← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΝΑΤΑΛΙΓΙΑ ΠANTEΛIΔOY κ.α., Αρ. Αγωγής: 614/15, 28/4/2023

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΝΑΤΑΛΙΓΙΑ ΠANTEΛIΔOY κ.α., Αρ. Αγωγής: 614/15, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 614/15 MΕΤΑΞΥ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, ΑΠΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑ Ενάγουσα ν.

  1. ΝΑΤΑΛΙΓΙΑ ΠANTEΛIΔOY
  2. ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΠANTEΛIΔHΣ
  3. ZENITHER HOLDINGS LIMITED
  4. V.Κ.0 QUALITY DEVELOPMENTS LIMITED
  5. MELNIMAR CONSTRUCTION LIMITED Εναγόμενοι -------------------- Ημερομηνία: 28.04.2023 Για Ενάγουσα: κ. Χ. Γαλανός με κα Αλεξάνδρου Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κα Χ. Αντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παραχώρηση δανείου από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 και οι σχετικές εξασφαλίσεις που δόθηκαν, αποτέλεσαν την αιτία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα, κατόπιν παράκλησης της Εναγόμενης 1, παραχώρησε στην τελευταία στις 02.04.08 πιστωτική διευκόλυνση με τη μορφή δανείου για το ποσό των €264.
  6. Το δάνειο θα χρεωνόταν με τόκο, ο οποίος κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ανερχόταν σε 7,9%. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, σε αντάλλαγμα της προαναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €264.000 πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και/ή άλλα έξοδα. Επιπροσθέτως, η Εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων ημερ.02.04.08 εκχώρησε προς την Ενάγουσα τα δικαιώματα της σε σχέση με τα αγοραπωλητήρια έγγραφα των διαμερισμάτων Α11 και Α
  7. Οι συμφωνίες εκχώρησης υπογράφηκαν και από τους Εναγόμενους 3, 4 και 5 υπό την ιδιότητα τους ως πωλητών των εν λόγω διαμερισμάτων. Η Εναγόμενη 1 δεν ήταν συνεπής στην αποπληρωμή του δανείου, με αποτέλεσμα να υπάρξει καθυστέρηση στην καταβολή των οφειλόμενων δόσεων. Ως εκ των ανωτέρω, η Ενάγουσα, με επιστολές της ημερ.26.11.14, τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και αξίωσε πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, η Ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε τη θέση ισχύος της έναντι των Εναγομένων και επέβαλε όρους απαράδεκτους και παράνομους. Περαιτέρω, επιβλήθηκαν στον επίδικο λογαριασμό παράνομες χρεώσεις. Αποτελεί θέση των Εναγομένων, ότι, λόγω των παράνομων χρεώσεων, το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επιπροσθέτως, αρνούνται τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου. Η Ενάγουσα, στο δικόγραφο της Απάντησης, αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση και επαναλαμβάνει τις θέσεις που προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Καταχωρήθηκε σχετική αίτηση για απόφαση εναντίον τους, η οποία προωθήθηκε παράλληλα με την ακρόαση σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 -
  8. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, ότι η Ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός και διαθέτει άδεια ασκήσεως τραπεζικών εργασιών. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσω των αγορεύσεων. Οι τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους. Ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.

(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Εργάζεται στην Ενάγουσα και στα καθήκοντα του ανήκει, μεταξύ άλλων, η ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Επίσης, λόγω των καθηκόντων του, έχει πρόσβαση στον φάκελο ασφαλείας της παρούσας υπόθεσης. Μελέτησε τον εν λόγω φάκελο και έλαβε γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε επιστολή της Ενάγουσας ημερ.02.04.08 (Τεκμήριο 1) στην οποία αναφέρονται οι όροι και λεπτομέρειες της συμφωνίας δανείου. Επίσης, στις 02.04.08 υπέγραψε δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι είχε λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή σε σχέση με τα έγγραφα που απαιτείτο να υπογράψει για την παραχώρηση του δανείου (Τεκμήριο 2). Η συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 3) υπογράφηκε από την Εναγόμενη 1 στις 02.04.08 και το δάνειο εκ ποσού €264.000 εκταμιεύθηκε την ίδια ημερομηνία. Για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός δανείου. Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 180 μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €2.500 έκαστη δόση, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31.05.
  1. Περαιτέρω, θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελούνταν από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας, προσαυξημένο κατά 3,9% ως περιθώριο. Κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 3, το επιτόκιο ανερχόταν σε 7,9%, ήτοι βασικό επιτόκιο προς 4% πλέον περιθώριο προς 3,9%. Το επιτόκιο θα κεφαλαιοποιούνταν δύο φορές ετησίως, δηλαδή στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους. Σε αντάλλαγμα της παροχής του επίδικου δανείου στην Εναγόμενη 1, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν ξεχωριστές συμφωνίες εγγύησης στις 02.04.08 (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα) δυνάμει των οποίων εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού €264.000 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Η δε Εναγόμενη 3 έλαβε την απόφαση για να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της ημερ.02.04.08 (Τεκμήριο 6). Η Εναγόμενη 1 με συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων ημερ.02.04.08 (Τεκμήρια 7 και 10) εκχώρησε στην Ενάγουσα όλα τα δικαιώματά της από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα ημερ.13.03.08 σε σχέση με τα διαμερίσματα με αρ.Α11 και Α03 (Τεκμήρια 8 και 11 αντίστοιχα) τα οποία υπέγραψε ως αγοράστρια και οι Εναγόμενοι 3 - 5 ως πωλητές. Στις 03.11.14, το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €13.
  2. Η Ενάγουσα με συστημένη επιστολή της προς την Εναγόμενη 1 ιδίας ημερομηνίας, η οποία κοινοποιήθηκε και στους Εναγόμενους 2 και 3 (δέσμη Τεκμηρίου 13), πληροφόρησε τους Εναγόμενους για το ποσό της καθυστέρησης και τους κάλεσε όπως εντός 21 ημερών το εξοφλήσουν. Δεν υπήρξε συμμόρφωση εκ μέρους των Εναγομένων 1 - 3, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα με επιστολές της ημερ.26.11.14 (δέσμη Τεκμηρίου 15) να τερματίσει τη συμφωνία δανείου απαιτώντας πλήρη εξόφληση. Ταυτόχρονα με τη δέσμη Τεκμηρίου 15 πληροφόρησε τους Εναγόμενους 1 - 3, ότι το συνολικό επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνεται ο λογαριασμός ανέρχεται σε 12%. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του ετοίμασε και υπέγραψε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9 στο οποίο επισυνάπτονται οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 16). Η Ενάγουσα διατηρεί τραπεζικό βιβλίο στο οποίο περιλαμβάνονται όλες οι καταχωρήσεις του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  3. Για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης (Τεκμήριο 17) αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα που δεν προνοούνται στο Τεκμήριο 3 και εφάρμοσε το εκάστοτε ισχύον συνολικό επιτόκιο της Ενάγουσας για την κάθε συγκεκριμένη περίοδο. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, πρόσθεσε στο επιτόκιο και τόκο υπερημερίας προς 2%. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 17, το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα ανέρχεται σε €464.415,32 πλέον τόκο προς 8,73% ετησίως επί ποσού €460.997,25 από 01.02.23 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε, ότι δεν είχε προσωπική εμπλοκή στον καταρτισμό των επίμαχων εγγράφων, ούτε και είχε οποιαδήποτε επαφή με τους Εναγόμενους. Συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων, ότι το ποσό της εγγύησης, όπως αυτό καταγράφηκε στο Τεκμήριο 1, διαφέρει από το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη
  4. Ωστόσο, τα έγγραφα εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 (Τεκμήρια 4 και 5) είναι για το ίδιο ποσό με αυτό του επίδικου δανείου. Η Ενάγουσα επέλεξε, όπως αποστείλει τις επιστολές ημερ.03.11.14 (δέσμη Τεκμηρίου 13) με συστημένο ταχυδρομείο στην Εναγόμενη 1 και συνηθισμένο στους Εναγόμενους 2 και
  5. Γνωρίζει, ότι στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο στην Εναγόμενη 1 καθώς αυτό αναγράφεται στην ίδια την επιστολή, αλλά και από το Τεκμήριο 14 στο οποίο καταγράφεται η συστημένη αλληλογραφία. Οι δε επιστολές τερματισμού (δέσμη Τεκμηρίου 15) στάλθηκαν σε όλους τους Εναγόμενους με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, περί μη αποστολής των επιστολών - δέσμη Τεκμηρίων 13 και
  6. Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε με την κα Αντωνίου, ότι οι διευθύνσεις επί των επιστολών (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15) διαφέρουν από τις διευθύνσεις που δήλωσαν οι Εναγόμενοι στα Τεκμήρια 1, 3 -
  7. Διευκρίνισε, ότι οι επιστολές στάλθηκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων σύμφωνα με το αρχείο της Ενάγουσας. Δεν γνωρίζει, όμως, με ποιο τρόπο γνωστοποιήθηκε στην Ενάγουσα η διεύθυνση στην οποία στάλθηκαν οι εν λόγω επιστολές. Στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 17) χρησιμοποίησε ως διαιρέτη το ημερολογιακό έτος και ως περιθώριο τόκου για ολόκληρη την περίοδο το ποσοστό 3,9%, ως συμφωνήθηκε στο Τεκμήριο
  8. Για τον καθορισμό του συνολικού επιτοκίου, έλαβε υπόψη του το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας όπως αυτό δημοσιευόταν στον ημερήσιο τύπο (δέσμη Τεκμηρίου 18) και στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας. Περαιτέρω, από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας δανείου (26.11.14) επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό και με τόκο υπερημερίας προς 2%. Τέλος, ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις. Ο Μ.Ε.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) με την οποία ισχυρίστηκε, ότι ετοίμασε και υπέγραψε το Τεκμήριο 1 για λογαριασμό της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 υπέγραψε στην παρουσία του το Τεκμήριο
  9. Επίσης, στην παρουσία του, ο Εναγόμενος 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά και ως διευθυντής της Εναγόμενης 3, υπέγραψε το Τεκμήριο 1 αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο τη λήψη του. Σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθούσε η Ενάγουσα, οι όροι και πρόνοιες του επίδικου δανείου και των εγγράφων εγγύησης επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 - 3 αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν τα σχετικά έγγραφα, ήτοι τα Τεκμήρια 1, 3 - 5 πριν θέσουν επ' αυτών τις υπογραφές τους. Ο ίδιος υπέγραψε στα Τεκμήρια 3 - 5, ως μάρτυρας υπογραφών. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα ακριβή λόγια με τα οποία επεξήγησε στην Εναγόμενη 1 τους όρους του επίδικου δανείου. Η διαδικασία, ωστόσο, που ακολουθούσε η Ενάγουσα ήταν η ίδια σε όλες τις περιπτώσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα, γινόταν αναφορά στο επιτόκιο, στις εξασφαλίσεις και σε οτιδήποτε αφορούσε την παραχώρησης ενός δανείου και μπορούσε να εγερθεί στο πλαίσιο προφορικής συζήτησης. Η Εναγόμενη 1 έλαβε νομική συμβουλή για τους όρους του δανείου. Στους Εναγόμενους 2 και 3 δόθηκαν τα σχετικά έγγραφα και είχαν τη δυνατότητα, εάν το επιθυμούσαν, να λάβουν νομική συμβουλή. Δεν γνωρίζει, όμως, κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 και 3 έλαβαν νομική συμβουλή. Η Μ.Ε.3 υιοθέτησε με τη σειρά της το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής της (Έγγραφο Γ) ως την κυρίως εξέταση της. Δήλωσε, ότι υπέγραψε τις επιστολές - δέσμη Τεκμηρίου 13 και τις απέστειλε στους Εναγόμενους. Επίσης, ετοίμασε, υπέγραψε και απέστειλε στους Εναγόμενους τις επιστολές τερματισμού της συμφωνίας δανείου (δέσμη Τεκμηρίου 15). Στην αντεξέταση της διευκρίνισε, ότι ετοίμασε τις προαναφερόμενες επιστολές (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15) και τις απέστειλε στο Τμήμα Αλληλογραφίας της Ενάγουσας. Το εν λόγω Τμήμα έχει την ευθύνη παράδοσης των επιστολών στο Ταχυδρομείο. Δεν εργάζεται στο πιο πάνω Τμήμα και δεν γνωρίζει κατά πόσο οι επιστολές παραδόθηκαν στο Ταχυδρομείο. Ο Εναγόμενος 2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Δ). Ανέφερε, ότι είναι σύζυγος της Εναγόμενης 1 και διευθυντής της Εναγόμενης
  10. Στις 02.04.08, ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη 1 υπέγραψε το Τεκμήριο 3, υπέγραψε και ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα και υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγόμενης 3 τα έγγραφα εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5). Η Ενάγουσα, εκμεταλλευόμενη τη θέση ισχύος της έναντί τους, επέβαλε παράνομους και καταχρηστικούς όρους. Δεν έλαβε νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των εγγυήσεων, ούτε και του δόθηκε οποιαδήποτε ενημέρωση ως προτιθέμενου εγγυητή. Περαιτέρω, η Ενάγουσα δεν τον ενημέρωσε, ότι το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των συμφωνημένων δόσεων. Επίσης, δεν έλαβε ειδοποίηση για τον τερματισμό του δανείου. Στο ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα έχουν συμπεριληφθεί παράνομες χρεώσεις και τόκοι. Στη δια ζώσης μαρτυρία του δήλωσε, ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές της δέσμης Τεκμηρίων 13 και 15, καθώς και την επιστολή - Τεκμήριο
  11. Αναφορικά με το Τεκμήριο 1, ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε αντίγραφο του λίγες μέρες μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 3 -
  12. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε, ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 4 και
  13. Το μεν πρώτο υπό την προσωπική του ιδιότητα, το δε δεύτερο ως διευθυντής της Εναγόμενης
  14. Τα εν λόγω έγγραφα, ωστόσο, δεν του δόθηκαν πριν την ημερομηνία υπογραφής τους. Είχε την ευκαιρία να τα δει και να τα διαβάσει κατά την ημέρα της υπογραφής, όπου μέσα σε είκοσι περίπου λεπτά ο λειτουργός της Ενάγουσας του υπέδειξε τα σημεία στα οποία έπρεπε να υπογράψει. Λόγω του ότι διατηρούσε συνεργασία με την Ενάγουσα έδειξε εμπιστοσύνη στην Ενάγουσα και τον λειτουργό της. Έλαβε νομική συμβουλή σε σχέση με τα επίμαχα έγγραφα σε μεταγενέστερο χρόνο. Σύμφωνα με τη συμβουλή που έλαβε, ο όρος για τον υπολογισμό του τόκου είναι καταχρηστικός. Αρνήθηκε, ότι στις 02.04.08 υπέγραψε το Τεκμήριο
  15. Τόσο ο ίδιος, όσο και η Εναγόμενη 1 υπέγραψαν το Τεκμήριο 1 μετά τις 02.04.
  16. Δεν γνωρίζει, κατά πόσο οι επιστολές της δέσμης Τεκμηρίων 13 και 15 και το Τεκμήριο 19 ταχυδρομήθηκαν. Αυτό που γνωρίζει είναι, ότι ο ίδιος δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή, είτε για τον ίδιο, είτε για την Εναγόμενη
  17. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας κάλεσε τον Εναγόμενο 2 να υποδείξει επί του Τεκμηρίου 17 τις παράνομες χρεώσεις και τόκους με τους οποίους, κατά τους ισχυρισμούς του, επιβαρύνθηκε ο λογαριασμός. Ο Εναγόμενος 2 είπε, ότι δεν γνωρίζει τις παράνομες χρεώσεις για να μπορέσει να τις επισημάνει. Αξιολόγηση Μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και την προσαχθείσα μαρτυρία αναδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα ως κοινά αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα: Η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε την παραχώρηση δανείου από την Ενάγουσα για το ποσό των €264.
  18. Η Ενάγουσα ενέκρινε το αίτημα της Εναγόμενης 1 για την παραχώρηση του προαναφερόμενου δανείου (Τεκμήριο 1). Μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 υπογράφηκε συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 3) δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε στην τελευταία δάνειο για το ποσό των €264.
  19. Προς εξασφάλιση του δανείου, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν ξεχωριστά έγγραφα εγγύησης δυνάμει των οποίων εγγυήθηκαν έκαστος τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι του ποσού των €264.000 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι σύζυγοι. Ο δε Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της Εναγόμενης
  20. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 1 εκχώρησε προς όφελος της με δύο συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων από αγοραπωλητήρια συμβόλαια όλα τα δικαιώματα της που πηγάζουν από τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ημερ.13.03.08 σε σχέση με τα διαμερίσματα με αρ.Α11 και Α
  21. Οι συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων από αγοραπωλητήρια συμβόλαια υπογράφηκαν και από τους Εναγόμενους 3 , 4 και 5 υπό την ιδιότητά τους ως πωλητές των διαμερισμάτων με αρ.Α11 και Α
  22. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών και σε σχέση με τα επίδικα θέματα (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83 και SP CONSULTANCY LTD κ.α v. TRANSTEAM LTD κ.α
(2016)1Β Α.Α.Δ 980), με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Α Α.Α.Δ. 339). Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 διαχωρίζεται σε δύο βασικά μέρη. Το ένα μέρος αφορά την παρουσίαση των εγγράφων παραχώρησης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και των εξασφαλίσεων της. Το άλλο μέρος αφορά την απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού μέσω της παρουσίασης των αρχικών και των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Ξεκινώντας από το πρώτο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 παρατηρώ, ότι ο τελευταίος κατέθεσε ως Τεκμήρια όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν το επίδικο δάνειο και τις εξασφαλίσεις του. Συγκεκριμένα, κατέθεσε την επιστολή έγκρισης παραχώρησης του επίδικου δανείου (Τεκμήριο 1), τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 3), τα έγγραφα εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5), τις συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και τα σχετικά αγοραπωλητήρια συμβόλαια (Τεκμήρια 7, 8 , 10 και 11). Υπενθυμίζω, ότι η παραχώρηση του δανείου και η υπογραφή των προαναφερόμενων εγγράφων αποτελούν κοινό έδαφος. Ειδικότερα, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε ό,τι αφορά την παραχώρηση του δανείου και τις εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3 επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον Εναγόμενο 2 (βλ. παράγραφο 2 Εγγράφου Δ). Η αντεξέταση του Μ.Ε.1 επικεντρώθηκε στο ότι ο τελευταίος δεν είχε προσωπική γνώση και εμπλοκή στην ετοιμασία και υπογραφή των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια. Είναι γεγονός, ότι ο Μ.Ε.1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ετοιμασίας και υπογραφής των εγγράφων δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, ούτε και συμμετείχε στις συζητήσεις που έγιναν με τους Εναγόμενους. Αυτό το δεδομένο, όμως, δεν καθιστά άνευ ετέρου την μαρτυρία του απαράδεκτη. Υποδεικνύω, ότι ο Μ.Ε.1 είχε στην κατοχή και διαχείρισή του τον φάκελο της υπόθεσης και κατέθεσε όλα τα σχετικά έγγραφα προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του (Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.44/2012, ημερ.17.12.18). Πρόσφατα στην Στυλιανίδης ν. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.369/2014, ημερ.24.05.22, επικροτήθηκε η ενέργεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αξιολογήσει τη μαρτυρία σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Περαιτέρω, στη Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.294/2012, ημερ.18.06.19, λέχθηκε σε σχέση με μάρτυρες της Εφεσίβλητης οι οποίοι κατέθεσαν έγγραφα ως μέρος της τραπεζικής πρακτικής και των αρχείων, ότι δεν ήταν ανάγκη να είχαν για το κάθε τι προσωπική γνώση και ανάμειξη δεδομένου ότι ήταν φορείς κατάθεσης των γεγονότων εκ μέρους οργανισμού. Έρχομαι στο ζήτημα των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού ημερ.03.11.14 και 26.11.14 (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15 αντίστοιχα). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Μ.Ε.1 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην ετοιμασία και αποστολή των εν λόγω επιστολών. Η μαρτυρία του και επί του εν λόγω ζητήματος, βασίστηκε στα στοιχεία του φακέλου της Ενάγουσας. Σημειώνω, ότι δεν αμφισβητήθηκε η ετοιμασία των επιστολών (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15), οι οποίες και κατατέθηκαν χωρίς ένσταση. Αυτό το οποίο αρνήθηκαν οι Εναγόμενοι είναι την λήψη των εν λόγω επιστολών. Επίσης, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, τέθηκε και το ζήτημα της ορθότητας της διεύθυνσης στην οποία στάλθηκαν οι υπό αναφορά επιστολές. Ξεκινώντας από το ζήτημα της διεύθυνσης των επίμαχων επιστολών, είναι γεγονός ότι αυτή διαφέρει από τη διεύθυνση που δήλωσαν οι Εναγόμενοι στα Τεκμήρια 1, 3, 4 και 5. Υποδεικνύω, ότι στα Τεκμήρια 3 - 5 περιλαμβάνεται πρόνοια, ότι τυχόν ειδοποίηση θα μπορεί να σταλεί σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση την οποία θα δώσουν οι Εναγόμενοι ή στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Ο Μ.Ε.1, δήλωσε ότι οι επιστολές στάλθηκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων, όπως προκύπτει από το αρχείο της Ενάγουσας. Επισημαίνω, ότι από πλευράς Εναγομένων δεν προσφέρθηκε αντίθετη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, η μεν Εναγόμενη 1 επέλεξε να μην παρουσιαστεί ως μάρτυρας, ο δε Εναγόμενος 2 περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή, χωρίς όμως, να προβάλει θετικό ισχυρισμό ότι η εν λόγω διεύθυνση είναι άσχετη με τους Εναγόμενους. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειώσω, ότι και το κλητήριο ένταλμα καταγράφει ως διεύθυνση των Εναγομένων την ίδια διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι επιστολές της δέσμης Τεκμηρίων 13 και 15. Στα δε διοριστήρια δικηγόρου που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι, αν και δεν καταγράφεται η πλήρης διεύθυνση τους, εντούτοις σημειώνεται ότι οι τελευταίοι είναι «εκ Λευκωσίας», γεγονός το οποίο συνηγορεί με τις διευθύνσεις της δέσμης των Τεκμηρίων 13 και 15. Το κλητήριο ένταλμα και τα διοριστήρια αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης και ως εκ τούτου μπορούν να ληφθούν υπόψη (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1938). Επιπροσθέτως, σημειώνω ότι ο Μ.Ε.1 κατέθεσε και το Τεκμήριο 14 που αφορά την αποστολή της επιστολής ημερ.03.11.14 στην Εναγόμενη 1 με συστημένη αλληλογραφία. Στο Τεκμήριο 14 καταγράφεται και πάλι η διεύθυνση στην οποία απευθύνονται οι επίμαχες επιστολές. Ταυτόχρονα, επισημαίνω τη δήλωση του Μ.Ε.1, ότι δεν επιστράφηκε στην Ενάγουσα ούτε η συγκεκριμένη επιστολή προς την Εναγόμενη 1, αλλά ούτε και οι λοιπές επιστολές προς όλους τους Εναγόμενους. Υποδεικνύω, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, επιστολή που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο τεκμαίρεται ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ανωτέρω). Ενόψει των πιο πάνω, έχοντας υπόψη μου και τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη θέση του Μ.Ε.1 περί αποστολής των επιστολών (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15) στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων. Προχωρώ στο δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  1. Ο μάρτυρας παρουσίασε, τόσο τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 16), όσο και την αναδομημένη κατάσταση την οποία ετοίμασε ο ίδιος (δέσμη Τεκμηρίου 17) λαμβάνοντας ως βάση τη δέσμη Τεκμηρίου
  2. Η ορθότητα των καταγραφών της δέσμης Τεκμηρίου 16 δεν αμφισβητήθηκε. Επισημαίνω, ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 τέθηκαν κυρίως διευκρινιστικές ερωτήσεις. Ειδικότερα, σε σχέση με το ποσό των €155.930 που παρουσιάζεται στις 15.01.10 με την ένδειξη "loan increase", ο Μ.Ε.1 διευκρίνισε, χωρίς να αντικρουστεί, ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αύξηση δανείου. Το συγκεκριμένο ποσό εμφανίστηκε στην κατάσταση λογαριασμού λόγω λανθασμένης εγγραφής. Για αυτόν τον λόγο, μετά την πίστωσή του, υπήρξε αφαίρεση την ίδια μέρα και διορθώθηκε το λάθος. Ούτε και για την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική αμφισβήτηση. Ο μάρτυρας επεξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο εργασίας του για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ενώ οι Εναγόμενοι περιορίστηκαν στο να θέσουν στον Μ.Ε.1 τη γενική θέση, ότι περιλαμβάνονται σε αυτή παράνομες χρεώσεις, χωρίς να συγκεκριμενοποιήσουν τις κατ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Προχωρώ στον Μ.Ε.2, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε και υπέγραψε ως λειτουργός πελατείας της Ενάγουσας το Τεκμήριο
  3. Επίσης, υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών στα Τεκμήρια 3 -
  4. Οι προαναφερόμενες δηλώσεις του Μ.Ε.2, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκαν, επιβεβαιώνονται και από τα Τεκμήρια 1, 3 -
  5. Η δήλωση, τώρα, του Μ.Ε.2, ότι επεξήγησε προφορικά στους Εναγόμενους 1 και 2 τους βασικούς όρους της συμφωνίας δανείου και της εγγύησης, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Αντιθέτως, ο μάρτυρας ήταν πειστικός και παρέμεινε σταθερός στην πιο πάνω θέση του. Μάλιστα, με ειλικρίνεια ανέφερε, ότι δεν θυμόταν τα ακριβή λόγια που χρησιμοποίησε, ήταν βέβαιος, όμως, ότι ενημέρωσε τους Εναγόμενους για το επιτόκιο και τις εξασφαλίσεις, καθώς αυτό αποτελούσε πάγια τακτική της Ενάγουσας. Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.
  6. Η μαρτυρία της Μ.Ε.3 εστιάστηκε στην ετοιμασία και αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15). Η μάρτυρας δήλωσε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ετοίμασε τις προαναφερόμενες επιστολές τις οποίες και υπέγραψε. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της, διευκρίνισε, ότι δεν παρέδωσε η ίδια τις επιστολές στο Ταχυδρομείο, αλλά στο Τμήμα Αλληλογραφίας της Ενάγουσας το οποίο είναι υπεύθυνο για την ταχυδρόμηση των επιστολών. Η προαναφερόμενη δήλωση της Μ.Ε.5 είναι ενδεικτική της ειλικρίνειας με την οποία κατέθεσε. Όπως ανέφερα, η μαρτυρία της Μ.Ε.3 δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης, αφού κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκαν διευκρινιστικές κυρίως ερωτήσεις. Σε ό,τι αφορά τις διευθύνσεις στις οποίες στάλθηκαν οι επιστολές, ζήτημα για το οποίο ερωτήθηκε αντεξεταζόμενη, παραπέμπω σε όσα ήδη καταγράφηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  7. Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία της Μ.Ε.3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έρχομαι στη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, ο οποίος ήταν και το μοναδικό πρόσωπο που κατέθεσε εκ μέρους των Εναγομένων. Θεωρώ, ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει εγγενή προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα, η γενικότητα με την οποία παρέθεσε ουσιώδεις ισχυρισμούς του καθιστούν αδύνατη την απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του. Παραθέτω ενδεικτικά μέρος της παραγράφου 3 και ολόκληρη την παράγραφο 5 του Εγγράφου Δ: «
  8. Είναι η θέση μου ότι η Τράπεζα επέβαλε όρους απαράδεκτους, και παράνομους καθ' ότι ευρίσκοντο σε θέση ισχύος και θεωρώ ότι τέτοιοι όροι είναι άκυροι και δεν πρέπει να ισχύουν.» «
  9. Μετά την καταχώρηση της αγωγής και αφού έλαβα νομική συμβουλή θεωρώ ότι οι χρεώσεις που αναφέρονται στην αγωγή είναι παράνομες και επιβάλλονταν από την Τράπεζα λόγω θέσης ισχύος απέναντί μας. Περαιτέρω όπως με συμβούλευσαν οι δικηγόροι μου η συμφωνία δανείου περιλάμβανε ρήτρες καταχρηστικές γεγονός που δεν γνώριζα κατά την υπογραφή των συμβάσεων εγγύησης.» Πέραν των πιο πάνω γενικών αναφορών, ο Εναγόμενος 2 δεν προσδιόρισε τους κατ' ισχυρισμό απαράδεκτους και παράνομους όρους που έθεσε η Ενάγουσα ευρισκόμενη σε θέση ισχύος. Δεν επεξήγησε, επίσης, για ποιο λόγο η Ενάγουσα βρισκόταν σε θέση ισχύος έναντι τους και πως εκμεταλλεύτηκε την ισχυριζόμενη θέση ισχύος για να επιβάλει τους πιο πάνω όρους. Ομοίως, δεν υπέδειξε ποιες χρεώσεις είναι παράνομες και επιβλήθηκαν από την Ενάγουσα λόγω θέσης ισχύος. Ακόμη και όταν κλήθηκε αντεξεταζόμενος να προσδιορίσει στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 17) τις ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Πρόκειται, επομένως, για εξ ορισμού ασαφή και γενικόλογη μαρτυρία, με αποτέλεσμα να πλήττεται η αξιοπιστία του Εναγόμενου
  10. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι το Τεκμήριο 1 δεν υπογράφηκε στις 02.04.08, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο όταν κλήθηκε από λειτουργό της Ενάγουσας για να υπογράψουν με την Εναγόμενη 1 και άλλα έγγραφα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Υπενθυμίζω, ότι ο Μ.Ε.2 υπήρξε κατηγορηματικός στο ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία με το Τεκμήριο 3, καθώς και στο ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε στην παρουσία του το Τεκμήριο 1 αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο την λήψη του εν λόγω εγγράφου τη δεδομένη ημερομηνία. Επιπροσθέτως, σημειώνω, ότι ο υπό αναφορά ισχυρισμός, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, είναι ουσιώδης και ως τέτοιος θα έπρεπε να τεθεί στον Μ.Ε.2 έτσι ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης, ότι οι ουσιαστικές θέσεις που θα προωθηθούν από την Υπεράσπιση θα πρέπει να τίθενται στους μάρτυρες της άλλης πλευράς (Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, M & TH. PETROU & SONS DEVELOPERS LTD v. ΚΟΥΚΚΟΥΛΗ
(2016)1Γ Α.Α.Δ 2663 και «Δίκαιο της Απόδειξης Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές», έκδοση 2014, των κκ. Ηλιάδη και Σάντη, σελ.720-723). Ο ισχυρισμός, τώρα, του Εναγόμενου 2 ότι δεν έλαβε νομική συμβουλή αποτελεί, κατά την άποψή μου, εκ των υστέρων σκέψη στην προσπάθεια του να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του. Καταρχάς, δεν ισχυρίστηκε ότι ζήτησε χρόνο για να λάβει νομική συμβουλή ή για να μελετήσει τα έγγραφα που θα υπέγραφε και η Ενάγουσα αρνήθηκε να του παράσχει χρόνο για να αναζητήσει τέτοια συμβουλή. Ακόμη, όμως, κι αν όντως τα έγγραφα τα είδε για πρώτη φορά κατά τον χρόνο υπογραφής τους στις 02.04.08, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο δεν ζήτησε, έστω και τότε, να του δοθεί χρόνος για να τα μελετήσει και να λάβει νομική συμβουλή. Παράλληλα, θα πρέπει να σημειώσω, ότι δεν τέθηκαν ενώπιον μου γεγονότα που να δεικνύουν, ότι η Ενάγουσα, μέσω λειτουργών της, μπορούσε να ασκήσει και άσκησε τέτοια επιρροή προς το πρόσωπο του Εναγόμενου 2, έτσι ώστε να επιβληθεί στη βούληση του. Ο τελευταίος, επιχείρησε ακροθιγώς να ισχυριστεί ότι έδειξε «τυφλή» εμπιστοσύνη στον λειτουργό της Ενάγουσας. Δεν παρέθεσε, όμως, γεγονότα που να δικαιολογούν την επίδειξη τέτοιας εμπιστοσύνης εκ μέρους του, ούτε καν προσδιόρισε ποιος ήταν ο εν λόγω λειτουργός. Τα πιο πάνω αφήνουν, κατά την άποψή μου, εκτεθειμένο τον Εναγόμενο 2 και συνηγορούν στο ότι τα παράπονά του περί μη λήψης νομικής συμβουλής συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τη θέση του, ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για καθυστερήσεις που παρουσίαζε το επίδικο δάνειο. Αφενός, δεν υπέδειξε για ποιες καθυστερήσεις θα έπρεπε να ενημερωθεί και αφετέρου, συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας, ότι από την ημερομηνία παραχώρησης του δανείου, του αποστελλόταν η κατάσταση λογαριασμού. Τέλος, οι ισχυρισμοί του μάρτυρα σε σχέση με την αποστολή και λήψη των επιστολών (δέσμη Τεκμηρίων 13 και 15) και την ενημέρωση που έτυχε από την Ενάγουσα καταρρίπτονται από τις αξιόπιστες μαρτυρίες των Μ.Ε.1 και
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  2. Ευρήματα Τα γεγονότα που καταγράφηκαν στο κεφάλαιο της αξιολόγησης ως παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Για σκοπούς οικονομίας θεωρώ, ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν εκ νέου. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η επιστολή της Ενάγουσας ημερ.02.04.08, η συμφωνία δανείου, τα έγγραφα εγγύησης, καθώς και οι συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων από αγοραπωλητήρια συμβόλαια υπογράφηκαν από τους διαδίκους στις 02.04.
  3. Κατά την ίδια ημερομηνία παραδόθηκε στον Εναγόμενο 2, υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά και την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγόμενης 3, αντίγραφο της επιστολής της Ενάγουσας ημερ.02.04.
  4. Επίσης, στις 02.04.08, εκταμιεύθηκε το σύνολο του δανείου εκ ποσού €264.000 και ανοίχθηκε λογαριασμός δανείου επ' ονόματι της Εναγόμενης
  5. Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 180 μηνιαίες δόσεις των €2.500 έκαστη δόση. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 31.05.
  6. Το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας, πλέον το περιθώριο το οποίο συμφωνήθηκε στο 3,9%. Το συνολικό επιτόκιο κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ανερχόταν σε 7,9% (βασικό επιτόκιο προς 4% πλέον περιθώριο προς 3,9%). Η Εναγόμενη 1 δεν τήρησε το συμφωνηθέν πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, με αποτέλεσμα η Τράπεζα με σχετικές επιστολές ημερ.26.11.14 προς τους Εναγόμενους, να τερματίσει την επίδικη συμφωνία δανείου. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου, ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα. Συμπεράσματα Τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία οφείλει να αποδείξει η Ενάγουσα για επιτυχία της απαίτησής της είναι: (α) την έγκυρη σύναψη συμφωνίας, (β) την παραβίαση όρου της συμφωνίας, (γ) τον τερματισμό της και (δ) την απόδειξη του χρεωστικού υπόλοιπου (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ 829). Όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου εκ μέρους της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 3). Προβλήθηκαν, ωστόσο, κατά τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 γενικοί ισχυρισμοί περί του ότι η Ενάγουσα βρισκόταν σε θέση ισχύος έναντι των Εναγομένων και περί συμπερίληψης στο Τεκμήριο 1 παράνομων και/ή καταχρηστικών ρητρών. Ο ισχυρισμός περί θέσης ισχύος της Ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτός, από τη στιγμή που δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση του. Υπενθυμίζω, ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  1. Προχωρώ στο ζήτημα της ύπαρξης καταχρηστικών και/ή παράνομων ρητρών. Καταρχάς, επαναλαμβάνω, ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία εκ μέρους των Εναγομένων που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προχωρήσει στην εκτίμηση του ενδεχόμενου καταχρηστικού χαρακτήρα οποιασδήποτε ρήτρας. Σημειώνω, ότι η διεργασία ελέγχου της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών θα πρέπει να γίνει σε συνάρτηση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 50 του Ν.112(Ι)/
  2. Ανοίγω μία παρένθεση για να σημειώσω, ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος, Ν.93(Ι)/96, καταργήθηκε από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο, Ν.112(Ι)/
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 75
(1)του Ν.112(Ι)/2021, οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον παρόντα Νόμο, εφαρμόζονται αναφορικά και µε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου. Συνεπώς, οι διατάξεις του Ν.112(Ι)/2021, εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση. Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι στο άρθρο 50 του Ν.112(Ι)/2021, το οποίο στο εδάφιο
(1)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των µερών που απορρέουν από τη σύμβαση.» Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα ενήργησε κατά παράβαση της απαίτησης της καλής πίστης, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα εξέτασης κατά πόσο ρήτρες που περιλαμβάνονται, είτε στην επίδικη συμφωνία δανείου, είτε στα έγγραφα εγγύησης, είναι καταχρηστικές. Ούτε, από την άλλη, υποστηρίχθηκε από τους Εναγόμενους, ότι η Ενάγουσα προώθησε την παρούσα υπόθεση επικαλούμενη ρήτρα που να μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική. Υποδεικνύω, ότι η μη τήρηση του προγράμματος αποπληρωμής των δόσεων του δανείου, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους, όπως ούτε και το δικαίωμα της Ενάγουσας, λόγω ακριβώς της παράβασης της επίδικης συμφωνίας, να την τερματίσει. Δεν μου διαφεύγει, ότι στο Τεκμήριο 3 περιλαμβάνεται όρος που προβλέπει ότι για τον υπολογισμό των τόκων θα χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Στο άρθρο 50
(5)του Ν.112(Ι)/2021 προνοείται, ότι είναι καταχρηστική η ρήτρα με την οποία περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού των τόκων στη βάση των 360 ημερών. Εν προκειμένω, η Ενάγουσα προωθεί την αξίωση της στη βάση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 17). Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, στη δέσμη Τεκμηρίου 17, χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης το ημερολογιακό έτος το οποίο αποτελείται από 365 ή 366 ημέρες. Επισημαίνω, ότι η συγκεκριμένη δήλωση του Μ.Ε.1 παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 50
(5)του Ν.112(Ι)/2021. Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, υποδεικνύω, ότι ακόμα και αν διαπιστωθεί η ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας, τούτο το γεγονός δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε ακύρωση της σύμβασης (άρθρο 51
(2)του Ν.112(Ι)/2021). Προχωρώ στα έγγραφα εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5) και τις συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων από αγοραπωλητήρια έγγραφα (Τεκμήρια 7 και 10), η υπογραφή των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους. Σε σχέση, ωστόσο, με την εγγύηση η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων ήγειρε, μέσω της αγόρευσης της, ζήτημα παραβίασης των άρθρων 5 και 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/
  1. Ξεκινώντας από το άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/2003, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παραβίαση του. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο τελευταίος παρέδωσε προσωπικά στον Εναγόμενο 2 την επιστολή της Ενάγουσας ημερ.02.04.08 (Τεκμήριο 1) την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 2, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα, όσο και υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγόμενης 3, αναγνωρίζοντας τη λήψη της. Η θέση του Μ.Ε.2 επιμαρτυρείται και από το ίδιο το Τεκμήριο 1, το οποίο φέρει την υπογραφή του Εναγόμενου
  2. Στο Τεκμήριο 1, περιλαμβάνονται όλες οι απαιτούμενες λεπτομέρειες που μνημονεύονται στο άρθρο 5(α) του Ν.197(Ι)/
  3. Δεν αγνοώ, ότι δεν δόθηκε γραπτή δήλωση της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τα περιουσιακά της στοιχεία. Θεωρώ, ότι η εν λόγω παράλειψη δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να έχει οποιοδήποτε αντίκτυπο στην εγκυρότητα των εγγράφων εγγύησης. Τούτο, διότι ουδείς εκ των Εναγομένων 2 και 3 υποστήριξε ότι δεν γνώριζε την πραγματική περιουσιακή κατάσταση της Εναγόμενης 1 ή ότι εάν γνώριζε για την περιουσιακή της κατάσταση δεν θα υπέγραφε το έγγραφο εγγύησης. Τέτοιος ισχυρισμός, δεν προβλήθηκε ούτε δικογραφικά (σημειώνεται ότι οι Εναγόμενοι είχαν κοινό δικόγραφο Υπεράσπισης και κοινή εκπροσώπηση), ούτε και με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Πολύ δε περισσότερο δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία, ότι η περιουσιακή κατάσταση της Εναγόμενης 1 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, άσχημη και δεν αποκαλύφθηκε αυτό το γεγονός στους Εναγόμενους 2 και
  4. Τα γεγονότα, επομένως, της παρούσας διαφέρουν από αυτά των αποσπασμάτων των αγγλικών αποφάσεων στις οποίες με παρέπεμψε στη γραπτή αγόρευση της η κα Αντωνίου (Royal Bank of Scotland v. Etridge (No.2) [2001] 4 All. E.R. 440, Barclays Bank PLC v. O' Brian [1993] 4 All. E.R. 417 και Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch [1997] 1 All. E.R. 144). Σε κάθε περίπτωση, από τις πρόνοιες του Ν.197(Ι)/2003 δεν προκύπτει ότι τυχόν παράβαση του άρθρου 5 οδηγεί σε ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης ή σε απαλλαγή του εγγυητή. Δεν διαπιστώνω, επίσης, παράβαση του άρθρου 12 του Ν.197(Ι)/
  5. Συγκεκριμένα, από τη μελέτη της κατάστασης λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 16) προκύπτει, ότι μέχρι την 03.11.14 (ημερομηνία αποστολής των επιστολών της δέσμης Τεκμηρίου 13) δεν υπήρξε καθυστέρηση στην καταβολή τριών συνεχόμενων δόσεων από μέρους της Εναγόμενης
  6. Ούτε και υπέδειξαν κάτι τέτοιο οι Εναγόμενοι. Διευκρινίζω, ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στην καταβολή μίας ή δύο δόσεων ή πληρωμή ποσού μικρότερου από τη συμφωνηθείσα δόση, ωστόσο, οι συγκεκριμένες παραβιάσεις δεν επεκτείνονταν σε συνεχή περίοδο τριών μηνών. Δεν μου διαφεύγει η μαρτυρία του Μ.Ε.1, σύμφωνα με την οποία στις 03.11.14 το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις ύψους €13.
  7. Το εν λόγω ποσό, με δεδομένο ότι η συμφωνηθείσα μηνιαία δόση ανερχόταν σε €2.500, υποδηλοί ότι στις 03.11.14 υπήρχαν καθυστερήσεις πέραν των τριών δόσεων. Όπως ανέφερα στην προηγούμενη παράγραφο κατά τη λειτουργία του λογαριασμού παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις μίας ή δύο δόσεων ή πληρωμή ποσού μικρότερου από τη συμφωνηθείσα δόση. Ουδέποτε, όμως, μέχρι την 03.11.14, υπήρξε καθυστέρηση τριών συνεχόμενων δόσεων. Επομένως, το ποσό των €13.396 δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα καθυστέρησης πέραν των τριών συνεχόμενων δόσεων, αλλά σε αυτό περιλαμβάνονται ποσά καθυστερήσεων από παλαιότερες δόσεις. Κλείνοντας το ζήτημα της ενδεχόμενης παράβασης του άρθρου 12 του Ν.197(Ι)/2003, επισημαίνω ότι δεν καταδείχθηκε εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 ότι εξαιτίας τέτοιας παράβασης επηρεάστηκε η δυνατότητά τους για ικανοποίηση τυχόν απαίτησής τους από την Εναγόμενη
  8. Επομένως, ακόμα και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση και επομένως παράβαση ουσιώδους όρου, δεν θα τίθετο θέμα απαλλαγής τους από την εγγύηση ενόψει των προνοιών του άρθρου 12
(3)(α) του Ν.197(Ι)/
  1. Το δεύτερο στοιχείο που θα πρέπει να αποδείξει η Ενάγουσα αφορά την παραβίαση όρου της συμφωνίας. Παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός, της μη τήρησης των συμφωνημένων δόσεων αποπληρωμής του επίδικου δανείου. Πρόκειται για ουσιώδη όρο της συμφωνίας, παράβαση του οποίου παρείχε στην Ενάγουσα το δικαίωμα τερματισμού της. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω, ότι ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από τους Εναγόμενους που να υποστηρίζει ότι οι δόσεις καταβάλλονταν κανονικά στη βάση της επίδικης συμφωνίας ή ότι υπήρξαν καταθέσεις οι οποίες δεν παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίων 16 και 17). Ο τερματισμός , τώρα, της επίδικης συμφωνίας, αποδείχθηκε μέσω της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και 3 και των Τεκμηρίων 13 -
  2. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η επίδικη συμφωνία αφορά δάνειο. Επομένως, ακόμα κι αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο τερματισμός δεν περιήλθε στη γνώση των Εναγομένων 1 και 2, η καταχώρηση της αγωγής δηλώνει από μόνη της την επιλογή της Ενάγουσας για τερματισμό της συμφωνίας και ενεργοποίηση των διαδικασιών για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ 1465, Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ 1322 και Έλληνας κ.α και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.87/2013, ημερ.03.12.19). Το τελευταίο ζήτημα που οφείλει να αποδείξει η Ενάγουσα αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Η κατάσταση λογαριασμού της δέσμης Τεκμηρίου 16 μαζί με το Πιστοποιητικό του άρθρου 35 του Κεφ.9 συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται σε αυτές (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ 479 και Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491). Ουσιαστικά, με την παρουσίαση της δέσμης Τεκμηρίου 16, ενεργοποιήθηκε το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Κεφ.9 ως προς την εκ πρώτης όψεως ορθότητα του επίδικου λογαριασμού. Κατά συνέπεια, το βάρος απόδειξης μετατοπίστηκε πλέον στην πλευρά των Εναγόμενων για αντίκρουση των καταχωρήσεων που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους των Εναγομένων, οι οποίοι περιορίστηκαν, μέσω της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2, σε ορισμένες γενικές αναφορές περί παράνομων χρεώσεων. Μάλιστα, η Ενάγουσα παρουσίασε και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 17) επί της οποίας προωθεί πλέον την απαίτησή της. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, study fees, και άλλα έξοδα που δεν προνοούνται στους όρους του Τεκμηρίου 3. Επίσης, ο υπολογισμός του τόκου έγινε στη βάση του ημερολογιακού έτους. Παράλληλα, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε, χωρίς να υπάρξει επί τούτου οποιαδήποτε αμφισβήτηση, τις δημοσιεύσεις στις οποίες προέβη η Ενάγουσα αναφορικά με τη διακύμανση του βασικού της επιτοκίου (δέσμη Τεκμηρίου 18). Σημειώνω, ότι η πρακτική παρουσίασης αναδομημένων καταστάσεων και η δυνατότητα του Δικαστηρίου να βασιστεί σε αυτές έχει τύχει της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ 1238). Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω κρίνω, ότι η Ενάγουσα απέδειξε στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπόθεση της. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγόμενων 1 - 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά για το ποσό των €464.415,32 πλέον τόκο προς 8,73% ετησίως επί του ποσού των €460.997,25 από 01.02.23 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 - 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά τα έξοδα της διαδικασίας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται, ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων ενόψει του ότι το δικόγραφο της Υπεράσπισης ήταν κοινό, όπως κοινή ήταν και η εκπροσώπηση των Εναγόμενων. Νοείται περαιτέρω, ότι τα έξοδα μέχρι του ποσού των €1.326 θα είναι αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά μεταξύ των Εναγομένων 1 - 3 και των Εναγομένων 4 και 5. Αναφορικά με τα διατάγματα που αξιώνει η Ενάγουσα δυνάμει των συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων από αγοραπωλητήρια συμβόλαια ακινήτων (Τεκμήρια 7 και 10), σημειώνω τα ακόλουθα. Στην Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ 1524, με παραπομπή στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ.479, αναφέρθηκε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει αγωγή στο όνομά του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, ως εκδοχέας, νομιμοποιείται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων δυνάμει των Τεκμηρίων 7 και 10. Άλλωστε, αυτή η πτυχή της απαίτησης της Ενάγουσας, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους. Κατά συνέπεια, εκδίδονται εναντίον των Εναγομένων 3 - 5 διατάγματα ως οι παράγραφοι 46Β (α) - (δ) και 46Γ(α) - (δ) του Εγγράφου Α. (Υπ.) ............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Δάνειο/Εγγύηση/Εκχώρηση Δικαιωμάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.