← Κύπρος

Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Φανή Γιαννάκη Χατζησπύρου, Αρ. Αγωγής: 4592/2015, 6/6/2023

Themis Portfolio Management Holdings Ltd ν. Φανή Γιαννάκη Χατζησπύρου, Αρ. Αγωγής: 4592/2015, 6/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4592/2015 Μεταξύ: Themis Portfolio Management Holdings Ltd Ενάγοντες και Φανή Γιαννάκη Χατζησπύρου Εναγόμενης Ημερομηνία: 06 Ιουνίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Παπή με κο Πογιατζή για κκ Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνέταιροι Για Εναγόμενη: κα Φανή Χατζησπύρου προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία καταχωρήθηκε την 19/11/2015 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Limited (στο εξής «ως η Τράπεζα Κύπρου») αξίωσε από την Εναγόμενη οφειλόμενο υπόλοιπο τριών λογαριασμών καρτών που είχαν παραχωρηθεί σ' αυτήν μετά από αίτηση της με σκοπό τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας και πιστωτικό όριο στις ημερομηνίες 02/10/2009, 02/08/2010 και 18/01/

  1. Περί την 25/01/2023 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου ειδοποίηση ότι η Themis Portfolio Management Holdings Ltd έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με την υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή(στο εξής «Ενάγοντες»). Η Εναγόμενη καταχώρησε προσωπικά εμφάνιση στην υπό κρίση αγωγή. Μέσω της Υπεράσπισης που καταχώρησε παραδέχθηκε μόνο το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης. Ως προς τα λοιπά αρνήθηκε τους ισχυρισμούς που εγέρθηκαν. Ειδικότερα αρνήθηκε ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στις αξιώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίστηκε ότι τα ποσά που αναφέρονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και είναι προϊόν αντισυμβατικού υπολογισμού. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα ποσά συμπεριλαμβάνουν ποσά που αποτελούν ανατοκισμούς, επιβαρύνσεις και αυθαίρετες χρεώσεις, δικαιώματα και επιτόκια τα οποία υπολογίστηκαν παράνομα και αυθαίρετα από τους Ενάγοντες και καταχρηστικά λόγω της δεσπόζουσας θέσης των Εναγόντων. Για να αποδείξουν τις αξιώσεις τους οι Ενάγοντες κατέθεσε ο κος Γρηγόρης Γρηγορίου (ΜΕ1). Εκ μέρους της Εναγόμενης έδωσε μαρτυρία η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ1) και ο κος Στέλιος Χατζησπύρου (ΜΥ2). Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως Τεκμήρια. Συνοπτικά παρατίθενται τα κύρια σημεία της μαρτυρίας. Το τι ακολουθεί εννοείται είναι αποτέλεσμα μελέτης του συνόλου της μαρτυρίας και εξέταση των θέσεων που εγέρθηκαν.[1] Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, το Δικαστήριο εξήγησε σ' αυτήν πως διεξάγεται η διαδικασία και της δόθηκε χρόνος για να προετοιμαστεί για την αντεξέταση του ΜΕ
  2. Επίσης τόσο η ίδια όσο και ο μάρτυρας που κατάθεσε εκ μέρους της καταθέσαν στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Προτού προχωρήσω στη σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε αναφέρω ότι ουσιαστικά η Εναγόμενη μέσω της Υπεράσπισης της αρνήθηκε γενικά τα όσα πρόβαλε η Τράπεζα Κύπρου. Δεν απάντησε στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν παρά γενικά και αόριστα έθεσε ότι τα ποσά που ζητούνται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή ότι περιλαμβάνουν ποσά που δε δικαιούνται οι Ενάγοντες και ότι αυτοί έχουν προβεί σε αυθαίρετες χρεώσεις. Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να αναφέρω ότι μέσω της Υπεράσπισης της η Ενάγομενη δεν έθεσε σαφείς θέσεις και ισχυρισμούς. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ[2] στην οποία το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι εφεσείοντες στην έκθεση υπεράσπισης τους για αυθαίρετες, παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων, εξόδων, δικαιωμάτων κλπ είναι γενικοί και αόριστοι και χωρίς, στοιχειώδη έστω, εξειδίκευση.» Επιπλέον, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.[3] υποδείχθηκε ότι: «Σημειώνουμε ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη ανατοκισμού είχε προβληθεί αόριστα στην Έκθεση Υπεράσπισης από τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος να τον αποδείξουν μετά την κατάθεση της μάρτυρος της εφεσείουσας τράπεζας ότι δεν υπήρξε ανατοκισμός. Αντίθετα οι εφεσίβλητοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνήθηκαν την απαίτηση της εφεσείουσας τράπεζας, χωρίς να παραθέσουν συγκεκριμένη μαρτυρία ή οποία θα υποστήριζε τους ισχυρισμούς.» Στην προκείμενη περίπτωση η Υπεράσπιση δε συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της κατά τη σύνταξη των δικογράφων. Υπενθυμίζω ότι τα δικόγραφα είναι αυτά που προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα[4]. Στη βάση της γενικής άρνησης του δικογράφου και της μη προαγωγής κάποιου θετικού ισχυρισμού το Δικαστήριο δε θα λάβει υπόψη του γεγονότα και μαρτυρία που δεν τέθηκαν στο δικόγραφο. Ο κος Γρηγορίου ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το Έγγραφο Α και κατάθεσε 21 Τεκμήρια. Μέσω της μαρτυρίας του παρέθεσε την εργασιακή του πείρα και δη ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 1996 μέχρι και το Μάρτιο του έτους 2013 εργαζόταν στην υπηρεσία είσπραξης χρεών της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στο εξής ως η «Λαϊκή»). Εξήγησε το ιστορικό που προηγήθηκε με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου μετά από διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου
  3. Από τις 29/03/2013 εργάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου και είναι ένας εκ των υπεύθυνων λειτουργών που χειρίζονταν την παρούσα υπόθεση όπου μεταξύ άλλων παρακολουθούσε τους επίδικους λογαριασμούς καρτών. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του αλλά και μελέτης του φακέλου της υπόθεσης γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά επίσης έχει στην κατοχή και έλεγχο του όλα τα σχετικά έγγραφα. Κατάθεσε δέσμη εγγράφων σε σχέση με τη σύσταση και λειτουργία της Λαϊκής αλλά και της Τράπεζας Κύπρου. Παράθεσε το ιστορικό της διαδικασίας μέχρι να υποκαταστήσουν οι Ενάγοντες την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κατάθεσε δέσμη εγγράφων συμπεριλαμβανομένων αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 12/10/2022 όπως και του σχεδίου διακανονισμού σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Με την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από τους Ενάγοντες και με την άδεια της Τράπεζας Κύπρου παρέχει υπηρεσίες στους Ενάγοντες δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών που υπογράφτηκε μεταξύ Τράπεζας Κύπρου και Εναγόντων. Ο ΜΕ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 5 επιστολή προς την Εναγόμενη με την οποία ενημερώθηκε ως προς την πρόθεση της Τράπεζας Κύπρου για μεταβίβαση και πώληση της επίδικης διευκόλυνσης. Ως Τεκμήριο 6 και 7 κατατέθηκαν επιστολές με τις οποίες ενημερώθηκε ως ανάφερε ο μάρτυρας η Εναγόμενη για την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από τους Ενάγοντες. Το επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα όσα ανάφερε ο ΜΕ1 είναι 3 λογαριασμοί κάρτας οι οποίοι ανοίχθηκαν μετά από αίτηση της Εναγόμενης στη Λαική όπου ζήτησε να της παραχωρηθεί πιστωτική κάρτα με πιστωτικό όριο μέχρι το ποσό των €
  4. Αρχικά ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρχικό αριθμό λογαριασμού [ ] (νυν αριθμός [ ]). Σχετικό προς τούτο κατατέθηκε το Τεκμήριο 8, αίτηση για έκδοση της πιστωτικής κάρτας. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν ανευρέθηκε η συμφωνία για την παραχώρηση αυτής της κάρτας. Λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της περί την 30/09/2013 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε προειδοποιητική επιστολή προς την Εναγόμενη. Στις 25/11/2013 η Τράπεζα τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού κάρτας και ενημερώθηκε προς τούτο η Εναγόμενη. Σχετικά προς τούτο είναι τα Τεκμήρια 9 και
  5. Ο ΜΕ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο της συμφωνίας για έκδοση κάρτας με ημερομηνία 02/08/2010 όπου η Εναγόμενη ζήτησε από τη Λαϊκή όπως της χορηγήσει πιστωτική κάρτα και πιστωτικό όριο μέχρι του ποσού των €
  6. Ανοίχθηκε για το σκοπό αυτό ο λογαριασμός με αριθμό [ ] (νυν αριθμός [ ]). Ο ΜΕ1 εξήγησε τους όρους της συμφωνίας και ανάφερε μεταξύ άλλων ότι το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης ανερχόταν σε 12,89%. Λόγω μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης με τις υποχρεώσεις της στάλθηκε προειδοποιητική επιστολή αλλά και επιστολή τερματισμού. Ο ΜΕ1 παράπεμψε στα Τεκμήρια 9 και
  7. Επίσης ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην αίτηση για έκδοση κάρτας με ημερομηνία 18/01/2006 όπου η Εναγόμενη ζήτησε από τη Λαϊκή να της χορηγήσει πιστωτική κάρτα και πιστωτικό όριο μέχρι του ποσού των €854,30σ. Στις 23/01/2006 υπογράφτηκε συμφωνία μεταξύ της Λαϊκής και της Εναγόμενης για την παραχώρηση της κάρτας. Ανοίχθηκε αρχικά ο λογαριασμός με αριθμό λογαριασμού [ ] μετέπειτα αριθμός [ ], μετέπειτα [ ] και νυν αριθμός [ ] και παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη, το δικαίωμα χρήσης και κατοχής πιστωτικής κάρτας. Ο ΜΕ1 εξήγησε τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και κατάθεσε ως Τεκμήρια 12 και 13 αντίγραφο της αίτησης και της συμφωνίας κάρτας. Σε σχέση με την προειδοποιητική επιστολή αλλά και την επιστολή τερματισμού παράπεμψε στα Τεκμήρια 9 και
  8. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι στάλθηκε μια επιστολή και για τους τρεις λογαριασμούς κάρτας. Στις εν λόγω επιστολές ενημερώθηκε η Εναγόμενη για το υπόλοιπο και τον τόκο που χρεωνόταν ο λογαριασμός. Οι εν λόγω επιστολές αποστάλθηκαν στη διεύθυνση που ανάγραψε η Εναγόμενη στις αιτήσεις για παραχώρηση πιστωτικής κάρτας με σύνηθες ταχυδρομείο. Αποστάλθηκαν επιτυχώς οι εν λόγω επιστολές. Με την υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου οι λογαριασμοί καρτών βρίσκονται για χειρισμό στην αντίστοιχη υπηρεσία των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η Λαϊκή καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο τηρούσε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή όσο και ηλεκτρονικό αρχείο από την αρχή ανοίγματος κάθε λογαριασμού μέχρι την 28/03/
  9. Στο σύστημα που τηρείτο από τη Λαϊκή φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν τους λογαριασμούς των πελατών της Λαϊκής συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων λογαριασμών και όλες οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της. Επίσης ως εξήγησε ο ΜΕ1, η Τράπεζα Κύπρου ασκεί τραπεζικές εργασίες και διατηρεί τραπεζικό βιβλίο και αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή. Το ηλεκτρονικό αρχείο και τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο στη Λαϊκή μετά τις 29/03/2013 μεταφέρθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα αρχείο της Τράπεζας Κύπρου και τηρείτο από την Τράπεζα Κύπρου σε ηλεκτρονική μορφή, ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της και φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της. Από το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί η Τράπεζα Κύπρου κατόπιν εντολής του ΜΕ1 παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή όλες οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταστάσεις και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η Λαϊκή κάθε μήνα μέχρι και τον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών απέστελλε ταχυδρομικώς στην Εναγόμενη τις καταστάσεις λογαριασμού των επίδικων λογαριασμών, χωρίς η Εναγόμενη να αμφισβητήσει ποτέ τις συναλλαγές. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 14 τις καταστάσεις του λογαριασμού κάρτας με αριθμό [ ] μαζί με πιστοποιητικό υπογραμμένο από το μάρτυρα. Το υπόλοιπο του λογαριασμού την 31/12/2022 ανερχόταν σε €4.926,03σ πλέον τόκους. Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 15 αναδομημένες καταστάσεις σε σχέση με το λογαριασμό [ ] νυν αρ.357017470332 έχοντας αφαιρέσει όλους τους τόκους υπερημερίας από την 01/11/2012 μέχρι και την 24/11/2013 που είναι η προηγούμενη μέρα του τερματισμού του λογαριασμού. Τόκος υπηρημερίας χρεώνεται από την ημερομηνία τερματισμού ήτοι από την 25/11/2013 και μόνο με βάση το μειωμένο ποσοστό που ανέρχεται στο 2% μέχρι τις 19/10/2022 που τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο διακανονισμού και έκτοτε μέχρι σήμερα εφαρμόζεται το επιτόκιο αναφοράς που καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  10. Ο ΜΕ1 κατάθεσε το Τεκμήριο 16 καταστάσεις λογαριασμού κάρτας με αρ. [ ] νυν [ ] μαζί με πιστοποιητικό υπογραμμένο από το μάρτυρα εξηγώντας ότι τα σύγκρινε με τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού. Ως Τεκμήριο 17 κατάθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και αφαίρεσε χρεώσεις και έξοδα καθώς και τόκο υπερημερίας. Έχει χρεωθεί τόκος υπερημερίας προς 2% μέχρι τις 19/10/
  11. Από τις 19/10/2022 μέχρι και 31/12/2022 ακολουθείται το επιτόκιο αναφοράς όπως καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ομοίως κατάθεσε ως Τεκμήρια 18 καταστάσεις λογαριασμού για τον λογαριασμό αρ.[ ] νυν αρ. [ ] μαζί με πιστοποιητικό υπογραμμένο από το μάρτυρα και ως Τεκμήριο 19 κατάθεσε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, εξηγώντας ότι σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού με τις αρχικές και είναι ορθές αλλά εξηγώντας επίσης πως ετοίμασε τις αναδομημένες. Εξήγησε επίσης σε σχέση με τις αναδομημένες ως τα Τεκμήρια 15,17 και 19 πως διαχωρίζεται η κάθε στήλη και εξήγησε το υπόλοιπο που παρουσιάζει κάθε λογαριασμός κάρτας με τις αναδομημένες. Η Εναγόμενη δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του επίσης έκανε αναφορά ως προς τα επιτόκια που χρεώνονταν οι λογαριασμοί καρτών για κάθε λογαριασμό από την ημερομηνία ανοίγματος τους μέχρι και τον τερματισμό του λογαριασμού και κατάθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
  12. Εξήγησε επίσης τα επιτόκια που ίσχυσαν από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι σήμερα για κάθε λογαριασμό κάρτας. Επίσης ως Τεκμήριο 21 κατάθεσε τα επιτόκια αναφοράς που ίσχυσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και με βάση αυτά χρεώθηκαν οι λογαριασμοί της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη αντεξέτασε το μάρτυρα. Σε ερώτηση της εάν οι επιστολές που απέστειλε η Τράπεζα Κύπρου ήταν νόμιμες και έγκυρες ο μάρτυρα απάντησε καταφατικά. Υπέβαλε στο μάρτυρα ότι ο σύζυγος της είχε πάει στην Τράπεζα (χωρίς να προσδιορίζει σε ποια Τράπεζα) και υπέγραψε έγγραφο με το οποίο θα εξοφλούνταν οι λογαριασμοί καρτών της αλλά δεν εξοφλήθηκαν τελικά. Σε απάντηση της υποβολής εξήγησε ότι υπήρχε στην Τράπεζα ένας λογαριασμός που είχε πιστωμένο ένα ποσό αλλά ο συγκεκριμένος λογαριασμός αφορούσε εξασφάλιση άλλων υποχρεώσεων και δεν αφορούσε τους επίδικους λογαριασμούς καρτών. Παρεμπιπτόντως ο ΜΕ1 ανάφερε ότι το δεσμευμένο ποσό στο λογαριασμό δεν έφτανε για να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις που εξασφάλιζε ο λογαριασμός, είχαν παραμείνει και υπόλοιπα. Επέμενε η Εναγόμενη με υποβολές ότι ο σύζυγος της είχε πάει για να εξοφλήσει τις κάρτες. Υπενθυμίζω τη νομολογιακή αρχή ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέσεις και θέματα που δε δικογραφούνται. Οι θέσεις αυτές τέθηκαν για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία. Μαρτυρία εκ μέρους της Εναγόμενης έδωσε πρώτα η ίδια η Εναγόμενη η οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο το Έγγραφο Β. Μέσω του Εγγράφου Β η μάρτυρας (ΜΥ1) ανάφερε ότι στο συγκεκριμένο λογαριασμό υπάρχουν πολλές υπερχρεώσεις, παράνομοι τόκοι και επιβαρύνσεις. Είχε κάνει συναντήσεις μαζί με την τότε δικηγόρο τους και το δικηγόρο της Τράπεζας για να καταλήξουν σε διευθέτηση τόσο για την παρούσα υπόθεση όσο και άλλες. Τελικά κατέληξαν σε συμφωνία να γίνουν όλα τα δάνεια ένα και να πλήρωναν μια δόση. Ανάμεναν την τελική απάντηση και αφού περίμεναν αρκετούς μήνες έλαβε γνώση ότι ο υπεύθυνος λογαριασμού μετατέθηκε στη Λευκωσία. Μετά από πολλά τηλεφωνήματα διευθετήθηκε ξανά ραντεβού και επαναλήφθηκε η ίδια πρόταση. Μέχρι σήμερα δεν έλαβαν απάντηση. Σε σχέση με τις κάρτες είναι η θέση της ότι οι τράπεζες γενικά έστελναν κάρτες χωρίς να ζητηθούν με σκοπό να εισπράττουν δικαιώματα και τόκους. Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκαν στη ΜΥ1 τα Τεκμήρια 8,11,12 και 13 αιτήσεις και συμφωνίες χορήγησης των τριών πιστωτικών καρτών όπου αναγνώρισε από κάθε έγγραφο την υπογραφή της. Υποδείχθηκαν επίσης στη ΜΥ1 τα Τεκμήρια 15,17 και 19 οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών με τα ποσά που αξιώνονται σήμερα με τη μάρτυρα να απαντά ότι θεωρεί τα ποσά υπερβολικά. Σε υποβολή ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώσει τους λογαριασμούς με τόκους η μάρτυρας περιορίστηκε στο να απαντήσει ότι αμφιβάλλει για όλες τις ενέργειες της Τράπεζας. Σε ερώτηση εάν παραλάμβανε μηνιαίως τις καταστάσεις λογαριασμών απάντησε ότι υποθέτει ναι αλλά δε θυμόταν με σιγουριά. Σε ερώτηση εάν από το 2012 και έπειτα κατάθεσε οποιοδήποτε ποσό στους λογαριασμούς καρτών η απάντηση της ήταν αρνητική. Ανάφερε επίσης αντεξεταζόμενη ότι δεν μπορούσε ούτε μπορεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Αποδέκτηκε εν τέλει ότι υπέρβηκε το όριο καρτών. Ο δεύτερος μάρτυρας που κατάθεσε για την Εναγόμενη ο κος Στ. Χατζησπύρου (ΜΥ2) κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Γ. Υιοθέτησε τα όσα αναφέρει στη δήλωση της Έγγραφο Β η ΜΥ1 καθότι ήταν παρών σε όλες τις συναντήσεις με την Τράπεζα για το συγκεκριμένο δάνειο αλλά και για δάνεια κοινά. Σε συνάντηση που είχε με την Τράπεζα (χωρίς να προσδιορίζει με ποια Τράπεζα) υπέγραψε εξουσιοδότηση να κάνουν ανάληψη ενός σοβαρού ποσού για εξόφληση των καρτών και άλλα μικροδάνεια αλλά αντί αυτού τα έκαναν κατάθεση σε άλλο μεγαλύτερο δάνειο. Επίσης πρόσφατα η Τράπεζα είχε στείλει μία επιστολή στην πεθερά του ότι λέγοντας της ότι είναι εγγυήτρια του σε όλα τα δάνεια πράγμα που δεν αληθεύει. Η μαρτυρία του ΜΥ2 εκφεύγει των δικογράφων. Εφόσον γίνεται αναφορά σε ισχυρισμούς και θέσεις που δε δικογραφούνται δε θα ληφθούν υπόψη. Επίσης ανάφερε ότι υπήρξε διευθυντής στην Ελληνική Τράπεζα και ότι γι' αυτό γνωρίζει ότι οι Τράπεζες χρεώνουν παράνομους τόκους. Έδωσε εντολή στην Τράπεζα να εξοφλήσει τις κάρτες αλλά δεν ακολούθησαν τις εντολές του και μετά χρέωναν τόκους παράνομα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ2 ανάφερε ότι οι συναντήσεις με την Τράπεζα έγιναν από το έτος
  13. Σε ερώτηση εάν είχε αντίγραφο της εντολής που υπέγραψε για να εξοφληθούν οι κάρτες απάντησε αρνητικά. Σε υποθέσεις φύσεως ως η παρούσα τα βασικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν και κατά συνέπεια χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο σε περιπτώσεις όπου αξιώνεται οφειλόμενο τραπεζικό χρέος είναι[5]: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της, (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπενθυμίζω επίσης ότι η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βαρύνει τους Ενάγοντες οι οποίοι πρέπει να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Νοείται ότι η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.[6] Προχώρησα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έχω εξετάσει τόσο την προφορική όσο και τη γραπτή μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, τη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται, τη λογικοφάνεια, αληθοφάνεια, κοσκινίζοντας επίσης τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά.[7] Ο ΜΕ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Παρουσίασε με σαφήνεια και επάρκεια τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Θεωρώ ότι παράθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα που γνώριζε και ανάφερε κάθε φορά την ακριβή εμπλοκή και γνώση του στα γεγονότα. Δεν προσπάθησε να αποκρύψει γεγονότα από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του είναι σε συνάφεια και την έγγραφη μαρτυρία και Τεκμήρια που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Εξήγησε με πληρότητα τις συμφωνίες που καταρτίστηκαν για παραχώρηση πιστωτικών καρτών και τους όρους αυτών. Οι εξηγήσεις που παρείχε σε σχέση με τον τρόπο κατάρτισης και λειτουργίας των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών ως τα Τεκμήρια 15,17 και 19 ήταν σαφείς. Ήταν επίσης επαρκής η εξήγηση που έδωσε ως προς τον τρόπο που υπολογίστηκε το υπόλοιπο ποσό για κάθε λογαριασμό κάρτας και με καθαρότητα παράθεσε τα ποσοστά επιτοκίων που χρεώθηκαν οι λογαριασμοί δανείων. Ήταν σαφής ως προς τις χρεώσεις επιτοκίων, το πως πρόκυψαν αυτές, αλλά και το πως πραγματοποιήθηκαν οι μεταβολές αυτών. Σε γενικές γραμμές κρίνω ότι κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε η εν γένει αξιοπιστία του. Ουσιαστικά η μαρτυρία του και τα όσα παράθεσε κατά την κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας παρέμειναν αναντίλεκτα αφού ουδένα σημείο της μαρτυρίας του αμφισβητήθηκε. Δεν αμφισβητήθηκαν ούτε τα έγγραφα που παρουσίασε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο.[8] Η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΥ1 πέραν του ότι η μαρτυρία της κινήθηκε εκτός δικογράφων δεν προσέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό στα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία της δεν είχε κάποια συνοχή ούτε σαφήνεια. Αν και οι θέσεις της ήταν εκτός δικογράφων παρατήρησα ότι προσπαθούσε να αποκρύψει γεγονότα. Αναφέρθηκε γενικά σε συναντήσεις στην Τράπεζα χωρίς να αναφέρει αν αυτό έγιναν με εκπροσώπους της Λαϊκής ή της Τράπεζας Κύπρου αλλά ούτε εξήγησε πότε έγινε αυτό. Το μόνο που ανάφερε γενικά ότι αυτές οι συναντήσεις έγιναν πριν λίγα χρόνια. Στο δικόγραφο της ουδέποτε ανάφερε οτιδήποτε για συνάντηση ή ότι έγινε συμφωνία για εξόφληση. Οι θέσεις της αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες της. Η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο εκτός βεβαίως τη μαρτυρία της που συνιστά παραδοχή. Ουσιαστικά η ΜΥ1 αποδέχθηκε την κατάρτιση των συμφωνιών για παροχή πιστωτικής κάρτας και ότι δεν πλήρωσε κανένα ποσό από το 2012 επειδή ως ανάφερε δεν μπορεί. Ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από το ΜΕ1 και δη αποδέχθηκε ότι υπέγραψε αιτήσεις και συμφωνίες για παροχή πιστωτικής κάρτας, ότι χρησιμοποιούσε τις κάρτες και ότι μετά το έτος 2012 δεν κατάθεσε οποιοδήποτε ποσό. Αποδέχθηκε ότι υπήρξαν υπόλοιπα αλλά αρνήθηκε το ύψος χωρίς να αμφισβητήσει όμως τα υπόλοιπα των λογαριασμών ή τυχόν εσφαλμένο των υπολοίπων. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του ΜΥ
  14. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δε μου έκανε θετική εντύπωση αλλά ούτε υπήρξε βοηθητική για το Δικαστήριο. Ήταν φανερή η προσπάθεια του να βοηθήσει τη σύζυγο του ΜΥ
  15. Παρόλο που αναφέρθηκε σε θέσεις που δε δικογραφούνται παρατηρώ ότι και ο ίδιος αναφέρθηκε σε συναντήσεις με την Τράπεζα για να προβούν σε διευθέτηση με την Τράπεζα για τα δάνεια τους χωρίς να αναφέρει με ποια Τράπεζα έγινε αυτό και πότε παρά μόνο ότι αυτό έγινε το έτος
  16. Αναφέρθηκε στη γραπτή του δήλωση για συναντήσεις με την Τράπεζα για το δάνειο της παρούσης υπόθεσης ενώ η υπόθεση αφορά 3 λογαριασμούς κάρτας. Ήταν η θέση του επίσης ότι πριν την καταχώρηση αγωγών υπέγραψε εξουσιοδότηση στην Τράπεζα για να εξοφληθούν οι κάρτες αλλά εξοφλήθηκε άλλο μεγαλύτερο δάνειο, θέση που αναφέρθηκε εκ των υστέρων και δη για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία. Σε γενικές γραμμές η μαρτυρία του ΜΥ2 κρίνεται ως αναξιόπιστη. Τα όσα καταγράφονται λοιπόν στη μαρτυρία του ΜΕ1 και στα Τεκμήρια που κατάθεσε προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγόντων για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά στην προκείμενη περίπτωση ελλείψει ορθής δικογράφησης εκ μέρους της Εναγόμενης και ελλείψει ουσιαστικής αντεξέτασης του ΜΕ1 παραμένει η εκδοχή γεγονότων ως παρουσιάστηκαν από το ΜΕ
  17. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι εάν με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στον αναγκαίο βαθμό. Αρχικά αναφέρω ότι οι Ενάγοντες πλέον έχουν αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ τους και της Τράπεζας το οποίο επικυρώθηκε στις 12/10/2022 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αίτηση αρ. 516/2022 έχει αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου. Οι Ενάγοντες ενήργησαν στα πλαίσια του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου και δη ενήργησαν με βάση το άρθρο 18

(4)του εν λόγω Νόμου και νομίμως έχουν αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και των εξασφαλίσεων αυτής, ήτοι εγγυήσεων, υποθηκών και εκχώρησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων ΝόμουΝ.169(Ι)/
  1. Η υπογραφή των επίδικων αιτήσεων και συμφωνιών για παροχή πιστωτικής κάρτας που έλαβαν χώρα στις 02/10/2009,02/08/2010 και 18/01/2006 (Τεκμήρια 8,11,12 και 13) δεν αμφισβητήθηκαν, δεν αμφισβητήθηκαν οι όροι των συμφωνιών αλλά ούτε το γεγονός ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε τις πιστωτικές κάρτες και ότι ανοίχθηκαν οι λογαριασμοί καρτών με αρ.[ ] νυν [ ],[ ] νυν [ ] και [ ], μετέπειτα αριθμός [ ], μετέπειτα αριθμός [ ] και νυν αριθμός [ ]. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι στάλθηκαν οι επιστολές των Τεκμηρίων 9 και
  2. Οι επιστολές αυτές στάλθηκαν και για τους τρεις λογαριασμούς καρτών. Στην επιστολή Τεκμήριο 9 η Εναγόμενη προειδοποιήθηκε για την ύπαρξη υπολοίπου σε σχέση με τους λογαριασμούς καρτών και με την επιστολή του Τεκμηρίου 10 ενημερώθηκε ότι είχε τερματιστεί η λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών καρτών. Υπενθυμίζω ότι η Εναγόμενη δεν αρνήθηκε το γεγονός μη κατάθεσης ποσών στους λογαριασμούς καρτών ούτε τη θέση ότι τερματίστηκαν οι λογαριασμοί λόγω μη ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις της. Η θέση της ήταν ότι δε μπορούσε να πληρώνει. Δεν τέθηκε ούτε ένας ισχυρισμός περί μη παραλαβής των επιστολών αυτών και δη της επιστολής τερματισμού. Οι επιστολές αποστάλθηκαν στη διεύθυνση που δήλωσε η ίδια η Εναγόμενη στις αιτήσεις για παροχή πιστωτικής κάρτας και αποστάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο ως προνοήθηκε στις μεταξύ τους συμφωνίες. Στην υπόθεση Barclays Bank Pic κ.α. v J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.[9] επίσης αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης από τους Εναγόμενους η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Κρίνω, λοιπόν ότι οι συμφωνίες για παροχή πιστωτικής κάρτας συνάφθηκαν μεταξύ της Λαϊκής και της Εναγόμενης και ότι λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης οι εν λόγω λογαριασμοί καρτών τερματίστηκαν δεόντως. Μπορώ με ασφάλεια δηλαδή να συμπεράνω ότι η Εναγόμενη για κάθε λογαριασμό κάρτας παραβίασε τους όρους της συμφωνίας παροχής πιστωτικής κάρτας ήτοι δεν πλήρωσε στη Λαϊκή το οφειλόμενο ποσό που εμφανίστηκε στη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού κάθε κάρτας. Προς απόδειξη των οφειλόμενων ποσών για κάθε λογαριασμό κάρτας ο ΜΕ1 προσκόμισε ως Τεκμήρια 14, 16 και 18 αναλυτικές καταστάσεις στους οποίους περιέχονται όλες οι συναλλαγές και δοσοληψίες της Εναγόμενης, τόκοι και έξοδα. Συνοδεύονται από πιστοποιητικό υπογραμμένο από το ΜΕ1 βασισμένο στο άρθρο 35
(3)του Κεφ.
  1. Ο ΜΕ1 επεξήγησε γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ότι η Λαική τηρούσε τραπεζικό βιβλίο και αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή συμπεριλαμβανομένων και πληροφορίες και πράξεις που αφορούσαν τους επίδικους λογαριασμούς καρτών. Το εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου η οποία επίσης ασκούσε τραπεζικές εργασίες. Όλες οι καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή εργασιών τόσο της Λαικής όσο και της Τράπεζας Κύπρου. Ο ΜΕ1 έλεγξε τις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες σύγκρινε με τις αρχικές και είναι ορθές. Επίσης η Εναγόμενη ουδέποτε παραπονέθηκε για τις συναλλαγές και καταχωρήσεις στους λογαριασμούς. Κάθε μήνα η Λαϊκή απέστελλε καταστάσεις λογαριασμού. Η αναδόμηση λογαριασμών στην οποία έχει προβεί ο ΜΕ1 (Τεκμήρια 15,17 και 19) έχει κριθεί από τη νομολογία ως επιτρεπτή ενέργεια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται εκτός δικογράφων όταν η Τράπεζα προσπαθεί να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων, δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων.[10] Επισημαίνω επίσης ότι οι Ενάγοντες ουσιαστικά με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών έχουν μειώσει την απαίτηση τους α) σε €3.361,49σ πλέον τόκο προς 9% επί του ιδίου ποσού από 01/01/2013 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, για το νυν λογαριασμό αρ. [ ], β)σε €5.061,66 πλέον τόκο προς 9% επί του ιδίου ποσού, από 01/01/2023 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξοφλήσεως για το νυν λογαριασμό αρ. [ ] και γ) σε €3.360,34 πλέον τόκο προς 9% επί του ίδιου ποσού από 01/01/2023 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξόφλησης. Στη βάση αυτών κρίνω ότι τα γεγονότα ως παρουσιάστηκαν ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. Συνεπώς, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτή με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης στην Εναγόμενη για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς για να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε χρησιμοποίηση του πιστωτικού ορίου στις κάρτες ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στους λογαριασμούς.[11] Πέραν της γενικής αναφοράς από πλευρά της Υπεράσπισης ότι δε δικαιολογούνται χρεώσεις στην κατάσταση λογαριασμού δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία με την οποία να αμφισβητούνται συγκεκριμένες καταχωρήσεις στους λογαριασμούς καρτών (Τεκμήρια 14,16 και 18) ή ότι δεν έγιναν πιστώσεις ή ότι δεν έπρεπε να γίνει κάποια χρέωση ή ότι μια χρέωση ήταν αντίθετη με το νόμο και τη σύμβαση. Αυτό όμως που διαπιστώνω είναι ότι η Εναγόμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης προς αντίκρουση της ορθότητας των καταστάσεων λογαριασμού ή της ορθότητας των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού ως εξηγείται αμέσως πιο κάτω σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Εναγόντων που απέδειξε τις καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται σ' αυτόν ως και το υπόλοιπο ποσό σήμερα για κάθε λογαριασμό κάρτας. Ο ΜΕ1 εξήγησε με σαφήνεια πως κατάρτισε τα Τεκμήριο 15,17 και 19 ήτοι τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού όπως και το περιεχόμενο τους αλλά και τι αφορά η κάθε στήλη σ'αυτές. Στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού έχουν αφαιρεθεί όλοι οι τόκοι υπερημερίας από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι και την ημερομηνία πριν τον τερματισμό αυτών καθώς και χρεώσεις και έξοδα. Τόκος υπερημερίας χρεώθηκε από την ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού στο ποσοστό 2% μέχρι και την ημερομηνία 19/10/2022 όπου τέθηκε σε εφαρμογή το Σχέδιο Διακανονισμού και έκτοτε μέχρι την 31/12/2022 ακολουθείται το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Οι μεταβολές του επιτοκίου που αφορούσαν τους επίδικους λογαριασμούς καταχωρήθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνω ότι δεν προβλήθηκε ποτέ από πλευράς της Εναγόμενης ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στους επίδικους λογαριασμούς καρτών. Ο τόκος υπερημερίας προβλέπεται ρητώς στις συμφωνίες των μερών και κρίνω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται τον τόκο υπερημερίας ως τον έχουν καθορίσει στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών. Ομοίως η χρέωση τόκων προβλέπεται στη μεταξύ των μερών συμφωνίες και η κεφαλαιοποίηση των τόκων έγιναν 2 φορές ετησίως σύμφωνα με τις συμφωνίες. Σε συνέχεια όλων των πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι παρουσιασθείσες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με την κατάρτιση τους, τις χρεοπιστώσεις αλλά και το υπόλοιπο για κάθε λογαριασμό κάρτας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον της Εναγόμενης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης α) για το ποσό των €3.361,49σ πλέον τόκο προς 9% επί του ιδίου ποσού από 01/01/2013 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, για το νυν λογαριασμό αρ. [ ], β)για το ποσό των €5.061,66 πλέον τόκο προς 9% επί του ιδίου ποσού, από 01/01/2023 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξοφλήσεως για το νυν λογαριασμό αρ. [ ] και γ) για το ποσό των €3.360,34 πλέον τόκο προς 9% επί του ίδιου ποσού από 01/01/2023 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό για το νυν λογαριασμό αρ.[ ]. Τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ)............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Al Watani κ.α. v Παπαδοπούλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ 1924 [2]
(2012)1Γ Α.Α.Δ 2486, 2496 [3]
(2009)1Α Α.Α.Δ 476, 489. [4] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1990)1 Α.Α.Δ 24 [5] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829. [6] Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858. [7] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [8] Σύγραμμα κκ Τάκη Ηλιάδη και κκ Νικόλα Σάντη "Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές"2014 σελ. 720 (παράλειψη αντεξέτασης) [9]
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726 [10] Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192. [11] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.