Ευαγγελία Μούκουρου ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Αρ. Αγωγής: 987/23, 16/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 987/23 Μεταξύ: Ευαγγελία Μούκουρου, από την Λεμεσό Ενάγουσες και Themis Portfolio Management Holdings Ltd, από την Λευκωσία Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16.6.23 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Θ. Τ. Κατσικίδης --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 2.6.23 η Ενάγουσα/Αιτήτρια εξαιτείται: (Α) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί βάσει οδηγιών τους, να πωλήσει δια δημόσιου και/ή ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και/ή διαθέσουν και/ή αποποιηθούν και/ή αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή εγγράψουν και/ή μεταβιβάσουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο τα ακίνητα, τα οποία περιγράφονται πιο κάτω, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της Ενάγουσας, μέχρι την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.
- Διαμέρισμα Αρ. Χ, στον Χον όροφο με Αρ. Θύρας ΧΧΧ, με Αρ. Εγγραφής 0/ΧΧΧΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧΧΧΧΧ, εμβαδού ΧΧ τ.μ. εντός της πολυκατοικίας με ονομασία ΧΧΧ ΧΧΧ PROJECT στην οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ ΧΧΧ, η οποία κείται και/ή ανεγέρθηκε στο Τεμάχιο ΧΧ με Αρ. Εγγραφής Χ/ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧΧΧΧΧ.
- Διαμέρισμα Αρ. Χ, στον Χον όροφο με Αρ. Θύρας ΧΧΧ, με Αρ. Εγγραφής 0/ΧΧΧΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧΧΧΧΧ, εμβαδού ΧΧ τ.μ. εντός της πολυκατοικίας με ονομασία ΧΧΧ ΧΧΧ PROJECT στην οδό ΧΧΧ στην ΧΧΧ ΧΧΧ, η οποία κείται και/ή ανεγέρθηκε στο Τεμάχιο ΧΧ με Αρ. Εγγραφής Χ/ΧΧ, Φ/Σχ. ΧΧ/ΧΧΧΧΧΧ. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Δεν θα παραθέσω την μαρτυρία που παρουσιάσθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Την έχω κατά νου, όπου δε κρίνεται απαραίτητο θα γίνεται αναφορά σε αυτήν. Σημειώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας αγόρευσε γραπτώς υποστηρίζοντας τις θέσεις που προωθούνται από την Αιτήτρια μέσω της ένορκής της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, από τώρα και στο εξής «το άρθρο 32», προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage .....................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ..........................». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Η φρασεολογία της επιφύλαξης του άρθρου και η εισαγωγή σε αυτό των δυο από τα τρία ειδικά κριτήρια φαίνεται να συνδέεται με τα αποφασισθέντα στην Αγγλική υπόθεση Preston v. Luck
(1884)27 Ch D 497 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση τα ενώπιόν του γεγονότα υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προνοείται από την Διάταξη 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32. Οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Αν κριθεί ότι κάποια από αυτές δεν ικανοποιείται, τότε, προσωρινό διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις που πέραν των τριών προϋποθέσεων υπάρχουν και ειδικά κριτήρια που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αυτά, θα πρέπει, επίσης, να ικανοποιούνται. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 ικανοποιούνται. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμo δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στην δίκη. Στην υπόθεση Μαίρη Νίκη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 κρίθηκε ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή ότι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση προκύπτει όταν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παρουσιαζόμενοι είτε ως λογικοί είτε ως αναδυόμενοι από τα στοιχεία που εκατέρωθεν τίθενται θα πρέπει να αφεθούν να εξετασθούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας γίνεται αναφορά σε διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της Καθ' ης η αίτηση προς την Αιτήτρια προς την κατεύθυνση ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν θα προχωρούσε σε πλειστηριασμό των διαμερισμάτων χωρίς πρώτα να ενημερώσει την Αιτήτρια. Ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται από την γενική οπισθογράφηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθεί. Η Αιτήτρια δεν αξιώνει θεραπεία στην βάση του ότι η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε στον πλειστηριασμό των διαμερισμάτων ενώ είχε προηγουμένως προβεί στις πιο πάνω διαβεβαιώσεις και κατά παράβαση των εν λόγω διαβεβαιώσεων. Αξιώνει θεραπεία υπό μορφή αποζημιώσεων για «παράβαση σύμβασης και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων» για τον λόγο ότι η Καθ' ης η αίτηση προώθησε διαδικασία πώλησης μέσω πλειστηριασμού χωρίς να ενημερώσει την Αιτήτρια και/ή χωρίς να επιδώσει σε αυτήν τις Ειδοποιήσεις που προβλέπει ο Νόμος 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», την στιγμή που η Καθ' ης η αίτηση είχε ενημερωθεί από τον δικηγόρο της Αιτήτριας μέσω επιστολής ημερομηνίας ΧΧ.Χ.ΧΧ για την ύπαρξη της αγωγής με αριθμό ΧΧΧ/ΧΧ και/Χή για το ενδιαφέρον της Αιτήτριας για τα επίδικα διαμερίσματα. Είναι, επίσης, άξιο να σημειωθεί ότι και στην παράγραφο 18 της ένορκης της δήλωσης η Αιτήτρια δεν συναρτά τις κατ' ισχυρισμό δικό της παράτυπες, δόλιες, ανέντιμες και κακόπιστες ενέργειες της Καθ' ης η αίτηση με τις εν λόγω προηγούμενες διαβεβαιώσεις. Τις συναρτά με το ότι η Καθ' ης η αίτηση επειδή γνώριζε ότι η Αιτήτρια ενδιαφερόταν για τα επίδικα διαμερίσματα όφειλε να την ενημερώσει για την σκοπούμενη πώληση πλην όμως δεν το έπραξε και με το ότι δεν της επέδωσε τις Ειδοποιήσεις που προβλέπονται από τον Νόμο ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο που είναι, σύμφωνα με την θέση της, ήτοι την Ειδοποίηση ΙΑ και τις Ειδοποιήσεις που προηγούνται αυτής διαδικαστικά. Η περίπτωση δεν καλύπτεται από την υπόθεση Graft Estates v. Rimrose Sewerage Board [1953] 2 All E R 631 στην οποία έγινε αναφορά στην Κυπριακή υπόθεση Vasiliko Cement Works Ltd v. World Tide Shipping Corporation
(1996)1 ΑΑΔ
- Στην πιο πάνω Αγγλική υπόθεση λέχθηκε ότι η ερμηνεία της Αγγλικής O.20, r.4 η οποία είναι η αντίστοιχη της δικής μας Δ.20, θ.1(Α) των Κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η εξής. Όταν στην γενική οπισθογράφηση η αιτία αγωγής δεν εξειδικεύεται, τότε, είναι δυνατή η επέκταση της απαίτησης στην Έκθεση Απαίτησης σε διάφορες αιτίες αγωγής με ρητή πλέον εξειδίκευσή τους χωρίς τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης νοουμένου ότι οι αιτίες αυτές προκύπτουν από τον πυρήνα της γενικής οπισθογράφησης. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτίες αγωγής εξειδικεύονται στην γενική οπισθογράφηση και, μάλιστα, με λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα το παράπονο της Αιτήτριας και η βάση της αγωγής της είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση προώθησε διαδικασία πώλησης μέσω πλειστηριασμού χωρίς να την ενημερώσει και/ή χωρίς να επιδώσει σε αυτήν τις Ειδοποιήσεις που προβλέπει ο Νόμος. Ως εκ τούτου για να μπορεί να προβληθεί στην Έκθεση Απαίτησης και, κατ' επέκταση, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση άλλη αιτία αγωγής και μαρτυρία αναφορικά με αυτή να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο είναι απαραίτητη η εκ των προτέρων τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Πράγμα που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έγινε. Αξιώνει, επίσης, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις «λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης γεγονότων και/ή εσκεμμένης παραπλάνησης και/ή απάτης» για τους ίδιους και πάλι εξειδικευμένους λόγους, ήτοι γιατί ενώ η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε μέσω της πιο πάνω επιστολής ότι η Αιτήτρια είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο σε σχέση με τα επίδικα διαμερίσματα προώθησε διαδικασία πλειστηριασμού τους χωρίς να ενημερώσει την Αιτήτρια προηγουμένως, χωρίς να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τον Νόμο διαδικασία και χωρίς να επιδώσει στην Αιτήτρια τις απαιτούμενες από τον Νόμο Ειδοποιήσεις. Από την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της φαίνεται ότι εν τέλει η Αιτήτρια περιορίζει την αξίωσή της στο αστικό αδίκημα της απάτης. Θέση του δικηγόρου της είναι ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρούται «εφόσον η Αιτήτρια στηρίζει την απαίτηση της σε δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο .». Διατηρώ, όμως, μεγάλη αμφιβολία αν η συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση συνιστά απάτη σύμφωνα με το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας επικαλείται στην γραπτή του αγόρευση. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος η οποία γίνεται με σκοπό όπως το εξαπατηθέν πρόσωπο ενεργήσει με βάση αυτή. Στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν δικογραφείται ότι έγινε οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση προς την Αιτήτρια. Και μάλιστα με σκοπό να εξαπατηθεί η Αιτήτρια και να ενεργήσει στην βάση της ψευδούς αυτής παράστασης. Ούτε και δικογραφείται ότι η Αιτήτρια εξαπατήθηκε από την οποιαδήποτε παράσταση ή ότι ένεκα αυτής της εξαπάτησης υπέστη ζημία. Ούτε και στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται κάτι από τα πιο πάνω ή οτιδήποτε άλλο που να συνηγορεί με το ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πληρούνται. Επίσης τα όσα η Αιτήτρια παραθέτει υπό τύπο λεπτομέρειας στην γενική οπισθογράφηση δεν αναδεικνύουν ούτε παράβαση σύμβασης, ούτε ψευδείς παραστάσεις. Τίποτα δεν δικογραφείται στην γενική οπισθογράφηση που να αναδεικνύει συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων ή ότι οι διάδικοι οδηγήθηκαν (were induced) σε συμβατική σχέση λόγω ψευδών παραστάσεων ή ότι ψευδείς παραστάσεις οδήγησαν σε συνομολόγηση σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Φρονώ δε ότι και αν ακόμα οι διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της Καθ' ης η αίτηση στις οποίες κάνει αναφορά η Αιτήτρια στην ένορκό της δήλωση δεν αγνοούνταν και πάλι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης και πάλι δεν θα αποδεικνύονταν. Ελλείπει πρωτίστως μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο των διαβεβαιώσεων είχε ήδη τροχοδρομηθεί η διαδικασία του πλειστηριασμού. Η Αιτήτρια στην ένορκό της δήλωση τήρησε σιωπή αναφορικά με το πότε έγιναν οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις. Και δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με το πότε ξεκίνησε η διαδικασία πλειστηριασμού με την έκδοση των σχετικών Ειδοποιήσεων. Αυτό είναι σημασίας καθότι αν οι διαβεβαιώσεις έγιναν σε χρόνο που δεν είχε ακόμα ξεκινήσει η διαδικασία του πλειστηριασμού με την έκδοση της Ειδοποίησης τύπου Ι φρονώ πως θα ήταν σφάλμα να ισχυρισθεί κάποιος ότι είχε λάβει χώρα ψευδής παράσταση γεγονότος. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με το τι έπραξε η Αιτήτρια ενεργώντας στην βάση των ψευδών διαβεβαιώσεων και τι ζημία υπέστη ως αποτέλεσμα του ότι εξαπατήθηκε. Ακολουθεί ότι η Αιτήτρια όχι μόνο το ουσιαστικό του δικαιώματός της δεν κατέδειξε, αλλά ούτε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξής του. Τα όσα ισχυρίζεται στη ένορκό της δήλωση υπό το φως των δικογραφημένων της ισχυρισμών δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων της Καθ' ης η αίτηση. Συνακόλουθα δεν έχω πεισθεί ότι η Αιτήτρια κατέδειξε συζητήσιμη υπόθεση και γνωστό στον Νόμο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δεν είναι επιπόλαιο ή ενοχλητικό και το οποίο αν πετύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος της Αιτήτριας ουσιαστικής θεραπείας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και κατ' επέκταση, ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Παρά το ότι το ζήτημα τελειώνει εδώ θα προχωρήσω να εξετάσω και τις υπόλοιπες δυο προϋποθέσεις του άρθρου
- Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») και όχι σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κιζ κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το Δικαστήριο αναζητά στο στάδιο αυτό είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14 τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει επί της ουσίας των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, αλλά δεν πρέπει να αφήνει «να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Επειδή δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων το επίπεδο δεν είναι ψηλό ούτε αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Η ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης εξαρτάται από την συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται το νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Το ζητούμενο είναι η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας και όχι η κρίση επί του βάσιμου της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησης. Η κρίση επί της δεύτερης προϋπόθεσης είναι προδιαγεγραμμένη με δεδομένη την κατάληξή μου αναφορικά με την πρώτη. Παρά το ότι το μέτρο είναι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας στην ένορκό της δήλωση καταδεικνύουν την ύπαρξη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Δεν έχω, επομένως, ικανοποιηθεί ότι πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Στην παράγραφο 31 της ένορκής της δήλωσης η Αιτήτρια αναφέρει ότι «σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού η πώληση των δυο διαμερισμάτων μου είναι μη αναστρέψιμη». Το ότι η διαδικασία πώλησης πήρε την πορεία της και το ενδεχόμενο πώλησης των διαμερισμάτων είναι ορατό δεν σημαίνει ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ό,τι σε αυτό το στάδιο διερευνάται για να κριθεί αν η έκδοση προσωρινού διατάγματος δικαιολογείται είναι κατά πόσο στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγων πετύχει στην αγωγή του θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Δεν εκδίδεται προσωρινό διάταγμα όταν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία έστω και αν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημίας. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 132 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη: «. αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 AΑΔ 626 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε, η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου προς την κατεύθυνση ότι η οποιαδήποτε ζημία ήθελε προκληθεί από τυχόν αδικαιολόγητη εκποίηση των ενυπόθηκων διαμερισμάτων δεν είναι δυνατόν να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα ήταν ευχερής ο υπολογισμός της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο είναι και παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να υπολογισθούν περιλαμβανομένης και της απώλειας ενοικίων από ενδεχόμενη πώληση - η Αιτήτρια καρπούται τα ακίνητα και τα ενοικιάζει σε τρίτους ως αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκής της δήλωσης - επιτρέποντας στην περίπτωση που τούτο τελικά χρειαστεί τον δίκαιο υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι και η Αιτήτρια στην παράγραφο 25 της ένορκής της δήλωσης αποτιμά την ζημιά της από ενδεχόμενη πώληση σε οικονομική. Άλλο σημαντικό για την κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι κανένας ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την Αιτήτρια προς την κατεύθυνση ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι φερέγγυα να ανταποκριθεί στην πληρωμή αποζημιώσεων αν στο τέλος της ημέρας κληθεί προς τούτο μέσω ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Υπό το φως των πιο πάνω και στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια κατέδειξε ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν πετύχει στην αγωγή της. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Σημειώνεται ότι δηλώσεις που προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας στα πλαίσια της αγόρευσής του δεν θα ληφθούν υπόψη αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτές δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Ενόψει των πιο πάνω η εξέταση αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα παρέλκει. Η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο