← Κύπρος

ALTO CEMENTOCHEMICA K.A. LTD ν. AZINOS D WALL LTD, Αρ. Αγωγής: 1698/19, 31/5/2023

ALTO CEMENTOCHEMICA K.A. LTD ν. AZINOS D WALL LTD, Αρ. Αγωγής: 1698/19, 31/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Τζ. Σολομωνίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1698/19 Μεταξύ: ALTO CEMENTOCHEMICA K.A. LTD Εναγόντων και AZINOS D WALL LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: Ο κ.Κ. Νικολαΐδης. Για Εναγόμενους: Ο κ.Α. Χαραλάμπους με τον κ.Β. Χαραλάμπους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό €3.683,79 ως οφειλόμενο από τους Εναγόμενους δυνάμει γραπτών και/ή προφορικών συμφωνιών και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση γραπτών και/ή προφορικών συμφωνιών και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή υπόλοιπο χρεωστικού λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο αξίας πωληθέντων δομικών υλικών και/ή άλλων εμπορευμάτων από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους μη χαριστικώς και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο, δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι ιδιωτική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία καθ' όλους τους ουσιώδεις προς την παρούσα αγωγή χρόνους ασχολείτο με την πώληση και εμπορία δομικών υλικών και άλλων εμπορευμάτων. Οι Εναγόμενοι, εγγεγραμμένη ιδιωτική εταιρεία με έδρα στη Λεμεσό, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο πελάτες των Εναγόντων. Είναι θέση των Εναγόντων ότι κατόπιν γραπτών και/ή προφορικών συμφωνιών και/ή συνεννοήσεων με τους Εναγόμενους και/ή οδηγιών και/ή εντολών από αυτούς, οι Ενάγοντες, κατά διάφορες ημερομηνίες μέχρι και την 24/02/2012, πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους διάφορες ποσότητες δομικών υλικών και άλλων εμπορευμάτων και προς τούτο εξέδιδαν περιοδικώς τιμολόγια για την αξία των δομικών υλικών και των άλλων εμπορευμάτων και άνοιξαν σχετικό λογαριασμό για τους Εναγόμενους, στον οποίο γίνονταν διάφορες χρεοπιστώσεις αναφορικά με τις συναλλαγές τους με τους Εναγόμενους. Διαζευκτικά, ισχυρίζονται ότι παρέδωσαν στους Εναγόμενους εμπορεύματα χωρίς την πρόθεση να είναι χαριστικά και οι Εναγόμενοι προσπορίσθηκαν όφελος και/ή πλουτίσθηκαν άδικα εις βάρος των Εναγόντων και κατά συνέπεια οι Εναγόμενοι υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες για το μη πληρωθέν υπόλοιπο της αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων, το οποίο κατά ή περί την 24/02/2012 ήταν €3.683,
  2. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακοούμενος όρος των διαδίκων συμφωνιών ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο κάθε τιμολογίου που θα εξέδιδαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους θα πληρωνόταν και/ή θα εξοφλείτο σε 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου. Είναι θέση τους ότι κατά ή περί την 24/02/2012, που ήταν η τελευταία ημερομηνία πληρωμής, ο λογαριασμός των Εναγομένων με τους Ενάγοντες είχε χρεωστικό υπόλοιπο €3.683,79 το οποίο ήταν ληξιπρόθεσμο και οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους για καταβολή και/ή εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου και/ή του ποσού των €3.683,79, οι Εναγόμενοι ουδέν έπραξαν μέχρι σήμερα. Μάλιστα δε ισχυρίζονται ότι απέστειλαν επιστολές δια μέσω των δικηγόρων τους με ημερομηνίες 16/04/2019 και 26/06/2019 με τις οποίες καλούσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό αλλά αυτοί αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να το καταβάλουν. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά την ονομασία των Εναγομένων, με την οποία ισχυρίζονται ότι η εταιρεία τους είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρείων ως «AZINOS D WALL LIMITED» και όχι «AZINOS D WALL LTD». Με την δεύτερη προδικαστική ένσταση, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αξίωση των Εναγόντων έχει παραγραφεί και ως εκ τούτου εμποδίζονται από το να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον τους. Με την τρίτη προδικαστική ένσταση οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα τους σε δίκαια δίκη ενόψει της υπερβολικής καθυστέρησης στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αγωγής. Προωθούν τη θέση ότι εν όψει της καθυστέρησης στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αγωγής και της παύσης των εργασιών των Εναγομένων, αυτοί απώλεσαν έγγραφα και μαρτυρικό υλικό που θα χρησιμοποιήσουν για να αντικρούσουν τις θέσεις των Εναγόντων. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ειδικότερα ότι οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους προϊόντα έναντι τιμολογίων αντί της υπογραφής των Εναγομένων και/ή έναντι λογαριασμού και επί πιστώσει. Παραδέχονται ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων. Ισχυρίζονται δε ότι τα οποιαδήποτε προϊόντα αγόρασαν από τους Ενάγοντες τα έχουν εξοφλήσει της μετρητοίς και/ή έχουν καταβάλει διάφορα ποσά προς εξόφληση τους. Διαζευκτικά των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι και/ή τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό των Εναγομένων εξόφλησαν το οφειλόμενο ποσό και κατέβαλαν διάφορα ποσά προς τους Ενάγοντες και οι Ενάγοντες παρέλειψαν να καταλογίσουν τις πληρωμές που έκαναν. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν υπερβολικά με την καταχώριση και προώθηση της παρούσας αγωγής, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι λόγω της παύσης των εργασιών τους να απωλέσουν έγγραφα και μαρτυρικό υλικό το οποίο θα χρησιμοποιείτο για να υπερασπιστούν την αγωγή. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες εμποδίζονται λόγω της συμπεριφοράς τους να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι παραβιάζεται το δικαίωμα τους σε δίκαια δίκη και/ή η διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο. Επίσης ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να χρεώνουν τόκο επί του ισχυριζόμενου χρέους και/ή ότι στο ισχυριζόμενο χρέος περιλαμβάνονται παράνομοι τόκοι και/ή χρεώσεις κα/ή επιβαρύνσεις. Τέλος αρνούνται τη λήψη των επιστολών ημερ. 16/04/2019 και 26/06/
  3. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η λέξη «Limited» και η συντομογραφία της «Ltd» υποδηλώνει τη νομική υπόσταση της εταιρείας και δεν επηρεάζει ή αλλοιώνει το όνομα της εταιρείας. Αρνούνται τον ισχυρισμό περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος τους και ισχυρίζονται ότι η αγωγή καταχωρίστηκε καθόλα νομότυπα και εμπρόθεσμα και ότι δεν υπάρχει λογική και νομική βάση στον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Διαδικασία και ακρόαση Κατόπιν εισήγησης του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), δυνάμει της Δ.30 Θ. 5

(4), τα μέρη συγκατατέθηκαν όπως η ακρόαση της αγωγής διεξαχθεί στην βάση ταχείας εκδίκασης. Εν όψει της συγκατάθεσης των μερών, η αγωγή εκδικάστηκε με ταχεία διαδικασία σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει η Δ.
  1. Για την απόδειξη της υπόθεσης τους, οι Ενάγοντες προσκόμισαν έγγραφη μαρτυρία από την κυρία Κυριακή Νικολάου (ΜΕ1) και τον κύριο Ανδρέα Κυριάκου (ΜΕ2). Για την πλευρά των Εναγομένων προσκομίστηκε έγγραφη μαρτυρία από τον κύριο Δημήτρη Άζινο (ΜΥ1). Δεν ζητήθηκε η διεξαγωγή αντεξέτασης, ούτε η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, δυνάμει του θ.7 της Δ.30 και η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Προσαχθείσα μαρτυρία Η ΜΕ1 αναφέρει ότι είναι υπάλληλος και λογίστρια των Εναγόντων και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και της απάντησης στην Υπεράσπιση και απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις των Εναγομένων. Αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασχολείται με την πώληση και εμπορία δομικών υλικών και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας από τον Έφορο Εταιρείων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι είναι επίσης ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα στη Λεμεσό η οποίοι ήταν πελάτες των Εναγόντων. Προσκομίζει ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας από τον Έφορο Εταιρείων σε σχέση με τους Εναγόμενους. Επεξηγεί ότι η συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων άρχισε από τον Φεβρουάριο 2009 και τερματίστηκε την 24/02/2012, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό των €3.683,
  2. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ φωτοαντίγραφο κατάστασης λογαριασμού (statement of account) της μερίδας των Εναγομένων, το οποίο ως αναφέρει εκτύπωσε την 18/07/2022 από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της. Αναφέρει περαιτέρω ότι στον εν λόγω λογαριασμό καταχωρούσε κάθε εμπορική συναλλαγή των Εναγόντων με τους Εναγομένους. Περαιτέρω, αναφέρει ότι από το Τεκμήριο Γ διαφαίνεται ότι οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους διάφορες ποσότητες δομικών υλικών κατά διάφορες ημερομηνίες μέχρι την 24/02/
  3. Ισχυρίζεται ότι το παράρτημα των Εναγόντων στη Λεμεσό εξέδιδε τιμολόγια (credit invoices) προς τους Εναγόμενους οι οποίοι παραλάμβαναν τα εμπορεύματα και υπέγραφαν τα τιμολόγια και ότι οι Ενάγοντες ανέγραφαν στη μερίδα λογαριασμού των Εναγομένων τις διάφορες χρεοπιστώσεις αναφορικά με τις συναλλαγές τους. Επίσης αναφέρει ότι οι Ενάγοντες απέστελλαν στους Εναγόμενους αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού για ενημέρωση τους. Αναφέρει επίσης ότι την 20/01/2010 ο διευθυντής των Εναγομένων, κ. Δημήτρης Άζινος, εξέδωσε και παρέδωσε στους Ενάγοντες μεταχρονολογημένη επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας υπογεγραμμένη από τον ίδιο για το ποσό €5.976,92 προς εξόφληση ολόκληρου του τότε οφειλόμενου υπολοίπου, η οποία όμως επιστράφηκε από την Τράπεζα. Επεξηγεί ότι ένεκα της επιστροφής της επιταγής, οι Ενάγοντες πρόσθεσαν στη μερίδα των Εναγομένων το εν λόγω πόσο. Δηλώνει ότι πάρα το πιο πάνω γεγονός, οι Ενάγοντες συνέχισαν τη συνεργασία τους με τους Εναγόμενους αφού έστω και καθυστερημένα κατέβαλαν κάποια ποσά έναντι του χρέους τους. Η εν λόγω επιταγή παρουσιάζεται ως Τεκμήριο Δ. Δηλώνει ότι παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα οι δικηγόροι τους να αποστείλουν την 16/04/2019 και την 26/06/2019 επιστολές προς τους Εναγόμενους καλώντας τους να εξοφλήσουν το τότε οφειλόμενο ποσό με μηνιαίες δόσεις χωρίς οποιαδήποτε ανταπόκριση από τους Εναγόμενους. Αντίγραφα των επιστολών παρουσιάζονται ως Τεκμήρια Ε και ΣΤ αντίστοιχα. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι όλα τα εκδομένα από τους Ενάγοντες τιμολόγια ανέφεραν τους διεκδικούμενους τόκους και υιοθετεί την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης και την παράγραφο 8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Τέλος, αναφέρει ότι από την έγερση της αγωγής οι Εναγόμενοι ή οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες έναντι της οφειλής τους. Ο ΜΕ2 αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων από το 2003 και υπεύθυνος στα γραφεία τους στη Λεμεσό. Γνωρίζει προσωπικά ότι οι Εναγόμενοι ήταν, από τον Φεβρουάριο 2009, πελάτες των Εναγόντων στη Λεμεσό. Αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι αγόραζαν διάφορα εμπορεύματα της αρεσκείας τους, τα οποία οι Ενάγοντες παρέδιδαν στα υποστατικά των Εναγομένων ή σε οποιοδήποτε άλλο υποστατικό που τους υποδεικνύετο. Αναφέρει ότι γνώριζε πάντοτε ποιες ήταν οι εκάστοτε παραγγελίες των Εναγομένων και ότι παρέδιδε στον οδηγό των Εναγόντων το εκάστοτε τιμολόγιο για τα εμπορεύματα που θα παρέδιδε στους Εναγόμενους. Τις πλείστες φορές τα τιμολόγια υπογράφοντο από τον Διευθυντή των Εναγομένων, κ. Δημήτρη Άζινο. Δηλώνει περαιτέρω ότι την 20/01/2010 το χρεωστικό υπόλοιπο των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες ανέρχετο στο ποσό των €5.976,92 και ότι ο κ. Άζινος έδωσε στους Ενάγοντες μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερ. 25/05/2010 της Ελληνικής Τράπεζας προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, η οποία όμως επιστράφηκε με την ένδειξη «ο λογαριασμός παγιοποιήθηκε 27/05/10». Αναφέρει περαιτέρω ότι μετά το πιο πάνω περιστατικό, οι Εναγόμενοι, υποσχόμενοι μέσω του κ. Άζινου ότι θα εξοφλούσαν το οφειλόμενο ποσό, κατέβαλαν διάφορα ποσά στους Ενάγοντες σε διάφορες ημερομηνίες. Ο ΜΕ2 αναφέρει επίσης ότι σε συνέχεια της πιο πάνω υπόσχεσης του κ. Άζινου, οι Ενάγοντες την 22/02/2012 και την 24/02/2012 πώλησαν και παρέδωσαν εκ νέου στους εναγόμενους διάφορα εμπορεύματα και εξέδωσαν τιμολόγια (credit invoices) για τα ακόλουθα ποσά: €2.685,25, €633,42 και €21,
  4. Παρουσιάζει αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων ως Τεκμήρια Β, Γ και Δ. Επεξηγεί ότι μετά από ενδελεχή έλεγχο δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν τα πρωτότυπα των τιμολογίων. Επισημαίνει ότι μίλησε με τον κ. Άζινο σε διάφορες ημερομηνίες στο παρελθόν για το χρεωστικό οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό και ότι οι απαντήσεις που λάμβανε ήταν απαξιωτικές και αρνητικές. Αναφέρει ότι ενημέρωνε σχετικά την λογίστρια των Εναγόντων, κ. Κυριακή Νικολάου, και τις έστελνε τα εκδομένα τιμολόγια για δικές της ενέργειες. Τέλος αναφέρει ότι από την έγερση της αγωγής οι Εναγόμενοι ή τρίτα πρόσωπα δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες έναντι της οφειλής τους και ότι η τελευταία καταβολή χρημάτων από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες ήταν την 24/02/2012 για το ποσό των €633,65 αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €3.683,
  5. Με τη σειρά του ο ΜΥ1 δηλώνει ότι είναι διευθυντής των Εναγομένων και ότι η εταιρεία είναι σήμερα ανενεργή, δεν ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα και δεν έχει οποιαδήποτε έσοδα. Επαναλαμβάνει και υιοθετεί τις προδικαστικές ενστάσεις που περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση. Αρνείται ότι οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν εμπορεύματα από τους Ενάγοντες έναντι των τιμολογίων που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν οι Ενάγοντες. Δηλώνει ότι ενώ η αγωγή των Εναγόντων εγείρεται στη βάση τιμολογίων και κατάστασης λογαριασμού στο όνομα των Εναγομένων, οι Ενάγοντες παρέλειψαν επισυνάψουν τα τιμολόγια πλήρως υπογεγραμμένα και αποδεκτά από τους Εναγόμενους και ως εκ τούτου δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχουν. Επισημαίνει ότι με προσεκτική μελέτη της κατάστασης λογαριασμού που επισύναψαν οι Ενάγοντες, διαφαίνεται ότι στην κατάσταση λογαριασμού παρουσιάζονται τιμολόγια στο όνομα «Σωτήρης» και «Robert», οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τους Εναγόμενους και ότι το ύψος των εν λόγω τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των €3.281,
  6. Είναι θέση του ότι εάν οι Ενάγοντες παρουσίαζαν όλα τα τιμολόγια θα ήταν φανερό ότι δεν θα μπορούσαν να χρεώνουν τους Εναγόμενους με το πιο πάνω ποσό. Παραδέχεται την υπογραφή των τριών τελευταίων τιμολογίων από τον ίδιο και αναφέρει ότι τα εν λόγω τιμολόγια πληρώθηκαν τις μετρητοίς. Προβάλει τη θέση ότι δεν είναι δυνατό οι Εναγόμενοι να χρωστούσαν ποσά στους Ενάγοντες από το 2010 και οι Ενάγοντες να πώλησαν εκ νέου στους Εναγόμενους και να παρέδωσαν έναντι λογαριασμού και επί πιστώσει νέα εμπορεύματα. Αναφέρει περαιτέρω ότι το ποσό των €3500 που κατέβαλε προς τους Ενάγοντες το έτος 2012 ήταν μεγαλύτερο από το ποσό των τελευταίων τιμολογίων επειδή το εν λόγω ποσό δόθηκε για πλήρη εξόφληση των οφειλών των Εναγομένων. Προβάλλει περαιτέρω τη θέση ότι οποιαδήποτε ποσά αφορούσαν τον «Σωτήρη» και τον «Robert» θα έπρεπε να πληρωθούν από τους ίδιους και κακώς οι Ενάγοντες συμπεριέλαβαν στο λογαριασμό των Εναγομένων τιμολόγια που δεν τους αφορούσαν ή αντικείμενα που δεν παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους, αλλά από τον Σωτήρη και τον Robert. Εξηγεί ότι ο Σωτήρης ήταν τότε νεοεισερχόμενος μέτοχος και διευθυντής των Εναγομένων και ο Robert υπάλληλος του. Αναφέρει ότι οι σχέσεις του με τον Σωτήρη σήμερα δεν είναι καλές και δεν μπορεί να επικαλεστεί την μαρτυρία του σε σχέση με τα πιο πάνω. Περαιτέρω, επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 6, 6.1 και 7 της Υπεράσπισης. Τέλος αρνείται τη λήψη των επιστολών ημερ. 16/04/2019 και 26/06/2019 και οποιασδήποτε άλλης επιστολής από τους Ενάγοντες και τους δικηγόρους τους. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αναφέρω ότι η ύπαρξη εμπορικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω, παραδεκτή είναι και η υπογραφή των τριών τελευταίων τιμολογίων εκ μέρους των Εναγομένων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχοντας αναφερθεί στην προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Σημειώνω ότι, η ιδιαιτερότητα της ταχείας διαδικασίας δυνάμει της Δ.30 έγκειται στο ότι η μαρτυρία κατατίθεται γραπτώς και οι μάρτυρες, κατά κανόνα, δεν δίδουν προφορική μαρτυρία, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να αξιολογήσει τη συμπεριφορά, τη στάση, τις αντιδράσεις του μάρτυρα και τον τρόπο που απαντά, όπως συμβαίνει κατά τη συνήθη πορεία της ακροαματικής διαδικασίας. Το γεγονός, όμως, ότι οι μάρτυρες δεν καταθέτουν ζωντανά ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλει τις νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται για την αξιολόγηση και αποδοχή της προσφερόμενης μαρτυρίας, ούτε συνεπάγεται και η χαλάρωση των σχετικών κανόνων, οι οποίοι εφαρμόζονται κατ' αναλογία. Άλλωστε, και στο πλαίσιο της συνήθους ακροαματικής διαδικασίας η αξιολόγηση κάθε μαρτυρίας δεν περιορίζεται και δεν εξαντλείται στην εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας στο ειδώλιο, αλλά γίνεται σε συνάρτηση και συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε. 185/2012, ημερ. 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, με αντιπαραβολή των θέσεων κάθε πλευράς και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πάντοτε υπό το πρίσμα και στο αυστηρό πλαίσιο των δικογραφημένων ισχυρισμών. Επιπρόσθετα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Π.Ε. 328/11, ημερ. 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202). Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Έχοντας μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές, σημειώνω ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ1 αφού το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της είναι πειστικό, παρουσιάζει συνοχή και λογική. Η ΜΕ1 παρουσίασε μια ολοκληρωμένη εικόνα και κατέθεσε σχετικά έγγραφα τα οποία επιβεβαιώνουν τα όσα αναφέρει. Τα όσα προέβαλε η μάρτυρας μέσω της ένορκης δήλωσης της συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων εκτός του μέρους όπου γίνεται ρητή αναφορά πιο κάτω το οποίο όμως ουδόλως επηρεάζει την αξιοπιστία της. Σε γενικότερο πλαίσιο σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε σε σχέση με τα γεγονότα που ανέφερε η ΜΕ1 από τα οποία να διαφαίνεται πρόθεση εκ μέρους της να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος αυτών για να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγόντων και δεν έχω κανένα ενδοιασμό ότι οι θέσεις της αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και τα αληθή γεγονότα. Καταρχάς, σημειώνω ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους. Αναφορικά με τη χρονική περίοδο της συνεργασίας των μερών, σημειώνω ότι η θέση της ΜΕ1 ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε τον Φεβρουάριο 2009 και τερματίστηκε την 24/02/2012 επιβεβαιώνεται από την κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο Γ που παρουσίασε η ίδια. Το Τεκμήριο Γ παρουσιάζει πρώτη ημερομηνία χρέωσης την 24/02/2009, χωρίς να παρουσιάζει προηγούμενο υπόλοιπο, και τελευταία ημερομηνία χρέωσης την 24/02/
  1. Η εν λόγω θέση της ΜΕ1 δεν αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία. Περαιτέρω η θέση της ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους Εναγόμενους τηρούσαν στο όνομα των Εναγομένων χρεωπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο γίνονταν οι χρεώσεις των εμπορευμάτων που αγόραζαν οι Εναγόμενοι και οι πιστώσεις των πληρωμών τους έναντι των οφειλόμενων προς τους Ενάγοντες ποσών, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο Γ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 ως προς την ιδιότητα της ως λογίστρια των Εναγόντων, ως προς τη διαδικασία τήρησης της κατάστασης λογαριασμού και ότι η ίδια καταχωρούσε κάθε εμπορική συναλλαγή των Εναγόντων με τους Εναγομένους, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους ούτε αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία. Επίσης, επισημαίνεται ότι δεν έχει προβληθεί στην Υπεράσπιση οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί μη ορθής τήρησης της κατάστασης λογαριασμού. Αυτό που παρατηρείται στην Υπεράσπιση είναι η γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών που περιστρέφονται γύρω από την κατάσταση λογαριασμού προβάλλοντας τη θέση ότι έχουν εξοφλήσει με μετρητά τους Ενάγοντες και δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω, το υπόλοιπο που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο Γ, είναι το ίδιο ποσό με αυτό που αξιώνεται από τους Ενάγοντες στην αγωγή. Η θέση της ΜΕ1 ότι αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού αποστέλλετο κατά διαστήματα στους Εναγόμενους για σκοπούς ενημέρωσης τους δεν αμφισβητήθηκε, ούτε αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, η θέση της ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες πέραν των δικών τους οχλήσεων προς τους Εναγόμενους και τον κ. Άζινο για καταβολή του οφειλόμενου ποσού, απέστειλαν και επιστολές δια μέσω του δικηγόρου τους καλώντας τους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό με μηνιαίες δόσεις, δεν αντικρούστηκε με θετικό και πειστικό τρόπο. Τα όσα αναφέρει η πλευρά των Εναγομένων σε σχέση με τις εν λόγω επιστολές αποτελούν μια γενική άρνηση ενώ από την άλλη η ΜΕ1 παρουσίαζει αντίγραφα των εν λόγω επιστολών ως Τεκμήρια Ε και ΣΤ. Σε αυτό το σημείο αναφέρω ότι τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της ΜΕ1 ως προς της μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερομηνία 25/02/2010 δεν λαμβάνονται υπόψη αφού δεν έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης. Ούτε και έχει αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες η επιταγή (Τεκμήριο Δ) στις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης τους και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψη (βλ. Δ.28 Θ.3). Περαιτέρω, σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1 που αφορά την χρέωση τόκου, αναφέρω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους: (α) οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν το σύνολο των εκδοθέντων και παραδοθέντων τιμολογίων και δεν έχει επεξηγηθεί η έννοια του «βασικού επιτοκίου» που αναγράφεται στα τιμολόγια και ειδικότερα το ποσοστό αυτού, (β) δεν περιλαμβάνεται χρέωση τόκου στον χρεωπιστωτικό λογαριασμό (Τεκμήριο Γ της ΜΕ1) και (γ) στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης αυτό που διεκδικείται είναι απλά νόμιμος τόκος. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΕ2 θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί και σε αυτή. Από την μαρτυρία του ΜΕ2 επιβεβαιώνεται η μαρτυρία της ΜΕ1 και ειδικότερα, η θέση ότι η περίοδος συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ήταν από τον Φεβρουάριο 2009 μέχρι τον Φεβρουάριο 2012, και ότι οι Εναγόμενοι αγόραζαν από τους Ενάγοντες εμπορεύματα επί πιστώσει. Η θέση του ΜΕ2 ότι είναι ο υπεύθυνος των γραφείων των Εναγόντων στη Λεμεσό και ότι οι Ενάγοντες παρέδιδαν τα εμπορεύματα στα υποστατικά των Εναγομένων δεν αμφισβητείται ούτε αντικρούεται από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, ο ΜΕ2 προβάλει τη θέση ότι οι Ενάγοντες εξέδιδαν τιμολόγια προς τους Εναγόμενους αναφορικά με τα εμπορεύματα που οι τελευταίοι αγόραζαν και παρέδιδαν τα εν λόγω τιμολόγια μαζί με τα εμπορεύματα στα υποστατικά των Εναγομένων, τα οποία υπογράφοντο από τον εκάστοτε παραλήπτη των Εναγομένων συμπεριλαμβανομένου και του κ. Άζινου. Η εν λόγω θέση τεκμηριώνεται από τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ τα οποία είναι τιμολόγια επ' ονόματι των Εναγομένων και είναι υπογεγραμμένα. Σημειώνω ότι στα εν λόγω τιμολόγια υπάρχει αναφορά στο λογαριασμό «22ΑΖ01» ο οποίος είναι ο αριθμός του χρεωπιστωτικού λογαριασμού που παρουσιάζεται από τη ΜΕ1 ως Τεκμήριο Γ. Επίσης ο ισχυρισμός του ΜΕ2 ως προς τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τον κ. Άζινο αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο των Εναγομένων δεν αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ2 επιβεβαιώνει και τη θέση ότι η τελευταία ημερομηνία καταβολής χρημάτων από τους Εναγόμενους ήταν την 24/02/2012 και ότι το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες χρεωστικό υπόλοιπο ανέρχεται σε €3.683,
  2. Σε γενικότερο πλαίσιο, αντικρίζοντας τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες στην ολότητα της, θα πρέπει να λεχθεί ότι πρόκειται για μαρτυρία η οποία βρίσκεται σε πλήρη αρμονία τόσο σε σχέση με τις θέσεις που προώθησαν και οι δύο μάρτυρες όσο και σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες τους θέσεις. Από την άλλη εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 σημειώνω ότι αυτή δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή της. Καταρχάς, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 αποτελείται από σχολιασμό της μαρτυρίας των Εναγόντων και διατύπωση απόψεων και επιχειρημάτων ως προς τις αδυναμίες αυτής. Περαιτέρω, μελετώντας την έγγραφη μαρτυρία του ΜΥ1 εύκολα διαπιστώνεται πως η μαρτυρία του περιέχει αναφορές που δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων. Συγκεκριμένα, στην υπεράσπιση δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε εξειδικευμένος ισχυρισμός περί μη ορθής τήρησης της κατάστασης λογαριασμού ή αμφισβήτησης συγκεκριμένου ποσού ως προς τις χρεοπιστώσεις. Εφόσον οι Εναγόμενοι επέλεξαν να προωθήσουν ρητά, μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1, ότι η κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνει χρεώσεις για εμπορεύματα τα οποία δεν αγόρασαν οι Εναγόμενοι αλλά τρίτα πρόσωπα, ήτοι ο «Σωτήρης» και ο «Robert», η εν λόγω θέση θα έπρεπε να περιληφθεί στο δικόγραφο τους. Αντιθέτως, αυτό που παρατηρείται στην Υπεράσπιση είναι η γενική και αόριστη άρνηση των ισχυρισμών που περιστρέφονται γύρω από την κατάσταση λογαριασμού προβάλλοντας τη θέση ότι έχουν εξοφλήσει με μετρητά τους Ενάγοντες και δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Επίσης, δια μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 προβάλλονται αντιφατικοί ισχυρισμοί. Από τη μια αρνείται ότι οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες εμπορεύματα έναντι των τιμολογίων που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισαν με τη μαρτυρία τους οι Ενάγοντες, και από την άλλη παραδέχεται την υπογραφή και πληρωμή των τελευταίων τιμολογίων που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού δίδοντας μάλιστα λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο αποπληρωμής τους και εξήγηση γιατί κατέβαλε ποσό μεγαλύτερο από το σύνολο των εν λόγω τιμολογίων. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι διαζευκτικοί ισχυρισμοί σε επίπεδο δικογράφων είναι αποδεκτοί, όχι όμως στη μαρτυρία και ειδικά επί ουσιωδών γεγονότων (βλ. El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255). Ως προς τον ισχυρισμό περί εξόφλησης, δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο προς επιβεβαίωση και τεκμηρίωση του ισχυρισμού των Εναγομένων περί εξόφλησης των εμπορευμάτων που αγόρασαν από τους Ενάγοντες. Η θέση του ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι είναι σήμερα ανενεργοί και δεν ασκούν δραστηριότητες παραμένει μετέωρη αφού ο ΜΥ1 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτέ μαρτυρία που να αποδεικνύει τον εν λόγω ισχυρισμό και να τεκμηριώνει τη θέση που προβάλλεται αναφορικά με την απώλεια μαρτυρικού υλικού. Περαιτέρω και η θέση του ΜΥ1 ως προς την αποπληρωμή των τελευταίων τριών τιμολογίων με μετρητά έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αναγράφονται στα Τεκμήρια Β, Γ και Δ που προσκομίστηκαν από τον ΜΕ2 αφού στα εν λόγω τιμολόγια στο μέρος της αποπληρωμής (payment) αναγράφεται λέξη «πίστωση (credit)». Περαιτέρω ο ΜΥ1 δηλώνει ότι προέβηκε σε αποπληρωμή των τελευταίων τριών τιμολογίων με μετρητά, συγκεκριμενοποιώντας ότι το ποσό που κατέβαλε ανερχόταν στις €
  1. Μελετώντας το Τεκμήριο Γ της ΜΕ1 (κατάσταση λογαριασμού) διαφαίνεται ότι το εν λόγω ποσό πληρώθηκε από τους Εναγόμενους την 23/02/
  2. Τα τελευταία δύο τιμολόγια (Τεκμήρια Γ και Δ που παρουσίασε ο ΜΕ2) φέρουν μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης και ως εκ τούτου η θέση που προβάλλει είναι ασυμβίβαστη με το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων, και ως τέτοια, απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη στο σύνολό της τη μαρτυρία του ΜΥ1 καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επ' αυτής για την εξαγωγή ευρημάτων και συνεπώς την απορρίπτω ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Έχοντας αξιολογήσει συνολικά την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία και έχοντας κατά νου τα παραδεχτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τις θέσεις που προωθήθηκαν από τους δικηγόρους τους και τις αγορεύσεις των τελευταίων, προβαίνω στα εξής ευρήματα: Στα πλαίσια συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων μεταξύ της περιόδου 24/02/2009 έως και 24/02/2012, οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν, κατά διάφορες ημερομηνίες, στους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες δομικά υλικά με πίστωση. Οι Ενάγοντες παρέδιδαν τα εμπορεύματα τους στους Εναγόμενους εκδίδοντας ταυτόχρονα και ανάλογα σχετικά τιμολόγια στο όνομα των Εναγομένων. Τα εν λόγω τιμολόγια υπογράφονταν από εκπροσώπους των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες τηρούσαν χρεωπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων στον οποίο οι Ενάγοντες περνούσαν κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ των μερών και ο οποίος χρεωνόταν με το ποσό των τιμολογίων που εξέδιδαν οι Ενάγοντες και πιστωνόταν με τις πληρωμές στις οποίες προέβαιναν κατά καιρούς οι Εναγόμενοι. Ο λογαριασμός που τηρούσαν οι Ενάγοντες στον όνομα των Εναγομένων την 24/02/2012 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €3.683,
  3. Οι Ενάγοντες απαίτησαν εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου και απέστειλαν επιστολές ημερ. 16/04/2019 και 26/06/2019 με τους δικηγόρους τους. Οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €3.683,79 στους Ενάγοντες. Νομική Πτυχή Σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1295. Προηγουμένως στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858 το Εφετείο ανέφερε ότι: «[.] το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not)». Η παρούσα αγωγή βασίζεται σε εμπορική συνεργασία μεταξύ των μερών στο πλαίσιο της οποίας οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν εμπορεύματα στους Εναγόμενους και τηρήθηκε η επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής «Κεφ.149») καθορίζει ποιες συμφωνίες είναι νομικά εκτελεστές με βάση τον Νόμο: «10
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες∙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.» Τα δικαιώματα συμβαλλομένου που έχει υποστεί ζημιά από την παράβαση σύμβασης προσδιορίζονται στο άρθρο 73 του Κεφ.149 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Σύμφωνα με τη νομολογία απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι αφενός η πρόθεση δημιουργίας έννομης σχέσης και αφετέρου η ύπαρξη αντιπαροχής (C. MALATHOURAS & SONS LTD v. ΛΑΪΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
(2004)1Β Α.Α.Δ 1233). Περαιτέρω, η παρούσα διαφορά διέπεται και από τον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο, Ν.10(Ι)1994, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.10(Ι)1994 στην έννοια των αγαθών περιλαμβάνεται κάθε είδος κινητής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνω ότι, όπως τέθηκε και στην υπόθεση Κυριάκου ν. Φιλή
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1811, ο περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμος δεν είναι παρά μόνο μια ειδική πτυχή του περί Συμβάσεων Νόμου και των γενικών αρχών του. Στην υπόθεση Παναγιώτης Μαστρής Λιμιτεδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 728, όπου η απαίτηση βασίστηκε σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού, λέχθηκε ότι «η παρουσίαση των τιμολογίων ήταν μαρτυρία που, αν ήταν αποδεκτή, θα έτεινε να αποδείξει την απαίτηση». Μεταγενέστερα στην απόφαση στην υπόθεση Κλεάνθους ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη κρίση ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από τη στιγμή που παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως επαρκής μαρτυρία για να αποδείξει το υπόλοιπο της ισχυριζόμενης οφειλής, εναπόκειται στον αντίδικο να αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν ήταν επαρκής για να αποδείξει την απαίτηση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στη δε απόφασή του στην υπόθεση CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD. v. Γιωργάλλα, Π.Ε. 271/2012, ημερομηνίας 10.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:A348, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής, αναφορικά με τη θέση της εκεί εφεσείουσας: «[.] η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, είχε δώσει ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης της. Αναμφίβολα θα μπορούσε να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμη και να υποστήριζε την αξίωση με πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, αλλά εκείνο το οποίο είχε παρουσιάσει, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, ήταν ικανοποιητικό. Πρόκειτο για κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την εφεσίβλητη, με γνώση του περιεχομένου του από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ως λειτουργός του Back Office ήλεγχε τις συναλλαγές. Η κατάσταση δόθηκε στην εφεσίβλητη, η ίδια βρισκόταν στο πάτωμα του Χ.Α.Κ. ως συνεργάτης της εφεσείουσας και ανά πάσα στιγμή μπορούσε και να γνωρίζει και να αμφισβητήσει τις πράξεις». Προχωρώ να υπαγάγω τα ευρήματα μου στην νομική πτυχή. Έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία της ΜΕ1 και του ΜΕ2 και εν όψει των ευρημάτων μου, κρίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων προώθησε μια ολοκληρωμένη θέση ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τις εγγραφές στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε επ' ονόματι των Εναγομένων. Αποδέχθηκα τη μαρτυρία της ΜΕ1 η οποία ανέφερε ότι, ως λογίστρια των Εναγόντων, περνούσε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων στην κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματι των Εναγομένων και συναφώς αποδέχθηκα και την ορθότητα των εγγραφών στον εν λόγω λογαριασμό (Τεκμήριο Γ της ΜΕ1). Ως εκ τούτου, συμπεραίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων προσκόμισε στο Δικαστήριο ικανοποιητικά στοιχεία, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προκειμένου να στηρίξει την απαίτησή της. Με την πιο πάνω κατάληξή μου, επαφίετο στους Εναγόμενους να αποδείξουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί εξόφλησης οποιουδήποτε υπολοίπου. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Εναγόμενοι ως αναξιόπιστη, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το δικό τους βάρος απόδειξης. Προδικαστικές Ενστάσεις Πρώτη προδικαστική ένσταση Σε σχέση με την πρώτη προδικαστική ένσταση, αναφέρω ότι οι λέξεις «Λτδ» και «Λίμιτεδ» ή στα αγγλικά «Ltd» ή «Limited» προστίθενται στο όνομα της εταιρείας και δηλώνουν τη νομική υπόσταση της εταιρείας, ήτοι ότι η εταιρεία είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Δηλαδή, το όνομα της εταιρείας είναι αυτό που προηγείται των λέξεων «Λτδ» και «Λίμιτεδ» ή στα αγγλικά «Ltd» ή «Limited». Ούτως η άλλως η λέξη «Λτδ» είναι συντομογραφία της λέξης «Λίμιτεδ» και η λέξη «Ltd» συντομογραφία της λέξης «Limited» και στον περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 παρουσιάζονται ως εναλλασσόμενοι όροι. Σχετικό είναι το άρθρο 4
(1)(α) του περί Εταιρειών Νόμου - Κεφ. 113, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «4.-
(1)Το ιδρυτικό έγγραφο κάθε εταιρείας πρέπει να αναφέρει- (α) (i) το όνομα της εταιρείας μαζί με τη λέξη 'λίμιτεδ' ή 'λτδ' ή στην περίπτωση που το όνομα της εταιρείας αναγράφεται με λατινικούς χαρακτήρες, με τη λέξη 'limited' ή 'ltd', ως την τελευταία λέξη του ονόματος, όταν πρόκειται για ιδιωτική εταιρεία.» Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι δεν προβάλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η εταιρεία ως αναγράφεται στο Κλητήριο ένταλμα είναι πρόσωπο άλλο από αυτούς. Ως εκ τούτου, η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Δεύτερη προδικαστική ένσταση Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Περαιτέρω, το άρθρο 3 του Νόμου προβλέπει ότι: «Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016». Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, και ειδικότερα ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 01/01/2016, προκύπτει ότι η αξίωση των Εναγόντων δεν έχει παραγραφεί και η αγωγή καταχωρίστηκε εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο (Ν.66(Ι)/2012) προθεσμίας. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και η δεύτερη προδικαστική ένσταση. Τρίτη προδικαστική ένσταση Με την Τρίτη προδικαστική ένσταση, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες επέδειξαν υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα, οι Εναγόμενοι, λόγω της παύσης των εργασιών τους, να απωλέσουν μαρτυρικό υλικό (έγγραφα και αποδείξεις) με το οποίο θα μπορούσαν να υπερασπιστούν την αγωγή. Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι παραβιάζεται το δικαίωμα τους για δίκαια δίκη. Καταρχάς αναφέρω ότι από μελέτη του δικαστικού φακέλου δεν προκύπτει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, σημειώνω ότι, ως επεξηγείται ανωτέρω, οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Ν.66(Ι)/2012. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαια δίκη βρίσκεται στους ώμους των Εναγομένων. Όπως αναφέρω πιο πάνω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Εναγόμενοι έχει απορριφθεί. Ως εκ τούτου παραμένει μετέωρος ο ισχυρισμός περί παύσης των εργασιών των Εναγομένων και περί απώλειας του μαρτυρικού τους υλικού. Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση περί μη δίκαιης δίκης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €3.683,79 πλέον νόμιμο τόκο από 13/08/2019 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.