A. MESSIOS & SONS LIMITED ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΩΝΙΔΑ, Αριθμός αγωγής: 364/2022, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 364/2022 (i-justice) Μεταξύ: MESSIOS & SONS LIMITED Εναγόντων και ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΩΝΙΔΑ Εναγόμενου -------------------- Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 10.2.2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.5.2023 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου απαγορεύεται στον Εναγόμενο να εγγράψει οποιαδήποτε επιβάρυνση ή και δικαστική απόφαση ή και ΜΕΜΟ ή και άλλως πως επιβάρυνση δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 29/07/08 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια των συνενωμένων αγωγών αρ. 5770/1997 και 5126/1998 ή και τοιαύτον διάταγμα μέχρι εκδίκασης της έφεσης του Εναγομένου κατά της απόφασης ημερ. 30/12/19 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στο πλαίσιο της γενικής αίτησης αρ. 128/
- Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να ακυρώνονται οι εγγραφές δικαστικής απόφασης - ΜΕΜΟ - ΑΡ. 5/ΕΒ/7309/2018 ημερ. 26/04/18, 5/ΕΒ/1788/2019, 5/ΕΒ1789/2019 ημερ. 27/12/19 και αρ. 5/ΕΒ/212/2020, 5/ΕΒ/213/2020 και 5/ΕΒ/215/2020 ημερ. 28/01/20 ή και οποιαδήποτε άλλη εγγραφή της δικαστικής απόφασης ημερ. 29/07/08 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια των συνενωμένων αγωγών αρ. 5770/1997 και 5126/
- Γ. Γενικές αποζημιώσεις συνεπεία παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας των Εναγόντων ή και άλλως πως. Δ. Οποιανδήποτε άλλην παρεμπίπτουσα δικαίαν και/ή εν γένει άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό τας περιστάσεις. Ε. Νόμιμον τόκον. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Εγγραφής [ ])». Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες αξιώνουν: «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο όπως αποσύρει το ΜΕΜΟ αρ. 5/ΕΒ/212/2020 ημερ. 28/01/20 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και περαιτέρω να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εγγράψει οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος οποιασδήποτε μορφής ή και ΜΕΜΟ - εγγραφή δικαστικής απόφασης βάσει της απόφασης ημερ. 29/07/08 στο πλαίσιο των συνενωμένων αγωγών αρ. 5770/1997 και 5126/1998 του Ε.Δ. Λεμεσού μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή και μέχρι ανατροπής της απόφασης ημερ. 30/12/19 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στο πλαίσιο της γενικής αίτησης αρ. 128/16 από το Εφετείο ή και ως κρίνει το Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4, 5, 9, 14 και 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων, Γιώργου Μέσσιου. Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής διέταξα την επίδοσή της στον εναγόμενο, ο οποίος καταχώρησε σ' αυτή ένσταση. Αποτελείται από 22 λόγους και υποστηρίζεται από δική του ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με το 13ο λόγο ένστασης υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι η αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή σε πολύ προχωρημένο στάδιο, αφού έχουν κλείσει τα δικόγραφα και/ή οι ενάγοντες δεν απέδειξαν το κατεπείγον. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Καταρχάς, έχοντας υπόψη ότι η αίτηση έχει επιδοθεί, δηλαδή, από μονομερής μετατράπηκε σε δια κλήσεως, δεν τίθεται θέμα επείγοντος για οποιοδήποτε λόγο. Απ' εκεί και πέρα δεν είναι ορθό ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο, αφού έχουν κλείσει τα δικόγραφα. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 10/2/2023 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 19/2/2023, δηλαδή, μια βδομάδα αργότερα, με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση από τον εναγόμενο. Έπειτα, ο χρόνος καταχώρησης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, κατά κύριο λόγο συναρτάται με τη φύση του διατάγματος και κυρίως, με την αναγκαιότητα έκδοσής του, υπό το φως βέβαια πάντοτε και των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι σε αντίθεση με τον 4ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Προφανώς, δεν μπορεί να υποβάλλεται ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο πλαίσιο αγωγής η οποία καταχωρήθηκε πρόωρα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τους 18ο και 19ο λόγους ένστασης, ουσιαστικά υποβάλλεται ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Και οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Καταρχάς, με μόνο λόγο ότι στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Έπειτα, από τη στιγμή που ο εναγόμενος εκπροσωπείται από δικηγόρο στη διαδικασία, η οποία καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και από το περιεχόμενό της, είναι φανερό ότι υπάρχει πλήρης αντίληψη της φύσης της αίτησης, θα έλεγα πως, καλό είναι, στο εξής, τέτοιοι λόγοι ένστασης, ακόμη και βάσιμοι να είναι, να μην υποβάλλονται. Με τον 21ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι αιτούμενες θεραπείες στο πλαίσιο της αίτησης είναι ταυτόσημες με αυτές της αγωγής. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι νόμω και ουσία αβάσιμος. Αρχίζοντας από το δεύτερο, να πω απλώς, ότι ενώ με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον εναγόμενο να αποσύρει ένα ΜΕΜΟ από το Κτηματολόγιο και διάταγμα που να του απαγορεύει να καταθέσει οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος και/ή ΜΕΜΟ, με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν περίπου, ό,τι και με την αίτηση και επιπλέον, γενικές αποζημιώσεις συνεπεία παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους. Ωστόσο, ο υπό εξέταση λόγος ένστασης είναι και νόμω αβάσιμος και τούτο αφού και να αποτελούσε γεγονός το πραγματικό του, έχει νομολογηθεί ότι μολονότι είναι ανεπιθύμητο το να χορηγείται υπό μορφή προσωρινού διατάγματος, ό,τι επιζητείται και με την αγωγή, εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν απαγορεύεται. Για το λόγο βλ. τη σχετική απόφαση Avila Management Services Limited κ.ά. ν. Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Στο σύνολό τους οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, θα έλεγα ότι αφορούν στις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της»,(Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022. «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης. Όσα ακολουθούν αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών: Οι μεταξύ τους διαφορές που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης ανάγονται στο παρελθόν. Στο πλαίσιο δυο συνενωμένων αγωγών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και συγκεκριμένα, της αγωγής 5770/1997, την οποία καταχώρησε ο εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση εναντίον των εναγόντων και του διευθυντή τους και της αγωγής 5126/1998, την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση εναντίον του εναγόμενου, στις 29/8/2007 - μετά από ακρόαση και συνεκδίκαση των εν λόγω αγωγών - εκδόθηκε απόφαση (τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση του διευθυντή του εναγόντων) η οποία διαλαμβάνει - μεταξύ άλλων - την καταβολή διάφορων χρηματικών ποσών από τους ενάγοντες και το διευθυντή τους στον εναγόμενο στην παρούσα αγωγή, την έκδοση αριθμού προστακτικών και απαγορευτικών διαταγμάτων, καθώς και αριθμό δεσμευτικών δηλώσεων. Για σκοπούς εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης (στο εξής «επίμαχη απόφαση»), ο εναγόμενος την ενέγραψε στο Κτηματολόγιο, επιβαρύνοντας έτσι ολόκληρη την ακίνητη περιουσία των εναγόντων. Η έφεση που είχαν καταχωρήσει οι ενάγοντες κατά της επίμαχης απόφασης, απορρίφθηκε. Στις 11/11/2010, μεταξύ των διαδίκων στις παραπάνω αγωγές, συνάφθηκε γραπτή συμφωνία (στο εξής «επίδικη σύμβαση») με την οποία, ουσιαστικά ρυθμίζεται ο τρόπος υλοποίησης της επίμαχης απόφασης. Η επίδικη σύμβαση διαλαμβάνει - μεταξύ άλλων - τα ακόλουθα: Όπως αναφέρεται στο προοίμιο, με συμψηφισμό των διαφόρων ποσών μαζί με τους αναλογούντες τόκους που επιδικάζονται στους συμβαλλόμενους με την επίμαχη απόφαση παραμένει υπόλοιπο το οποίο θα πρέπει να καταβληθεί από τους ενάγοντες και το διευθυντή τους στην παρούσα αγωγή, στον εναγόμενο, το οποίο ανέρχεται σε €600.000, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δικηγορικά έξοδα, καθώς και το ποσό των €40.951, πλέον τόκοι που ορίζονται ως κακοτεχνίες στην επίμαχη απόφαση. Ο εναγόμενος, προστίθεται, ενέγραψε την επίμαχη απόφαση ως επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) επί της περιουσίας των εναγόντων (εννοείται στην παρούσα υπόθεση) και προχώρησε σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους και σε αίτηση πτώχευσης εναντίον του διευθυντή τους. Σύμφωνα πάντοτε με το προοίμιο, οι συμβαλλόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ τους, ως προς τον τρόπο εξόφλησης του χρηματικού μέρους της επίμαχης απόφασης και ως προς τον τρόπο διευθέτησης άλλων θεμάτων που την αφορούν. Η ουσία μερικών από τους όρους της επίδικης σύμβασης έγκειται στα εξής: Με τους όρους 1 και 2 συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι νοουμένου ότι οι ενάγοντες και ο διευθυντής τους - στην παρούσα υπόθεση - καταβάλουν στον εναγόμενο κατά τον ορισμένο χρόνο τα διάφορα ποσά που αναφέρονται θα υπάρξει αναστολή κάθε μέτρου εκτέλεσης της επίμαχης απόφασης εναντίον των εναγόντων και απόσυρση της αίτησης πτώχευσης (ως ανωτέρω). Ο όρος 3 διαλαμβάνει ειδικά για τους όρους απόσυρσης της εν λόγω αίτησης πτώχευσης, ενός εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης της ακίνητης περιουσίας του διευθυντή των εναγόντων και τέλος, των ΜΕΜΟ επί της περιουσίας των εναγόντων με εξαίρεση, ένα μόνο ακίνητο. Με τον όρο 4 ρυθμίζεται ο τρόπος καθορισμού και πληρωμής του ποσού που οι ενάγοντες και ο διευθυντής τους θα πρέπει να καταβάλουν στον εναγόμενο σε σχέση με τις κακοτεχνίες. Σύμφωνα με τον όρο 5, με την πληρωμή από τους ενάγοντες και το διευθυντή τους στον εναγόμενο, όλων των παραπάνω ποσών, η επίμαχη απόφαση θα θεωρείται ως πλήρως διευθετηθείσα. Σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της επίδικης σύμβασης από τους ενάγοντες και το διευθυντή τους, η επίμαχη απόφαση θα καθίσταται άμεσα εκτελεστή και ο εναγόμενος θα δικαιούται να λάβει οποιαδήποτε προσφερόμενα μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους, για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, όπως καθορίζεται στην επίμαχη απόφαση. Σύμφωνα με τον όρο 9, με την εξόφληση όλων των χρηματικών οφειλών των εναγόντων και του διευθυντή τους, ο εναγόμενος δεσμεύεται να αποσύρει όλες τις επιβαρύνσεις (ΜΕΜΟ) που διατηρεί επί ακινήτων των εναγόντων, ως και κάθε μέτρο εκτέλεσης εναντίον, τόσο των εναγόντων όσο και του διευθυντή τους. Τέλος, σύμφωνα με τον όρο 12, όλοι οι όροι της επίδικης σύμβασης είναι ουσιώδεις και ο παραβάτης οποιουδήποτε όρου δίνει στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα να ζητήσει από το υπαίτιο μέρος, αποζημιώσεις και/ή να λάβει κάθε ενδεδειγμένο μέτρο. Παρατηρώ τα εξής: Από το συνδυασμό του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης της αγωγής των εναγόντων με αυτό της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση αποτελεί θεμελιακή, θα έλεγα, συνιστώσα της βάση της αγωγής των εναγόντων και η κατ' ισχυρισμό τους, παράβασή της από τον εναγόμενο, μια από της αιτίες της αγωγής τους. Και, με δεδομένο ότι η παράβαση σύμβασης αποτελεί αναγνωρισμένη αιτία αγωγής, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση. Καταρχάς, να πω το εξής: όσα ακολουθούν λαμβάνουν υπόψη και τη νομολογιακή αρχή - στην οποία γίνεται ειδική αναφορά στη γραπτή αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου του εναγόμενου - σύμφωνα με την οποία, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. τις Κύριλλου, Γρηγορίου, ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά. και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., ανωτέρω): Εξηγώ αμέσως για ποιο λόγο θεωρώ αποδεδειγμένη και τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ειδικότερα: Η ύπαρξη και το περιεχόμενο, τόσο της επίμαχης απόφασης όσο και της επίδικης σύμβασης αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι με την επίδικη σύμβαση ρυθμίστηκε συμβατικά μεταξύ των διαδίκων, καθετί το οποίο διαλαμβάνει η επίμαχη απόφαση, μεταξύ άλλων και το θέμα της εκτέλεσής της. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της επίδικης σύμβασης «Οι Συμβαλλόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία μεταξύ των ως προς τον τρόπο εξόφλησης του χρηματικού μέρους της Απόφασης και ως προς τον τρόπο διευθέτησης άλλων θεμάτων που αφορούν την Απόφαση.». Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι στο βαθμό που οποιοσδήποτε των διαδίκων στις δυο αγωγές που οδήγησαν στην έκδοση της επίμαχης απόφασης θεωρεί ότι δικαιούται στη λήψη μέτρων εκτέλεσής της, για να νομιμοποιείται να το κάνει, προηγουμένως, θα πρέπει να κριθεί ότι έχει τέτοιο δικαίωμα, δυνάμει της επίδικης σύμβασης. Από τη στιγμή της σύναψής της και μετά, τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων απορρέουν από την επίμαχη απόφαση, με δική τους πρωτοβουλία μετατράπηκαν σε συμβατικά. Με αυτό δεδομένο, στην προκειμένη περίπτωση, που ο εναγόμενος θεωρεί ότι δεν έχουν εξοφληθεί πλήρως τα διάφορα χρηματικά ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ του με την επίμαχη απόφαση, για να δικαιούται να τα αξιώσει, θα πρέπει πρώτα να καταχωρήσει αγωγή και με βάση την επίδικη σύμβαση, να προωθήσει τη θέση ότι δικαιούται να αξιώνει ό,τι διαλαμβάνει προς όφελός του η επίμαχη απόφαση και μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της εν λόγω αγωγής, θα έχει δικαίωμα να προβεί στη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση, με την επίμαχη απόφαση, στην ουσία, για σκοπούς εκδίκασης της εν λόγω αγωγής, να αποτελεί πλέον, απλώς ένα στοιχείο μαρτυρίας. Για να το πω και διαφορετικά, αφ' ης στιγμής οι διάδικοι, οικεία βουλήσει μετέτρεψαν μια δικαστική απόφαση, σε σύμβαση, δηλαδή, από αντίδικοι στο πλαίσιο δυο αγωγών έγιναν αντισυμβαλλόμενοι σε μια σύμβαση, μου φαίνεται πως δεν μπορούν πλέον να επικαλούνται τη δικαστική απόφαση και να λαμβάνουν μέτρα εκτέλεσής της, ως εάν να μην υπάρχει η επίδικη σύμβαση. Στην περίπτωσή τους, θα έλεγα ότι ισχύει το κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα. Το οποίο, θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι μια σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο επιβάλλεται να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και άρα μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε αντικρουστικής απόδειξης (βλ. το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη
(2014)σελ. 936, 937»). Πολύ περισσότερο, που στην προκειμένη περίπτωση - για να επαναλάβω - η επίδικη σύμβαση και το περιεχόμενό της, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Των παραπάνω λεχθέντων και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων διαγράφεται και η ορατότητα επιτυχίας της αγωγής. Και η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχει αποδειχθεί. Σ' αυτό συνηγορούν οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - ισχυρισμοί του διευθυντή των εναγόντων: Η παραμονή του επίμαχου ΜΕΜΟ καθιστά όμηρο στυγνού εκβιασμού την ενάγουσα εταιρεία του, εφόσον ο εναγόμενος συνεχίζει επί έτη να μην του επιτρέπει να εκμεταλλευτεί την περιουσία των εναγόντων. Άμεση συνέπεια των πιο πάνω είναι να επίκειται η πλήρης καταστροφή των εναγόντων. Συγκεκριμένα, εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης εναντίον τους, η οποία καταχωρήθηκε στη βάση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους στο πλαίσιο αγωγής. Εφεσίβαλαν την εν λόγω απόφαση και καταχώρησαν και αίτηση αναστολής εκτέλεσής της. Το Δικαστήριο, πολύ πρόσφατα, με απόφασή του, ημερομηνίας 30/1/2023 ενέκρινε το αίτημα αναστολής με τον όρο ότι μέχρι τις 28/2/2023, θα καταθέσουν στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση υπέρ της ενάγουσας, ως ασφάλεια για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η τραπεζική εγγύηση θα πρέπει να είναι για το ποσό της απόφασης, πλέον τόκοι, από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την ημερομηνία αποπεράτωσης της έφεσης. Η απόφαση είναι για το ποσό των €172.000, πλέον τόκοι και έξοδα, σύνολο €250.000. Οι ενάγοντες αδυνατούν να καταθέσουν την παραπάνω εγγύηση, χωρίς εξασφάλιση, δηλαδή, ακίνητη περιουσία. Καμιά τράπεζα δε θα του παραχωρήσει τραπεζική εγγύηση με εξασφάλιση τα ακίνητά του, εάν υπάρχει και προηγείται αυτών το επίμαχο ΜΕΜΟ. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του εναγόμενου που περιέχονται στην παράγραφο 64 της ένορκης δήλωσής του, κατά τη γνώμη μου δεν αναιρούν τη διαπίστωσή μου ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων στη συνέχεια, η πιθανότητα αυτοί να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι πολύ ισχυρή: Η προθεσμία που δόθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης εκκαθάρισης για κατάθεση της τραπεζικής εγγύησης έχει εκπνεύσει και ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Το γεγονός ότι έχει εκπνεύσει η συγκεκριμένη προθεσμία, δεν οδηγεί άνευ άλλου σε συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες έχουν τεθεί σε εκκαθάριση. Και πολύ περισσότερο δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια αυτό καθιστά την υπό κρίση αίτηση, άνευ αντικειμένου, έχοντας υπόψη και τι ζητούν με αυτή οι ενάγοντες. Σύμφωνα πάντοτε με τον εναγόμενο, οι ενάγοντες στην παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρουν ότι είναι μια εύρωστη εταιρεία. Επομένως μπορούν να εξασφαλίσουν το ποσό που απαιτείται για την κατάθεση της τραπεζικής εγγύησης. Δεν είναι αυτό ακριβώς που ισχυρίζεται ο διευθυντής των εναγόντων στην παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσής του, αλλά τα εξής: άμεσα, με την απάλειψη του επίμαχου ΜΕΜΟ θα ξοφλήσει τα όποια ποσά οφείλει, δυνάμει άλλων ΜΕΜΟ που έχει καταχωρήσει ο εναγόμενος, λόγω διαφόρων εξόδων από ενδιάμεσες διαδικασίες. Περαιτέρω, η εταιρεία θα συνεχίσει να λειτουργεί, δε θα διαλυθεί πλήρως δηλαδή και θα παραμείνει μια εύρωστη επιχείρηση, η οποία, αν και εφόσον κριθεί ότι όντως οφείλει στον εναγόμενο το όποιο ποσό, ως ισχυρίζεται, θα είναι σε πλήρη θέση να τον ξοφλήσει. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς του διευθυντή των εναγόντων είναι σαφές, ότι η θέση τους ότι θα παραμείνουν μια εύρωστη επιχείρηση, προϋποθέτει την απάλειψη του επίμαχου ΜΕΜΟ και την εξόφληση άλλων ΜΕΜΟ που έχει εγγράψει ο εναγόμενος επί της ακίνητης περιουσίας τους. Στο ίδιο πλαίσιο, ο εναγόμενος αναφέρει και τα εξής: οι ενάγοντες μπορούν να εξασφαλίσουν κεφάλαια από συνδεδεμένες με αυτούς, εταιρείες, οι οποίες είναι εύρωστες, όπως είναι η εταιρεία (αναφέρεται το όνομα συγκεκριμένης εταιρείας) η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης, πώληση και ενοικίαση πολυτελών και άλλων επαύλεων και διαμερισμάτων. Η εν λόγω εταιρεία, καθώς και η εταιρεία των εναγόντων είναι συμφερόντων του διευθυντή των εναγόντων. Κάθε εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα. Με αυτό δεδομένο, η διασύνδεση των δυο εταιρειών από τον εναγόμενο για το λόγο που προβαίνει σε αυτή τη διασύνδεση, δεν έχει θέση. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί αυτό. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149.» Όπως υποδεικνύεται συναφώς με τα παραπάνω στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω) το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του ΄status quo ante bellum'. Δηλαδή, της κατάστασης πραγμάτων που υπήρχε αμέσως πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Βλέπε και την υπόθεση ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018. Στο παραπάνω ερώτημα απαντώ καταφατικά. Η ζημιά που ενδέχεται να υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Απ' εκεί και πέρα, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους είναι τόσο ισχυρή, που θα ήταν άδικη η διατήρηση του επίμαχου ΜΕΜΟ και της δυνατότητας του εναγόμενου να συνεχίζει να επιβαρύνει την ακίνητη περιουσία τους με την εγγραφή της επίμαχης απόφασης, ιδιαίτερα, έχοντας υπόψη τη θέση του ότι έχει τέτοιο δικαίωμα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος Α της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο