← Κύπρος

Σπύρος Νικολαΐδης ν. Αλεξία Βλοτομά κ.α., Αρ. Αγωγής: 503/16, 9/6/2023

Σπύρος Νικολαΐδης ν. Αλεξία Βλοτομά κ.α., Αρ. Αγωγής: 503/16, 9/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A169 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 503/16 Μεταξύ: Σπύρος Νικολαΐδης και

  1. Αλεξία Βλοτομά
  2. ETHNIKI GENERAL INSURANCE (CYPRUS) LTD Ημερομηνία: 9.6.23 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Γ. Κωνσταντίνου για κκ Στ. Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χαρτσιώτης για κκ Μ. Χαρτσιώτης & Σία ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα/Αιτητή στις 13.2.23 με την οποία ζητείται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1-2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η συμπερίληψη στην Έκθεση Απαίτησης του κόστους χειρουργικής επέμβασης ύψους Ευρώ 9.000,00 σεντ και δη η συμπερίληψή του ως υποπαράγραφος α1 στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης υπό τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα». Επιδιώκονται, επίσης, και ανάλογες τροποποιήσεις συνεπεία της πιο πάνω τροποποίησης. Σχετικά είναι τα αιτητικά υπό παραγράφους Α

(2)και
(3)της αίτησης. Σημειώνεται ότι την υπό κρίση αίτηση διέπει η Δ.25 ως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της. Η δικηγορική υπάλληλος στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Αρχικά την υπόθεση την χειριζόταν ο εκλιπών κύριος Κώστας Χατζηπιέρας ο οποίος απεβίωσε στις 4.9.23, προφανώς εννοείται, 4.9.
  1. Πρόσφατα ανέλαβε να την χειριστεί ο κύριος Γιώργος Κωνσταντίνου. Κατά την μελέτη της υπόθεσης το χρονικό διάστημα που γίνονταν συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση με τον κύριο Κωνσταντίνου εντοπίστηκε από τον τελευταίο η μη δικογράφηση μέρους των ειδικών ζημιών και συγκεκριμένα του ποσού που καταβλήθηκε από τον Αιτητή για την χειρουργική επέμβαση στην οποία αυτός υπεβλήθη στις 28.11.
  2. Το ποσό αυτό ανέρχεται στα Ευρώ 9.000,00 σεντ και εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησης. Ωστόσο το σχετικό έγγραφο συμπεριλήφθηκε στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 9.1.
  3. Είναι το έγγραφο με αριθμό 11 σε σχέση με το οποίο, επίσης, εκ παραδρομής αναφέρεται ως ημερομηνία έκδοσης του η 28.1.14 καθώς η ορθή είναι η 28.11.
  4. Επίσης το γεγονός της επέμβασης δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης στην παράγραφο 5(κ). Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι η μη δικογράφηση του ποσού των Ευρώ 9.000,00 σεντ αποτελεί καλόπιστο λάθος. Ο κύριος Κωνσταντίνου εντόπισε το λάθος κατά την μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς συζήτησης. Όταν οι συζητήσεις για διευθέτηση κατέρρευσαν και, επομένως, η υπόθεση θα οδηγούνταν σε ακρόαση υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση καθώς το έγγραφο το οποίο αποδεικνύει την ζημία υπάρχει. Επίσης η χειρουργική επέμβαση έλαβε χώρα πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και ήταν εις γνώση των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απόλυτα αναγκαίες για την προώθηση της απαίτησης του Αιτητή και για την προώθηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους προβάλλονται 9 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τους τελευταίους να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας η αίτηση δεν παρέχει το αναγκαίο και/ή επαρκές υπόβαθρο ώστε να αιτιολογείται το αίτημα για τροποποίηση και/η γιατί ο Αιτητής άφησε να διαρρεύσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα προτού προσφύγει στο Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση ο Αιτητής επιχειρεί την εισαγωγή ισχυρισμών οι οποίοι ήταν σε γνώση του και/ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα οι λόγοι που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ασαφείς και/ή ατεκμηρίωτοι και δεν δικαιολογούν τις αιτούμενες τροποποιήσεις η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης η θέση των Καθ' ων η αίτηση θα μεταβληθεί ριζικά και/ή προς το δυσμενέστερο και/ή θα καταστρατηγηθεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά τους ως αυτό πηγάζει από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει εκτροχιασμό της όλης δικαστικής διαδικασίας και/ή ζημιά και/ή αδικία στον Αιτητή η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Γενικότερα η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή αβάσιμη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή τις αρχές που καθορίζει η Νομολογία. η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και των συμφυών εξουσιών του για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν συντρέχουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που εκ του Νόμου και εκ της Νομολογίας αποτελούν προϋπόθεση για την επιτυχία της αίτησης. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 30.11.22 γνωστοποιήθηκε στο Δικαστήριο η κατάληξη των δικηγόρων σε προκαταρκτική συμφωνία για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης η οποία έτυχε της έγκρισης των Καθ' ων η αίτηση. Ωστόσο απορρίφθηκε από τον Αιτητή οπότε η πλευρά του Αιτητή έκρινε απαραίτητο όπως υποβάλει την υπό κρίση αίτηση στο στάδιο κατά το οποίο επίκειτο η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η παρούσα υπόθεση έτυχε από την αρχή χειρισμού από τον κύριο Γιώργο Κωνσταντίνου και σε κανένα πρακτικό οποιασδήποτε δικασίμου δεν δηλώθηκε ότι την υπόθεση την χειρίζονταν ο κύριος Χατζηπιέρας. Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά στην ένορκη δήλωση της δικηγορικής υπαλλήλου που συνοδεύει την αίτηση. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε ούτε και κατά την υποβολή του προφορικού αιτήματος για τροποποίηση το οποίο είχε προηγηθεί της υπό κρίση αίτησης. Κατά τις δικασίμους που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση και δη στις 6/12/17, 12/11/18, 10/10/19, 6/4/20, 18/12/20, 15/9/21 και 9/3/22 εμφανιζόταν ο κύριος Γιώργος Κωνσταντίνου και δήλωνε ετοιμότητα. Η δήλωση ετοιμότητας σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις υποδηλοί ότι τόσο τα δικόγραφα όσο και τα διαθέσιμα έγγραφα που θα αξιοποιούντο στην ακροαματική διαδικασία είχαν ήδη μελετηθεί. Η ισχυριζόμενη αβλεψία προσκρούει στις παρελθούσες δηλώσεις της άλλης πλευράς περί ετοιμότητας καθότι δεν μπορούν να ισχύουν και οι δύο εκδοχές. Είτε η άλλη πλευρά δεν ετοιμαζόταν δεόντως για την ακροαματική διαδικασία κάθε φορά, είτε το ζήτημα εγείρεται τώρα για σκοπούς τακτικής. Σε κάθε περίπτωση τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιβραβεύσει την στάση του Αιτητή. Το αίτημα για τροποποίηση βασίζεται σε έγγραφο με ημερομηνία έκδοσης το 2014 και αφορά ισχυριζόμενη δαπάνη που, επίσης, έλαβε χώρα το 2014. Ως εκ τούτου δεν πρόκειται για νέο δεδομένο που προέκυψε μετά την λήψη οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου. Τόσο το εν λόγω έγγραφο όσο και η ισχυριζόμενη δαπάνη θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα σε ενωρίτερο στάδιο της αγωγής και δη από τότε που οι αντίδικοι έλαβαν οδηγίες για καταχώρησή της μέχρι και την ετοιμασία για την δικάσιμο της 15.11.22 οπότε και δηλώθηκε πως θα γίνει προσπάθεια για περιορισμό των επιδίκων θεμάτων ή για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης. Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση και δη την Εναγόμενη 2 μιας και είναι ασφαλιστική εταιρεία που υποχρεούται να καταβάλλει ετησίως αντασφάλιστρα στην βάση των εκτιμώμενων δαπανών που θα γίνουν στο πλαίσιο της κάθε απαίτησης. Με δεδομένο ότι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος έχει ήδη γίνει παραδεκτή τυχόν έγκριση του αιτήματος θα καταστήσει αναγκαία την επανεκτίμηση και αναθεώρηση της απαίτησης και άρα την καταβολή αυξημένων αντασφαλίστρων. Οι Καθ' ων η αίτηση μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν πως τα έξοδα της χειρουργικής επέμβασης είχαν συμπεριληφθεί στην παράγραφο 6(δ) της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών ως «Ιατρικά» έξοδα. Ούτε οι Καθ' ων η αίτηση αλλά ούτε και οι δικηγόροι τους μπορούσαν να γνωρίζουν ότι το ισχυριζόμενο κόστος της χειρουργικής επέμβασης δεν είχε συμπεριληφθεί στα ιατρικά έξοδα της πιο πάνω παραγράφου. Άλλωστε τα έγγραφα μεταξύ των δύο πλευρών είχαν ανταλλαγεί μόλις τον Νοέμβριο του 2022 στα πλαίσια της συζήτησης για εξώδικη διευθέτηση. Το αίτημα χαρακτηρίζεται από κακοπιστία καθότι ο Αιτητής υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση αφότου απέρριψε την προκαταρκτική συμφωνία διευθέτησης της αγωγής στην οποία κατέληξαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών και η οποία είχε ήδη γίνει δεκτή από τους Καθ' ων η αίτηση. Με δεδομένο ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα είχε γίνει ήδη παραδεκτή από τους Καθ' ων η αίτηση στις 30.11.22 η υποβολή προκάλεσε περαιτέρω καθυστέρηση στην διαδικασία και ως εκ τούτου έχει ήδη αυξήσει τον δυνητικό τοκισμό των όποιων αποζημιώσεων ήθελε επιδικάσει το Δικαστήριο μετά την ακροαματική διαδικασία λόγω ακριβώς της παρέλευσης του χρόνου που θα μεσολαβήσει από την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω ο χρόνος υποβολής του αιτήματος μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια του Αιτητή να ασκήσει πίεση στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ώστε οι τελευταίοι να αναθεωρήσουν την θέση τους και να προσφέρουν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που οι ίδιοι αλλά και ο δικηγόρος τους έκριναν εύλογο στα πλαίσια της προκαταρκτικής τους συμφωνίας για πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης. Η καθυστέρηση που ήδη προκύπτει από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η πρόσθετη καθυστέρηση που δυνητικά θα προκύψει από τυχόν έγκριση του αιτήματος προκαλεί πραγματική ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, πέραν του ζητήματος των αυξημένων αντασφαλίστρων που η Εναγόμενη 2 θα κληθεί να καταβάλει σε περίπτωση που αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις της ως αποτέλεσμα της έγκρισης του αιτήματος, ο Αιτητής ήδη επωφελείται και θα συνεχίσει να επωφελείται από τον τοκισμό των όποιων αποζημιώσεων κρίνει το Δικαστήριο πως δικαιούται λόγω ακριβώς της καθυστέρησης που ο ίδιος προκάλεσε στην διαδικασία. Τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας και θα επιφέρει αναπόφευκτα δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ζημιές που δεν θεραπεύονται και ούτε αντισταθμίζονται με την επιδίκαση εξόδων. Ο Αιτητής δεν αιτιολόγησε κατά τρόπο ικανοποιητικό και επαρκή την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του για τροποποίηση. Η απλή αναφορά σε αβλεψία και καλόπιστο λάθος δεν αιτιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση 7 ετών αφού κατά παραδοχή της δικηγορικής υπαλλήλου το έγγραφο βρισκόταν στην κατοχή των δικηγόρων του εξ αρχής και ακόμη και αν ισχύει ότι άλλαξε ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση, αυτό, δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση που προέκυψε στην υποβολή του αιτήματος. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση εξαιτείται την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η νέα Διαταγή 25, θεσμός 1
(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως: «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης». Το γεγονός της επέμβασης δικογραφείται στην παράγραφο 5(κ) της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης το σχετικό έγγραφο συμπεριλήφθηκε στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 9.1.17. Υπό το φως των πιο πάνω θα συμφωνήσω με την πλευρά του Αιτητή ότι η μη συμπερίληψη του κόστους της εγχείρησης στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης υπό τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα» αποτελεί εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος. Υπό το φως των πιο πάνω ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δυνάμει της Διαταγής 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες: «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε - στην σελίδα 716 - πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα ώστε να μπορέσει να προωθήσει αποτελεσματικά την υπόθεση του. Τα γεγονότα αυτά είναι το κόστος της επέμβασης στην οποία υπεβλήθη και που επιθυμεί να το αξιώσει ως ειδικές αποζημιώσεις. Κρίνω πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Σημειώνεται ότι και η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση δεν υιοθέτησε διάφορη θέση επί του προκειμένου ζητήματος το οποίο σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε είναι σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης υποδεικνύονται τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 λέχθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης ............... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι είναι (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς, (β) η γνησιότητα του αιτήματος και (γ) ο τυχόν δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 λέχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 (στην σελίδα 716): «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση που υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς επιτράπηκε. Η αίτηση έβρισκε έρεισμα στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ.25, θ.
  1. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη και η δικαιολογία που πρόβαλε ο Αιτητής γι' αυτήν δεν είναι αρκούντως ικανοποιητική λαμβανομένης υπόψη κυρίως της δυνατότητας για έγκαιρη αντίδραση αν αναλογισθεί κανείς ότι η υπόθεση είχε πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης ορισθεί για ακρόαση 10 φορές ανεξαρτήτως ποιος δικηγόρος την χειρίζονταν και συγκεκριμένα στις 6.12.17, 12.11.18, 10.10.19, 6.4.20, 18.12.20, 15.9.21, 9.3.22, 15.11.22, 30.11.22 και 21.12.
  2. Είναι, όμως, νομολογημένο ότι η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί από τον διάδικο το δικαίωμα να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Ιδιαίτερα όταν το αίτημα υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ο αντίδικος μπορεί να αποζημιωθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για έξοδα όπως στην προκειμένη περίπτωση. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 υποδείχθηκαν στην σελίδα 1007 τα ακόλουθα: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατυπώθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 οι ενάγοντες/εφεσείοντες υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης 12 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ η υπόθεση είχε επανειλημμένα ορισθεί για ακρόαση. Με την αίτηση επιδιώκετο η προσθήκη λεπτομερειών - νομοθεσία και νομολογία - αλλοδαπού δικαίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Δεν δέχθηκε την εξήγηση ως προς το λόγο που δεν είχαν ήδη εκτεθεί στην Έκθεση Απαίτησης λεπτομέρειες του αλλοδαπού δικαίου και που αίτηση για συμπερίληψη τους δεν είχε υποβληθεί ενωρίτερα. Ανέφερε ότι «δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση και αιτιολόγηση». Σημείωσε, επίσης, ότι τα όσα οι εφεσείοντες επιθυμούσαν να εισάξουν «ήσαν πάντα γνωστά με την έννοια ότι οι νομοθετικές πρόνοιες που επικαλούνται ήσαν οι ίδιες και προφανώς τις γνώριζαν αφού τις επικαλούνται στο υφιστάμενο δικόγραφο τους έστω και με γενικότερες αναφορές». Ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου υποβολής της αίτησης, που ιδιαίτερα είχε απασχολήσει, το Δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση ότι «υπάρχει υπέρμετρη αν όχι πρωτοφανής καθυστέρηση». Ως προς γενικότερα την πορεία της αγωγής, σημείωσε ότι η τεράστια, όπως την χαρακτήρισε, καθυστέρηση στην εκδίκαση «δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση, πλην όμως είναι ένας παράγοντας ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση των διαδικασιών και αποφυγή περαιτέρω καθυστερήσεων μέσω της ενασχόλησης με διαδικασίες, αν η αναγκαιότητα γι' αυτές μπορούσε να διαφανεί πολύ ενωρίτερα». Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου: «Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη. Αναφορικά τώρα με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου σε αυτή την υπόθεση (
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, ανωτέρω) ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει κακή πρόθεση ή κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Από την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει προκύπτει με ενάργεια ότι το αίτημα υποβλήθηκε με σκοπό να προσδιορισθεί η ουσία της διαφοράς και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές αφότου η πλευρά του Αιτητή είδε ότι οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση δεν καρποφόρησαν. Δεν υποβλήθηκε για να παραταθεί ο χρόνος ολοκλήρωσης της διαδικασίας και για να επωφεληθεί ο Αιτητής επιπλέον τόκου στην επιδίκαση των αποζημιώσεων. Δεν μπορεί να καταλογισθεί κακοπιστία στην πλευρά του Αιτητή στην απουσία θετικής μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση. Τα όσα δε υποδεικνύονται επί του προκειμένου από τον δικηγόρο που υπογράφει την ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης δεν έχουν τεκμηριωθεί και έχουν παραμείνει στην σφαίρα της αοριστίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω περιλαμβανομένων της αναγκαιότητας της τροποποίησης και της γνησιότητας του αιτήματος κρίνω ότι η καθυστέρηση δεν θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας. Αντίθετη προσέγγιση κρίνω πως θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης εν' όψει του ότι (α) η αιτούμενη τροποποίηση είναι, όπως και πιο αναφέρθηκε, αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, (β) η υπό κρίση αίτηση είναι καλόπιστη, (γ) υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και (δ) δεν θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αναφορικά με τον παράγοντα υπό παράγραφο (β) ανωτέρω αξίζει να υπομνησθεί η υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward
(2014)1Α ΑΑΔ 663 και το ακόλουθο απόσπασμα από αυτή το οποίο απαντά στην σελίδα 676: «. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης.». Η θέση που προωθείται μέσω της ένστασης ότι έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει ζημία στην Καθ' ης η αίτηση καθότι θα καταστήσει αναγκαία την επανεκτίμηση και αναθεώρηση της απαίτησης και άρα την καταβολή αυξημένων αντασφαλίστρων φρονώ πως δεν θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα προκαλείτο βλάβη στα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα αν με την αιτούμενη τροποποίηση η Καθ' ης η αίτηση επηρεαζόταν δυσμενώς στην προβολή της υπεράσπισης της. Ισχυρισμός προς αυτή την κατεύθυνση δεν προβλήθηκε. Το θέμα δε που εγείρεται είναι καθαρά εσωτερικό θέμα της Καθ' ης η αίτηση και δεν αφορά στο ευρύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης. Όσον αφορά την θέση ότι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα ζημιωθεί από την επιδίκαση επιπλέον τόκου που θα προκληθεί από την υπό κρίση αίτηση και την συνεπαγόμενη παράταση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας υποδεικνύεται ότι το Δικαστήριο διατηρεί πάντα την διακριτική ευχέρεια να μην επιδικάσει τόκο υπέρ διαδίκου για καθυστέρηση για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Οπότε ούτε η θέση αυτή θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Εν κατακλείδι κανένας εκ των λόγων ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος. Συνεκτίμηση των αρχών και η εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση. Δεν μου διαφεύγει ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην υπόθεση πέραν από αυτήν που ήδη έχει σημειωθεί στην πορεία της υπόθεσης. Απόρριψή της, όμως, θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζονται στην προκείμενη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω απολήγει στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή κατά το ήμισυ. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), αυτά, για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή εξ' ολοκλήρου. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παράγραφοι Α (1, 2, 3) της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από της παράδοσης της τροποποιημένης Έκθεση Απαίτησης. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από της παράδοσης της Υπεράσπισης. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή κατά το ήμισυ. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-2/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή εξ' ολοκλήρου. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.