότι ο εργολάβος δεν είχε εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία από τον κατάλογο ημερ. 2.12.12 ούτε και σε επείγουσα διορθωτική εργασία του καταλόγου ημερ. 27.6.13, κάτι το οποίο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ενημερώνοντας την ότι μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 49.4 των όρων του συμβολαίου, μέρος του Τεκμηρίου 108. 18. Με επιστολή της ημερ. 16.12.13 προς την Επαρχιακή Διοίκηση οι ΜΥ 2 και η ΑΣ αναφέρουν ότι λόγω της μη ανταπόκρισης της Ενάγουσας προς συμπλήρωση και επιδιόρθωση των εργασιών που απομένουν στο έργο, δεν μπορεί να εκδοθεί πιστοποιητικό ευθύνης ελαττωμάτων, μέρος του Τεκμηρίου 108. Εκτός από τα πρακτικά και την αλληλογραφία, γίνεται επίσης δεκτή η αδιαμφισβήτητη θέση της ΜΥ2 πως ετοίμασε Ιστορικό Εκτέλεσης του έργου το οποίο κατέθεσε κατά την επανεξέταση της ως Τεκμήριο 107. Σε αυτό δίδει μια συνοπτική περιγραφή της εξέλιξης εκτέλεσης του έργου από την έναρξη των εργασιών τον Μάρτιο του 2010 μέχρι και την αδυναμία τελικής παραλαβής του έργου τον Δεκέμβριο του 2013, όπως βασικά αναφέρεται ανωτέρω, παρουσιάζοντας μέσα από όλα τα γραφόμενα της μια σταθερή και συνεπή θέση. Κατά την αντεξέταση της ΜΥ2, απασχόλησε μεταξύ άλλων το θέμα παραλαβής και πληρωμής της Ενάγουσας. Η ΜΥ2 επέμενε κατηγορηματικά ότι έγινε προσωρινή παραλαβή καθότι το έργο μπορούσε να καταστεί λειτουργήσιμο και ο εργολάβος να συμπλήρωνε τις όποιες εναπομείνασες εργασίες και κακοτεχνίες εντός της περιόδου ευθύνης ελαττωμάτων. Η θέση της πως με την παραλαβή η Ενάγουσα είχε δεσμευτεί να συμπληρώσει τη λίστα των ελαττωμάτων και παρατηρήσεων βρίσκει έρεισμα στην αλληλογραφία η οποία παρατίθεται αναλυτικά ανωτέρω. Εξίσου κατηγορηματική ήταν και προφορικά στο ότι οι εν λόγω εργασίες δεν έγιναν, εξηγώντας ότι η Ενάγουσα βασικά εγκατέλειψε το έργο, κάτι το οποίο συνάδει με την ανωτέρω εξέλιξη των γεγονότων και με τη θέση του ΜΕ1 ο οποίος, ως έχει λεχθεί και σε διαφωνία με τις θέσεις της Ενάγουσας στις επιστολές της, κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε εκκρεμότητας με την παράδοση του έργου. Ως εκ τούτου και αυτή η μαρτυρία της ΜΥ2 γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Η ΜΥ2 ήταν σε θέση να δώσει επεξηγήσεις αναφορικά με τη διαδικασία των διατακτικών πληρωμής οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και εν πάση περιπτώσει βρίσκουν έρεισμα σε έγγραφα τα οποία η ίδια κατέθεσε και πάλι κατά την επανεξέταση της. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι τα διατακτικά πληρωμής αποστέλλονταν από την Ενάγουσα στον υπεύθυνο αρχιτέκτονα του έργου και κοινοποιούνταν στον επιμετρητή και στην Επαρχιακή Διοίκηση. Ο επιμετρητής έλεγχε το πρακτικό αναφορικά με την πρόοδο των εργασιών, την ποσότητα και τις τιμές και ακολούθως έστελνε τα διατακτικά στη ΜΥ2 για πληρωμή. Γίνεται επίσης δεκτή η αναφορά της ΜΥ2 πως στο διατακτικό υπ' αρ. 12 η Επαρχιακή Διοίκηση εφάρμοσε ρήτρα καθυστερήσεων και γι' αυτό εκδόθηκε το διατακτικό υπ' αρ. 13. Τέλος, αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, επιστολή ημερ. 20.12.12 της Ενάγουσας με το διατακτικό πληρωμής 14 και τιμολόγιο, καθότι κοινοποιήθηκε σε αυτή, λέγοντας ότι εξ' όσων η ίδια γνωρίζει, ο τελικός λογαριασμός υποβλήθηκε στον επιμετρητή με ελλιπή στοιχεία και ο τελευταίος είχε απαντήσει ότι ο λογαριασμός δεν ήταν σύμφωνος με το άρθρο 5 του συμβολαίου, δεν είχαν αφαιρεθεί οι προνοητικές ποσότητες και αντικατασταθεί με τις πραγματικές, δεν είχαν υποβληθεί οι αναλύσεις και υπολογισμοί των τροποποιήσεων, δεν εφαρμόστηκε το ποσό αναπροσαρμογής και δεν υπεβλήθη τεκμηρίωση των ποσών και υποστηρικτικά έγγραφα. Σύμφωνα με τη ΜΥ2, ο επιμετρητής έστειλε στην Ενάγουσα και ένα δείγμα ως μορφή προσωρινού λογαριασμού προς υποβοήθηση ετοιμασίας του ορθού, η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τα πιο πάνω και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία των μελετητών να καταλήξουν σε ποσό του προσωρινού τελικού λογαριασμού. Η θέση της ΜΥ2 ως προς την παράλειψη συμμόρφωσης της Ενάγουσας βρίσκει έρεισμα στην ανωτέρω αλληλλογραφία και στο γεγονός ότι δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς της Ενάγουσας ούτε και έχει διαφανεί πως μετά την υποβολή του διατακτικού 14 και την απαίτηση πληρωμής η Ενάγουσα προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ως προς τις ισχυριζόμενες εκκρεμούσες εργασίες και κακοτεχνίες (εξ ου και το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα ως προς τούτο) ή σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα ως προς την εν λόγω απαίτηση της. Το μόνο που έκανε η Ενάγουσα ήταν η αποστολή της επιστολής ημερ. 5.4.13, Τεκμήριο 5. Επί του ζητήματος της παραλαβής του έργου, της προσωρινής απομάκρυνσης και του ενδεχόμενου τερματισμού της συνεργασίας της Επαρχιακής Διοίκησης με την Ενάγουσα, οι ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 παρουσιάζουν μια καθόλα συνεπή εκδοχή, με τον ΜΥ3 βασικά να συμφωνεί και συμπληρώνει τη μαρτυρία των ΜΥ1 και 2, παρουσιάζοντας με την ίδια σταθερότητα και λεπτομέρεια τα γεγονότα. Έτσι γίνεται δεκτή η θέση της ΜΥ1 πως η επιστροφή του ΜΕ1 έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του ιδίου και όχι απαίτησης της Επαρχιακής Διοίκησης. Γίνεται επίσης γίνεται δεκτή η προφορική αναφορά της, η οποία επιβεβαιώνεται από την έκθεση της ημερ. 31.10.12 Τεκμήριο 76, πως το ζήτημα απασχόλησε και συζητήθηκε μεταξύ των μελετητών, του συντονιστή του έργου και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και λήφθηκε η απόφαση να συνεχίσουν με τον ίδιο εργολάβο με στόχο την ολοκλήρωση του έργου καθότι το έργο ήταν ήδη πολύ προχωρημένο για να τον αλλάξουν. Κρίνεται καθόλα βάσιμη η θέση της ΜΥ1 πως ήταν πιο δύσκολη η οργάνωση εκ νέου της ομάδας του έργου παρά να παραμείνουν με τον ίδιο εργολάβο και εξαντλήσουν τις προσπάθειες για ολοκλήρωση του έργου. Γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο πως μέλημα του ΜΥ3 ήταν η επαλήθευση των πιστοποιητικών πληρωμής και η ψηλή ποιότητα του έργου και ότι παρά την ύπαρξη των προβλημάτων από τη μη τήρηση των όρων του συμβολαίου, ενώ κανονικά η συνεργασία έπρεπε να διακοπεί, εντούτοις στην προκειμένη περίπτωση δόθηκε χρόνος στον εργολάβο να επαναφέρει το έργο στην ορθή τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών. Ο ΜΥ3 επέμενε χαρακτηριστικά ότι η εισήγηση για διακοπή της συνεργασίας έγινε προφορικά καθότι τα γεγονότα εξελίσσονταν γρήγορα και με την παραλαβή άρχισαν να πλέον να συσσωρεύονται τα προβλήματα, κυρίως υγρασίας σε διάφορα σημεία του κτιρίου. Αναφορικά με τις εργασίες στο έργο, και η μαρτυρία του ΜΥ3 κινήθηκε σε ίδια πλαίσια, υποστηρίζοντας βασικά τη μαρτυρία των ΜΥ1 και 2. Γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι ενόσω ο ΜΥ3 εργαζόταν στη Μονάδα Ευρωπαϊκών Ταμείων διενεργούσε προσωπικούς ελέγχους από το 2009 μέχρι και το 2012. Επί τούτου, ο ΜΥ3 έδωσε άμεσες και ολοκληρωμένες απαντήσεις οι οποίες έπεισαν το Δικαστήριο πως αυτός μιλούσε από την προσωπική του γνώση και εμπειρία και επιθυμούσε να αποκαλύψει όλα όσα ήταν σε θέση να γνωρίζει και θυμάται. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση και απάντηση του στην υποβολή πως ουδέποτε επισκέφθηκε τον χώρο, παραπέμποντας επανειλημμένα στους διοικητικούς φακέλους οι οποίοι περιέχουν όλες τις σχετικές καταγραφές, τους οποίους όμως δεν παρουσίασε καθότι δεν βρίσκονται στην κατοχή του ούτε και ο ίδιος έχει πρόσβαση σε αυτούς. Οι επισκέψεις του στον χώρο καταγράφονται επίσης και στις εκθέσεις της ΜΥ1, όπως π.χ. στα Τεκμήρια 58 και 68. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι ο ΜΥ3 προέβαινε σε δειγματοληπτικούς ελέγχους όπως προνοείτο στο εγχειρίδιο εφαρμογής του προγράμματος συγχρηματοδότησης το οποίο εφάρμοζε η εν λόγω Μονάδα. Η απάντηση του πως οι έλεγχοι άρχισαν πριν καν την υλοποίηση του έργου για σκοπούς ελέγχου και διαπίστωσης κατά πόσο το έργο δύναται να ενταχθεί στο πρόγραμμα χρηματοδότησης κρίνεται καθόλα βάσιμη και γίνεται δεκτή. Γίνεται επίσης δεκτή η σταθερή και σαφής του τοποθέτηση ότι πριν τον έλεγχο και βάσει του εγχειριδίου είχε υποχρέωση να ενημερώνει τον δικαιούχο, ήτοι την Επαρχιακή Διοίκηση, και ότι κατά τον έλεγχο συνοδευόταν πάντοτε από εκπρόσωπο της. Η άμεση και αυθόρμητη θέση του πως δεν ήταν υποχρεωμένος να συναντά ή να συνομιλεί με τον εργολάβο και ειδικότερα πως μετά από τόσα έτη δεν θυμόταν κατά πόσο έτυχε να δει εκεί τον ΜΕ1 κρίνεται καθόλα εύλογη και γίνεται δεκτή. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ΜΥ3 έκανε δειγματοληπτικούς ελέγχους με σκοπό να ελέγξει κατά πόσο οι εργασίες βάσει κάποιου πιστοποιητικού πληρωμής είχαν γίνει και ετοίμαζε ένα σημείωμα προς τους λογιστές και τους διοικητικούς λειτουργούς της Μονάδας με εισήγηση για πληρωμή. Αν υπήρχαν παρατηρήσεις, αυτές κοινοποιούνταν μέσω ηλεκτρονικού ή κανονικού ταχυδρομείου. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ3 είχε γράψει παρατηρήσεις αναφορικά με σοβαρές αποκλίσεις ως προς τις τεχνικές προδιαγραφές που όφειλε να ακολουθήσει και κακοτεχνίες. Μάλιστα και ο ίδιος επιβεβαιώνει τις ΜΥ1 και 2 ότι με την πάροδο του χρόνου η συνεργασία του εργολάβου με τον δικαιούχο και τους μελετητές χειροτέρευε. Πράγματι η Έκθεση Ελέγχου της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Δημοκρατίας του Σεπτεμβρίου του 2013, Τεκμήριο 115, επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του ΜΥ3, αναφορικά με την ύπαρξη αποκλίσεων από τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τις επικαιροποιημένες αρχιτεκτονικές οδηγίες, με ειδική αναφορά, μεταξύ άλλων στην έντονη υγρασία στο ισόγειο του κτιρίου Β, στον όροφο του κτιρίου Γ και στο δάπεδο του ισογείου του κτιρίου Δ, καθώς επίσης και στην έντονη ανασήκωση του δαπέδου στον πρώτο όροφο του κτιρίου Δ. Ο ΜΥ4 με τη σειρά του αναφέρθηκε εκτενέστερα στο ζήτημα και επεξήγησε με λεπτομέρεια την όλη κατάσταση, διασαφηνίζοντας πως ο δικός του ρόλος ξεκίνησε αφότου η Ενάγουσα δεν είχε ανταποκριθεί στην επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και εκκρεμοτήτων όπως αναφέρονται στον κατάλογο που έγινε κατά την προσωρινή παραλαβή του έργου. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι με την ανάληψη των καθηκόντων του ΜΥ4 ως προϊστάμενος των υπηρεσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας τον Νοέμβριο του 2013 είχε διαπιστώσει πως στο έργο υπήρχαν αρκετές κακοτεχνίες οι οποίες ήταν καταγεγραμμένες στον κατάλογο προσωρινής παραλαβής του έργου από τον Νοέμβριο του 2012 οι οποίες είχαν ήδη επιδεινωθεί, καθιστώντας το έργο ακατάλληλο για χρήση και έτσι ξεκίνησε η προσπάθεια αποκατάστασης και επιδιόρθωσης των ζημιών. Το βασικότερο πρόβλημα ήταν η υγρασία και για να μην κατεδαφιζόταν μέρος του κτιρίου αποφασίστηκε η περιμετρική αποστράγγιση. Ο ΜΥ4 αναφέρθηκε παραστατικά στο παράδειγμα του υποσταθμού της ΑΗΚ του οποίου τα φρεάτια γέμιζαν νερό σαν μια κολυμβητική δεξαμενή και επομένως έπρεπε να γίνουν εσωτερικές μονώσεις σε αυτά. Λόγω του ότι δεν ήταν δυνατό να χαλάσουν τα φρεάτια και προβούν σε καταστρεπτικές επιδιορθώσεις, κατά τα έτη 2016 - 2017 προέβησαν στην περιμετρική αποστράγγιση για να σώσουν το όλο έργο. Έγιναν επίσης μονώσεις σε φρεάτια για να μην μπαίνει νερό στον υποσταθμό της ΑΗΚ, επιδιορθώθηκαν ρωγματώσεις στο κτίριο Α το οποίο και παραδόθηκε προς χρήση ενώ για τα κτίρια Β, Γ και Δ οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν και βρίσκονται υπό εξέλιξη. Μέχρι το 2019 δεν είχαν ολοκληρωθεί ούτε και οι εργασίες του υποσταθμού. Μετά την ανάληψη καθηκόντων ως προϊσταμένου Τεχνικών Υπηρεσιών ο ΜΥ3 διενήργησε τεχνικές επισκέψεις στον χώρο του έργου μεταξύ Ιουλίου και Νοεμβρίου του 2021. Ο ΜΥ3 διαπίστωσε σημάδια φθοράς στα κτίρια λόγω της υγρασίας από τις βροχοπτώσεις, ειδικότερα στη στέγη του κτιρίου, στον όροφο της οικοδομής, στο δώμα της αίθουσας εκδηλώσεων, στις οροφές όλων των βοηθητικών υποδομών, στους τοίχους αντιστήριξης από οπλισμένο σκυρόδεμα στο πίσω μέρος του κτιρίου στην επίστρωση της αυλής του ισογείου και στην εσωτερική αυλή του πίσω μέρους του κτιρίου. Επανερχόμενη στη ΜΥ2, κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας αναφέρθηκε στο ζήτημα της αποστράγγισης και της υγρασίας, για το οποίο έδωσαν μαρτυρία και οι ΜΥ3 και 4 αναφορικά με τη χρονική περίοδο από το 2013 μέχρι και το 2022. Η μαρτυρία της ΜΥ2 έχει ήδη γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτή η θέση της ΜΥ2 πως υπήρχαν κάποιες δυσκολίες στη φύση των εργασιών του χώρου, εξ ου και είχαν γίνει γεωτεχνικές μελέτες και στα σχέδια υπήρχε πρόνοια με λεπτομέρειες για τη δημιουργία καναλιού εσωτερικά του κτιρίου Β και διοχέτευση του νερού σε εσωτερικό κανάλι αποστράγγισης με διοχέτευση των ομβρίων σε απορροφητικό λάκκο ο οποίος κατασκευάστηκε από την Ενάγουσα στην εξωτερική αυλή μπροστά από το κτίριο. Γίνεται επίσης δεκτή η επεξήγηση της ΜΥ2 πως η σειρά των εργασιών δεν προϋποθέτει την κατασκευή αποστράγγισης πριν αλλά κατά την κατασκευή των νέων κτιρίων. Οι πιο πάνω θέσεις επαναλήφθηκαν με περισσότερη λεπτομέρεια από τον ΜΥ3 ο οποίος πρόσθεσε πως οι τεχνικές προδιαγραφές προνοούσαν για στεγανοποίηση, ήτοι στεγάνωση σε όλη την πλευρά του κτιρίου και της επέκτασης όπου υπήρχε επαφή με το έδαφος, και διαπιστώθηκε ότι στην πίσω πλευρά του κτιρίου Β οι μεμβράνες στεγανοποίησης είχαν τοποθετηθεί με λανθασμένο τρόπο και επομένως επέτρεπαν τη δίοδο του νερού στο εσωτερικό του κτιρίου. Η ΜΥ2 ανέφερε επίσης πως πριν την αποστράγγιση θα πρέπει να γίνει εκσκαφή στο οριζόντιο μέρος και στο κάθετο να γίνει τοίχος αντιστήριξης για να κρατήσει τα χώματα ο οποίος και θα πρέπει να υγρομονωθεί ούτως ώστε να μην εισέρχεται νερό στην οικοδομή. Σύμφωνα με τη ΜΥ2, δόθηκαν προειδοποιήσεις στην Ενάγουσα για τις βροχές στην περιοχή και την προστασία των κτιρίων, όπως ορθώς επιβεβαιώνεται στα πρακτικά, Τεκμήριο 85. Ο ΜΥ4 διαχώρισε με πλήρη σαφήνεια την περιμετρική αποστράγγιση η οποία δεν αποτελούσε μέρος των εργασιών του έργου και δεν υπήρχε στις τεχνικές προδιαγραφές, εξ ου και δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο με τις εκκρεμούσες εργασίες του συμβολαίου κατά την παραλαβή. Επιβεβαίωσε πως στο έργο υπήρχε κανάλι αποστράγγισης το οποίος οδηγούσε σε απορροφητικό λάκκο. Κρίνεται καθόλα βάσιμη και πειστική η θέση του πως αν εφαρμόζονταν ορθά οι τεχνικές προδιαγραφές τότε δεν θα προέκυπτε τέτοιο ζήτημα και πως η περιμετρική αποστράγγιση ήταν λύση ανάγκης και δοκιμής για αποφυγή χαλάσματος του έργου. Για τις εν λόγω εργασίες το 2016 χρειάστηκαν €8.905,52, το 2017 €118.672,61 και το 2019 €1.620.01, όπως φαίνεται στο αντίγραφο του λογισμικού προγράμματος της Δημοκρατίας για το εν λόγω έργο, Τεκμήριο 116. Ο ΜΥ4 φάνηκε αντικειμενικός, μη διστάζοντας να αναφέρει ότι τα ποσά που αναφέρονται στην Ανταπαίτηση προέρχονται με βάση υπολογισμούς καθότι δεν είχαν γίνει οποιεσδήποτε εργασίες μέχρι τότε, ενώ αργότερα και μετά που εκτελέστηκαν οι εργασίες έχουν πλέον διαφανεί τα ακριβή ποσά, εξ ου και τα ποσά στο δικόγραφο διαφέρουν από αυτά στο Τεκμήριο 116. Μάλιστα εξήγησε ότι το ποσό για την περιμετρική αποστράγγιση αφορά τις υπηρεσίες εκσκαφής, την προμήθεια και τοποθέτηση σωλήνων, την αγορά εξειδικευμένων υλικών, όπως μεμβράνης και γεωυφάσματος, την τοποθέτηση τους στο κανάλι και την ενοικίαση μηχανημάτων και περιλαμβάνει και τους μισθούς των υπαλλήλων της Επαρχιακής Διοίκησης που εργάζονται στο έργο. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι για τη σύμβαση των μελετητών για την εκπόνηση του σχεδίου, την εξασφάλιση των σχετικών αδειών και την επίβλεψη του έργου από την αρχή μέχρι και την προσωρινή παραλαβή του έργου ένα έτος μετά την προβλεπόμενη στο συμβόλαιο ημερομηνία, τελικώς πληρώθηκε το ποσό των €30.000, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των μερών, όπως φαίνεται στην επιστολή ημερ. 6.12.19 και στην έκθεση υπεύθυνου συντονιστή σύμβασης, Τεκμήρια 117 και 118 αντίστοιχα. Γίνεται επίσης δεκτή η αναφορά του ότι τελικώς δεν πλήρωσαν το πρόσθετο ποσό που αναγράφεται στην Ανταπαίτηση των €21.725 στους μελετητές αλλά €12.420. Γίνεται δεκτό ότι για την ετοιμασία της σχετικής μελέτης, τις απαιτούμενες εργασίες και τη συντήρηση, στις 13.10.20 η Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας υπέγραψε τέσσερις ξεχωριστές συμβάσεις με μελετητές του ιδιωτικού τομέα: α) Σύμβαση με την εταιρεία DKM Consultants Ltd για το ποσό των €4.000 πλέον ΦΠΑ με πιστοποιητικό πληρωμής, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 111, β) Σύμβαση με τον ιδιώτη μηχανολόγο μηχανικό ΣΑ για το ποσό των €3.700 πλέον ΦΠΑ για την ετοιμασία μελέτης αποκατάστασης όλων των μηχανολογικών εγκαταστάσεων του κτιρίου οι οποίες υπέστησαν φθορά λόγω της υγρασίας με πιστοποιητικό πληρωμής, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 112, γ) Σύμβαση με την ηλεκτρολόγο μηχανικό ΕΝ για το ποσό των €3.500 πλέον ΦΠΑ για την ετοιμασία μελέτης αποκατάστασης όλων των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του κτιρίου οι οποίες υπέστησαν φθορά λόγω της υγρασίας και κακοτεχνιών με πιστοποιητικό πληρωμής, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 113, δ) Σύμβαση με την αρχιτέκτονα ΚΚ για το ποσό των €700 πλέον ΦΠΑ για την ετοιμασία των τεχνικών προδιαγραφών για τις απαιτούμενες εργασίες αποκατάστασης των φθορών στο κτίριο με πιστοποιητικό πληρωμής, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 114. Γίνεται επίσης δεκτό ότι σε σύσκεψη ημερ. 3.2.22 υπό την προεδρία του Έπαρχου Λάρνακας αποφασίστηκε η προώθηση διαδικασιών για τη συντήρηση του εν λόγω κτιρίου με τη μέθοδο προσφορών και με την προβλεπόμενη στον προϋπολογισμό για το έτος 2022 δαπάνη ύψους €150.000. Το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά κατατέθηκε ως Τεκμήριο 110. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, ποσό €15.000 ξοδεύτηκε για να γίνει μια «πειραματική» προσπάθεια αποκατάστασης του κτιρίου χωρίς ιδιαίτερη αύξηση του κόστους, εμμένοντας ότι αν τηρούνταν πιστά οι τεχνικές προδιαγραφές, δεν θα υπήρχαν τόσα προβλήματα και ειδικότερα υγρασίας. Δέχθηκε πως η Κυπριακή Δημοκρατία προέβη στις εργασίες επιδιόρθωσης δέκα έτη μετά λόγω προγραμματισμού και προτεραιοτήτων και ήταν και θέμα προϋπολογισμού ο οποίος είχε επηρεαστεί σημαντικά με την οικονομική και τραπεζική κρίση και την πανδημία. Η παραπομπή του στην Έκθεση του 2013, Τεκμήριο 115, κρίνεται καθόλα λογική και βάσιμη προς αντίκρουση της υποβολής ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε προβλήματα στο έργο. ΙΙ. Νομική Ανάλυση Οι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας αποτέλεσαν κοινώς παραδεκτό γεγονός. Επομένως, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι η συμφωνία ημερ. 10.2.10, συμπεριλαμβανομένων των Όρων Συμβολαίου, Τεκμήριο 52, διέπει και ρυθμίζει τη συμβατική σχέση των μερών. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στα ακόλουθα άρθρα τα οποία αφορούν τα ακόλουθα θέματα: Ø άρθρο 47 - αποζημιώσεις για καθυστερήσεις Ø άρθρο 48 - παραλαβή του έργου Ø άρθρο 49 - περίοδος ευθύνης για ελαττώματα Ø άρθρο 60 - πιστοποιητικά, πληρωμές και τελική παραλαβή Ø άρθρο 61 - έγκριση έργου Ø άρθρο 62 - πιστοποιητικό ευθύνης ελαττωμάτων. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, στις 14.11.12 έγινε προσωρινή παραλαβή του έργου και ταυτόχρονη καταγραφή μη εκτελεσθεισών εργασιών και κακοτεχνιών, οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στους δύο αντίστοιχους καταλόγους και επισυνάπτονται στην επιστολή ημερ. 2.12.12, Τεκμήριο 44. Εφόσον το Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ1 και έκρινε αξιόπιστη τη μαρτυρία των μαρτύρων Υπεράσπισης, έχει ήδη δεχθεί ότι πράγματι υπήρχαν μη εκτελεσθείσες εργασίες και κακοτεχνίες, όπως αυτές περιγράφονται στους καταλόγους, οι οποίες εκκρεμούσαν κατά την προσωρινή παραλαβή του έργου. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι τόσο οι μελετητές του έργου όσο και η Επαρχιακή Διοίκηση κάλεσαν επανειλημμένα την Ενάγουσα να προβεί στην εκτέλεση των εργασιών που εκκρεμούν και στην επιδιόρθωση των κακοτεχνιών, ενώ με την πάροδο του χρόνου, διαπίστωναν και νέες ζημιές τις οποίες επίσης την καλούσαν να επιδιορθώσει, δίδοντας της τελική προθεσμία μέχρι και τις 14.11.13, ήτοι ένα έτος μετά την προσωρινή παραλαβή, με την επιστολή ημερ. 22.11.13, Τεκμήριο 49. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως στα πλαίσια προετοιμασίας για την προσωρινή παραλαβή, με την επιστολή της ημερ. 6.11.12, Τεκμήριο 43, η Ενάγουσα δεσμεύτηκε όπως μετά το αίτημα της για ενδιάμεση πληρωμή του έργου, ολοκληρώσει τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις εντός 5-6 ημερών. Αυτή η δέσμευση προφανώς δόθηκε κατόπιν της απαίτησης των μελετητών, η οποία εκφράζεται στην επιστολή ημερ. 4.9.12, Τεκμήριο 40, προς συμμόρφωση με το άρθρο 48.1 του συμβολαίου. Το εν λόγω άρθρο προνοεί για την παροχή, μαζί με την ειδοποίηση για παραλαβή του έργου, γραπτή δέσμευση ότι ο εργολάβος θα συμπληρώσει κατά την περίοδο ευθύνης για ελαττώματα, με τη δέουσα επιμέλεια και προθυμία, οποιαδήποτε εναπομείνασα εργασία. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, η ειδοποίηση και η δέσμευση θεωρούνται ως αίτηση προς τον μηχανικό για έκδοση του πιστοποιητικού παραλαβής σε σχέση με το έργο. Επίσης, στη χειρόγραφη σημείωση στην επιστολή ημερ. 17.5.13, Τεκμήριο 47, η Ενάγουσα διαβεβαιώνει και πάλι για την πρόθεση της να επισκεφθεί τον χώρο, να εντοπίσει τα προβλήματα και να τα επιδιορθώσει, αναλαμβάνοντας έτσι τις ευθύνες που της αναλογούν. Αυτή η στάση της ισοδυναμεί με αποδοχή και αναγνώριση της ύπαρξης των εκκρεμουσών εργασιών και κακοτεχνιών και με δέσμευση εκτέλεσης και επιδιόρθωσης αυτών. Παρά ταύτα, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι από την ημερομηνία της προσωρινής παραλαβής του έργου και μετέπειτα η Ενάγουσα δεν προέβη σε οποιαδήποτε εργασία αναφορικά με το έργο και επομένως οι μη εκτελεσθείσες εργασίες και οι κακοτεχνίες, όπως ήταν καταγεγραμμένες στους καταλόγους στην επιστολή ημερ. 2.12.12, Τεκμήριο 44, εξακολουθούσαν να εκκρεμούν. Η μη εκτέλεση εργασιών και η ύπαρξη κακοτεχνιών συνιστά παράβαση του άρθρου 8.1 του συμβολαίου, το οποίο θέτει την υποχρέωση στον εργολάβο να εκτελέσει και συμπληρώσει το έργο και επιδιορθώσει οποιαδήποτε ελαττώματα σε αυτό, με τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια και σύμφωνα με τις πρόνοιες του συμβολαίου. Επιπλέον, με την επιστολή τους ημερ. 16.12.13, μέρος του Τεκμηρίου 108, οι μελετητές του έργου ενημέρωσαν την Επαρχιακή Διοίκηση ότι λόγω της μη συμμόρφωσης της Ενάγουσας προς συμπλήρωση και επιδιόρθωση των εργασιών, δεν μπορεί να εκδοθεί πιστοποιητικό ευθύνης ελαττωμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 62.1, το συμβόλαιο δεν θεωρείται συμπληρωμένο μέχρι το πιστοποιητικό ευθύνης να υπογραφεί από τον μηχανικό και να παραδοθεί στον εργοδότη, με αντίγραφο στον εργολάβο. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει πως το έργο ουδέποτε συμπληρώθηκε από την Ενάγουσα είτε εντός της περιόδου ευθύνης ελαττωμάτων είτε σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και συνεπώς δεν θα μπορούσε να εκδοθεί το πιστοποιητικό ευθύνης ελαττωμάτων. Το Δικαστήριο έχει προβεί σε εύρημα πως μετά την προσωρινή παραλαβή του έργου, η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αρ. 380342 για το ποσό των €36.618,75, Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 14.1.13, Τεκμήριο 45, το Δικαστήριο δέχεται ότι η Επαρχιακή Διοίκηση ετοίμασε το πιστοποιητικό πληρωμής υπ' αρ. 14 για το ποσό των €42.843,93, Τεκμήριο 2, με βάση την έκθεση των επιβλέποντων και ακολούθως αφαίρεσε το ποσό εκ €28.458,68 για κακοτεχνίες, ενώ έχει αποδεσμευτεί και το 50% του ποσού της κράτησης. Η Επαρχιακή Διοίκηση, επικαλούμενη καθυστέρηση 255 ημερολογιακών ημερών, αρνήθηκε την προώθηση της πληρωμής του πιστοποιητικού υπ΄ αρ. 14 και επέστρεψε το τιμολόγιο το οποίο δεν παρέλαβε ο συντονιστής του έργου. Στην ίδια επιστολή η Επαρχιακή Διοίκηση κάλεσε την Ενάγουσα να υποβάλει προσωρινό τελικό λογαριασμό, τον οποίο η τελευταία υπέβαλε στις 24.1.13, Τεκμήριο 1. Με την επιστολή τους ημερ. 29.4.13, Τεκμήριο 46, οι μελετητές εκφράζουν τη θέση ότι ο λογαριασμός δεν έχει υποβληθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 60.5 του συμβολαίου και κάλεσε την Ενάγουσα σε συμμόρφωση με αυτό. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 60.5 του συμβολαίου, Τεκμήριο 52, προνοεί αυτά που ζητούνται από τους μελετητές με την επιστολή ημερ. 29.4.13, Τεκμήριο 46, ήτοι ¨ αφαίρεση των ποσών προνοίας ¨ υποβολή αναλύσεων τροποποιήσεων ¨ υπολογισμό και εφαρμογής του ποσού αναπροσαρμογής ¨ υποβολή υποστηρικτικών εγγράφων. Παρά ταύτα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς τούτο, παρά μόνο απέστειλε την επιστολή ημερ. 5.4.13 για απαίτηση πληρωμής, Τεκμήριο 5. Οι μελετητές, στην επιστολή τους ημερ. 15.4.13, Τεκμήριο 109, επισυνάπτουν τον κατάλογο όπως υπολογίστηκε από τον σύμβουλο επιμετρητή ποσοτήτων για τις κακότεχνες εργασίες μέχρι τις 2.12.12 για το συνολικό ποσό των €28.458,68 και αναφέρουν ότι το τελικό ποσό της αποκοπής στην πληρωμή του εργολάβου θα εξαρτηθεί από το τελικός κόστος επιδιόρθωσης. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Επαρχιακή Διοίκηση δεν έχει οποτεδήποτε τερματίσει το συμβόλαιο, παρά την προειδοποιητική της επιστολή ημερ. 18.6.12, Τεκμήριο 37, ούτε και έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή προς την Ενάγουσα μέχρι σήμερα. Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του συμβολαίου σε σχέση με τον προσωρινό τελικό λογαριασμό, γεγονός παραμένει ότι η Ενάγουσα προέβη στην εκτέλεση εργασιών στο έργο. Αυτό άλλωστε φαίνεται να αναγνωρίζει και η ίδια η Επαρχιακή Διοίκηση εφόσον στην επιστολή της ημερ. 15.4.13, Τεκμήριο 109, δεν απορρίπτει κατηγορηματικά και απόλυτα το δικαίωμα της Ενάγουσας σε πληρωμή παρά μόνο αναφέρει ότι η πληρωμή θα εξαρτηθεί από το τελικό κόστος επιδιόρθωσης. Αυτή η τοποθέτηση συνάδει με το άρθρο 49.4 του συμβολαίου, σύμφωνα με τον οποίο ο εργοδότης δικαιούται να εργοδοτήσει και πληρώσει άλλους για την εκτέλεση των ελαττωμάτων και να ανακτήσει τα έξοδα αφαιρώντας τα από τα ποσά που οφείλονται στον εργολάβο. Το Δικαστήριο θεωρεί καθόλα εύλογο το συμπέρασμα πως από τη στιγμή που κατά την προσωρινή παραλαβή, υπήρχαν και είχαν καταγραφεί στους καταλόγους οι μη εκτελεσθείσες εργασίες και οι κακοτεχνίες, τότε το έργο είχε εκτελεστεί ως προς όλες τις υπόλοιπες προβλεπόμενες στο συμβόλαιο και άλλες συμφωνημένες εργασίες. Συνεπώς το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε όλες τις εργασίες στο έργο, εξαιρουμένων μόνο των μη εκτελεσθεισών εργασιών και των κακοτεχνιών που καταγράφονται στους καταλόγους. Η Ενάγουσα αξιώνει το κόστος αυτών των εργασιών όπως αναλύονται στον προσωρινό τελικό λογαριασμό, Τεκμήριο 1, ο οποίος παρουσιάζει το συνολικό ποσό των €670.717,28, πλην όμως ο δικηγόρος της Ενάγουσας περιόρισε την απαίτηση της στο ποσό των €669.455,67 όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ο προσωρινός τελικός λογαριασμός, Τεκμήριο 1, περιλαμβάνει τα ακόλουθα: Α. Εργασίες που εκτελέστηκαν σύμφωνα με τα δελτία τιμών και ποσοτήτων του συμβολαίου - €938.365,91. Β. Έξτρα εργασίες που εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες εργοταξίου 1-13 - €61.317,90. Γ. Οδηγίες που δόθηκαν μετά τον Νοέμβριο του 2011 - €44.095. Δ. Έξτρα εργασίες που εκτελέστηκαν λόγω της φύσης του έργου, που δεν περιλαμβάνονται στα σχέδια-δελτία ποσοτήτων του συμβολαίου - €64.150. Ε. Έξοδα που δημιουργήθηκαν επειδή το οικόπεδο ήταν μικρότερο από ό,τι σχεδιάστηκε και δεν χωρούσε το νέο κτίριο Α - €22.500. ΣΤ. Ζημιές λόγω των καθυστερήσεων που προκλήθηκαν από την εργοληπτική πλευρά (225 μέρες x €1.234 ημερησίως €314.670) - €314.670. Ζ. Μείον προηγούμενα πιστοποιηθέντα ποσά για πληρωμή €846.600,46. Η. Συν επιστροφή του ποσού κράτησης - €29.375. Θ. Συν το ποσό του τελευταίου διατακτικού 14 που εγκρίθηκε αλλά δεν πληρώθηκε - €42.843,93. Ι. Υπόλοιπο προς πληρωμή - €670.717,28 πλέον ΦΠΑ. Ο εν λόγω λογαριασμός περιέχει ανάλυση του κάθε κεφαλαίου ξεχωριστά, πλην των κεφαλαίων Δ και Ε. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το εν λόγω Τεκμήριο φαίνεται να αποτελείται από πέντε σελίδες και αυτό το οποίο κατατέθηκε από τον ΜΕ1 να αποτελείται από τέσσερις σελίδες, καθότι απουσιάζει η τέταρτη σελίδα, εξ ου και προφανώς απουσιάζει η σελίδα που περιέχει τα κεφάλαια Δ και Ε. Όσον αφορά το κεφάλαιο Α, σε αυτό αναφέρονται τα ποσά σύμφωνα με το συμβόλαιο για τις προκαταρκτικές εργασίες, το κτίριο Α, τα κτίρια Β, Γ και Δ, τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις, τον ανελκυστήρα, την πλατφόρμα ατόμων με ειδικές ανάγκες, τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και τις οικοδομικές εργασίες σε σχέση με τις υπηρεσίες. Δίπλα από την κάθε εργασία αναφέρεται το ποσοστό εκτελεσθείσας εργασίας το οποίο κυμαίνεται μεταξύ του 64% μέχρι και του 100%. Αφαιρείται ακολούθως το ποσό της αναπροσαρμογής, καταλήγει στο ολικό ποσό μετά την αναπροσαρμογή, και τέλος προστίθεται το ποσό για τις αυξήσεις εργατικών και υλικών. Παρόλο που στο Τεκμήριο 52 δεν περιλαμβάνονται τα ποσά του συμβολαίου και οι εργασίες αναφέρονται με γενικότητα, εντούτοις τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συγκεκριμένης αμφισβήτησης είτε ως προς την εκτέλεση των εργασιών είτε ως προς τα προβλεπόμενα στο συμβόλαιο ποσά, καθότι η βασική θέση της Υπεράσπισης ήταν οι μη εκτελεσθείσες εργασίες, οι κακοτεχνίες και η ισχυριζόμενη καθυστέρηση. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 παρέμεινε αδιαμφισβήτητο και ως τέτοιο έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τα κεφάλαια Β και Γ. Στο κεφάλαιο Β αναφέρεται πρώτα ο αριθμός της κάθε οδηγίας ξεχωριστά και ακολούθως η εργασία στην οποία αφορά, το ποσό εκτίμησης και το ποσοστό εκτελεσθείσας εργασίας το οποίο είναι στο 100% για όλες τις εργασίες. Και πάλι το Δικαστήριο σημειώνει ότι δεν αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο οι εκεί αναφερόμενες οδηγίες, οι εργασίες στις οποίες αφορούσαν και τα ποσά. Παρόλο που εδώ καταγράφεται ποσό εκτίμησης, εντούτοις διαφαίνεται πως αυτό αφορά στο κόστος, εξ ου και για την επιδιόρθωση λάθους που έγινε στον τοίχο αντιστήριξης του κτιρίου Δ ως η οδηγία 9 αναγράφεται ότι δεν υπάρχει διαφορά. Στο κεφάλαιο Γ αναφέρονται ξεχωριστά οι επιπρόσθετες εργασίες, το ολικό ποσό για την καθεμιά και το ποσοστό εκτελεσθείσας εργασίας το οποίο είναι στο 100% για όλες τις εργασίες. Ούτε και αυτές αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο και επομένως το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Στο σημείο αυτό κρίνεται χρήσιμη η παραπομπή στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, σελ.77-81, όπου αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εργολάβου, στις περιπτώσεις συμβολαίων για τα οποία προβλέπεται σταδιακή πληρωμή ανάλογα με την εκτέλεση των εργασιών, όπως η παρούσα, να λάβει αμοιβή βάσει του συμβολαίου για την αξία των εργασιών τις οποίες εκτέλεσε έναντι του δικαιώματος του εργοδότη για αποζημίωση για τη μη εκτέλεση (ή και κακοτεχνίες). Επομένως, τα ποσά για τα πιο πάνω κεφάλαια τα οποία το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχουν αποδειχθεί και τα δικαιούται η Ενάγουσα τελούν υπό την αίρεση των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου αναφορικά με οποιαδήποτε ποσά ενδεχομένως δικαιούται η Επαρχιακή Διοίκηση για μη εκτελεσθείσες εργασίες και κακοτεχνίες. Η παράλειψη παρουσίασης οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με τα κεφάλαια Δ και Ε ως προς τη φύση, την αξία και τον τρόπο υπολογισμού αυτών των ποσών οδηγεί στην αποτυχία της Ενάγουσας να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό αυτά τα δύο ποσά του εν λόγω λογαριασμού. Αναφορικά με το ποσό υπό το κεφάλαιο ΣΤ, αυτό αναφέρεται στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 11.2.13, η οποία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Επομένως, ο υπολογισμός των 255 ημερών με το ποσό των €1.234 ημερησίως παραμένει παντελώς αυθαίρετος και ατεκμηρίωτος, καθότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί την καθυστέρηση των 255 ημερών. Εδώ θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με την όποια καθυστέρηση εκ μέρους της Ενάγουσας και επομένως, ούτε και αυτό το σκέλος του λογαριασμού έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αναφορικά με το ποσό της επιστροφής κράτησης υπενθυμίζεται ότι η Επαρχιακή Διοίκηση, στην επιστολή της ημερ. 14.1.13, Τεκμήριο 45, δηλώνει ότι έχει αποδεσμεύσει το 50% του ποσού κράτησης. Προφανώς στον τελικό λογαριασμό ζητείται η επιστροφή ολόκληρου του ποσού κράτησης. Το ποσό κράτησης ερμηνεύεται στο άρθρο 1.1(ε)(
- ii)ως «το άθροισμα όλων των ποσών που κρατούνται από τον Εργοδότη σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου 60.2». Το άρθρο 60.3 προνοεί για την πιστοποίηση του μισού του ποσού κράτησης με την έκδοση του πιστοποιητικού παραλαβής για ολόκληρο το έργο και τη δυνατότητα κατακράτησης του ποσού εκείνου από το υπόλοιπο μισό το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία της εργασίας που υπολείπεται να εκτελεστεί σε περίπτωση μη συμπλήρωσης των ελαττωμάτων από τον εργολάβο μέχρι τη λήξη της περιόδου ευθύνης για ελαττώματα. Προφανώς η Επαρχιακή Διοίκηση είναι στα πλαίσια εφαρμογής αυτού του άρθρου που αποδέσμευσε μόνο το μισό του ποσού κράτησης, πλην όμως το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε ολόκληρο το ποσό κράτησης και σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης του Εναγομένου, τότε μόνο θα γίνει ο σχετικός συμψηφισμός. Τέλος, αναφορικά με το πιστοποιητικό πληρωμής υπ' αρ. 14, αυτό εκδόθηκε από τους μελετητές, επομένως το Δικαστήριο δέχεται πως η Ενάγουσα δικαιούται και αυτό το ποσό, αφαιρουμένου του ποσού κράτησης των €29.375 το οποίο αξιώνει και δικαιούται η Ενάγουσα, με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, και θα απασχολήσει στο πλαίσιο εξέτασης της Ανταπαίτησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσό κράτησης το οποίο αναγράφεται στο Τεκμήριο 2, υπό τον αρ. 9, δεν είναι μεν ευανάγνωστο αλλά διακρίνεται ότι αφορά στο εν λόγω ποσό. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι δικαιούται στο συνολικό ποσό των €269.397,28, το οποίο αποτελεί την αμοιβή για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες, το ποσό κράτησης και το ανωτέρω ποσό του διατακτικού πληρωμής υπ' αρ. 14. Αυτό προκύπτει από το άθροισμα των ποσών υπό τα κεφάλαια Α, Β και Γ (€1.043.778,81), αφαιρουμένου του ποσού των πιστοποιηθέντων ποσών προς πληρωμή (€846.600,46), με την προσθήκη του ποσού κράτησης (€29.375) και του ποσού του διατακτικού υπ' αρ. 14 (€42.843,93) στο οποίο έχει αφαιρεθεί το ποσό των €29.375 αλλά το δικαιούται η Ενάγουσα και έχει ήδη προστεθεί. Ταυτόχρονα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρχαν μη εκτελεσθείσες εργασίες και κακοτεχνίες, τις οποίες η Ενάγουσα είχε υποχρέωση, όπως άλλωστε είχε δεσμευτεί προς τούτο, να ολοκληρώσει και επιδιορθώσει, αλλά παρέλειψε να το πράξει. Όπως έχει λεχθεί ανωτέρω, ο όρος 49 του συμβολαίου προνοεί για το δικαίωμα του εργοδότη να προβεί στις εργασίες με δικά του έξοδα τα οποία δικαιούται να ανακτήσει από τον εργολάβο αφαιρώντας τα από τα ποσά που οφείλονται στον εργολάβο. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην υπόθεση A. Panayides Contracting Limited v. M & M. Frangos Engineering & Contracting Ltd