Αγαθοκλή Γερμανού ν. Φρόσως Γερμανού Λουκά κ.α., Aρ. Αγωγής: 2682/2019, 15/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2682/2019 Μεταξύ: Αγαθοκλή Γερμανού Ενάγοντα και Φρόσως Γερμανού Λουκά
- Ανδρέα Γερμανού
- Ελένης Γερμανού Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 10.2.2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.5.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 μέχρι 3 - αιτητές: κα Α. Χατζηχαραλάμπους, για ΜΑΡΚΙΔΗ, ΜΑΡΚΙΔΗ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Αδάμου, για ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι οι διάδικοι είναι αδέλφια, έχουν άλλα δυο αδέλφια και ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης συγκριμένου ακινήτου στη Λεμεσό (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Απ' εκεί και πέρα σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, αυτός, κατά ή περί τις 17/5/2007 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς σε κάθε ένα από τα 5 αδέλφια του από 1/5 μερίδιο του επίδικου ακινήτου, ενώ κατά ή περί τις 29/8/2007 μεταβίβασε στην εναγόμενη 1 - επίσης δυνάμει δωρεάς - και το εναπομείναν 1/6 μερίδιό του. Το καλοκαίρι του 2015 ζήτησε από τα αδέλφια του να του επαναμεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο, δια δωρεάς, καθότι σκόπευε να το εκμεταλλευτεί επιχειρηματικά με τη δημιουργία σ' αυτό, φάρμας. Επειδή κάποια από τα αδέλφια του πίστευαν ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο ζητούσε την επανεγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομά του ήταν για να το πουλήσει συμφωνήθηκε μεταξύ τους η ετοιμασία επανεκτίμησης της αγοραίας αξίας του και αφού έγινε συμφωνήθηκε περαιτέρω μεταξύ τους, όπως ο ενάγοντας παραδώσει στα 5 αδέλφια του μια επιταγή για το ποσό της αξίας του μεριδίου που αναλογούσε στο καθένα επί του επίδικου ακινήτου, την οποία θα κρατούσαν ως εγγύηση ότι αυτός δε θα προχωρούσε σε πώληση του επίδικου ακινήτου. Στη βάση των παραπάνω συμφωνηθέντων παρέδωσε σε κάθε ένα από τα αδέλφια του από μια επιταγή, για το ποσό και με λοιπά στοιχεία τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης. Ακολούθως, τα αδέλφια του και συγκεκριμένα, κατά ή περί τις 16/11/2015 μεταβίβασαν τα μερίδιά τους επί του επίδικου ακινήτου, δια δωρεάς, επ' ονόματί του. Ωστόσο, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας προχώρησαν σε κατάθεση σε λογαριασμούς τους και/ή σε εξαργύρωση των εν λόγω επιταγών, παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν προχώρησε σε πώληση του επίδικου ακινήτου. Εν τέλει, ούτε και στη δημιουργία φάρμας σ' αυτό προχώρησε. Μολονότι αξίωσε επανειλημμένα από τα αδέλφια του την επιστροφή των ποσών που τους είχε καταβάλει (ως ανωτέρω) τα δυο ανταποκρίθηκαν, όχι όμως οι τρεις εναγόμενοι. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών του ενάγοντα, οι εναγόμενοι, δικογραφικά κι' αυτοί, ισχυρίζονται - για ό,τι μας ενδιαφέρει - τα εξής: Ο πατέρας τους επένδυε και/ή αγόραζε και/ή κατείχε μεγάλο αριθμό ακινήτων τα οποία μεταβίβαζε και/ή δώριζε κατά καιρούς στα 6 τέκνα του και/ή σε κάποιο και/ή κάποια από αυτά, ωστόσο, πάντοτε, με την κατοχή πληρεξουσίου για να μπορεί να διαχειρίζεται τα εν λόγω ακίνητα, κατά βούληση. Ως εκ τούτου, πολλά από τα περιουσιακά του στοιχεία δεν ήταν γνωστά στα υπόλοιπα τέκνα του. Το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από αυτόν στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής κατά ή περί το 1980 και γράφτηκε επ' ονόματι του ενάγοντα. Κατά ή περί το 2007, όλα τα αδέλφια αποφάσισαν και αποδέχθηκαν όπως το επίδικο ακίνητο μεταβιβαστεί κατά τα 5/6 μερίδια στα 5 αδέλφια και ο ενάγοντας διατήρησε το 1/
- Αυτός δε, συμφώνησε στις εν λόγω μεταβιβάσεις, διότι σε αντάλλαγμα έλαβε μερίδιο σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία την οποία επιθυμούσε να αξιοποιήσει και/ή χρησιμοποιήσει για επένδυση, την οποία πούλησε. Στη συνέχεια μεταβίβασε στην εναγόμενη 1 το εναπομείναν επ' ονόματι του 1/6 μερίδιο του επίδικου ακινήτου, καθιστώντας την ιδιοκτήτρια, με μερίδιο 2/
- Αυτό έγινε κατόπιν επιθυμίας του και/ή επειδή συμφωνήθηκε μεταξύ τους, όπως με αντάλλαγμα την εν λόγω μεταβίβαση, η εναγόμενη 1 παραχωρήσει και/ή εγγράψει επ' ονόματί του τις μετοχές που κατείχε και/ή δικαιούτο να εγγράψει στο όνομά της στο κεφάλαιο της εταιρείας Μακρόνας Λτδ (ΗΕ4325). Ο λόγος που ο ενάγοντας ζήτησε από τα αδέλφια του την επαναμεταβίβαση στο όνομά του επίδικου ακινήτου - του οποίου η αξία είχε αυξηθεί σημαντικά - ήταν για να το πουλήσει. Αρνούνται την κατ' ισχυρισμό του συμφωνία για καταβολή των ποσών που τους κατέβαλε με τις επιταγές, τις οποίες ισχυρίζονται ότι πήραν, ως αντάλλαγμα της επαναμεταβίβασης επ' ονόματί του των μεριδίων τους επί του επίδικου ακινήτου και/ή προς μερική ικανοποίηση άλλων απαιτήσεών τους από την πώληση άλλης οικογενειακής περιουσίας που αυτός κατείχε και πούλησε. Ο ενάγοντας καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία - και πάλιν, για ό,τι μας ενδιαφέρει - αρνείται ως ανυπόστατο τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 1 παραχώρησε και/ή μεταβίβασε και/ή συμφώνησε να του μεταβιβάσει μετοχές της πιο πάνω εταιρείας - που είναι κτηματική - με ακίνητη περιουσία μόνο στην επαρχία Κερύνεια. Οι εναγόμενοι, στις 10/2/2023 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν τροποποίηση της υπεράσπισής τους με αντικατάσταση της φράσης - στην παράγραφο 2(β) - «Μακρόνας Λτδ (ΗΕ4325)» με τη φράση «"Parnitha" Development Ltd (HE12545)». Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - στη Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης
- Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 4 λόγους και υποστηρίζεται από δική του ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η εναγόμενη 1, στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κατά την προετοιμασία της ακρόασης της αγωγής και συζήτησης της υπόθεσης με τη δικηγόρο της, έγινε αντιληπτό ότι στην παράγραφο 2(β) της υπεράσπισης, εκ παραδρομής γίνεται αναφορά στην εταιρεία Μακρόνας Λτδ (ΗΕ4325 αντί στην εταιρεία "Parnitha" Development Ltd (HE12545). Αυτό το καλόπιστο λάθος προέκυψε από δική της σύγχυση κατά την επεξήγηση των επίδικων γεγονότων στη δικηγόρο της, λόγω του ότι ο πατέρας της κατείχε μετοχές στο κεφάλαιο και συμμετείχε στη διοίκηση της Μακρόνας Λτδ. Από το περιεχόμενο του τεκμ. 2 - που επισυνάπτει - προκύπτει ότι στις 20/6/2007 κατείχε 1000 μετοχές στο κεφάλαιο της "Parnitha" Development Ltd, οι οποίες, στις 28/8/2007 μεταβιβάστηκαν στον ενάγοντα, γεγονός που συνάδει με όσα δικογραφούνται στην παράγραφο 2(β) της υπεράσπισης, πλην της λανθασμένης αναφοράς στην εταιρεία Μακρόνας Λτδ. Ο ενάγοντας, με τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους ένστασης υποβάλλει τα εξής: Οι εναγόμενοι δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της νέας Δ.25 Θ.1
(3)έτσι ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, υπέρ της αιτούμενης τροποποίησης. Από το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της αίτησης, ένορκης δήλωσης, δε διαπιστώνεται η ύπαρξη καλόπιστου σφάλματος κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης. Τα πραγματικά γεγονότα φανερώνουν κακοπιστία των εναγόμενων, καθότι αυτό που επιχειρείται είναι η αλλαγή της γραμμής υπεράσπισής τους, εκτροχιάζοντας με αυτό τον τρόπο την πορεία της υπόθεσης και προκαλώντας αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκασή της, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματά του. Η ισχύουσα Δ.25 Θ.1.
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι διέπει την υπό κρίση αίτηση - έχοντας υπόψη ότι καταχωρήθηκε μετά την έκδοση κλήσης οδηγιών εκ μέρους του ενάγοντα -) ακολουθεί αυτούσια: «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Από το περιεχόμενο του παραπάνω θεσμού, ως θέμα ερμηνείας προκύπτουν τα εξής: μετά την έκδοση της διαλαμβανόμενης στη Δ.30, κλήσης για οδηγίες, ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται καμιά τροποποίηση στη δικογραφία. Στον εν λόγω κανόνα υπάρχουν μόνο δυο εξαιρέσεις. Η πρώτη αφορά στο εκ παραδρομής, καλόπιστο λάθος, κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και η δεύτερη, τις περιπτώσεις όπου έχουν προκύψει - προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου - νέα δεδομένα, τα οποία δεν υπήρχαν κατά τη λήψη οδηγιών - για ό,τι μας ενδιαφέρει - για καταχώρηση της υπεράσπισης και/ή της ανταπαίτησης. Δεδομένης της θέσης των εναγόμενων ότι η υπό κρίση αίτηση, θα πρέπει να επιτραπεί, καθότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της πρώτης από τις παραπάνω εξαιρέσεις, ως θέμα ερμηνείας και πάλι, προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας τού Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ Έκδοση
(2002)«παραδρομή» είναι η έλλειψη προσοχής, η απροσεξία. Συνώνυμη της λέξης είναι η αβλεψία. Σύμφωνα δε με το Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας τού Α. Γεωργοπαπαδάκου «παραδρομή» είναι το λάθος από αβλεψία, απροσεξία. Σύμφωνα και πάλι με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη «εκ παραδρομής» σημαίνει από απροσεξία. Έχοντας υπόψη την ερμηνεία της παραπάνω λέξης και φράσης, αντίστοιχα, η φράση «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» κατά τη γνώμη μου, έχει την έννοια της συμπερίληψης ή της μη συμπερίληψης στη δικογραφία, κατά τη σύνταξή της, κάποιου ισχυρισμού γεγονότος και/ή νομικού ισχυρισμού, ο οποίος συμπεριλήφθηκε ή αναλόγως, δεν συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία, είτε από έλλειψη προσοχής είτε από απροσεξία είτε από καλόπιστο λάθος, λόγω αβλεψίας, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, κατ' εξαίρεση, ακόμη και μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών, επιτρέπεται η τροποποίηση της δικογραφίας, για διαγραφή ή αναλόγως, προσθήκη σ' αυτή των εν λόγω ισχυρισμών, είτε ακόμη και τα δυο. Αυτονόητο πως, στην περίπτωση που η αίτηση τροποποίησης αποβλέπει σε προσθήκη τέτοιων ισχυρισμών, αυτό έχει την έννοια ισχυρισμών, υπαρκτών και γνωστών στο συντάκτη του δικογράφου κατά τη σύνταξή του, οι οποίοι δεν συμπεριλήφθηκαν σ' αυτό, είτε λόγω έλλειψης προσοχής είτε λόγω απροσεξίας είτε εκ λάθους και δη καλόπιστου, λόγω αβλεψίας. Και οι τρεις πιο πάνω λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό: Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών (ανωτέρω) τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης είναι τα εξής: πρώτο, η μεταβίβαση των 5/6 μεριδίων του ενάγοντα επί του επίδικου ακινήτου στα αδέλφια του αποτελούσε απλώς δωρεά, όπως είναι η θέση του ή έγινε, επειδή ο ίδιος πήρε σε αντάλλαγμα μερίδιο σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία που επιθυμούσε να αξιοποιήσει και/ή χρησιμοποιήσει για επένδυση, την οποία πούλησε, όπως είναι η θέση των εναγόμενων; Ειδικά για το εναπομείναν 1/6 μερίδιό του που μεταβίβασε στην εναγόμενη 1 στη συνέχεια, ευσταθεί η θέση των εναγόμενων ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε μετά από επιθυμία του και/ή επειδή συμφωνήθηκε μεταξύ των δυο ότι σε αντάλλαγμα, η εναγόμενη 1 θα του παραχωρούσε τις μετοχές που κατείχε και/ή δικαιούτο να εγγράψει επ' ονόματί της στο κεφάλαιο της εταιρείας Μακρόνας Λτδ; Και δεύτερο, ποιος ο λόγος για τον οποίο ο ενάγοντας είχε δώσει τις επιταγές στα αδέλφια του; Ως εγγύηση για το λόγο που ισχυρίζεται ο ίδιος ή ως αντάλλαγμα για την επαναμεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ενόματί του, όπως είναι η θέση των εναγόμενων; Το γεγονός ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι επιδιώκουν την αντικατάσταση του ονόματος της εταιρείας, στην οποία, όπως είναι η θέση τους, θα παραχωρούσε η εναγόμενη 1 τις μετοχές που κατείχε σ' αυτή στον ενάγοντα σε αντάλλαγμα της μεταβίβασης του εναπομείναντος 1/6 μεριδίου του επί του επίδικου ακινήτου στο όνομά της, με το όνομα κάποιας άλλης εταιρείας, δε συμφωνώ με τον ενάγοντα ότι φανερώνει κακοπιστία εκ μέρους των εναγόμενων, είτε ακόμη, ότι με το υπό κρίση αίτημά τους, αυτό που επιχειρείται είναι η αλλαγή της γραμμής της υπεράσπισής τους. Ο πυρήνας της υπεράσπισής τους έγκειται στη θεμελιακή θέση τους, ως προς το λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας μεταβίβασε στην εναγόμενη 1 το εναπομείναν 1/6 μερίδιό του επί του επίδικου ακινήτου, που ήταν η κατ' ισχυρισμό των εναγόμενων συμφωνία μεταξύ των δυο, ότι σε αντάλλαγμα της εν λόγω μεταβίβασης, η εναγόμενη 1 θα παραχωρούσε στον ενάγοντα τις μετοχές που κατείχε σε κάποια εταιρεία και όχι το όνομα της εν λόγω εταιρείας. Κατά τη γνώμη μου, το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι τόσο επουσιώδους σημασίας σε βαθμό που, ενδεχομένως και να μη χρειαζόταν να δικογραφηθεί. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι δικογραφούν το ουσιαστικό γεγονός, που είναι ο λόγος για τον οποίο έγινε η μεταβίβαση του εναπομείναντος μέρους του επίδικου ακινήτου στο όνομα της εναγόμενης 1 από τον ενάγοντα, αποτελεί πλέον θέμα μαρτυρίας το όνομα της εταιρείας στην οποία αυτή κατείχε τις μετοχές - ή είχε δικαίωμα εγγραφής σ' αυτές - τις οποίες θα ενέγραφε επ' ονόματι του ενάγοντα, ως αντάλλαγμα για την εν λόγω μεταβίβαση. Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.4 κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτησή του ή την υπεράσπισή του. Κανένα από τα γεγονότα που επικαλείται ο ενάγοντας στην υποστηρικτική της ένστασης, ένορκη δήλωσή του, στοιχειοθετεί τη θέση του ότι από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 1 που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, δε διαπιστώνεται η ύπαρξη καλόπιστου σφάλματος κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης και πολύ περισσότερο, τη θέση του, ότι τα πραγματικά γεγονότα φανερώνουν κακοπιστία των εναγόμενων. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι, δεδομένης της φύσης της υπό κρίση αίτησης, μερικά από τα κατ' ισχυρισμό του πραγματικά γεγονότα που παραθέτει για σκοπούς στοιχειοθέτησης των υπό εξέταση λόγων ένστασης αφορούν στην ουσία της διαφοράς, οπότε δεν επιτρέπεται η εξαγωγή εκ μέρους μου συμπερασμάτων συναφώς με αυτά. Αυτό είναι κάτι που θα με απασχολήσει κατά την ακρόαση της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, ότι η αναφορά στην υφιστάμενη υπεράσπιση στην εταιρεία Μακρόνας Λτδ αντί στην εταιρεία "Parnitha" Development Ltd αποτελεί εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και οφείλεται σε σύγχυση της εναγόμενης 1 κατά το χρόνο και για το λόγο που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της αποδεικνύεται και από τη σχέση της με τις δυο αυτές εταιρείες στον ουσιώδη χρόνο καθώς και από τη σχέση του πατέρα της με την πρώτη εταιρεία, κατά τον ίδιο χρόνο. Υπεισέρχομαι τώρα και στο χρόνο που επέλεξαν οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν την αίτηση και στο σχετικό με αυτό, 1ο λόγο ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιολογούν επαρκώς και/ή καθοιονδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/11/2019 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 7/12/2020 με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση από τον ενάγοντα. Ο τελευταίος, στις 17/12/2020 εξέδωσε κλήση οδηγιών η οποία ορίστηκε για εξέταση, στις 12/5/2021. Η υπόθεση, στις 22/2/2022 ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση, στις 14/10/2022. Στις 12/10/2022, δηλαδή, δυο μέρες προηγουμένως, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στο Δικαστήριο ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο αναφέρονται - μεταξύ άλλων - τα εξής: «Ενόψει του ότι η πιο πάνω αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2019 και δεν υπήρξε οποιαδήποτε ειδοποίηση για έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, παρακαλούμε όπως δοθεί από το σεβαστό Δικαστήριο νέα ημερομηνία ακρόασης.» Η δικηγόρος των εναγόμενων - στην οποία είχε κοινοποιηθεί το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα των συναδέλφων της - απέστειλε κι' αυτή στο Δικαστήριο ανάλογο μήνυμα με το οποίο δήλωνε ότι συμφωνεί με αυτό των συναδέλφων της. Περαιτέρω ενημέρωνε το Δικαστήριο ότι εξέταζαν το ενδεχόμενο καταχώρησης αίτησης τροποποίησης της υπεράσπισης, προς διόρθωση καλόπιστου λάθους στη σύνταξή της. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης, στις 14/10/2022 - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν μέχρι τότε - ανάβαλε την υπόθεση και την όρισε εκ νέου για ακρόαση, στις 10/5/2023. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 10/2/2923. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»» Σύμφωνα με την Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω)).» Καθόλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825 : «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, η υπόθεση είναι παλαιά, όχι όμως από τις πλέον παλαιές και η ακρόασή της δεν έχει ακόμη αρχίσει. Προτού καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση, είχε οριστεί μόνο μια φορά για ακρόαση και αναβλήθηκε από το συνάδελφο που της είχε επιληφθεί την ημέρα που ήταν ορισμένη για ακρόαση - όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό - λόγω έλλειψης χρόνου, καθώς αυτής προηγούνταν αρχαιότερες υποθέσεις των ετών 2013 -
- Προφανώς λήφθηκε υπόψη και το ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων του ενάγοντα, ημερομηνίας 12/10/2022 (ανωτέρω). Είναι γεγονός, ότι εάν οι εναγόμενοι επεδείκνυαν περισσότερη επιμέλεια, ενδεχομένως θα μπορούσαν να είχαν εντοπίσει νωρίτερα το λάθος στην υπεράσπισή τους που δημιούργησε την ανάγκη καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Όμως, όση αμέλεια και να επέδειξαν και όσο μεγάλη και να ήταν η καθυστέρηση, ως προς το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την αίτηση - που δε θεωρώ πως ήταν ιδιαίτερα σημαντική - εκείνο που σίγουρα δεν προκύπτει από πουθενά είναι ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί αδικία στον ενάγοντα που δε θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Απ' εκεί και πέρα, δεν τίθεται καθόλου θέμα κακοπιστίας εκ μέρους των εναγόμενων. Απεναντίας, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και έκταση της αιτούμενης τροποποίησης καθώς και το λόγο που την επιδιώκουν οι εναγόμενοι, η θέση τους, ότι η ανάγκη για τροποποίηση οφείλεται σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της υπεράσπισης, στοιχειοθετείται πλήρως. Ακολουθεί ότι και αυτός ο λόγος ένστασης - όπως και οι άλλοι τρεις με τους οποίους εν μέρει συναρτάται - είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεών και συμπερασμάτων μου και συνυπολογίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα που διέπει το θέμα, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, είμαι διατεθειμένος να δεχθώ την αίτηση, η οποία επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος
- της αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Τυχόν απάντηση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 15 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 μέχρι 3 και σε βάρος του ενάγοντα. Τα έξοδα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης - κι' αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο - επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγόμενων. Στο σύνολό τους τα έξοδα, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο