Themis Portfolio Management Holdings Limited ν. GPC & CO. LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 1423/14, 13/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1423/14 Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holdings Limited Εναγόντων -και-
- GPC & CO. LTD, από τη Λεμεσό
- Κωνσταντίνου Γεωργίου Παύλου, από τη Λεμεσό
- Κωνσταντίνου Θεονίτσα Αλεξάνδρου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων Ημερομηνία: 13η Ιουνίου, 2023 Για τους Ενάγοντες: κα. Γρηγορίου Για τους Εναγόμενους 1 - 3: κος. Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ (Η Απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής του και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Με την απαίτησή τους, οι Ενάγοντες αρχικά αξίωσαν από όλους τους Εναγόμενους, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ποσό €29,597,97 πλέον τόκους προς 12% επί του ποσού των €29,304.92, ως υπόλοιπο δανείου. Αξίωσαν επίσης Διάταγμα του Δικαστηρίου για εκποίηση των υποθηκών που παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 ως εξασφαλίσεις για το επίδικο δάνειο. Οι αξιώσεις των Εναγόντων στηρίχθηκαν σε κατ' ισχυρισμό παράβαση όρων συμφωνίας δανείου, η οποία συνάφθηκε μεταξύ των προκατόχων των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 το έτος
- Για σκοπούς ιστορικού, σημειώνεται ότι Ενάγοντες στην υπόθεση ήταν αρχικά η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (η «Τράπεζα Κύπρου»), ως αποκτών πρόσωπο ορισμένων εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. (η «Λαϊκή»). Συν τω χρόνω και όπως αναπτύσσεται πιο κάτω, η Τράπεζα Κύπρου πώλησε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Limited, δηλαδή στους Ενάγοντες, οι οποίοι υποκατέστησαν την Τράπεζα Κύπρου, καταχωρώντας μεταξύ άλλων και σχετική ειδοποίηση στο δικαστηριακό φάκελο. Συνοψίζω τα δικόγραφα προς οριοθέτηση της ενώπιον μου διαφοράς, χωρίς οτιδήποτε αναφέρεται εδώ να αποτελεί, επί του παρόντος, εύρημά μου. Με το Κλητήριο Ένταλμα, ως τροποποιήθηκε, οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι κατόπιν αιτήματος της Εναγόμενης 1 και σχετικής αποδοχής προσφοράς της Λαϊκής προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 24.11.11, υπεγράφη στις 28.11.11 συμφωνία δανείου μεταξύ των μερών, η οποία αφορούσε την παραχώρηση δανείου ύψους €25,000 από μέρους της Λαϊκής προς την Εναγόμενη
- Οι όροι της συμφωνίας ήταν, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση, αλλά αν δεν γινόταν απαιτητό θα ήταν πληρωτέο σε 120 μηνιαίες δόσεις, έκαστη ύψους €321 με την πρώτη δόση πληρωτέα στις 6.1.12, ότι θα έφερε κυμαινόμενο επιτόκιο 5,75% πλέον 3,75% περιθώριο και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο 2 φορές το χρόνο δηλαδή την 1.1 και 1.7 έκαστου χρόνου. Παράλειψη δε να καταβληθεί οποιαδήποτε δόση θα καθιστούσε το δάνειο απαιτητό και πληρωτέο αμέσως, με δικαίωμα της Λαϊκής να χρεώνει τόκο υπερημερίας 10% μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο. Ήταν επίσης ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν, με συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 28.11.11, τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 και ότι ο Εναγόμενος 2 εκτέλεσε, για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης, 3 υποθήκες ακινήτων. Τέλος, η Εναγόμενη 1 επιβάρυνε την περιουσίας της προς όφελος της Λαϊκής με έγγραφα ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Κατά τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη 1 δεν πλήρωσε οφειλόμενες δόσεις δανείου και στις 25.7.12 η Λαϊκή ειδοποίησε όλους τους Εναγόμενους όπως εντός 21 ημερών πληρώσουν και αφού ούτε τότε υπήρξε συμμόρφωση, στις 30.8.12, η Λαϊκή τερμάτισε τη συμφωνία δανείου γνωστοποιώντας το γεγονός πάλι στους Εναγόμενους δι' επιστολών. Οι Εναγόμενοι υπερασπίστηκαν την Αγωγή και ήγειραν μάλιστα και Ανταπαίτηση. Παραδέχθηκαν τη σύσταση και υποκατάστασης της Λαϊκής από την Τράπεζα Κύπρου, αλλά και ότι με επιστολή προσφοράς 24.11.2011 γνωστοποιήθηκε σε εκείνους η έγκριση του αιτήματός τους για παροχή δανείου ύψους €25,000 και ότι στις 28.11.2011 υπεγράφη μεταξύ Λαϊκής και Εναγόμενης 1 συμφωνία δανείου. Παρά ταύτα, ανέφεραν ότι οι Ενάγοντες παραιτήθηκαν του δικαιώματος τερματισμού και ότι επέτρεπαν παρατραβήγματα και υπερβάσεις στους λογαριασμούς των Εναγόμενων και κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους να ισχυρίζονται παράβαση των όρων συμφωνίας. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι η απαίτησή των Εναγόντων είναι υπερβολική με υπερβολικούς τόκους και μονομερείς και αυθαίρετες χρεώσεις, ότι υπήρξε ελλιπής ενημέρωση για τον τόκο, τις χρεώσεις και τις καταστάσεις λογαριασμού. Καταλογίζουν επίσης στους Ενάγοντες παράλειψη αποστολής επιστολής ενημέρωσης σύμφωνα με το Νόμο πριν τη σύναψη της συμφωνίας δανείου, ότι δεν παρείχαν στην Εναγόμενη 3 ευκαιρία να λάβει νομική συμβουλή και έτσι η ίδια, αν υπέγραψε συμφωνία εγγύησης, έπραξε τούτο κατόπιν εξαπάτησης ή και ψυχικής πίεσης που δέχθηκε από τον Εναγόμενο
- Γενικώς υπήρξε και ελλιπής ενημέρωση προς τους Εναγόμενους 2 και 3 εγγυητές αναφορικά με τη παράβαση εκ μέρους της Εναγόμενης
- Επιπρόσθετα, η επίδικη συμφωνία περιείχαν καταχρηστικές ρήτρες αναφορικά με την αύξηση του τόκου, το δικαίωμα επιβολής επιβάρυνσης των Εναγόντων και το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης των όρων και δεν αποτέλεσαν προϊόν διαπραγμάτευσης και συνεπώς οι όροι είναι άκυροι και δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι 1 - 3 ανταπαίτησαν αναγνωριστικές αποφάσεις ότι η σύμβαση μεταξύ Εναγόμενης 1 και Λαϊκής είναι παράνομη και ανίσχυρη και ότι οι συμφωνίες εγγύησης που αφορούσαν τους Εναγόμενους 2 και 3 ήταν επίσης παράνομες και ανίσχυρες. Οι Ενάγοντες απάντησαν στην Υπεράσπιση και υπερασπίστηκαν την Ανταπαίτηση αρνούμενοι και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων αναφέροντας, μεταξύ άλλων ότι ο λογαριασμός ήταν δανείου και όχι τρεχούμενος, ότι όποιες χρεώσεις και πιστώσεις γίνονταν σε αυτόν και ότι ο τερματισμός έγινε σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία. Ανέφεραν επίσης ότι οι Εναγόμενοι κωλύονταν από το να προβάλλουν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον μου ο Γρηγόρης Γρηγορίου («ΜΕ») από πλευράς των Εναγόντων και ο Εναγόμενος 2 από πλευράς των Εναγόμενων. Η μαρτυρία και των δύο είναι μεν καταγεγραμμένη στα πρακτικά, αλλά παραθέτω αμέσως πιο κάτω σύνοψή της. Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Ο ΜΕ κατέθεσε γραπτή δήλωση (το Έγγραφο «Α») ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και συνολικά 34 τεκμήρια. Ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν υπάλληλος τις Λαϊκής από το 1996 μέχρι το
- Από το 2000 μέχρι και την αποχώρησή του εργαζόταν στην υπηρεσία Είσπραξης Χρεών. Από την 29.3.13 μέχρι και την 30.9.21 εργαζόταν στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό και ήταν ένας από τους λειτουργούς που χειριζόταν την παρούσα υπόθεση. Δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των Εναγόντων ο ίδιος παρείχε υπηρεσίες στους Ενάγοντες. Από την 1.10.21 ο ίδιος εργοδοτείται σε θυγατρική των Εναγόντων εταιρεία και εξακολουθεί, δυνάμει άλλης σύμβασης, να παρέχει υπηρεσίες προς τους Ενάγοντες. Λόγω των καθηκόντων του και της θέσης του γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Με τα Τεκμήρια 1 - 10, ο ΜΕ παρουσίασε το καθεστώς της Λαϊκής ως τραπεζικό ίδρυμα, την υποκατάστασή της από την Τράπεζα Κύπρου και το δικό της καθεστώς ως πιστωτικό ίδρυμα, σχετικές μετονομασίες καθώς και την εγγραφή και μετονομασία των Εναγόντων και την αδειοδότησή τους από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την εξαγορά πιστωτικών διευκολύνσεων στη βάση του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/
- Ως προς την πώληση της πιστωτικής διευκόλυνσης από την Τράπεζα Κύπρου προς τους Ενάγοντες, ο ΜΕ κατέθεσε τα Τεκμήρια 31 και 32 αντίστοιχα, το πρώτο μεν αποτελούμενο από επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου προς τους Εναγόμενους 1 έως 3 ημερομηνίας 2.3.21, με τις οποίες ειδοποιήθηκαν περί της πρόθεσης της Τράπεζας να πωλήσει τη επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και το δε δεύτερο αποτελούμενο από επιστολές της Τράπεζας Κύπρου προς τους Εναγόμενους 1 έως 3 ημερομηνίας 14.6.21 με τις οποίες ενημερώνονταν αναφορικά με τη μεταβίβαση της διευκόλυνσης προς τους Ενάγοντες. Με τις επιστολές που αποτελούν το Τεκμήριο 33 οι Ενάγοντες επίσης ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 1 έως 3 αναφορικά με τη μεταβίβαση στους Ενάγοντες των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων που οι Εναγόμενοι παραχώρησαν αναφορικά με τις μεταβιβασθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις. Αναφορικά με τη επίδικη συμφωνία δανείου, ο ΜΕ κατέθεσε το Τεκμήριο 14 το οποίο αποτελεί γνωστοποίηση εκ μέρους της Εναγόμενης 1 προς τη Λαϊκή ημερομηνίας 21.4.11 αναφορικά με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 για να ζητήσει και να λάβει από τη Λαϊκή πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €130,000, το Τεκμήριο 13 το οποίο είναι επιστολή της Εναγόμενης 1 προς τη Λαϊκή ημερομηνίας 7.11.11 με την οποία η πρώτη αιτήθηκε να της παραχωρηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις, το Τεκμήριο 11 το οποίο είναι επιστολή προσφοράς της Λαϊκής προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 24.11.11 με όρους και που αφορούσε την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης για ενίσχυση κεφαλαίου Εναγόμενης 1 και το Τεκμήριο 12 το οποίο είναι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 28.11.
- Σε σχέση με την εταιρική δομή της Εναγόμενης 1 ο ΜΕ κατέθεσε το Τεκμήριο 15 δηλαδή έρευνα που εκτυπώθηκε στις 2.1.
- Ως προς την εκταμίευση του ποσού του επίδικου δανείου ο ΜΕ κατέθεσε το Τεκμήριο 16 που φέρει ημερομηνία 30.11.
- Ως προς τις εξασφαλίσεις που οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι παραχωρήθηκαν από τους Εναγόμενους, ο ΜΕ κατέθεσε το Τεκμήριο 17, δηλαδή εξουσιοδότηση παράδοσης περιουσιακής κατάστασης της Εναγόμενης 1 προς την Εναγόμενη 3, το Τεκμήριο 18 που είναι δήλωση της Εναγόμενης 3 αναφορικά με το δικαίωμά της να συμβουλευθεί ανεξάρτητο δικηγόρο, το Τεκμήριο 19 δηλαδή επιστολή πληροφόρησης προς την Εναγόμενη 3 μαζί με ενυπόγραφη παραλαβή, το Τεκμήριο 20 δηλαδή συμφωνία Εγγύησης μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων 2 και 3, το Τεκμήριο 21 που αποτελεί συγκατάθεση του Εναγόμενου 2 για συνέχιση εξασφάλισης πιστωτικών διευκολύνσεων με τις Υποθήκες με αριθμούς Υ8683/05, Υ14081/078 και Υ7859/10, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν αντίστοιχα ως Τεκμήρια 22 έως
- Τα Τεκμήρια 17 έως 21 έφεραν ημερομηνία 28.11.
- Ο ΜΕ κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 25 και 26, τα οποία αντίστοιχα αποτελούν επιστολές της Λαϊκής προς τους Εναγόμενους 1 έως 3, το μεν Τεκμήριο 25 δέσμη επιστολών ημερομηνίας 25.7.12 στις οποίες καταγράφεται κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση στην πληρωμή δόσης και κλήση των Εναγόμενων να συμμορφωθούν εντός 21 ημερών και το δε Τεκμήριο 26 δέσμη επιστολών τερματισμού λογαριασμών μεταξύ τους και του επίδικου λογαριασμού δανείου ημερομηνίας 30.8.
- Τα Τεκμήρια 25 και 26 ανέφερε ο μάρτυρας αποστάλθηκαν στους Εναγόμενους με σύνηθες ταχυδρομείο. Σε περίπτωση που δεν παραλαμβάνονταν, επιστρέφονταν στους αποστολείς. Μετά από έρευνα, δεν εντόπισε οποιαδήποτε επιστροφή. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 27, δηλαδή επιστολές των δικηγόρων Εναγόντων προς Εναγόμενους 1 - 3 ημερομηνίας 13.2.14 και επεξήγησε τον χειρισμό του θέματος μετά την κατ' ισχυρισμό παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου δηλαδή τη μεταφορά του λογαριασμού στο Τμήμα Ανάκτησης. Ο ΜΕ επίσης επεξήγησε ότι η κίνηση του επίδικου λογαριασμού τηρείτο σε σύνηθες τραπεζικό βιβλίο αλλά και σε ηλεκτρονική μορφή. Η δε μεταφορά του ηλεκτρονικού αρχείου από την Τράπεζα Κύπρου στους Ενάγοντες έγινε την 8.6.21 και έκτοτε τηρείται από τους Ενάγοντες με τον ίδιο τρόπο. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 28 δηλαδή πιστοποιητικό δυνάμει Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 συνοδευόμενο από καταστάσεις λογαριασμού από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού δανείου μέχρι την 31.12.
- Επεξήγησε επ' αυτού ότι μια πληρωμή που καταγράφεται στις 4.10.21 φαίνεται ως τέτοια λόγω αλλαγής του λογισμικού και ότι βάσει των εν λόγω καταστάσεων το υπόλοιπο του δανείου ανέρχεται σε €75,407.10 πλέον τόκους από 1.1.
- Λαμβάνοντας υπόψη το Τεκμήριο 28 ο μάρτυρας, κατόπιν νομικής συμβουλής ετοίμασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Επεξήγησε ότι αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις και τόκους τους οποίους οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν καθώς και ότι από την 8.6.21, δηλαδή από την ημέρα που οι Ενάγοντες υποκατέστησαν την Τράπεζα Κύπρου, χρεώνεται το εκάστοτε επιτόκιο αναφοράς μειωμένο κατά 0.4%. Όσο δε αφορά το επιτόκιο αναφοράς παρουσίασε το Τεκμήριο 30, το οποίο αποτελεί κατάλογο των Επιτοκίων Αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Στη βάση της αναδομημένης κατάσταση λογαριασμού, ο ΜΕ υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν υπόλοιπο €69,675.97 πλέον τόκο προς 8,29% από 1.1.22 μέχρι εξόφλησης κεφαλαιοποιημένο 2 φορές ετησίως. Η αντεξέταση του ΜΕ ήταν εκτενής. Κατά τη διάρκειά της ο ΜΕ ανέφερε ότι δεν ήταν μεν παρόν κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, αλλά γνωρίζει δε τα γεγονότα και ότι χειρίστηκε την υπόθεση κατά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Σε υποβολή του συνηγόρου των Εναγόμενων ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στην Εναγόμενη 3 να λάβει συμβουλή επειδή τα έγγραφα που υπέγραψε έφεραν την ίδια ημερομηνία ο ΜΕ παρέπεμψε στο Τεκμήριο
- Διαφώνησε ότι τα Τεκμήρια 11 και 12 ήταν προτυπωμένα και ότι δεν υπήρξε διαπραγμάτευση, καθότι γνωρίζει την πρακτική που ακολουθείται. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη 1 ήταν ασθενέστερο μέρος και δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί ή να τροποποιήσει τους όρους, ο ΜΕ απάντησε ότι η Εναγόμενη 1 μπορούσε να διαπραγματευτεί και αντέταξε ότι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, δηλαδή ο Εναγόμενος 2, ήταν λογιστής και αντιλαμβανόταν και αντιλαμβάνεται πλήρως τους επίδικους όρους, αλλά και ότι η Εναγόμενοι είχαν πάντοτε την επιλογή να μην υπογράψουν τα έγγραφα και συγκεκριμένα τη συμφωνία δανείου. Αναγνώρισε ότι σκοπός του επίδικου δανείου ήταν η ενίσχυση του κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 και ότι θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις που θα αποκόπτονταν από τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Σε ερώτηση εάν η Τράπεζα απέκοπτε τα ποσά από το τρεχούμενο, ο ΜΕ απάντησε ότι μετά την εκταμίευση του δανείου ο τρεχούμενος ομαλοποιήθηκε μεν, αλλά δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και δεν εκτελούντο οι εντολές, κατάσταση που διαπιστώθηκε ενωρίς, αφού η πρώτη πληρωμή έγινε στις 29.6.12 ενώ το δάνειο παραχωρήθηκε στις 30.11.
- Αντιμέτωπος με το Τεκμήριο 35 το οποίο υποδείχθηκε από το δικηγόρο των Εναγόμενων και αναγνωρίστηκε μεταγενέστερα από τον Εναγόμενο 2 και το οποίο είναι επιστολή της Λαϊκής 7.6.12 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν η επιστολή απαντήθηκε, αλλά ότι έγινε πληρωμή για τις καθυστερημένες δόσεις στις 29.6.12 με επιταγή. Ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι η Λαϊκή δεν έστειλε επιστολή για 6 μήνες επειδή υπήρχε επικοινωνία με τον πελάτη, αλλά ούτε είναι και ήταν υπόχρεα να το πράξει. Αναφορικά με τη θέση του δικηγόρου των Εναγόμενων ότι η επιστολή Τεκμήριο 25 αποστάλθηκε με σπουδή από την Λαϊκή σε αντίθεση με την προηγουμένη στάση της για τις καθυστερημένες δόσεις, ο ΜΕ διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει αντίθεση και ότι ορθώς η τράπεζα ενήργησε καθ' αυτόν τον τρόπο. Επίσης, απαντώντας τη θέση ότι κακώς τερματίστηκε η συμφωνία για μια εκκρεμούσα δόση, ο ΜΕ ανέφερε ότι το δάνειο παρουσίαζε καθυστέρηση αλλά και η Τράπεζα είχε και γνώση του ότι ο λογαριασμός από τον οποίο έπρεπε να αποκόπτονταν ποσά ήταν σε συνεχή υπέρβαση, όπως φαίνεται από τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες έδειχναν ότι ο λογαριασμός κινείτο πάνω από το όριο και τις οποίες είχε στην κατοχή του και τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος επί του Τεκμηρίου 34 και αντιμέτωπος με το ότι δεν γνωρίζει την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού και ότι οι καταστάσεις είναι λανθασμένες, ο ΜΕ ανέφερε ότι οι καταστάσεις είναι από την 1/12/11 και ότι σκοπός κατάθεσης του ήταν για να καταδειχθεί η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού και ότι αυτός βρισκόταν σε υπέρβαση. Αναφορικά με το λόγο που αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ΜΕ ανέφερε ότι ο λόγος που γίνεται αυτό είναι προς υποβοήθηση της Εναγόμενης. Δεν σημαίνει, ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν δικαιούται στις χρεώσεις εκείνες, αλλά αποσκοπεί στην μείωση του οφειλόμενου ποσού. Σε υποβολή ότι οι προηγούμενες καταστάσεις ήταν λανθασμένες και ότι γι' αυτό έγιναν οι αναδομημένες, ο ΜΕ διαφώνησε και επανέλαβε ότι έγιναν αφαιρέσεις προς όφελος της Εναγόμενης. Σε υποβολή ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν τόκους και χρεώσεις κατά παράβαση της συμφωνίας και κατά παράβαση των σχετικών οδηγιών ο ΜΕ πάλι διαφώνησε και ανέφερε ότι δεν υπάρχει «ούτε ένα σεντ» χρέωσης εξόδων και το επιτόκιο δεν διαφοροποιεί τη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων. Σε σχέση με την περίοδο υπολογισμού των τόκων ο ΜΕ ανέφερε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού μέχρι και τις 31.3.2015, αυτός γίνεται στη βάση των 360 ημερών ενώ από 1.4.2015 στη βάση 365, λόγω αλλαγής στη Νομοθεσία. Επεξήγησε επίσης ότι μέχρι και τις 8.6.21 το επιτόκιο που χρεωνόταν στη βάση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού ήταν 9.5% πλέον 2% ενώ από την 8.6.21 στη βάση διατάγματος και αφού πλέον ο πιστωτής δεν ήταν πιστωτικό ίδρυμα, περιορίστηκε στο επιτόκιο αναφοράς και αφαιρέθηκε μάλιστα και ποσοστό 0,40%. Το δε επιτόκιο, επεξήγησε ο ΜΕ, δεν διαφοροποιήθηκε από την παραχώρηση μέχρι και τον τερματισμό. Από τον τερματισμό και μετά διαφοροποιήθηκε στη βάση της συμφωνίας μεταξύ πελάτη και τράπεζας. Σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας ανέφερε ότι ο σχετικός όρος δεν ήταν καταχρηστικός. Αντίθετα παρά το ότι στη βάση της παραγράφου 5 του Τεκμηρίου 12 η τράπεζα δικαιούνταν να απαιτήσουν 10% πέραν του συμβατικού, αξίωσαν 2%. Ο Εναγόμενος 2, που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας των Εναγόμενων, κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση (το Έγγραφο «Β») ως μέρος της κύριας εξέτασής του. Ανέφερε ότι είναι λογιστής - ελεγκτής από το έτος 1991 και πελάτης της Λαϊκής από τότε. Διατηρούσε συνολικά 12 λογαριασμούς στη Λαϊκή, μεταξύ των οποίων και ο τρεχούμενος [ ] ο οποίος χρησιμοποιούνταν για τις εργασίες της Εναγόμενης 1 με όριο €80,000 και ότι η Λαϊκή του επέτρεπε υπέρβαση ορίου. Ηταν θέση του ότι η Λαϊκή τον κάλεσε να υποβάλει Αίτηση για δάνειο €25,000 για να πιστωθεί στον τρεχούμενο λογαριασμό. Προς τούτο του παρέδωσε έτοιμα έγγραφα, μεταξύ αυτών και το Τεκμήριο 13, δηλαδή η επιστολή 7.11.11, την οποία υπέγραψε και παρέδωσε. Μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 11, πήγε στις 28.11.11 στα γραφεία της Λαϊκής στα φώτα Αριέλ στη Λεμεσό, μαζί και με τη σύζυγό του, Εναγόμενη 2 και υπέγραψαν το Τεκμήριο
- Όταν οι υπάλληλοι της Λαϊκής τον είδαν να διαβάζει του ανέφεραν ότι, έτσι κι αλλιώς, οι όροι του δανείου είναι προκαθορισμένοι και δεν αλλάζουν. Ο ίδιος ήταν σε δύσκολη θέση και δεν είχε δυνατότητα να αρνηθεί και έτσι αναγκάστηκε να υπογράψει κάτω από πίεση. Ανάγκασε και τη σύζυγό του να υπογράψει. Στις 7.6.12, για πρώτη φορά, η Λαϊκή με το Τεκμήριο 35 (το οποίο αριθμήθηκε κατόπιν αναγνώρισής του από τον Εναγόμενο 2), τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν απλήρωτες δόσεις δανείου και ότι εντός 21 ημερών έπρεπε να εξοφληθούν. Απάντησε στο Τεκμήριο 35 στις 27.6.12 με το Τεκμήριο 36 (το οποίο αριθμήθηκε κατόπιν αναγνώρισής του από τον Εναγόμενο 2), δηλαδή δική του επιστολή. Επειδή δεν έλαβε οποιαδήποτε επεξήγηση από μέρους της Λαϊκής για ποιο λόγο δεν γινόταν ανάληψη των χρημάτων, εξόφλησε στις 29.6.12 το εκκρεμές υπόλοιπο. Παρά την εξόφληση, η Λαϊκή στις 25.7.12 έστειλε κι άλλη επιστολή επειδή εκκρεμούσε μία δόση, αλλά επειδή ανέμενε εξηγήσεις από τη Λαϊκή που δεν δόθηκαν, μετέβηκε στο κατάστημα και ζήτησε να συζητήσει το θέμα αλλά και να πληρώσει τη δόση Ιουλίου. Η Λαϊκή δεν αποδέχθηκε και ακολούθως έλαβε την επιστολή Τεκμήριο
- Ο ίδιος δεν αρνήθηκε να πληρώσει τα χρέη του, αλλ' όμως τα νόμιμα και πραγματικά οφειλόμενα ποσά και διαφωνεί με τις καταστάσεις λογαριασμού. Κατά τη θέση του, ο λογαριασμός τερματίστηκε αυθαίρετα. Μόλις ήρθαν υπόψη του οι καθυστερήσεις έτρεξε και τις πλήρωσε. Ενώ στη συμφωνία γίνεται αναφορά για κυμαινόμενο επιτόκιο στις αναθεωρημένες καταστάσεις των Εναγόντων χρησιμοποιούν σταθερό επιτόκιο και χρεώνουν και 2%. Παρουσίασε το Τεκμήριο 37 δηλαδή κατάλογο επιτοκίων που ετοίμασε ο ίδιος και αφορούν επιτόκια που χρησιμοποιούσε η Τράπεζα Κύπρου από το
- Το 5.75% της δανειακής σύμβασης ανέφερε ήταν επιτόκιο καταναλωτών και όχι επιχείρησης που εφαρμόζετο στην περίπτωση της Εναγόμενης
- Ανέφερε ότι δεν είδε ότι στη σύμβαση που υπέγραφε ίσχυε το «επιτόκιο καταναλωτών» και ότι θεωρεί ότι έπρεπε να χρεώνεται το επιτόκιο επιχειρήσεων. Στη βάση του Τεκμηρίου 37 ετοίμασε και κατέθεσε και τα Τεκμήρια 38 και
- Επεξήγησε ότι όσον αφορά το Τεκμήριο 38 αυτό αφορά υπολογισμό των τόκων βάσει των «πραγματικών επιτοκίων», όπως τα ονόμασε, και το Τεκμήριο 39 τους τόκους μέχρι τον τερματισμό του δανείου. Ετοίμασε το Τεκμήριο 39, όπως ανέφερε, επειδή ήταν αυθαίρετος ο τερματισμός. Πρόσθεσε ότι, όταν δεν ήταν εφικτό να καταβάλλονται οι δόσεις του δανείου με standing order, πλήρωνε με επιταγές. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις ενώ, η δόση Ιουλίου δεν είχε πληρωθεί, επειδή όταν πήγε στον τράπεζα, τον πληροφόρησαν ότι έκλεισαν οι λογαριασμοί του και δεν αποδέχθηκαν πληρωμή. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι ο ίδιος είναι λογιστής και ελεγκτής και όταν του ζητούσαν οι πελάτες του παρείχε και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Η σύζυγός του κατά το χρόνο εκείνο ήταν επιχειρηματίας. Δέχθηκε ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τη Λαϊκή από 1991 είχαν υπογραφεί διάφορες συμφωνίες και ότι η σύζυγός του είχε κατά καιρούς υπογράψει διάφορες εγγυήσεις, αλλά και ότι ο ίδιος γνώριζε τον τρόπο λειτουργίας των λογαριασμών. Αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό [ ] αποδέχθηκε ότι ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση, αλλά αρνήθηκε ότι ο ίδιος ζήτησε δάνειο, αναφέροντας μάλιστα ότι ζήτησε να του αυξήσουν το όριο. Αντιμέτωπος με την αίτηση για χορήγηση δανείου Τεκμήριο 13, ανέφερε ότι είναι τυποποιημένο έγγραφο και ότι δεν είχε περιθώριο διαπραγμάτευσης. Ανέφερε επίσης ότι το υπέγραψε υπό την απειλή να κλείσουν οι λογαριασμοί του. Συμφώνησε με τη συνήγορο των Εναγόντων ότι το δάνειο όπως προκύπτει και από τον πίνακα του Τεκμήριο 12 θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις ύψους €321 η καθεμιά και η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα στις 06.01 και ότι αναφέρεται επίσης το δικαίωμα της Λαϊκής να αποκόπτει δόσεις από τον τρεχούμενο λογαριασμό. Σε ερώτηση εάν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα για να γίνονται οι πληρωμές, ο Εναγόμενος 2 απάντησε ότι, απ' ότι αντιλαμβάνεται όχι, αλλά πρόσθεσε ότι η αποπληρωμή ενός δανείου δεν γίνεται με μόνο ένα τρόπο και ότι μπορείς να πας στο ταμείο να πληρώσεις μετρητά, να βάλεις επιταγή ή να αλλάξεις το standing order σε κάποιον άλλο λογαριασμό για να πληρώνεται. Ο Εναγόμενος 2 επίσης αναγνώρισε ότι υπήρχαν καθυστερήσεις αλλά υποστήριξε ότι πήγε και τις πλήρωσε. Ως προς την επιστολή, Τεκμήριο 36, ανέφερε ότι διαμαρτυρήθηκε για ολόκληρη την επιστολή ημερομηνίας 7.6.2012 δηλαδή στο Τεκμήριο 35 και όχι μόνο για το 12% επιτόκιο. Μετά από σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι δεν διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση διότι πήγε και πλήρωσε. Αν διαμαρτυρόταν δεν θα πλήρωνε, όπως και δεν πλήρωνε όταν του «έβαλαν» 12% επιτόκιο και διαφωνούσε. Ούτε διαμαρτυρήθηκε ότι δεν έγιναν αποκοπές από τον τρεχούμενο λογαριασμό από τη Λαϊκή. Υποστήριξε ότι ανέμενε απάντηση στην επιστολή του και έδωσε έμφαση στην κατά τον ίδιο αύξηση του επιτοκίου σε 12%. Αντιμέτωπος με το Τεκμήριο 35 συμφώνησε ότι στο κείμενο αναγράφεται ότι η αύξηση στο επιτόκιο θα γινόταν εάν δεν αποπληρώνονταν οι καθυστερήσεις. Μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 25 δεν πήγε στην Τράπεζα. Πήγε είπε προηγουμένως όμως, στην αρχή του μήνα, προσπάθησε να πληρώσει, αλλά ο λογαριασμός ήταν κλειστός. Προς τούτο παρέπεμψε σε χρέωση για επιστολή τερματισμού που προηγήθηκε της 25.7.12 δηλαδή στις 4.7.
- Δεν δέχονταν, είπε, τα λεφτά στο ταμείο, αλλά άλλη επιστολή παραπόνου δεν απέστειλε. Αναφορικά με το Τεκμήριο 38 επεξήγησε ότι το συνέταξε βασιζόμενος στο τεκμήριο 37 και ότι έλαβε υπόψη ότι είναι δάνειο επιχειρήσεων, όπως το ονόμασε, ανεξάρτητα εάν τούτο αναφερόταν στη σύμβαση δανείου. Ως προς το Τεκμήριο 37 αφορούσε τα επιτόκια της τράπεζας Κύπρου, ακόμα και πριν την υποκατάσταση της Λαϊκής από εκείνη, επειδή θεώρησε ότι δικαιούται, μια και η τράπεζα όπως ανέφερε χρησιμοποίηση από την αρχή επιτόκια που θεωρούσαν ορθά. Ανέφερε επίσης ότι βάσει της κατάστασης Τεκμήριο 39, το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι €24,844.82 ενώ με το Τεκμήριο 38 αυτό ανέρχεται σε €47,150, αλλά δεν αναγνωρίζει ότι αυτό είναι το ποσό που οφείλει η εταιρεία του. Ερωτώμενος για τους λόγους που κατέθεσε τα έγγραφα, είπε ότι έχει δέκα χρόνια που προσπαθεί να του δώσουν το σωστό υπόλοιπο και να τους πληρώσει. Μετά ανέφερε ότι το ορθό για εκείνον υπόλοιπο ήταν το ποσό που αναγράφεται στο Τεκμήριο
- Συμφώνησε όμως ότι, κατά τον καταρτισμό των Τεκμηρίων 38 και 39, έλαβε υπόψη ότι το επιτόκιο μέχρι και τον τερματισμό ήταν 5,75% πλέον το περιθώριο, επειδή έτσι λέει η σύμβαση. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης μαρτυρίας στην υπόθεση, οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτά κείμενα αγορεύσεων. Από πλευράς δικηγόρων των Εναγόμενων προτείνεται ότι ο μάρτυρας των Εναγόντων ήταν μόνο κομιστής εγγράφων και ότι παραδέχθηκε ότι κατά το χρόνο της σύναψης της επίδικης συμφωνίας δανείου δεν απασχολείτο στο αρμόδιο Τμήμα της Λαϊκής, ούτε έχει άμεση σχέση γνώση των συνθηκών που υπήρχαν κατά τον χρόνο σύναψης. Ο δε τρόπος που προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ήταν θεωρητικός και ο ίδιος δεν είχε ιδία γνώση του τρόπου τήρησης των βιβλίων και ηλεκτρονικών αρχείων των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία περί τήρησης των βιβλίων - και γενικά τα όσα προβλήθηκαν στις παραγράφους 6 έως 37 της γραπτής του δήλωσης - ήταν ουσιώδη γεγονότα και έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί. Επίσης, η εκ μέρους του ετοιμασία του Τεκμηρίου 29 βασίστηκε επί του Τεκμηρίου 28, επί του οποίου δεν ήταν σε θέση να μαρτυρήσει θετικά. Η δε δήλωσή του ότι στο Τεκμήριο 29 αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις και οι τόκοι που οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν, ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη θέση των Εναγόμενων ότι οι τόκοι και οι χρεώσεις επιβλήθηκαν παράνομα, αυθαίρετα και κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης και ότι οι καταστάσεις που τηρούσαν οι εμπλεκόμενες τράπεζες ήταν λανθασμένες. Σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του Άρθρου 3
(1)του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν. 160(Ι)/1999, οι Ενάγοντες και οι τράπεζες που κατά καιρούς ανέλαβαν το δάνειο είχαν υποχρέωση να ενημερώνουν τους Εναγόμενους για τη μεταβολή του επιτοκίου και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το έπραξαν. Αντίθετα ο Εναγόμενος 2 ήταν εξ αρχής άμεσα εμπλεκόμενος στα επίδικα γεγονότα. Η μαρτυρία του, εισηγούνται, πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου. Η επίδικη σύμβαση δανείου συνάφθηκε με προχειρότητα και δεν συμμορφώνεται με τις νόμιμες υποχρεώσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων, έγινε λανθασμένος υπολογισμός του τόκου με διαιρέτη 360 ημερών αντί 365 και περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και δεν ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά ένα προκατασκευασμένο έγγραφο. Τούτο δεικνύει ότι, εν προκειμένω, ελλείπει η καλή πίστη από μέρους της Τράπεζας. Επίσης η συμπερίληψη καταχρηστικών ρητρών και η μετέπειτα επιβολή επιτοκίων έγιναν και κατά παράβαση των σχετικών εγκυκλίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ζήτημα που ανάγεται σε παραβίαση δημόσιας πολιτικής κατ' επέκταση καθιστά σύμβαση που συνάφθηκε καθ' αυτό τον τρόπο παράνομη. Παράνομη είναι παράλληλα η σύμβαση στη βάση του Άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Με τη δική τους αγόρευση, οι δικηγόροι των Εναγόντων ισχυρίστηκαν ότι με τη μαρτυρία που προσκόμισαν αποδείχθηκε η σύναψη τόσο της σύμβασης δανείου όσο και της σύμβασης εγγύησης μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο καταδειχθεί ότι τούτο έγινε υπό το καθεστώς ψυχικής πίεσης, ως οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων. Αποδείχθηκε επίσης, εκ της αναντίλεκτης μαρτυρίας του ΜΕ επί του σημείου και η υπογραφή των εγγράφων υποθήκης. Ομοίως, καταδείχθηκε κατά την Ακρόαση και η εκ μέρους της Εναγόμενης 1 παράβαση των όρων της δανειακής σύμβασης, δια της παράλειψης καταβολής της δόσης για το μήνα Ιούλιο του
- Δικαίως και ορθώς, κατά τους δικηγόρους των Εναγόντων, τερματίστηκε και η σχετική σύμβαση δανείου στις 30.8.12, αφού προηγουμένως αποστάλθηκε στις 25.7.12 σχετική κλήση προς τους Εναγόμενους για συμμόρφωση. Οι επιστολές αποστάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο. Αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο, η θέση των συνηγόρων των Εναγόντων ήταν ότι μέσω των καταστάσεων λογαριασμών που τηρούνταν στα ηλεκτρονικά αρχεία των πελατών τους αλλά και μέσω της αναδομημένης κατάστασης, στη βάση και της σχετικές μαρτυρίας του ΜΕ εκ της θέσεως του, αυτό αποδείχτηκε επ' ακριβώς. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης περί καταχρηστικότητας όρων της σύμβασης δανείου και δη της χρησιμοποίησης διαιρέτη 360 αντί 365 ημερών για τον υπολογισμό των ανατοκισμών, οι Ενάγοντες παραπέμπουν στο ότι η Εναγόμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο και κατά συνέπεια δεν είναι καταναλωτής εν τη εννοία του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 (Ν. 112(Ι)/2021), αλλ' ούτε εν τη εννοία του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/1996). Το ίδιο ισχύει, κατά τους συνηγόρους, και όσον αφορά τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης περί μη διαπραγμάτευσης των όρων σύμβασης και ότι ουδέποτε καταρρίφθηκε η ύπαρξη καλής πίστης από πλευράς της Λαϊκής. Ο δε τόκος υπερημερίας που χρεώθηκε μόνο από τη μέρα τερματισμού και μετά και σε ποσοστό 2% και αντιπροσωπεύει τη ζημιά της Τράπεζας, ζήτημα που εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται από τους Εναγόμενους. Έχοντας κατά νου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κατά την ακροαματική διαδικασία, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία, ξεκινώντας από τον ΜΕ, ο οποίος, για τους λόγους που εξηγώ, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε ευθέως και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Επεξήγησε πλήρως την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση, τα καθήκοντά του από καιρού εις καιρό και συγκεκριμένα ότι τη χειρίστηκε προσωπικά κατά τον τερματισμό της και ότι ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις λαμβάνοντας υπόψη, τις καταστάσεις λογαριασμού που τηρούντο από τους Ενάγοντες - και μεταγενέστερα από τους διαδόχους τους Τράπεζα Κύπρου - και όπως περιήλθαν στην κατοχή των Εναγόντων. Αντιμέτωπος με τις θέσεις της Υπεράσπισης κατά τη μακρά αντεξέτασή του, υπήρξε ξεκάθαρος και αντέκρουσε αυτές χωρίς να υπεκφεύγει, με συγκεκριμένες αναφορές και παραπομπές σε συγκεκριμένα Τεκμήρια. Δεν εντόπισα οποιαδήποτε τάση για υπερβολή στις τοποθετήσεις του και δεν εντόπισα οποιαδήποτε αντίφαση στα λεγόμενά του είτε με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, είτε με οποιαδήποτε αναφορά στη λοιπή μαρτυρία του. Διαπιστώνω επίσης ότι ο ΜΕ, αν και μάρτυρας των Εναγόντων, δεν διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να προβώ σε ευρήματα και την αποδέχομαι στην ολότητά της. Δεν σχημάτισα την ίδια άποψη για τον Εναγόμενο
- Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην προσπάθειά του να καταδείξει ότι, τόσο κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας δανείου και των εγγράφων εγγύησης και υποθήκης - την οποία σύναψη και παραδέχθηκε - όσο και κατά την εκτέλεση της συμφωνίας, η Λαϊκή ενεργούσε εντελώς μονομερώς και, τρόπον τινά, του έβαλε «το πιστόλι στον κρόταφο» για να εξασφαλίσει την υπογραφή του. Ουδέν όμως παρουσίασε ο Εναγόμενος 2 για να αποδείξει ότι πράγματι δέχθηκε οποιαδήποτε πίεση από τη Λαϊκή. Αρκέστηκε στο να προωθήσει τούτο ως απλό ισχυρισμό, ο οποίος φάνηκε να εδραζόταν στο ότι η Εναγόμενη 1 βρέθηκε προ απειλής για κλείσιμο των λογαριασμών της. Αφενός, ο ισχυρισμός περί απειλής, με τη σειρά του, παρέμεινε μετέωρος και αφετέρου ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να επεξηγήσει για ποιο λόγο η Εναγόμενη 1 βρέθηκε προ τούτης της κατ' ισχυρισμό απειλής. Ως διαφάνηκε όμως, από τη ενώπιον μου μαρτυρία, ο λόγος που χορηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 το επίδικο δάνειο δεν ήταν άλλος από το να επανέλθει εντός ορίου ο τρεχούμενος λογαριασμός της, ο οποίος βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου υπερανάληψης. Αν και ο Εναγόμενος 2 αποδέχθηκε τόσο την υπέρβαση τούτη, όσο και την μετέπειτα ομαλοποίηση του τρεχούμενου λογαριασμού της ως υπαρκτά γεγονότα, υποβίβασε τη σημασία τους ισχυριζόμενος ότι η Εναγόμενη 1 δεν επωφελήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από το δάνειο. Σε σχέση με τις ενέργειές του κατόπιν λήψης της επιστολής Τεκμηρίου 25, ο Εναγόμενος 2 έδωσε δύο ασυμβίβαστες θεωρώ εξηγήσεις ως προς τις εν λόγω ενέργειες. Στη μία περίπτωση ανέφερε ότι δεν πήγε να πληρώσει την εκκρεμούσα δόση Ιουλίου επειδή ανέμενε απάντηση στην προηγούμενη επιστολή του Τεκμήριο 36, αλλά μεταγενέστερα υποστήριξε ότι πήγε στην αρχή του μήνα αλλά η Λαϊκή δεν δεχόταν τα χρήματά του επειδή οι λογαριασμοί είχαν κλείσει, προφανώς προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει εγγραφή στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 34, οι οποίες όμως αφορούσαν τον τρεχούμενο λογαριασμό και όχι τον επίδικο λογαριασμό δανείου. Σημειώνω επίσης, ίσως εκ του περισσού, ότι οι ισχυρισμοί τούτοι του Εναγόμενου δεν δικογραφήθηκαν. Ήταν επίσης η θέση του Εναγόμενου 2 ότι απέστειλε στη Λαϊκή το Τεκμήριο 36 για να διαμαρτυρηθεί για την προειδοποιητική επιστολή Τεκμήριο 35 και συγκεκριμένα για την απόφασή της να επιβάλει 12% επιτόκιο. Απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 35 όμως καταδεικνύει ότι η θέση του τούτη δεν συνάδει με το περιεχόμενό του. Πουθενά στο εν λόγω Τεκμήριο δεν διαφαίνεται ότι η Λαϊκή έλαβε απόφαση και επέβαλε 12%, επιτόκιο αλλά επρόκειτο μόνον για προειδοποίηση, η οποία θα υλοποιείτο υπό τις προϋποθέσεις που τέθηκαν εκεί. Επιπρόσθετα, αρνητική εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο η προσπάθεια του Εναγόμενου 2 να αποδώσει την μη αποπληρωμή των δόσεων του επίδικου δανείου σε παράλειψη της Λαϊκής να αποκόψει τις δόσεις αυτές από τον τρεχούμενο λογαριασμό, αφού, όπως διαφάνηκε ο λογαριασμός τούτος, παρά και τη χορήγηση του δανείου, εξακολουθούσε να παρουσιάζει υπερβάσεις ορίου, θέση που αποδέχθηκε και ο ίδιος ο Εναγόμενος
- Τούτο το ανέφερε ενώ υποστήριζε παράλληλα ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι να πληρώσει κανείς δόσεις δανείου, είτε με επιταγή είτε με μετρητά. Ακόμα αρνητικότερη εντύπωση προκάλεσε η προσπάθεια του Εναγόμενου 2 να πείσει ότι ο ίδιος δεν παρακολουθούσε τις κινήσεις των λογαριασμών της Εναγόμενης 1, την οποία έλεγχε πλήρως κατά τον ουσιώδη χρόνο και γι' αυτό το λόγο δεν παρατήρησε τις καθυστερήσεις στις δόσεις αποπληρωμής, αλλά και η προσπάθειά του να επιρρίψει ευθύνη και σε άλλους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 εταιρείας της οποίας ήτο και ο μοναδικός διευθυντής. Η θέση τούτη του Εναγόμενου 2 κρίνεται ασυμβίβαστη με την μαρτυρία του ότι ο ίδιος διατηρούσε επί σειρά ετών μεγάλο αριθμό λογαριασμών στη Λαϊκή και γνώριζε τη λειτουργία τους. Αντεξεταζόμενος δε αναφορικά με τους λόγους που δεν απευθύνθηκε σε άλλη τράπεζα για να εξασφαλίσει δανειοδότηση - δηλαδή πριν τη σύναψη του επίδικου δανείου - ανέφερε ότι δεν είχε χρόνο να διαπραγματευτεί με άλλη τράπεζα και ότι πήρε επιστολές ότι θα έκλειναν οι λογαριασμοί του. Όπως όμως προανέφερα δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου με το οποίο να ενισχύεται ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 είτε περί απειλής είτε περί προειδοποίησης από μέρους της Λαϊκής για κλείσιμο των λογαριασμών πριν τη σύναψη του δανείου. Άκουσα επίσης την εξής στιχομυθία κατά την αντεξέτασή του επί του Τεκμηρίου 11: Ε: Άρα κύριε Κωνσταντίνου, τώρα μας λέτε ότι δεν αναγνώσετε το έγγραφο όταν το υπογράψατε; Α: Όχι, όχι. Ε: Δεν είναι - Α: Κανένας δεν κάθεται να διαβάσει τούτα τα πράγματα διότι δεν υπάρχει περίπτωση η τράπεζα να αλλάξει έστω και μια τελεία. Ε: Δεν οφείλατε να τα διαβάσετε; Α: Ίσως. Προς τί; Και πιο κάτω αναφορικά με το Τεκμήριο 12: Ε: Κύριε Κωνσταντίνου, απλά για να επισπεύσω τη διαδικασία, η ίδια αναφορά, θα διαβάσω εγώ από το Τεκμήριο 12, που είναι η Συμφωνία Δανείου, αναφέρεται και εκεί στις πρώτες παραγράφους ότι (διαβάζει την πρώτη γραμμή του Τεκμηρίου 12) αναφέρει: «Επειδή η . 25.000 ευρώ». Για να σας ρωτήσω ξανά, ούτε αυτή τη φορά το διαβάσετε ούτε τη Συμφωνία Δανείου τη διαβάσετε πριν την υπογράψετε; Α: Αν διάβαζα τη Συμφωνία θα καταλάβαινα ότι το 5.75 που χρησιμοποιούσαν ήταν λάθος. Τη δεδομένη στιγμή δεν το κατάλαβα, μετά το κατάλαβα. Έπρεπε να ήταν 4.
- Αντιπαραβάλλω τα πιο πάνω με το ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 δήλωσε ότι είναι επαγγελματίας λογιστής και ελεγκτής, ο οποίος, ενίοτε, παρείχε και οικονομικές συμβουλές σε πελάτες του, πέραν των λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών. Επαναλαμβάνω, εν είδει υπενθύμισης, τη δήλωσή του ότι συνεργαζόταν με τη Λαϊκή από το 1991 και διατηρούσε 12 λογαριασμούς με αυτή, αλλά και ότι γνώριζε τον τρόπο λειτουργίας των λογαριασμών, και ότι η σύζυγός του ήταν επιχειρηματίας, η οποία με τη σειρά της, από καιρό εις καιρού, παρείχε εγγυήσεις προς την Εναγόμενη
- Ο ίδιος μάλιστα ετοίμασε από μόνος του τα Τεκμήρια 38 και 39, δηλαδή, ως ισχυρίστηκε, κινήσεις λογαριασμού που, κατά τον ίδιο, θα έπρεπε να υιοθετηθούν από τη Λαϊκή και τους Ενάγοντες, προκειμένου να του δοθεί το «ορθό» υπόλοιπο για να αποπληρώσει. Παρ' όλα αυτά, ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι, ουσιαστικά, αναγκάστηκε να υπογράψει έγγραφα τα οποία δεν διάβασε. Σε σχέση με τα εν λόγω Τεκμήρια 38 και 39 η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 ήταν τουλάχιστον συγκεχυμένη. Αφενός στο Τεκμήριο 39, το οποίο ο ίδιος επέλεξε να προωθήσει ως τον ορθό υπολογισμό, δεν υπολογίζεται οποιοσδήποτε τόκος ή χρέωση επειδή η δημιουργία του περιστρέφεται γύρω από το πρόωρο του τερματισμού της συμφωνίας δανείου. Αφετέρου στο Τεκμήριο 38 χρησιμοποιείται τόκος επιχειρήσεων όπως τον ονόμασε ο Εναγόμενος 2, χωρίς όμως να επεξηγείται για ποιο λόγο τούτος ήταν και ο ορθός τόκος, ενόψει της παραδεχτής υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο
- Ο πίνακας που ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 ετοίμασε με αναφορές στα κατ' ισχυρισμό ισχύοντα επιτόκια παρέμεινε επίσης στη σφαίρα του απλού ισχυρισμού. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω τον Εναγόμενο 2 αναξιόπιστο ως μάρτυρα και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εκτός ως προς το σημείο ότι η Λαϊκή του απέστειλε το Τεκμήριο 35 και ότι εκείνος απάντησε με το Τεκμήριο 36, γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων. Στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα επί γεγονότων: Η ορθότητα των διαδικασιών υποκατάστασης της Λαϊκής από την Τράπεζα Κύπρου και της μετέπειτα πώλησης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης από την τελευταία στου Ενάγοντες, δεν αμφισβητήθηκε. Παρά ταύτα και για σκοπούς πληρότητας βρίσκω ότι, έχοντας ενώπιον μου τα Τεκμήρια 1 - 8, τα οποία αναγιγνώσκω στο πλαίσιο του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013) και του σχετικού Διατάγματος του Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 22.3.23, η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση από τη Λαϊκή. Βάσει δε της αναντίλεκτης μαρτυρίας του ΜΕ και συγκεκριμένα των Τεκμηρίων 31 - 33 που αναφέρονται στις παραγράφους 42 και 43 της γραπτής του δήλωσης, διαπιστώνω ότι τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και οι Ενάγοντες απέστειλαν σχετικές επιστολές ενημέρωσης στους Εναγόμενους 1 έως 3 σε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους όπως τίθενται στα Άρθρα 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015) και σχετική ειδοποίηση καταχωρίστηκε στο δικαστηριακό φάκελο στις 22.6.
- Υπενθυμίζω ότι ήταν παραδεκτά γεγονότα εκ της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγόμενων, η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ύψους €25,000 στις 28.11.11 μεταξύ της Λαϊκής και της Εναγόμενης 1, κατόπιν αποστολής προσφοράς της πρώτης προς τη δεύτερη ημερομηνίας 24.11.11 με την οποία εγκρίθηκε το αίτημα της δεύτερης αναφορικά με την χορήγηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Τόσο το αίτημα της Εναγόμενης 1, όσο και η υπογεγραμμένη επίδικη συμφωνία αλλά και η επιστολή προφοράς κατατέθηκαν και ως Τεκμήρια 13, 12 και 11 αντίστοιχα κατά τη δίκη. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν συνεπώς ευρήματά μου. Επίσης, τα εξής γεγονότα, μέσω μαρτυρίας του ΜΕ που παρέμεινε αναντίλεκτη αλλά και μέσω της επιβεβαίωσής τους από την πλευρά των Εναγόμενων, δεν αμφισβητήθηκαν: ότι ο Εναγόμενος 2, κατά τον ουσιώδη προς τα γεγονότα της παρούσας Αγωγής χρόνο, ήταν εγγεγραμμένος λογιστής και ελεγκτής και ο διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας και η Εναγόμενη 3 η σύζυγός του και ότι στις 28.11.11, εκτός από την επίδικη συμφωνία δανείου, για την υπογραφή της οποίας έκαμα ανάλογο εύρημα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν δια της υπογραφής του Τεκμηρίου 20 τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 (βλ. παράγραφο 10 του Εγγράφου Β). Επιβεβαιώθηκε επιπρόσθετα και η λήψη από πλευράς Εναγόμενων των επιστολών της Λαϊκής ημερομηνιών 25.7.12, Τεκμήριο 25 και 30.8.12 Τεκμήριο 26, οι οποίες αποτελούσαν αντίστοιχα το Τεκμήριο 25 προειδοποίηση προς τους Εναγόμενους αναφορικά με καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των δόσεων του επίδικου δανείου και το Τεκμήριο 26 επιστολή τερματισμού του επίδικου λογαριασμού δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού που η Εναγόμενη 1 διατηρούσε στη Λαϊκή (βλ. παραγράφους 15 και 17 του Εγγράφου Β). Τα πιο πάνω συνεπώς αποτελούν επίσης ευρήματά μου. Έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία του ΜΕ ως αξιόπιστη, αποτελούν επίσης ευρήματά μου ότι: Στις 28.11.11 η Εναγόμενη 1 υπέγραψε προς την Λαϊκή το Τεκμήριο 17, το οποίο αποτελεί εξουσιοδότηση της πρώτης προκειμένου να παραδοθεί στην Εναγόμενη 3 φωτοαντίγραφο κατάστασης περιουσίας και επιβαρύνσεων που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου και επιστολή εγγυητή. Την ίδια ημέρα η Λαϊκή παρέδωσε στην Εναγόμενη 3 την επιστολή Τεκμήριο 19 με την οποία πληροφορούνταν για τους όρους της συμφωνίας δανείου. Η Εναγόμενη 3 δήλωσε γραπτώς ότι παρέλαβε, μελέτησε και κατανόησε την εν λόγω επιστολή και ότι έλαβε και δήλωση περιουσιακών στοιχείων που ετοίμασε η Εναγόμενη
- Την ίδια ημέρα η Λαϊκή παρέδωσε στην Εναγόμενη 3 την επιστολή Τεκμήριο 18 με την οποία η δεύτερη κλήθηκε να δηλώσει τα στοιχεία δικηγόρου τον οποίο προτίθετο να συμβουλευθεί και η Εναγόμενη 3 υπέγραψε τη σχετική επιστολή χωρίς να δηλώνει οποιαδήποτε στοιχεία δικηγόρου. Επίσης στις 28.11.11, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε συγκατάθεση όπως οι υποθήκες Υ8683/05, Υ14081/07 και Υ47859/10 συνεχίσουν να βαρύνουν ακίνητη περιουσία του προς εξασφάλιση των διευκολύνσεων νέων και υφιστάμενων που θα παραχωρούντο στην Εναγόμενη
- Στις 30.11.11, το ποσό των €25,000 μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό δανείου, το οποίο δόθηκε αρχικά ο αριθμός [ ] και μετέπειτα [ ], στον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό [ ] που η Εναγόμενη 1 διατηρούσε με την Λαϊκή, ο οποίος παρουσίαζε μέχρι τότε υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου. Με την μεταφορά ο τρεχούμενος λογαριασμός επανήλθε εντός του ορίου. Ήταν όρος της επίδικης συμφωνίας δανείου ότι οι δόσεις αποπληρωμής θα αποκόπτονταν από τον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός καθ' όλο το έτος 2012 και παρά την μεταφορά του ποσού του δανείου σε εκείνον στις 30.11.11, βρισκόταν σε υπέρβαση ορίου. Από την ημέρα λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού δανείου μέχρι και τις 28.03.2013, η Λαϊκή διατηρούσε αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή στο οποίο φυλάσσονταν οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό και στο οποίο γίνονταν καταχωρήσεις κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της Λαϊκής. Κατά τη διαδικασία απόκτησης εργασιών της Λαϊκής από την Τράπεζα Κύπρου, μεταφέρθηκε και το ηλεκτρονικό αρχείο και πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό δανείου και μετέπειτα το εν λόγω αρχείο μεταφέρθηκε αυτούσιο στους Ενάγοντες, οι οποίοι υποκατέστησαν την Τράπεζα Κύπρου. Το συγκεκριμένο θέμα το αναλύω με περισσότερη λεπτομέρεια πιο κάτω και προβαίνω σε περαιτέρω ευρήματα. Στις 7.6.12, Η Λαϊκή απέστειλε επιστολή στην Εναγόμενη 1, με την οποία την πληροφορούσε ότι τόσο ο επίδικος λογαριασμός δανείου όσο και ο τρεχούμενος λογαριασμός με τον πιο πάνω αριθμό, αντίστοιχα παρουσίαζαν καθυστέρηση και βρίσκονταν σε υπέρβαση και κάλεσε αυτή να πληρώσει τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21 ημερών, ειδάλλως θα προχωρούσε με τον τερματισμό των λογαριασμών και την επιβολή επιτοκίου 12%. Στις 27.6.12 η Εναγόμενη 1 απάντησε στην επιστολή της Λαϊκής αναφέροντας ότι η ενέργεια της Λαϊκής να ζητά αύξηση του επιτοκίου σε 12% μετά την πάροδο 21 ημερών τη βρίσκει αντίθετη. Στις 29.6.12 κατατέθηκε επιταγή με την οποία αποπληρώθηκαν οι μέχρι εκείνη τη στιγμή καθυστερημένες δόσεις δανείου. Λόγω καθυστέρησης από πλευράς της Εναγόμενης 1 στην πληρωμή της δόσης για το μήνα Ιούλιο του 2012, η Λαϊκή απέστειλε στους Εναγόμενους 1 έως 3 το Τεκμήριο 25 και με την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας για συμμόρφωση το Τεκμήριο 26 (για τα οποία γίνεται εύρημα πιο πάνω) τερματίζοντας τόσο το επίδικο λογαριασμό δανείου όσο και τον τρεχούμενο λογαριασμό και απαιτώντας τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Από την ημέρα χορήγησης του δανείου μέχρι και το τερματισμό της συμφωνίας δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή στο επιτόκιο, δηλαδή χρεωνόταν συνολικό επιτόκιο προς 9,5%. Από τις 30.8.12, δηλαδή από τον τερματισμό της συμφωνίας και έπειτα η Λαϊκή αύξησε κατά 2% το συνολικό επιτόκιο, προσθέτοντας επιτόκιο υπερημερίας, φτάνοντας το 11.5%. Από τις 8.6.21 και με την απόκτηση της πιστωτικής διευκόλυνσης στους Ενάγοντες, οι Ενάγοντες χρέωναν επιτόκιο αναφοράς μειωμένο κατά 0.4% μέχρι και τις 31.12.
- Σύμφωνα με τη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ΜΕ, η οποία ξεκινά από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, δηλαδή στις 30.11.11 και στην οποία χρεώνονται μόνο τα πιο πάνω αναφερόμενα επιτόκια και γίνεται ανατοκισμός 2 φορές κατ' έτος με διαιρέτη 360 ημέρες μέχρι και την 31.3.15 και με διαιρέτη 365 ημέρες από την 1.4.15 και έπειτα και στην οποία δεν έχουν χρεωθεί άλλες χρεώσεις, το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την 31.12.21 ανερχόταν σε €69,675.
- Αναφορικά με την ορθότητα των πιο πάνω που σχετίζονται με τη χρήση διαιρέτη, τον τόκο υπερημερίας και εν τέλει το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο, προβαίνω σε σχετικά ευρήματα κατωτέρω κατόπιν περαιτέρω ανάλυσης. Θα προχωρήσω έπειτα να υπαγάγω τα πιο πάνω ευρήματα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Παραπονέθηκαν οι Εναγόμενοι ότι οι Ενάγοντες δεν τους ενημέρωσαν επαρκώς αναφορικά με τις λεπτομέρειες της δανειακής σύμβασης. Με κάθε σεβασμό, τούτο δεν προκύπτει απ' οπουδήποτε. Αντίθετα, μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ διαφάνηκε ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε δάνειο με σκοπό να καλύψει την υπέρβαση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της και να αποπληρώσει την υπέρβαση με τις συμφωνηθείσες δόσεις. Συνεπώς - εκ της αποδεκτής μαρτυρίας - καταδείχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν που υπέβαλε το σχετικό αίτημα και ότι της αποστάλθηκε σχετική ενημερωτική επιστολή που περιλάμβανε τους όρους της προς υπογραφή δανειακής σύμβασης. Πέραν του γενικού ισχυρισμού περί ελλιπούς ενημέρωσης προς τους Εναγόμενους, οι Εναγόμενοι πρόβαλαν, ειδικότερα, ότι οι Ενάγοντες δεν ενημέρωσαν κατάλληλα τους Εναγόμενους 2 και 3 όντες οι εγγυητές της Εναγόμενης
- Ούτε η θέση τούτη με βρίσκει σύμφωνο, μια και πρώτον: σύμφωνα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν. 197(Ι)/03) και συγκεκριμένα το Άρθρο 3: 3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο: Νοείται ότι ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη*. *Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω και ως αποδείχθηκε στο Δικαστήριο, οι νομοθετικές πρόνοιες του Ν.197(Ι)/03 δεν εφαρμόζονται σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 που ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1. Κατά δεύτερον και όσον αφορά την Εναγόμενη 3, η οποία δεν είχε την ίδια ιδιότητα στο Άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/03 αναφέρονται τα εξής: 5. Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει [.] (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με την παροχή της εγγύησης : - (
- i)Το ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
- ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποπληρωμή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσής του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία, (
- iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόματά τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισμένως, θα παρέχει την εγγύησή του στον πιστωτή σε σχέση με ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύησή του μόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού. (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Εν όψει της αποδεκτής μαρτυρίας σχετικά με την ενημέρωση, της οποίας η Εναγόμενη 3 φάνηκε να έτυχε αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δανείου και τη συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε, όπως καταγράφηκε ανωτέρω, το επιχείρημα των Εναγόμενων περί ελλιπούς ή πλημμελούς σχετικής ενημέρωσης στην Εναγόμενη 3 δεν βρίσκει οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα και απορρίπτεται. Επίσης αναφορικά με την Εναγόμενη 3, ήταν ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι εκείνη υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης υπό αθέμιτη ψυχική πίεση ή και κατόπιν εξαπάτησης. Μάλιστα δικογραφικά ισχυρίστηκαν ότι είτε της ασκήθηκε πίεση από το σύζυγό της είτε από τους Ενάγοντες. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί εξαπάτησης δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, αλλ' ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξή του. Ερχόμενος στο ζήτημα της ψυχικής πίεσης, υπενθυμίζω, με αναφορά στην καταγεγραμμένη ενώπιον μου μαρτυρία, ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 περιορίστηκε σε αναφορά ότι ο ίδιος τελούσε υπό ψυχική πίεση και ότι, κάτω από την πίεση που ένιωθε, ανάγκασε και τη σύζυγό του Εναγόμενη 3 να υπογράψει. Σύμφωνα με το Άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149: 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Δεν τέθηκε, εν προκειμένω, οτιδήποτε από πλευράς Εναγόμενων με το οποίο να δύναται να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε ειδική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων. Εκ της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε μόνον ότι οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι είχαν συνεργασία όντες οι μεν τραπεζίτες και οι δε πελάτες τους. Έστω και η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 να γινόταν αποδεχτή, δεν εντοπίζεται μέσω της οτιδήποτε που να μπορούσε να καταδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε ειδικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων πλευρών. Εν όψει τούτου, το βάρος απόδειξης αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οποιαδήποτε εκ των επίδικων συμβάσεων υπογράφηκαν κατόπιν ψυχικής ή αθέμιτης πίεσης παρέμεινε στους ώμους των Εναγόμενων[1], την μόνη μαρτυρία των οποίων απέρριψα ανωτέρω ως αναξιόπιστη και συνεπώς η εν λόγω υπερασπιστική γραμμή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Άλλος άξονας επί του οποίου βασίστηκε η Υπεράσπιση ήταν η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη επίδικη συμφωνία δανείου. Επισημαίνω ότι, δικογραφικά, η αναφορά ήταν γενική. Εξέτασα όμως την επίδικη συμφωνία δανείου υπό το πρίσμα του ισχυρισμού και στη βάση του εν ισχύ περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021 (Ν.112(Ι)/2021), ο οποίος με τη σειρά του αντικατέστησε σειρά νομοθετημάτων, μεταξύ τους και ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/
- Επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι στο Άρθρο 2 του Ν.112(Ι)/2021 αναφέρεται ότι: «καταναλωτής» σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα· Η επίδικη συμφωνία δανείου υπεγράφη μεταξύ της Εναγόμενης 1 - εταιρείας και των Εναγόντων και δεν αφορά φυσικό πρόσωπο, ως ο ορισμός του όρου «καταναλωτής». Επισημαίνεται, για σκοπούς πληρότητας, ότι ο ορισμός του «καταναλωτή» ήταν ο ίδιος και στο Άρθρο 2 του Νόμου 93(Ι)/1996, που ίσχυε κατά τη σύναψη και τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Εναγόμενοι προέβαλαν συγκεκριμένα ότι η χρήση διαιρέτη 360 ημερών κατά τον υπολογισμό του τόκου ήταν καταχρηστική. Πράγματι, βάσει του όρου 3.α. της επίδικης συμφωνίας δανείου ο διαιρέτης που θα χρησιμοποιούνταν για τον υπολογισμό του τόκου καθοριζόταν στις 360 ημέρες. Στη μαρτυρία του ο ΜΕ ανέφερε ότι ο υπολογισμός στη βάση των 360 ημερών, ως συμφωνήθηκε, εφαρμόστηκε μέχρι και 31.3.2015 και ότι από την 1.4.2015 και έπειτα υπολογίστηκε στη βάση των 365 ημερών. Πέραν από τη γενική αντεξέταση του ΜΕ επί του θέματος, δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε από πλευράς Εναγόμενων που ν' ανατρέπει τον ισχυρισμό του ΜΕ ότι πράγματι καθ' αυτόν τον τρόπο χρεώθηκε ο λογαριασμός και έχοντας κρίνει τον ΜΕ αξιόπιστο στο σύνολο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω σε αντίστοιχο εύρημα περί της εφαρμογής των πιο πάνω. Υπενθυμίζω ότι η κρίσιμη συμφωνία δανείου υπογράφηκε στις 28.11.11 και τερματίστηκε στις 30.8.
- Με τα πιο πάνω γεγονότα κατά νου, σημειώνω ότι ειδική αναφορά περί καταχρηστικότητας στην χρησιμοποίηση διαιρέτη για υπολογισμό τόκου άλλου εκτός από εκείνου των 365 ημερών (ή 366 για δίσεκτα έτη) εισήχθη στο Νόμο 93(Ι)/1996 με τον τροποποιητικό Νόμο 49(Ι)/2016 και όχι προηγουμένως. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι οι ενέργειες των Εναγόντων αναφορικά με τον υπολογισμό του τόκου στη βάση του διαιρέτη των 360 ημερών μέχρι και την 1.4.2015, όπως τις περιέγραψε ο ΜΕ, ήταν σύννομες. Όσων αφορά το γενικότερο ισχυρισμό των Εναγόμενων περί καταχρηστικότητας και παρά τις ανωτέρω καταλήξεις μου επί των επιχειρημάτων των Εναγόμενων, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Frakapor Courier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Πολ. Έφεση 9/11, ημερομηνίας 15.6.16, όπου επιδοκιμάστηκε η πρωτόδικη κρίση, με την οποία αποφασίστηκε ότι για να αποδειχθεί ότι ένας όρος είναι καταχρηστικός «είναι απαραίτητο να καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της τράπεζας». Όπως και σε εκείνη την περίπτωση τόσο και στην παρούσα και με γνώμονα τις συνθήκες υπό τις οποίες κατέληξα ότι συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία στη βάση των ευρημάτων μου επί των γεγονότων, δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία με την οποία να καταρρίπτεται η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων ή των προκατόχων τους. Στρέφω την προσοχή μου στο ζήτημα της επιβολής του τόκου υπερημερίας, που επίσης απασχόλησε την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΕ. Υπενθυμίζω ότι μέσω της μαρτυρίας του ΜΕ καταδείχθηκε ότι οι προκάτοχοι των Εναγόντων, από την ημέρα τερματισμού της επίδικης συμφωνίας δανείου, χρέωναν 2% τόκο υπερημερίας, αυξάνοντας το επιτόκιο, μέχρι και την ανάληψη της πιστωτικής διευκόλυνσης από τους Ενάγοντες σε 11.5%. Η δυνατότητα χρέωσης επιτοκίου υπερημερίας προνοείτο στον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Μάλιστα το ποσοστό που συμφωνήθηκε ότι η Λαϊκή θα δικαιούτο να χρεώσει σε περίπτωση παράλειψης καταβολής δόσης από πλευράς Εναγόμενης 1 ήταν 10 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το ισχύον συμβατικό επιτόκιο κατά το χρόνο της καθυστέρησης. Σχετικές με το επιτόκιο υπερημερίας είναι οι πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν. 160(Ι)/1999), ο οποίος κατήργησε απ' όταν τέθηκε σε ισχύ το έτος 2001 τον περί Τόκου Νόμο του
- Ο Ν.160(Ι)/1999 έτυχε δύο τροποποιήσεων. Η πρώτη με το Ν.141(Ι)/2014 και η δεύτερη με το Ν.66(Ι)/2015, οι οποίες, σύμφωνα με το Άρθρο 2Α, σκοπό είχαν την: «[.] προστασία των δικαιωμάτων των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων, διά της απαγόρευσης της επιβολής της πρόσθετης επιβάρυνσης που συνεπάγεται γι' αυτούς η μονομερής άσκηση από πιστωτικό ίδρυμα τυχόν συμβατικού δικαιώματος που προκύπτει από ρήτρα αύξησης περιθωρίου και η προαγωγή της διαφάνειας ως προς τον υπολογισμό των επιτοκίων όλων των συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων» Προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, ο Νομοθέτης, εισήγαγε, μεταξύ άλλων, και πρόσθετες πρόνοιες στο Άρθρο 3 στις οποίες περιλαμβάνονται, επίσης μεταξύ άλλων, απαγόρευση χρέωσης τόκου υπερημερίας πέραν του 2% και σε περίπτωση χρέωσης τόκου υπερημερίας, την ανάγκη απόδειξης ότι η χρέωση ανταποκρίνεται στην πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος που την επιβάλλει. Αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής των προαναφερθέντων τροποποιητικών Νόμων, σχετικό είναι το Άρθρο 2Β στο οποίο αναφέρεται ότι: «Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2014 και ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2015 εφαρμόζονται σε συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών τους ως ακολούθως: (α) σε όλες τις εν ισχύι συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014· (β) σε όλες τις νέες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014· και (γ) σε όλες τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες τερματίζονται και σε όλες τις συμβάσεις των οποίων οι πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν καταστεί ή καθίστανται απαιτητές από πιστωτικό ίδρυμα.» Ως έχω ήδη αποδεχθεί, η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε στις 30.8.
- Οι τροποποιητικοί Νόμοι Ν.141(Ι)/2014 και Ν.66(Ι)/2015, ως ειδικώς ρυθμίζεται από το Άρθρο 2Β του Ν.160(Ι)/1999, εφαρμόζονται σε συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πρώτου τροποποιητικού Ν.141(Ι)/2014 και έπειτα. Καταλήγω συναφώς ότι η επίδικη συμφωνία δανείου δεν ήταν σε ισχύ κατά τη ημερομηνία έναρξης του πρώτου τροποποιητικού Νόμου και ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να συμμορφωθούν με την υποχρέωση απόδειξης πραγματικής ζημιάς για να δικαιούνται στη χρέωση τόκου υπερημερίας. Απομένει να εξετάσω των ορθότητα των ποσών που οι Ενάγοντες απαιτούν στη βάση της αναδομημένης κατάστασης, Τεκμηρίου 29, με την οποία περιορίζεται η απαίτηση, όπως αυτή προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού που συνοδεύουν το πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο επίσης κατέθεσε ο ΜΕ. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ κατείχε καθήκοντα τόσο στους Ενάγοντες, όσο και στους προκατόχους τους, και επιβεβαιώνει ότι τόσο η Λαϊκή, όσο και η Τράπεζα Κύπρου, διατηρούσαν άδειες άσκησης τραπεζικών εργασιών κατά τους ουσιώδεις προς την παρούσα Αγωγή χρόνους και ότι στο πλαίσιο των εργασιών τους και στη συνήθη διεξαγωγή αυτών διατηρούσαν τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή και ηλεκτρονικό αρχείο ως επιχείρηση και ότι σε αυτό φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό και αποτελούσαν συνήθη τραπεζικά βιβλία, φυλαγμένα αντίστοιχα στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Με την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από τους Ενάγοντες, ο ΜΕ, ο οποίος τους παρείχε υπηρεσίες, ανέφερε ότι το πιο πάνω αρχείο που τηρείτο από την Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκε στους Ενάγοντες και τηρείται από αυτούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και τελεί υπό τον έλεγχο των Εναγόντων στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις. Ο ίδιος δε ο ΜΕ έδωσε εντολή να παραχθούν και να εκτυπωθούν οι καταστάσεις που παρουσίασε στο Τεκμήριο 28 και ο ίδιος της σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρίσεις των συναλλαγών και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Σύμφωνα με τις καταστάσειες αυτές, το υπόλοιπο οφειλόμενου ποσό του επίδικου λογαριασμού την 1.1.22 ανέρχετο στις €75,407,
- Στη βάση της αποδεχτής μαρτυρίας του ΜΕ, τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματά μου. Εν όψει τούτων κρίνω ότι, εν προκειμένω, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και καταλήγω ότι οι πιο πάνω καταστάσεις αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές και περαιτέρω ότι έχει δημιουργηθεί ανάλογο μαχητό τεκμήριο αναφορικά με τα πιο πάνω. Εναπόκειτο συνεπώς στους Εναγόμενους να αποσείσουν το βάρος και να αποδείξουν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς τους ότι οι εν λόγω καταστάσεις είναι λανθασμένες[2]. Με την απόρριψη της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα των Εναγόμενων, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος που μεταφέρθηκε στους ώμους τους. Ήταν ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι η αναδόμηση των λογαριασμών και η αφαίρεση των χρεώσεων από πλευράς Εναγόντων, αφ' εαυτή, δικαιώνει και την πλευρά τους αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οι καταστάσεις λογαριασμών ήταν λανθασμένες. Η θέση τούτη αφενός δεν με βρίσκει σύμφωνο και αφετέρου δεν μπορεί να αποτελέσει απόδειξη του ισχυρισμού των Εναγόμενων για τους εξής λόγους: πρώτον, ως έχει νομολογηθεί, η αναδόμηση λογαριασμών δεν αποτελεί επιλήψιμη ενέργεια[3] και δεύτερον, στην προκείμενη περίπτωση, στη βάση της αποδεχτής μαρτυρίας του ΜΕ, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις των Εναγόντων και των προκατόχων τους, με αποτέλεσμα το ποσό που απαιτείται κατόπιν της αναδόμησης ανέρχεται στις €69,675.97, να έχει δηλαδή μειωθεί από το ποσό που προκύπτει ως οφειλόμενο υπόλοιπο μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
- Κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ επεξήγησε λεπτομερώς ότι κατά την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού χρησιμοποίησε τα δεδομένα των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήριο 28 και ότι, μέχρι και την ημέρα τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, το επιτόκιο δεν μεταβλήθηκε και ότι από την ημέρα τερματισμού και έπειτα αυξήθηκε κατά 2% με την προσθήκη τόκου υπερημερίας. Από τις 8.6.21 και έπειτα το επιτόκιο που χρεώνεται επί του υπολοίπου ανέρχεται στο επιτόκιο αναφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου μειωμένο κατά 0.4% και οι Ενάγοντες απαίτησαν όπως επιδικαστεί επιτόκιο προς 8,28%. Έχοντας αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΕ η οποία παρέμεινε ακλόνητη, αλλά και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία των Εναγόμενων, καταλήγω ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε στο Δικαστήριο ο ΜΕ αντανακλά ορθώς την κίνηση του επίδικου λογαριασμού, με δεδομένες τις αφαιρέσεις χρεώσεων. Σύμφωνα με τη Νομολογία: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποίηση το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση.»[4] «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.».[5] Με την υπαγωγή των ευρημάτων μου στην νομική πτυχή, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι Ενάγοντες στις 28.11.11 σύναψαν με την Εναγόμενη 1 την επίδικη συμφωνία δανείου με την οποία οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους €25,000 με εκείνους τους όρους που καταγράφηκαν στα ευρήματά μου ανωτέρω και ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν της υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 με την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης της ίδιας ημερομηνίας. Ο δε Εναγόμενος 2 παραχώρησε ως περαιτέρω εξασφάλιση τις Υποθήκες Υ8683/05, Υ14081/07 και Υ47859/
- Αποδείχθηκαν επίσης ότι ήταν όρος της συμφωνίας δανείου ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 120 μηνιαίες δόσεις ύψους €321 έκαστη και ότι τυχόν παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης θα καθιστούσε το υπόλοιπο άμεσα απαιτητό και πληρωτέο και ότι η Εναγόμενη 1, με την μη πληρωμή δόσης, παρέβηκε τον σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας δανείου. Λόγω της παράβασης εκ μέρους της Εναγόμενης, οι Ενάγοντες προχώρησαν στις 30.8.2012 και τερμάτισαν, κρίνω δικαιολογημένα, τον επίδικο λογαριασμό. Αποδείχθηκε τέλος ότι σύμφωνα με αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά τις 31.12.21 ανερχόταν στις €69,675.
- Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Αγωγή πρέπει επιτύχει και επιτυγχάνει. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση, οι θεραπείες που αξίωσαν οι Εναγόμενοι, υπό μορφή δηλωτικών αποφάσεων, άπτονταν των θεμάτων και ήταν συνδεδεμένες με την ανάλυση που περιστράφηκε γύρω από την νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας εγγύησης. Με την απόρριψη της μαρτυρίας που οι Εναγόμενοι προσκόμισαν στη δίκη και βάσει της εν λόγω ανωτέρω ανάλυσής μου, μέσα από την οποία πρόβηκα και σε αντίστοιχα σχετικά ευρήματα, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος που τους αναλογούσε ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες, καθότι δεν προσκόμισαν αποδεκτή μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύουν τις δηλωτικές αποφάσεις που ανταπαίτησαν. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Εν όψει της επιτυχίας της Αγωγής, εκδίδονται: Α. Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 έως 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €69,675.97 πλέον τόκο προς 8,29% από 1.1.22 μέχρι εξοφλήσεως. Β. Διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου που καλύπτεται από τις Υποθήκες με αριθμούς Υ8683/05, Υ14081/07 και Υ7859/10, δηλαδή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 24157, Φ/Σχ. 2-208-342, που ευρίσκεται στον Ποταμό Γερμασόγειας της Επαρχίας Λεμεσού, δια δημόσιου πλειστηριασμού και διάθεσης του προϊόντος της πώλησης του προς ικανοποίηση ή έναντι του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους. Ως προς το έξοδα της διαδικασίας, δεν έχω οποιοδήποτε λόγο ν' αποκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζω αυτά υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 έως 3, αλληλέγγυα και χωρισμένα, όπως τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν όψει δε της συνεκδίκασης της Απαίτησης με την Ανταπαίτηση, κρίνω ορθό όπως μην προβώ σε ξεχωριστή διαταγή για τα έξοδα στην Ανταπαίτηση. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ., μεταξύ άλλων, Ζαχαριάδη ν.
- Universal Life Insurance Ltd. κ.α., Πολ. Έφεση 144/2013, ημερομηνίας 16/4/19 [2] Βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν.
- Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εταιρείας Deme-Dairy Ltd. κ.α., Πολ. Έφεση 246/13, ημερομηνίας 11.12.19 με αναφορά στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν.
- Λ. Χαριλάου Λτδ. κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 [3] Βλ. Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 [4] Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου, Πολ. Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.14 και γενικά Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858 [5] Βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο