← Κύπρος

Έλενα Στυλιανού ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 869/23, 8/6/2023

Έλενα Στυλιανού ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αγωγής: 869/23, 8/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A168 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 869/23 Μεταξύ: 1.Έλενα Στυλιανού, από τον Ύψωνα, Λεμεσός 2.Μαρία Στυλιανού, από την Λεμεσό 3.Σκεύη Στυλιανού, από τον Ύψωνα, Λεμεσός Ενάγουσες και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, από την Λευκωσία Ημερομηνία: 8.6.23 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες/Αιτήτριες: κα Μ. Γεωργίου για κκ Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κ. Απ. Γκέβρος για κκ Γ. Διογένους και Συνεργάτες ΔΕΠΕ --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 18.5.23 οι Ενάγουσες/Αιτήτριες εξαιτούνται: «Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού και/ή Διάταγμα για ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧΧ Φ./Σχ. ΧΧ/ΧΧ, Τμήμα , Τεμ. ΧΧΧ, μερίδιο 1/Χ, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας 1 που βαρύνεται με την υποθήκη Χ/Y/ΧΧΧ/ΧΧΧΧ, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧΧ Φ./Σχ. ΧΧ/ΧΧ, Τμήμα , Τεμ. ΧΧΧ, μερίδιο 1/Χ , ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας 1 που βαρύνεται με την υποθήκη Χ/Y/ΧΧΧ/ΧΧΧΧ, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης του μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου Γ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία, τηv oπoίαv τo Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τας περιστάσεις». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας 1 η οποία είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τις υπόλοιπες Αιτήτριες να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και για λογαριασμό τους. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση υπαλλήλου στο Δικαστηριακό Τμήμα της Ανάκτησης Χρεών της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, από τώρα και στο εξής «η υπάλληλος». Σύμφωνα με την υπάλληλο η Altamira δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της ίδιας και της Καθ' ης η αίτηση ενεργεί δια λογαριασμό της τελευταίας και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Καθ' ης η αίτηση και συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων/εγγυήσεων. Στις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβάνονται και τα δάνεια που αφορά η παρούσα αγωγή και οι συναφείς με αυτά εξασφαλίσεις. Η υπάλληλος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από την Καθ' ης η αίτηση όσο και από την Altamira να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Γνωρίζει δε τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης μέσα από την μελέτη του φυσικού και ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης στον οποίο και έχει πρόσβαση. Δεν θα παραθέσω το περιεχόμενο των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Αναφορά στα ουσιώδη σημεία τους θα γίνει εκεί όπου κρίνεται απαραίτητο. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

  1. Δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση κάποια πρόνοια περί αναστολής ή και απαγόρευσης της διαδικασίας του πλειστηριασμού δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (9/65).
  2. Οι Αιτήτριες κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή και/ή απαγόρευση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή και/ή απαγόρευση του δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν στην πώληση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/ΧΧΧΧΧ, Φ./Σχ/ ΧΧ/ΧΧ, Τεμ. ΧΧΧ, μερίδιο 1/Χ καθότι σύμφωνα μεταξύ άλλων με τα Έγγραφα της Υποθήκης οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με όποιο τρόπο ήθελαν επιλέξουν με τη διαδικασία που προνοεί ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965). Η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση για την έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού είναι νόμιμη, ορθή και εύλογη, ασκώντας τα εκ νόμου δικαιώματά τους.
  3. Οι Καθ' ων η Αίτηση κατόπιν αιτημάτων βοήθησαν δια των επίδικων τροποποιητικών συμφωνιών τις Αιτήτριες, οι οποίες όμως αμέλησαν και/ή παρέβησαν τους όρους των επίδικων συμβάσεων. Ως εκ τούτου η υπό κρίση Αίτηση στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου υποβάθρου και/ή πραγματικού υποβάθρου και/ή είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών και/ή δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθότι: Οι Αιτήτριες κωλύονται να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση λόγω κωλύματος καταχωρήσεων σε έγγραφα και/ή κώλυμα λόγω συμπεριφοράς.
  4. Οι Αιτήτριες γνώριζαν και/ή ήταν εις θέση να γνωρίζουν ότι σε περίπτωση που δεν εξοφλείτο το χρέος τους με βάση τη συμφωνία δανείου και/ή τροποιητικών συμφωνιών, οι Καθ' ων η Αίτηση θα ενεργούσαν ως ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) προνοεί και κωλύονται να αμφισβητούν την εγκυρότητα των συμφωνιών ή να αιτούνται την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού. Η ΥΧΧΧ/ΧΧ είναι καθόλα νόμιμη και οι Αιτήτριες ήξεραν εδώ και περίπου 13 έτη ότι εξασφάλιζαν δια της αναφερόμενης υποθήκης το δάνειο τους δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και/ή των τροποποιητικών συμφωνιών.
  5. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), ήτοι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η πιθανότητα οι Αιτήτριες να επιτύχουν στην αγωγή τους και (γ) η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
  6. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της Αιτήτριας 1 δεν αμφισβητείται η φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση, ενώ δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60). Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν την οικονομική επιφάνεια και/ή δυνατότητα να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στις Αιτήτριες, Τυχόν ζημία των Αιτητριών θα είναι οικονομική.
  7. Το ενυπόθηκο ακίνητο δεν αποτελεί την Α κατοικία της Αιτήτριας 1 και/ή των Αιτητριών και κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε προς επίρρωση των ισχυρισμών της.
  8. Ο επίδικος λογαριασμός δανείου δεν εμπεριέχει παράνομες χρεώσεις και εν πάση περιπτώσει, το θέμα αυτό μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία δύναται να εξετασθεί. Η προσκομισθείσα πραγματογνωμοσύνη πάσχει για λόγους νομικούς. Οι Αιτήτριες αντιμετωπίζουν κώλυμα εκ της συμπεριφοράς τους και/ή λόγω εγγράφων για να προωθήσουν τους σχετικούς ισχυρισμούς τους.
  9. Οι επίδικες συμφωνίες δεν εμπεριέχουν καταχρηστικές ρήτρες και εν πάση περιπτώσει, το θέμα αυτό μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία δύναται να εξετασθεί. Οι Αιτήτριες αντιμετωπίζουν κώλυμα εκ της συμπεριφοράς τους και/ή λόγω εγγράφων για να προωθήσουν τους σχετικούς ισχυρισμούς τους αφού όχι μόνο δεν έθεσαν ποτέ το θέμα των κατ' ισχυρισμό καταχρηστικών ρητρών από την ημέρα σύναψης της συμφωνίας μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, αλλά αντιθέτως υπέγραψε και δύο τροποποιητικές συμφωνίες πέραν της συμφωνίας δανείου
  10. Η Ερμηνεία των επίδικων συμβάσεων είναι έργο του Δικαστηρίου κατά το στάδιο τελικής ακρόασης της αγωγής
  11. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν των εκ του Νόμου και/ή του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων τους να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά, στη βάση των δυνατοτήτων που τους παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου και σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση αίτηση καταστρατηγεί το σκοπό και το πνεύμα του νόμου.
  12. Θα προκληθεί μεγαλύτερη ταλαιπωρία στους Καθ' ων η Αίτηση από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παρά στις Αιτήτριες. Δεν καταδεικνύεται πιθανότητα οποιασδήποτε και/ή ανεπανόρθωτης ζημιάς που τυχόν υποστούν οι Αιτήτριες και η ενυπόθηκη περιουσία δεν αποτελεί την πρώτη κατοικία της Αιτήτριας
  13. Οποιαδήποτε ζημιά που τυχόν υποστούν οι Αιτήτριες, είναι πλήρως υπολογίσιμη. Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και αν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διακριτική ευχέρεια και/ή εξουσία του Δικαστηρίου και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και/ή υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
  14. Οι Καθ' ων η Αίτηση νόμιμα και νομότυπα ανέλαβαν και/ή απέκτησαν και/ή μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν σε αυτούς οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις που οι Αιτήτριες είχαν υπογράψει και/ή εγγράφει υπέρ αυτών και/ή νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή δικαιωματικά οι Καθ' ων η Αίτηση ξεκίνησαν και/ή συνεχίζουν τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού την οποία μεταβίβαση και/ή εκχώρηση οι Αιτήτριες εμμέσως πλην σαφώς ουδέποτε αμφισβήτησαν εδώ και 13 περίπου έτη, παρά μόνο στην πιο πάνω υπό τον τίτλο και αριθμό αγωγή και υπό κρίση αίτηση και ως εκ τούτου οι Αιτήτριες κωλύονται και γι'αυτόν τον λόγο.
  15. Οι Αιτήτριες καταχωρούν την με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ή και Αίτηση με υπέρμετρη ή και αδικαιολόγητη ή και μακρά καθυστέρηση (latches) ή και παρέμειναν αδικαιολόγητα αδρανείς για υπέρμετρο χρόνο όσον αφορά τις απαιτήσεις τους ή και τα παράπονά τους (staleness of demand) είναι ένοχες αδικαιολόγητης ή και υπέρμετρης καθυστέρησης, η οποία δεν επιτρέπει την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.
  16. Οι Αιτήτριες μέσω της ένορκης δήλωσης του που υποστηρίζει την Αίτηση δεν παρουσιάζουν ικανή ή και επαρκή μαρτυρία, με την οποία να αποσείει το βάρος ή και μέτρο απόδειξης που φέρει στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας.
  17. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον οι Αιτήτριες επιτύχουν στους ισχυρισμούς τους κατά την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, η ζημία που τυχόν υποστούν από τον επικείμενο πλειστηριασμό ημερ. ΧΧ/ΧΧ/2023 είναι οικονομικής φύσεως που εύκολα αποτιμάται σε χρήματα ή και η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία για τις Αιτήτριες, ενόψει του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι φερέγγυοι.
  18. Οι Αιτήτριες μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση παραθέτει γενικούς και/ή αβάσιμους και/ή ανυπόστατους και/ή αόριστους ισχυρισμούς, υπό τη μορφή συμπεράσματος ή και τελικής θέσης, ενώ παραλείπει να εκθέσει τέτοια σταθερή, επαρκή και ικανή μαρτυρία που θα υποστύλωνε τους ανωτέρω ισχυρισμούς, την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει στον βαθμό που η νομολογία επιτρέπει και επί της οποίας θα ασκούσε την διακριτική του ευχέρεια.
  19. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη, αντίθετη της πρακτικής του Δικαστηρίου και των Θεσμών και συνεπώς συμπαρασύρει σε παρατυπία την υπό κρίση αίτηση καθότι η ημερομηνία που υπογράφτηκε η Ένορκη Δήλωση είναι προγενέστερη της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης. Η ένορκη δήλωση που προηγείται χρονικά της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση της θεραπείας που ζητείται, αφού το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αίτηση.
  20. Οι Αιτητές κωλύονται να προβάλουν ότι θα υποστούν δήθεν ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον είναι υπερήμεροι και παραδέχονται ότι υπάρχουν οφειλόμενα προς τους Καθ' ων η Αίτηση, με αποτέλεσμα να έχει ενεργοποιηθεί το δικαίωμα των τελευταίων να προχωρήσουν στην πώληση του ενυπόθηκου, διαδικασία η οποία είναι παντελώς ανεξάρτητη και ουδόλως σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής.
  21. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και/ή έχουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα ή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση.
  22. Τα αιτητικά διατάγματα των Αιτητών πάσχουν ενόψει του ότι σε σχέση με το αιτητικό Α ζητείται απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση με το οποίο να τους απαγορεύει να προχωρήσουν στην διαδικασία εκποίηση χωρίς να γίνεται αναφορά για ποια διαδικασία και για ποια υποθήκη αναφέρονται. Επιπλέον στο διαζευκτικό σκέλος του αιτητικού (και/ή) ζητείται διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού διάταγμα το οποίο μπορεί να εκδοθεί μόνο στην βάση του Νόμου 9/1965 άρθρο 44Γ. Επίσης το Αιτητικό Β βασίζεται στο Νόμο 9/1965 άρθρο 44Γ όπου μπορεί με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος να καταχωρηθεί αίτηση έφεσης με την οποία να παραμερίζεται ο πλειστηριασμός . Παρά ταύτα το χρονικό όριο που θέτει ο όρος για καταχώρηση αίτησης έφεσης έχει παρέλθει και συνεπώς δεν μπορεί η πλευρά των Αιτητών να εγείρουν αυτό το ζήτημα. Σε σχέση με τον 18ο λόγο ένστασης αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση SA Constantinou Ltd και Άλλοι v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd

(2009)1 ΑΑΔ 754 οι εφεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η ένορκος δήλωση που υποστήριζε την ένσταση της εφεσίβλητης τράπεζας ημερομηνίας 1.6.07 δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή καθότι είχε λάβει χώρα πριν τις 4.6.07, ημερομηνία καταχώρησης της ένστασης. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες η αποδοχή της ένορκης δήλωσης συνιστούσε παραβίαση της Διαταγής 39, θεσμός 3 και της Διαταγής 48, θεσμός 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορούσε να αποτελέσει την βάση για την έκδοση του διατάγματος. Η εισήγηση κρίθηκε ανεδαφική από το Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε ότι κανένας από τους θεσμούς δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι ικανοποιητικός αφού αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής που εκκρεμεί. Ο 18ος λόγος ένστασης, επομένως, δεν ευσταθεί. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage .....................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ..........................». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Η φρασεολογία της επιφύλαξης του άρθρου και η εισαγωγή σε αυτό των δυο από τα τρία ειδικά κριτήρια φαίνεται να συνδέεται με τα αποφασισθέντα στην Αγγλική υπόθεση Preston v. Luck
(1884)27 Ch D 497 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση τα ενώπιόν του γεγονότα υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προνοείται από την Διάταξη 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32. Οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Αν κριθεί ότι κάποια από αυτές δεν ικανοποιείται, τότε, προσωρινό διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις που πέραν των τριών προϋποθέσεων υπάρχουν και ειδικά κριτήρια που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αυτά, θα πρέπει, επίσης, να ικανοποιούνται. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Η πρώτη αυτή προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμo δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. Τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αποκαλύπτονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αντανακλώνται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι Αιτήτριες με την αγωγή τους αξιώνουν την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας δανείου και όλων των παρεπόμενων συμφωνιών περιλαμβανομένων των τροποποιητικών λόγω αοριστίας η οποία προκύπτει ως διατείνονται από την ασάφεια και αδιαφάνεια των όρων τους. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου περιέχει καταχρηστικούς όρους που την καθιστούν εξ' υπαρχής άκυρη. Ένας από αυτούς είναι ο όρος που δίδει στην Τράπεζα την δυνατότητα να τερματίσει την συμφωνία δανείου ανά πάσα στιγμή και κατά την απόλυτη της ευχέρεια. Άλλοι όροι είναι οι όροι που της δίνουν την δυνατότητα να επιβαρύνει τον λογαριασμό με τόκο στην βάση των 360 ημερών αντί των 365 ή των 366, να ανατοκίζει πάνω από δύο φορές τον χρόνο, να χρεώνει με τόκο υπερημερίας προς 2,50%, ποσοστό το οποίο είναι παράνομο και αγγίζει τα όρια ποινικής ρήτρας, και να αυξομειώνει το επιτόκιο κατά το δοκούν. Σχετική είναι η έκθεση συγκεκριμένου οικονομολόγου στον οποίο η πλευρά των Αιτητών αποτάθηκε για να αναλύσει τις πληρωμές των Αιτητριών η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 18. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι δικαιούνται στην ακύρωση της συμφωνίας δανείου και της υποθήκης καθότι δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να διαπραγματευτούν το περιεχόμενο των όρων των συμφωνιών αυτών και γιατί υπέγραφαν τα έγγραφα εκεί που τους έδειχναν οι υπάλληλοι της Τράπεζας και χωρίς να διαβάσουν ή να στρέψουν την προσοχή τους οπουδήποτε αλλού. Επίσης η Υποθήκη είναι αόριστη και ασαφής αφού δεν αναγράφεται ο τρόπος διακύμανσης του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας και επομένως δεν καθορίζεται το ύψος του επιτοκίου με σαφήνεια και διαφάνεια. Παραβιάζεται το άρθρο 21
(1)(γ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο απαιτεί ότι το ύψος της υποθήκης αλλά και το ποσοστό του επιτοκίου θα πρέπει να είναι καθορισμένα ή δυνάμενα να προσδιοριστούν έτσι ώστε να μπορεί ο ενυπόθηκος οφειλέτης να γνωρίζει το ακριβές ποσό που θα πρέπει να καταβάλει για να εξαλειφθεί η υποθήκη (redeemed). Η επίδικη συμφωνία δανείου θα πρέπει να κριθεί άκυρη από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής. Η ακυρότητα της προκύπτει σύμφωνα με την πλευρά των Αιτητών από την ασάφεια και αδιαφάνεια των προαναφερόμενων όρων. Η Καθ' ης η αίτηση παράβηκε δια νόμου ρητή υποχρέωση διαφάνειας καθώς και την σχετική οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και τον Κώδικα Συμπεριφοράς για τις αναδιαρθρώσεις αφού η Καθ' ης η αίτηση αρνείται να προβεί σε αναδιάρθρωση του δανείου λόγω της ηλικίας της Ενάγουσας 1. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση η υπάλληλος αρνείται ότι οι επίδικες συμφωνίες και/ή οι όροι αυτών είναι καταχρηστικοί και/ή άκυροι. Είναι η θέση της ότι αυτές είναι έγκυρες και δεσμευτικές και ουδείς λόγος συντρέχει για την ακύρωση τους. Στην βάση όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται ότι οι Αιτήτριες έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με την απαίτησή τους και γνωστό στον Νόμο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δεν είναι ούτε επιπόλαιο, ούτε ενοχλητικό και το οποίο αν πετύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος των Αιτητριών ουσιαστικής θεραπείας. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης όπως δέχεται και με την ένορκό της δήλωση η υπάλληλος. Συγκεκριμένα η τελευταία δέχεται ότι η ερμηνεία των επίδικων συμφωνιών αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και δηλώνει ότι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση επιφυλάσσεται κατά την δίκη να αναφερθεί στους κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων. Διατυπώνει, επίσης, την θέση ότι είναι έργο του Δικαστηρίου κατά την δίκη κατά πόσο ένας όρος είναι καταχρηστικός και κατά πόσο συμπαρασύρει όλη την σύμβαση σε ακυρότητα. Δέχεται, επίσης, ότι είναι στο τελικό στάδιο που θα κριθεί αν μια ρήτρα είναι καταχρηστική και, αν ναι, αν αυτό ακυρώνει τις επίδικες συμφωνίες στην ολότητά τους ή αν αυτές συνεχίζουν να έχουν ισχύ χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Τέλος επιφυλάσσεται να παρουσιάσει κατά την δίκη εγκυκλίους του αρμόδιου εποπτικού φορέα οι οποίες ρυθμίζουν τον καθορισμό του βασικού επιτοκίου καθώς και ανακοινώσεις στον τύπο. Στην υπόθεση Μαίρη Νίκη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 κρίθηκε ορθή από το Εφετείο η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ότι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση προκύπτει όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε ως λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και κατ' επέκταση, ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») και όχι σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κιζ κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το Δικαστήριο αναζητά στο στάδιο αυτό είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14 τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει επί της ουσίας των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, αλλά δεν πρέπει να αφήνει «να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Επειδή δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων το επίπεδο δεν είναι ψηλό ούτε αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Η ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης εξαρτάται από την συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται το νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Το ζητούμενο είναι η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας και όχι η κρίση επί του βάσιμου της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι το μέτρο είναι απλά κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και εν πάση περιπτώσει πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Οι Αιτητές εγείρουν συζητήσιμα νομικά ζητήματα με αποτέλεσμα το ενδεχόμενο να πετύχουν στην απαίτησή τους να μην μπορεί να αποκλεισθεί. Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση με την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης δεν εξασθένησε την σοβαρότητα των θέσεων των Αιτητριών και δη σε βαθμό που να οδηγεί στην διαπίστωση περί μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Ωστόσο η Νομολογία αναγνωρίζει ότι η δικαιοσύνη δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791). Στην υπόθεση Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Στην ένορκό της δήλωση η Ενάγουσα 1 αναφέρεται στην σημασία που έχει γι' αυτήν το σπίτι της. Αν το σπίτι πωληθεί η ίδια θα στερηθεί της ευημερίας που αυτό της διασφαλίζει. Φρονώ πως η οικογενειακή κατοικία ενέχει ιδιαίτερη σημασία στην εξέταση του κριτηρίου της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η σημασία της δε είναι αυτόδηλη. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μεγαλώνει, ζυμώνεται και εξελίσσεται ένας άνθρωπος ή μια οικογένεια. Είναι ένας ιερός χώρος μέσα στον οποίο ο άνθρωπος έχει ζήσει την ζωή του, έχει κάνει τα όνειρά του και έχει βιώσει τις εμπειρίες του. Το σπίτι είναι η ψυχή των μελών του. Η απώλεια των πιο πάνω δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα όπως υποστήριξε και η Ενάγουσα 1 με την ένορκό της δήλωση. Αν πωληθεί το σπίτι και κατά την εκδίκαση της αγωγής διαφανεί το βάσιμο των θέσεων των Αιτητριών η Ενάγουσα 1 θα αρκεστεί μόνο σε αποζημιώσεις, κάτι το οποίο θα συνιστούσε ελλιπές, ανεπαρκές και άδικο μέτρο. Με την προαναφερόμενη προσέγγιση του Δικαστηρίου συνηγορεί και η απόφαση του ΔΔΕ C-415/11 Aziz κατά Caixa d' Estalvis de Catalunya ημερομηνίας 14.03.
  1. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης έχουν σε συντομία ως ακολούθως. Το Ισπανικό δικονομικό σύστημα δεν προέβλεπε την δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων από το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσέφυγε ο καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας η οποία αποτέλεσε την βάση για την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου. Το ΔΕΕ αφού αναγνώρισε ότι η αδυναμία λήψης προσωρινών μέτρων αναστολής της διαδικασίας εκποιήσεως αντιστρατευόταν την επιδιωκόμενη με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ προστασία ανέφερε τα ακόλουθα ως προς την δυνατότητα μελλοντικής αποζημίωσης του καταναλωτή και κατά πόσο αυτή μπορεί να αποτελέσει επαρκή θεραπεία (σκέψεις 60 - 62): «
  2. Πράγματι, όπως επίσης επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 50 των προτάσεών της, σε κάθε περίπτωση όπως εκείνη της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου πραγματοποιήθηκε πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η υποθήκη και, ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο παύσεως της χρήσεως της εν λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/
  3. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της κύριας δίκης, όπου το ακίνητο επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη είναι η κατοικία του θιγόμενου καταναλωτή και της οικογένειάς του, καθόσον αυτός ο μηχανισμός προστασίας των καταναλωτών που περιορίζεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως δεν αποτρέπει την οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια του εν λόγω ακινήτου.
  4. Όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η εκ μέρους των επαγγελματιών κίνηση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, διαδικασίας εκτελέσεως υποθήκης αρκεί για να στερήσουν, κατ' ουσίαν, από τους καταναλωτές το προνόμιο της προστασίας που επιδιώκει η οδηγία, περίπτωση που επίσης αντίκειται προς τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής (βλ. επ' αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 55).» Το ότι η Ενάγουσα 1 επί του παρόντος δεν κατοικεί εντός του ακινήτου για τον λόγο ότι το έχει εκμισθώσει σε τρίτο δεν μεταβάλλει τα πράγματα. Η σημασία της κατοικίας για τον ιδιοκτήτη του δεν φθίνει επειδή αυτή είναι εκμισθωμένη σε τρίτο πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα 1 εκμίσθωσε την κατοικία για να μπορεί να ανταπεξέλθει στις δόσεις του επίδικου δανείου. Πρόκειται δε περί πρώτης κατοικίας αφού δεν αναφέρθηκε ότι η Ενάγουσα 1 είναι ιδιοκτήτρια και οποιασδήποτε άλλης. Η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd και Άλλοι ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε203/13, ημερομηνίας 11.9.19 την οποία επικαλείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στην αγόρευσή του φρονώ πως δεν βοηθά τις θέσεις της Καθ' ης η αίτηση. Στην εν λόγω υπόθεση το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα προς επίρρωση της θέσης του ότι πληρούνταν η τρίτη προϋπόθεση ανέφερε στην ένορκό του δήλωση, μεταξύ άλλων, ότι μόνο με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων «θα διασφαλισθεί η ακίνητη περιουσία των Εναγόμενων σε περίπτωση που απορριφθεί η Αγωγή των Εναγόντων και πετύχει η ανταπαίτηση μας. Σε διαφορετική περίπτωση θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας των Εναγόμενων στα ονόματά τους .». Σημειώνεται ότι στην απόφαση δεν αναφέρονταν ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα ήταν πρώτη κατοικία. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν είχαν καταδειχθεί τέτοια γεγονότα που να στοιχειοθετούν το ενδεχόμενο να µην αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο. Κρίθηκε ότι η επίκληση της «παραµονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγµατος ήταν ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνονταν µε οποιοδήποτε τρόπο και δεν ικανοποιούνταν η αναγκαία βάση για την «ζηµιά» την οποία θα υπόκειντο οι εφεσείοντες σε περίπτωση µη έκδοσης του συντηρητικού διατάγµατος. Είναι δε στην βάση της ελλιπούς ένορκης δήλωσης και εις απάντηση των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα όπως πιο πάνω υποδείχθηκαν που το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε και υπέδειξε τα ακόλουθα τα οποία η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση επικαλείται προς επίρρωση της θέσης της ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση: «Η «παραµονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες µε δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αµφισβήτηση καθότι τα συγκεκριµένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείµενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεµπολήσει ένα µέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόµενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης». Θεωρώ ότι το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση είναι άμεσα συνυφασμένο με τους ανίσχυρους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος που πιο πάνω υποδείχθηκαν και δεν διακηρύττει κάποια αρχή δικαίου ως η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση επιδιώκει να μεταδώσει στο Δικαστήριο η οποία να άπτεται της τρίτης προϋπόθεσης. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η σύσταση υποθήκης θέτει την υπό υποθήκευση περιουσία υπό ενδεχόµενη πώληση λόγω μελλοντικής εκποίησης της υποθήκης και ότι ένεκα τούτου συνιστά μερική απεμπόληση της απόλυτης ιδιοκτησίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Και, επομένως, έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Αφ' ης στιγμής πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. Ο όρος «δίκαιο ή πρόσφορο» είναι συνώνυμος με τον όρο «ισοζύγιο της ευχέρειας» ο οποίος προέκυψε από τον Αγγλικό όρο «balance of convenience» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και είναι προσδιοριστικός της ευρείας εξουσίας του Δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο ισοζυγίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες των διαδίκων ή τον κίνδυνο αδικίας ο οποίος θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Αποφασίζοντας κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σε αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.". Στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ ν. ΧΧΧ Σούλη, Πολιτική Έφεση Ε75/15, ημερομηνίας 7.12.18 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι: «Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Φρονώ πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Αιτητριών. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι Αιτήτριες πετύχουν στην αξίωσή τους, τότε, το σπίτι θα πωληθεί και η Ενάγουσα 1 θα στερηθεί άδικα του σπιτιού της και της ευημερίας που αυτό της διασφαλίζει. Από την άλλη, σε περίπτωση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης και απόρριψης της απαίτησης το ακίνητο θα εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και διαθέσιμο προς εκποίηση. Δεν μου διαφεύγει ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση θα εμποδισθεί από του να αποζημιωθεί άμεσα. Η αδικία, όμως, που θα προκληθεί στην Ενάγουσα 1 από άρνηση της υπό κρίση αίτησης θα είναι καταφανώς μεγαλύτερη από την αδικία που ήθελε προκληθεί στην Καθ' ης η αίτηση από τυχόν έγκριση της. Εν κατακλείδι η έγκριση της υπό κρίση αίτησης περιέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Θεωρώ ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω απαντούν επαρκώς στους λόγους ένστασης με αριθμούς 5, 6, 7, 11, 12, 15, 16, 17, 20 και 21. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης δεν άπτονται της ουσίας της υπό κρίση αίτησης γι' αυτό και δεν θα με απασχολήσουν. Όσον αφορά τον 14ο λόγο ένστασης, αυτός, δεν προωθήθηκε με την αγόρευση των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση γι' αυτό θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε. Στην υπόθεση ΧΧΧ Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/19, ημερομηνίας 10.12.19 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 3: «Σηµειώνουµε, εκ προοιµίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασµού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ηµερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα µπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της. Η διαδικασία µέσω της οποίας µπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασµός είναι µε την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως µας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας. Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι µπορούσε να εκδοθεί, νοουµένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγµα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά». Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε εκποίηση και/ή να εκποιήσει την υποθήκη που αφορά η παρούσα αγωγή και συγκεκριμένα την υποθήκη με αριθμό Χ/Υ/ΧΧΧ/ΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με την οποία βαρύνεται το ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/ΧΧΧΧΧ, Φ/Σχ ΧΧ/ΧΧ, Τεμ. ΧΧΧ, μερίδιο 1/Χ, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσης αγωγής. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών/Αιτητριών και εναντίον της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσης αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.