← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ) ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Βρυώνη Χαρ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ) ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Βρυώνη Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 963/17, 9/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 963/17 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Ενάγοντες και

  1. ΕΛΕΝΗ ΒΡΥΩΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
  2. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΩΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ Εvαγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερ.20.9.18 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, (ΣΕΔΙΠΕΣ), από τη Λεμεσό Και δυνάμει Ειδοποίησης ημερ.14.10.22 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΚΕΔΙΠΕΣ) ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της ΣΕΔΙΠΕΣ Ενάγοντες και 1.ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Βρυώνη Χαραλάμπους 2.ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Αυγούστου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κος Χρ.Ιωάννου και κα Σάββα για Α.Ι.Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγομένους: κος Χ.Γαλανός και κα Αλεξάνδρου για Χ.Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Η παρούσα αγωγή ηγέρθη από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (εφεξής το Συνεργατικό) εναντίον της Ελένης Βρυώνη Χαραλάμπους (εφεξής η Πρωτοφειλέτιδα/ή Χρεώστρια 1) και της Χρυσούλας Κώστα Σταύρου (εφεξής η εναγόμενη 2), εφεξής ως Χρεώστριες/ή οφειλέτριες, λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου (εφεξής συμφωνία), ημερ. 01/06/2011 (τεκμ.1) για την παραχώρηση του δανείου με αριθμό λογαριασμού (030ΧΧ)-73365ΧΧ-1 (εφεξής «Λογαριασμός»), για το ποσό των €42,
  3. Μετά την καταχώρισης της αγωγής διαπιστώθηκε ότι η χρεώστρια 1 ήδη είχε αποβιώσει, τροποποιήθηκε η αγωγή η οποία συνεχίστηκε εναντίον του διαχειριστή της περιουσίας της επ΄ονόματι Σταύρου Σταύρου (εφεξής ο εναγόμενος 1) δυνάμει σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20/09/
  4. Οι όροι μεταξύ άλλων της πιο πάνω συμφωνίας ήταν οι ακόλουθοι: Το δάνειο, περιλαμβανόμενων των τόκων και οποιωνδήποτε χρεώσεων, προβλεπομένων υπό της συμφωνίας αυτής, θα είναι πληρωτέο την 31/5/2012 ή σε 240 μηνιαίες δόσεις ύψους €317,67 η καθεμία. Η πρώτη δόση θα πληρωθεί στις 1/7/2011 και οι υπόλοιπες διαδοχικώς την τελευταία εργάσιμη μέρα έκαστου επομένου μήνα/τριμήνου/εξαμήνου/έτους μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης του. Το δάνειο θα χρεώνεται: Με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αναφέρετο ως «Το Συνολικό Επιτόκιο», το οποίο θα αποτελείται απότ ο Βασικό Επιτόκιο των Εναγόντων και το οποίο θα καθορίζεται από τους Ενάγοντες από καιρού είς καιρό και το οποίο αναφέρετο ως «το Βασικό Επιτόκιο» και την προσαύξηση η οποία καθορίζεται από τους Ενάγοντες και η οποία αναφέρεται ως «το Περιθώριο». Με βάση τα πιο πάνω το επιτόκιο κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου ανερχόταν σε: Βασικό επιτόκιο: 4,50% (ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΙ 50/100 τοις εκατό το χρόνο) Περιθώριο:2,25% (ΔΥΟ ΚΑΙ 25/100 τοιςεκατό το χρόνο) Συνολικό Επιτόκιο: 6,75% Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, με τραπεζικά δικαιώματα, με οποιεσδήποτε χρεώσεις ή έξοδα ή δικαιώματα ή φόρους ή επιβαρύνσεις ή προμήθεια που από καιρού εις καιρόν θα αποφασίζουν οι Ενάγοντες και θα ενημερώνουν γραπτώς την χρεώστρια 1 και την Εναγόμενη αρ.
  5. Για καλύτερη εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων των εναγομένων οι ενάγοντες αποδέκτηκαν την εγγραφή της υποθήκης υπ' αρ.Υ406Χ/11 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ημερομηνίας 1/6/2011 επί του ακινήτου - οικοπέδου της χρεώστριας 1, με αρ.εγγρ. 0/2277Χ, 54/57, τεμ.75Χ, εντός του οποίου υπάρχει ανεξάρτητη βοηθητική κατοικία, στα Κ.Π στην Λεμεσό, για το ποσό των €42,000 πλέον κυμαινόμενο τόκο 6,75% από 1/6/
  6. Σύμφωνα με την θέση των εναγόντων επειδή το ως άνω δάνειο με αρ.λογ.733652Χ-1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή καθυστερήσεις, οι Ενάγοντες με προειδοποιητική επιστολή τους ημερομηνίας 30/4/2012 τεκμ. 4 προς την χρεώστρια 1 και την εναγομένη 2 ενημέρωσαν αυτές για τις καθυστερήσεις και τις κάλεσαν όπως εντός 30 ημερών εξοφλήσουν όλες τις καθυστερήσεις διαφορετικά από την λήξη της εν λόγω προθεσμίας ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο με επιτόκιο προς 8% χωρίς άλλη ειδοποίηση και θα τερμάτιζαν την συμφωνία δανείου. Επειδή οι πιο πάνω δεν είχαν συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής των Εναγόντων, αυτοί με συστημένη επιστολή τους ημερ. 13/6/2012 τεκμ.5 τερμάτισαν την συμφωνία δανείου με αρ.λογ.733652Χ-1 και απαίτησαν την πλήρη και τελεία εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου εντός 21 ημερών. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμών που τηρούνται από τους Ενάγοντες ο λογαριασμός δανείου με αρ.λογ.733652Χ-1 των εναγομένων την 6/2/2017 παρουσίαζε οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό €65.155,19 πλέον τόκους 8% επί του ποσού των €65.030,19 από 1/1/17 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31Π Δεκεμβρίου. ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Οι Ενάγοντες με την καταχώριση της αγωγής τους απαιτούν: (Α) Την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για την πληρωμή του ποσού των €65.155,19 πλέον τόκο 8% από 01/01/2017 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου. (Β) Την έκδοση διατάγματος για εκποίηση της υποθήκης Υ406Χ/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη. (Δ) Τα έξοδα. Εκ μέρους της χρεώστριας 1 και της εναγομένης 2 καταχωρίστηκαν 2 εκθέσεις υπεράσπισης (Ε/Υ στο εξής) η μεν πρώτη αφορά και τις δύο, η δε δεύτερη μόνο την εναγόμενη 2, παρά το γεγονός της εκπροσώπησης τους από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Με απλή εξέταση αυτών διαπιστώνεται και στις δύο η έγερση των ίδιων θεμάτων με προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί δεν έγινε οποιοσδήποτε τερματισμός του δανείου. Η σύναψη και η υπογραφή της συμφωνίας δανείου δεν αμφισβητείται. Όμως αρνούνται τους όρους της συμφωνίας οι οποίοι τέθηκαν και αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες, δεν τους επεξηγήθηκαν και συνεπώς είναι άκυροι. Ειδικότερα από την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης: (α) Ο όρος ο οποίος περιέχεται στην παράγραφο 4(α) της ΄Εκθεσης Απαίτησης δυνάμει του οποίου οι Ενάγοντες μπορούσαν μονομερώς να αυξάνουν ή μειώνουν το ύψος της δόσης χωρίς να μεταβάλλεται η διάρκεια του δανείου και ο αριθμός των δόσεων αποπληρωμής τους. (β)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(δ) της Έκθεσης Απαίτησης δυνάμει του οποίου οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν το επίδικο δάνειο κατά την κρίση τους για επανάκτηση οποιωνδήποτε εξόδων και/ή δαπανών δημιουργηθούν μέχρι την τελική εξόφληση του επίδικου δανείου. (γ)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(στ) της Έκθεσης Απαίτησης δυνάμει του οποίου οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν οποιεσδήποτε χρεώσεις ή έξοδα ή δικαιώματα ή φόρους ή επιβαρύνσεις ή προμήθεια που από καιρού εις καιρό θα αποφάσιζαν οι Ενάγοντες. (δ)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(ζ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης βάσει του οποίου οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε ανατοκισμό και επίσης θα δικαιούντο να μεταβάλουν κατά την κρίση τους και οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων, το περιθώριο, την προμήθεια, τα τραπεζικά δικαιώματα , οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις ή έξοδα, τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου, το χρόνο καταβολής του, τον τόκο υπερημερίας και γενικά να προβαίνουν σε οποιανδήποτε άλλη σχετική μεταβολή. (ε)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(θ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης βάσει του οποίου ο τόκος θα ήταν πληρωτέος κάθε τριμηνία και ότι το επιτόκιο και η δόση αποπληρωμής του δανείου δύναντο να τροποποιούνται από τους Ενάγοντες από καιρού εις καιρό. (στ)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(λ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης βάσει του οποίου οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα μόλις το δάνειο ή μέρος αυτού ζητείτο από τους Ενάγοντες να απαιτήσουν άμεση πληρωμή του δανείου και κάθε οφειλόμενο ποσό δυνάμει του επίδικου δανείου θα καθίστατο οφειλόμενο και πληρωτέο και οι χρεώστριες θα υποχρεούντο να πληρώσουν αμέσως κάθε ποσό που όφειλαν στους Ενάγοντες συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, βασικού επιτοκίου, περιθωρίου , τόκου υπερημερίας, δικαιωμάτων, δαπανών, ζημιών και άλλων εξόδων και σε περίπτωση που αυτές δεν το έπρατταν αμέσως θα συνεπάγετο χρέωση τους με τόκους υπερημερίας από την ημέρα της ζήτησης του δανείου και οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν δικαστικά ή με άλλο τρόπο την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης. (ζ)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(μ) της ΄Εκθεσης Απαίτησης δυνάμει του οποίου οι Ενάγοντες δικαιούντο οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς τις χρεώστριες να ενώνουν ή να συνενώνουν όλους ή οποιουσδήποτε από τους λογαριασμούς τους μαζί με τις υποχρεώσεις αυτών προς τους Ενάγοντες και να συμψηφίζουν ή να μεταφέρουν οποιονδήποτε ποσό ή ποσά που θα ευρίσκοντο στην πίστη τους σε οποιονδήποτε λογαριασμό ή λογαριασμούς για εξόφληση μέρους ή όλων των υποχρεώσεων των χρεωστριών οποιασδήποτε φύσεως με βάσει οποιονδήποτε λογαριασμό ή εξ αιτίας οποιουδήποτε άλλου λόγου είτε οι υποχρεώσεις αυτές έγιναν απαιτητές είτε ενδέχετο να καταστούν απαιτητές, είτε είναι άμεσες ή έμμεσες είτε είναι προσωπικές ή αλληλέγγυες ή κοινές με άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα. (η)Ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 4(η) (παρά την λανθασμένη αναφορά στην Ε/Υ και πάλιν της παραγρ.4(μ), της ΄Εκθεσης Απαίτησης δυνάμει του οποίου ο τόκος υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του οι μήνες θα λογαριάζονταν προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνετο σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος να αποτελείται από 360 μέρες αντί
  7. Οι Ενάγοντες θα δικαιούνται να λογίζουν και/ή κατανέμουν τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι του δανείου πρώτα προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης , εξόδων και δικαιωμάτων και τυχόν παραμένοντος υπολοίπου έναντι του κεφαλαίου. Πέραν των πιο πάνω οι Ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να χρεώνουν το δάνειο κατά την κρίση τους με δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή με οποιαδήποτε άλλα έξοδα και δικαιώματα τα οποία θα γνωστοποιούνται στον πρωτοφειλέτη και ως επίσης αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες οι όροι που αναφέρονται στις παραγράφους 6(θ)και (ι) της Έκθεσης Απαίτησης οι οποίες αφορούν πάλι τον υπολογισμό του τόκου και το δικαίωμα των εναγόντων για τις αυξομειώσεις μεταξύ άλλων του επιτοκίου, των τόκων υπερημερίας, των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών και άλλα έξοδα. Περαιτέρω αρνούνται: την εξασφάλιση του δανείου με την υποθήκη ακινήτου της εναγόμενης 1, τους όρους της υποθήκης, το δικαίωμα των εναγόντων για την μεταβολή του ποσοστού επιτοκίου ύστερα από γραπτή ειδοποίηση ή άλλως πως προς τις χρεώστριες και ότι αυτοί καθόρισαν αρχικά ως νέο επιτόκιο σε σχέση μέ την χόρήγήση της ως άνω πιστώσεως αυξημένο ποσοστό επιτοκίου καί κοινοποίησαν και/ή γνωστοποίησαν αυτό με επιστολή και/ή διά δημοσιεύσεως προς τους πρωτοφειλέτες. Σύμφωνα δε της ελευθεροποίησης των επιτοκίων τα επιτόκια εγένοντο κυμαινόμενα λόγω των κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας και ούτως εγένοντο αυξομειώσεις επί των επιτοκίων. Αργότερα το επιτόκιο διαφοροποιήθηκε και έγινε 8% ετησίως, ότι το δάνειο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή καθυστερήσεις, οι Ενάγοντες με προειδοποιητική επιστολή τους ημερομηνίας 30/4/2012 προς την Ελένη Βρυώνη Χαραλάμπους και Εναγομένη αρ.2 ενημέρωσαν αυτές για τις καθυστερήσεις και κάλεσαν αυτές όπως εντός 30 ημερών τις εξοφλήσουν, διαφορετικά από την λήξη της εν λόγω προθεσμίας ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο με επιτόκιο προς 8% χωρίς άλλη ειδοποίηση καιθα τερμάτιζαν την συμφωνία δανείου αλλά αυτές αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα υπ' αυτούς ποσά, ότι επειδή οι εναγόμενες δεν είχαν συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγόντων ημερ.30/4/2012 οι Ενάγοντες με συστημένη επιστολή τους ημερ. 13/6/2012 τερμάτισαν την συμφωνία δανείου με αρ.λογ.733652Χ-1 και απαίτησαν την πλήρη και τελεία εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου εντός 21 ημερών, ότι σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμών που τηρούνται από τους Ενάγοντες ο λογαριασμός δανείου με αρ.λογ.733652Χ-1 των εναγομένων την 6/2/2017 παρουσίαζε οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό €65.155,19 πλέον τόκους 8% επί του ποσού των €65.030,19 από 1/1/17 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου και το αιτητικό της παραγράφου 11 αναφορικά με τις αξιώσεις των εναγόντων και επικαλούνται ότι δεν οφείλουν σε καμία περίπτωση τα αναφερόμενα ποσά και ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον των εναγόντων. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ: Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι Ενάγοντες με σχετική δήλωση που έγινε, περιόρισαν την απαίτηση τους με βάση το Τεκμήριο 9, δηλαδή την δεύτερη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία ετοιμάστηκε, χωρίς τόκο υπερημερίας ή οποιαδήποτε προσαύξηση, δηλαδή για το ποσό των €60.059,25 το οποίο ήταν το υπόλοιπο κατά την 31/12/
  8. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι το δάνειο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη Υ406Χ/11 η οποία αναφέρεται πιο πάνω στην σελ.3 - 3η παράγραφο και συνεπώς προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσε η Δ.Παρμαξή (ΜΕ1) και η Π.Χριστοδούλου - Πίττα (ΜΕ2) και προς υπεράσπιση των εναγομένων δεν παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Επίσης κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 18 τεκμήρια. Η αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων επικεντρώθηκε στο θέμα της διαδοχής του Ταμιευτηρίου, στην αποστολή των επιστολών στις χρεώστριες τεκμ.4 και 5 και στους όρους που περιελάμβανε η συμφωνία ήτοι ότι αυτοί αποτελούν καταχρηστικές ρήτρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους

(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την ΜΕ1 και την ΜΕ2 που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς (δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192, Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Η εντύπωση που σχημάτισα και για τις δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από τους ενάγοντες ήταν απόλυτα θετική. Αυτές μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από αυτές αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθ΄όλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθερές και συνεπείς στις θέσεις τους ενώ σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η μαρτυρία τους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι βασικό μέρος της μαρτυρίας τους υποστηρίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ειδικότερα: Η ΜΕ1 κατέθεσε και υϊοθέτησε στο δικαστήριο την γραπτή δήλωση της τεκμ.Α η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης της. Αποδέχομαι από την μαρτυρία της τα εξής: Είvαι υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «Altamira») και υπηρετεί στο γραφείο της Λεμεσού. Δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira, η Altamira ενεργεί για λογαριασμό των Εναγόντων και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το δάνειο που αφορά την παρούσα αγωγή και η συναφής με αυτό εξασφάλιση. Μεταξύ των καθηκόντων της στην Altamira είναι ο χειρισμός των δικαστικών υποθέσεων των Εναγόντων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από τους Ενάγοντες όσο και από την Altamira να προβεί στην παρούσα μαρτυρία (σχετ.τεκμ.7). Στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στη κατοχή της τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις διάφορες συμφωνίες δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες καταλήγουν σε αγωγή εναντίον των οφειλετών - πελατών των Εναγόντων. Αποδέχομαι ότι η αγωγή καταχωρίστηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ το οποίο στις 21/07/2017 συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Αυτή αμφισβητήθηκε τόσο γι΄αυτήν όσο και για τις λοιπές συγχωνεύσεις και μετονομασίες που έλαβαν χώρα και ότι τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα γι΄αυτές, δεν καταχωρίστηκαν στο Πρωτοκολλητείο. Η ΜΕ1 διαφώνησε και παρέπεμψε στις σχετικές δημοσιεύσεις λέγοντας ότι η συγχώνευση ή η διαδοχή αφορούσε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ταμιευτηρίου. Το Ταμιευτήριο ήταν Συνεργατική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, η οποία συστάθηκε και λειτουργούσε με βάση τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Κανονισμούς, με έδρα τη Λεμεσό και ήταν αναγνωρισμένο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα. Κατόπιν συγχώνευσης του Ταμιευτηρίου με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, με ημερομηνία ισχύος την 01/07/2017, δυνάμει των προνοιών του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.2/1985), η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, είχε διαδεχθεί το Ταμιευτήριο εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, ενώ είχαν μεταφερθεί στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του Ταμιευτηρίου. Όλες οι πράξεις, συμβόλαια και άλλα έγγραφα του Ταμιευτηρίου παρέμεναν σε ισχύ και δυνάμει της προαναφερόμενης συγχώνευσης θα τύγχαναν χειρισμού από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Πρόσθετα, με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ ημερομηνίας 17/07/2017, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ είχε μετονομαστεί σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 24/07/
  1. Το όνομα της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ μετατράπηκε από τις 03/09/2018 σε «ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ». Η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ είναι Συνεργατική Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και κατέχει άδεια εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Με το προηγούμενο όνομα της, ως Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ διενεργούσε μέχρι τις 31/08/2018 τραπεζικές και άλλες εργασίες ως Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα. Κατά την 07/10/2022, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ μεταβίβασε στους Ενάγοντες δυνάμει του ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2015 (N. 169(I)/2015), ως τροποποιήθηκε (ο «Νόμος»), όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής κατά τον «χρόνο μεταβίβασης». Ο χρόνος μεταβίβασης είναι η 7η Οκτωβρίου 2022 και ώρα 2:30 μμ. Σχετική δημοσίευση δυνάμει των προνοιών του Νόμου έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 10/10/2022 αριθμός
  2. Νοείται ότι εφόσον μεταβιβάστηκαν όλες οι «πιστωτικές διευκολύνσεις» και «εξασφαλίσεις», περιλαμβάνονται στις μεταβιβασθείσες και αυτές που αφορά η υπό τον ως άνω και τίτλο αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω, οι Ενάγοντες έχουν υποκαταστήσει την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ στην σχέση της με τους Εναγόμενους, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων συμβατικών, νομικών και αγώγιμων δικαιωμάτων, σε σχέση με τις επίδικες συμβάσεις και έγγραφα που αναφέρονται πιο κάτω και/ή που αφορούν την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, και γενικά οι Ενάγοντες έχουν υποκαταστήσει την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με όλα τα επίδικα θέματα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, κατέχουν άδεια "εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων" και "μη πιστωτικού ιδρύματος" και είναι 100% θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Κατά τον χρόνο μεταβίβασης η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ήταν επίσης κάτοχος των προαναφερόμενων αδειών. Συνεπώς οι Ενάγοντες, αντιμετωπίζονται ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με το Ταμιευτήριο, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία, τους τίτλους, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που μεταφέρθηκαν συμπεριλαμβανομένων και των συμβατικών και νομικών δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή ως επίσης και των αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή. Ενώ η παρούσα αγωγή ηγέρθη από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, συνεχίζεται από την ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ως διάδοχος και/ή ως αντικαταστάτης και/ή αποδεχόμενη εταιρεία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ. Συνακόλουθα αποδέχομαι τις πιο πάνω αναφορές της ΜΕ1 οι οποίες υποστηρίζονται και επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον μου κατατεθειμένα τεκμήρια 11-18 και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Επίσης αποδέχομαι την θέση της ΜΕ1 ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις για τις Μετονομασίες ευρίσκονται καταχωρημένες εντός του παρόντος φακέλου τον οποίο διεξήλθα, παρά την αντίθετη θέση της υπεράσπισης, με τελευταία μάλιστα την ειδοποίηση (ημερ.14.10.22) ότι η ΣΕΔΙΠΕΣ μεταβίβασε στην ΚΕΔΙΠΕΣ όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής, με επισυνημμένο το αντίγραφο της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας(ημερ.10.10.22). Άλλωστε η υπεράσπιση δεν κλόνισε την εν λόγω μαρτυρία ότι είτε δεν συνέβησαν τα πιο πάνω, είτε είναι αναληθή. Καμία μαρτυρία δεν προσέφερε εις αντίκρουση των θέσεων της ΜΕ
  3. Επίσης προβαίνω σε εύρημα ότι με βάση το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο τεκμ.7 τόσο η ίδια όσο και άλλα πρόσωπα δύνανται να παρουσιάζονται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου της Δημοκρατίας εκ μέρους της ΚΕΔΙΠΕΣ. ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ Κατά την ένορκη μαρτυρία της η ΜΕ1 (τεκμ.Α) παρουσίασε τα σχετικά με την αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας. Αμφισβητήθηκε ότι η ίδια δεν έχει προσωπική γνώση και εμπλοκή στην παρούσα, θέση στην οποία δεν συμφώνησε, λέγοντας ότι έχει γνώση λόγω των εγγράφων τα οποία κατέθεσε στο δικαστήριο αλλά και από το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρούν (θέση που θα αναλύσω πιο κάτω). Αποδέχομαι ότι την 1.6.11 συμφωνήθηκε μεταξύ των Εναγόντων από την μία και της χρεώστριας 1 και της εναγόμενης 2 από την άλλη, εντός της επαρχίας Λεμεσού όπως οι Ενάγοντες χορηγήσουν στεγαστικό δάνειο σε αυτές για το ποσό των €42.000 (τεκμ.1). Οι Ενάγοντες παραχώρησαν σε αυτές το ως άνω δάνειο, ως και το ποσό του δανείου. Για την εν λόγω συμφωνία ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 733652Χ στο όνομα τους, στον οποίο και θα τηρούντο όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις (σχετ. η κατάσταση αυτού τεκμ.6). Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου των χρεωστριών 1 και 2 καθώς και του συνόλου των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες, παρόντων και μελλοντικών, η χρεώστρια 1 προσέφερε και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την υποθήκη Υ406Χ/11 (τεκμ.3, 3α), στο τεμ.75Χ (½ μερίδιο - υποθηκευμένο το όλο, στα Κ.Π.), η οποία δεόντως δηλώθηκε και εγγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΑΠΟ ΑΥΤΗ Είναι αρκετό να επισημανθεί ότι μια μακρά σειρά δικαστικών αποφάσεων θέλει τον υπογράφοντα γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτή ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει. Στηνυπόθεση L?Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16, 18 υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail ότι δηλαδή: "In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) Στηνυπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961 εξετάσθηκε με κάθε λεπτομέρεια πότε πρόσωπο που έχει υπογράψει έγγραφη συμφωνία δικαιούται να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή με βάση την αρχή non est factum ή με βάση την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης. Λέχθηκε, κατ΄αρχάς, ότι το βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες της συμφωνίας. Επικυρώθηκε, επίσης, η αρχή που είχε διατυπωθεί σε κατώτερο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση ότι όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Διατυπώθηκε, ακόμη, η άποψη ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να επικαλεστεί επιτυχώς non est factum διάδικος που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Και ότι οι περιστάσεις αυτές σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την περίπτωση που είτε λόγω φόρτου εργασίας, είτε επειδή βασίστηκε σε άλλο πρόσωπο δεν μελέτησε το έγγραφο προτού το υπογράψει. Η επίδειξη επιμέλειας από πλευράς του διαδίκου που επικαλείται την αρχή αυτή είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο ο ίδιος πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία. Στην ίδια υπόθεση (Saunders) λέχθηκε ότι το πρόσωπο που επέδειξε αμέλεια, απροσεξία ή επιπολαιότητα δεν μπορεί μετά να την επικαλεσθεί για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πλάνης επειδή δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί σε κάποιον να εκμεταλλευθεί το δικό του λάθος ή παράλειψη προς όφελος του ιδίου και προς ζημιά άλλων οι οποίοι ενδεχομένως ενήργησαν υπεύθυνα και προσεκτικά. Επανερχόμενη στην μαρτυρία της ΜΕ1 την οποία αποδέχομαι ως απόλυτα αξιόπιστη και σαφή, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία έχει δεόντως υπογραφεί από τις οφειλέτριες 1 και 2 (τεκμ.1). Το ίδιο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού από την χρεώστρια 1 των οποίων το περιεχόμενο είναι αναντίλεκτο (τεκμήρια 3, 3α). ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ Ο τρόπος αποπληρωμής του επίδικου Δανείου προνοείτο στον όρο 3 της Συμφωνίας. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 την οποία έχω αποδεκτεί, σταδιακά το επίδικο Δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δεν καταβάλλοντο κατά το χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες. Οι πρόνοιες του Όρου 6 της Συμφωνίας τεκμ.1, διαλαμβάνουν τα εξής σε περίπτωση παράλειψης καταβολής των δόσεων: «Παράλειψη ή άρνηση του Πελάτη να καταβάλει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις ή μέρος αυτών, με οποιουσδήποτε τόκους, ή έξοδα ή προμήθειες, ή δικαιώματα που οφείλονται σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, στις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις το Ταμιευτήριο απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, καθιστά το δάνειο αυτό ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει σε αυτό, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος, το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει ολόκληρο το παραπάνω δάνειο, προμήθεια ή δικαιώματα αμέσως. Εννοείται ότι το Ταμιευτήριο θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές οποιοσδήποτε δόσης η οποία έγινε πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου. (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικός είναι και ο Όρος 16 αυτής που έχει ως εξής: «σε περίπτωση που ο χρεώστης παραβεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα πιστωτική συμφωνία, το Ταμιευτήριο πέραν των πιο πάνω δικαιούται να χρεώνει τον λογαριασμό του δανείου με οποιαδήποτε έξοδα και/ή δαπάνες δημιουργηθούν μέχρι την τελική εξόφληση του στεγαστικού δανείου ...». Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι 2 χρεώστριες παρέλειπαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους και είχαν συνεπώς διαρρήξει την επίδικη συμφωνία δανείου. Επομένως το Συνεργατικό τους απέστειλε την επιστολή ημερ.26.7.12 (της οποίας η αποστολή αλλά ούτε και το περιεχόμενο της αμφισβητήθηκε) και στη συνέχεια την επιστολή ημερ.30.4.12 τεκμ.4 και την ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας τεκμ.5 εφόσον είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Η ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΤΕΚΜ.4) ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ (ΤΕΚΜ.5) Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής Συμφωνίας ή λογαριασμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας. Η θέση της υπεράσπισης αναφορικά με την προειδοποιητική επιστολή τεκμ.4 ήταν ότι δεν παραλήφθηκε από τις 2 χρεώστριες και συνεπώς δεν έλαβαν γνώση του περιεχομένου της. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν ότι αυτή αποστάληκε κανονικά, δεν επιστράφηκε και αυτές μεταγενέστερα δεν παρέλαβαν επιτηδευμένα το τεκμ.5. Αντεξεταζόμενη στη θέση ότι δεν είχε εμπλοκή στην ετοιμασία και στην αποστολή των τεκμηρίων 4 και 5 αυτή απάντησε θετικά, αφού το τεκμ.4 έφερε ημερομηνία του 2012 και αυτή ανέλαβε καθήκοντα το 2019. Επίσης απάντησε ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε και στις δύο, εκεί που διέμεναν και οι δύο, στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση, ως αναφέρεται και στην συμφωνία. Στην υποβολή της υπεράσπισης ότι αυτές δεν έλαβαν γνώση για τον τερματισμό του δανείου αφού η επιστολή τερματισμού τεκμ.5 δεν παραλήφθηκε από αυτές αλλά παρέμεινε αζήτητη, αυτή απάντησε αρνητικά. Είναι κοινή θέση ότι η επιστολή τερματισμού παρέμεινε αζήτητη. Η πιο πάνω μαρτυρία της μάρτυρος την οποία αποδέχομαι υποδηλεί ότι η επιστολή τεκμ.4 η οποία κατατέθηκε ενώπιον μου χωρίς ένσταση από την υπεράσπιση, είχε αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή της συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχε παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθυνόταν ήτοι στις 2 χρεώστριες. (Βλ. Latifundia Properties Ltd. v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Πιττάκας v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. Από τη μαρτυρία της μάρτυρος της Εφεσείουσας τράπεζας και την χωρίς ένσταση κατάθεση τους, το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορούσε να εξαχθεί ήταν ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί νόμιμα). Η ΜΕ1 παρέπεμψε στον Όρο 27 της Συμφωνίας στον οποίο διαλαμβάνονται τα εξής: «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στον χρεώστη, με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, στη διεύθυνση που δηλώνεται στο έγγραφο αυτό ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση θα δώσει ο χρεώστης στο Ταμιευτήριο ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Πλην του πιο πάνω όρου μελετώντας το τεκμ.1 παρατηρώ ότι: Στον όρο 7 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι « ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας της παρούσας συμφωνίας, καθυστέρηση καταβολής 3 δόσεων δίδει το δικαίωμα στο Ταμιευτήριο να δώσει προς τον χρεώστη 30 ημέρες έγγραφο προειδοποίηση για συμμόρφωση, να τερματίσει την παρούσα συμφωνία δανείου και ολόκληρο το ποσό του δανείου να καταστεί άμεσα απαιτητό (......). Με τον τερματισμό της παρούσας συμφωνίας το Ταμιευτήριο θα δικαιούται να λάβει εναντίον του χρεώστη όλα τα νομικά μέτρα και επιπλέον να ζητήσει την άμεση εκποίηση της προς όφελος του υποθήκης». Στον όρο 20 αναφέρεται ότι « μόλις το δάνειο ή μέρος αυτού ζητηθεί από το Ταμιευτήριο, δυνάμει της συμφωνίας αυτής, το Ταμιευτήριο θα έχει το δικαίωμα μετά την λήξη της προκαθορισμένης από τους Περί Καταναλωτικής Πίστης (συμφωνίες στεγαστικών δανείων και ενοικιαγορών) Νόμους τους 2001 - 2010, ειδοποίηση να απαιτήσει άμεση πληρωμή του δανείου και κάθε οφειλόμενο ποσό από τον χρεώστη δυνάμει του παρόντος δανείου θα καθίσταται οφειλόμενο και πληρωτέο και ο χρεώστης θα υποχρεούται να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που οφείλει συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, βασικού επιτοκίου, περιθωρίου, τόκους υπερημερίας και άλλα έξοδα». Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό από τους πιο πάνω όρους και αποτελεί εύρημα μου, ότι εφόσον οι χρεώστριες δεν είχαν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους οι οποίες προέκυπταν από την συμφωνία την οποία υπέγραψαν και καθυστερούσαν στην πληρωμή των δόσεων, το Ταμιευτήριο ορθώς προχώρησε στην αποστολή των επιστολών τεκμ.4 και 5 προς αυτές. Προκύπτει ξεκάθαρα από την κατάσταση δανείου (τεκμ.6) και είναι αναντίλεκτο ότι τους αποστάληκαν επιστολές καθυστερήσεων στις 27.3.12 και στις 2.5.12 αλλά και από το τεκμ.4 η αποστολή επιστολής αναφορικά με την μη πληρωμή 7 δόσεων του δανείου (ποσό €2.487,60), η οποία και πάλιν δεν αμφισβητήθηκε. Σε αυτές αποστάληκε μία ειδοποίηση τερματισμού (τεκμ.5) την οποία θεωρώ αρκετή, αφού διέμεναν στην ίδια διεύθυνση, όπως ανέφερε και η ΜΕ
  2. Λαμβάνω προς τούτο υπόψη τον όρο 30 της συμφωνίας τον οποίο αυτές αποδέχτηκαν διά της υπογραφής τους, ότι «αν το έγγραφο υπογράφετο από περισσότερους του ενός χρεώστες, [...] και ειδοποίηση σε οποιοδήποτε από αυτούς, θα θεωρείται ειδοποίηση σε όλους αυτούς». Άλλωστε δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε θέση ότι αυτές άλλαξαν διεύθυνση, ή ότι αυτή είναι λανθασμένη και γι΄αυτό δεν τις παρέλαβαν και άρα δεν έλαβαν γνώση. Στην υπόθεση Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1726, 1733, αναφέρθηκε πως εφόσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή της επιστολής τερματισμού στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της συμφωνίας συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Proof of posting .The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)Στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολ. Έφ. 84/2009, ημερομηνίας 2.10.2015, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όφειλε συνεπώς η Εφεσείουσα, ως φέρουσα το βάρος απόδειξης, με ικανή μαρτυρία ν' αποδείξει την αποστολή των επιστολών, τεκμ. 10, με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται στο έγγραφο, και που δεν αμφισβητείται ότι είναι η ορθή διεύθυνση». Αφ΄ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (δες Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012). Αποδέχομαι την θέση της ΜΕ1 η οποία αποτελεί εύρημα μου ότι έχει δει για την παρούσα το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας το οποίο τηρείται και σε αυτό καταγράφονται όλες οι ενέργειες με τα αποτελέσματα τους από τον εκάστοτε αρμόδιο λειτουργό. Ακόμη αποδέχομαι την αιτιολογημένη θέση της ΜΕ1 ότι κατόπιν μελέτης των καταχωρήσεων στον ηλεκτρονικό φάκελο του δανείου τόσο κατά το 2012 όσο και το 2013 και το 2014 δύο διαφορετικοί Λειτουργοί της Τράπεζας συνομίλησαν και τηλεφωνικώς και κατ΄ιδίαν και με τις δύο χρεώστριες στα γραφεία του Συνεργατισμού και ήταν γνώστριες της πιο πάνω κατάληξης, μάλιστα η πρώτη ζήτησε διαγραφή του δανείου, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. (βλ. Υπόθεση Arena πιο πάνω). Παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες δεν κλητεύθηκαν από τους ενάγοντες για να καταθέσουν ως μάρτυρες, εντούτοις η πλευρά των εναγομένων δύνατο να ζητήσει να τις αντεξετάσει με βάση το άρθρο 26 του Κεφ.9 εφόσον οι δηλώσεις της αποτελούν εξ΄ακοής μαρτυρία, πράγμα που δεν έπραξαν. (δες υπόθεση Ζερβού Παναγιώτης και Άλλη ν. Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 2192). Συνακόλουθα αποδέχομαι τους εν λόγω ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν καταγραμμένοι στο ηλεκτρονικό σύστημα στο οποίο ανέτρεξε η ΜΕ1 και προς τούτο εφαρμόζονται όσα αναφέρω και για την λοιπή μαρτυρία της. Δηλαδή παρά το γεγονός της μη παραλαβής της επιστολής τερματισμού από τις 2 χρεώστριες φαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτές μεταγενέστερα των 2 επιστολών συζητούσαν με την Τράπεζα για την εξέλιξη του δανείου. Αποδέχομαι τα πιο πάνω, ως επίσης ότι επιτηδευμένα η επιστολή τεκμ.5 δεν παραλήφθηκε από αυτές. Αναφορικά με την ειδοποίηση τερματισμού τεκμ.5 αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία της ΜΕ2 η οποία εργάζεται στο Ταχυδρομείο από το 2000 και ανέφερε την διαδικασία που τηρείται και τηρήθηκε στην παρούσα. Επρόκειτο για διπλοσυστημένη επιστολή που ταχυδρομήθηκε στις 15.6.12, συγκεκριμένα στο ταχυδρομείο της οδού Σαριπόλου εξ΄ου και φαίνονται τα αρχικά του δηλ. «cc» (city center) στο τεκμ.5 - αντίγραφο του φακέλου, η οποία αποστάληκε στην διεύθυνση των 2 χρεωστριών και παρέμεινε αζήτητη. Από την σφραγίδα του Ταχυδρομείου διαφαίνεται ότι έγινε και υπενθύμιση στις 3.7.12 για την παραλαβή της. Το γεγονός της αποστολής της ως διπλοσυστημένης και ότι παρέμεινε αζήτητη δεν αμφισβητείται αλλά αυτό που η υπεράσπιση αμφισβητεί είναι γενικότερα η αποστολή του τεκμ.5, θέση με την οποία η ΜΕ2 διαφώνησε. Η μαρτυρία της ΜΕ2 δεν κλονίστηκε και αποδέχομαι από αυτήν ότι στάληκαν από το ταχυδρομείο δύο ειδοποιήσεις - υπενθυμίσεις στον παραλήπτη για την παραλαβή της επιστολής τερματισμού τεκμ.5, ως επίσης ότι τελικώς δεν παραλήφθηκε από τις 2 χρεώστριες. Στην ουσία η σύντομη αντεξέταση της ΜΕ2 επικεντρώθηκε κυρίως στο κατά πόσο οι Εναγόμενες έλαβαν γνώση του περιεχομένου της επιστολής τερματισμού. Η λοιπή διαδικασία στην οποία αναφέρθηκε η ΜΕ2 παρέμεινε αναντίλεκτη. Η μαρτυρία της ήταν τυπική και κρίνεται ως αξιόπιστη μάρτυρας. Οι θέσεις της υπεράσπισης ότι το τεκμ.4 (που φέρει ημερ.30.4.12) ετοιμάστηκε εκ των υστέρων μετά την καταχώρηση της αγωγής, δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία, παρέμεινε μετέωρη και συνεπώς απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει και για την υποβολή προς την ΜΕ1 ότι οι πιο πάνω αναφερθείσες συναντήσεις και συνομιλίες με αυτές είναι ψευδείς και εκ των υστέρων σκέψεις των εναγόντων. Άξιο σημασίας είναι ότι η ΜΕ1 είπε ότι έχει τα αντίγραφα των εν λόγω ενεργειών και μπορεί να τα καταθέσει αλλά δεν ζητήθηκε από την υπεράσπιση κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα αποδέχομαι πλήρως τα όσα ανέφερε η ΜΕ1 για την αποστολή των τεκμ.4 και 5 και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Ακόμη και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραλειφθεί οι επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2029, Μακεδόνας Γιάννης Π. ν. Ευάγγελου Λαζάρου και Άλλης
(2005)1 ΑΑΔ 1322, In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Οthers v. Bank of Credit and Commerce International SA and Οthers (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465). Επαναλαμβάνω ότι η επιστολή/ειδοποίηση ημερ.30/04/2012 (τεκμ.4) αποστάληκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγομένων, οι οποίες διέμεναν μαζί, δηλαδή στην οδό Μαρίνου Γερουλάνου 5Χ, 4153 στα Κ. Π. και δεν επιστράφηκε στους ενάγοντες, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι αυτή είναι η ορθή. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν ουδεμία μαρτυρία που να ανατρέπουν το τεκμήριο που υπό τις περιστάσεις δημιουργήθηκε ότι η επιστολή τεκμ.4 ταχυδρομήθηκε στην διεύθυνση που οι ίδιες δήλωσαν στους ενάγοντες (εμφαίνεται στο τεκμ.1) και εφόσον δεν επιστράφηκε, είναι εμφανές ότι αυτές είχαν λάβει γνώση του περιεχομένου της. Σε αυτή την περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα δηλαδή αυτής των εναγόντων, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν ΓΙΩΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερ. 17/10/2014, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858, Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295). Σχετικά με την αποστολή συστημένων ή διπλοσυστημένων επιστολών οι οποίες επιστράφηκαν αζήτητες, σύμφωνα με την νομολογία και με βάση αυτή μη παραληφθείσες συστημένες επιστολές, δηλαδή «ΑΖΗΤΗΤΕΣ» στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του παραλήπτη θεωρούνται ότι γνωστοποιήθηκαν, εφόσον ειδοποίηση του ταχυδρομείου φτάνει στη διεύθυνση του παραλήπτη ο οποίος αρνείται και ή αμελεί να τις παραλάβει όπως δηλαδή συνέβη και στην παρούσα περίπτωση (δες KATSIANTONIS ν. FRANTZESKOU
(1981)1 CLR 566, Θεοδώρου Χρήστος ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059, HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΝΕΟΦΥΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1419/13, 27/11/2020 το Δικαστήριο, υιοθετώντας τις αποφάσεις Κατσιαντώνης και Θεοδώρου, θεώρησε ότι το γεγονός ότι ο παραλήπτης δεν παρέλαβε την συστημένη επιστολή λόγω σκόπιμης ή αμελούς πράξης εκ μέρους του δεν μπορούσε να επικαλεστεί μεταγενέστερα ότι δεν ειδοποιήθηκε. Στην υπόθεση Katsiantonis v. Frantzeskou
(1981)1 C.L.R. 566, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η επιστροφή επιστολής με την ένδειξη «αζήτητο» συνιστά καλή αποστολή της ειδοποίησης και θεωρείται ότι οι παραλήπτες έλαβαν γνώση, εκτός των περιπτώσεων που ο Νόμος ρητά απαιτεί πραγματική γνώση, και Οδυσσέως ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Εισοδήματος
(1998)3 Α.Α.Δ 481). Συνεπώς θεωρώ και αποτελεί εύρημα μου ότι οι ενάγοντες οι οποίοι φέρουν το βάρος απόδειξης, έχουν αποδείξει με ικανή μαρτυρία την αποστολή των επιστολών, τεκμ. 4 και 5 στις 2 χρεώστριες. Η επιστολή τερματισμού τεκμ.5 ήταν διπλοσυστημένη και αποστάληκε στη διεύθυνση που αναφερόταν στο τεκμ.1 και που ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση τους και αυτές διέμεναν μαζί. Να επαναλάβω ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι η ορθή διεύθυνση. Ακόμη η ΜΕ1 κατέθεσε τα πιο πάνω, χωρίς ένσταση εκ μέρους των εναγομένων. Ακόμη και στην περίπτωση που κατέληγα διαφορετικά ήτοι ότι οι επιστολές τεκμ.4 και 5 δεν αποστάληκαν στις χρεώστριες, θεωρώ ότι η καταχώρηση της αγωγής η οποία επακολούθησε εναντίον τους αποτελεί απαίτηση πληρωμής. Περί τούτου παραπέμπω στην Μακεδόνας Γιάννης Π. ν. Ευάγγελου Λαζάρου και Άλλης
(2005)1 ΑΑΔ
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε ότι ακόμη και να υπάρχει πρόνοια στη συμφωνία δανείου για απαίτηση πληρωμής πριν την έγερση αγωγής, τέτοια απαίτηση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση αγωγής και με σχετική αναφορά στην υπόθεση Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30, ανέφερε ότι η καταχώριση αγωγής αποτελεί επαρκή απαίτηση για τον σκοπό αυτό. Ακόμη στην υπόθεση ΕΤΑΙΡΕΙΑ J.K. VAVLITES (HOTELS & LEISURE) LTD ν. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 31/2013, 30/1/2019, ECLI:CY:AD:2019:A25, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας την υπόθεση Μακεδόνας (βλ.πιο πάνω) ανέφερε ότι η ίδια η καταχώριση αγωγής συνιστούσε ουσιαστικό τερματισμό και αξίωση επί της οφειλής αφού επρόκειτο για συμφωνηθέν υπόλοιπο με υποχρέωση μόνο από πλευράς της οφειλέτριας να το αποπληρώσει σε τακτές δόσεις και δεν υπήρχαν εκατέρωθεν υποχρεώσεις. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων γεγονότων προβαίνω σε εύρημα ότι οι 2 χρεώστριες πολύ καλά εγνώριζαν την κατάληξη του εν λόγω δανείου, τόσο με την παραλαβή των πιο πάνω αναφερθέντων επιστολών (ημερ.27.3.12, 2.5.12, 15.6.12 (δες τεκμ.6)), της επιστολής τεκμ.4 (30.4.12), όσο και με την καταχώριση της παρούσας αγωγής που με βάση τη νομολογία αποτελεί επαρκή απαίτηση του οφειλόμενου ποσού και τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι την προδικαστική ένσταση των εναγομένων ότι η αγωγή ήταν πρόωρη (γιατί ουδέποτε έγινε τερματισμός του δανείου), την οποία και απορρίπτω. ΕΚΤΑΜΙΕΥΣΗ Η θέση της ΜΕ1 ενόρκως, την οποία αποδέχομαι, σε συνάρτηση με τα ενώπιον μου κατατεθειμένα τεκμήρια (σχετικά τεκμ.2,6,8,9) είναι ότι η εκταμίευση έλαβε χώρα το
  2. Αποδέχομαι την περιγραφή της πώς διατέθηκε το εν λόγω ποσό των €42.000 σε συνάρτηση με τα πιο πάνω τεκμήρια προς όφελος των 2 χρεωστριών και συνεπώς προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε μεν τι αποτελούσαν τα αναγραφόμενα ποσά στην απόδειξη, δεν της υποβλήθηκε όμως συγκεκριμένα σε καμία περίπτωση η θέση ότι οι χρεώστριες δεν έλαβαν το πιο πάνω ποσό, ή ότι δεν έγινε η εκταμίευση του δανείου, ή ότι είναι εσφαλμένο το περιεχόμενο της απόδειξης, ή ότι δεν την υπέγραψαν. Η υπεράσπιση περιορίστηκε στο γιατί στην απόδειξη δίπλα από το ποσό των €10.924,63 δεν αναγράφεται και το όνομα της εναγόμενης 2 αλλά μόνο της χρεώστριας
  3. Οφείλω να αναφέρω ότι η θέση της υπεράσπισης διά των υποβολών της στην ΜΕ1 δεν ήταν ξεκάθαρη στο κατά πόσο η χρεώστρια 1 και η εναγόμενη 2 έλαβε το εν λόγω ποσό, γιατί σε αντίθετη περίπτωση ήταν λογικό και αναμενόμενο να προβούν σε διαβήματα καταγγελίας στην αστυνομία σχετικά με την πλαστογράφηση της απόδειξης εφόσον εμφαίνεται να έχουν τεθεί οι υπογραφές τους σε αυτήν. Επίσης δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους τους ειδικότερα η εναγόμενη 2 που είναι εν ζωή, ώστε το δικαστήριο να έχει και την δική τους εκδοχή τόσο για την υπογραφή τους όσο και γιατί αυτές να έχουν καταθέσει κατά τους επίδικους χρόνους σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις το συνολικό ποσό των €550 (ως διαφαίνεται στην κατάσταση τεκμ.6) ως επίσης για τις κατ΄ισχυρισμό συναντήσεις τους με τις Λειτουργούς της τράπεζας για την διευθέτηση του δανείου. Όσον αφορά την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιώδη ζητήματα της μαρτυρίας του, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση OLYMPIC INSURANCE AGENCIES LIMITED VS
  4. LEXUS INSURANCE AGENCIES LIMITED κ.ά Πολ. ΄Εφεση 168/2007 ημερ. 15/9/2010, απόσπασμα από την οποία παρατίθεται πιο κάτω: «Όμως από τη στιγμή που ο μάρτυρας που το κατέθεσε ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο είναι ορθό όφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει επί του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού του μάρτυρα των εφεσειόντων. Σύμφωνα με τους κανόνες απόδειξης και νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89, 105, Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 388/389 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Νικολαϊδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057, 1060), εκεί όπου ένα διάδικος παραλείπει να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, τότε το Δικαστήριο μπορεί (δηλαδή δεν είναι υπόχρεο) να καταλήξει ότι η πλευρά που παρέλειψε να αντεξετάσει, δέχεται τα γεγονότα όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας. Εδώ τα γεγονότα του τεκμηρίου 12 ήταν ουσιώδη, αφού αποτελούσαν μαρτυρία για απόδειξη του οφειλόμενου ποσού, που ήταν η ουσία της αγωγής, και επομένως όφειλε η πλευρά των εφεσιβλήτων να αντεξετάσει το μάρτυρα ως προς την ορθότητα ή μη της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού». ΤΟ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ Να υπενθυμίσω ότι κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 δηλώθηκε εκ μέρους των εναγόντων ο περιορισμός της απαίτησης τους με βάση την 2η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.9, η οποία δεν περιλάμβανε τόκο υπερημερίας ή οποιαδήποτε προσαύξηση, ήτοι στο ποσό των €60.059,25 το οποίο ήταν το υπόλοιπο κατά την 31/12/
  1. Αποδέχομαι την εξήγηση της ως προς το τί περιλαμβάνει αυτό το ποσό. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν και θέτουν ότι λόγω των συγχωνεύσεων που έλαβαν χώρα τα τραπεζικά βιβλία του Συνεργατικού δεν παρέμειναν τα ίδια. Προς τούτο αποδέχομαι την σταθερή θέση της ΜΕ1 ότι αυτή τα έχει συγκρίνει και ότι δεν υπήρξε καμία αλλοίωση τους. Ειδικότερα ότι όλες οι καταχωρήσεις σε αυτά με τα οφειλόμενα από τους εναγόμενους ποσά αποδεικνύονται και από την υπογραμμένη από αυτές απόδειξη δανείου. Αυτή έχει εξηγήσει με κάθε επάρκεια τί αφορούσε έκαστο ποσό, ήτοι το ποσό των €30.622,71 χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση άλλου λογαριασμού δανείου, οι €10.924,63 μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό των πρωτοφειλετριών, €50 έξοδα δανείου, €81.81 έξοδα χαρτοσήμανσης και €320,85 έξοδα υποθήκης. Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  2. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [2009] 1A.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/2014). Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικούμενου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά των εναγόντων κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.6 και παρουσίασε και αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού ήτοι τα τεκμ.8 και
  3. Επίσης μαζί με την κατάσταση κατέθεσε και το πιστοποιητικό τεκμ.10 με το οποίο βεβαιώνεται ότι αυτή αποτελεί μέρος του αρχείου των εναγόντων το οποίο και αποδέχομαι, βάση του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9. Αυτό σχετίζεται με την τήρηση αρχείου επιχείρησης, έγγραφο δε που καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος τέτοιου αρχείου, προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο, με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο. Προς τούτου παραπέμπω στην Χατζηγαβριήλ Μιχάλης ν. Ellinas Finance Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 668, σε σχέση με την αποδοχή του λογαριασμού ως μαρτυρία ο οποίος θα μπορούσε να υποστηριζόταν από πιστοποιητικό δυνάμει της πιο πάνω πρόνοιας, αλλά η απουσία του δεν το αποδυνάμωνε ως αποδεικτικό υλικό. Αλλά και στην Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 1344 στην οποία λέχθηκε ότι: «Ένα άλλο επιχείρημα του δικηγόρου των Εφεσειόντων, είναι ότι οι δύο καταστάσεις λογαριασμών - Τεκμήρια 3 και 4 - έγιναν δεχτά χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αφού δεν προσκομίστηκε σχετικό πιστοποιητικό. Στην παρούσα περίπτωση, δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στις πρόνοιες του Άρθρου 35, αφού οι καταστάσεις παρουσιάστηκαν από μάρτυρα και όχι αυτόνομα. Επομένως, εκείνο που έχει κύρια σημασία, είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 για το υπόλοιπο των λογαριασμών η οποία, αφού κρίθηκε αξιόπιστη, έγινε αποδεχτή». Να επισημάνω εδώ ότι, όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικές υποθέσεις είναι η Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
  1. Στο σημείο αυτό κρίνεται επάναγκες η αναφορά του τρόπου αντιμετώπισης των τεκμ.6, 8 και
  2. Προς τούτο είναι σημαντικό να αναφέρω τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ........................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: · Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. · Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. · Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. · Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Το Άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό, ή, καλύτερα, στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχουν οι Εναγόμενοι. Με άλλα λόγια το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (δέστε Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά. Η ΜΕ1 η οποία παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.6 αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Ειδικότερα παραπέμπω στην γραπτή δήλωση της ΜΕ1 (τεκμ.Α, παράγραφο 37) στην οποία αναφέρεται ότι «όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό παρουσιάζω την κατάσταση λογαριασμού (δες τεκμ.6) την οποία έχω εκτυπώσει από τον υπολογιστή μου ο οποίος είναι συνδεδεμένος με τα αρχεία του Ταμιευτηρίου και της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (νυν Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ) τα οποία αρχεία αποτελούν βιβλίο Τράπεζας στο οποίο έχουν γίνει όλες οι καταχωρίσεις που φαίνονται στην κατάσταση του λογαριασμού κατά την διεξαγωγή των Τραπεζικών Εργασιών. Την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού την έχω συγκρίνει με την αρχική καταχώριση, δηλαδή με την κατάσταση στο βιβλίο της Τράπεζας, δηλαδή την αρχική καταχώριση και είναι ορθή». Τις πιο πάνω θέσεις της, τις επανέλαβε αντεξεταζόμενη, ως επίσης και ότι «όλα τα ποσά προκύπτουν και από την απόδειξη έκδοσης του δανείου». Διαπιστώνω ότι στην αντεξέταση της ερωτήθηκε και εξήγησε την 2η αναδομημένη κατάσταση τεκμ.9 στην οποία περιόρισε την απαίτηση τους, δηλαδή χωρίς τόκο υπερημερίας και διάφορα άλλα έξοδα, χωρίς αύξηση του συνολικού επιτοκίου που ήταν 6,75% και ακολούθως μείωση του σε 6,5% προς όφελος των χρεωστριών. Δηλαδή αποδέχομαι και προβαίνω σε εύρημα ότι το Συνεργατικό καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που αφορούσαν στον επίδικο λογαριασμό σε τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας και το οποίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και το έλεγχο της Τράπεζας. Οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και η παρουσιασθείσα κατάσταση λογαριασμού συνιστά αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο, έχει συγκριθεί από την ΜΕ1 με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθή. Αποτελούν, δηλαδή, ορθή αντιγραφή/αναπαραγωγή του Τραπεζικού Βιβλίου. Συνεπώς το τεκμ.6 αποτελεί ενόψει του Άρθρου 22 (ανωτέρω) εκ πρώτης όψεως απόδειξη των δοσοληψιών που είναι καταχωρημένες σε αυτή. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εναγομένων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Αυτοί όμως απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία γιατί κατά το στάδιο που κατέθετε η Μ.Ε.1 ουδεμία αντεξέταση έγινε από την πλευρά της Υπεράσπισης επί του περιεχομένου της κατάστασης λογαριασμού που η Μ.Ε.1 κατέθεσε και των σχετικών σε αυτή καταχωρήσεων και, κατά συνέπεια, ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας της υπήρξε. Ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπολοίπου του λογαριασμού των χρεωστριών. Δεν αποδέχομαι την γενική και αόριστη θέση της υπεράσπισης την οποία και απορρίπτω για παρέμβαση στα τραπεζικά βιβλία ούτε και απέδειξαν κάτι τέτοιο. Για τα πιο πάνω παραπέμπω στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και
  1. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων». Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι, επίσης, και η απόφαση στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση αρ. 1/2010, ημερ. 8/7/2014: «Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1 Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο. Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν». Ακόμη αποδέχομαι την θέση της ΜΕ1 και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα σε όλα όσα ανέφερε για τις συγχωνεύσεις που έλαβαν χώρα και ειδικότερα ότι το Ταμιευτήριο συγχωνεύτηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ έχει υποκαταστήσει την ΣΕΔΙΠΕΣ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, ως ανέφερα πιο πάνω στο θέμα της διαδοχής. Περαιτέρω ότι τα τραπεζικά βιβλία του Ταμιευτηρίου διατηρούνται αναλλοίωτα στα αρχεία τους. ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ Είναι η θέση των εναγομένων στις υπερασπίσεις τους ότι υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες στη συμφωνία, μεταξύ άλλων αφορούν τους επιβληθέντες τόκους και έξοδα οι οποίοι ήταν ετεροβαρείς και δεν επεξηγήθηκαν σε αυτούς. Ειδικότερα με την αντεξέταση της ΜΕ1 προωθήθηκε η θέση ότι οι πιο κάτω όροι είναι καταχρηστικοί: Ο όρος 7 της συμφωνίας δανείου (τόκος υπερημερίας): Σε περίπτωση καθυστέρησης πέραν του ενός μηνός καταβολής οποιασδήποτε δόσης το καθυστερημένο ποσό θα έφερε επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστερήσεως μέχρι την εξόφληση του. Συμφωνήθηκε επιπλέον ότι ο τόκος υπερημερίας θα ήταν μεγαλύτερος κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες από το Συνολικό επιτόκιο του λογαριασμού (Βασικό Επιτόκιο και Περιθώριο) όπως θα ίσχυε κατά την χρονιαία στιγμή της υπερημερίας. Σε περίπτωση μη πληρωμής, αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επ' αυτού τόκοι. Νοείτο ότι το Ταμιευτήριο δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο». Ο όρος 11 της συμφωνίας δανείου (μεταβολή επιτοκίου): «Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όρων συμφωνείται ρητά ότι το Ταμιευτήριο δικαιούται να προβαίνει σε ανατοκισμό σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και επίσης θα δικαιούται να μεταβάλλει κατά την κρίση του και οποτεδήποτε το Βασικό Επιτόκιο του Ταμιευτηρίου, το Περιθώριο, την προμήθεια, τα τραπεζικά δικαιώματα, οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις ή έξοδα, τον τρόπο υπολογισμού του Βασικού Επιτοκίου, το χρόνο καταβολής του, τον τόκο υπερημερίας όπως αναφερόταν στη συμφωνία δανείου και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη σχετική αλλαγή και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Χρεώστη στον οποίο θα γνωστοποιείτο με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν κατά την κρίση του Ταμιευτηρίου και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Ο όρος 13 της συμφωνίας δανείου (τόκος πληρωτέος κάθε τριμηνία): «Ο τόκος όπως υπολογίζεται πιο πάνω είναι πληρωτέος κάθε τριμηνία, εκτός εάν το Ταμιευτήριο αποφασίσει διαφορετικά και γνωστοποιήσει την αλλαγή στον χρεώστη ως προβλέπεται ανωτέρω. Σε περίπτωση μη πληρωμής αυτός θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επ' αυτού τόκοι. Νοείται ότι το Ταμιευτήριο δεν θα ανατοκίζει περισσότερο από δύο φορές το χρόνο». Ο όρος 22 της συμφωνίας δανείου (συνένωση και συμψηφισμός): «Το Ταμιευτήριο δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς τον Χρεώστη, να ενώνει ή να συνενώνει όλους ή οποιουσδήποτε από τους λογαριασμούς του Χρεώστη μαζί με τις υποχρεώσεις του προς το Ταμιευτήριο και να συμψηφίζει (set off) ή να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό, ή ποσά που θα βρίσκονται εις οποιοδήποτε λογαριασμό ή εξαιτίας οποιουδήποτε άλλου λόγου είτε οι υποχρεώσεις αυτές έγιναν απαιτητές είτε ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι άμεσες είτε είναι προσωπικές ή αλληλέγγυες ή κοινές με άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα». Η θέση βεβαίως των Εναγόντων για το πιο πάνω θέμα είναι ότι οι εν λόγω ρήτρες δεν είναι καταχρηστικές. Στην Κύπρο βρίσκεται σε ισχύ ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021 (Ν.112(Ι)/2021), ο οποίος ενοποιεί, εκσυγχρονίζει και κωδικοποιεί ορισμένους προγενέστερους Νόμους, μεταξύ των οποίων είναι και ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος, Ν.93(Ι)/96, ο οποίος καταργείται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.112(Ι)/
  2. Ο εν λόγω Ν.93(Ι)/96θεσπίστηκε με σκοπό την εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με την «Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές» και ο Ν.112(Ι)/2021επαναλαμβάνει στο Προοίμιό του ότι εξακολουθεί να στοχεύει στην εναρμόνιση με την οδηγία αυτή. Μεταβατικές διατάξεις στο άρθρο 75 του Ν.112(Ι)/2021, ρυθμίζουν το πεδίο εφαρμογής του σε σχέση με συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Δεδομένου ότι δεν προβλέπεται στον ίδιο το Νόμο άλλη ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, προκύπτει από το Σύνταγμα ότι η ισχύς του άρχεται από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ήτοι από τις 12.5.2021 (βλ. Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4840, 12/5/2021). Η μόνη περίπτωση εξαίρεσης από το πεδίο εφαρμογής του Ν.112(Ι)/2021 είναι εκείνη που προβλέπεται στην επιφύλαξη του άρθρου 75
(1), ήτοι η περίπτωση των συμβάσεων που είναι τόσο παλαιές ώστε να συνήφθησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του καταργηθέντος νόμου (εν προκειμένω, του Ν.93(Ι)/96). Σε τέτοια περίπτωση οι πρόνοιες των συμβάσεων δεν εξετάζονται με βάση τις διατάξεις του Ν.112(Ι)/2021, ενώ όλες οι άλλες συμβάσεις υπόκεινται στο πεδίο εφαρμογής του νέου Νόμου, υπό την έννοια ότι οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις πηγάζουν από τον Ν.112(Ι)/2021, εφαρμόζονται αναφορικά και με συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Νόμου. Εφόσον η επίδικη σύμβαση φέρεται να συνήφθη την 1.6.2011, έπεται ότι ενέπιπτε, ratione temporis, στο πεδίο εφαρμογής του Ν93(Ι)/96 και συνεπακόλουθα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.112(Ι)/21. Ο Ν.112(Ι)/2021καθορίζει ρητά στο άρθρο 48 αυτού ότι τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ εμπορευόμενου και καταναλωτή. Στο άρθρο 2 του ιδίου Νόμου καθορίζεται η έννοια των όρων «καταναλωτής» και «εμπορευόμενος»꞉ «καταναλωτής σημαίνει «κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις συμβάσεις ή εμπορικές πρακτικές που καλύπτει ο παρών Νόμος, ενεργεί για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα», «εμπορευόμενος» σημαίνει «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα αν διέπεται από το ιδιωτικό ή το δημόσιο δίκαιο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου»· Ο Νομοθέτης διευκρινίζει στο άρθρο 48
(2)του Ν.112(Ι)/2021 τα όρια του ελέγχου καταχρηστικότητας μιας συμβατικής ρήτρας. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι η εκτίμηση περί του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά - ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης, ούτε το ανάλογο ή μη, μεταξύ του τιμήματος και/ή της αμοιβής των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό. Επομένως, στόχος είναι να διαπιστωθεί ποιές συμβατικές ρήτρες είναι ασαφείς και δυσνόητες για τον καταναλωτή. Σε περίπτωση που η σύμβαση συνομολογείται γραπτώς, τότε βάσει του άρθρου 52 του Ν.112(Ι)/21 αποτελεί υποχρέωση του εμπορευόμενου να διασφαλίσει ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Ν.112(Ι)/2021 «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη꞉ η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα: (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών· (β) εάν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα· (γ) εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή· και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο εμπορευόμενος χειρίστηκε δίκαια τον καταναλωτή. Το Παράρτημα IV του Ν.112(Ι)/21 περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω και να αναφέρω τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συμφωνία σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα ενώπιον μου κατατεθειμένα τεκμήρια. Εκείνο που έχω διαπιστώσει κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 πέραν της γενικής υποβολής ότι οι πιο πάνω όροι έχουν τεθεί στη συμφωνία και είναι καταχρηστικοί δεν έχει τεθεί συγκεκριμένο υπόβαθρο γιατί αυτές είναι τέτοιας μορφής. Δηλαδή στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένος ισχυρισμός αλλά ούτε ίχνος μαρτυρίας από την πλευρά των εναγομένων ότι δεν υπήρχε καλή πίστη εκ μέρους των Εναγόντων κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου όπως προβλέπεται από το άρθρο 50 του περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021 (112(I)/2021) (δές FRAKAPOR COURIER LTD, ΠΡΩΗΝ FRAKAPOR COURRIER LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ., Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2011, 15/6/2016, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/96) που ίσχυε πριν να τεθεί σε ισχύ ο Νόμος 112(I)/2021. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση πιο κάτω: «Τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 (Ν. 93(Ι)/96), (ο ″Νόμος″), προβλέπει τον ορισμό της καταχρηστικής ρήτρας, ήτοι: ″5.-
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, ″καταχρηστική ρήτρα″ θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.″ ″Είναι γεγονός ότι η διατύπωση του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου δεν βοηθά στην εύκολη κατανόηση του. Καθοδήγηση μπορεί, όμως, να αντληθεί από την Ευρωπαϊκή Οδηγία αρ. 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ανάγνωση της προαναφερόμενης οδηγίας αποκαλύπτει ότι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος αποτελεί την προσπάθεια του Νομοθέτη να εναρμονίσει την Κυπριακή Νομοθεσία με την Ευρωπαϊκή Οδηγία, και μάλιστα άρθρα του Ν. 93(Ι)/96 είναι μετάφραση άρθρων της εν λόγω Οδηγίας. Το άρθρο 5 του Ν. 93(Ι)/96είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 3
(1)της Οδηγίας, όπου αναφέρονται τα εξής τα οποία και θεωρώ ότι βοηθούν στην κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» στο Κυπριακό κείμενο: «A contractual term which has not been individually negotiated shall be regarded as unfair if, contrary to the requirement of good faith, it causes a significant imbalance in the parties' rights and obligations arising under the contract, to the detriment of the consumer».″ ″Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι η παράγραφος 3 της Συμφωνίας Τεκμήριο 2 είναι καταχρηστική, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των Εναγόντων. Καμία μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον μου, ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων.″ Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση και ιδιαιτέρως όταν στη βάση του περιεχομένου του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 του Νόμου, οι ισχύουσες, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, συνθήκες και οι υπόλοιπες ρήτρες της συμφωνίας, εξετάζονται στο πλέγμα προσδιορισμού της ″καλής πίστης″. Επί του προκειμένου, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συναφθεί η σύμβαση δανείου, στηριζόμενο στο εύρος της προσαχθείσας μαρτυρίας από τους εφεσιβλήτους. Είναι σ' αυτό το πλαίσιο που αποφάσισε ότι παρόλες τις υποβολές, οι εφεσείοντες δεν είχαν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Το επιχείρημα που προβλήθηκε ότι, το Δικαστήριο έθεσε το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης καλής πίστης στους εφεσείοντες, δεν έχει έρεισμα.» Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. Στη θέση της υπεράσπισης ότι η χρέωση εκ μέρους των εναγόντων του τόκου και του τόκου υπερημερίας είναι καταχρηστική, η ΜΕ1 παρέπεμψε συγκεκριμένα στους όρους 10, 14 και 31 της συμφωνίας. Ο όρος 10 αναφέρει ότι το δάνειο θα χρεώνεται μεταξύ άλλων με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο (το συνολικό επιτόκιο) το οποίο θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο του Ταμιευτηρίου και θα καθορίζεται από το Ταμιευτήριο από καιρού εις καιρό ήτοι το βασικό επιτόκιο και την προσαύξηση (περιθώριο). Το συνολικό επιτόκιο θα είναι 6,75. Ο όρος 14 προνοεί ότι το επιτόκιο και η δόση αποπληρωμής του δανείου δύνανται να τροποποιούνται από το Ταμιευτήριο από καιρού εις καιρόν. Ο όρος 31 αναφέρει ότι ο χρεώστης δηλώνει ότι είχε την ευκαιρία της ατομικής διαπραγμάτευσης των όρων της συμφωνίας οι οποίοι είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο της επιλογής του, ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας συμφωνίας και ότι ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει αυτήν. Ειδικότερα η ΜΕ1 αντεξεταζόμενη σε υποβολή για τον πιο πάνω αναφερόμενο όρο 11 της συμφωνίας διαφώνησε ότι είναι καταχρηστική ρήτρα. Μάλιστα είπε ότι οι 2 χρεώστριες υπέγραψαν την συμφωνία, η οποία προβλέπει γι΄αυτό το δικαίωμα των εναγόντων. Για τον όρο 7 που αφορά την χρέωση του τόκου υπερημερίας η μάρτυρας διαφώνησε και είπε ότι είναι καθ΄ όλα νόμιμη. Παρά την αναφορά στον όρο για επιβολή τόκου στο 3% τελικώς δεν εφαρμόστηκε στην πράξη, δηλαδή αυτές χρεώθηκαν το 1,25%. Ακόμη ούτε και οι πιο πάνω αναφερόμενοι όροι 13 και 22 έτυχαν εφαρμογής. Να επαναλάβω ότι η ΜΕ1 εις απάντηση στον συνήγορο υπεράσπισης για τον όρο 7 επικαλέστηκε τον όρο 31 και είπε ότι οι χρεώστριες είχαν την ευκαιρία να συμβουλευθούν δικηγόρο της επιλογής τους, ότι είχαν αναγνώσει προσεκτικά και κατανόησαν πλήρως όλες τις πρόνοιες της συμφωνίας, ελεύθερα και εθελούσια συμβλήθηκαν και την υπέγραψαν. Σε αυτό το σημείο η πλευρά των Εναγομένων δεν αμφισβήτησε την ισχύ, ούτε την εγκυρότητα του όρου 31 της συμφωνίας, ούτε αντεξέτασε με «συγκεκριμένες θέσεις» επί τούτου. Συνακόλουθα, έχοντας αποδεκτεί ως επαρκή και αξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΕ1 καταλήγω ότι οι χρεώστριες είχαν κατανοήσει την συμφωνία δανείου τεκμ.1, ελεύθερα και εθελούσια συμβλήθηκαν με το Ταμιευτήριο και την υπέγραψαν. Άλλωστε οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει το αντίθετο ήτοι άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή άλλης αθέμιτης παρότρυνσης εκ μέρους των εναγόντων για να θεωρηθούν καταχρηστικοί οι εν λόγω όροι οι οποίοι εξακολουθούν να τους δεσμεύουν. (δες Συρίμη Μαρία ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131, στην οποία το Ανώτατο απέρριψε το λόγο έφεσης που αφορούσε ισχυρισμούς για καταχρηστικές ρήτρες στη βάση του ότι αυτές συμφωνήθηκαν καλή τη πίστει και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή άλλης αθέμιτης παρότρυνσης και επομένως δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν καταχρηστικές). Επίσης δέον να αναφέρω ότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων στις εκθέσεις υπερασπίσεως τους για το εν λόγω θέμα δεν προωθήθηκαν κατά την αντεξέταση της μάρτυρος με συγκεκριμένες ερωτήσεις και υποβολές για ν΄απαντήσει. Περί αυτής της παραλείψεως αντεξέτασης της ΜΕ1 παραπέμπω πιο πάνω στην νομολογία (σελ.28 απόφασης). Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και καταχρηστική να θεωρηθεί μια ρήτρα, ο «καταναλωτής» είχε το δικαίωμα είτε να τερματίσει τη συμφωνία είτε να επιμείνει στην μη εφαρμογή της. (Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1Γ ΑΑΔ 2229). Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση εκ μέρους των εναγομένων. Αυτό όμως που λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου είναι η θέση της ΜΕ1 κατά την αντεξέταση της ότι οι εν λόγω όροι δεν τέθηκαν ποτέ σε εφαρμογή από τους Ενάγοντες οι οποίοι προώθησαν την απαίτηση τους με βάση την 2η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.9 δηλαδή χωρίς τόκο υπερημερίας και διάφορα άλλα έξοδα, χωρίς αύξηση του συνολικού επιτοκίου που ήταν 6,75% και ακολούθως μείωση του σε 6,5% προς όφελος των χρεωστριών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω και με βάση τη μαρτυρία που εχω αποδεχθεί εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) Απόφαση για το ποσό των €60.059,25, πλέον τόκο 6,75% από 01/01/2017 μέχρι 30/06/2018 και ακολούθως 6,5% από 01/07/2018 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου. Επίσης εκδίδεται: (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον του εναγόμενου 1 - ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Βρυώνη Χαραλάμπους, διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης Υ406Χ/11 ημερ.1.6.11 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της χρεώστριας 1, που περιγράφεται σε αυτήν, έναντι ή/και προς ικανοποίηση του χρέους των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες, ως αναφέρεται στην παράγραφο (α) πιο πάνω και επιστροφή οιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στον εναγόμενο 1. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.