Sky CAC Limited ν. Christos Patatinis and Sons (Contractors and Developers) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 157/17, 28/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A162 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 157/17 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Limited Εναγόντων και 1. Christos Patatinis and Sons (Contractors and Developers) Ltd 2. Χριστάκη Πατατίνη και ή Χρίστου Πατατίνη και ή Χριστάκη Στέλιου Πατάτα (Πατατίνη) 3. Μάρως Πατατίνη και ή Μαρίας Πατατίνη και ή Μάρως Χριστάκη Πατατίνη το γένος Λούη Σαββίδη Εναγομένων ------------------------------------- Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερ. 9.1.2023 Μεταξύ: Sky CAC Limited Εναγόντων και 1. Christos Patatinis and Sons (Contractors and Developers) Ltd 2. Χριστάκη Πατατίνη και ή Χρίστου Πατατίνη και ή Χριστάκη Στέλιου Πατάτα (Πατατίνη) 3. Μάρως Πατατίνη και ή Μαρίας Πατατίνη και ή Μάρως Χριστάκη Πατατίνη το γένος Λούη Σαββίδη Εναγομένων ---------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σίαα ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-3: κ. Χ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 ως πρωτοφειλετών και των Εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών, διάφορα ποσά πλέον τόκο, ως οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει μιας συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού, πέντε συμφωνιών δανείου και μιας συμφωνίας λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, καθώς επίσης και διατάγματα εναντίον και των τριών Εναγομένων για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Κατά την ακρόαση της Αγωγής οι Ενάγοντες περιόρισαν τις αξιώσεις τους στα απαιτούμενα ποσά δυνάμει των τριών συμφωνιών δανείου και των συναφών εγγυήσεων, καθώς επίσης και στα διατάγματα αναφορικά με τις οκτώ εκ των δέκα υποθήκες. Επίσης οι Εναγόμενοι απέσυραν την Ανταπαίτηση η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια της ακρόασης κατέθεσαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες, δύο για τους Ενάγοντες και δύο για τους Εναγόμενους. Ο πρώτος μάρτυρας των Εναγόντων ήταν ο ΚΧ (ΜΕ1) ο οποίος εργάζεται στη Διεύθυνση Διαχειρίσεως Οριστικών Καθυστερήσεων της Alpha Bank Cyprus Ltd. Ο ΜΕ1 κατέθεσε όλα τα έγγραφα των συμφωνιών δανείου, συμβάσεων εγγυήσεων, υποθηκών και άλλων εξασφαλίσεων, επιστολές, καθώς επίσης και τις αρχικές και αναδομημένες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο ΝΑ (ΜΕ2) ο οποίος εργαζόταν στη Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων της Τράπεζας η οποία χειριζόταν τα επίδικα δάνεια. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε στις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών παροχής δανείων και ετοιμασίας και αποστολής στους Εναγόμενους 2 και 3 των ενημερωτικών επιστολών για καθυστερήσεις πληρωμής αναφορικά με τους επίδικους λογαριασμούς. Ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1) ήταν ο πρώτος μάρτυρας για τους Εναγόμενους. Αυτός είναι διευθυντής και μέτοχος των Εναγομένων 1 και σύζυγος της Εναγομένης 3 η οποία είναι η γραμματέας και επίσης μέτοχος των Εναγομένων 1. Ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στις συνθήκες σύναψης των συμφωνιών δανείου, στη λειτουργία των συναφών λογαριασμών και στη μη λήψη των ενημερωτικών επιστολών. Η επόμενη μάρτυρας για τους Εναγόμενους ήταν η ΑΘ (ΜΥ2), διευθύνων σύμβουλος της Alternus Consulting Ltd, Οικονομολόγος. Η ΜΥ2 κατέθεσε Έκθεση στην οποία καταγράφει τα ευρήματα της αναφορικά με τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων των τριών επίδικων λογαριασμών και τα δικά της συμπεράσματα ως προς τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν κείμενο παραδεκτών γεγονότων, δυνάμει του οποίου οι δύο πλευρές περιόρισαν τα επίδικα θέματα τα οποία τελικώς καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 1-3 δέχονται την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων και δηλώνουν τα ποσά για τα οποία ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1-3 αναφορικά με τους τρεις επίδικους λογαριασμούς είτε στη βάση αποδοχής των θέσεων των Εναγόντων είτε στη βάση αποδοχής των θέσεων των Εναγομένων. Τα επίδικα θέματα βασικά αφορούν στο περιθώριο και στη δυνατότητα της Τράπεζας να το αυξάνει μονομερώς, καθώς επίσης και στον τόκο υπερημερίας και στο κατά πόσο η Τράπεζα δικαιούται σε αυτόν στο αξιούμενο ποσοστό προς 1,75%. Εξ ου και οι αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αυτά τα ζητήματα. Με τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων και όπως αναγνωρίζουν οι δικηγόροι των δύο πλευρών, η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για σκοπούς κατάληξης σε ευρήματα περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό. Ουσιαστικά είναι κοινώς παραδεκτή η σύναψη όλων των συμφωνιών δανείου, η παροχή των εγγυήσεων και των υποθηκών καθώς επίσης και η παραλαβή κάποιων των επιστολών. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: 1. Οι Ενάγοντες είναι Τράπεζα δεόντως εγγεγραμμένη με την επωνυμία Alpha Bank Ltd και με ειδικό ψήφισμα το οποίο κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών, από τις 20.12.06 μετονομάστηκε σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Διεξάγει και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. 2. Οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη με την επωνυμία Christos Patatinis Trading Ltd και με βάση ειδικό ψήφισμα το οποίο κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών, από τις 25.4.07 μετονομάστηκε σε Christos Patatinis and Sons (Contractors and Developers) Ltd. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της ήταν και παραμένει ο Εναγόμενος 2 και γραμματέας η Εναγομένη 3. Σχετικά είναι τα Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 17. 3. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία ημερ. 14.8.07 για την παροχή δανείου ύψους ΛΚ360.000 (€615.096,52), Τεκμήριο 1. 4. Για την εν λόγω συμφωνία ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αρ. [ ]. 5. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν τρεις τροποποιητικές (της ως άνω συμφωνίας ημερ. 14.8.07) συμφωνίες ημερ. 24.7.08, 27.4.10 και 2.7.10 με τις οποίες συμφωνείτο το υπόλοιπο του δανείου και διαφοροποιούνταν οι όροι αποπληρωμής αυτού, Τεκμήρια 2-4 αντίστοιχα. 6. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία ημερ. 13.12.07 για την παροχή δανείου ύψους ΛΚ550.000 (€939.730,79), Τεκμήριο 6. 7. Για την εν λόγω συμφωνία ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αρ. [ ]. 8. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν δύο τροποποιητικές (της ως άνω συμφωνίας ημερ. 13.12.07) συμφωνίες ημερ. 27.4.10 και 2.7.10 με τις οποίες συμφωνείτο το υπόλοιπο του δανείου και διαφοροποιούνταν οι όροι αποπληρωμής αυτού, Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. 9. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία ημερ. 27.4.10 για την παροχή δανείου ύψους €1.100.000, Τεκμήριο 10. 10. Για την εν λόγω συμφωνία ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αρ. [ ]. 11. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν τροποποιητική (της ως άνω συμφωνίας ημερ. 27.4.10) συμφωνία ημερ. 2.7.10 με την οποία συμφωνήθηκε το υπόλοιπο του δανείου και διαφοροποιήθηκαν οι όροι αποπληρωμής αυτού, Τεκμήριο 11. 12. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν τα ποσά των δανείων στους αντίστοιχους λογαριασμούς. 13. Στις 14.8.07 οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 για το ποσό των ΛΚ360.000 (€615.096,52), Τεκμήριο 14. 14. Στις 13.12.07 οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 για το ποσό των ΛΚ550.000 (€939.730,79), Τεκμήριο 15. 15. Στις 27.4.10 οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 για το ποσό των €1.110.000, Τεκμήριο 16. 16. Οι Εναγόμενοι 1 παραχώρησαν τις ακόλουθες υποθήκες προς όφελος των Εναγόντων ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις τους: (
- i)Y.06/06 ημερ. 19.4.06, Τεκμήριο 18, (
- ii)Υ.49/07 ημερ. 15.2.07, Τεκμήριο 19, (iii) Υ.79/09 ημερ. 7.9.07, Τεκμήριο 20, (
- iv)Υ.19/07 ημερ. 14.12.07, Τεκμήριο 21. 17. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραχώρησαν τις ακόλουθες υποθήκες προς όφελος των Εναγόντων ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1: (
- i)Y.74/05 ημερ. 3.3.05, Τεκμήριο 22, (
- ii)Υ.98/07 ημερ. 13.2.07, Τεκμήριο 23, (iii) Υ.99/07 ημερ. 13.2.07, Τεκμήριο 24, (
- iv)Υ.22/07 ημερ. 14.12.07, Τεκμήριο 25. 18. Οι Εναγόμενοι 1 παραχώρησαν προς όφελος των Εναγόντων: (α) κυμαινόμενη επιβάρυνση επί ολόκληρης της περιουσίας τους για ασφάλεια ποσού ΛΚ20.000 (€34.072,02) ημερ. 20.4.06 η οποία ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 28.4.06, Τεκμήριο 26, (β) κυμαινόμενη επιβάρυνση επί ολόκληρης της περιουσίας τους για ασφάλεια ποσού €80.000 ημερ. 10.5.10 η οποία ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 28.5.10, Τεκμήριο 27. Και για τις δύο επιβαρύνσεις οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. 19. Οι Εναγόμενοι 1 εκχώρησαν προς όφελος των Εναγόντων ως εξασφάλιση των υποχρεώσουν τους στις 24.7.08 (δύο φορές) και στις 2.7.10 τα εισοδήματα από πωλήσεις ακινήτων, Τεκμήρια 28-30 αντίστοιχα. Η πρώτη εκχώρηση ακυρώθηκε με την πώληση του ακινήτου ενώ για τις άλλες δύο οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. 20. Ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1, οι Εναγόμενοι 2 και 3 και ο ΣΠ εκχώρησαν προς τους Ενάγοντες τα δικαιώματα τους δυνάμει ομαδικών ασφαλιστηρίων ζωής με την Alpha Ασφαλιστική, Τεκμήρια 31-33 αντίστοιχα, για τις οποίες οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. 21. Οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 2 και 3 επιστολή ημερ. 1.12.15 σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, με την οποία τους ενημερώνουν όπως επικοινωνήσουν με τους Ενάγοντες για σκοπούς αναδιάρθρωσης των δανείων των Εναγομένων 1, Τεκμήριο 44. 22. Οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1 επιστολές ημερ. 4.2.16, σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, με την οποία τους ενημερώνουν όπως επικοινωνήσουν με τους Ενάγοντας για σκοπούς αναδιάρθρωσης των δανείων τους και τερματίζουν τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών, καθιστώντας τα υπόλοιπα απαιτητά, Τεκμήριο 40. 23. Οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1 επιστολές ημερ. 4.2.16, σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, με την οποία τους ενημερώνουν όπως επικοινωνήσουν με τους Ενάγοντες για σκοπούς αναδιάρθρωσης των δανείων τους ή καταβολής των οφειλόμενων ποσών, διαφορετικά θα λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον τους, Τεκμήριο
- Αντίστοιχες του Τεκμηρίου 40 επιστολές ημερ. 4.2.16 στάληκαν από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους 2 και 3 ξεχωριστά, Τεκμήρια 43 και 42 αντίστοιχα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε ακόμα τρεις δέσμες επιστολών των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους 2 και 3, με τις οποίες τους ενημέρωναν για υπέρβαση - καθυστέρηση πληρωμής των Εναγομένων 1, πρωτοφειλετών, αναφορικά με τον καθένα των τριών επίδικων λογαριασμών ξεχωριστά. Οι επιστολές ημερ. 10.2.14 αφορούν τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ], Τεκμήριο 46, οι επιστολές 13.2.15 αφορούν τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ], Τεκμήριο 47 και οι επιστολές ημερ. 13.8.15 αφορούν τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ], Τεκμήριο
- Οι επιστολές στάληκαν στη διεύθυνση [ ] Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 αρνήθηκε τις υποβολές πως οι εν λόγω επιστολές κατασκευάστηκαν και δεν αποστάληκαν από τους Ενάγοντες. Μάλιστα ο ΜΕ1 φάνηκε ειλικρινής επί τούτου, καθότι δεν δίστασε να δηλώσει πως ο ίδιος δεν ετοίμασε και δεν απέστειλε τις επιστολές, καταδεικνύοντας έτσι την αντικειμενικότητα και την επιθυμία του να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρέμεινε σταθερός στο ότι οι επιστολές συντάχθηκαν και στάληκαν από τους συνάδελφους του των οποίων τα ονόματα και οι υπογραφές φαίνονται σε αυτές. Ήταν επίσης σαφής ότι η συνήθης πρακτική είναι να αποστέλλονται οι επιστολές με σφραγίδα ή γραμματόσημα. Η μαρτυρία του ΜΕ1 επιβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε από τη μαρτυρία του ΜΕ
- Ο ΜΕ2 αναγνώρισε πως ο ίδιος ετοίμασε τις εν λόγω επιστολές, τις οποίες υπέγραψε με άλλο συνάδελφο (το όνομα και η υπογραφή του οποίου φαίνονται στην επιστολή) και τις παρέδωσε στον αρμόδιο υπάλληλο για ταχυδρόμηση. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, αφού ο αρμόδιος υπάλληλος τις ταχυδρόμησε, επέστρεψε στον ΜΕ2 αντίγραφα τα οποία και καταχωρήθηκαν στον φάκελο των πελατών. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι η συνήθης πρακτική είναι πως οποιαδήποτε επιστραφείσα επιστολή κατατίθεται στον φάκελο ως επιστραφείσα και ότι εξ όσων γνωρίζει από τον ΜΕ1, αυτές οι επιστολές δεν έχουν επιστραφεί. Ο ΜΥ1 με τη σειρά του ανέφερε πως ουδέποτε παρέλαβε ούτε και είδε ποτέ τις επιστολές, Τεκμήρια 45-
- Σύμφωνα με τον ΜΥ1 από το 1989 ο ίδιος και η σύζυγος του, Εναγομένη 3, ζούσαν στη διεύθυνση ., κάτι το οποίο ήταν εν γνώσει των Εναγόντων. Μάλιστα ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο λόγος που έλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 40-44 (κάτι το οποίο αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός) είναι ότι εκείνες στάληκαν συστημένες στη λανθασμένη μεν διεύθυνση αλλά ο ταχυδρόμος γνώριζε πού διέμενε και πήρε στο σπίτι του μάρτυρος τις σχετικές ειδοποιήσεις παραλαβής. Αντεξεταζόμενος επί αυτού του ζητήματος, ο ΜΥ1 έδωσε αβάσιμες, αντιφατικές και ασυνάρτητες θέσεις οι οποίες δεν έπεισαν το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια του μάρτυρος. Κατ' αρχάς ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η διεύθυνση διαμονής του και της συζύγου του ήταν πάντοτε και εξακολουθεί να είναι η ., δηλώνοντας ότι ποτέ δεν διέμεναν στην .. Παρά ταύτα, σε όλες τις συμφωνίες δανείου, σε όλα τα έγγραφα εγγύησης και σε όλες τις συμβάσεις υποθήκης, αναγράφεται ως διεύθυνση των Εναγομένων 1-3 η .. Οι απαντήσεις του μάρτυρος ως προς τούτο στερούνται κάθε λογικής. Ερωτηθείς γιατί οι Εναγόμενοι 1-3 δήλωσαν στην Τράπεζα ως διεύθυνση τους την ., ο ΜΥ1 απάντησε πως οι τίτλοι των ακινήτων εκδόθηκαν με την εν λόγω διεύθυνση, απάντηση η οποία είναι παντελώς άσχετη και άτοπη. Παντελώς ασυνάρτητη ήταν η απάντηση του γιατί στις συμβάσεις υποθήκης ως διεύθυνση των Εναγομένων 1 αναγράφεται η ., καθότι αρχικά απάντησε πως ήταν άλλη η διεύθυνση του από αυτή όταν το Κτηματολόγιο εξέδωσε τίτλους, για να πει αμέσως μετά ότι η Τράπεζα τα έγραφε και ακολούθως να εικάσει ότι είτε το Κτηματολόγιο είτε η Τράπεζα έγραψε την εν λόγω διεύθυνση. Όταν του υπεδείχθη το Τεκμήριο 26 στο οποίο και πάλι διεύθυνση των Εναγομένων 1 αναγράφεται η ., ήταν εμφανής η αμηχανία και δυσκολία του μάρτυρος να απαντήσει, δίδοντας μια εντελώς άστοχη απάντηση, ήτοι πως εκείνα τα έγγραφα είναι παλαιά και πως η Τράπεζα τοποθέτησε τα στοιχεία χωρίς να σημαίνει ότι είναι η διεύθυνση τους. Στις επόμενες ερωτήσεις επί του ιδίου θέματος, ήταν πλέον εμφανές ότι ο ΜΥ1 έδιδε απαντήσεις κατά το δοκούν οι οποίες δεν είχαν συνοχή ούτε λογική. Εξ ου και όταν ρωτήθηκε για τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων 1, ανέφερε ότι αυτή ήταν το σπίτι του και ότι η εταιρεία δεν είχε γραφείο. Όταν του υποδείχθηκαν οι εγγυήσεις στις οποίες η διεύθυνση των Εναγομένων 1 φέρεται η ., ο ΜΥ1 απάντησε ξανά ότι «την έβαλε το Κτηματολόγιο μάλλον που έβγαλε τους τίτλους και έφτασε και πέρασε και έμεινε μέσα. Δεν σημαίνει ότι . δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιμένουμε τόσο στο συγκεκριμένο θέμα». Τότε του υποδείχθηκαν τα Πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 17, στα οποία και πάλι ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των Εναγομένων 1 και ως διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3 αναγράφεται η ., θέση η οποία δεν συνάδει με την προγενέστερη τοποθέτηση του μάρτυρος πως η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας ήταν το σπίτι του και την αρχική και αντιφατική του θέση πως εκεί δεν διέμενε ποτέ. Επιπλέον, με αυτή την υπόδειξη ο ΜΥ1 ανέφερε ότι επειδή το κτήμα ήταν υπό αξιοποίηση, πιθανόν να έβαλαν αυτή τη διεύθυνση για διευκόλυνση, θέση η οποία δεν ανταποκρίνεται στη λογική. Σε επίμονες ερωτήσεις επί τούτου, ο ΜΥ1 σαφώς δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με λογική και συνέπεια, λέγοντας πως υπήρχαν ανεγερθείσες οικίες εντός του ακινήτου και πως φαίνεται ότι το Κτηματολόγιο πέρασε τη διεύθυνση για διευκόλυνση του, εξ ου και στους τίτλους που εκδόθηκαν αναγράφεται η εν λόγω διεύθυνση. Όταν ρωτήθηκε πώς τα όσα ο ΜΥ1 αναφέρει συνάδουν με τις διευθύνσεις των Εναγομένων 2 και 3 στον Έφορο Εταιρειών οι οποίες αναγράφονται στο Τεκμήριο 17 και προφανώς δηλώθηκαν από τους ίδιους, ο ΜΥ1 ήταν παντελώς αδύναμος να απαντήσει, αισθανόμενος προφανώς πίεση, λέγοντας απλώς ότι απάντησε και ότι δεν χρειάζεται να επιμένουν στο θέμα αυτό. Η ίδια στάση και κυρίως η αδυναμία να δώσει σαφή απάντηση χαρακτηρίζει τον ΜΥ1 και για τη θέση ότι η Αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους στην ίδια διεύθυνση, ήτοι ., καθότι προέβαλε διάφορες, αόριστες και αντιφατικές εικασίες, ήτοι «τα παρέλαβα με τον δικηγόρο μου. Αν μου επιδόθηκε εμένα τούτο ή αν ήταν στους δικηγόρους με επιδότη». Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ1 δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας ενδυναμώθηκε περαιτέρω από την αδυναμία του να κατονομάσει τον ταχυδρόμο φίλο του, απαντώντας με αβεβαιότητα και υπεκφυγές. Ο ΜΥ1 δεν ανέφερε το όνομα του όταν του ζητήθηκε και αρκέστηκε απλά να πει ότι ο ταχυδρόμος εκεί ήταν για πολλά χρόνια και τους γνώριζε και τους έπαιρνε κάποια πράγματα στη διεύθυνση τους. Μάλιστα πρόσθεσε ότι οι ταχυδρόμοι αλλάζουν και υπάρχουν και περιοχές νεοσύστατες, θέσεις οι οποίες δεν σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα και σαφώς δεν δίδουν απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν στον μάρτυρα. Τέλος, προκάλεσε έκπληξη στο Δικαστήριο η αποκάλυψη του ΜΥ1 ότι τόσο η . όσο και η . είναι και οι δύο στον ., με τον ίδιο ταχυδρομικό κώδικα . και τους χωρίζει ένας δρόμος μόνο. Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη μαρτυρία του ΜΥ1 επί τούτου την οποία και απορρίπτει ως αναξιόπιστη. Το Δικαστήριο δέχεται τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2, οι οποίοι παρουσίασαν μια σαφή και συνεπή εκδοχή. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω επιστολές, Τεκμήρια 45-47 ετοιμάστηκαν από τον ΜΕ2 ο οποίος τις παρέδωσε στον αρμόδιο υπάλληλο για να ταχυδρομηθούν με κανονικό ταχυδρομείο. Ο υπάλληλος τις ταχυδρόμησε και καταχώρισε αντίγραφα στον φάκελο. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επιστολές στάληκαν στη διεύθυνση ., η οποία αναγράφεται σε όλες τις συμβάσεις και έγγραφα ως η διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3 και δεν επιστράφηκαν πίσω για να τοποθετηθούν στον φάκελο των πελατών, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας. Το Δικαστήριο δέχεται το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΥ1, το οποίο παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, πως οι Εναγόμενοι 1-3 έλαβαν Ειδοποιήσεις Θ, Ι και ΙΑ ημερ. 14.10.19, 2.12.19 και 13.12.19, οι οποίες κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμήριο
- Αυτές αφορούσαν την πώληση δια πλειστηριασμού των ακινήτων τα οποία βαρύνονταν με τις υποθήκες Υ.74/05, Υ.98/07, Υ.99/07 και Υ.22/
- Όπως έχει λεχθεί, ο ΜΕ1 κατέθεσε τις αρχικές και αναδομημένες καταστάσεις των τριών επίδικων λογαριασμών, για τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ] τα Τεκμήρια 5 και 38, για τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ] τα Τεκμήρια 9 και 34, και για τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ] τα Τεκμήρια 12 και 36, αντίστοιχα. Κατά την κατάθεση των αρχικών καταστάσεων ο ΜΕ1 κατέθεσε Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο 13 με το οποίο πιστοποιεί αφενός ότι οι καταστάσεις αποτελούν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Τράπεζας και αφετέρου την ορθότητα αυτών. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του μάρτυρος παρέμεινε αδιαμφισβήτητο και εν πάση περιπτώσει γίνεται αποδεκτό από τους Εναγόμενους μετά τον περιορισμό των επίδικων θεμάτων. Επομένως, τόσο οι αρχικές όσο και οι αναδομημένες καταστάσεις αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία ως προς την ετοιμασία και το περιεχόμενο τους, το οποίο βεβαίως θα τύχει αξιολόγησης ως προς την ορθότητα του στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Περαιτέρω ο ΜΕ1 κατέθεσε δύο επιστολές - ειδοποιήσεις αλλαγής επιτοκίου της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 1 ημερ. 5.1.09 και 13.5.10 αναφορικά με τους λογαριασμούς υπ' αρ. [ ] και [ ] αντίστοιχα, Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης δύο δέσμες ανακοινώσεων της Τράπεζας στον ημερήσιο τύπο για τις εκάστοτε αλλαγές των βασικών επιτοκίων της αναφορικά με τους λογαριασμούς υπ' αρ. [ ] και [ ], Τεκμήρια 37 και
- Κατά το στάδιο κατάθεσης τους υπήρξε ένσταση στη βάση του ότι δεν υπήρχε δικογραφημένος ισχυρισμός για την όποια αύξηση του ύψους του επιτοκίου και μάλιστα με συγκεκριμένη αναφορά στα έγγραφα, επιστολές και ανακοινώσεις, τα οποία η πλευρά των Εναγόντων επιχείρησε να καταθέσει. Το Δικαστήριο αποφάσισε πως αυτά τα έγγραφα καλύπτονταν από την Έκθεση Απαίτησης και αποτελούν σχετική μαρτυρία και επομένως έκανε δεκτή την κατάθεση τους ως τεκμηρίων, τονίζοντας ότι η αξιολόγηση και βαρύτητα τους θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος Υπεράσπισης επανάφερε το ζήτημα της δεκτότητας της εν λόγω μαρτυρίας και εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να το επανεξετάσει, καλώντας το να το πράξει. Το Δικαστήριο υιοθετεί τις σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις του επί τούτου και επαναλαμβάνει ότι αυτή η μαρτυρία καλύπτεται από την Έκθεση Απαίτησης. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά στους όρους των επίδικων συμφωνιών για τη χρέωση κυμαινόμενου επιτοκίου το οποίο θα αποτελείτο από το εκάστοτε καθοριζόμενο επιτόκιο της Τράπεζας πλέον την εκεί καθοριζόμενη προσαύξηση και για το δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο και την προσαύξηση. Επίσης προβάλλονται ισχυρισμοί για τη μετατροπή του επιτοκίου σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και σε συγκεκριμένο ποσοστό με αναφορά σε συγκεκριμένες συμφωνίες σύμφωνα με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία γίνεται δεκτή. Πέραν της υποβολής στον ΜΕ1 πως οι επιστολές ουδέποτε στάληκαν στους Εναγόμενους 1 και πως οι ανακοινώσεις ουδέποτε δημοσιεύτηκαν, την οποία αρνήθηκε ο μάρτυρας, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά σε αυτές από τον ΜΥ1 κατά τη δική του μαρτυρία παρά μόνο ότι οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία και ως τέτοια αδυνατεί να διαβάζει εφημερίδες και ότι οι συμφωνίες δεν προνοούν πως οι ανακοινώσεις στον τύπο θα ισχύουν εφόσον ο διευθυντής της εταιρείας λαμβάνει γνώση αυτών. Αυτή η θέση του ΜΥ1 δεν κρίνεται βάσιμη καθότι σαφώς ένα νομικό πρόσωπο ενεργεί μέσω των αξιωματούχων ή εξουσιοδοτημένων από αυτό προσώπων και επομένως δεν τίθεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι όποιες ενέργειες και αποφάσεις της εταιρείας προέρχονται από φυσικά πρόσωπα τα οποία την αντιπροσωπεύουν και δεσμεύουν. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τις επιστολές που απευθύνονται στην εταιρεία καθότι δεν τίθεται ζήτημα η ίδια η εταιρεία να μπορεί να τις διαβάζει και απαντά σε αυτές! Επί τούτου η ΜΥ2 ανέφερε πως ο ΜΥ1 της είχε πει ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν για την αύξηση του περιθωρίου, πλην όμως ο ΜΥ1, ως ο άμεσα εμπλεκόμενος, δεν ανέφερε κάτι τέτοιο κατά τη δική του μαρτυρία με αναφορά στις σχετικές επιστολές, με αποτέλεσμα η θέση της ΜΥ2 να μην μπορεί να γίνει δεκτή. Ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία του ΜΕ1 ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη και επομένως και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο το οποίο προβαίνει σε εύρημα πως οι επιστολές, Τεκμήριο 35, στάληκαν από την Τράπεζα στους Εναγόμενους 1 στη δηλωθείσα διεύθυνση ., και δεν επιστράφηκαν, καθώς επίσης και πως η Τράπεζα προέβη στις δημοσιεύσεις ανακοινώσεων της στον ημερήσιο τύπο για τη μεταβολή του επιτοκίου της, Τεκμήρια 37 και
- Όπως φαίνεται στα έγγραφα των συμφωνιών, οι δύο πρώτες συμφωνίες, Τεκμήρια 1 και 6, χορηγήθηκαν σε ΛΚ. Είναι παραδεκτό πως η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εξέδωσε Ανακοινώσεις τον Δεκέμβριο του 2007 με Αποφάσεις Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με την υιοθέτηση του ευρώ από την 1η Ιανουαρίου του 2008, έστειλε σχετικές επιστολές προς όλες τις Τράπεζες και έγινε και σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 28.12.07, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 έδωσε ολοκληρωμένες και σαφείς απαντήσεις ως προς το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών στις οποίες περιορίζεται και βασίζεται η αξίωση των Εναγόντων. Ήταν σαφής ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 34 και 38, χρησιμοποίησε το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του παρέμεινε σταθερός σε αυτή τη θέση, δηλώνοντας με ευθύτητα πως παρόλο που δεν είχε κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο τις διακυμάνσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οι ανακοινώσεις των Εναγόντων, Τεκμήρια 35 και 39, αφορούν τις μεταβολές του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων από την αρχή των δανείων μέχρι τον τερματισμό και οι οποίες βασίζονται σε αυτές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ήταν επίσης σαφής πως πριν το 2007 οι Τράπεζες δεν είχαν τα δικά τους επιτόκια και χρησιμοποιούσαν αυτό της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και πως από τις 31.12.07 ακολουθείτο το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Πρόσθεσε πως στις αναδομημένες καταστάσεις χρησιμοποίησε το περιθώριο το οποίο αναγράφεται στις αρχικές συμφωνίες και όπως τροποποιήθηκε με τις επιστολές, Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 φάνηκε ειλικρινής και σε αυτό το ζήτημα μεταβολής του επιτοκίου, δηλώνοντας πως δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να αποτελεί ειδοποίηση ή να παρέχει πληροφόρηση στους Εναγόμενους για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 απάντησε με επάρκεια στις ερωτήσεις αναφορικά με την υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας από τους Εναγόμενους με την οποία να συμφωνούν στη μεταβολή του επιτοκίου, λέγοντας ότι οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τις αρχικές συμφωνίες οι οποίες περιείχαν όρο που έδιδε δικαίωμα στους Ενάγοντες να μεταβάλλουν το επιτόκιο και το περιθώριο. Όταν του υπεβλήθη ότι οι τροποποιητικές συμφωνίες δεν περιέχουν πρόνοια για αλλαγή του επιτοκίου, ορθώς απάντησε πως σε αυτές αναγράφεται ότι ισχύουν οι όροι της αρχικής συμφωνίας. Πειστική και λογική ήταν και η απάντηση του πως η Τράπεζα ζητούσε απόφαση ή συγκατάθεση των Εναγομένων 1 για ό,τι συμφωνείτο με την Τράπεζα και πως δεν υπάρχει αναφορά σε πρακτικό τους ότι συμφωνούν στη μονομερή αύξηση του επιτοκίου. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 είπε πως τα πρακτικά αφορούσαν τη λήψη του αρχικού δανεισμού ή τις σχετικές τροποποιήσεις, παραπέμποντας και πάλι στον όρο των αρχικών συμφωνιών για το δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλλει το περιθώριο. Ο ΜΕ1 εξήγησε επίσης πως στις καταστάσεις ο τόκος χρεώνεται και κεφαλαιοποιείται στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους και υπολογίζεται ημερησίως, όπως δέχθηκε και η ΜΥ2 πως έτσι πρέπει να γίνεται. Δέχθηκε ότι στις καταστάσεις δεν φαίνεται ο ημερήσιος υπολογισμός του τόκου, όμως στην προτελευταία στήλη φαίνονται οι συσσωρευμένοι τόκοι. Εξήγησε περαιτέρω πως μέχρι να κεφαλαιοποιηθούν οι τόκοι, προστίθενται οι συσσωρευμένοι τόκοι και στην επόμενη πράξη εκτός αν υπάρχουν καταθέσεις, οι οποίες πιστώνονται έναντι των συσσωρευμένων τόκων. Τέλος, ήταν σαφής πως οι καταστάσεις δεν περιέχουν χρέωση οποιωνδήποτε εξόδων. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η ΜΥ2 δέχθηκε ότι ο ΜΕ1 χρησιμοποίησε το ορθό επιτόκιο (της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) για τις καταστάσεις των δανείων που αφορούν τις συμφωνίες του 2007, Τεκμήρια 1 και
- Μάλιστα, κατά την επανεξέταση του ο ΜΕ1 κατέθεσε τις καταστάσεις με τα βασικά επιτόκια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήρια 51 και 52 αντίστοιχα. Περαιτέρω ο ΜΕ1 ετοίμασε και κατέθεσε δέσμες εγγράφων, στην πρώτη εκ των οποίων καταγράφεται η διαφοροποίηση του επιτοκίου αναφορικά με καθένα των τριών επίδικων λογαριασμών ξεχωριστά και στη δεύτερη φαίνεται ο σκοπός χορήγησης του κάθε δανείου, το οποίο διαφοροποιεί και το ύψος του επιτοκίου, Τεκμήρια 53 και 54 αντίστοιχα. Με την κατάθεση αυτών των τεκμηρίων, ο ΜΕ1 συμπλήρωσε και έδωσε μια καθόλα σαφή, ολοκληρωμένη και διαφωτιστική εικόνα του ύψους του εκάστοτε επιτοκίου το οποίο χρεώνεται στις καταστάσεις. Τέλος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις χρεώνει τόκο υπερημερίας προς 1,75%, αντί τον προβλεπόμενο συμβατικό προς 5%, εξηγώντας πως αυτός αντιπροσωπεύει το κόστος για τη διαχείριση των υποθέσεων, όπως της παρούσας, για την οποία έπρεπε να παρουσιαστεί μάρτυρας ως υπάλληλος της Τράπεζας και για άλλους υπαλλήλους που χειρίζονται την υπόθεση μετά τον τερματισμό. Εξήγησε πως η Τράπεζα διατηρεί τμήμα για μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο οποίο εργοδοτούνται έξι άτομα. Επίσης ο ΜΕ1 ανέφερε πως για να χορηγηθούν αυτά τα δάνεια, η Τράπεζα δανείστηκε από αλλού, έγινε δηλαδή μια χρηματοδότηση και σε περίπτωση που η Τράπεζα δεν λαμβάνει χρήματα, τότε υφίσταται ζημιά γιατί πληρώνει και αυτή τόκους. Πέραν από την πιο πάνω σαφή περιγραφή, κρίνεται δικαιολογημένη και εύλογη η αδυναμία του μάρτυρος να προσδιορίσει με συγκεκριμένο ποσό το ύψος αυτής της ζημιάς, δηλώνοντας πως αυτό είναι αδύνατο γιατί πρόκειται για μια συνεχή διαδικασία η οποία ξεκίνησε από το 2016 και δεν είναι γνωστό πότε θα λήξει και αναγνώρισε πως υπάρχουν και αρκετές άλλες χιλιάδες τέτοιες περιπτώσεις στον τομέα των επιχειρήσεων που είναι πιο λίγες από αυτές της λιανικής τραπεζικής. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται για την αξιοπιστία του ΜΕ1 του οποίου η μαρτυρία γίνεται δεκτή ως προς το τι περιλαμβάνουν τα Τεκμήρια 51-54 και ως προς τον τρόπο καθορισμού και υπολογισμού του ύψους του εκάστοτε επιτοκίου και τη χρέωση του τόκου υπερημερίας για τον κάθε λογαριασμό στην αντίστοιχη αναδομημένη κατάσταση. Επαναλαμβάνεται ότι η ορθότητα του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου και του τόκου υπερημερίας θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω, στον βαθμό βεβαίως που αφορά τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα και λαμβανομένου υπόψιν ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, σε περίπτωση που οι θέσεις των Εναγόντων γίνουν δεκτές και απορριφθούν οι υπερασπίσεις των Εναγομένων από το Δικαστήριο, τότε η απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι για τα ποσά όπως αυτά περιέχονται στις αναδομημένες καταστάσεις. Στρεφόμενη στη ΜΥ2, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης τα ακαδημαϊκά προσόντα, η εμπειρία και η ειδικότητα της, όπως περιγράφονται στο Εισαγωγικό σημείωμα στη σελ. 3 της Έκθεσης της, Έγγραφο
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται ότι η μάρτυρας διαθέτει την απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Αρ. 1)
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 438, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 και Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R.
- Όπως έχει ήδη λεχθεί, η ΜΥ2 δέχθηκε ότι για τους δύο λογαριασμούς δυνάμει των συμφωνιών του 2007, ορθώς χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αναφορικά με τον τρίτο λογαριασμό δυνάμει της συμφωνίας του 2010, η ΜΥ2 χρησιμοποίησε το συμβατικό επιτόκιο και ακολούθως το εκάστοτε βασικό επιτόκιο όπως αυτό καθοριζόταν από την Τράπεζα. Επιπλέον, στην Έκθεση της η ΜΥ2 αναφέρει ότι και για τους τρεις επίδικους λογαριασμού η Τράπεζα δεν χρησιμοποίησε το ορθό συνολικό επιτόκιο από την 1η Ιανουαρίου του 2008 και μετέπειτα που ήταν το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο καθότι τροποποιούσε μονομερώς την προσαύξηση, κάτι το οποίο κατά την άποψη της δεν επιτρεπόταν. Σύμφωνα με τη μάρτυρα και το περιεχόμενο της Έκθεσης της, ο συνολικός τόκος έπρεπε να ήταν το εκάστοτε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από την 1η Ιανουαρίου του 2008, όπως αυτό τροποποιείτο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, συν το αρχικό συμβατικό περιθώριο. Επίσης η Τράπεζα αφαιρούσε την όποια πίστωση ποσού από τους συσσωρευμένους τόκους αντί από το εκάστοτε υπόλοιπο μέχρι την κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, κάτι το οποίο και πάλι, σύμφωνα με την Έκθεση, οδηγεί σε λανθασμένο τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην Έκθεση επεξηγείται ότι για να βρεθεί ο ημερήσιος τόκος, θα πρέπει πρώτα να βρεθεί το ημερήσιο επιτόκιο για κάθε μέρα, το οποίο προκύπτει από το εκάστοτε συνολικό επιτόκιο όπως διαμορφώνεται από τη διακύμανση του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ή του euribor συν τον δείκτη που καθορίζουν οι συμφωνίες και διαιρείται με τις μέρες του έτους. Αυτό πολλαπλασιάζεται επί του εκάστοτε ημερήσιου υπολοίπου του λογαριασμού ούτως ώστε να βρεθεί ο ημερήσιος τόκος που θα πρέπει να χρεωθεί. Τότε πολλαπλασιάζεται αυτός ο ημερήσιος τόκος επί τις μέρες που έχουν περάσει από την τελευταία χρεοπίστωση στον λογαριασμό μέχρι τη μέρα της επόμενης χρεοπίστωσης. Περαιτέρω, στην Έκθεση της η ΜΥ2 αναφέρει ότι μετά τον τερματισμό η Τράπεζα συνέχισε να χρεώνει με άλλα έξοδα τα οποία, κατά την άποψη της, θα πρέπει να επιστραφούν στους Εναγόμενους
- Τέλος, αναφέρει πως η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να αυξάνει την προσαύξηση μονομερώς χωρίς τη συγκατάθεση και υπογραφή εκ μέρους των Εναγομένων 1, κάτι το οποίο βεβαίως εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον σχετικό Νόμο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η ΜΥ2 εξήγησε πως ο λόγος για τη χρήση του αρχικού περιθωρίου και όχι των μετέπειτα αυξήσεων αυτού, ήταν η πληροφόρηση που είχε από τους Εναγόμενους πως δεν είχαν γνώση αυτής της αύξησης ούτε και έδωσαν ποτέ τη συγκατάθεση τους για κάτι τέτοιο, θέση η οποία δεν αναφέρθηκε από τον ίδιο τον ΜΥ1 και επομένως δεν έχει ήδη δεκτή από το Δικαστήριο. Η ΜΥ2 πρόσθεσε ακόμα πως ενώ η πίστωση ποσού έπρεπε να αφαιρείτο από το εκάστοτε υπόλοιπο μέχρι την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, η Τράπεζα λανθασμένα βασικά προϋπολόγιζε τους τόκους μέχρι την ημερομηνία της πίστωσης, αφαιρούσε το ποσό από το ποσό των τόκων και ακολούθως προέβαινε σε κεφαλαιοποίηση. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της, διεφάνη εξαρχής ότι η ΜΥ2 βασίστηκε αποκλειστικά στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμών, και όχι στις αναδομημένες, για τις οποίες μάλιστα δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να εκφέρει οποιαδήποτε άποψη. Αυτό το γεγονός πλήττει την ορθότητα των υπολογισμών της εφόσον κατέστη σαφές ότι σε αυτές τις αρχικές καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε άλλο αυξημένο επιτόκιο, αυξημένος τόκος υπερημερίας και υπήρχαν χρεώσεις άλλων εξόδων, στοιχεία τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν για τις αναδομημένες. Ως εκ τούτου η βάση της δικής της εργασίας και η σύγκριση των δικών της καταστάσεων με τις αρχικές καταστάσεις δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα καθότι οι Ενάγοντες βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στις αναδομημένες καταστάσεις. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, η ΜΥ2 κατέστησε σαφές ότι δεν υπολόγισε οποιαδήποτε αύξηση του περιθωρίου καθότι κατά την άποψη της αυτό δεν επιτρεπόταν από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο και ειδικότερα τον τροποποιητικό αυτού Νόμο του 2015, ο οποίος απαγορεύει τη μονομερή αύξηση του περιθωρίου και έχει αναδρομική ισχύ. Βεβαίως, όπως άλλωστε αναγνώρισε και η μάρτυρας, η αναδρομικότητα ισχύος του Νόμου αποτελεί θέμα το οποίο θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επομένως θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν πως η μάρτυρας στηρίχθηκε σε αυτή την ερμηνεία του Νόμου στα πλαίσια ετοιμασίας των δικών της καταστάσεων, η οποία αν δεν υιοθετηθεί από το Δικαστήριο τότε σαφώς και επηρεάζει το ύψος του συνολικού επιτοκίου που έπρεπε να χρεώνεται και συνακόλουθα την ορθότητα των καταστάσεων της. Ερωτηθείσα η ΜΥ2 για το θέμα υπολογισμού του τόκου, ανεξαρτήτως σε ποιες καταστάσεις των Εναγόντων αφορούν, είτε αρχικές είτε αναδομημένες, επανέλαβε τη θέση της όπως αυτή περιγράφεται στην Έκθεση της. Παρά την υποβολή ότι στις αναδομημένες καταστάσεις φαίνεται η αφαίρεση του ποσού της πίστωσης από τους συσσωρευμένους τόκους μέχρι εκείνη την ημερομηνία και κεφαλαιοποιούνται μόνο κατά τις δύο ημερομηνίες ετησίως, η ΜΥ2 επέμενε στη δική της θέση παραγνωρίζοντας όμως τα όσα ορθώς και βάσιμα της τέθηκαν από την Υπεράσπιση και αντικατοπτρίζονται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, όπως επεξηγήθηκαν από τον ΜΕ
- Ειδικά επί αυτού του θέματος, το Δικαστήριο διαπίστωσε από τη μαρτυρία και την όλη στάση της ΜΥ2 πως η ίδια επιθυμούσε μόνο να περιγράψει τη δική της θέση με αναφορά στον τρόπο ετοιμασίας των δικών της καταστάσεων, χωρίς να αναφερθεί ειδικά και εμπεριστατωμένα στις αναδομημένες καταστάσεις στις οποίες αναφερόταν κατά τις ερωτήσεις και υποβολές του προς τη μάρτυρα ο δικηγόρος των Εναγόντων ούτως ώστε να ήθελε φανεί ο λανθασμένος, κατά τη μάρτυρα, υπολογισμός σε αυτές. Είναι επίσης δεκτό από τη μάρτυρα ότι, αναφορικά με τον λογαριασμό δυνάμει της συμφωνίας του 2010, ενώ από κάποιο στάδιο η Τράπεζα άλλαξε το βασικό της επιτόκιο σε euribor τριών μηνών συν 5 ή συν 4, η ίδια χρησιμοποιεί το euribor της ίδιας μέρας ανανέωσης το οποίο θεωρεί πως ισχύει λόγω του ότι ούτε στις συμφωνίες ούτε και στις ανακοινώσεις της Τράπεζας για τη μεταβολή του επιτοκίου δεν γίνεται αναφορά στις δύο μέρες. Αρνήθηκε την υποβολή πως για όσα δάνεια παραχωρήθηκαν πριν το 2008 αυτή ήταν η εφαρμογή του με οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου χωρίς την ανάγκη ρητής αναφοράς σε αυτή. Επομένως, και πάλι αυτός ο υπολογισμός της μάρτυρος έχει ως βάση πως ο υπολογισμός του euribor δύο μέρες πριν την ανανέωση του προϋποθέτει τη ρητή αναφορά στις σχετικές ανακοινώσεις της Τράπεζας αναφορικά με τη μεταβολή του επιτοκίου και την υιοθέτηση του euribor. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι καταστάσεις της ΜΥ2 έχουν ετοιμαστεί με βάση τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες όμως η πλευρά των Εναγόντων δεν προωθεί καθότι στηρίζεται στις αναδομημένες καταστάσεις. Επομένως, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τις καταστάσεις ως ορθές. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, σε περίπτωση που ήθελε πετύχει η υπεράσπιση των Εναγομένων, τότε η απόφαση που θα εκδοθεί θα είναι για διαφορετικά ποσά από αυτά των καταστάσεων της ΜΥ
- Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δέχεται ότι η ΜΥ2 ετοίμασε τις καταστάσεις της χρησιμοποιώντας το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τους δύο λογαριασμούς δυνάμει των συμφωνιών του 2007 και το συμβατικό επιτόκιο όπως αυτό μεταβαλλόταν από την Τράπεζα για τον τρίτο λογαριασμό δυνάμει της συμφωνίας του
- Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν η Τράπεζα υιοθέτησε ως βασικό της επιτόκιο το euribor, η ΜΥ2 χρησιμοποίησε το euribor της μέρας και όχι δύο ημερών πριν την ανανέωση του. Τέλος, γίνεται δεκτό ότι η ΜΥ2 χρησιμοποίησε σταθερό περιθώριο όπως αυτό προβλέπεται στις αρχικές συμφωνίες χωρίς οποιαδήποτε αύξηση, στη βάση του ότι απαγορεύεται η μονομερής τροποποίηση του και ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν ενημερωθεί προς τούτο. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα πιο πάνω αποτελούν τη θέση της ΜΥ2 ως προς τον τρόπο υπολογισμού του οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού των τριών επίδικων λογαριασμών, η ορθότητα και το βάσιμο της οποίας θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω για σκοπούς κατάληξης επί των αμφισβητούμενων επίδικων θεμάτων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τα ακόλουθα: (
- i)Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. (
- ii)Η παράβαση όρου της σύμβασης. (iii) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Τα πιο πάνω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα πλην του ύψους του οφειλόμενου ποσού, στον βαθμό που αφορά την προσαύξηση και τον τόκο υπερημερίας. Επιγραμματικά, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός η σύναψη και η υπογραφή των τριών επίδικων συμφωνιών, καθώς επίσης και των τροποποιητικών αυτών συμφωνιών. Είναι επίσης παραδεκτή η παροχή των εγγυήσεων των Εναγομένων 2 και 3 ως συνεχής εξασφάλιση των προαναφερόμενων διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους 1 και για τα ποσά τα οποία καθορίζονται στην καθεμιά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. T.G. & Sons Importing Ltd. κ.ά.
(2004)1(A) A.A.Δ. 180). Παραδεκτή είναι και η παραχώρηση των υπό κρίση υποθηκών από τους Εναγόμενους 1-3 ως εξασφάλιση των υπό κρίση διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι εκταμιεύθηκαν τα ποσά των τριών επίδικων συμφωνιών δανείου και πως οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους με βάση τους όρους των συμφωνιών, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να στείλουν επιστολή - ειδοποίηση προς τους Εναγόμενους 1 ημερ. 4.2.16 τερματίζοντας τη λειτουργία των λογαριασμών και απαιτώντας την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών, Τεκμήριο
- Είναι παραδεκτή και η παραλαβή των εν λόγω επιστολών από τους Εναγόμενους
- Με βάση τα ανωτέρω, έχει καταδειχθεί η σύναψη των επίδικων συμφωνιών δανείου και των τροποποιητικών αυτών και η παραχώρηση των εγγυήσεων και υποθηκών ως εξασφάλισης, η παράβαση των όρων των συμφωνιών από τους Εναγόμενους 1, ο τερματισμός των λογαριασμών και η απαίτηση εξόφλησης του οφειλόμενου υπολοίπου. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως στον βαθμό που η Αγωγή αφορά σε δάνεια, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές ότι δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1(B) Α.Α.Δ.
- Σύμφωνα με την υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), ακόμα και η ίδια η καταχώριση της Αγωγής αποτελεί απαίτηση της Τράπεζας για πληρωμή και τερματισμό των συμφωνιών δανείου. Αναφορικά με το ύψος του οφειλόμενου ποσού, το πρώτο επίδικο ζήτημα αφορά στο περιθώριο και την ισχυριζόμενη μονομερή αύξηση του. Και οι τρεις επίδικες αρχικές συμφωνίες περιέχουν όρο για τη χρέωση προσαύξησης, οι δύο πρώτες, Τεκμήρια 1 και 6, προς 2% ετησίως και η τρίτη, Τεκμήριο 10, προς 1,45%. Και οι τρεις εν λόγω συμφωνίες περιέχουν όρο πως η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε «μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος», μεταξύ άλλων, την προσαύξηση και η αλλαγή αυτή «θα είναι δεσμευτική για τον Οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Επίσης περιέχουν όρο πως κάθε ειδοποίηση δύναται να δοθεί στον οφειλέτη με σύνηθες ταχυδρομείο ή ιδιοχείρως στην παρούσα συμφωνία δηλωθείσα διεύθυνση ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο οφειλέτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Όλες οι τροποποιητικές συμφωνίες περιέχουν όρο πως η αρχική συμφωνία παραμένει σε πλήρη ισχύ και διαβάζεται και ερμηνεύεται ως ένα έγγραφο με την υπό κρίση τροποποιητική συμφωνία. Με δεδομένο ότι όλες οι τροποποιητικές συμφωνίες αφορούν μόνο στο θέμα του καθορισμού του υπολοίπου και στον τρόπο αποπληρωμής του, είναι σαφές από το λεκτικό και το περιεχόμενο των συμφωνιών ότι οι υπόλοιποι όροι της σχετικής αρχικής συμφωνίας εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι μεταβολές της προσαύξησης αναφορικά με τους λογαριασμούς υπ' αρ. [ ], σε 5,75% και [ ], σε 5,95%, αναφέρονται στις επιστολές - ειδοποιήσεις αλλαγής επιτοκίου ημερ. 5.1.09 και 13.5.10 αντίστοιχα, οι οποίες στάληκαν από την Τράπεζα στους Εναγόμενους 1, Τεκμήριο
- Οι επιστολές στάληκαν στη δηλωθείσα στις συμφωνίες διεύθυνση των Εναγομένων 1 με συνηθισμένο ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν πίσω. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έχει δεχθεί τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 και απέρριψε ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΥ1, τότε υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων τεκμαίρεται η παραλαβή τους. Στις υποθέσεις Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα v. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895 αναγνωρίστηκε το τεκμήριο της παραλαβής επιστολής από τη στιγμή που έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η πιο πρόσφατη υπόθεση Έλληνας κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 87/13, ημερ. 3.12.19, στην οποία λέχθηκαν περαιτέρω τα εξής: «Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα. Στην υπόθεση εκείνη ο γενικός ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία διά της επιστολής ημερ 27.2.1995 και/ή καθόλου, δεν κάλυπτε το ζήτημα της καθυστερημένης λήψης της επιστολής το οποίο δεν ήταν απλώς νομικό, αλλά ήταν θέμα γεγονότων.» Το Τεκμήριο 53 περιέχει το ύψος της εκάστοτε προσαύξησης για τους δύο προαναφερόμενους λογαριασμούς, και συγκεκριμένα προς 2% από την έναρξη τους μέχρι και τις 16.10.18, προς 3,75% από τις 17.10.18 μέχρι και τις 4.1.09, προς 5.75% από τις 5.1.09 μέχρι και τις 12.5.10 και προς 5.95% από τις 13.5.10 μέχρι και τις 25.11.22, ενώ για τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ] η προσαύξηση παρέμεινε σταθερή και αμετάβλητη στο 1,4499999%. Είναι γεγονός ότι πέραν του όρου στις δύο συμφωνίες για το δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλλει την προσαύξηση με ενημέρωση στον τύπο και την αποστολή των δύο επιστολών για τους δύο προαναφερόμενους λογαριασμούς, Τεκμήριο 35, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ως προς την ενημέρωση των Εναγομένων ή ανακοίνωση της Τράπεζας για τις μεταβολές αυτής. Υπάρχει μόνο το Τεκμήριο 53 ως προς την αρχική, προβλεπόμενη στις συμφωνίες, προσαύξηση και τις μεταβολές αυτής. Η Υπεράσπιση εισηγείται ότι με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99 και ειδικότερα τους τροποποιητικούς αυτού Νόμους 141(Ι)/14 και 66(Ι)/15, ο εν λόγω Νόμος έχει αναδρομική ισχύ και επομένως απαγορεύει στους Ενάγοντες να αυξάνουν μονομερώς και χωρίς ειδική ενημέρωση και τη συγκατάθεση των Εναγομένων 1 την προσαύξηση. Ο κ. Πουτζιουρής παρέπεμψε το Δικαστήριο σε μια πρωτόδικη απόφαση, αναγνωρίζοντας πως αυτή δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Αντίθετη άποψη εξέφρασε η πλευρά των Εναγόντων η οποία ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω Νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ αναφορικά με τις υπό κρίση συμφωνίες και επομένως η χρέωση της εκάστοτε καθορισμένης από την Τράπεζα προσαύξησης είναι καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή. Ο τροποποιητικός Ν.141(Ι)/14, ο οποίος ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 9.9.14 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1), εισήγαγε τα άρθρα 2Α και 2Β τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «2Α. Σκοπός του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014 είναι η προστασία των δικαιωµάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυµάτων, διά της απαγόρευσης της επιβολής της πρόσθετης επιβάρυνσης που συνεπάγεται γι' αυτούς η µονοµερής άσκηση από πιστωτικό ίδρυµα τυχόν συµβατικού δικαιώµατος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου και η προαγωγή της διαφάνειας ως προς τον υπολογισµό των επιτοκίων όλων των συµβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων. 2Β. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικός) Νόµος του 2014 εφαρµόζεται σε συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων µεταξύ πιστωτικών ιδρυµάτων και των οφειλετών τους ως ακολούθως: (α) σε όλες τις εν ισχύι συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014·και (β) σε όλες τις νέες συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάπτονται µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014.» Ακολούθησε ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/15 ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 7.5.15 και, μεταξύ άλλων, επέφερε τροποποιήσεις στα πιο πάνω άρθρα τα οποία προνοούν ως εξής: «2Α. Σκοπός του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014 και του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015 είναι η προστασία των δικαιωµάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυµάτων, διά της απαγόρευσης της επιβολής της πρόσθετης επιβάρυνσης που συνεπάγεται γι' αυτούς η µονοµερής άσκηση από πιστωτικό ίδρυµα τυχόν συµβατικού δικαιώµατος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου και η προαγωγή της διαφάνειας ως προς τον υπολογισµό των επιτοκίων όλων των συµβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων. 2Β. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικός) Νόµος του 2014 και ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικός) Νόµος του 2015 εφαρµόζονται σε συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων µεταξύ πιστωτικών ιδρυµάτων και των οφειλετών τους ως ακολούθως: (α) σε όλες τις εν ισχύι συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014· (β) σε όλες τις νέες συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάπτονται µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014· (γ) σε όλες τις συµβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες τερµατίζονται και σε όλες τις συµβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν καταστεί ή καθίστανται απαιτητές από πιστωτικό ίδρυµα.» Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι δύο συμφωνίες συνήφθησαν το 2007 και τερματίστηκαν στις 4.2.16, ήτοι μετά και την έναρξη ισχύος του τροποιητικού Ν. Ν.66(Ι)15. Με βάση τη νομολογία, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, σκοπός της ερμηνείας του Νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη. Οι λέξεις σε νομοθέτημα ερμηνεύονται κατ' αρχήν με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια τους αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας υπόψη το αντικείμενο και τον σκοπό του Νόμου. Σύμφωνα με την υπόθεση Τροκκούδης v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 683, όπου η γραμματική ερμηνεία νομοθετικής διάταξης, οδηγεί σε καταφανώς άτοπα αποτελέσματα και το λάθος στη διάρθρωση της νομοθεσίας είναι πασίδηλο, παρέχεται η δυνατότητα αποφυγής της ερμηνείας που θα οδηγούσε σε τέτοια αποτελέσματα. Τέλος, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Στην προκειμένη περίπτωση η χρήση στο άρθρο 2Β(γ) της λέξης «τερματίζονται» σε συνάρτηση με τις επόμενες λέξεις («έχουν καταστεί ή καθίστανται») οι οποίες αναφέρονται σε παρελθόντα και σε ενεστώτα χρόνο καταδεικνύει ότι η χρήση των λέξεων είναι σαφής για να αποδώσει την πρόθεση του Νομοθέτη. Αν ο Νομοθέτης ήθελε να συμπεριλάβει τις συμφωνίες εκείνες που τερματίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω τροποποιητικού Νόμου, τότε δεν θα υπήρχε καμιά δυσκολία στην ανάλογη διατύπωση και στη χρήση της λέξης «τερματίστηκαν» ή «έχουν τερματιστεί». Η χρήση των λέξεων «έχουν καταστεί ή καθίστανται» υποδηλοί την πρόθεση του Νομοθέτη να συμπεριλάβει όσες συμφωνίες καθίστανται τερματιζόμενες ή κατέστησαν ή καθίστανται ήδη απαιτητές από την ημερομηνία ισχύος του εν λόγω Νόμου, όχι όμως και τις συμφωνίες οι οποίες έχουν ήδη τερματιστεί. Οι τρεις επίδικες συμφωνίες ήταν σε ισχύ κατά την εφαρμογή του Ν.141(Ι)/
- Κατέστησαν τερματιζόμενες κατά την εφαρμογή του Ν.66(Ι)/15 και επιπλέον ήταν σαφές ότι είχαν καταστεί και απαιτητές. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το άρθρο 2Α του Ν.160(Ι)/99, όπως τροποποιήθηκε, εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση με ισχύ βεβαίως από την ημερομηνία δημοσίευσης του τροποποιητικού Ν.141(Ι)/
- Συνακόλουθα η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει μονομερώς την προσαύξηση και σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών τέτοια μεταβολή είναι δεσμευτική στους Εναγόμενους 1 μέσω δημοσίευσης στον τύπο ή σχετικής ειδοποίησης. Παρόλο που παρουσιάστηκαν οι δύο επιστολές, Τεκμήριο 35, εντούτοις η ενημέρωση για την προσαύξηση δεν ήταν συνεχής και πλήρης σε σύγκριση με όλες τις προσαυξήσεις που υιοθέτησε η Τράπεζα όπως αναφέρονται στο Τεκμήριο 53 και επομένως οι Ενάγοντες δεν δικαιούντο να χρεώσουν όλες τις προσαυξήσεις όπως τις απαιτούν, παρά μόνο την αρχική ως προβλεπόταν στις συμφωνίες και τις μεταβολές αυτής όπως αναφέρονται στις δύο ενημερωτικές επιστολές και από τις συγκεκριμένες ημερομηνίες αντίστοιχα. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες δικαιούνται στη χρέωση της προσαύξησης προς 2% μέχρι και τις 4.1.09 και προς 5.75% από τις 5.1.09 και μέχρι εξοφλήσεως αναφορικά με τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ] και προς 2% μέχρι και τις 12.5.10 και προς 5.95% από τις 13.5.10 μέχρι εξοφλήσεως αναφορικά με τον λογαριασμό υπ' αρ. [ ]. Με βάση το κείμενο των παραδεκτών γεγονότων, στις αποφάσεις που ήθελαν εκδοθεί σε περίπτωση αποδοχής της θέσης των Εναγόντων το ποσοστό τόκου τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό δεν ξεπερνά το ύψος του εκάστοτε συνολικού επιτοκίου το οποίο το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να χρεώνουν. Από τον τερματισμό, το άθροισμα του εκάστοτε βασικού επιτοκίου και του ανωτέρω περιθωρίου πάντοτε ξεπερνά το συμφωνηθέν του 6%. Επομένως, οι Ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση των εν λόγω αποφάσεων ως έχουν συμφωνηθεί. Από την ημερομηνία τερματισμού προστίθεται και τόκος υπερημερίας προς 1,75%, παρόλο που οι δύο πρώτες συμφωνίες του 2007 προνοούσαν για χρέωση τόκου υπερημερίας προς 5% και η τρίτη συμφωνία του 2010 προς 5,35%. Ο τροποποιητικός του Ν.160(Ι)/99 Ν.66(Ι)/15, στο άρθρο 3(1α), απαγόρευσε την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.141(Ι)/14 και πρόσθεσε το εδάφιο (1β) στο άρθρο 3 το οποίο προνοεί τα εξής: «(1β) Σε περίπτωση σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκε κατά ή πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, η επιβολή αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία επί καθυστερηµένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης µορφής σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δηµιουργεί µαχητό τεκµήριο για το πιστωτικό ίδρυµα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική του ζηµιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση µη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυµα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερηµερίας δύναται να διεκδικήσει αποζηµιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυµα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζηµίωση στο πρόσωπο που ζηµιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Στην προκειμένη περίπτωση οι υπό κρίση συμφωνίες τερματίστηκαν στις 4.2.16, μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν.66(Ι)/15, ήτοι την ημερομηνία δημοσίευσης του στις 7.5.15 και επομένως το άρθρο 3(1β) δεν τυγχάνει εφαρμογής. Προφανώς με τη θέσπιση του Ν.66(Ι)/15 καλύφθηκε το κενό αναφορικά με τη χρέωση τόκου υπερημερίας για τις συμβάσεις οι οποίες είχαν τερματιστεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου, παρέχοντας έτσι προστασία στον δανειολήπτη. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δικαιούνται στη χρέωση τόκου υπερημερίας προς 1,75% από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι εξοφλήσεως χωρίς να έχουν υποχρέωση απόδειξης ότι αυτός ο τόκος αντιπροσωπεύει τη ζημιά τους. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΕ1 επεξήγησε τη ζημιά της Τράπεζας, η μαρτυρία του οποίου κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δέχεται και υιοθετεί τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι στις αναδομημένες καταστάσεις ο τόκος υπολογίζεται ημερησίως, οι καταθέσεις πιστώνονται έναντι των συσσωρευμένων τόκων και ο τόκος χρεώνεται και κεφαλαιοποιείται στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η πρακτική πίστωσης των καταθέσεων έναντι των τόκων είναι καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή, όπως αναγνωρίστηκε στις υποθέσεις Ξιούρουππα κ.ά. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2016)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 και Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Άλλωστε αυτή η πρακτική γίνεται αποδεκτή από τους Εναγόμενους εφόσον σε όποια περίπτωση έκδοσης απόφασης με βάση τα παραδεκτά γεγονότα, η απόφαση θα αφορά τα ποσά όπως αυτά υπολογίστηκαν και περιέχονται στις αναδομημένες καταστάσεις κατά την ημερομηνία τερματισμού πλέον τόκους από την εν λόγω ημερομηνία. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των Εναγομένων 1-3 στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1-3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως εξής:
- Για το ποσό των €531.993,81 πλέον τόκο προς 6% συν τόκο υπερημερίας προς 1,75% από τις 5.2.16, αφαιρουμένων των ποσών εκ €152.441,32 στις 3.5.18 και €364.258,71 στις 16.5.18, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως.
- Για το ποσό των €884.478,66 πλέον τόκο προς 6% συν τόκο υπερημερίας προς 1,75% από τις 5.2.16, αφαιρουμένου του ποσού των €1.000 στις 7.6.19, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως.
- Για το ποσό των €960.821,95 πλέον τόκο προς 5,35% συν τόκο υπερημερίας προς 1,75% από τις 5.2.16, αφαιρουμένων των ποσών εκ €10.000 και €9.995 στις 15.6.21, €2.000 και €5.985 στις 10.9.21, €4.275 στις 12.10.21 και €12.000 στις 13.9.22, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα του Δικαστηρίου ως ακολούθως:
- Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και ή ιδιωτικό πλειστηριασμό σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/65 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει των Υποθηκών Υ.06/06, Υ.49/07, Υ.79/07 και Υ.19/07 των Εναγομένων 1 έναντι και ή προς ικανοποίηση του ως άνω χρέους τους μαζί με τους τόκους και τα έξοδα και η επιστροφή οποιουδήποτε περισσεύματος προς τους Εναγόμενους 1 και η πληρωμή οποιουδήποτε ελλείμματος από τους Εναγόμενους
- Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και ή ιδιωτικό πλειστηριασμό σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/65 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει των Υποθηκών Υ.74/05, Υ.98/07, Υ.99/07 και Υ.22/07 των Εναγομένων 2 και 3 έναντι και ή προς ικανοποίηση του ως άνω χρέους τους μαζί με τους τόκους και τα έξοδα και η επιστροφή οποιουδήποτε περισσεύματος προς τους Εναγόμενους 2 και 3 και η πληρωμή οποιουδήποτε ελλείμματος από τους Εναγόμενους
- Απόφαση και Διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση που τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν σε τιμή μικρότερη από τα πιο πάνω ποσά, οι Εναγόμενοι 1 είναι υποχρεωμένοι για την καταβολή προς τους Ενάγοντες οποιουδήποτε τυχόν ελλείμματος. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1-3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε, το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί των εξόδων με το πέρας της διαδικασίας της Αγωγής. Λαμβανομένου υπόψιν ότι η Ανταπαίτηση συμβάδιζε και εκδικαζόταν με την Απαίτηση μέχρι την απόσυρση της στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής και δεν έχουν προκύψει επιπρόσθετα έξοδα, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με την Ανταπαίτηση. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο