← Κύπρος

Bieman Ltd ν. F.N. & A.G. Developers Ltd, Αρ. Αγωγής 1844/2018, 28/6/2023

Bieman Ltd ν. F.N. & A.G. Developers Ltd, Αρ. Αγωγής 1844/2018, 28/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1844/2018 Μεταξύ: Bieman Ltd Ενάγουσας και F.N. & A.G. Developers Ltd Εναγομένης -------------------- Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκου με κ. Ν. Καλλένο για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη: κ. Χ. Χατζηστερκώτης με κ. Ν. Αγγελίδη και κα Ε. Χατζηστερκώτη για Νικόλας Αγγελίδης και Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι η Συμφωνία Πώλησης Κτημάτων ημερ. 26.4.07 δυνάμει της οποίας η Εναγομένη αγόρασε από την Ενάγουσα το κτήμα με αρ. εγγραφής .334, τεμ. .5, στη Λεμεσό. Στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού από την Εναγομένη, πλην όμως έχει αυτόματα ακυρωθεί λόγω της μη τήρησης των συμφωνηθέντων και της παράλειψης της Εναγομένης να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα και να προσέλθει για να μεταβιβαστεί το ακίνητο επ' ονόματι της. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι με επιστολή της κάλεσε την Εναγομένη να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο λόγω της ακύρωσης αυτού και ότι η Εναγομένη δεν έχει πράξει τούτο, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να εμποδίζεται από την κατοχή, απόλαυση και διάθεση της περιουσίας της. Εξ ου και η Ενάγουσα εγείρει την παρούσα Αγωγή και αξιώνει διάταγμα για τη διαγραφή από το μητρώο του Κτηματολογίου της υπό κρίση συμφωνίας πώλησης και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία είναι άκυρη λόγω μη συμμόρφωσης της Εναγομένης με τις πρόνοιες αυτής. Στην Υπεράσπιση η Εναγομένη εγείρει τρεις προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα ότι υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με την Αγωγή 5735/07 ΕΔ Λεμεσού, ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της Αγωγής 5393/15 ΕΔ Λεμεσού και ότι η Αγωγή είναι ενοχλητική, σκανδαλώδης και χωρίς νομικό έρεισμα. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, η Εναγομένη απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί αυτόματου τερματισμού της συμφωνίας. Ισχυρίζεται ότι η συμφωνία κατατέθηκε καθόλα νόμιμα στο Κτηματολόγιο και ότι η Εναγομένη μεταπώλησε το επίδικο ακίνητο σε τρίτο αγοραστή και κάλεσε τις πωλήτριες εταιρείες να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας και να μεταβούν μαζί στο Κτηματολόγιο για την πληρωμή του τιμήματος και την ταυτόχρονη μεταβίβαση του ακινήτου ελεύθερου από κάθε εμπόδιο. Όπως ισχυρίζεται η Εναγομένη, αυτή παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο την καθορισμένη στη συμφωνία ημερομηνία, έτοιμη να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης αλλά δεν υπήρξε εμφάνιση από τις πωλήτριες εταιρείες. Σύμφωνα με την Εναγομένη, η Ενάγουσα παρέβη τους όρους της συμφωνίας καθότι δεν είχε προβεί σε φορολογική απαλλαγή του ακινήτου ούτε και σε άρση των εμποδίων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ζητούσε την εξόφληση του τιμήματος πριν τη λήξη της προβλεπόμενης στη συμφωνία προθεσμίας και ότι εν πάση περιπτώσει ο χρόνος αποπληρωμής δεν ήταν ουσιώδης, ενώ η ίδια (η Εναγομένη) δεν παρέβη τους όρους της συμφωνίας η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Τέλος, η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά εκ €17.701.110,94 η οποία είναι η διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς από την ίδια και του συμφωνηθέντος τιμήματος μεταπώλησης από αυτή προς τη νέα αγοράστρια εταιρεία. Ως εκ τούτου η Εναγομένη ζητά την απόρριψη της Αγωγής. Κατά την ακρόαση της Αγωγής κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για την Ενάγουσα και μία για την Εναγομένη. Ο πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο ΓΣ (ΜΕ1) ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός στην Kermia Properties & Investments Ltd, θυγατρική της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και συνδεδεμένη με την Ενάγουσα. Ο ΜΕ1 ήταν εμπλεκόμενος στις συζητήσεις μεταξύ των μερών και παρών κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα και στο ιστορικό διάφορων Αγωγών, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας, καταθέτοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο ΑΓ (ΜΕ2) ο οποίος από το 2000 μέχρι και το 2016 εργαζόταν ως Οικονομικός Διευθυντής της CISCO Ltd, θυγατρικής της Τράπεζας Κύπρου και από το 2016 μέχρι και το 2022 μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ακινήτων της Τράπεζας και είχε την ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της Ενάγουσας. Ο ΜΕ2 κατέθεσε τους τίτλους ιδιοκτησίας των τριών πωληθέντων με την υπό κρίση συμφωνία ακινήτων, επιταγές και αποδείξεις είσπραξης πληρωμής αναφορικά με το ποσό της προκαταβολής, καθώς επίσης και έγγραφα αναφορικά με τη δομή της Εναγομένης εταιρείας. Ο ΚΚ (ΜΕ3) ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για την Ενάγουσα και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Υπεύθυνος Λογιστηρίου της Kermia και της Ενάγουσας. Ο ΜΕ3 κατέθεσε ότι ο ίδιος κρατούσε τα χειρόγραφα πρακτικά της συνάντησης μεταξύ των μερών κατά την οποία συμφωνήθηκαν οι όροι της πώλησης (και τα οποία κατατέθηκαν από τον ΜΕ1) και περιέγραψε το ιστορικό των γεγονότων, συμπεριλαμβανομένων της ετοιμασίας και παράδοσης από τον ίδιο εγγράφων στην Εναγομένη, και του τι είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Η μοναδική μάρτυρας για την Εναγομένη ήταν η ΜΧ (ΜΥ1), διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας της ΣΧ η οποία ήταν διευθύντρια της Εναγομένης και διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού της, ΔΧ ο οποίος ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγομένης από το 2007 μέχρι και τον θάνατο του. Η ΜΥ1 κατέθεσε για τα γεγονότα της παρούσας, βάσει της ενημέρωσης που λάμβανε από τον ΔΧ και του αρχείου που αυτός διατηρούσε και το οποίο η ίδια παρέλαβε ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος. Τόσο με βάση τα δικόγραφα όσο και στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναφορικά με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, την πληρωμή της προκαταβολής και την ανταλλαγείσα αλληλογραφία, καθώς επίσης και την καταχώριση άλλων Αγωγών, είναι κοινώς αποδεκτό ή αδιαμφισβήτητο. Ουσιαστικά τα αμφισβητούμενα ζητήματα αφορούν στα χειρόγραφα πρακτικά που τηρήθηκαν στα πλαίσια μιας συνάντησης μεταξύ των μερών (Τεκμήριο 1), στην ερμηνεία της συμφωνίας (Τεκμήριο 2) αναφορικά με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης, στην κατάθεση της συμφωνίας πώλησης στο Κτηματολόγιο, καθώς επίσης και στην υφιστάμενη ενοικίαση του υπό πώληση ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, με βάση το κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:

  1. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης. Η Ενάγουσα είναι συνδεδεμένη (θυγατρική) εταιρεία με την εταιρεία Kermia Properties & Investments Ltd η οποία με τη σειρά της είναι θυγατρική της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
  2. Ο ΜΕ1 εργαζόταν ως Πολιτικός Μηχανικός στην Kermia από το 1995 μέχρι και το
  3. Από το 1982 είχε εργοδοτηθεί επίσης ως Πολιτικός Μηχανικός στην Kermia και ο ΣΣ, ο οποίος στη συνέχεια διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της.
  4. Ο ΜΕ2 κατείχε τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή της Cisco, θυγατρικής της Τράπεζας Κύπρου, από το 2000 μέχρι και το 2016, όταν και μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ακινήτων της Τράπεζας και είχε την ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της Ενάγουσας μέχρι και το
  5. Ο ΜΕ3 κατείχε τη θέση του Υπεύθυνου Λογιστηρίου της Kermia από το 1975 μέχρι και τις 31.12.09 και υπό αυτή την ιδιότητα ήταν Υπεύθυνος Λογιστηρίου και της Kermia και της Ενάγουσας.
  6. Η Εναγομένη συστάθηκε δεόντως ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 17.6.
  7. Το Πιστοποιητικό Σύστασης της κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Μετόχων του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 18.1.07, Τεκμήριο 21, μέτοχοι της Εναγομένης ήταν οι ΦΝ και ΑΓ.
  9. Στις 26.4.07 η Kermia και η Ενάγουσα, από τη μια, και η Εναγομένη, από την άλλη, υπέγραψαν Συμφωνία Πώλησης Κτημάτων δυνάμει της οποίας η Kermia πώλησε δύο κτήματα και η Ενάγουσα πώλησε ένα κτήμα, ήτοι το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής .334, τεμ. .5, στη Λεμεσό, στην Εναγομένη έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των ΛΚ7.500.000, Τεκμήριο
  10. Οι όροι 2 και 4 παρατίθενται αυτούσιοι καθότι αποτελούν τη βασική διαφωνία των δύο πλευρών ως προς τη σημασία και ερμηνεία τους: «
  11. Το τίμημα πώλησης και για τα 3 (τρία) ανωτέρω κτήματα είναι £7,500,000 (Επτά εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες λίρες Κύπρου), εκ του οποίου ποσό £500,000 (Πεντακόσιες χιλιάδες Λίρες Κύπρου) καταβλήθηκε από τον αγοραστή προς τον πωλητή, έναντι της τιμής αγοράς των κτημάτων. Το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης εκ £7,000.000꞊ (Επτά εκατομμύρια λίρες Κύπρου) θα πληρωθεί από τον αγοραστή προς τον πωλητή το αργότερο σε 30 (τριάντα) ημέρες από σήμερα ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αυτής και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των κτημάτων επ' ονόματι του αγοραστού. Το ποσόν των £7,000,000 δεν θα φέρει τόκο για την περίοδο των 30 ημερών. ..............................
  12. Συμφωνείται μεταξύ των Συμβαλλομένων μερών ότι σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν προσέλθει για την επ΄ ονόματι του μεταβίβαση των κτημάτων σε 30 ημέρες από σήμερα ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αυτής και δεν καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης εκ £7,000,000 (Επτά εκατομμύρια λίρες Κύπρου) θα έχει το δικαίωμα να το πράξει εντός 3 (τριών) μηνών από της πιο πάνω ημερομηνίας νοουμένου ότι θα καταβάλει τόκους @ 8% ετησίως επί του οφειλομένου ποσού για την περίοδον των 3 μηνών. Εάν ο αγοραστής δεν προσέλθει ούτε εντός της περιόδου των 3 μηνών από της πιο πάνω ημερομηνίας να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς εξ £7,000,000 (Επτά εκατομμύρια λίρες Κύπρου) πλέον τους δεδουλευμένους τόκους εκ £140.000 (εκατόν σαράντα χιλιάδες λίρες Κύπρου) τότε η παρούσα συμφωνία ακυρώνεται αυτόματα και το ποσό των £500,000 (πεντακοσίων χιλιάδων λιρών Κύπρου) που έχει καταβληθεί από τον αγοραστή θα παρακρατηθεί από τον πωλητή ως αποζημίωση και ότι ο αγοραστής δεν θα έχει οποιανδήποτε απαίτηση για το ποσό αυτό που έχει καταβάλει ως προκαταβολή ή οποιανδήποτε άλλη απαίτηση σε σχέση με τα πωλούμενα κτήματα.»
  13. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας των τριών πωληθέντων ακινήτων κατατέθηκαν από τον ΜΕ2 ως Τεκμήρια 17-
  14. Το Τεκμήριο 19 είναι ο τίτλος του επίδικου ακινήτου το οποίο πωλήθηκε από την Ενάγουσα.
  15. Εκ μέρους της Kermia και της Ενάγουσας υπέγραψαν ο ΣΣ, Γενικός Διευθυντής της Kermia και ο ΜΕ
  16. Εκ μέρους της Εναγομένης υπέγραψε ως εκπρόσωπος της ο ΑΓ. Υπέγραψαν και δύο μάρτυρες, ο ΜΧ εκ μέρους της Εναγομένης και ο ΑΚ, υπάλληλος της Kermia. Παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν και ο ΜΕ
  17. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο εκπρόσωπος της Εναγομένης ΑΓ παρέδωσε στην Ενάγουσα την επιταγή υπ' αρ. ..737 ημερ. 26.4.07 για το ποσό των ΛΚ500.000 με εκδότρια την Xenadrine Estates Ltd, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  18. Σύμφωνα με την έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγομένη με τελευταία ημερομηνία αλλαγής τις 26.2.09, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 28, από τις 26.4.07 ο ΑΓ έπαυσε από διευθυντής της και στη θέση του διορίστηκε η ΣΧ η οποία ήταν διευθύντρια μαζί με τον ΘΧ.
  19. Την επομένη ζητήθηκε από την Ενάγουσα να μην προβεί στην κατάθεση της εν λόγω επιταγής λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και η πληρωμή του ποσού της προκαταβολής των ΛΚ500.000 έγινε με τέσσερις διαδοχικές πληρωμές, ήτοι ΛΚ150.000, ΛΚ50.000, ΛΚ250.000 και ΛΚ50.000 στις 27.4.07, 2.5.07, 3.5.07 και 31.5.07 αντίστοιχα. Τα έντυπα κατάθεσης των πληρωμών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 22-25 αντίστοιχα.
  20. Η Ενάγουσα εξέδωσε αποδείξεις είσπραξης του ποσού της προκαταβολής εκ ΛΚ222.667 για τα κτήματα τα οποία πώλησε η Kermia, Τεκμήριο 26 και του ποσού της προκαταβολής εκ ΛΚ277.333 για το επίδικο κτήμα το οποίο πώλησε η Ενάγουσα, Τεκμήριο
  21. Με επιστολή της ημερ. 31.5.07 προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 4, η Kermia υπενθυμίζει ότι η πρώτη περίοδος πληρωμής των 30 ημερών έχει εκπνεύσει στις 26.5.07 και ότι από την εν λόγω ημερομηνία έχουν εισέλθει στη δεύτερη περίοδο αποπληρωμής του τιμήματος αγοράς η οποία λήγει στις 26.7.
  22. Επίσης αναφέρεται ότι με την καταβολή στις 31.5.07 του ποσού των ΛΚ50.000, τους παραδίδεται αντίγραφο της συμφωνίας. Η επιστολή παραδόθηκε και δια χειρός στον ΔΧ στις 7.6.
  23. Εδώ είναι σημαντικό να λεχθεί πως δεν αμφισβητείται ότι η Kermia εκπροσωπούσε και την Ενάγουσα, εξ ου και η Εναγομένη απηύθυνε τις επιστολές της και προς τις δύο.
  24. Στις 25.6.07 η Εναγομένη κατέθεσε την επίδικη συμφωνία πώλησης στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ .18/07, Τεκμήριο
  25. Με επιστολή της ημερ. 23.7.07 προς την Kermia και την Ενάγουσα, Τεκμήριο 5, η Εναγομένη ζητά τον καθορισμό ημερομηνίας και ώρας για να μεταβούν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση των κτημάτων είτε στην Εναγομένη είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε υποδειχθεί από αυτή. Ζητά επίσης όπως η Ενάγουσα προβεί στην πληρωμή όλων των φόρων που βαραίνουν τα ακίνητα μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης και την εξάλειψη οποιωνδήποτε εμπράγματων ή άλλων βαρών ή εμποδίων για να μπορεί να γίνει η μεταβίβαση των κτημάτων ελεύθερων από τέτοια βάρη ή εμπόδια, πριν τις 26.8.07 που λήγει η τρίμηνη προθεσμία που προνοείται στη συμφωνία.
  26. Με απαντητική της επιστολή ημερ. 25.7.07 προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 6, η Kermia αναφέρει ότι η τρίμηνη προθεσμία που προνοείται στη συμφωνία λήγει την ίδια μέρα, ήτοι στις 25.7.07 και όχι στις 26.8.07, ότι η εταιρεία είναι έτοιμη να προβεί σε όλες τις ενέργειες για την άμεση μεταβίβαση των κτημάτων και ζητά όπως η Εναγομένη προβεί επειγόντως στην κατάθεση του ποσού των ΛΚ7.140.000, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων στη συμφωνία τόκων. Η Kermia αναφέρει επίσης πως σε περίπτωση μη καταβολής εντός της ημέρας όλων των οφειλόμενων ποσών, η συμφωνία ακυρώνεται αυτόματα και το ποσό προκαταβολής κατακρατείται ως αποζημίωση.
  27. Με απαντητική της επιστολή ημερ. 25.7.07 προς την Kermia και την Ενάγουσα, Τεκμήριο 7, η Εναγομένη απορρίπτει τις θέσεις τους και ισχυρίζεται ότι η απαίτηση για την καταβολή του ποσού αυθημερόν αντιβαίνει το γράμμα και πνεύμα της συμφωνίας. Διαφωνεί επίσης με τη θέση πως η εταιρεία είναι έτοιμη για άμεση μεταβίβαση, αναφέροντας πως η Ενάγουσα παρέλειψε να την ενημερώσει πριν ή κατά την υπογραφή της συμφωνίας για την ύπαρξη ενοικιαστών στα υπό κρίση κτήματα και πως αυτή υποχρεούται να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή αυτών. Η Εναγομένη αποδίδει στην Ενάγουσα την αποκλειστική ευθύνη για τη μη μεταβίβαση των κτημάτων εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών, καθότι δεν τερμάτισε την ενοικίαση ούτε και έλαβε φορολογική απαλλαγή και δεν όρισε ημερομηνία και ώρα για τη μετάβαση των δύο πλευρών στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση. Επομένως η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν έχει πλέον την υποχρέωση για την καταβολή των προβλεπόμενων στη συμφωνία τόκων. Η Εναγομένη σημειώνει ότι η τρίμηνη προθεσμία λήγει στις 26.8.07, απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί αυτόματης ακύρωσης της συμφωνίας και την καλεί να τερματίσει την ενοικίαση και να προβεί στην πληρωμή όλων των φόρων για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση μέχρι τις 24.8.
  28. Εισηγείται αυτή ως την ημερομηνία μετάβασης τους στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση με την ταυτόχρονη εξόφληση του υπόλοιπου του τιμήματος.
  29. Με απαντητική της επιστολή ημερ. 3.8.07 προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 8, η Kermia αναφέρει ότι τα θέματα που θίγονται στην επιστολή ημερ. 25.7.07 συζητήθηκαν επανειλημμένα με τον ΑΓ στην παρουσία και των ΜΧ και ΑΧ, καθώς επίσης και στην τελευταία συνάντηση πριν την υπογραφή της συμφωνίας και επομένως προκαλεί έκπληξη η αναφορά περί μη γνώσης και ενημέρωσης τους γι' αυτά. Επίσης απορρίπτεται ο ισχυρισμός για τη λήξη του χρόνου αποπληρωμής στις 26.8.07, επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων, τον όρο 4 της συμφωνίας και την παράλειψη της Εναγομένης να ανταποκριθεί στην επιστολή ημερ. 31.5.07, τονίζοντας πως μόνο στις 24.7.07, μια μέρα πριν τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας και προφανώς για να κερδίσει χρόνο, η Εναγομένη έστειλε επιστολή προβάλλοντας τη θέση ότι η περίοδος λήγει στις 26.8.
  30. Η Ενάγουσα επαναλαμβάνει την ίδια θέση για το θέμα της ενοικίασης, ήτοι πως αυτό ήταν εξαρχής γνωστό στην Εναγομένη η οποία δεν επιθυμούσε την ακύρωση της σχετικής συμφωνίας, εξ ου και δεν συμπεριλήφθηκε οποιαδήποτε αναφορά γι' αυτό το θέμα στη συμφωνία. Τέλος, απορρίπτει τη θέση περί αδυναμίας της Ενάγουσας να προχωρήσει με τη μεταβίβαση λέγοντας ότι η καταβολή των φόρων μπορεί να γίνει την ίδια μέρα λίγο πριν την καταβολή του ποσού και την ταυτόχρονη μεταβίβαση, αποδίδοντας στην Εναγομένη προσπάθεια να κερδίσει χρόνο επικαλούμενη αβάσιμα επιχειρήματα.
  31. Με απαντητική της επιστολή ημερ. 7.8.07 προς την Kermia και την Ενάγουσα, Τεκμήριο 9, η Εναγομένη εμμένει στο περιεχόμενο της επιστολής της ημερ. 25.7.07 και στην απαίτηση της για τερματισμό της ενοικίασης των κτημάτων καθότι η Εναγομένη δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί τη μεταβίβαση τους σε αυτή με οποιοδήποτε βάρος. Η Εναγομένη ζητά επιστροφή της επιταγής ημερ. 28.4.07 της Xanadrine για το ποσό των ΛΚ350.000, η οποία δόθηκε για κάλυψη της προκαταβολής καθότι τελικώς το ποσό κατατέθηκε σε μετρητά.
  32. Με επιστολή τους ημερ. 27.9.07 προς την Εναγομένη, Τεκμήριο 10, οι δικηγόροι της Kermia και της Ενάγουσας την καλούν να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο καθότι έχει ακυρωθεί λόγω παράβασης των όρων 2 και 4 αυτού, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους για αποζημιώσεις για τυχόν ζημιές ήθελαν υποστεί από την εν λόγω παράβαση.
  33. Στις 23.10.07 η Kermia και η Ενάγουσα καταχώρισαν την Αγωγή 5735/07 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Εναγομένης, με την οποία ζητούσαν δήλωση ότι το πωλητήριο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ 2318/07 είναι άκυρο λόγω παράλειψης της Εναγομένης συμμόρφωσης με τους όρους αυτού, διάταγμα που να διατάζει την Εναγομένη να προβεί στη διαγραφή του και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, Τεκμήριο
  34. Στην εν λόγω Αγωγή η Εναγομένη καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η εν λόγω Αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διάγνωση επί της διαφοράς των διαδίκων. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της ΜΥ1, η Αγωγή απορρίφθηκε όταν στις 15.11.11 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η δικηγόρος των εκεί εναγουσών δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο το οποίο και απέρριψε αίτημα αναβολής και την Αγωγή και η εκεί εναγομένη απέσυρε την ανταπαίτηση με δικαίωμα επανακαταχώρισης της.
  35. Στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής, κατόπιν αίτησης για επαναφορά της, με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 21.12.11 το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και αποφάσισε την επαναφορά της Αγωγής και της ανταπαίτησης, Τεκμήριο
  36. Στα πλαίσια της Πολ. Έφεσης 31/12 κατά της εν λόγω απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 11.6.18 ακύρωσε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, Τεκμήριο
  37. Εν τω μεταξύ στις 30.12.15 η εδώ Εναγομένη καταχώρισε την Αγωγή 5393/15 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Kermia και της εδώ Ενάγουσας, Τεκμήριο 45, με την οποία αξιώνει δήλωση ότι το πωλητήριο έγγραφο είναι σε ισχύ και δεσμευτικό, ότι ο τερματισμός είναι παράνομος και άκυρος και ειδική εκτέλεση του εν λόγω πωλητηρίου. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 11.10.18, Τεκμήριο 49 και η υπεράσπιση στις 10.10.19, Τεκμήριο
  38. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας από την Ενάγουσα και της Αγωγής 1845/18 από την Kermia εναντίον της Εναγομένης. Και στις δύο Αγωγές η Εναγομένη παρέλειψε να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και εκδόθηκαν αποφάσεις υπέρ της εκεί Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης στις 28.9.18 και στις 20.12.18 αντίστοιχα. Η Εναγομένη καταχώρισε αιτήσεις παραμερισμού των αποφάσεων. Στην Αγωγή 1845/18 με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 12.6.20, Τεκμήριο 15, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Η απόφαση ημερ. 20.12.18 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14, δυνάμει της οποίας η συμφωνία αναφορικά με τα δύο πωληθέντα από την Kermia κτήματα είναι άκυρη λόγω μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της συμφωνίας πώλησης και εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο η Kermia εξουσιοδοτείται να ενεργήσει για τη διαγραφή της συμφωνίας αναφορικά με τα εν λόγω επίδικα δύο κτήματα.
  39. Εναντίον της απόφασης ημερ. 12.6.20 στην Αγωγή 1845/18 καταχωρίστηκε έφεση στις 26.6.20, Τεκμήριο
  40. Στην παρούσα, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 12.6.20, η οποία βρίσκεται στον φάκελο, το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση.
  41. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία εξακολουθεί να είναι κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ .18/07, όπως καταγράφεται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Λεμεσού ημερ. 17.2.23, Τεκμήριο
  42. Έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για την Εναγομένη ημερ. 6.8.21 με τελευταία ημερομηνία αλλαγής μετόχων τις 28.8.08 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 48, έρευνα με τελευταία ημερομηνία αλλαγής μετόχων τις 25.6.15 ως Τεκμήριο 34 και έρευνα ημερ. 16.10.19 που δείχνει τους διευθυντές και μετόχους για την περίοδο 17.6.02 μέχρι και τις 16.10.19 ως Τεκμήριο
  43. Σύμφωνα με αυτές, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ΘΧ και η ΣΧ οι οποίοι είχαν διοριστεί διευθυντές στις 26.4.07 έπαυσαν στις 26.2.09 και διορίστηκαν εκ νέου από την 1.9.17 και την ίδια ημερομηνία ο ΘΧ διορίστηκε και γραμματέας αυτής. Η Xenadrine φαίνεται να διετέλεσε διευθύντρια και μέτοχος της Εναγομένης.
  44. Στις 18.5.22 η ΜΥ1 διορίστηκε ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης στις 24.4.21 μητέρας της ΣΧ, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης 155/22 i Justice, ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο
  45. Στις 26.5.22 η ΜΥ1 διορίστηκε ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 5.12.20 αδελφού της ΔΧ, στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης 216/22 i Justice, ΕΔ Λεμεσού, Τεκμήριο
  46. Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας, θα πρέπει να λεχθεί εξαρχής ότι οι πλείστοι μάρτυρες, ήτοι οι ΜΕ1 και ΜΕ3 και η ΜΥ1, αναφέρθηκαν εκτενώς στην ερμηνεία του όρου 4 της επίδικης συμφωνίας. Σαφώς αυτό αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο επαφίεται αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου και επομένως η όποια ερμηνεία δίδεται από τους εν λόγω μάρτυρες δεν χρήζει αξιολόγησης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το σκέλος εκείνο της μαρτυρίας τους το οποίο αφορά τις συζητήσεις μεταξύ των μερών, την πρόθεση και τις όποιες προφορικές συμφωνίες ή κοινές αντιλήψεις τους, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία η οποία υπόκειται σε αξιολόγηση. Ο ΜΕ1 ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στα επίδικα γεγονότα όσον αφορά τις συζητήσεις και την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και επομένως ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το τι ακριβώς είχε διαδραματιστεί μεταξύ των μερών. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ1 παρουσιάζει πλήρη συνοχή και συνέπεια με αυτή του ΜΕ3 ο οποίος ήταν επίσης άμεσα εμπλεκόμενος στα γεγονότα και σε θέση να συμπληρώσει τη μαρτυρία του ΜΕ1, ούτως ώστε η μαρτυρία αυτών των δύο μαρτύρων να δίδει μια καθόλα ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Ο ΜΕ1 κατέθεσε με πλήρη ευθύτητα, σαφήνεια και συνέπεια για τα γεγονότα, δίδοντας ολοκληρωμένες απαντήσεις και μη διστάζοντας να δεχθεί ότι δεν ασχολήθηκε με κάποια ζητήματα, όπως π.χ. ποια ήταν η εταιρεία Xenadrine και ότι δεν ήταν ο αρμόδιος να απαντήσει λεπτομερώς για κάποια ζητήματα, όπως π.χ. για την πληρωμή του ποσού της προκαταβολής. Μάλιστα δεν δίστασε να αναφέρει ότι, παρόλο που το όνομα του δεν αναγράφεται στα πρακτικά της συνάντησης ημερ. 17.4.07, ο ίδιος κλήθηκε σε αυτή για να απαντά για τεχνικά πολεοδομικά θέματα τα οποία απασχολούσαν τους εκπρόσωπους της Εναγομένης για σκοπούς ανέγερσης εντός των ακινήτων, θέση η οποία κρίνεται καθόλα βάσιμη και πειστική. Οι απαντήσεις του μάρτυρος αναφορικά με τις συναντήσεις που προηγήθηκαν πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους ως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Και τούτο καθότι ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι υπήρξαν αρκετές συναντήσεις μεταξύ των μερών κατά τις οποίες ο ίδιος ήταν παρών, όμως ήταν σαφής ότι η συνάντηση ημερ. 17.4.07 ήταν η τελευταία πριν την υπογραφή της συμφωνίας, όπως επιβεβαίωσε και ο ΜΕ
  47. Οι θέσεις του μάρτυρος για το τι είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί μεταξύ των μερών κατά τη συνάντηση ημερ. 17.4.07 και τους λόγους για τους οποίους κάποια εξ αυτών δεν συμπεριλαμβάνονται στη συμφωνία ήταν άμεσες, σταθερές και λογικές. Επί τούτου ο ΜΕ1 ήταν κατηγορηματικός ότι στα πλαίσια των συζητήσεων είχε αναφερθεί στην Εναγομένη η υφιστάμενη ενοικίαση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο με δικαίωμα τερματισμού αυτής κατόπιν δίμηνης προειδοποίησης και η Εναγομένη συμφώνησε να μην τερματιστεί η ενοικίαση επειδή απέφερε ένα ποσό (του ενοικίου) το οποίο θα επωφελείτο μέχρι την ανάπτυξη και εκμετάλλευση του ακινήτου η οποία δεν ήταν άμεση και θα έπαιρνε κάποιο χρόνο. Η μαρτυρία του ΜΕ1 συνάδει πλήρως με αυτή του ΜΕ3 επί τούτου ο οποίος μάλιστα έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τη δυνατότητα τερματισμού της ενοικίασης καθότι δεν επρόκειτο για θέσμια ενοικίαση. Ο ΜΕ1 έδωσε πλήρεις και βάσιμες απαντήσεις και για το ότι η Ενάγουσα μπορούσε μεν αλλά δεν προχώρησε σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας λόγω της μη τήρησης του χρονοδιαγράμματος πληρωμής της προκαταβολής. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 αντέκρουσε με επάρκεια την υποβολή πως, σύμφωνα με την επιστολή Τεκμήριο 8, ο λόγος μη τερματισμού από την Ενάγουσα της ενοικίασης ήταν η ανησυχία μη υλοποίησης της επίδικης συμφωνίας. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 παρέπεμψε σε ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, λέγοντας ορθώς πως σε εκείνη την επιστολή προβάλλεται η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγομένη επιθυμούσε τη συνέχιση της ενοικίασης για τους λόγους που εξηγήθηκαν προφορικά από τον ΜΕ1 και αναφέρονται ανωτέρω. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι το θέμα της πληρωμής της προκαταβολής απασχόλησε και προβλημάτισε την Ενάγουσα, πλην όμως επειδή είχαν προηγηθεί αρκετές συζητήσεις μεταξύ τους, η Ενάγουσα δέχθηκε την πληρωμή αυτής η οποία δεν έγινε σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, επισημαίνοντας πως αυτή η στάση της αφορούσε μόνο την προκαταβολή και όχι το υπόλοιπο χρονοδιάγραμμα πληρωμής. Αυτή η θέση κρίνεται καθόλα βάσιμη, λαμβανομένης υπόψιν της μετέπειτα συμπεριφοράς της Ενάγουσας η οποία επέμενε σταθερά και κατηγορηματικά στην τήρηση του όρου πληρωμής του υπόλοιπου τιμήματος (σύμφωνα με τη δική της ερμηνεία) και στον αυτόματο τερματισμό της συμφωνίας λόγω της μη τήρησης αυτού. Εξ ου και κρίνεται καθόλα λογική η θέση του μάρτυρος, σύμφωνα πάντα με τη θέση της Ενάγουσας, ότι είχε ήδη επέλθει ο τερματισμός της συμφωνίας πριν το αίτημα της Εναγομένης για να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση. Επί τούτου ο ΜΕ1 έδωσε πλήρεις εξηγήσεις ως προς το ότι το ακίνητο δεν είχε οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και ότι η Ενάγουσα ήταν έτοιμη να μεταβεί στο Κτηματολόγιο μόνο αν ικανοποιείτο ότι θα γινόταν η πληρωμή του ποσού και ακολούθως να προβεί στη μεταβίβαση αυτού με την καταβολή όλων των απαιτούμενων τελών και φόρων εντός ωρών, σε αντίθεση με την Εναγομένη η οποία ουδέποτε ανέφερε πως ήταν έτοιμη να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο με το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ7εκ. για να προχωρήσει η μεταβίβαση. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, αυτή η θέση του μάρτυρος βρίσκει έρεισμα στις σχετικές επιστολές της Εναγομένης καθότι στην πρώτη επιστολή, Τεκμήριο 5, με την οποία ζητά τη μετάβαση τους στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, καλεί την Ενάγουσα να προβεί στις ενέργειες της για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση ενώ ουδεμία αναφορά γίνεται στην όποια δυνατότητα από μέρους της καταβολής του υπόλοιπου. Σε απάντηση των επιστολών που ακολούθησαν από την Ενάγουσα στις οποίες δηλώνει έτοιμη να προβεί στη μεταβίβαση και ζητά την καταβολή του ποσού, η Εναγομένη στις επιστολές της επαναλαμβάνει τις δικές της θέσεις, χωρίς όμως να παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να διαφαίνεται η δυνατότητα και ετοιμότητα πληρωμής του υπόλοιπου παρά μόνο περιορίζεται σε μια γενική και αόριστη αναφορά περί τούτου. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΕ1 επιβεβαιώθηκε με την ίδια ευθύτητα και λεπτομέρεια και από τον ΜΕ3 και ουδόλως αντικρούστηκε από τη ΜΥ1 η οποία δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ετοιμότητα και δυνατότητα της Εναγομένης να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό στην προτεινόμενη συνάντηση στο Κτηματολόγιο ή σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο. Αντιθέτως η ΜΥ1 πρόβαλε μόνο τη θέση ότι η όποια δυνατότητα αποπληρωμής θα φαινόταν κατά την ίδια τη συνάντηση στο Κτηματολόγιο, θέση η οποία δεν ανταποκρίνεται στη λογική. Βασικά εκείνο το οποίο έλεγε η ΜΥ1 ήταν πως η Ενάγουσα όφειλε να πάει στο Κτηματολόγιο για να μάθει εκεί επί τόπου κατά πόσο η Εναγομένη είχε τη δυνατότητα πληρωμής του ποσού και ακολούθως να προβεί στις ενέργειες της για να γίνει η μεταβίβαση. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 20.7.07 μεταξύ της Εναγομένης και της εταιρείας Y & C Institute of Medical Rehabilitation Ltd, των πωληθέντων δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ακινήτων, το οποίο κατατέθηκε από τη ΜΥ1 ως Τεκμήριο
  48. Σε αυτό η τιμή πώλησης καθορίζεται σε ΛΚ18εκ., εκ των οποίων πληρώθηκε προκαταβολή εκ ΛΚ50.000 με την υπογραφή αυτού και το υπόλοιπο θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση. Παρά την ύπαρξη αυτού του όρου, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει τη δυνατότητα πληρωμής του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης προς τις πωλήτριες εταιρείες είτε κατά τις 26.7.07 είτε ακόμα κατά τις 26.8.
  49. Μάλιστα, η ΜΥ1 κατέθεσε ένα έγγραφο, ημερ. 24.8.07, Τεκμήριο 39, προερχόμενο από τον ΧΚ, πιστοποιούντα υπάλληλο, στο οποίο ο ΧΚ βεβαιώνει την παρουσία του ΔΧ, πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Εναγομένης και του ΓΙΝ, διευθυντή της Y&C Institute στις 24.8.07 στο Κτηματολόγιο με τις φόρμες μεταβίβασης και όλες τις άλλες φόρμες συμπληρωμένες, Τεκμήρια 40-42, για να γίνει η μεταβίβαση, αλλά οι πωλήτριες εταιρείες δεν εμφανίστηκαν εκεί. Ακόμα και να γίνουν δεκτά αυτά τα γεγονότα, και πάλι δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να δείχνει την ετοιμότητα πληρωμής του τιμήματος πώλησης. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία της ΜΥ1 θα τύχει αξιολόγησης πιο κάτω. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο ΜΕ1 δέχθηκε ευθέως ότι μόνο περί τον Ιούλιο του 2008, ήτοι ένα έτος αργότερα, διεφάνη ότι η Εναγομένη διέθετε τα χρήματα, θέση η οποία αποτελεί ένδειξη της αντικειμενικότητας και επιθυμίας του μάρτυρος να αποκαλύψει όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αυτή η θέση του συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΕ3 επί τούτου και ειδικότερα με το εσωτερικό σημείωμα ημερ. 7.7.08, το οποίο απέστειλε ο μάρτυρας στις νομικές υπηρεσίες της Τράπεζας Κύπρου, Τεκμήριο
  50. Άλλωστε, δεν έχει διαφανεί από το σύνολο της μαρτυρίας η όποια πρόθεση της Ενάγουσας να υπαναχωρήσει στη συμφωνία, κυρίως εφόσον σκοπός της ήταν η πώληση αυτού. Ο ΜΕ1 έδωσε βάσιμες απαντήσεις και ως προς την αποστέρηση της Ενάγουσας της δυνατότητας πώλησης του ακινήτου συνεπεία της κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο παρά τον τερματισμό αυτού. Μάλιστα αδιαμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του πως από το 2007 η Kermia και η Ενάγουσα έχασαν ευκαιρίες πώλησης σε τρίτους, κατονομάζοντας μάλιστα ενδιαφερόμενους αγοραστές και παρουσιάζοντας σχετική επιστολή, Τεκμήριο
  51. Ο ΜΕ2 με τη σειρά του δέχθηκε χωρίς δισταγμό πως δεν είχε προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα και επομένως κατέθεσε με βάση την πρόσβαση του στο αρχείο της Ενάγουσας ως πρώην Οικονομικός Διευθυντής της. Επομένως η μαρτυρία του βασικά περιορίστηκε στην κατάθεση των τίτλων ιδιοκτησίας των υπό πώληση ακινήτων, στα έγγραφα που αφορούν τη δομή της Εναγομένης και στις επιταγές και αποδείξεις πληρωμής του ποσού της προκαταβολής. Αυτή η μαρτυρία ουσιαστικά είτε παρέμεινε αναντίλεκτη είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και επομένως κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο. Ακόμα και η θέση του μάρτυρος πως η επιταγή για το ποσό των €350.000 δεν εντοπίστηκε στο αρχείο της Ενάγουσας και επομένως αυτή θα πρέπει να επιστράφηκε πίσω και αντικαταστάθηκε με άλλες συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΕ3 και επιβεβαιώνεται από τη ΜΥ1 η οποία κατέθεσε αντίγραφο εντολής μη πληρωμής της εν λόγω επιταγής, Τεκμήριο 38, επομένως και αυτή γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ο ΜΕ3 ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε τα πρακτικά της συνάντησης ημερ. 17.4.07 πριν την υπογραφή της συμφωνίας καθώς επίσης και την επίδικη συμφωνία πώλησης. Ως άμεσα εμπλεκόμενος στα γεγονότα, ήταν σε θέση να δώσει όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με αυτά και ειδικότερα για το θέμα της αδυναμίας καταβολής του οφειλόμενου ποσού από την Εναγομένη, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τις δικές του εσωτερικές ενέργειες προς το νομικό τμήμα της Τράπεζας το οποίο συμβούλευε την Ενάγουσα, Τεκμήριο
  52. Ο ΜΕ3 ήταν σε θέση να αναφέρει ποιοι ήταν παρόντες κατά τις συζητήσεις, τι ακριβώς είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί προφορικά κατά τη συνάντηση για την οποία τήρησε τα πρακτικά και πότε και σε ποιον εκ μέρους της Εναγομένης έδωσε αντίγραφα των πρακτικών και της συμφωνίας, καθώς επίσης και γιατί δέχθηκαν τη μη κατάθεση της πρώτης επιταγής για την προκαταβολή και τη λήψη άλλων. Μάλιστα η αδυναμία να τοποθετηθεί με βεβαιότητα στο κατά πόσο είχε αποστείλει τα πρακτικά στο νομικό τμήμα της Τράπεζας καταδεικνύει την αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια του. Πέραν του ότι αυτή η μαρτυρία του δεν αντικρούστηκε από τη ΜΥ1, ο ΜΕ3 συμπλήρωσε και πάλι τη μαρτυρία του ΜΕ1, εξηγώντας πως παρόλο που δεν ήταν ευχάριστο γεγονός η απόσυρση της πρώτης επιταγής για την πληρωμή της προκαταβολής, εντούτοις ήταν υποχρεωμένοι να τις δεχθούν εφόσον η Εναγομένη αρχικά υποσχέθηκε ότι θα έδινε άλλη και τελικώς την επομένη προέβη σε κατάθεση ενός ποσού και ακολούθως εξέδωσε τις άλλες επιταγές. Πρόσθεσε πως η Ενάγουσα έδειξε επιείκεια και πρόσφερε μια διευκόλυνση, ειδικότερα εφόσον ο χρόνος αποπληρωμής ολόκληρου του ποσού πώλησης δεν είχε ακόμα παρέλθει και είχε ενεργοποιηθεί ο εναλλακτικός τρόπος αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης. Έχει ήδη λεχθεί ότι ο ΜΕ3 με τη σειρά του επιβεβαίωσε τον ΜΕ1 ότι ουδέποτε εισέπραξαν επιταγή της Xenadrine για το ποσό των €350.000, θέση η οποία τελικώς αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 όσον αφορά το θέμα της ενοικίασης και της μη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο συνάδουν πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΕ
  53. Μάλιστα κρίνεται καθόλα βάσιμη και πειστική η απάντηση του μάρτυρος πως αν η Εναγομένη επιθυμούσε να προστεθούν αυτοί οι όροι στο κείμενο της συμφωνίας, θα μπορούσε κάλλιστα να το ζητήσει. Όπως έχει ήδη διαφανεί, η μαρτυρία του ΜΕ3 συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΕ1 για τη δυνατότητα της Ενάγουσας να μεταβιβάσει άμεσα τα ακίνητα και για τη μη ετοιμότητα της Εναγομένης να πληρώσει το τίμημα για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση. Ο ΜΕ3 εξήγησε με επάρκεια πως με βάση τις πρόνοιες των καταστατικών της Kermia και της Ενάγουσας, αυτές δεν πλήρωναν φόρο κεφαλαιουχικών κερδών παρά μόνο φόρο εισοδήματος ο οποίος πληρωνόταν αμέσως. Η ουδετερότητα του μάρτυρος καταδεικνύεται από την αυθόρμητη θετική απάντηση του πως υπήρξαν συζητήσεις μεταξύ των μερών μέχρι και το 2008 και πως αν η Εναγομένη ερχόταν έστω και τον Αύγουστο εκείνου του έτους να καταβάλει το τίμημα η Ενάγουσα θα δεχόταν τη μεταβίβαση, πλην όμως αυτή η αναφορά του έτυχε διευκρίνησης κατά την επανεξέταση του πως τότε η συμφωνία είχε ήδη ακυρωθεί. Για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι και οι τρεις μάρτυρες της Ενάγουσας κατέθεσαν με ειλικρίνεια και έδωσαν μια πλήρη και καθόλα συνεπή εκδοχή των γεγονότων. Αντίθετα η ΜΥ1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατ' αρχάς κατέστη σαφές από την ίδια πως δεν είχε εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα και πως κατέθετε με βάση τα όσα της έλεγε ο αδελφός της ΔΧ και ακολούθως από το αρχείο το οποίο έλαβε η ίδια ως διαχειρίστρια της περιουσίας του. Κατά την αντεξέταση της πρόσθεσε ότι έλαβε πληροφόρηση και από τον αδελφό της ΘΧ ο οποίος είναι σοβαρά ασθενής. Παρά ταύτα η ΜΥ1 δεν προσδιόρισε ποια γεγονότα είχε πληροφορηθεί από τους αδελφούς της και για ποια απέκτησε γνώση με βάση το αρχείο. Αυτή η παράλειψη ή αδυναμία της σε συνδυασμό με το σύνολο της μαρτυρίας της αλλά και την όλη της στάση και συμπεριφορά στο εδώλιο δημιούργησαν την εντύπωση ενός προσώπου το οποίο δεν είχε ούτε γνώση ούτε ενημέρωση για τα γεγονότα παρά μόνο πληροφορήθηκε γι' αυτά από τους δικηγόρους της Εναγομένης και κατέθετε με βάση αυτή την πληροφόρηση, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να αιτιολογήσει τις θέσεις της ή να επεκταθεί ή εξηγήσει οτιδήποτε πέραν αυτών. Χαρακτηριστικό αυτής της στάσης ήταν ότι ενώ είναι διαχειρίστρια της περιουσίας της μητέρας της και του αδελφού της, οι οποίοι φέρονται να ήταν αξιωματούχοι εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης και της Εναγομένης, η ίδια επέμενε ότι οι εταιρείες ήταν οικογενειακές, ότι όλοι ενημερώνονταν για τις δραστηριότητες και δοσοληψίες των εταιρειών, δεχόμενη βεβαίως πως η ίδια δεν ήταν αξιωματούχος της Εναγομένης και χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της. Ερωτηθείσα επί τούτου και αφού της υποδείχθηκαν τα σχετικά έγγραφα από την έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο της Εναγομένης και άλλων εταιρειών, ήταν ολοφάνερο ότι η ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στη δομή των εταιρειών ούτε και να διαβάζει τα εν λόγω έγγραφα. Οι θέσεις της όχι μόνο παρέμειναν ατεκμηρίωτες αλλά ήταν και αντιφατικές σε κάποια σημεία, όπως π.χ. ενώ είπε ότι έλαβε ενημέρωση από τους δύο αδελφούς της και το αρχείο που παρέλαβε, σε ερώτηση κατά πόσο ενημερώθηκε από τον αδελφό της ΘΧ, έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, ήτοι πως από τον θάνατο του ΔΧ παρέδωσαν όλα τα στοιχεία στους δικηγόρους και είναι οι δικηγόροι που ενημέρωσαν σχετικά τόσο τον αδελφό της ΘΧ όσο και την ίδια. Επίσης ενώ η ΜΥ1 ανέφερε ότι υποθήκευσαν κάποια οικογενειακά ακίνητα, κατόπιν παράκλησης του αδελφού της, για να εξασφαλίσει το χρηματικό ποσό της προκαταβολής, εντούτοις εξέφρασε παντελή αδυναμία να δώσει οποιεσδήποτε περισσότερες λεπτομέρειες ή να παρουσιάσει σχετικό έγγραφο επί τούτου. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι, όταν ρωτήθηκε σχετικά, η ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν αποτάθηκε ούτε στον ΑΓ ούτε και στην ΑΧ οι οποίοι ήταν άμεσα εμπλεκόμενοι και θα μπορούσαν να τη διαφωτίσουν καλύτερα για τα επίδικα γεγονότα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η ΜΥ1 εξέφρασε αμφιβολία για τη γνησιότητα των πρακτικών της συνάντησης ημερ. 17.4.07 για τον μοναδικό λόγο πως αυτά δεν αποτελούν μέρος του αρχείου της και δεν φέρουν την υπογραφή των παρευρισκόμενων, γεγονός το οποίο δεν επιβεβαιώνει αφ' εαυτού τη θέση της. Παρά ταύτα ήταν έτοιμη να δώσει τη δική της ερμηνεία και να εκφέρει αυθαίρετες και ασυνάρτητες θέσεις, ήτοι πως πρόκειται για διαπραγματεύσεις οι οποίες δεν νομίζει πως είναι ολοκληρωμένες και πως πρόκειται για ένα απλό χαρτί, δεικνύοντας έτσι πως αυτή έδιδε καθοδηγούμενες και προπαρασκευασμένες απαντήσεις και όχι αυθόρμητα με βάση το τι η ίδια γνώριζε. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ενδυναμώνεται και από την αυθόρμητη και ομολογουμένως απρόσμενη αναφορά της μάρτυρος πως στα πρακτικά φαίνεται η υπογραφή του κ. Κ. (ΚΚ) μόνο. Ερωτηθείσα πώς αναγνωρίζει την υπογραφή του ΚΚ εφόσον δεν αναγράφεται το όνομα του επί των πρακτικών, η ίδια είπε πως την αναγνωρίζει επειδή τέθηκε στην επιστολή με την οποία εξοφλήθηκε η προκαταβολή όταν και παραδόθηκε αντίγραφο της συμφωνίας στην Εναγομένη, προσπαθώντας, χωρίς όμως αποτέλεσμα, να παραπέμψει στην ορθή επιστολή και πείσει το Δικαστήριο ότι προέβη σε σύγκριση των υπογραφών επί των διαφόρων εγγράφων του αρχείου. Ήταν πρόδηλο για το Δικαστήριο πως ενώ η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να διαβάζει έγγραφα, όπως ηλεκτρονική έρευνα του Εφόρου, και να δίδει επεξηγήσεις και λεπτομέρειες, ήταν έτοιμη δίχως άλλο να δώσει τη δική της εκδοχή ως προς τα πρακτικά και τη συμφωνία, φθάνοντας στο σημείο να δηλώνει ότι ο χρόνος αποπληρωμής δεν ήταν ουσιώδης, κάτι το οποίο είναι νομική έννοια την οποία, ως τέτοια, η μάρτυρας ούτε αναμένεται ούτε και επιτρέπεται να εκφέρει. Ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι η ΜΥ1 ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται και αναλύει νομικούς όρους και έγγραφα, ιδιαίτερη έκπληξη προκάλεσε η αναφορά της πως η φράση «ρηθέντων κτημάτων» στη συμφωνία σημαίνει ελεύθερων παντός βάρους και εμποδίου, μη αφήνοντας πλέον οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι αυτή στερείτο γνώσης για τη γραμματική έννοια λέξεων, πόσω μάλλον για νομικές έννοιες. Επιπλέον, οι αναφορές της για το θέμα της ενοικίασης του επίδικου κτήματος και της κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου, αποτελούν καθαρά αυθαίρετα συμπεράσματα και εικασίες της ίδιας για τον μοναδικό λόγο ότι δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία, θέση η οποία όμως και πάλι δεν αποκλείει αφ' εαυτού την προτέρα προφορική συζήτηση και συμφωνία επί αυτών. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο να λεχθεί πως παρόλο που δεν αμφισβητήθηκε η απόδειξη ημερ. 11.6.07 πληρωμής φόρων από την Εναγομένη ύψους εκ €16.643, Τεκμήριο 36, εντούτοις αυτή δεν έχει συνδεθεί με την κατάθεση της επίδικης συμφωνίας ή τα πωληθέντα δυνάμει αυτής ακίνητα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν ήταν γνήσια και ειλικρινής αλλά μια προσπάθεια προβολής μιας προσχεδιασμένης μαρτυρίας κατόπιν καθοδήγησης της, και ως τέτοια κρίνεται μη αξιόπιστη και απορρίπτεται στην ολότητα της πλην των δύο εκτιμήσεων των ακινήτων ημερ. 13.11.07 και 11.4.08, Τεκμήρια 43 και 44, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν ότι διενεργήθηκαν σύμφωνα με το περιεχόμενο τους η μεν πρώτη για την Εναγομένη, η δεύτερη για την εταιρεία Mimis G. Ioakim Ltd και τη Marfin Popular Bank για σκοπούς δανειοδότησης της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και δεχόμενη πλήρως τη μαρτυρία των ΜΕ1-3, το Δικαστήριο προβαίνει επίσης σε εύρημα πως στα πλαίσια συζητήσεων μεταξύ των μερών για την αγοραπωλησία των επίδικων κτημάτων, έλαβε χώρα η συνάντηση στις 17.4.07 στα γραφεία της Kermia στην παρουσία των ΜΕ1 και 3 εκ μέρους της Kermia και της Ενάγουσας και εκ μέρους της Εναγομένης του ΜΧ, δικηγόρου, του ΔΧ και του ΑΓ ως εκπρόσωπων της Remax και της AX, κτηματομεσίτριας και επίσης εκπρόσωπου της Remax. Σε εκείνη τη συνάντηση συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν οι όροι της πώλησης όπως αυτοί καταγράφηκαν στα χειρόγραφα πρακτικά που κρατούσε ο ΜΕ3 και τα οποία μεταφέρθηκαν μεταγενέστερα σε δακτυλογραφημένο κείμενο, Τεκμήριο
  54. Γίνεται δεκτό ότι το Τεκμήριο 1 αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τα όσα συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών. Επομένως, γίνεται δεκτό ότι στην εν λόγω συνάντηση τα μέρη συμφώνησαν όπως η προκαταβολή εκ ΛΚ500.000 καταβληθεί με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου και το υπόλοιπο του τιμήματος εκ ΛΚ7εκ. καταβληθεί το αργότερο εντός ενός μηνός και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση, χωρίς τόκο. Σε περίπτωση μη καταβολής αυτού εντός ενός μηνός, τότε οι αγοραστές θα έχουν το δικαίωμα να καθυστερήσουν την πληρωμή του εν λόγω ποσού μέχρι και τρεις μήνες από την ημερομηνίας αγοράς και το οποίο θα φέρει τόκο προς 8% ετησίως. Συμφωνήθηκε επίσης πως σε περίπτωση που οι αγοραστές δεν προσέλθουν το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία αγοράς για την καταβολή του ποσού των ΛΚ7εκ. και των τόκων, τότε το πωλητήριο έγγραφο θα ακυρωθεί αυτόματα και το ποσό της προκαταβολής θα παρακρατηθεί από τον πωλητή. Περαιτέρω τα μέρη συμφώνησαν ότι ο αγοραστής δεν θα έχει το δικαίωμα να καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο για ειδική εκτέλεση. Επί αυτού του θέματος, γίνεται δεκτό ότι ο ΜΕ3 έθεσε το ερώτημα τι γίνεται αν ο αγοραστής καταθέσει το πωλητήριο στο Κτηματολόγιο, ήτοι αν ισχύει μέχρι την απόσυρση του από τον αγοραστή ή αν ακυρώνεται αυτόματα και δεν ισχύει σε περίπτωση ακύρωσης της συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτός ο προβληματισμός που εκφράστηκε από τον ΜΕ3 καταγράφεται και στα πρακτικά. Πέρα των όσων αναγράφονται στα πρακτικά, το Δικαστήριο δέχεται πως κατά την εν λόγω συνάντηση αποκαλύφθηκε εκ μέρους των πωλητριών εταιρειών ότι υπήρχε συμφωνία ενοικίασης μέρους του ακινήτου ως χώρου στάθμευσης με ετήσιο ενοίκιο μεταξύ ΛΚ55.000 και ΛΚ60.000, βάσει της οποίας υπήρχε η δυνατότητα τερματισμού αυτής με δίμηνη προειδοποίηση. Γίνεται επίσης δεκτό ότι κατά την εν λόγω συνάντηση οι εκπρόσωποι της Εναγομένης δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν τον τερματισμό της ενοικίασης καθότι η ενοικίαση εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εφόσον θα λάμβανε εισόδημα μέχρι την εξασφάλιση άδειας οικοδομής και έναρξης εργασιών ανέγερσης εντός των κτημάτων. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ3, το Δικαστήριο δέχεται πως δεν συμπεριλήφθηκε όρος για το θέμα αυτό στη συμφωνία καθότι είχαν λάβει διαβεβαίωση πως δεν υπήρχε πρόθεση ούτε επιθυμία κατάθεσης αυτής εκ μέρους της Εναγομένης. Γίνεται επίσης δεκτή η αναφορά των ΜΕ1 και 3 πως δεν συμπεριλήφθηκε ούτε και ο όρος για το θέμα της ενοικίασης, ακριβώς επειδή η Εναγομένη δεν επιθυμούσε τον τερματισμό αυτής. Το Δικαστήριο προβαίνει σε εύρημα πως στις 20.4.07, όταν και δακτυλογραφήθηκαν τα χειρόγραφα πρακτικά, δόθηκαν στον ΑΓ για να τα διαβάσει και συμφώνησε με αυτά, εξ ου και ο ΜΕ3 προχώρησε στην ετοιμασία της συμφωνίας. Γίνεται επίσης δεκτό ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας δόθηκε αντίγραφο αυτής στον ΔΧ και κατά την πληρωμή ολόκληρου του ποσού της προκαταβολής δόθηκε στην Εναγομένη χαρτοσημασμένο αντίγραφο της συμφωνίας. Το Δικαστήριο δέχεται ακόμα πως κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι στις 26.7.07, το ακίνητο δεν βαρυνόταν με οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και η Ενάγουσα ήταν σε θέση να διευθετήσει το θέμα των όποιων πληρωτέων φόρων εντός σύντομου χρονικού διαστήματος την ίδια μέρα μετά την πληρωμή του τιμήματος πώλησης του επίδικου κτήματος για να καταστεί αμέσως δυνατή η μεταβίβαση, πλην όμως η Εναγομένη παρέλειψε και ούτε είχε τη δυνατότητα να καταβάλει το εν λόγω ποσό των ΛΚ7εκ. συν τους τόκους εκ ΛΚ140.
  55. Αυτή η αδυναμία της Εναγομένης υφίστατο ακόμα και στις 26.8.
  56. Το Δικαστήριο δέχεται ότι τα μέρη συνέχισαν τις συζητήσεις και επαφές μεταξύ τους αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ3, γίνεται δεκτό ότι στις 7.7.08 ο ΜΕ3 απέστειλε εσωτερικό σημείωμα στην εσωτερική νομική υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου, Τεκμήριο 30, στο οποίο επισυνάπτεται σχετικό σημείωμα αναφορικά με τις συναντήσεις που είχε η Εναγομένη με αξιωματούχους της Kermia. Το Δικαστήριο δέχεται ότι τα όσα περιέχονται στο σημείωμα αντικατοπτρίζουν τα αληθή γεγονότα. Στο σημείωμα ημερ. 7.7.08 ο ΚΚ αναφέρει πως τους τελευταίους μήνες υπήρχαν ορισμένες συναντήσεις των αγοραστών ή εκπροσώπων τους με αξιωματούχους της Kermia κατά τις οποίες δόθηκε το μήνυμα πως οι αγοραστές έχουν εξασφαλίσει τώρα τα χρήματα (ΛΚ7εκ.) και πως είναι έτοιμοι να ξοφλήσουν το τίμημα αγοράς των κτημάτων με την προϋπόθεση ότι η εταιρεία αποδέχεται να προχωρήσει στη μεταβίβαση τους επ' ονόματι της εταιρείας. Στο σημείωμα ο ΚΚ αναφέρει επίσης πως πριν δύο περίπου μήνες σε συνάντηση με τον ΣΣ, στην παρουσία του ΑΓ, ο ΔΧ ανέφερε ότι είχε εξασφαλίσει τα χρήματα και ήταν έτοιμος να πληρώσει. Πριν περίπου ένα μήνα ο δικηγόρος των αγοραστών ΣΧ επισκέφθηκε τον ΣΣ και το επανέλαβε ότι οι πελάτες του ήταν σε θέση να πληρώσουν το υπόλοιπο εκ ΛΚ7εκ. και να γίνει η μεταβίβαση. Ο ΚΚ προσθέτει πως η ίδια θέση εκφράστηκε στον ίδιο την 1.7.08 από τον κτηματομεσίτη ΜΧ ο οποίος ήταν παρών σε όλες τις διαπραγματεύσεις μέχρι και την επίτευξη της αρχικής συμφωνίας. Ο ΚΚ τον παρέπεμψε στους δικηγόρους τους που χειρίζονταν την υπόθεση. Σύμφωνα με τον ΚΚ, οι αξιωματούχοι της εταιρείας απέρριψαν την εισήγηση καθότι η εταιρεία θεωρεί τη συμφωνία άκυρη λόγω της αδυναμίας των αγοραστών να την τιμήσουν. Τέλος, στο σημείωμα ο ΚΚ εκφράζει τη βεβαιότητα του πως οι αγοραστές και εκπρόσωποι τους δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν το υπόλοιπο κατά τις 26.7.07 και προσπάθησαν με δικαιολογίες να κερδίσουν χρόνο για να επαναπωλήσουν το ακίνητο. Σύμφωνα με τον ΚΚ, η δήλωση τους ότι τώρα έχουν εξεύρει τα χρήματα και είναι έτοιμοι να πληρώσουν ενισχύει τη θέση πως οι αγοραστές αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους κατά τον ουσιώδη και προβλεπόμενο στη συμφωνία χρόνο. Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1, το Δικαστήριο δέχεται ότι στις 23.4.10 η κτηματομεσιτική εταιρεία Prestige Land of Advertisements Ltd απέστειλε τηλεμοιότυπο προς τον ΔΧ, Τεκμήριο 16, στο οποίο αναφέρει πως είχαν συνάντηση με τον ΧΘ ο οποίος αντιπροσωπεύει δύο ενδιαφερόμενους αγοραστές του επίδικου τεμαχίου και πως το επισκέφθηκαν επί τόπου με τον ΧΘ και ζητούν να τους προμηθεύσει με σχέδια τα οποία να δείχνουν το πράσινο και τον διαχωρισμό. Αναφέρεται επίσης ότι έχει σταλεί και ενημερωτική επιστολή και στον ΓΣ της Kermia αναφορικά με το ενδιαφέρον που υπάρχει για αγορά του εν λόγω τεμαχίου. Στρεφόμενη στη νομική πτυχή, αποτελεί εισήγηση των δικηγόρων της Ενάγουσας πως οι προδικαστικές ενστάσεις δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο λόγω της παράλειψης προώθησης τους από την Εναγομένη με ανάλογη κλήση στο στάδιο των οδηγιών. Η εισήγηση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο καθότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων δεν είναι υποχρεωτική ή διατάσσεται από το Δικαστήριο αυτόματα αλλά εξετάζεται κατόπιν σχετικής αίτησης και δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αδιαμφισβήτητο ή κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα & Άλλων

(1991)1 Α.Α.Δ 225, Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Philippa Estates Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1431. Στην προκειμένη περίπτωση, τέτοιο κοινό ή αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων δεν φαίνεται να προκύπτει από τα δικόγραφα και η επιλογή της Εναγομένης να μην καταχωρίσει αίτηση για προδικαστική εκδίκαση ήταν καθόλα επιτρεπτή και ουδόλως της στερεί το δικαίωμα να προωθήσει αυτές στα πλαίσια της ακρόασης της Αγωγής. Η πρώτη προδικαστική ένσταση αφορά στο δεδικασμένο λόγω της Αγωγής 5735/07 ΕΔ Λεμεσού. Για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. Στο εν λόγω πεδίο εμπίπτουν και διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει μέρος προηγούμενης αντιδικίας. (β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. (γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. (δ) Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Η εν λόγω γενική αρχή έχει διευρυνθεί ώστε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο και όσους τρίτους είτε έλκουν δικαιώματα από τους διαδίκους, είτε παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία για να λάβουν μέρος σ' αυτή, τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Αναφορικά με το κατά πόσο τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2) (ανωτέρω). Σε αυτή αναφέρθηκε ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Διαφωτιστική ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239 και Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897. Είναι κοινό έδαφος πως η Αγωγή 5735/07 απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της κατόπιν απόρριψης αιτήματος αναβολής και η ανταπαίτηση αποσύρθηκε με δικαίωμα επανακαταχώρισης της, χωρίς να υπάρξει απόφαση επί της ουσίας της Αγωγής. Το παρόν Δικαστήριο υιοθετεί τα όσα έχει αναφέρει στην απόφαση του ημερ. 12.6.20 στην Αγωγή 1845/18, Τεκμήριο 15, ότι η απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης της δεν δημιουργεί δεδικασμένο εφόσον δεν διαγιγνώσκονται δικαστικά τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κανάρης v. Λοϊζου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 599 και Ραφτόπουλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)4(Α) Α.Α.Δ. 7. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στο σύγγραμμα Res Judicata Spencer Bower and Handley, 4η έκδοση, όπου στις σελ. 19 και 91 αναφέρεται ότι «dismissal for want of prosecution is not a decision on the merits and does not create res judicata». Ως εκ τούτου αυτή η προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά στο ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της έγερσης της Αγωγής 5393/15 στην οποία η εδώ Ενάγουσα μπορούσε να εγείρει τους ισχυρισμούς της αναφορικά με την επίδικη συμφωνία στα πλαίσια ανταπαίτησης της σε εκείνη την Αγωγή. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας, η οποία κατάχρηση μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της ίδιας της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της Wayplay Technologies Ltd
(2015)1(Β) Α.Α.Δ. 1038, Korkut v. Γεωργίου (Αρ. 2)
(2007)1(B) Α.Α.Δ. 1333 και Constantinides v. Vima Ltd κ.ά.
(1983)1 C.L.R. 348. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 937, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «. το Δικαστήριο έχει σύμφυτη (inherent) εξουσία να ελέγχει την ενώπιόν του διαδικασία και να ενεργεί ώστε να εμποδίζει και τερματίζει την όποια κατάχρησή της. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας και του κύρους, τόσο της δικαστικής διαδικασίας, όσο και του κράτους δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει.» H υπόθεση Διευθυντής Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική καθότι αφενός θέτει με σαφήνεια τις αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου και αφετέρου καθιερώνει πως η προώθηση περισσότερων της μιας παράλληλων διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149 τονίστηκε πως αυτή η εξουσία ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι στις 30.12.15 η εδώ Εναγομένη καταχώρισε την Αγωγή 5393/15 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Kermia και της εδώ Ενάγουσας, Τεκμήριο 45, με την οποία αξιώνει δήλωση ότι το πωλητήριο έγγραφο είναι σε ισχύ και δεσμευτικό, ότι ο τερματισμός είναι παράνομος και άκυρος και ειδική εκτέλεση του εν λόγω πωλητηρίου. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 11.10.18, Τεκμήριο 49 και η υπεράσπιση στις 10.10.19, Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης η εκεί ενάγουσα αποδίδει στις εκεί εναγόμενες παράλειψη να διευθετήσουν ούτως ώστε να ήταν δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου και η πληρωμή του υπόλοιπου και μάλιστα ενώ η εκεί ενάγουσα μετέβη στο Κτηματολόγιο στις 24.8.07 για να γίνει η μεταβίβαση με την ταυτόχρονη εξόφληση του ποσού, δεν υπήρξε εμφάνιση από τις εκεί εναγόμενες. Η εκεί ενάγουσα προβάλλει ισχυρισμό ότι με επιστολή της ημερ. 23.7.07 κάλεσε τις εκεί εναγόμενες να διευθετήσουν τις εκκρεμότητες για τη μεταβίβαση των ακινήτων και καθορίσουν συνάντηση στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, οι εναγόμενες απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 25.7.07 ότι η προθεσμία για πληρωμή έληγε εκείνη τη μέρα και την καλούσαν να καταβάλει το ποσό, ενώ δεν είχαν τερματίσει την ενοικίαση των επίδικων ακινήτων προς τρίτους και δεν ήταν σε θέση να παραδώσουν ελεύθερα τα ακίνητα. Η εκεί ενάγουσα απάντησε με επιστολή της ημερ. 25.7.07 καλώντας τις εναγόμενες να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο στις 24.8.07 για τη μεταβίβαση εφόσον η ενάγουσα είχε ήδη βρει αγοραστή και είχε υπογράψει πωλητήριο συμβόλαιο με αυτόν ο οποίος και θα πλήρωνε το υπόλοιπο. Σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης οι εκεί εναγόμενες αρνούνται τους ισχυρισμούς της εκεί ενάγουσας και αναφέρουν πως με επιστολή της ημερ. 23.7.07 η εκεί ενάγουσα ζήτησε από αυτές όπως διευθετήσουν τις εκκρεμότητες και καθορίσουν από κοινού ημερομηνία και ώρα για συνάντηση στο Κτηματολόγιο και μεταβίβαση του ακινήτου. Οι εναγόμενες απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 25.7.07 στην οποία ανέφεραν πως έλαβαν την επιστολή στις 24.7.07 το απόγευμα και καλούσαν την ενάγουσα επειγόντως να καταθέσει το εναπομείναν ποσό δυνάμει της συμφωνίας, λέγοντας ότι παράλειψη καταβολής του καθιστά τη συμφωνία αυτομάτως άκυρη, ότι κατακρατούν το ποσό των €500.000 ως αποζημίωση και ότι οι εναγόμενες ήταν έτοιμες για την άμεση μεταβίβαση. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η ενοικίαση των ακινήτων ήταν σε γνώση της εκεί ενάγουσας η οποία θα επωφελείτο από την είσπραξη των ενοικίων μέχρι την εξασφάλιση άδειας οικοδομής και την έναρξη εργασιών. Και πάλι το Δικαστήριο υιοθετεί κατ' αναλογία τα όσα έχει αναφέρει επί ακριβώς του ίδιου θέματος στην προαναφερόμενη απόφαση του ημερ. 12.6.20 και περιορίζεται να παραθέσει αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Είναι ορθή η επισήμανση της Ενάγουσας ότι η καταχώριση της παρούσας Αγωγής προηγήθηκε σχεδόν δύο μήνες της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης στην Αγωγή 5393/
  2. Με άλλα λόγια, είχε καταχωριστεί η Αγωγή 5393/15 και εκκρεμούσε από το 2015, όμως δεν προωθείτο και στο μεταξύ η Ενάγουσα επέλεξε να καταχωρίσει την παρούσα Αγωγή. Διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να καταχωρίσει την παρούσα αντί να αναμένει την εξέλιξη της πορείας της Αγωγής 5393/15 και να καταχωρίσει εκεί υπεράσπιση και ανταπαίτηση και ότι η έγερση της παρούσας δεν φαίνεται από μόνη της να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ούτε φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει την Ενάγουσα να καταχωρίσει ξεχωριστή Αγωγή με τη σειρά της χωρίς να είχε υποχρέωση να αποκαλύψει την ύπαρξη της Αγωγής 3593/
  3. Άλλωστε υπάρχουν τρόποι χειρισμού αυτής της κατάστασης, όπως ενδεχομένως αίτημα για συνένωση των δύο Αγωγών. Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι με το γεγονός και μόνο της καταχώρισης της παρούσας Αγωγής εναντίον της Εναγομένης, ενόσω εκκρεμούσε η Αγωγή 5393/15, διαφαίνεται η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης για κατάχρηση ούτως ώστε να δικαιολογείτο το επανάνοιγμα της υπόθεσης.» Επομένως και η δεύτερη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά στο ότι η παρούσα Αγωγή είναι ενοχλητική, σκανδαλώδης και χωρίς νομικό έρεισμα και αιτία και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου, αυτή συνιστά εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το δικόγραφο στερείται αναμφίβολα νομικού ή πραγματικού ερείσματος και όπου αυτό είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο και δεν έχει βάση συζήτησης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις In re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ.146 και Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά.
(2016)1(Α) Α.Α.Δ. 786 επαναλήφθηκε ότι κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο όταν τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, να προκαλέσει αμηχανία, να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής ή να προκαλέσει ζημιά στον αντίδικο. Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ενοχλητικό ("embarrassing") είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση η Αγωγή δεν θεωρείται σκανδαλώδης, ενοχλητική ή χωρίς νομικό έρεισμα ή βάση αγωγής. Η Αγωγή αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης συνάδει με τους δικονομικούς κανόνες δικογράφησης των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Άλλωστε η Εναγομένη δεν καταχώρισε αίτηση για διαγραφή είτε του δικογράφου είτε μέρους αυτού. Ως εκ τούτου και η τρίτη προδικαστική ένσταση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός η σύναψη της επίδικης συμφωνίας, Τεκμήριο 2. Έχει ήδη λεχθεί ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύσσεται στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. Αυτές οι αρχές αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ανόρθωσις v. Απόλλων
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 518 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407.» Η τελευταία υπόθεση υιοθετήθηκε στην πιο πρόσφατη υπόθεση Σχίζα v. Αδάμου κ.ά.
(2016)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα περιέχεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Π. Γ. Πολυβίου, 2021, Τόμος Β, σελ. 485-
  2. Οι όροι 2 και 4 της επίδικης συμφωνίας παρατίθενται αυτούσιοι ανωτέρω. Ο όρος 2 είναι σαφής και προνοεί πως το τίμημα πώλησης είναι ΛΚ7.500.000 και πως το ποσό των ΛΚ500.000 καταβλήθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Αποτελεί κοινό έδαφος και εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό της προκαταβολής αρχικώς πληρώθηκε με επιταγή της Xenadrine της ίδιας ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας, 26.4.07, πλην όμως την επομένη ζητήθηκε όπως μην κατατεθεί και τελικώς το ποσό της προκαταβολής πληρώθηκε με τέσσερις σταδιακές πληρωμές που έγιναν μεταξύ 27.4.07 και 31.5.
  3. Ο όρος 4 καθορίζει με σαφήνεια, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν και οι δύο πλευρές, δύο χρονοδιαγράμματα πληρωμής του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης, ήτοι ποσού ΛΚ7εκ. Το πρώτο είναι τριάντα μέρες από την υπογραφή της συμφωνίας χωρίς χρέωση τόκου, και το οποίο είναι παραδεκτό ότι δεν τηρήθηκε αφού εντός της εν λόγω χρονικής περιόδου πληρωνόταν ακόμα το ποσό της προκαταβολής. Το δεύτερο είναι τρεις μήνες «από της πιο πάνω ημερομηνίας» με τόκο προς 8% ετησίως για την περίοδο των τριών μηνών. Παρόλο που αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας η ερμηνεία της φράσης εντός των εισαγωγικών, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία ως προς την ερμηνεία αυτής. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η φράση αναφέρεται στην ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και όχι στην ημερομηνία μετά τη λήξη των 30 ημερών από την υπογραφή. Και τούτο καθότι μετά την αναφορά σε 30 μέρες γίνεται αναφορά στην ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και ακολούθως μετά την αναφορά στους τρεις μήνες γίνεται αναφορά στην πιο πάνω ημερομηνία που δεν είναι άλλη από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Πέραν του ότι ο όρος αυτός δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ερμηνεία του με βάση τη διατύπωση του λεκτικού του, αυτό προκύπτει και από το υπόλοιπο μέρος του όρου αυτού. Ο τόκος χρεώνεται για συνολικά τρεις μήνες, οι οποίοι αφορούν τη δεύτερη προβλεπόμενη περίοδο αποπληρωμής, εξ ου και το ποσό των τόκων αναφέρεται ρητώς στις ΛΚ140.
  4. Είναι εμφανές ότι με την παράλειψη πληρωμής εντός των 30 ημερών, δίδεται παράταση χρόνου αποπληρωμής για συνολική περίοδο τριών μηνών, δηλαδή για ακόμα δύο μήνες, με την επιβάρυνση πλέον τόκου και για τους τρεις μήνες μέχρι την καταβολή του ποσού. Το λεκτικό προνοεί ξεκάθαρα ότι παράλειψη πληρωμής εντός 30 ημερών από τη συμφωνία ενεργοποιεί τη δεύτερη περίοδο των τριών μηνών από τη συμφωνία με τη χρέωση τόκου για όλη αυτή την περίοδο. Το Δικαστήριο θεωρεί αβάσιμη τη θέση της Εναγομένης πως σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής εντός των 30 ημερών, δίδεται παράταση ακόμα τριών μηνών, δηλαδή συνολικά τεσσάρων μηνών, με τη χρέωση τόκου μόνο για τους τρεις μήνες. Το λεκτικό της συμφωνίας παραπέμπει σε χρέωση τόκου και για τις τριάντα μέρες κατά τις οποίες η Εναγομένη είχε αρχικά υποχρέωση να καταβάλει το ποσό χωρίς την επιβάρυνση τόκου, και λόγω ακριβώς της παράλειψης της να πληρώσει εντός των 30 ημερών, τότε η Εναγομένη θα επιβαρύνεται με τόκο για όλη την περίοδο των τριών μηνών. Βασικά ο όρος 4 παρέχει μια χρονική περίοδο χάριτος 30 ημερών για την πληρωμή χωρίς τόκο, διαφορετικά παρέχει επιπλέον παράταση ακόμα δύο μηνών, δηλαδή συνολικά τριών, αλλά με τη χρέωση τόκου για όλη αυτή την περίοδο. Αυτές οι διαπιστώσεις προκύπτουν εύλογα από το λεκτικό του όρου 4 το οποίο και αποτυπώνει την πρόθεση των μερών ως προς τον χρόνο αποπληρωμής. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί πως ο όρος 4 διατυπώνεται με σαφήνεια και είναι εύκολα αντιληπτός σε οποιονδήποτε αναγνώστη ο οποίος αναζητεί την ερμηνεία του. Σχετική είναι η υπόθεση Alpan Furnishings Ltd v. Δημάδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 170. Όπως έχει λεχθεί το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο και στην προκειμένη περίπτωση, όπως εξηγείται ανωτέρω, δεν υπάρχει δυσκολία ερμηνείας (βλ. Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Μούτση
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι σε περίπτωση γραπτής συμφωνίας, εξωγενής μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή για να τροποποιήσει, αντικρούσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους αυτής. Αυτή η αρχή επαναλήφθηκε στην τελευταία αναφερόμενη υπόθεση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ v. Μούτση (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση όμως τονίστηκε ταυτόχρονα η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εμπλουτίσει τη γνώση του με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως η ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας δεν αποτυπώνεται με ακρίβεια στο λεκτικό αυτής, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι καθόλα επιτρεπτό να ανατρέξει στο Τεκμήριο 1 το οποίο δέχθηκε ότι αποκαλύπτει το τι ακριβώς έλαβε χώρα στη συνάντηση των μερών στις 17.4.07 στα πλαίσια συζητήσεων ως προς τη συμφωνία. Και τούτο καθότι το Τεκμήριο 1 δεν περιορίζεται σε διαπραγματεύσεις αλλά αντικατοπτρίζει τη συμφωνία μεταξύ των μερών και η οποία θα αποτελούσε το περιεχόμενο του γραπτού κειμένου το οποίο θα συντασσόταν και υπογραφόταν από τα μέρη. Αυτή η προσέγγιση βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Avlida Hotels Ltd v. Annik Ltd, Πολ. Έφ. 260/14, ημερ. 16.5.22, στην οποία επικροτήθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο να λάβει υπόψιν τη συμπεριφορά των μερών και την προσφορά που προηγήθηκε της γραπτής σύμβασης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η ερμηνεία των όρων σύμβασης, ως έχει διακηρυχθεί, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, το οποίο μέσα από το λεκτικό, αναζητά τις προθέσεις των συμβαλλομένων, με κριτήριο πάντοτε να είναι η έννοια την οποία μεταδίδει στο μέσο λογικό άνθρωπο (Χατζησωτηρίου Γιολάντα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1406). Οι όροι της σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζονται απομονωμένοι από το όλο πνεύμα της σύμβασης και την πρόθεση των συμβαλλομένων αλλά να δίδεται η ερμηνεία η οποία οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο το οποίο εξετάζεται ως ενιαίο σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση (Λίλλης Νίκος ν. Παρασκευούλα Ξενή
(2009)1 ΑΑΔ 217). Στα πλαίσια της προσπάθειας αυτής σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τόσο η συμπεριφορά των μερών όσο και συναφή προς τη σύμβαση έγγραφα τα οποία τείνουν να φανερώσουν τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιτέλεσε, ορθά κρίνουμε το έργο της ερμηνείας της σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη την προσφορά που προηγήθηκε της σύμβασης αλλά και το γεγονός πως η εφεσείουσα στις εκκλήσεις και αξιώσεις της εφεσίβλητης για πληρωμή της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών στις οποίες διεκδίκησε ΦΠΑ, δεν αρνήθηκε την αξίωση αυτή ούτε αντέδρασε ούτε την αμφισβήτησε. Σημαντικό στοιχείο το οποίο επέδρασε στην πρωτόδικη κρίση ήταν και η αναφορά στη συμφωνία ότι το ποσό αναφερόταν στο κόστος εκτέλεσης των εργασιών προσδιορίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αξία των εργασιών.» Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το έγγραφο το οποίο περιέχει τη συμφωνία μεταξύ των μερών όπως αυτή πρόκειται να μεταφερθεί σε γραπτό κείμενο είναι έγγραφο απολύτως σχετικό με τη γραπτή συμφωνία και ως τέτοιο δύναται να ληφθεί υπόψιν και διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς την πρόθεση των μερών και κυρίως ως προς την κοινή αντίληψη τους για τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Ως εκ τούτου, με γνώμονα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, δεν χωρεί οποιασδήποτε αμφιβολίας πως ο όρος για την καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος αφορά περίοδο τριών μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας και όχι από τη λήξη των πρώτων 30 ημερών μετά από την υπογραφή. Το άρθρο 37
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, θέτει την υποχρέωση στους συμβαλλόμενους να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους βάσει της σύμβασης. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η Εναγομένη παρέβη τους όρους της συμφωνίας σε σχέση με την πληρωμή του ποσού αγοράς των ακινήτων. Σύμφωνα με την ερμηνεία των όρων 2 και 4 της συμφωνίας, η προκαταβολή δεν πληρώθηκε στις 26.4.07, ως προνοούσε η συμφωνία, αλλά στις 31.5.07 ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης δεν πληρώθηκε στην περίοδο των τριών μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας, ήτοι μέχρι τις 26.7.07, ως προνοούσε η συμφωνία, λόγω αδυναμίας της Εναγομένης να πράξει τούτο. Οι δύο πλευρές εκφράζουν διαφορετικές απόψεις ως προς το κατά πόσο ο χρόνος πληρωμής ήταν ουσιώδης. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως αυτός ήταν ουσιώδης, εξ ου και με την παράλειψη καταβολής του ποσού των ΛΚ7εκ., η συμφωνία τερματίστηκε αυτόματα. Η Εναγομένη ισχυρίζεται πως από τη στιγμή που η Ενάγουσα δέχθηκε τη μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος πληρωμής της προκαταβολής, τότε ο χρόνος πληρωμής δεν είναι ουσιώδης. Αυτό έχει τη σημασία του ως προς τις συνέπειες της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων οποιουδήποτε των συμβαλλομένων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 55 του Κεφ. 149 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «55.—
(1)Αν ένας από τους συµβαλλόµενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισµένη ενέργεια εντός ορισµένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισµένες ενέργειες εντός ορισµένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισµένο χρόνο, η σύµβαση ή το µέρος της σύµβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόµη καθίσταται ακυρώσιµο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συµβαλλόµενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύµβασης.
(2)Αν πρόθεση των συµβαλλόµενων δεν ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύµβασης, η σύµβαση δεν καθίσταται ακυρώσιµη λόγω παράλειψης του οφειλέτη να ενεργήσει εντός του ορισµένου χρόνου ή πριν από αυτόν· ο δανειστής όµως έχει δικαίωµα αποζηµίωσης από τον οφειλέτη για κάθε ζηµιά, την οποία ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης αυτής.
(3)Σε περίπτωση ακυρώσιµης σύµβασης λόγω παράλειψης του οφειλέτη να εκπληρώσει την υπόσχεσή του στο χρόνο που συµφωνήθηκε, αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης σε χρόνο άλλον από αυτόν που συµφωνήθηκε, τότε δεν δύναται να αξιώσει αποζηµίωση για ζηµιά που υπέστη λόγω µη εκπλήρωσης κατά το χρόνο που συµφωνήθηκε, εκτός αν, κατά το χρόνο της αποδοχής, γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την πρόθεσή του να αξιώσει αποζημίωση.» Είναι γεγονός ότι η προκαταβολή πληρώθηκε μετά την καθορισμένη στη συμφωνία ημερομηνία, ήτοι κατά την υπογραφή αυτής. Παρά ταύτα, η Ενάγουσα παρέμεινε σταθερή στην τήρηση του καθορισμένου στη συμφωνία χρόνου καταβολής του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης, ήτοι μέχρι τις 26.7.07. Σχετικές είναι οι επιστολές της ημερ. 25.7.07, 3.8.07 και 27.9.07, Τεκμήρια 6, 8 και 10 αντίστοιχα. Στην υπόθεση George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 199, λέχθηκε ότι ο χρόνος σε μια σύβαση θεωρείται «ουσιώδης και αποτελεί συστατικό, η μη τήρηση του οποίου καθιστά τη συμφωνία ακυρώσιμη, στις περιπτώσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν διατυπώσει στη συμφωνία ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι ο χρόνος θα τηρηθεί επακριβώς ή όταν ο χρόνος εφόσον δεν τηρηθεί το άλλο συμβαλλόμενο μέρος καταστήσει τον όρο ουσιώδη θέτοντας εύλογο προθεσμία για συμμόρφωση». Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η πρόθεση των μερών ήταν πως ο χρόνος πληρωμής δεν αποτελούσε ουσιώδη όρο. Η υπόθεση Paraskeva v. Lantas
(1998)1 C.L.R. 285, την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγομένης, διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας. Εκεί η συμφωνία αγοραπωλησίας ακίνητης περιουσίας προνοούσε για πληρωμή εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου και σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης τη χρέωση τόκου. Αυτός ο όρος κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ένδειξη πως ο χρόνος δεν ήταν ουσιώδης. Στην παρούσα, η χρέωση τόκου ξεκινά να μετρά από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και λήγει κατά την ημερομηνία πληρωμής, ήτοι στις 26.7.07, επομένως ο τόκος χρεώνεται μέχρι την ημερομηνία πληρωμής η οποία παραμένει σταθερή και αμετάβλητη, και όχι μετά τη λήξη αυτής ως στην εν λόγω υπόθεση. Τα γεγονότα της παρούσας ομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Vahrico Constructions Ltd v. Στρούθου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση η γραπτή συμφωνία αφορούσε την αγορά ½ μεριδίου κτήματος έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των ΛΚ90.000, το οποίο θα πληρωνόταν με την καταβολή ΛΚ10.000 με την υπογραφή του συμβολαίου, ΛΚ30.000 στις 30.1.96, και των υπόλοιπων ΛΚ50.000 στις 30.7.96, οπόταν και ταυτόχρονα θα γινόταν η μεταβίβαση του κτήματος. Τη μέρα της υπογραφής, η εφεσείουσα εξέδωσε στον εφεσίβλητο επιταγή για ΛΚ10.000, η οποία όμως ξοφλήθηκε 10-15 μέρες αργότερα, γιατί η εφεσείουσα δεν διέθετε στην τράπεζα τα αναγκαία ποσά. Και η δεύτερη δόση των ΛΚ30.000 δεν πληρώθηκε στις 30.1.
  2. Μετά από κάποια συζήτηση ο διευθυντής της εφεσείουσας έδωσε στον εφεσίβλητο επιταγή για το πιο πάνω ποσό, η οποία και πάλι δεν τιμήθηκε κατά την ημερομηνία έκδοσης της, αλλά στις 10.2.
  3. Όταν πλησίασε η μέρα πληρωμής της τελευταίας δόσης, 30.7.96, ο εφεσίβλητος επικοινώνησε με τον διευθυντή της εφεσείουσας και του ανέφερε πως ανέμενε κατά την πιο πάνω ημερομηνία να καταβληθεί το ποσό και να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της εταιρείας το κτήμα. Αυτός του απάντησε πως δεν μπορούσε να πληρώσει εκείνη την ημερομηνία, αλλά ότι θα συγκέντρωνε το ποσό τον Αύγουστο. Ο εφεσίβλητος όμως απαιτούσε την πληρωμή, όπως προβλεπόταν στο συμβόλαιο, και ανέφερε πως στις 30.7.96 ο ίδιος θα βρισκόταν στο Κτηματολόγιο έτοιμος για τη μεταβίβαση, εφόσον βεβαίως πληρωνόταν το ποσό των ΛΚ50.
  4. Τόσο ο εφεσίβλητος όσο και ο διευθυντής της εφεσείουσας πήγαν στο Κτηματολόγιο εκείνη τη μέρα, όμως δεν συναντήθηκαν. Στις 2.8.96 οι δικηγόροι του εφεσίβλητου έστειλαν επιστολή τερματισμού της σύμβασης πώλησης. Στις 23.10.96 οι δικηγόροι της εφεσείουσας απέστειλαν επιστολή λέγοντας πως αυτή ήταν έτοιμη να πληρώσει το ποσό και κάλεσαν τον εφεσίβλητο να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση στις 15.11.
  5. Αργότερα ο εφεσίβλητος καταχώρισε αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως υπήρχαν αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα στοιχεία που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στο ασφαλές συμπέρασμα πως κατά τις 30.7.96 η εφεσείουσα δεν είχε διάθεση ούτε και δυνατότητα πληρωμής των ΛΚ50.000 και πως καλούσε τον εφεσίβλητο να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο μετά που ο ίδιος είχε τερματίσει τη σύμβαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε πως τα πιο πάνω αποδεικνύουν ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να τιμήσει τον ουσιώδη όρο της τελευταίας δόσης στην καθορισμένη στη σύμβαση ημερομηνία. Στην υπό κρίση περίπτωση η αποδοχή της Ενάγουσας για την καταβολή της προκαταβολής σε μεταγενέστερη της προβλεπόμενης στη συμφωνία ημερομηνία δεν ισοδυναμεί με παραίτηση της σε σχέση με τον χρόνο καταβολής του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν επηρεαζόταν από την τμηματική πληρωμή της προκαταβολής. Και τούτο καθότι η Ενάγουσα παρέμεινε σταθερή και συνεπής στην απαίτηση συμμόρφωσης της Εναγομένης με την πληρωμή του υπόλοιπου εντός της καθορισμένης στη συμφωνία προθεσμίας. Μάλιστα την κάλεσε να πράξει τούτο, λέγοντας της πως σε αντίθετη περίπτωση η συμφωνία θα ακυρωνόταν αυτόματα ως ο όρος 4 αυτής. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωση καταβολής του τιμήματος μέχρι τις 26.7.07 και εν πάση περιπτώσει αδυνατούσε να το πράξει, το Δικαστήριο καταλήγει ότι αυτή παρέβη τον όρο 4 της συμφωνίας για να καταβάλει το τίμημα εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Αποδίδεται στην Ενάγουσα παράβαση των δικών της υποχρεώσεων δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι σαφές ότι η Ενάγουσα ήταν σε θέση να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και σε άμεση μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, το οποίο δεν βαρυνόταν με εμπράγματα βάρη, αυθημερόν μετά την καταβολή του τιμήματος πώλησης, ως προνοούσε η συμφωνία. Ο λόγος για τον οποίο η Ενάγουσα δεν έπραξε τούτο ήταν επειδή η Εναγομένη δεν μετέβη στο Κτηματολόγιο με το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης στις 26.7.07 όπως προνοούσε η συμφωνία. Η ύπαρξη της συμφωνίας ενοικίασης μέρους του ακινήτου κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συμφωνία προέβλεπε τη μεταβίβαση ταυτόχρονα με την πληρωμή, δεν επηρεάζει την υποχρέωση πληρωμής και συνακόλουθα την αδυναμία τήρησης της από πλευράς Εναγομένης. Και τούτο καθότι η συμφωνία δεν περιέχει όρο για τη μεταβίβαση του ακινήτου χωρίς τον ενοικιαστή ο οποίος υπήρχε καθ' ον χρόνο γίνονταν οι συζητήσεις μεταξύ των μερών και κατά τη συνάντηση ημερ. 17.4.07, όταν μάλιστα αυτό ήταν γνωστό στην Εναγομένη η οποία ζήτησε την παραμονή του για να λαμβάνει το ενοίκιο μέχρι την εκμετάλλευση από την ίδια του ακινήτου, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητήθηκε η πρόθεση της Εναγομένης να πωλήσει ή αξιοποιήσει το ακίνητο, πλην όμως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο ότι μέχρι την υλοποίηση αυτού του σκοπού που θα ήταν χρονοβόρα, η Εναγομένη επιθυμούσε την είσπραξη του ενοικίου. Ως εκ τούτου κρίνεται αβάσιμη η εισήγηση της Υπεράσπισης περί της ύπαρξης εξυπακουόμενου όρου για την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Τέτοια εισήγηση προϋποθέτει πως ο εξυπακουόμενος όρος είναι απαραίτητος για να προσδώσει εμπορική δραστικότητα στη συμφωνία, κάτι το οποίο γίνεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και σαφώς δεν ευσταθεί με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης (βλ. Bauer v. Διογένης Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325). Επομένως, η συμφωνία ήταν σιωπηρή ως προς το ζήτημα και δεν επέβαλλε υποχρέωση της Ενάγουσας να παραδώσει το ακίνητο χωρίς τον ενοικιαστή, αντιθέτως η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν όπως ο ενοικιαστής παραμείνει εντός του ακινήτου. Ο όρος 4 της συμφωνίας προέβλεπε τον αυτόματο τερματισμό της συμφωνίας συνεπεία της παράλειψης συμμόρφωσης της Εναγομένης με αυτόν. Αυτός ο όρος είναι καθόλα νόμιμος, όπως αναγνωρίζεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 32η έκδοση, σελ. 1669, παρ. 22-055 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «The parties may expressly provide that the contract shall ipso facto determine upon the happening of a certain event. Whether the contract provides for automatic determination or requires the innocent party to take a positive step to bring the contract to an end depends upon the construction of the contract. But a clause which makes provision for automatic determination is to be construed subject to the principle that no man can take advantage of his own wrong, so that one party may not be allowed to rely on such a provision where the occurrence of the event is attributable to his own act or default.» Ο όρος 4 τέθηκε σε εφαρμογή με την παράλειψη της Εναγομένης να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει αυτού ενώ η Ενάγουσα ήταν έτοιμη να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας και να μεταβιβάσει το ακίνητο την ίδια μέρα καταβολής του ποσού. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει πως στις 26.7.07 με την παράλειψη πληρωμής του τιμήματος από την Εναγομένη, η συμφωνία τερματίστηκε αυτόματα και η Ενάγουσα έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα να επικαλείται τον τερματισμό, όπως και έπραξε με τις επιστολές της ημερ. 25.7.07 και 27.9.07, Τεκμήρια 6 και 10 αντίστοιχα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Εναγομένη παρέβη τον όρο της συμφωνίας για την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης και επομένως τέθηκε σε εφαρμογή ο όρος 4 περί αυτόματου τερματισμού της συμφωνίας. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί πως η συμφωνία δεν τερματίστηκε αυτόματα, τότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι τερματίστηκε από την Ενάγουσα μέσω της επιστολής των δικηγόρων της με την οποία ζητά απόσυρση της συμφωνίας από το Κτηματολόγιο, Τεκμήριο
  1. Η εισήγηση και η μετάβαση της Εναγομένης στο Κτηματολόγιο στις 24.8.07 δεν ενέχουν οποιαδήποτε σημασία ούτε και διαφοροποιούν τις ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου εφόσον αυτές έγιναν μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Ούτε και η συνέχιση των συζητήσεων μεταξύ των μερών μετά τον τερματισμό μέχρι και τον Ιούλιο του 2008 διαφοροποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθότι οι όποιες συζητήσεις φαίνεται να γίνονταν στη βάση του ότι είχε επέλθει ο τερματισμός και όχι στα πλαίσια εξακολούθησης της ισχύος της συμφωνίας. Ανεξαρτήτως της όποιας συμφωνίας μεταξύ των μερών στα πλαίσια της συνάντησης ημερ. 14.7.07 ως προς τη μη κατάθεση αυτής στο Κτηματολόγιο, γεγονός παραμένει τόσο η κατάθεση όσο και η εξακολούθηση αυτής. Σαφώς ο νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας συνεπάγεται και τη διαγραφή αυτής από το Κτηματολόγιο. Ο όρος 4 ρητώς προνοεί την κατακράτηση από την Ενάγουσα του ποσού της προκαταβολής των ΛΚ500.000 σε περίπτωση αυτόματου τερματισμού αυτής. Αυτό άλλωστε εξέφρασε και έπραξε η Ενάγουσα με την επιστολή της ημερ. 25.7.07, Τεκμήριο
  2. Το δικαίωμα κατακράτησης της προκαταβολής ως εγγύηση για τη συμμόρφωση με τη συμφωνία αναγνωρίζεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles (ανωτέρω), σελ.1774, παρ. 24-055, όπου γίνεται παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία ως εξής: «The party in default will not be entitled to recover any deposit paid by him as security for the performance of his obligations. In principle, other sums paid by him under the contract before the time of discharge will likewise be irrecoverable. But, unless the contract otherwise provides, he may be permitted to recover money paid as a part-payment of the purchase price where the contract is one for the sale of goods or land, and it is possible that relief in equity may in certain circumstances be available.» Η ίδια αρχή αναφέρεται και στη σελ. 2146, παρ. 29-068, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where a sum of money is paid under a contract and the contract is not completed, the right of the payer to claim the return of the money depends on the construction of the particular terms of the contract. If it is called a "deposit" then, if nothing is said expressly about the conditions governing it, it will be taken to be required as a security for the completion of the contract by the payer and will be forfeited to the other party if the payer fails to perform his side of the contract.» Παρόλο που δεν εγείρεται στην Υπεράσπιση ισχυρισμός ότι ο όρος 4 αποτελεί ποινική ρήτρα, εντούτοις το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν τις πρόνοιες του άρθρου 74 του Κεφ.
  3. Χρήσιμη ανάλυση του ζητήματος περιέχεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο (ανωτέρω), Τόμος Β, σελ. 761-765, με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο όρος 2 προβλέπει την πληρωμή των ΛΚ500.000 έναντι της τιμής αγοράς, όμως ο όρος 4 καθορίζει πως σε περίπτωση τερματισμού, θα κατακρατηθεί αυτό το ποσό ως αποζημίωση και ο αγοραστής δεν θα έχει δικαίωμα απαίτησης αυτού ως προκαταβολή ή δικαίωμα οποιασδήποτε άλλης απαίτησης. Επομένως, είναι σαφές από το περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας ότι το ποσό των ΛΚ500.000 θεωρείτο ως προκαταβολή και εγγύηση για την τήρηση της συμφωνίας, εξ ου και θα υπήρχε το δικαίωμα κατακράτησης αυτού ως αποζημίωση, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδειχθεί συγκεκριμένη ζημιά. Με άλλα λόγια, διαφαίνεται ότι αυτό το ποσό αποτελεί μια γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς σε περίπτωση διάρρηξης της συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δέχθηκε τη θέση του ΜΕ1 πως το εν λόγω ποσό είναι αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα για την αδυναμία και απώλεια της δυνατότητας να πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε άλλο πρόσωπο εφόσον υπήρχε ενδιαφέρον, λόγω της κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δέχεται ότι το ποσό των ΛΚ500.000 αποτελεί εύλογη αποζημίωση και ότι η κατακράτηση αυτού είναι καθόλα νόμιμη σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως δικαιούται σε απόφαση ως οι αξιώσεις της. Οι δύο πρώτες αξιώσεις ζητούνται διαζευκτικά καθότι αφορούν διάταγμα που να διατάσσει είτε την Εναγομένη είτε την Ενάγουσα να προβεί στη διαγραφή της συμφωνίας. Το Δικαστήριο θεωρεί ορθότερο όπως διατάξει την Ενάγουσα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ούτως ώστε να διασφαλιστεί η διαγραφή της συμφωνίας. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η Ενάγουσα να ενεργήσει η ίδια για τη διαγραφή από το Μητρώο του Κτηματολογίου Λεμεσού της Συμφωνίας Πώλησης Κτημάτων ημερ. 26.4.07 με αρ. ΠΩΕ .18/07 αναφορικά με το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής .334, τεμ. .5, στη Λεμεσό, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο από την Εναγομένη. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και ή ο Διευθυντής αυτού να ενεργήσει για τη διαγραφή και ή ακύρωση και ή απάλειψη από το Μητρώο του Κτηματολογίου Λεμεσού της Συμφωνίας Πώλησης Κτημάτων ημερ. 26.4.07 με αρ. ΠΩΕ 2318/07 αναφορικά με το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής .334, τεμ. .5, στη Λεμεσό, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο από την Εναγομένη. Περαιτέρω εκδίδεται Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Πώλησης Κτημάτων ημερ. 26.4.07 η οποία κατατέθηκε από την Εναγομένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αρ. ΠΩΕ 2318/07 αναφορικά με το επίδικο ακίνητο με αρ. εγγραφής .334, τεμ. .5, στη Λεμεσό, είναι άκυρη λόγω παράλειψης συμμόρφωσης αυτής με τις πρόνοιες της Συμφωνίας. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. (Υπ.) .............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής EE/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.