← Κύπρος

RONALYN CASTILLO ν. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ GALATΕX BEACH CENTER BLOCK Z3, Αρ.Αγωγής: 1467/22, 21/7/2023

RONALYN CASTILLO ν. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ GALATΕX BEACH CENTER BLOCK Z3, Αρ.Αγωγής: 1467/22, 21/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A150 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1467/22 Μεταξύ: RONALYN CASTILLO ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ και ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ GALATΕX BEACH CENTER BLOCK Z3 ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2023 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χρ. Σ. Αυγουστή Για Εναγόμενη- Καθ' ης η αίτηση: κος Σ.Α.Πούγιουρος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 17.10.22 Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια) ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης, ως η αξίωση στην έκθεση απαίτησης (στο εξής Ε/Α) δηλαδή για το ποσό των €1.250,00 που αποτελεί ειδικές αποζημιώσεις λόγω ζημιών οι οποίες προκλήθηκαν στην περιουσία της ενάγουσας (στο διαμέρισμα της), από αμέλεια θέσμιου καθήκοντος της εναγόμενης, νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού και έξοδα. Η υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 15.9.22 με την οποία η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη το πιο πάνω ποσό γιατί η τελευταία κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν η Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας GALATEX BEACH CENTER BLOCK Z

  1. Το διαμέρισμα της ενάγουσας ευρίσκεται επί εγγεγραμμένης κοινόκτητης οικοδομής. Κατά ή περί τον Μάρτιο του 2020 προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στην οροφή του διαμερίσματος και στα κεραμίδια επί της ταράτσας αυτού από δυσμενείς παρεμβάσεις επί της κοινόκτητης ταράτσας από αγνώστους προς την ενάγουσα και η εναγόμενη επέτρεψε αυτές. Ένεκα της αμέλειας της εναγόμενης να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκλήθηκαν ζημιές επί του ακινήτου της εναγόμενης. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 17.10.22 και η έκθεση υπεράσπισης στις 28.12.
  2. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1(α), 2 και Δ.48 Θ.1,2,3,4,7,9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (ΚΕΦ.148), στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (ΚΕΦ.224) ΜΕΡΟΣ ΙΙΑ Κοινόκτητες Οικοδομές, και στους Πρότυπους Κανονισμούς για τη Ρύθμιση και Διαχείριση Κοινόκτητων Οικοδομών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση αναφέρονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση (Ε/Δ στο εξής) του Σ.Αυγουστή (Σ.Α στο εξής) ημερ.17.10.22 ο οποίος είναι αρχιτέκτονας. Από το 2008 διατηρεί επαγγελματική σχέση με την Ενάγουσα και το σύζυγό της και είναι ο Σύμβουλος τους σε σχέση με τα ακίνητα που διατηρούν στην Κύπρο. Ο λόγος που δεν προβαίνει η ίδια η Ενάγουσα στην παρούσα Ε/Δ είναι γιατί βρίσκεται στο εξωτερικό. Αυτός γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα σε σχέση με την Ε/Α και τα κλειδιά του επίδικου διαμερίσματος βρίσκονταν υπό την δική του φύλαξη. Επίσης επικαλείται τα πιο κάτω:
  3. Οι απαιτήσεις της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης προέκυψαν σαν αποτέλεσμα παράλειψης της Εναγόμενης να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να περιορίσει την επέμβαση επί της κοινόκτητης ταράτσας και/ή να παρεμποδίσει την οποιαδήποτε επέμβαση επί της κοινόκτητης ταράτσας.
  4. Η Ενάγουσα έχει να λαμβάνει παρά της Εναγόμενης τα εις την Έκθεση Απαίτησης αξιούμενα ποσά και η Εναγόμενη εξακολουθεί εισέτι να οφείλει τα ρηθέντα ποσά. Αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου εν σχέση με την επιδιόρθωση των ζημιών στο επίδικο διαμέρισμα επισυνάπτεται σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  5. Η Εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας και/ή των αντιπροσώπων αυτής αμέλησε και/ή αρνήθηκε να αποζημιώσει εξ ολοκλήρου την Ενάγουσα προσφέροντάς της χατιρικώς το ποσό των 200 ΕΥΡΩ. Αντίγραφο της αλληλογραφίας του Διαχειριστή της Εναγόμενης προς τον σύζυγο της Ενάγουσας ημερομηνίας 10/01/2022 επισυνάπτεται σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  6. Ο σύζυγος της Ενάγουσας διαπίστωσε ότι η Εναγόμενη δεν ήταν πρόθυμη να αναλάβει τα καθήκοντά της παρά το γεγονός ότι η πρόκληση ζημιάς συνδέεται με την παράλειψη της Εναγόμενης να καταβάλει την εύλογη επιμέλεια. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα κάλεσε τον δικό της ασφαλιστή Γ.Χαραλάμπους της CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ όπως παρέμβει για να διευκολύνει την διαμεσολάβηση. Από τις ενέργειες του ασφαλιστή της Ενάγουσας προέκυψε ότι δεν διερευνήθηκε σωστά ο φάκελος της υπόθεσης. Αντίγραφο της αλληλογραφίας του ασφαλιστή της Ενάγουσας προς τον σύζυγο της Ενάγουσας ημερομηνίας 23/02/2022 επισυνάπτεται σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. Στις διαπιστώσεις του πιο πάνω ασφαλιστή απάντησε με επιστολή η Εναγόμενη προς τον σύζυγο της Ενάγουσας προβάλλοντας διάφορους αβάσιμους ισχυρισμούς. Η Εναγόμενη αγνοεί ότι ήταν υπόχρεη να αποτρέψει την παράνομη επέμβαση επί της ταράτσας που προκάλεσε την ζημιά στην Ενάγουσα και να αποκαταστήσει εξ ολοκλήρου την Ενάγουσα για τις ζημιές που υπέστη. Αντίγραφο της επιστολής της Εναγόμενης προς τον σύζυγο της Ενάγουσας ημερομηνίας 01/07/2022 επισυνάπτεται σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  8. Η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και καταχώρησε εμφάνιση την 06/10/2022 μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Στις 13.1.23 η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση και εκ μέρους της προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης και είναι οι εξής:
  9. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  10. Η αίτηση ημερομηνίας 17/10/2022 δεν έχει καταχωρηθεί ως αίτηση δια κλήσεως με βάση τις πρόνοιες της Δ.18 θ.2 αλλά ως μονομερής αίτηση.
  11. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από την ενάγουσα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο δύναται να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και/ή να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής.
  12. Ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή υπάρχουν γεγονότα επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα για υπεράσπιση.
  13. Η αγωγή της ενάγουσας είναι αβάσιμη.
  14. Η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα και/ή στηρίζεται σε εξ΄ ακοής μαρτυρία και/ή είναι ασαφής ως προς την αιτία αγωγής και/ή δεν συνοδεύεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να δύναται να εκδοθεί συνοπτική απόφαση και/ή επισυνάπτονται στην αίτηση αντιφατικά τεκμήρια που δεν συνάδουν προς την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  15. Η αιτήτρια γνώριζε εκ των προτέρων τις θέσεις του εναγόμενου και προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης που είναι εκτός της Δ.
  16. Η ένσταση συνοδεύεται από την Ε/Δ του Ανδρέα Αναστασίου ο οποίος επικαλείται ότι είναι μέλος του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση, διαχειρίζεται τα διάφορα θέματα που αφορούν το συγκρότημα κοινόκτητης οικοδομής γνωστής ως "Galatex Beach Center", γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο να προβεί στην παρούσα Ε/Δ στην οποία αναφέρονται τα εξής:
  17. Έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του Στέλιου Αυγουστή ημερομηνίας 17/10/2022 με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνεί.
  18. Όπως συμβουλεύεται η εν λόγω ένορκη δήλωση περιέχει ασαφείς ισχυρισμούς και δεν αναφέρει ούτε προσφέρει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ως προς την ακριβή ζημιά που προεκλήθη στο διαμέρισμα της ενάγουσας, από που προεκλήθη, κάτω από ποιες συνθήκες και με ποιο ακριβές τρόπο έχει άμεση ή έμμεση σχέση ο εναγόμενος και όπως συμβουλεύεται, ο ενόρκως δηλών δεν αποτελεί άτομο το οποίο ορκίζεται θετικά ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ή το οποίο γνωρίζει επαρκώς ή άμεσα τα εν λόγω γεγονότα.
  19. Περαιτέρω ο εν λόγω Σ.Αυγουστή ("Σ.Α.") παραλείπει να αναφέρει τι κατά τον ίδιο μέτρα έπρεπε ο εναγόμενος να λάβει ώστε να περιορίσει ή παρεμποδίσει την οποιαδήποτε υποτιθέμενη επέμβαση.
  20. Περαιτέρω ο Σ.Α. επισυνάπτει στην Ε.Δ. ως τεκμήριο 3 επιστολή ασφαλιστή ο οποίος αναφέρει την απόφαση της ασφαλιστικής εταιρείας που εξέτασε την ισχυριζόμενη ζημιά ότι η εκτίμηση της οποιασδήποτε ζημιάς ήταν €500,- και όχι €1.250,- που αξιώνεται στην αγωγή, ότι αυτή η ζημιά προεκλήθη από νερό της βροχής επειδή το Διαμέρισμα δεν έχει συντηρηθεί ορθά ή καθόλου. Όπως συμβουλεύεται η εν λόγω αναφορά αντικρούει την θέση της αιτήτριας σε βαθμό που δεν θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση χωρίς να υπερασπισθεί ο εναγόμενος με τόσο αντιφατικά τεκμήρια στην Ε.Δ.
  21. Ουδέποτε η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο να σταματήσει ή εμποδίσει ή περιορίσει οποιαδήποτε υποτιθέμενη επέμβαση από οποιοδήποτε.
  22. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία πραγματογνώμονα ως προς την ισχυριζόμενη ζημιά παρά μόνο μία γενική προσφορά που αφορά διάφορα ποσά ανακαίνισης του διαμερίσματος χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής ή μαρτυρία ειδικού ως προς το εύλογο της προσφοράς έστω για τα 2 αξιούμενα κονδύλια.
  23. Όπως συμβουλεύεται η αγωγή είναι αβάσιμη.
  24. Δεν υπάρχει Διαχειριστική Επιτροπή ειδικά για το μπλοκ Ζ3, και όπως συμβουλεύεται η αγωγή στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου.
  25. Η Δ.Ε. ουδέποτε αναγνώρισε ότι έχει οποιαδήποτε ευθύνη.
  26. Η δικηγόρος της ενάγουσας έλαβε επιστολή ημερομηνίας 29/07/22 των δικηγόρων του εναγόμενου (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως τεκμήριο «1») στην οποία επεξηγείτο η θέση του εναγόμενου, την οποία η αιτήτρια αγνόησε και προχώρησε σε καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση χωρίς η περίπτωση αυτή, όπως συμβουλεύεται, να είναι κατάλληλη για συνοπτική απόφαση. Συνεπώς η αίτηση της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις από τους συνήγορους των 2 πλευρών και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση κανενός ενόρκως δηλούντα. Επιπρόσθετα έκαστος ανέφερε προφορικά τα ουσιώδη σημεία της αίτησης και της ένστασης και απάντησε στις διευκρινίσεις οι οποίες ζητήθηκαν από το δικαστήριο. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί δεόντως από το δικαστήριο και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Προϋποθέσεις Δ.18, Θ.1 Δυνάμει της Δ.18, θ,1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones

(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, θ.1, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18, θ1 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η Δ.18, θ1, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: · Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. · Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. · Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και την αξίωση, ο οποίος να δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18 - θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της καταλληλότητας ομνύοντα ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει αίτηση, ως η υπό εξέταση, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Η Δ.39, θ.2, περιορίζεται σε άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Στις ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Κ.2 αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Από το λεκτικό της Δ.18 Κ.1(α) προκύπτει ότι ο ενάγοντας θεωρείται δεδομένο ότι είναι ικανός να προβεί στην Ε/Δ που απαιτείται εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι ο ενάγοντας. Η ίδια διάταξη παρέχει την δυνατότητα η εν λόγω Ε/Δ να γίνεται και από πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα. Όμως το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, επιβεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής. Η θετική γνώση είναι μια ευρύτερη έννοια από την προσωπική γνώση και δεν προϋποθέτει απαραίτητα προσωπική γνώση. Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιές περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Πρέπει να υπερτονιστεί ότι, το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της Ε/Δ του προσώπου αυτού. Τέλος η εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης θα πρέπει να γίνεται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Άδεια Υπεράσπισης H δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.B.262 και Knapp - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.500). Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ήταν τότε) Γ.Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφοράστην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18 .......» Στη Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς, του εναγόμενου, για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: · Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. · Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18-θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου («condescend upon particulars»). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), επανατονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη, στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ε/Δ του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Ένας εναγόμενος για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. σελ. 1912, το κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται, εκτός εάν παρασχεθούν λεπτομέρειες σε λογική έκταση. Διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα την αχρήστευση του κριτηρίου αυτού. Στην Sigma T.V. Ltd v Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408) σημειώθηκε ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση μιας αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να αγνοεί τα όσα καταγράφονται σε μια τυχόν καταχωρηθείσα Υπεράσπιση, και ότι, για σκοπούς της κρίσης του, θα πρέπει να συνυπολογίζει, για το κατά πόσο εγείρεται ή όχι καλόπιστη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή ζητήματα για τα οποία ορθότερο θα ήταν να διεξαχθεί μια πλήρης ακροαματική διαδικασία, το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση. Εξέταση της αίτησης Ερχόμενη στη συνέχεια στην παρούσα αίτηση θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι η εξέταση αυτής θα γίνει στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Οι αναφορές στις αγορεύσεις των διαδίκων σε γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στα πιο πάνω δεν θα ληφθούν υπόψην καθότι ως είναι νομολογημένο δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία μέσω αγορεύσεων. Κρίση επί των προϋποθέσεων της Δ.18 Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) πληρούνται, εφόσον: (α) το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, (β) η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 6.10.
  1. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ο ομνύοντας της Ε/Δ που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δηλώνει, ότι γνωρίζει προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα γιατί από το 2008 διατηρεί επαγγελματική σχέση με την ενάγουσα και τον σύζυγο της και είναι ο σύμβουλος τους σε σχέση με τα ακίνητα που διατηρούν στην Κύπρο. Ο λόγος που δεν προέβηκε η ενάγουσα στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι γιατί απουσιάζει στο εξωτερικό και τα κλειδιά του επίδικου διαμερίσματος τα κατέχει ο ίδιος. Η θέση της καθ΄ης η αίτηση είναι ότι ο πιο πάνω δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Εδώ δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο από το περιεχόμενο της Ε/Δ του, προκύπτει ότι αυτός ως ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της ενάγουσας η οποία απουσιάζει στο εξωτερικό, διαπίστωσε τι επακριβώς συνέβηκε στην περιουσία της αιτήτριας και να επιβεβαιώνει το αγώγιμο δικαίωμα της. Η απάντηση είναι αρνητική καθότι από το περιεχόμενο της, πλην της θέσης του ότι διατηρεί επαγγελματική σχέση με αυτήν δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε περιγραφή ή αναφορά τι διαπίστωσε ο ίδιος αναφορικά με τις ζημιές στο διαμέρισμα της, τί ζημιές ήταν αυτές, σε ποιούς χώρους ήταν αυτές, και σε ποιά διαβήματα προέβηκε ενόψει της ιδιότητας την οποία επικαλείται. Ακόμη ερχόμενη στο περιεχόμενο της Ε/Δ του πιο πάνω διαπιστώνω ότι στην συνοπτική παράθεση των γεγονότων από αυτόν υπάρχουν κενά και ελλείψεις τα οποία θα εκθέσω πιο κάτω, χωρίς συγκεκριμένες αναφορές στα επίδικα, ούτως ώστε να επιβεβαιώνει το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Συναφώς κρίνω ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι 3 πρώτες προυποθέσεις της Δ.18 Κ.1(α) και, ως έχει προαναφερθεί, σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα αναφερθώ στα εν λόγω κενά και θα εξετάσω παράλληλα κατά πόσο η εναγόμενη απέδειξε ότι έχει καλή υπεράσπιση ή αποκάλυψε τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην αγωγή. Πρωτίστως θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τον 6ο και τον 4ον λόγο ένστασης της καθ΄ης η αίτηση αντίστοιχα σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Ε/Δ του Σ.Α ως και τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια. Ο 6ος λόγος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η εν λόγω Ε/Δ του Σ.Α δεν συνοδεύεται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα ώστε να δύναται να εκδοθεί συνοπτική απόφαση και ο 4ος λόγος ότι η καθ΄ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι το διαμέρισμα της ενάγουσας ευρίσκεται σε κοινόκτητη οικοδομή και στην Ε/Δ του Σ.Α ότι η επέμβαση έγινε επί της κοινόκτητης ταράτσας. Στην Ε/Δ του ομνύοντα αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4 ότι οι απαιτήσεις της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης προέκυψαν σαν αποτέλεσμα παράλειψης της Εναγόμενης να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να περιορίσει την επέμβαση επί της κοινόκτητης ταράτσας και/ή να παρεμποδίσει την οποιαδήποτε επέμβαση επί της κοινόκτητης ταράτσας. Η Ενάγουσα έχει να λαμβάνει παρά της Εναγόμενης τα εις την Έκθεση Απαίτησης αξιούμενα ποσά και η Εναγόμενη εξακολουθεί εισέτι να οφείλει τα ρηθέντα ποσά. Αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου εν σχέση με την επιδιόρθωση των ζημιών στο επίδικο διαμέρισμα σχετικό το τεκμ.
  2. Καταρχήν είναι εμφανές ότι ο Ε/Δ δεν προβαίνει σε καμία περιγραφή της κοινόκτητης οικοδομής στην οποία ανήκει το κατ΄ισχυρισμό διαμέρισμα της αιτήτριας, εφόσον διαφαίνεται και από τον τίτλο της αγωγής ότι πρόκειται για οικοδομικό τετράγωνο, ούτε και η επακριβής ιδιότητα της καθ΄ης ως η Διαχειριστική Επιτροπή με την παρουσίαση οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου. Το επισυνημμένο τεκμήριο 1 της εταιρείας P. KKOSTI CONSTRUCTIONS με ημερομηνία 11.9.20 περιγράφει διάφορες εργασίες με διάφορα ποσά, για διαμέρισμα στο GALATEX και σε σπίτι στον Άγ.Τύχωνα στο όνομα του P.Siegfried. Αυτό δεν θεωρώ ότι αποτελεί τιμολόγιο αλλά ούτε και περιγράφει με ευκρίνεια ποιές από αυτές τις εργασίες εκτελέστηκαν, εάν εκτελέστηκαν, εάν εκτελέστηκαν κατόπιν συγκεκριμένων ζημιών, ποιού διαμερίσματος, σε ποιούς χώρους αυτού, ποιά η σχετικότητα με τις κατ΄ισχυρισμό εκτελεσθείσες εργασίες στο διαμέρισμα της αιτήτριας, εάν πληρώθηκε το ποσό και ποιά η απόδειξη πληρωμής αυτών. Διαπιστώνω ακόμη ότι τα αξιούμενα ποσά στην Ε/Α ύψους €1250 διαφέρουν από τα αναφερόμενα ποσά και εργασίες στο τεκμ.1 αλλά και την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς περί τούτων στην Ε/Δ του Σ.Α. Είναι εμφανές στην Ε/Δ του Σ.Α ότι παρά την αναφορά για επιδιόρθωση ζημιών εντούτοις καμία συγκεκριμένη περιγραφή δεν γίνεται, αλλά ούτε και παρουσιάζεται οποιαδήποτε έκθεση εμπειρογνώμονα/ειδικού ο οποίος να επισκέφθηκε τον χώρο και να τις διαπίστωσε. Επίσης στο τεκμ.1 γίνεται αναφορά ονόματος σε κάποιον P.Siegfried's για διαμέρισμα στο Galatex και σε σπίτι στον Αγ.Τύχωνα. Στην Ε/Δ του Σ.Α (παράγρ.4) αναφέρει ότι το τεκμ.1 αποτελεί τιμολόγιο σε σχέση με την επιδιόρθωση ζημιών στο επίδικο διαμέρισμα. Δεν θα συμφωνήσω με την εν λόγω θέση καθότι στο τεκμ.1 δεν καθορίζεται ποιό είναι το διαμέρισμα ή το σπίτι στον Αγ. Τύχωνα, δεν περιγράφει οποιεσδήποτε ζημιές αλλά περαιτέρω στην Ε/Δ του δεν συσχετίζει ποιό είναι το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο ή εάν αυτό είναι ο σύζυγος της ενάγουσας για τον οποίο γίνεται μνεία στην Ε/Α. Το τεκμήριο 2 αποτελεί επιστολή από τον Α.Ανδρονίκου Πρόεδρο της Επιτροπής με ημερ.10.1.22 προς τον Pasqual, εις απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος του, αναφορικά με προκληθείσες ζημιές στο διαμέρισμα του και τον παροτρύνει να αξιώσει αποζημιώσεις από την ασφαλιστική εταιρεία του και η επιτροπή η οποία όμως δεν υπέχει ευθύνη τελικώς του καταβάλλει ως ένδειξη καλής θέλησης το ποσό των €200 που αποτελεί μέρος των ζημιών. Επίσης υπάρχουν οφειλόμενα ποσά κοινοχρήστων από αυτόν. Από το τεκμ.2 δεν φαίνεται εάν ο πιο πάνω αναφέρεται στο συγκεκριμένο διαμέρισμα γιατί δεν δίνεται καμία περιγραφή τούτου. Αμφίβολο εάν πρόκειτο για το επίδικο αφ΄ης στιγμής φαίνεται ότι η αιτήτρια έχει και άλλα ακίνητα με βάση την ίδια την Ε/Δ του Σ.Α. Το τεκμήριο 3 απευθύνεται από τον Γ.Χαραλάμπους εκ μέρους ασφαλιστικής εταιρείας προς τον Pasqual και προβαίνει σε αναφορά για ζημιές στο διαμέρισμα 25 - 26 κατόπιν ελέγχου από Λειτουργό της. Διαπιστώνω εκ πρώτης όψεως αντιφατικότητα ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας στην Ε/Α με το περιεχόμενο του τεκμ.3 το οποίο ομιλεί για εκτίμηση των ζημιών σε €500 από την ασφαλιστική εταιρεία η οποία όμως δεν καλύφθηκε λόγω του ότι αποτελεί ζημιά η οποία προκλήθηκε λόγω βροχών από μη ορθή ή ελλιπή συντήρηση στην οροφή. Το τεκμήριο 4 ημερ.1.7.22 το οποίο δεν φαίνεται να είναι ηλεκτρονικό μήνυμα ή επιστολή, αλλά ούτε και το όνομα του παραλήπτη απλά συνάγεται από το περιεχόμενο του ότι απευθύνεται από τον Α.Ανδρονίκου προς τον ιδιοκτήτη/ή κάτοχο του διαμερίσματος 25 - 26 και του αναφέρει ότι θα του καταβληθεί το επιπλέον ποσό των €300 για τις ζημιές σε αυτό, χωρίς η επιτροπή να έχει οποιαδήποτε ευθύνη για αυτές. Επίσης ο ίδιος οφείλει να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των κοινοχρήστων αφού αφαιρέσει τα €
  3. Το αμφισβητούμενο και σημαντικό στην παρούσα το οποίο και παραμένει αναπάντητο είναι πώς και πότε προκλήθηκαν οι ζημιές, από ποιόν, ποιές είναι αυτές, σε ποιό ακριβώς χώρο, ποιές ήταν οι παραλείψεις της καθ΄ης εφόσον είναι η διαχειριστική επιτροπή ως διατείνεται ο Ε/Δ. Αυτές δεν καθορίζονται επακριβώς στην Ε/Δ του Σ.Α. Στην παράγραφο 8 της Ε/Α αναφέρεται ότι κατά ή περί τον Μάρτιο 2020 προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στην οροφή του διαμερίσματος και στα κεραμίδια επί της ταράτσας αυτού από δυσμενείς παρεμβάσεις επί της κοινόκτητης ταράτσας από αγνώστους προς την ενάγουσα. Στην παράγραφο 9 «η εναγόμενη επέτρεψε τις δυσμενείς παρεμβάσεις επί της κοινόκτητης ταράτσας». Αυτό το οποίο αναφέρει στην Ε/Α (13.1, 13.2) ως ειδικές ζημιές, ήτοι σπατουλάρισμα και μπογιάτισμα ταβανιού κουζίνας, ταβανιού εισόδου διαμερίσματος, αφαίρεση και επανατοποθέτηση 3 ηλιακών συλλεκτών και λέβητα και επιδιόρθωση οροφής κρίνω ότι δεν αποτελούν περιγραφή των ζημιών αλλά εκτέλεση εργασιών. Στην Ζήνων Μερκής Λτδ v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1923, όπου το Δικαστήριο στην σελίδα 1937 αναφέρει τα ακόλουθα: Η αρχή - κατέληξε η σχετική εισήγηση - είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αρκετός ο ισχυρισμός, στις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, ότι ο διάδικος "υπέστη ζημιές". Θα έπρεπε να παρατίθενται λεπτομέρειες των ζημιών, άλλως δεν μπορεί όχι μόνο να επιδικασθούν τέτοιες ζημιές, αλλά ούτε καν να επιτραπεί να δοθεί τέτοια μαρτυρία, ενώπιον του δικαστηρίου. Έχοντας ενώπιον μου το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό καταλήγω ότι πλείστοι εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας - ενάγουσας δεν είναι σαφείς και εξηγώ. Πρώτο η επακριβής σχέση της με το επίδικο διαμέρισμα, ποιό είναι αυτό, πού ευρίσκεται σε σχέση με το συγκρότημα GALATEX, ποιά η επακριβής σχέση της οικοδομής με την εναγόμενη, τί ζημιές προκλήθηκαν, πότε, πού, πώς, από ποιόν, ποιές είναι οι παραλείψεις της εναγόμενης, ποιά η εμπλοκή του συζύγου της και της ίδιας σε όλα αυτά. Η καθ΄ης η αίτηση επικαλείται στον 2ο λόγο της ένστασης ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε ως μονομερής και όχι διά κλήσεως, ως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.48 Κ.2
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει ότι μια αίτηση δια κλήσεως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον Τύπο 46 που περιλαμβάνεται στο Παράρτηµα Α (Appendix Α). Στον εν λόγω Τύπο φαίνεται ότι στο σώμα της αίτησης πρέπει να αναγράφονται μεταξύ άλλων οι διάδικοι, τί διάταγμα εξαιτείται ο αιτητής, την νομική βάση της αίτησης, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται και στο κάτω μέρος το όνομα και η διεύθυνση του προσώπου στο οποίο θα επιδοθεί. Ερχόμενη στην αίτηση της αιτήτριας ημερομηνίας 17/10/2022 διαπιστώνω ότι ακολουθήθηκε ο πιο πάνω τύπος με όλα τα προαπαιτούμενα του. Εκείνο που διαπιστώνεται περαιτέρω είναι η αναγραφή «ΕΞ ΠΑΡΤΕ» αίτηση στον τίτλο της αίτησης. Στη συνέχεια αναγράφεται ότι «καλούνται όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να παρουσιαστούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, συγκεκριμένη ώρα και ημέρα προς ακρόαση της αίτησης». Συνεπώς θεωρώ ότι η αίτηση είναι διά κλήσεως και η αναγραφή της ως «ΕΞ ΠΑΡΤΕ» είναι απλή παρατυπία, εκ μέρους της Ενάγουσας η οποία δεν θεωρώ ότι ως τέτοια είναι μοιραία. Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι ο σκοπός της Διαταγής 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση, η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη. Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία, η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.
  1. Να αναφέρω ότι ο 2ος λόγος δεν υποστηρίχθηκε στην Ε/Δ της καθ΄ης η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ενόψει των πιο πάνω αυτός απορρίπτεται, εφόσον η επίδικη αίτηση επιδόθηκε προς τους Δικηγόρους της Εναγόμενης στις 08/11/2022 και η καθ΄ης η αίτηση παρουσιάστηκε στη διαδικασία και καταχώρισε και την ένσταση της. Ούτε και ο 5ος λόγος υποστηρίχθηκε στην Ε/Δ της εναγόμενης ήτοι ότι η αγωγή της είναι αβάσιμη και συνεπώς απορρίπτεται. Ο 7ος λόγος ένστασης αναφέρεται στο ότι η αιτήτρια γνώριζε εκ των προτέρων τις θέσεις της καθ΄ης η αίτηση και καταχώρησε την παρούσα που είναι εκτός της Δ.
  2. Δεν έχει τεθεί συγκεκριμένα από την καθ΄ης πώς η αιτήτρια εμποδιζόταν διά νόμου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, συνεπώς είναι θέση αβάσιμη και αναιτιολόγητη την οποία και απορρίπτω. Συνεπώς ενόψει των πιο πάνω συμφωνώ με την θέση της καθ΄ης η αίτηση και εγκρίνω τον 1ον, 3ον, 4ον και τον 6ο λόγο ένστασης και απορρίπτω τον 2ον, 5ον και 7ον. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, για το λόγο ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης. Έχει καταστεί σαφές από τη νομολογία ότι η χρήση της εξουσίας αυτής πρέπει να γίνεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Ο σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής και η έκδοση απόφασης όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα αλλά για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση μου για την έκδοση συνοπτικής απόφασης στην παρούσα είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για να μπορέσω να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα. Εάν έχω εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για τη δίκαιη επίλυση της αγωγής δεν πρέπει να προχωρήσω να εκδώσω συνοπτική απόφαση. Έχοντας υπόψη όσα ανέφερα πιο πάνω θεωρώ ότι οι θέσεις του Ε/Δ (για την αιτήτρια) που προβάλλονται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση χαρακτηρίζονται από πλήρη γενικότητα και αοριστία. Θα συμφωνήσω με την υπεράσπιση ότι ελλείπουν, στην ουσία, εκείνες οι αναγκαίες λεπτομέρειες και στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση και να εκδώσει συνοπτική απόφαση υπέρ της. Η παρούσα θεωρώ ότι δεν είναι μία καθαρή περίπτωση που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει την εναγόμενη από του να προβάλει την υπεράσπισή της ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία φαίνεται ότι υπάρχει, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς αυτήν. Στην παρούσα θεωρώ ότι υπάρχουν τόσον νομικά όσον και πραγματικά ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν μόνο μετά από πλήρη ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Όσο αφορά τα έξοδα δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Ως εκ τούτου τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας - ενάγουσας και υπέρ της καθ΄ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα πληρωθούν στο τέλος της δίκης. ........... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.