← Κύπρος

Αναφορικά με τον ΑΝΤΩΝΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ - ΚΕΔΙΠΕΣ, Γεν. Αίτηση: 74/22, 15/6/2023

Αναφορικά με τον ΑΝΤΩΝΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ - ΚΕΔΙΠΕΣ, Γεν. Αίτηση: 74/22, 15/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε. Δ. Γεν. Αίτηση: 74/22 I - JUSTICE Μεταξύ: Αναφορικά με τον ΑΝΤΩΝΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ - από τη Λεμεσό, οδός Ι.Κυριακίδη, ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ στην υπό τον αριθμό Αίτηση Διαχείρισης 86/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αιτητή και Αναφορικά με τον Περί Πωλήσεως ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο: Ν. 81(Ι)/11 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 32(Ι)/12, 139/15 και 48(Ι)/17 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Ιουνίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κος Σ.Σωφρονίου Για Καθ΄ων η αίτηση: κα Κα Ρ.Καραμανή για Χρ.Ιωάννου ΔΕΠΕ Μονομερής Αίτηση ημερ.15.5.23 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα μονομερή αίτηση ο Αιτητής ως ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Παναγή καταχώρησε στις 15/05/23 αίτηση με την οποία ζήτησε και έλαβε προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στους καθ΄ων η αίτηση -Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ - ΚΕΔΙΠΕΣ - ως εμπράγματοι δικαιούχοι υποθηκών (ενδιαφερόμενο μέρος στην κυρίως αίτηση η οποία εκκρεμεί) την πώληση και/ή εκποίηση, διά δημόσιου πλειστηριασμού των 2 ακινήτων από τα 17, τα οποία αναφέρονται στο Δελτίο Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού (με αρ.16 και 17), ήτοι του καταστήματος με αρ.εγγραφής 0/13X51, στην οικοδομή [ ] - Κτίριο 1 - Block D, τοποθεσία: Λεωφ. Αμαθούντος - Άγιος Τύχωνας Λεμεσού - Κατάστημα αρ.54, στο ισόγειο, και του καταστήματος με αρ.εγγραφής 0/13X52, Άγιος Τύχωνας Λεμεσού - Κατάστημα αρ.55, στο ισόγειο (στο εξής κατάστημα), τα οποία ο αποβιώσας - αγοραστής αγόρασε το έτος 1978, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της παρούσας υπόθεσης ή μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της διαδικασίας η οποία ξεκίνησε στις 14.4.22 με την καταχώρηση της κυρίως αίτησης ο αιτητής εξαιτείται διάταγμα του δικαστηρίου που να του επιτρέπει την εκπρόθεσμη κατάθεση στο Κτηματολόγιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου του καταστήματος αρ.55 ως επίσης και της κατάθεσης εγγράφων που αφορούν το κατάστημα με αρ.54 λόγω της μη ανεύρεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου γι΄αυτό. Με βάση τη σχετική Ένορκη Δήλωση του αιτητή το Δικαστήριο στις 17/05/2023 μετά από ακροαματική διαδικασία και αφού ικανοποιήθηκε, εξέδωσε μονομερώς το πιο πάνω διάταγμα. Μετά την έκδοση του διατάγματος και την επίδοση του στους καθ΄ων η αίτηση αυτοί καταχώρησαν ένσταση την 26.5.23 με την οποία προωθούνται συνολικά 27 λόγοι διά τους οποίους ισχυρίζονται ότι η αίτηση ημερ.15.5.23 πρέπει να απορριφθεί και το εκδοθέν διάταγμα να ακυρωθεί με έξοδα εναντίον του αιτητή. Ως προς τα γεγονότα, η αίτηση στηρίζεται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του Α.Περικλέους, από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 15.5.23 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει꞉ «ότι είναι ο Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Γ.ΠΑΝΑΓΗ, βάσει Δικαστικού διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού στην Αίτηση Διαχείρισης με αρ.86/2015 (σχ.το Διαχειριστικό διάταγμα ημερ.28/5/2019 τεκμ.1). Από της ανάληψης από αυτόν ως ο αντικαταστάτης της προηγούμενης διαχειρίστριας, της διαχείρισης της περιουσίας που ο πιο πάνω αποβιώσας καταλείπει μέχρι και σήμερα, προσπαθεί να βρει κάθε είδους περιουσιακό του στοιχείο για να προχωρήσει και περατώσει, αφού διανείμει τη περιουσία του στους νόμιμους κληρονόμους του, τη διαχείριση που έχει αναλάβει. Έχει βρει όλη τη περιουσία του αποβιώσαντα, πλην του ενός από τα δύο από αυτόν αγορασθέντα επίδικα καταστήματα με τα στοιχεία που εκθέτει στην Αίτηση του. Δυστυχώς όμως παρά τις προσπάθειες του για το ένα

(1)από τα δύο καταστήματα του αποβιώσαντα, το υπ΄αρ.15 (σήμερα με αρ.54) κατάστημα, στη πολυκατοικία [ ] στη Λεωφ.Αμαθούντος, στον Άγιο Τύχωνα, δεν μπόρεσε να ανεύρει το αγοραπωλητήριο έγγραφο του, πλήν αρκετών αποδείξεων πληρωμής του τιμήματος αγοράς του και μερικές επιστολές που επιβεβαιώνουν την από τον αποβιώσαντα αγορά και αυτού του καταστήματος από την υπό Εκκαθάριση σήμερα Εταιρεία του Συγκροτήματος των Εταιρειών Α.ΠΙΕΡΗ, A. Pieris (Sun Sea) Development Ltd. Λόγω των πιο πάνω δυσκολιών και της παρόδου αρκετού χρόνου, της αλλαγής του διαχειριστή και όλα αυτά ένεκα του θανάτου του αποβιώσαντα, δεν γνώριζε και δεν μπόρεσε έγκαιρα να διαπιστώσει εάν ο αποβιώσας κατάθεσε τα δύο
(2)αγοραπωλητήρια έγγραφα του στο Κτηματολόγιο. Μόλις πρόσφατα επιβεβαίωσε το γεγονός αυτό και άμεσα προχώρησε στα αναγκαία διαβήματα χαρτοσήμανσης του ενός
(1)ανευρεθέντος υπογραμμένου αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερ.16/6/1978 (τεκμ.3(Α)) που αφορά το κατάστημα αρ.16 (σήμερα αρ.55,σχ.τεκμ.3Β). Ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αίτηση του και για τα δύο
(2)καταστήματα. Αυτός δεν γνώριζε ότι ο Νόμος (Τροποποιητικός του 2011) του παρείχε το δικαίωμα να αιτηθεί και να καταχωρήσει στο Κτηματολόγιο τα έγγραφα που ανηύρε, για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης. Μόλις όμως το πληροφορήθηκε από τον Δικηγόρο του προχώρησε στα αναγκαία διαβήματα, ως ανωτέρω εκθέτει. Από πληροφορίες που έλαβε από τους κληρονόμους και άλλα συγγενικά πρόσωπα του αποβιώσαντα, με την αποπεράτωση του κτιρίου ο αποβιώσας έλαβε τη πραγματική και αδιάλειπτη κατοχή και των δύο καταστημάτων του, τα οποία και κατέχονται μέχρι και σήμερα από τους κληρονόμους του. Τα καταστήματα αυτά τα ενοικιάζουν σε τρίτους ως εστιατόριο με την ονομασία ''ΚΙΣΣΟΣ''. Για τα 2 καταστήματα εκδόθηκαν χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας και η πωλήτρια εταιρεία A. Pieris (Sun Sea) Development Ltd, τα ενέγραψε στο όνομα της αδελφής εταιρείας της A.PIERIS HOTELS LTD, αλλά δεν έγινε η μεταβίβαση επ΄ονόματι του αποβιώσαντα λόγω του θανάτου του (4/2/2014) μετά από μακράν ασθένεια, (σχ. φωτοαντίγραφα
(2)τίτλων ιδιοκτησίας των καταστημάτων που αγόρασε ο αποβιώσαντας ως τεκμ.4, 5). Ο αποβιώσας έχει εξοφλήσει το τίμημα αγοράς και των δύο καταστημάτων από τις 2/12/1982 (σχ.απόδειξη πληρωμής τεκμ.6). Ως εκ τούτου και επειδή καμιά οικονομική ή άλλη εκκρεμότητα υφίσταται, στη περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, κανείς δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά η απώλεια. Επισυνάπτει επίσης διάφορα άλλα έγγραφα και αποδείξεις για υποστήριξη των θέσεων του (τεκμ.7 -12). Γι΄αυτό καταχώρησε ως υποστηρίζει την κυρίως Αίτηση ημερ.14/04/2022 όπου ζητεί να καταθέσει εκπρόθεσμα στο Κτηματολόγιο τόσο το Αγοραπωλητήριο έγγραφο του καταστήματος αρ.55 όσο και έγγραφα και αποδείξεις για το κατάστημα με αρ.
  1. Στη συνέχεια να μεταβιβάσει τα δύο καταστήματα στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα. Τα 2 καταστήματα μαζί με άλλα της ίδιας Εταιρείας, η οποία εν τω μεταξύ τέθηκε υπό την διαχείριση του Εκκαθαριστή - Κ.Φραντζή - Καθ΄ου η Αίτηση αρ.1 (στην κυρίως αίτηση), έχουν υποθηκευτεί το 2008 (σε χρόνο που ο κατ΄ισχυρισμό αγοραστής ήταν εν ζωή) στο τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, μεταγενέστερα ΣΕΔΙΠΕΣ και τώρα Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. η οποία, ως πληροφορήθηκε ο αιτητής, προωθεί τη πώληση τους με δημόσιο πλειστηριασμό που προγραμματίζεται για τις 15/06/
  2. Και αυτό οι Καθ΄ων αρ.3 ΚΕΔΙΠΕΣ το πράττουν ως εμπράγματοι δικαιούχοι υποθηκών επί των δύο ως άνω καταστημάτων (σχ.τεκμ.13) Εάν οι Καθ΄ών η Αίτηση αρ.3 Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. επιτύχουν ως ανωτέρω στην καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξένωση ή δέσμευση των ακινήτων, τότε η υπόθεση του θα καταστεί εκ των πραγμάτων άνευ αντικειμένου και θα θιγούν ανεπανόρθωτα τα νόμιμα συμφέροντα του και/ή των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα και δεν θα απονεμηθεί ορθά σε μεταγενέστερο στάδιο η Δικαιοσύνη. Πιστεύει ότι λόγω της ιδιάζουσας αυτής περίπτωσης και κυρίως δια λόγους ασφάλειας και λόγω του κατεπείγοντος και του φόβου μήπως οι Καθ΄ών η Αίτηση αρ.3 προλάβουν ανά πάσα στιγμή και αποξενώσουν ή δεσμεύσουν τα καταστήματα, πρέπει το Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Γι΄αυτό και αιτείται τις θεραπείες ως στην Αίτηση του, μέχρι πέρατος της εκδίκασης της Υπόθεσης του και/ή μέχρι της έκδοσης απόφασης ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη θεραπεία δεν θα βλάψει κανένα παρά μόνον θα διασφαλίσει τόσο τη σωστή απονομή της Δικαιοσύνης όσο και αυτόν σε σχέση με την εξασφάλιση και διεκπεραίωση της διαχείρισης προς όφελος των νόμιμων κληρονόμων. Οι 27 λόγοι της ένστασης εμφαίνονται στο σώμα της και δεν χρήζουν επανάληψης αλλά θα γίνεται αναφορά τους εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, απλά διαπιστώνεται ότι κάποιοι από αυτούς είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους, επαναλαμβάνονται και επικαλούνται μεταξύ άλλων τα εξής:
  3. Μη εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 32 (λόγοι 7 - 10, 17, 20, 21, 25,26),
  4. Μη Δικαιοδοσία του δικαστηρίου (λόγος ένστασης 4, 5), υπέρβαση εξουσίας (λόγος 4, 6),
  5. Παράλειψη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης (λόγοι ένστασης 15.1, - 15.4, 17, 18),
  6. Μη νομιμοποίηση του αιτητή για ακύρωση του πλειστηριασμού (λόγος 1,2,3),
  7. Καθυστέρηση, μη ύπαρξη Κατεπείγοντος, Κατάχρηση (λόγοι ένστασης 15.3, 17 - 19, 24, 25),
  8. Αδικαιολόγητη η μονομερής έκδοση του διατάγματος (λόγος 11-13, 17). Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση υπογραμμένη υπό της Μ.Γεωργίου (ΜΓ στο εξής) την οποία δεν θα παραθέσω αυτούσια αλλά θα αναφερθώ πιο κάτω σε ουσιώδη σημεία αυτής όπου κρίνεται σκόπιμο. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης και οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή σε σχετική νομολογία και δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις των διαδίκων και θα τις λάβει υπόψη του και στον βαθμό που είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατά παρέκκλιση της βασικής αρχής δικαίου ότι κανείς δεν δικάζεται χωρίς να ακουστεί, η οποία εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem», ο νομοθέτης, με το Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, επιτρέπει την έκδοση διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος εφόσον καταδειχθεί το επείγον ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις. Πρόκειται για εξαιρετικό αλλά και σπάνιο μέτρο. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προχωρήσει μονομερώς στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και να διαγνώσει εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Νόμο για την έκδοση του διατάγματος, αλλά διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.48,θ.8
(3)να δώσει οδηγίες ώστε η αίτηση να γίνει δια κλήσεως για να λάβει γνώση η άλλη πλευρά. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Παραλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051: «Ο πρωτόδικος Δικαστής διατηρεί την ευχέρεια να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία εάν θα προχωρήσει με τη μονομερή αίτηση, ή εάν θα δώσει οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά». Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60 έχει αναλυθεί με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 AAΔ 557 και οι εν λόγω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, γι΄ αυτό το θέμα είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά αναφέρονται. Στη συνέχεια παρατίθενται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, πριν το Δικαστήριο αποφασίσει, να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων, υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και κατ΄ επέκταση στη διατήρηση του σε ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης ή την μη έκδοση του:
  1. Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
  2. Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. (Κωνσταντίνου v. Διευθύντριας υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας, Έφεση Αρ. 10/2020, 15/10/2020, Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55). Στην υπόθεση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 λέχθηκε ότι: «Η πρώτη προϋπόθεση που ορίζει το άρθρο 32 αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά». Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone Jameson Copyright, 12η έκδοση παραγ.621 (σε μετάφραση): «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση, με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία». Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης, πέραν από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorgou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία που προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015), T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802,Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι, ούτε και καταλήγει σε συμπεράσματα ως προς συγκρουόμενα πραγματικά θέματα αλλά αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης (Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225). Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος έχει αναλυθεί και στην ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, (πιο πάνω). Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται με την αντίστοιχη ανάγκη, να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιός από τους δύο διάδικους, θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321). Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury?s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό τρόπο, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης και μόνο, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφόσον αυτές αμφισβητούνται. Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9, επί του Νόμου 14/60 άρθρο 32, επί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2, 3 και 9, και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 έχει εφαρμογή όταν ο αιτητής διεκδικεί την περιουσία για την οποία ζητείται το διάταγμα και εγείρει δικαιώματα σε αυτή. Όπως επεξηγήθηκε στην Γρηγόρης ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αποτελεί ειδική ρύθμιση, η οποία δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο ορθά αναφέρεται στην παρούσα και προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα καθοδηγείται από τις πρόνοιες του άρθρου 32. Στην νομική βάση της αίτησης και της ένστασης εμφαίνεται και το άρθρο 9 του Κεφ. 6 το οποίο προνοεί για την έκδοση διαταγμάτων από το δικαστήριο σε περίπτωση ύπαρξης κατεπείγοντος, με μονομερή αίτηση ενός από τους διαδίκους. Ως ανέφερα πιο πάνω η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και αφού εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα ημερ.17.5.23, αυτό επιδόθηκε στους καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι ενίστανται και ζητούν όπως αυτό ακυρωθεί. Όσον αφορά το αναφερόμενο άρθρο 5 του Κεφ.6, διάταγμα με βάση αυτό μπορεί να εκδοθεί με σκοπό να παρεμποδιστεί ο καθ' ου η αίτηση να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας του, όσον είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του αιτητή, κάτι που όμως δεν ζητεί ο αιτητής στην παρούσα. Συνεπώς αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης δέον να επαναλάβω ότι αρχικά ο Αιτητής με την κυρίως αίτηση ημερ.14.4.22 αιτήθηκε διατάγματος επιτρέπον την εκπρόθεσμη κατάθεση ενός πωλητηρίου εγγράφου για το κατάστημα με αρ.55 και την κατάθεση αποδείξεων για το κατάστημα με αρ.54 καθότι το πωλητήριο έγγραφο του δεν εντοπίστηκε. Στη νομική βάση της κυρίως αίτησης αναφέρεται μεταξύ άλλων ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (81(I)/2011), άρθρα 3
(1), 6, 7 και
  1. Στο άρθρο 2 ερμηνεύεται η «σύμβαση» δηλαδή η σύμβαση πώλησης ή ανταλλαγής ή εκχώρησης ή αντιπαροχής ή συμφωνία διανομής ακίνητης ιδιοκτησίας. Το άρθρο 3 προνοεί για τις αναγκαίες διατυπώσεις σύμβασης για να μπορεί αυτή να κατατεθεί. Το εδάφιο (β) αναφέρει «(β) η σύμβαση είναι γραπτή, περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει το αντάλλαγμα και είναι υπογεγραμμένη από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη....». Το άρθρο 12 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης. Από τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την θέση του αιτητή περί της μη ανεύρεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου για το κατάστημα με αρ.54, χωρίς να εξετάζεται η ουσία της κυρίως αίτησης διαπιστώνεται η ανυπαρξία σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση γι΄αυτό. Στον πιο πάνω Νόμο και στο άρθρο 12 δεν αναφέρεται η δυνατότητα κατάθεσης οποιονδήποτε άλλων εγγράφων που να αντικαθιστούν το πωλητήριο έγγραφο. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα του. Συνακόλουθα στην ανυπαρξία της α΄ προϋπόθεσης δεν θα προχωρήσω, ως προνοεί η νομολογία, στην εξέταση των άλλων προϋποθέσεων που ορίζει το άρθρο 32 αναφορικά μόνο με το κατάστημα με αρ.
  2. Η κατάσταση θεωρώ ότι διαφοροποιείται αναφορικά με το κατάστημα με αρ. εγγραφής 0/[ ], αρ.55 για το οποίο υπάρχει αγοραπωλητήριο έγγραφο (τεκμ.3Β της αίτησης). Στο δικαστήριο κατατέθηκαν αποδείξεις οι οποίες καταδεικνύουν διάφορες πληρωμές προς την εταιρεία A.PIERIS ESTATES LTD (σχ. το τεκμ.6 το οποίο αναφέρει τελική εξόφληση αγοράς 2 καταστημάτων στο [ ] COMPLEX LTD), ως επίσης διάφορες χαρτοσημασμένες αποδείξεις στο όνομα του αποβιώσαντα και απόδειξη τελών υδατοπρομήθειας του καταστήματος (τεκμ.7). Περαιτέρω στην επιστολή ημερ.14.12.81 του λογιστή της πιο πάνω εταιρείας γίνεται αναφορά σε ύπαρξη αγοραπωλητηρίων συμβολαίων μεταξύ τους (τεκμ. 8, 9). Το γεγονός ότι η σύμβαση φέρει ημερομηνία 16/06/1978 δηλαδή καταρτίστηκε 44 έτη πριν επιχειρηθεί για 1η φορά η κατάθεσή της, ως η θέση των καθ΄ων, δεν είναι ζήτημα το οποίο θα αποφασίσω σε αυτό το στάδιο, αλλά λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου ότι ο αγοραστής του καταστήματος απεβίωσε (4/2/2014) και διορίστηκε ο αιτητής ως διαχειριστής της περιουσίας, εις αντικατάσταση της αποβιώσασας συζύγου του αγοραστή (σχ.τεκμ.2). Αυτός λόγω των πιο πάνω δυσκολιών διαπίστωσε στην πορεία ότι το εν λόγω αγοραπωλητήριο δεν κατατέθηκε στο Επ.Κτηματολόγιο και προχώρησε στα αναγκαία διαβήματα χαρτοσήμανσης του ενός
(1)ανευρεθέντος αγοραπωλητήριου εγγράφου για το κατάστημα αρ.55 και στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης, για να το μεταβιβάσει στη συνέχεια στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα. Είναι σημαντική η θέση του αιτητή ότι ο αποβιώσας έλαβε τη πραγματική και αδιάλειπτη κατοχή του καταστήματος αρ.55, το οποίο κατέχεται μέχρι και σήμερα από τους κληρονόμους του και ενοικιάζεται σε τρίτα πρόσωπα ως εστιατόριο με την ονομασία ''ΚΙΣΣΟΣ''. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εταιρεία στην οποία είναι εγγεγραμμένα τα 2 επίδικα τέθηκε υπό Διαχείριση και διορίστηκε Εκκαθαριστής ο οποίος είναι διάδικος στην κυρίως αίτηση. Αυτά έχουν υποθηκευτεί το 2008 στο τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, μεταγενέστερα ΣΕΔΙΠΕΣ και τώρα Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ. - καθ΄ων η αίτηση. Ο αιτητής με βάση την θέση του πληροφορήθηκε ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ ενυπόθηκος δανειστής προωθεί τη πώληση τους με δημόσιο ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ο οποίος θα λάβει χώρα στις 15.6.23. Και αυτό οι Καθ΄ων η αίτηση το πράττουν ως εμπράγματοι δικαιούχοι υποθηκών επί των 2 καταστημάτων (σχ.τεκμ.13). Θεωρώ ότι αναφορικά με το κατάστημα αρ.55 προκύπτει βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα για απόκτηση του από τους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντα - αγοραστή και ότι εάν οι Καθ΄ων η Αίτηση επιτύχουν να το πωλήσουν, τότε η Γενική Αίτηση του αιτητή θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η εκδίκαση της αχρείαστη, θα θιγούν ανεπανόρθωτα τόσο τα νόμιμα συμφέροντα των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα όσο και τα δικαιώματα του διαχειριστή σε σχέση με την εξασφάλιση και διεκπεραίωση της διαχείρισης προς όφελος των πιο πάνω προσώπων. Ως εκ των ως άνω, θεωρώ ότι ικανοποιούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αφού από τη μαρτυρία, τα τεκμήρια και τη κυρίως Αίτηση υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο μέσα από το οποίο δικαιολογείται εύρημα του δικαστηρίου ότι το όλο ζήτημα το οποίο εξέθεσε ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου είναι σοβαρό και έχει καταφέρει να αποδείξει σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στο στάδιο εξέτασης της πρώτης και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ.T.A.Micrologic Computer Consultants Ltd vs Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, για το ίδιο κατάστημα της δυσχερούς ή αδύνατης απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή διευρύνεται επί τη βάση και άλλων κριτηρίων και όχι μόνο του χρηματικού κριτηρίου της αποζημίωσης. "Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία"(Μ. And Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. vs Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 στη σελίδα 1799). Ως πλήρη δικαιοσύνη νοείται η απόδοση στον Ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται δυνάμει του Νόμου (Παναγίδου κ.α.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 396 στη σελ.404). Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos vs Pieris (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί να αποζημιωθεί ο Αιτητής και εάν μπορεί να υπολογιστεί το ποσό της αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπόψη την θέση του αιτητή ότι το επίδικο αγοράστηκε από τον αποβιώσαντα και μετά τον θάνατο του κατέχεται από τους κληρονόμους του και ενοικιάζεται ανενόχλητα για αρκετά χρόνια σε τρίτα πρόσωπα δημιουργώντας μία κατάσταση πραγμάτων. Οι καθ΄ων επικαλούνται ότι είναι φερέγγυοι και δύνανται να αποζημιώσουν τον αιτητή σε περίπτωση εκποίησης του καταστήματος αρ.55, όμως δεν συγκεγκριμενοποιούν επακριβώς τον τρόπο αυτής της αποζημίωσης. Περί τούτου δεν μου διαφεύγει η αδιαμφισβήτητη καταχώρηση της αίτησης με αρ. ΑΕΑ 6X/22 (εγκλωβισμένου αγοραστή) αναφορικά με το κατάστημα αρ.55, για την οποία το δικαστήριο δεν γνωρίζει ποιά είναι η εξέλιξη της (σχ.τεκμ.6 ένστασης). Στις πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση «ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α λέχθηκε για την 3η προϋπόθεση ότι: «αυτή σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρουση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία». Επίσης στην υπόθεση Παπαστράτης v. Πιερίδης
(1979)1 CLR 231 επισημάνθηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Εκείνο που το Δικαστήριο εξετάζει προς διαπίστωση της πλήρωσης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, είναι τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης προς εκτίμηση του μεγέθους και της φύσης της ζημιάς σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί. Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων θεωρώ ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί μεταγενέστερα, καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός ποσού αποζημιώσεων που θα δικαιούται, εφόσον αυτό ενοικιάζεται εδώ και αρκετά χρόνια και ενδεχομένως πλην των δικαιωμάτων του αιτητή, των νόμιμων κληρονόμων να προσβάλλονται και δικαιώματα των τρίτων προσώπων - ενοικιαστών του καταστήματος με αρ.55, σε αντιδιαστολή με τους καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι είναι ενυπόθηκοι δανειστές από το 2008 και δεν προχώρησαν προγενέστερα σε οποιαδήποτε διαβήματα για το επίδικο, χωρίς να είναι γνωστός ο λόγος. Επίσης δεν έχει δοθεί επαρκής λόγος από τους καθ΄ων ότι δεν τους κωλύει οτιδήποτε να επανέλθουν αργότερα σε περίπτωση απόρριψης της κυρίως αίτησης. Συνακόλουθα κρίνω ότι ο αιτητής θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την ενδεχόμενη ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος για το κατάστημα 55. ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ, ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ, ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ - ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ( 7 - 10 - 13, 15, 17, 18, 20, 21, 24, 25ος, ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ) Με βάση την Ένορκη Δήλωση του αιτητή το Δικαστήριο στις 17/05/2023 μετά από ακροαματική διαδικασία και αφού ικανοποιήθηκε, εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα στηριζόμενο στο άρθρο 32 του Ν.14/60 (έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων) και στο 9
(1)του Κεφ.6 το οποίο αναφέρεται στην απόδειξη του κατεπείγοντος. Οι καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται την μη ύπαρξη κατεπείγοντος γιατί ο αιτητής γνώριζε την διαδικασία του πλειστηριασμού από τις 21.10.22 με την επίδοση της αίτησης 165/22 για έκδοση προνομιακού εντάλματος εναντίον του διατάγματος που εκδόθηκε στην κυρίως αίτηση και διέταξε την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου για το κατάστημα με αρ.55 το οποίο στη συνέχεια ακυρώθηκε. Με βάση τα ενώπιον μου κατατεθειμένα τεκμήρια διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν καθυστέρησε στη καταχώρηση της Αίτησης του, ως διατείνονται οι καθ΄ων και εξηγώ: «στις παρ.7 και 19 της Ε/Δ της ένστασης αναφέρεται ότι αντίγραφα των ειδοποιήσεων που αποστέλλονται από τον ενυπόθηκο δανειστή, βάση του Ν9/65 ήτοι η Ειδοποίηση Τύπου ''Ι'', ''ΙΒ'' και ''ΙΑ'' επιδόθηκαν στον Εκκαθαριστή». Δηλαδή είναι εμφανές ότι αυτά δεν επιδόθηκαν στον Αιτητή, του οποίου εγνώριζαν την ύπαρξη από τη κοινοποίηση σχετικής ειδοποίησης σ΄αυτούς από το Κτηματολόγιο στις 25/7/22 (σχ. το τεκμ.6 των Καθ΄ων η Αίτηση). Ο Αιτητής δεν διαφαίνεται πουθενά ότι αυτός εγνώριζε την επακριβή ημερομηνία την οποία θα λάμβανε χώρα ο πλειστηριασμός του ακινήτου ήτοι 15.6.23 ημερομηνία την οποία πληροφορήθηκε πρόσφατα πριν την καταχώρηση της αίτησης του. Επίσης οι καθ΄ων δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία ή συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι ο ίδιος ο αιτητής ειδοποιήθηκε ή του επιδόθηκε οποιαδήποτε επιστολή ή ειδοποίηση για την επακριβή ημερομηνία του επικείμενου πλειστηριασμού. Εφόσον αυτός προσωπικά δεν ειδοποιήθηκε για την ημερομηνία πώς θα προέβαινε σε καταχώρηση οποιασδήποτε αίτησης πριν το ορισμό του πλειστηριασμού. Ακόμη το γεγονός της προώθησης της διαδικασίας εκποίησης εκ μέρους των καθ΄ων προς τον εκκαθαριστή της πωλήτριας του εν λόγω καταστήματος αρ.55 (ενυπόθηκης οφειλέτριας εταιρείας) δεν ισοδυναμεί με την ημερομηνία ορισμού ενός πλειστηριασμού. Δηλαδή το εάν ο αιτητής με την πολιτική αίτηση 165/22 γνώριζε ότι προωθείτο διαδικασία εκποίησης εκ μέρους των καθ΄ων αυτό δεν ισοδυναμεί με την γνώση του ότι τελικά ο πλειστηριασμός ορίστηκε στις 15.6.23 και αυτός έπρεπε να δράσει από τότε, αφ΄ης στιγμής δεν του επιδόθηκε οποιοδήποτε στοιχείο περί τούτου. Συνεπώς δεν διαβλέπω πώς ο αιτητής είτε καθυστέρησε, είτε απέκρυψε από το δικαστήριο στοιχεία ως οι καθ΄ων επικαλούνται τα οποία μάλιστα είναι ουσιώδη (λόγοι ένστασης 15 - 15.4, 17, 18). Συνακόλουθα θεωρώ ότι ο αιτητής ως ο διαχειριστής της εν λόγω περιουσίας έχοντας πληροφορηθεί ότι επίκειται πλειστηριασμός των 2 καταστημάτων προχώρησε και καταχώρησε άμεσα την παρούσα λόγω της ύπαρξης κατεπείγοντος. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ανωτέρω). Η αρχή όμως αυτή ισχύει μόνο στην περίπτωση που το διάταγμα εκδίδεται αρχικά χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά μετά από μονομερή αίτηση, εφόσον η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση τέτοιου διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179, Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva, Πολ. Εφέσεις 130 και 131/09, ημερ. 29.1.10). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση The Royal Bank of Scotland v. Πλοίο "KALIA"
(2012)1 Α.Α.Δ. 6: Η σχετική αρχή που επιβάλλει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, εφαρμόζεται σε διαδικασίες όπου το ένα μέρος επιζητεί θεραπεία μονομερώς, δηλαδή όπως στην παρούσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της ένστασης τίθενται γενικά και αφορούν ως ανέφερα πιο πάνω ειδοποιήσεις που δεν επιδόθηκαν στον ίδιο τον αιτητή για να λάβει γνώση και συνεπώς εάν ελάμβανε, τότε ενδεχόμενα να τίθετο θέμα οποιασδήποτε απόκρυψης γεγονότων. Επίσης οι καθ΄ων αναφέρουν ότι οι δημοσιεύσεις του δελτίου του ηλεκτρ.πλειστηριασμού έγιναν στις 27.4.23 και ο αιτητής δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Δεν θα συμφωνήσω λέγοντας ότι και εάν ακόμη ο αιτητής έλαβε γνώση με την δημοσίευση του πλειστηριασμού στις 27.4.23 θεωρώ ότι η χρονική περίοδος των 17 ημερών (27.4.23 - 15.5.23) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καθυστέρηση και δη αδικαιολόγητη. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, η μη αποκάλυψη κάποιου γεγονότος δεν οδηγεί αυτόματα και χωρίς άλλο στην ακύρωση του διατάγματος αφού το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που θα δικαιολογούσε την άμεση ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (βλ.Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. νς Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, 284 και Γρηγορίου κ.α. νς Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 266). Συνεπώς με τα ενώπιον μου στοιχεία δεν θεωρώ ότι ο αιτητής παραπλάνησε το Δικαστήριο με δήθεν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, θέση η οποία απορρίπτεται. Έχω διεξέλθει με προσοχή τους 27 λόγους ένστασης και κρίνω ότι πλείστα εκ των θεμάτων τα οποία επικαλούνται και επαναλαμβάνουν οι καθ΄ων η αίτηση θα απασχολήσουν το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως αίτησης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Εξετάζοντας λοιπόν το ισοζύγιο της ευχέρειας όπου αποφασίζεται το εύλογο και το δίκαιο της απόφασης για την εξακολούθηση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος αναφορικά μόνο για το κατάστημα με αρ.55, κρίνω ότι υπό το σύνολο όλων των περιστάσεων και γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου συγκλίνω υπέρ της αποδοχής του αιτήματος γιατί η παράταση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος δεν θα προκαλέσει καμία ζημιά στους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι ως ανέφερα δύνανται να επανέλθουν στο δικαστήριο με την περάτωση της κυρίως αίτησης. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Είναι η θέση των καθ΄ων ότι σε περίπτωση απολυτοποίησης του αιτούμενου διατάγματος, τα δικαιώματα που πλήττονται είναι τα δικά τους εφόσον θα απαγορευθεί σε αυτούς να προχωρήσουν με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν. 9/65, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται στο μέγιστο η θέση των, λαμβανομένων υπόψη και των δικαιωμάτων τους κάτω από τα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος. Οι αναφορές τους ότι δεν γνώριζαν ότι υπήρχε αγοραπωλητήριο του εν λόγω καταστήματος κατά την υπογραφή των υποθηκών, γιατί τους το απέκρυψε η πωλήτρια εταιρεία στην οποία διορίστηκε εκκαθαριστής, δεν είναι θέμα που θα εξεταστεί στο παρόν στάδιο ούτε και μπορεί να καταλογίζεται στον αιτητή. Επίσης η θέση τους ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να ζητεί με την παρούσα ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού γιατί μόνο μέσα στα πλαίσια έφεσης παραχωρείται τέτοια θεραπεία, δυνάμει του Ν.9/65 Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής εδώ γιατί με την ενώπιον μου μαρτυρία δεν διαφαίνεται ότι επιδόθηκε σε αυτόν με την ιδιότητα είτε του ενυπόθηκου οφειλέτη, είτε του ενδιαφερόμενου προσώπου, οποιαδήποτε έγγραφη ειδοποίηση ως προνοεί το άρθρο 44Γ (1 - 3) με την οποία να του ζητείται η εξόφληση οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού που του αποστέλλεται, τάσσοντας του και συγκεκριμένη προθεσμία. Συνεπώς αυτές απορρίπτονται και ορθά ο αιτητής βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας και διαφαίνεται ότι με τα ενώπιον του δεδομένα η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του αιτητή. Επί του προκειμένου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο τα πιο πάνω δικαιώματα των καθ΄ων και να παραγνωρίσω την θέση του αιτητή ότι το εν λόγω κατάστημα αγοράστηκε από τον αποβιώσαντα το 1978 και κατείχετο αδιάλειπτα από αυτόν και στη συνέχεια από τους κληρονόμους του οι οποίοι το ενοικιάζουν σε τρίτα πρόσωπα. Μάλιστα η ύπαρξη του αγοραστή ήταν γνωστή στην ΣΕΔΙΠΕΣ (σχ.τεκμ.6 ένστασης). Συνακόλουθα οι πιο πάνω λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι και οι οποίοι αφορούν το κατάστημα με αρ.
  2. Στη βάση όλων των ανωτέρω, συμφωνώ με την θέση του αιτητή ότι η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος αναφορικά με το κατάστημα αρ.55 θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη στα δικαιώματα του. Εν κατακλείδι, από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και όλα τα σχετικά τεκμήρια, είναι ξεκάθαρο ότι ο Αιτητής έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60 του περί Δικαστηρίων Νόμου αναφορικά με το κατάστημα αρ.
  3. Είναι επίσης ξεκάθαρο, ότι πλείστες εκ των θέσεων των καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν ουδεμία σχέση με την παρούσα αίτηση αλλά πιθανό να αποτελέσουν την υπεράσπιση τους την οποία πιθανό να κληθούν να προβάλουν κατά την κυρίως αίτηση, το βάσιμο της οποίας όμως δεν μπορεί να εξεταστεί και κριθεί σε αυτό το στάδιο. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή την παράταση της ισχύς του, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας. Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στη στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ.Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεπιμπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179 όπου γίνεται σχετικά αναφορά στην υπόθεση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504). Ο Αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα που εκδόθηκε στις 17.5.23 θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Στην προκείμενη περίπτωση με όλα τα ενώπιον μου τεκμήρια κρίνω ότι ο αιτητής απέδειξε στο Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ.14/60 και απέσεισε το βάρος που ο ίδιος είχε αναφορικά με το κατάστημα 55, με αρ.εγγραφής 0/13052 ως αναφέρεται στο δελτίο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού με αρ.17, για το οποίο το εκδοθέν διάταγμα καθίσταται απόλυτο και θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης και ο προγραμματισμένος ηλεκτρονικός πλειστηριασμός γι΄ αυτό ακυρώνεται. Αναφορικά με το κατάστημα 54, με αρ.εγγρ. 0/13051 ως αναφέρεται στο δελτίο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού με αρ.16, για το οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω και για το οποίο δεν υπάρχει αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ο αιτητής δεν απέσεισε το βάρος που είχε, συνεπώς το διάταγμα ως προς αυτό ακυρώνεται και ο προγραμματισμένος ηλεκτρονικός πλειστηριασμός μπορεί να λάβει χώρα κανονικά. Ενόψει του πιο πάνω αποτελέσματος τα έξοδα επιδικάζονται κατά το ήμισυ στις 2 πλευρές, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης στην παρούσα αίτηση. [Υπ.]............. Γ. Ιωαννίδου - Παπά Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.