Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Επισκοπής ν. Άντρου Τάκη, Αρ. Αγωγής: 4495/14, 31/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4495/14 Μεταξύ: Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Επισκοπής Ενάγοντος -και- Άντρου Τάκη, από τη Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 31η Ιουλίου, 2023 Για τον Ενάγοντα: Όλγα Λάμπρου Για τον Εναγόμενο: Ηρακλής Αγαθοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής του και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα ) Εισαγωγή O Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Επισκοπής (ο «Ενάγοντας») ήγειρε την παρούσα Αγωγή απαιτώντας από τον Εναγόμενο το ποσό των €6,120 ως δεδουλευμένα ενοίκια για κατοχή και χρήση, του παλιού δημοτικού σχολείου της Επισκοπής (το «παλιό σχολείο»), το οποίο βρίσκεται εντός τεμαχίου το οποίο είναι κατ' ισχυρισμό ιδιοκτησίας ή δικαιούμενης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Η καθιερωμένη αρχή, όπως διατυπώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορές σε αυθεντίες στην υπόθεση Ιωάννης Παπά ν D. Stavrinos Constructions Ltd., Πολιτική Έφεση 217/2008, απόφαση ημερομηνίας 21/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A56, είναι ότι τα δικόγραφα καθορίζουν και το πλαίσιο της δίκης. Ενώ στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D.Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής...» Οι, εδώ, δικογραφημένοι ισχυρισμοί των διαδίκων, ήταν οι εξής: Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι ο ιδιοκτήτης ή δικαιούμενος σε κατοχή του παλιού σχολείου και ότι το 1990 συνάφθηκε μεταξύ του και του Εναγόμενου προφορική συμφωνία ενοικίασης του για να χρησιμοποιείται από το δεύτερο ως ξυλουργείο. Μέχρι και το 1996 ο Εναγόμενος κατέβαλλε το συμφωνηθέν ενοίκιο 200 Λιρών Κύπρου το οποίο, βάσει της ίδιας συμφωνίας, θα καταβαλλόταν από τον Εναγόμενο ως εισφορά στον παιδοκομικό σταθμό Επισκοπής. Όταν ο παιδοκομικός σταθμός έκλεισε και εν πάση περιπτώσει από το 1997 μέχρι και την καταχώριση της Αγωγής, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλλε οποιοδήποτε ενοίκιο, προέβη δε και σε μετατροπές στο υποστατικό άνευ εγκρίσεως του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί ο επίδικος χώρος. Στις 31.12.13 ο Ενάγοντας κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει τα ενοίκια και στις 23.1.14 εκ νέου να εξοφλήσει, αλλά και να υπογράψει νέο συμβόλαιο ενοικίασης, εάν επιθυμούσε τη συνέχιση της ενοικίασης. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με τις κλήσεις του Ενάγοντα, ο τελευταίος, κατόπιν συγκατάθεσης του Μητροπολίτη Λεμεσού, καταχώρισε την παρούσα Αγωγή και αξίωσε ως ανωτέρω καταγράφεται. Στην τροποποιημένη Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι νόμιμος δικαιούχος σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Επισκοπής (το «Κοινοτικό Συμβούλιο») λόγω χρησικτησίας και ότι ο ίδιος έλαβε κατοχή του ακινήτου περί το έτος 1980, δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ του και του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ουδεμία συμφωνία σύναψε με τον Ενάγοντα, ο οποίος εμφανίστηκε ως ιδιοκτήτης ή δικαιούχος μόλις το
- Ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα επειδή δεν όφειλε οτιδήποτε προς εκείνον. Όσων αφορά τις κατ' ισχυρισμό μετατροπές, κάποιες έγιναν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχαν την επίδραση που ισχυρίστηκε ο Ενάγων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο ανέθεσε σε πολιτικό μηχανικό τη διενέργεια μελέτης για σκοπούς αξιοποίησης του υποστατικού. Η πρώτη φορά που ο Εναγόμενος άκουσε για τις αξιώσεις του Ενάγοντα ήταν με τις επιστολές που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης και μάλιστα ο ίδιος αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο προκειμένου να εγγραφεί το ακίνητο επ' ονόματί του δυνάμει χρησικτησίας. Με τροποποιημένη Απάντησή του ο Ενάγων αναφέρει ότι ο ίδιος παρουσιάζεται ως ο ιδιοκτήτης του ακίνητου, είναι καταχωρημένος με την ιδιότητα τούτη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και υπέβαλε στις 4.3.11 αίτημα στη βάση του Άρθρου 41 του Κεφ. 224, για έκδοση επ' ονόματί του τίτλου ιδιοκτησίας. Τα πιο πάνω ήταν εν γνώσει του Κοινοτικού Συμβουλίου, μέλος του οποίου ήταν και ο Εναγόμενος και μάλιστα, το πιο πάνω αίτημα, συνοδευόταν και από σχετική «δήλωση/πιστοποιητικό» που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί υπογραφής συμφωνίας μεταξύ του Εναγόμενου και του Κοινοτικού Συμβουλίου, αυτή δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα μια και υπογράφηκε χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντα, δηλαδή του ιδιοκτήτη. Η δε ανάθεση μελέτης από το Κοινοτικό Συμβούλιο πάσχει καθότι, κατά παράβαση του Νόμου, υπογράφτηκε μόνον από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ακρόαση Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον μου συνολικά 5 μάρτυρες - 2 για την πλευρά του Ενάγοντα και 3 για την πλευρά του Εναγόμενου. Οι μαρτυρία όλων έχει καταγραφεί στα πρακτικά και θα συνοψίσω τα κύρια σημεία της. Τίποτε από τα πιο κάτω και προτού αξιολογήσω τη μαρτυρία δεν αποτελεί μέρος των ευρημάτων μου. Ο Δημήτρης Μουαΐμης («ΜΕ1»), ταμίας της εκτελεστικής επιτροπής του Ενάγοντα για τα τελευταία 22 χρόνια, κατέθεσε γραπτή δήλωση και συμπληρωματική γραπτή δήλωση ως μέρη της κυρίως εξέτασής του. Με τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στο, κατά τον ίδιο, ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου στο οποίο βρίσκεται το παλιό σχολείο, στις διάφορες προσπάθειες και διαδικασίες με τις οποίες ο Ενάγοντας αιτήθηκε την εγγραφή του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματί του και στη σύναψη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου. Όρος της συμφωνίας ενοικίασης είπε ήταν όπως ο Εναγόμενος καταβάλλει 200 Λίρες Κύπρου («ΛΚ») απευθείας στον παιδοκομικό σταθμό Επισκοπής - ο οποίος έκλεισε στο 1996 - ως εισφορά του Ενάγοντα. Από το 1997 και έπειτα, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε άλλο ποσό και ο ίδιος επικοινωνούσε συχνά μαζί του αναφορικά με το θέμα, χωρίς όμως κατάληξη. Ουδέποτε στο παρελθόν, είπε ο ΜΕ1, είτε ο Εναγόμενος είτε το Κοινοτικό Συμβούλιο, αμφισβήτησαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου. Εν όψει του ότι ο Εναγόμενος, συνεχίζει να κατέχει το ακίνητο και δεν πληρώνει ενοίκιο, τα οφειλόμενα ανέρχονται στο ποσό των €6,120 για τα έτη 1997 έως 2014 και επιπλέον €2,720 για τα έτη 2015 μέχρι και την ημέρα της ολοκλήρωσης της μαρτυρίας του. Διευκρίνισε έπειτα ότι η χρήση του παλιού σχολείου παραχωρήθηκε αρχικά προς τον Εναγόμενο από τον Πρόεδρο της Χωρητικής Αρχής της Επισκοπής, αλλά αφού διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο ανήκε στον Ενάγοντα, ενημερώθηκε ο Πρόεδρος της Χωρητικής Αρχής και μια και ο Εναγόμενος ήδη χρησιμοποιούσε το ακίνητο ως χώρο εργασίας, έγινε η προφορική συμφωνία. Υποστήριξε τις θέσεις της πλευράς που τον κάλεσε προσκομίζοντας στο Δικαστήριο τα εξής: - Τεκμήριο 1 - πιστοποιητικό έρευνας ημερομηνίας 21.3.14 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και στο οποίο φαίνεται στο πεδίο «Όνομα Ιδιοκτήτη» η ονομασία του Ενάγοντα, - Τεκμήριο 2 - δήλωση του ταμία του παιδοκομικού σταθμού Επισκοπής, με ημερομηνία 10.1.16 και στην οποία φαίνεται να δηλώνεται ότι ο Εναγόμενος κατέβαλλε το ποσό των ΛΚ200 το χρόνο ως εισφορά της Εκκλησίας της Επισκοπής προς τον παιδοκομικό σταθμό μέχρι το έτος 1996, - Τεκμήριο 3 - επιστολή ημερομηνίας 31.8.13 με την οποία ο Ενάγων αξίωσε ενοίκια από το 1997 μέχρι και το 2013, - Τεκμήριο 4 - επιστολή ημερομηνίας 23.1.14 που επιδόθηκε στον Εναγόμενο, με την οποία οι δικηγόροι του Ενάγοντος απαίτησαν εκ νέου τα οφειλόμενα ενοίκια και έθεσε ως όρο για συνέχιση της ενοικίασης τη σύναψη νέου συμβολαίου και την εξόφληση των απαιτούμενων, - Τεκμήριο 5 - Αίτηση για έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στη βάση του Άρθρου 41 του Κεφ. 224 και συνόδευσε αυτή με πιστοποιητικό ημερομηνίας 1.2.11, υπογεγραμμένο από τον τότε Κοινοτάρχη Επισκοπής, στο οποίο καταγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων κατέχει το επίδικο ακίνητο για πάνω από 50 χρόνια συνεχώς, - Τεκμήριο 6 - επιστολή του Κοινοτικού Συμβουλίου Επισκοπής ημερομηνίας 25.6.13 στην οποία αναφέρεται ότι το παλιό σχολείο είναι ιδιοκτησίας του Ενάγοντα, - Τεκμήριο 7 το οποίο αποτελεί, κατά τον ΜΕ1, έγκριση του Μητροπολίτη Λεμεσού ημερομηνίας 30.9.14 για την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, - Τεκμήριο 8 - πρακτικά της Ερανικής Επιτροπής Ιερού Ναού Καλού Ποιμένος Χριστού και Κοινοτικού Συμβουλίου Επισκοπής ημερομηνίας 4.2.20 και - Τεκμήριο 9 - αντίγραφο εγγράφου του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 1.11.13 στο οποίο, κατά τον ΜΕ1, παρουσιάζεται ο Ενάγοντας ως ο ιδιοκτήτης του ακινήτου στα αρχεία του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατά την αντεξέτασή του και σχολιάζοντας το Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα τον αστερίσκο που ευρίσκεται στο μέσο του, με σημείωση ότι «Ιδιοκτησία που δεν φέρει ημερομηνία εγγραφής δεν είναι εγγεγραμμένη [.]», ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν είναι άτομο που γνωρίζει εάν το έγγραφο είναι έγκυρο ή άκυρο, αλλά το εκδίδει το Κτηματολόγιο και λέει ότι το ακίνητο ανήκει στον Ενάγοντα και τούτο θα απαντούσε οποιοσδήποτε κάτοικος της περιοχής που είναι κάποιας ηλικίας και γνωρίζει τα γεγονότα. Πρόσθεσε ότι το τεμάχιο ανήκει σε μια σειρά τεμαχίων που ανήκουν στην Εκκλησία για τα οποία όμως δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας και ότι το Κτηματολόγιο εξετάζει αιτήματα για έκδοση τίτλο κατά σειρά. Έπειτα ανέφερε ότι ανεπίσημα είχε ενημέρωση ότι κάποιος άλλος ενδιαφερόταν για ακίνητο και γι' αυτό το λόγο δεν μπορούσε να εκδοθεί τίτλος επ' ονόματι του Ενάγοντα. Ερωτηθείς αναφορικά με τον τόπο, χρόνο και τους εμπλεκόμενους στη σύναψη της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου ανέφερε ότι σε κάποιο χρόνο αντιλήφθηκε ότι δόθηκε στον Εναγόμενο ο χώρος του παλιού σχολείου. Θυμήθηκε συνομιλία που είχε με παλαιότερο Πρόεδρο της εκκλησιαστικής επιτροπής τον Κώστα Μιχαήλ ο οποίος του ανέφερε ότι ο τότε Κοινοτάρχης Επισκοπής έκανε λάθος που παραχώρησε στον Εναγόμενο το χώρο επειδή ανήκει στην Εκκλησία και ότι ο ίδιος ο Κώστας Μιχαήλ απευθύνθηκε στον τότε κοινοτάρχη, ο οποίος του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είναι οικογενειάρχης, είναι κρίμα και να τον αφήσουν να δουλέψει, με τη συνεννόηση όμως όπως το ενοίκιο να το δίδει ως εισφορά στον παιδοκομικό σταθμό. Ο δε τότε ταμίας ανέφερε στον ΜΕ1 ότι πράγματι ο Εναγόμενος πλήρωνε τα ενοίκια ως η συμφωνία, αλλά ότι δεν έχει αποδείξεις. Του υποδείχθηκαν συγκεκριμένα έγγραφα, χωρίς όμως μέχρι εκείνο το στάδιο να κατατεθούν στο Δικαστήριο, για τα οποία ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Χωρητική Αρχή λανθασμένα θεωρούσε ότι ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου. Όταν ο ίδιος συνομίλησε με τον τότε πρόεδρο της χωρητικής Αρχής, προσπάθησε να εξασφαλίσει και γραπτώς την εκ μέρους του παραδοχή αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου αλλά δεν τα κατάφερε. Η ουσία, εξήγησε, είναι εκείνος που κάνει μια συμφωνία να είναι εκείνος που του ανήκει το τεμάχιο. Δεν θυμόταν όμως πότε περιήλθε στη γνώση του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ενάγοντα. Διαφώνησε με τη θέση ότι το ακίνητο κατέχεται από τον Εναγόμενο από το έτος 1980, αλλά συμφώνησε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε πλήρωσε ενοίκιο, σπεύδοντας όμως να διευκρινίσει ότι δεν το έπραξε αναβάλλοντας τέτοια πληρωμή σε άλλες ημερομηνίες. Ο ίδιος δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ενοίκιο ως ταμίας αλλά ούτε ο πρόεδρος της χωρητικής αρχής είχε δικαίωμα να εισπράττει χρήματα. Ανέφερε επίσης ότι ο τέως Πρόεδρος της χωρητικής αρχής τους ενημέρωσε ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε και ότι πλήρωσε και κάποια ενοίκια προς τον παιδοκομικό σταθμό. Ανεξάρτητα από όσες συμφωνίες και να έκανε ο Εναγόμενος με το Κοινοτικό Συμβούλιο, είπε ο ΜΕ1, απόδειξη ότι το ακίνητο ανήκει στο Κοινοτικό Συμβούλιο δεν έφερε στο Δικαστήριο. Δεύτερος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο ιερέας του Ενάγοντα, Αιδεσιμότατος Πέτρος Ανδρέου («ΜΕ2»), ο οποίος επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και αναφέρει ότι ασκεί τα καθήκοντά του από
- Αναφέρει επίσης ότι, από την ανάληψη των καθηκόντων του, ενημερώθηκε σχετικά με την ενοικίαση του παλιού σχολείου στον Εναγόμενο και στις διάφορες αλλαγές που εκείνος επέφερε σ' αυτό. Το 2011 αποτάθηκε στον τότε Κοινοτάρχη Επισκοπής και εξασφάλισε βεβαίωση προκειμένου να καταχωριστεί η διαδικασία που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Το 2014 αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο και επιβεβαιώθηκε ότι ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1, αλλά δεν είχε εκδοθεί ακόμα τίτλος ιδιοκτησίας. Πληροφορήθηκε έπειτα, περί το 2015, ότι ο Εναγόμενος υπέβαλε ένσταση στην διαδικασία εγγραφής του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα. Όλα τα χρόνια που συμμετέχει σε συναντήσεις με το Κοινοτικό Συμβούλιο ουδέποτε τέθηκε ζήτημα διεκδίκησης του ακινήτου από το Κοινοτικό Συμβούλιο, αλλά αντίθετα συζητήθηκε η πιθανότητα παραχώρησης του ακινήτου από τον Ενάγοντα προς το Κοινοτικό Συμβούλιο. Αναφορικά με τα επίδικα ενοίκια, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο Ενάγοντα ανέκαθεν τα διεκδικούσε από τον Εναγόμενο μέσω του ΜΕ
- Μέχρι την ημέρα της μαρτυρίας του τα οφειλόμενα ανέρχονται στο ποσό των €8,
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα πρώτα χρόνια δεν διεκδικήθηκαν οποιαδήποτε ενοίκια από τον Εναγόμενο. Ο ίδιος δεν γνωρίζει από πότε ο Εναγόμενος κατέχει το υποστατικό. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο προς αναγνώριση 1 και του υπεβλήθη ότι εκείνο είναι συμβόλαιο μεταξύ της Χωρητικής Αρχής και του Εναγόμενου και επιβεβαίωσε ότι αφορά το επίδικο ακίνητο και το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 2 και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει να έγινε μεταξύ του Εναγόμενου και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής οποιαδήποτε γραπτή ή άλλη συμφωνία. Αναφορικά με το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 3 και τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων έλαβε γνώση του περιεχομένου του, είπε ότι δεν θυμάται αλλά και δεν θυμόταν εάν ενημερώθηκε ο Ενάγων ότι ο φάκελος που αφορούσε το ζήτημα της εγγραφής του ακινήτου επ' ονόματί του έκλεισε. Δεν θυμόταν εάν ο πρώην κοινοτάρχης Παύλος Πούρης ανέφερε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο διεκδικούσε τα ακίνητο, αλλά γνωρίζει ότι η θέση τούτη ισχύει για το Λεύκιο Προδρόμου τον - κατά τον χρόνο της μαρτυρίας του - Κοινοτάρχη. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος ανταποκρίνεται πλήρως στις υποχρεώσεις του έναντι του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και πρόσθεσε, κατά την επανεξέτασή του, ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση από το Κοινοτικό Συμβούλιο ότι διεκδικεί το επίδικο ακίνητο. Για την Υπεράσπιση πρώτος κατέθεσε ο Εναγόμενος. Αναφέρθηκε πότε και με ποιες συμφωνίες περιήλθε το ακίνητο στην κατοχή του. Περί το 2015 ανέφερε στον Ενάγοντα ότι εάν του προσκομιζόταν τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου θα σύναπτε συμφωνία μαζί του. Είπε ότι είναι μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου για 20 χρόνια και γνωρίζει ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο διεκδικεί την κυριότητα, ως ήταν η αναφορά του, του παλιού σχολείου. Σχετικά με το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό κατήρτισε το έγγραφο εκείνο δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του και του παρέδωσε σχετική επιστολή. Επίσης αντέταξε, σε σχετική αντίστοιχη τοποθέτηση του ΜΕ1, ότι κατέχει το ακίνητο από πριν το 1990 και εκ της θέσεως του ως μέλος της σχολικής εφορείας γνωρίζει ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο διεκδικεί το ακίνητο. Ο ίδιος δε δεν έχει συμφωνία με την εκκλησιαστική επιτροπή αλλά με το Κοινοτικό Συμβούλιο εις το οποίο πληρώνει και ενοίκιο. Κατά τη μαρτυρία του προσκόμισε: - Τεκμήριο 10 - Συμβόλαιο ενοικίασης μεταξύ της Χωρητικής Αρχής Επισκοπής Λεμεσού και του Αντρέα Τ. Πέτρου για 10 χρόνια από την 1.12.1980, το οποίο ουσιαστικά αποτελούσε χαρτοσημασμένο πρωτότυπο του Τεκμηρίου προς αναγνώριση 1, - Τεκμήριο 11 - Ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της Χωρητικής Αρχής Επισκοπής Λεμεσού και του Ανδρέα Χριστάκη Πέτρου για περίοδο 5 ετών από 1/12/1990 και με δικαίωμα ανανέωσης για άλλα 5 έτη μετέπειτα, το οποίο ουσιαστικά αποτελούσε χαρτοσημασμένο πρωτότυπο του Τεκμηρίου προς αναγνώριση 2, - Τεκμήριο 12 - Γραπτή υπεύθυνη δήλωση του Κυριάκου Γαβριήλ στη οποία αναγράφεται ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 2, - Τεκμήριο 13 - Δήλωση Σωκράτη Σάββα αναφορικά με το Τεκμήριο 6 και στην οποία αναγράφεται ότι ο δηλών γνωρίζει ότι ο Εναγόμενος ενοικιάζει το παλιό σχολείο πολύ πιο πριν το 1989, - Τεκμήριο 14 - Βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Επισκοπής με ημερομηνίας 19.1.21 στην οποία αναφέρεται ότι το Συμβούλιο δεν έπαψε και εξακολουθεί να διεκδικεί την επικαρπία του παλιού σχολείου, Αναγνώρισε επίσης κατά την αντεξέτασή του το Τεκμήριο 15, που είναι επιστολή των δικηγόρων του στην οποία αναφέρεται ότι ο ίδιος διεκδικεί το επίδικο ακίνητο λόγω χρησικτησίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν να του παρουσιάσει τίτλο η χωρητική αρχή, καθότι αυτή διαχειριζόταν τα ακίνητο. Κατόπιν σχετικών ερωτήσεων διευκρίνισε ότι εν τέλει παραιτήθηκε ο ίδιος από τη διεκδίκηση του ακινήτου λόγω χρησικτησίας, επειδή ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αναφορικά με το Τεκμήριο 13 αναγνώρισε ότι δεν έχει σχέση με το Τεκμήριο
- Απαντώντας στο κατά πόσο πριν το 2021 υπάρχουν πρακτικά αναφορικά με τη διεκδίκηση του ακινήτου από το Κοινοτικό Συμβούλιο ανέφερε ότι μεταξύ του 1980 και του 2013 δεν υπήρχε κάποιος να το διεκδικεί. Αρνήθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στον Ενάγοντα. Δεύτερος Μάρτυρας Υπεράσπισης ήταν ο Λεύκιος Προδρόμου, ο, κατά το χρόνο της μαρτυρίας του, κοινοτάρχης Επισκοπής («ΜΥ2»). Ανέφερε ότι είναι κοινοτάρχης από το 2017 και ότι το επίδικο ακίνητο κατέχεται από τον Εναγόμενο από περί το 1980 - 1981, όταν του παραχωρήθηκε από τους προκατόχους του. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 14 ως έγγραφο που φέρει τη σφραγίδα του. Επιβεβαίωσε ότι η θέση του Κοινοτικού Συμβουλίου είναι ότι το παλιό σχολείο ανήκει στην Κοινότητα και προς τούτο είχαν στο παρελθόν αποταθεί στο Κτηματολόγιο. Εξ όσων θυμόταν ο Εναγόμενος κατέβαλλε ενοίκια στο Κοινοτικό Συμβούλιο Επισκοπής. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε εάν καταβάλλονταν ακόμα ενοίκια για το ακίνητο, ούτε εάν καταβάλλονταν στο παρελθόν. Βάσει Νόμου, υποστήριξε, το ακίνητο ανήκει στην Κοινότητα. Ανέφερε ότι υποβλήθηκε αίτηση για εγγραφή του ακινήτου αλλά δεν θυμόταν πότε και δεν είχε μαζί του οτιδήποτε σχετικό. Ανέφερε επίσης ότι έμαθε για την Αγωγή σε συνάντηση που έλαβε χώρα περί το 2018 - 2019 παρουσία του Μητροπολίτη και ότι ο ίδιος ανέφερε το Μητροπολίτη ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην Κοινότητα. Αντικρίζοντας το Τεκμήριο 8, εξήγησε ότι αυτά που αναφέρονται σε εκείνο δεν ευσταθούν και ότι τα πρακτικά του Κοινοτικού Συμβουλίου είναι πολύ διαφορετικά. Τελευταίος μάρτυρας στην υπόθεση ήταν ο Παύλος Πούρης («ΜΥ3»). Ήταν ο Κοινοτάρχης Επισκοπής μεταξύ των ετών 2012 και
- Αναφορικά με το Τεκμήριο 6 ανέφερε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή του και εξήγησε τις συνθήκες υπό τις οποίες το υπέγραψε, καταλήγοντας ότι η συνεννόηση με τον Ενάγοντα ήταν ότι δεν ήταν σημαντικό σε ποιον ανήκε το παλιό σχολείο αλλά ότι θα παραχωρείτο στην Κοινότητα για να επιδιορθωθεί με ευρωπαϊκά κονδύλια. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, τίποτε εκ των πιο πάνω δεν τηρήθηκε. Δεν γνωρίζει με βεβαιότητα σε ποιον ανήκει το παλιό σχολείο, αλλά θυμάται μετά από το 1975 που κατοίκισε στην Επισκοπή ότι ήταν το «πελεκανιό» του Εναγόμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν η δουλειά του να εισπράττει ενοίκια από τον Εναγόμενο και ότι τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ Κοινοτικού Συμβουλίου και Ενάγοντα δεν τηρήθηκαν λόγω της Αγωγής. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τον Εναγόμενο, οι δικηγόροι των διαδίκων, παραδίδοντας γραπτά κείμενα, αγόρευσαν στο Δικαστήριο. Στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα αναφέρει ότι η όποια συμφωνία μεταξύ Χωρητικής Αρχής και Εναγόμενου δεν μπορεί να έχει έννομα αποτελέσματα, καθότι η Χωρητική Αρχή δεν ήταν ιδιοκτήτης και δεν δικαιούτο σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου. Ιδιοκτήτης όμως, έστω και μη εγγεγραμμένος λόγω της υποβολής ένστασης στην αίτηση που υποβλήθηκε στη βάση του Άρθρου 41 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Κεφ. 224, είναι ο Ενάγων. Βάσει της μαρτυρίας, αναφέρει, το Κοινοτικό Συμβούλιο αναγνωρίζει το δικαίωμα τούτο στον Ενάγοντα. Μεταξύ του Εναγόμενου και το Ενάγοντα υποστήριξε υπάρχει προφορική συμφωνία και οι εκδοχές που πρόβαλε ο Εναγόμενος για να αποφύγει την καταβολή των ενοικίων είναι αντιφατικές. Η θέση του δικηγόρου του Εναγόμενου ήταν αντίθετη. Εστίασε στο γεγονός ότι επίδικο ζήτημα στην παρούσα διαδικασία είναι το κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται σε δεδουλευμένα ενοίκια και ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, η πλευρά του Ενάγοντα απέτυχε να αποδείξει τέτοιο δικαίωμα. Αντίθετα, κατά το δικηγόρο του, ο Εναγόμενος παρουσίασε στοιχεία που καταδεικνύουν ότι την κατοχή του ακινήτου την είχε ο Εναγόμενος από το έτος
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας Αξιολογώ την ενώπιον μου μαρτυρία έχοντας κατά νου τις καλά καθιερωμένες αρχές που προκύπτουν μέσα από τη σχετική επί του θέματος Νομολογία[1]. Λαμβάνονται συνεπώς υπόψη, ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σχετική Νομολογία, «η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει [...]». Το Δικαστήριο μπορεί ν' αποδεχτεί μέρος ή όλη τη μαρτυρία ενός μάρτυρα[2], νοουμένου ότι η επιλογή του Δικαστηρίου αιτιολογείται[3]. Υπενθυμίζεται τέλος το καθήκον του Δικαστηρίου να συσχετίζει, αντιπαραβάλλει και διερευνά τη μαρτυρία με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση η απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[4]. ΜΕ1 - Γενικά ο ΜΕ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Παρόλο που δεν μπορώ να πω ότι φάνηκε να προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραπλανήσει ή να πει ψέματα, τηρούσε στο εδώλιο αμυντική στάση και έδειχνε εκνευρισμένος. Κυριότερα όμως, διαπίστωσα ότι η μαρτυρία του περιείχε αρκετές ασάφειες και ορισμένες αντιφάσεις, τις οποίες εντόπισα σε καίρια σημεία της, ως πρόκειται να εξηγήσω: Αναφορικά με το θέμα της σύναψης της προφορικής συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου, η θέση του ΜΕ1 δεν ήταν ξεκάθαρη. Ενώ στο Έγγραφο Α, ανέφερε μόνον ότι με προφορική συμφωνία το έτος 1990 συμφωνήθηκε όπως ο Εναγόμενος χρησιμοποιεί το παλιό σχολείο ως ξυλουργείο, στο Έγγραφο Β προχώρησε και διευκρίνισε ότι το παλιό σχολείο είχε από προηγουμένως παραχωρηθεί στον Εναγόμενο από τον τότε πρόεδρο της χωρητικής αρχής Επισκοπής Χρυσόστομο Γεωργίου και ότι, ουσιαστικά, η προφορική συμφωνία επήλθε μετά που έγινε γνωστό ότι το παλιό σχολείο ανήκε στον Ενάγοντα. Τα πιο πάνω όμως, έτυχαν και περαιτέρω ανάλυσης από τον ίδιο το ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του, ανάλυση με την οποία η, φαινομενικά, αρχική και απλή θέση του περί σύναψης προφορικής συμφωνίας ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων, περιπλέχθηκε, αλλά και σταδιακά, αυτοαναιρέθηκε όπως πρόκειται να εξηγήσω πιο κάτω. Το κατά πόσο ο ΜΕ1 είχε ιδία γνώση αναφορικά με τις συνθήκες σύναψης της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας παρέμεινε αμφίβολο. Και τούτο - εν πρώτοις - επειδή, ενώ ο ίδιος στη μαρτυρία του ανέφερε ρητώς ότι εκτελεί χρέη ταμία στην εκκλησιαστική επιτροπή του Ενάγοντα για 22 χρόνια, δηλαδή από περίπου το έτος 1999, αντεξεταζόμενος αναφορικά με την εμπλοκή του στα του Ενάγοντα ή της εν λόγω επιτροπής, η θέση του δεν ήταν ξεκάθαρη και ο ίδιος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να είναι 20 ή και 25 ή ακόμα και 30 χρόνια. Η πιο πάνω χρονική τοποθέτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μια και όπως θα καταδειχθεί πιο κάτω, ούτε οι θέσεις του ΜΕ1 αναφορικά με το χρόνο ούτε αναφορικά με τους εμπλεκόμενους στη σύναψη της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας ήταν ξεκάθαρες. Κατά δεύτερο, τόσο δικογραφικά, όσο και στη μαρτυρία του ΜΕ1, η σύναψη της προφορικής συμφωνίας τοποθετείται το έτος
- Κατά την αντεξέτασή του όμως, ο ΜΕ1, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε το μήνα εντός του έτους 1990, ούτε τα πρόσωπα τα οποία ενεπλάκησαν στη σύναψή της. Τα δύο πιο πάνω στοιχεία απέκτησαν, και αυτά με τη σειρά τους, σημασία μια και ο ΜΕ1 αναφέρθηκε εκτενώς στην εμπλοκή του τότε προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Χρυσόστομου Γεωργίου, του προσώπου δηλαδή το οποίο, αδιαμφισβήτητα, ήταν εκείνο που παραχώρησε το παλιό σχολείο στον Εναγόμενο. Το κατά πόσο ο Χρυσόστομος Γεωργίου έπραξε ορθώς ή όχι δεν το εξετάζω προς το παρόν, αλλά βάσει της μαρτυρίας του ΜΕ1, ο Χρυσόστομος Γεωργίου ήταν το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό «έπεισε» τον Κώστα Μιχαήλ να αποδεχθεί την εξακολούθηση της παραχώρησης του χώρου στον Εναγόμενο, αλλά και το πρόσωπο που πρότεινε και το κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέν ενοίκιο των 200 ΛΚ, ακόμη και τη διευθέτηση για πληρωμή του ενοικίου προς το παιδοκομικό σταθμό ως εισφορά του Ενάγοντα. Η δε θέση του ΜΕ1 αναφορικά με την ανάμειξη του Εναγόμενου στη σύναψη της συμφωνίας ήταν επίσης συγκεχυμένη: Υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ1 αρχικά ανέφερε στο Έγγραφο Α ότι έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου, μετά στο Έγγραφο Β ανέφερε ότι ο Εναγόμενος συγκατατέθηκε στην ενοικίαση και έπειτα, στην αντεξέτασή του, ότι η συνεννόηση έγινε ουσιαστικά μεταξύ Χρυσόστομου Γεωργίου και Κώστα Μιχαήλ και ότι ο Εναγόμενος συγκατατέθηκε στα όσο συζητήθηκαν μεταξύ των δύο ανδρών, αλλά - εν τέλει κατέληξε - σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του στην εξής τοποθέτηση, η οποία δεν συνάδει ούτε με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, ούτε με τις προηγούμενες τοποθετήσεις του ΜΕ1: «Ε. Ο Εναγόμενος δεν έκαμε ποτέ οποιαδήποτε συμφωνία σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Α. Συμφωνώ. Τη συμφωνία την έκανε ο τότε πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου και τα ενοίκια θα δίδονταν στον παιδοκομικό σταθμό. Ο Χρυσόστομος Γεωργίου μας είπε ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε και πλήρωσε και κάποια ενοίκια». Υπάρχει και κάτι άλλο σχετικά με την ανάμειξη του Χρυσόστομου Γεωργίου: Τη σύναψη της προφορικής συμφωνίας, ως προανέφερα, ο ΜΕ1 την τοποθέτησε περί το έτος 1990 χωρίς να είναι σε θέση ν' αναφέρει το μήνα. Ενδεχομένως η λεπτομέρεια τούτη, από μόνη της, να μην ήταν αρκετή προκειμένου να κλονίσει τον ισχυρισμό του επί του σημείου. Αλλά ο ΜΕ1 ερωτήθηκε σχετικά με την ημερομηνία που φέρεται να αναγράφεται σε έγγραφο με τίτλο Ενοικιαστήριο Έγγραφο, το οποίο του υποδείχθηκε (χωρίς μέχρι εκείνο το σημείο να κατατεθεί ως Τεκμήριο) και καταγράφηκαν τα εξής: «Ε. Επίσης σου υποβάλλω, κύριε μάρτυς, ότι, έληξε αυτή η συμφωνία που σου έδειξα προηγουμένως, έγινε ανανέωση με νέο έγγραφο, το οποίο και του παρουσιάζω και αφορά την περίοδο από την 1.12.1990 για πέντε χρόνια με δικαίωμα ανανέωσης. Τι έχετε να πείτε; (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα ένα έγγραφο) Α. Εξακολουθεί ο κύριος Χρυσόστομος Γεωργίου, πρώην κοινοτάρχης, να θεωρεί, χωρίς ουσιαστικό αποδεικτικό στοιχείο ότι του ανήκει εκείνο το τεμάχιο. Εξακολουθώ να επιμένω ότι δεν υπάρχει τίποτα που να δείχνει και να λέει και αποδεικνύει ότι το εν λόγω τεμάχιο ανήκει εις τη χωρητική αρχή. Και εξακολουθεί να κάμνει το ίδιο λάθος [.]» Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε - εν εκτάσει - σε συνομιλία την οποία είχε με τον Χρυσόστομο Γεωργίου, ο οποίος, κατά τον ΜΕ1, φαίνεται να ενοχλήθηκε από τα όσα ο ΜΕ1 του μετέφερε για τις ενέργειες του Εναγόμενου στο επίδικο ακίνητο και να είναι μάλιστα έτοιμος να του παραδώσει σχετική επιστολή με την οποία ν' αναγνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην Εκκλησία. Εκείνο όμως που ξεπροβάλλει από τη συγκεκριμένη στιχομυθία είναι περαιτέρω ανακολουθία στη χρονική τοποθέτηση της σύναψης της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας, η οποία, κατά το μάρτυρα, προέκυψε από τη συνομιλία των Κώστα Μιχαήλ και Χρυσόστομου Γεωργίου μεν, με το δεύτερο μάλιστα να φέρεται να συνηγορεί σε κάποιο χρονικό σημείο με τον ΜΕ1 ως προς τις μεμπτές ενέργειες του Εναγόμενου, αλλά παράλληλα δε και την εκ μέρους του ίδιου του Χρυσόστομου Γεωργίου υπογραφή ανανέωσης ενοικιαστηρίου εγγράφου την 1.12.
- Τα όσα δηλαδή ο ΜΕ1 απέδωσε στον Χρυσόστομο Γεωργίου και στην κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του στη σύναψη της προφορικής συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου, εν τέλει δεν φάνηκε να συνάδουν με τη μαρτυρία του που ήθελε τον Χρυσόστομο Γεωργίου να εξακολουθεί, έστω κατά τον ΜΕ1, λανθασμένα ν' ανανεώνει την ενοικίαση μεταξύ της χωρητικής αρχής και του Εναγόμενου το Δεκέμβριο του έτους 1990, δηλαδή του έτους εντός του οποίου κατ' ισχυρισμό συνάφθηκε και η προφορική συμφωνία. Επίσης ο ΜΕ1 βασίστηκε στο Τεκμήριο 2 προκειμένου να καταδείξει ότι η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου αφενός συνάφθηκε και αφετέρου εκτελείτο, τουλάχιστον μεταξύ των ετών 1990 και 1996 με την πληρωμή του κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέντος ενοικίου. Υπενθυμίζεται ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί, κατά το ΜΕ1, υπογεγραμμένη γραπτή δήλωση του Κυριάκου Γαβριήλ, την οποία ο ΜΕ1 μετέφερε στο Δικαστήριο. Επετράπη δε η κατάθεσή του ως εξ ακοής μαρτυρία, η οποία αναλόγως αξιολογείται, στη βάση του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 αλλά και σύμφωνα με τις Νομολογιακές επί του θέματος αρχές[5]. Ο λόγος που το πρόσωπο το οποίο κατ' ισχυρισμό συνέταξε το Τεκμήριο 2 δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα. Η μη παρουσία του όμως, αναμφίβολα, δεν επέτρεψε στην άλλη πλευρά να τον αντεξετάσει επί της δήλωσης του. Ούτε ανέφερε ο ΜΕ1, με ποιο τρόπο το εν λόγω Τεκμήριο 2 βρέθηκε στην κατοχή του προκειμένου να μπορεί να εξεταστεί ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας την οποία μετέφερε το Δικαστήριο. Το ζήτημα τούτο βέβαια, εν προκειμένω, αποκτά και μια άλλη διάσταση συνυπολογίζοντας και την κατάθεση από τον Εναγόμενο του Τεκμηρίου 12, το οποίο φέρεται κατ' ισχυρισμό να υπογράφεται από το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή τον Κυριάκο Γαβριήλ και η δήλωση που περιέχεται σε εκείνο, αφενός αναιρεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και αφετέρου θέτει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ίδια τη γνησιότητα του Τεκμηρίου
- Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι επειδή το Τεκμήριο 12 ουδέποτε υποδείχθηκε στον ΜΕ1, δεν προσμέτρησα την όποια αντίφαση αυτό περιέχει με το Τεκμήριο 2 ως παράγοντα που έπληξε την αξιοπιστία του ίδιου του ΜΕ1, αλλά αξιολόγησα την αξία του Τεκμηρίου 2 ως εξ ακοής μαρτυρία και αντιπαρέβαλα αυτό καθ' αυτό με το Τεκμήριο
- Υπενθυμίζω επίσης ότι ο Κυριάκος Γαβριήλ δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ούτε ως μάρτυρας Εναγόμενου. Εν όψει των πιο πάνω, αξιολογώντας το Τεκμήριο 2, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδώσω σ' εκείνο οποιαδήποτε βαρύτητα. Εν όψει των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΕ1 και να βασιστώ σε αυτή για να προβώ σε ευρήματα αναφορικά με το ζήτημα της σύναψης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Ερχόμενος τώρα στο ζήτημα της ιδιοκτησίας του παλιού σχολείου, η μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με την πρόοδο της αίτησης για έκδοση τίτλου από το Κτηματολόγιο ήταν αντιφατική τόσο με τις αρχικές του τοποθετήσεις όσο και με τη μαρτυρία του ΜΕ
- Αρχικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εξέταση της αίτησης. Μετέπειτα και κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι υπάλληλος του Κτηματολογίου του είπε ότι το ζήτημα έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας εξετάζεται με χρονική σειρά, αφήνοντας να νοηθεί ότι η εξέτασή του ήταν θέμα χρόνου. Μετέπειτα όμως αποκάλυψε κι άλλη συνομιλία που είχε με υπάλληλο του Κτηματολογίου κατά την οποία του αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η αίτηση επειδή ενδιαφέρεται κάποιος άλλος για το ακίνητο, αλλά παράλληλα και ότι εάν ο συγκεκριμένος υπάλληλος, κλητευόταν στο Δικαστήριο, θα ανέφερε ότι το ακίνητο ανήκει στον Ενάγοντα. Αναφορικά με το Τεκμήριο 1, το οποίο αποτελεί πιστοποιητικό έρευνας από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, ο ίδιος ο ΜΕ1 αντεξεταζόμενος και καλούμενος να σχολιάσει τη σημασία του αστερίσκου στο μέσω της σελίδας, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εάν το έγγραφο είναι έγκυρο ή όχι. Εν προκειμένω η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν κρίνεται βοηθητική προς την επεξήγηση του εγγράφου που ο ίδιος προσκόμισε και άλλη μαρτυρία αναφορικά με την ισχύ του δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, αφήνοντας σκιά αναφορικά με το κατά πόσο εν τέλει η μη εγγραφή του επίδικου ακινήτου άπτεται ζητήματος που αφορά την ιδιοκτησία του. Προέκυψε επίσης ότι η έκδοση του Τεκμηρίου 1 έπεται χρονικά της διαδικασίας που περιέγραψε στην μαρτυρία του ο ΜΕ2 και συνεπώς δεν μπορεί, λογικώς, το Τεκμήριο 1 να αποτελεί προϊόν της διαδικασίας που ο Ενάγοντας ενεργοποίησε με το Τεκμήριο 5 στη βάση του Άρθρου 41 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.
- Έχοντας κατά νου την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν το Τεκμήριο 1 είναι έγκυρο ή όχι, το ζήτημα παρέμεινε περαιτέρω ασαφές. Εν κατακλείδι από τη μαρτυρία του ΜΕ1 μπορώ να αποδεχθώ μόνον ότι ο Ενάγοντας διεκδικεί να εγγραφεί επ' ονόματι του το παλιό σχολείο Επισκοπής και ότι προς τούτο καταχώρισε σχετική αίτηση το Τεκμήριο 5 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, το οποίο επίσης εξέδωσε προηγουμένως το Τεκμήριο 1, αλλά δεν προχώρησε ακόμα στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντα. Δέχομαι επίσης ότι Τεκμήριο 6 είναι έγγραφο το οποίο υπέγραψε ο ΜΥ3 ως Κοινοτάρχης της Επισκοπής κατά την ημερομηνία που αναγράφεται σ' εκείνο. Κατά τα λοιπά και για τους λόγους που επεξήγησα δεν αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. ΜΕ2 - Η μαρτυρία του ΜΕ2 επικεντρώθηκε στις δικές του ενέργειες αναφορικά με την εγγραφή του παλιού σχολείου επ' ονόματι του Ενάγοντα και στην ενημέρωση που έτυχε από τους προκατόχους του και άλλα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής του Ενάγοντα αναφορικά με την κατοχή του παλιού σχολείου από τον Εναγόμενο. Ως τέτοια, η μαρτυρία του δεν ήταν διαφωτιστική ως προς το επίδικο ζήτημα της σύναψης της συμφωνίας ενοικίασης του παλιού σχολείου μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου. Μάλιστα ερωτηθείς σχετικά ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει να έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου και αντικρίζοντας τα Τεκμήρια 1 και 2 προς αναγνώριση, τα οποία μετέπειτα κατατέθηκαν σε πρωτότυπη μορφή και χαρτοσημασμένα από τον Εναγόμενο, ανέφερε ότι οι συμφωνίες έγιναν πριν την ανάληψη των καθηκόντων του. Αρνητικά αποτιμώ την αντίφαση στη θέση του στη γραπτή του δήλωση «Έγγραφο Γ», ότι μετά την επιτόπια εξέταση του παλιού σχολείου το 2015 και την διαπίστωση ότι υπήρχε ένσταση, με την οποία δόθηκε χρόνος στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο να διαβουλευθούν και τη θέση του κατά την αντεξέτασή του ότι ο Ενάγων δεν έλαβε απάντηση αναφορικά με την πορεία της αίτησης. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι ότι ο ίδιος υπέβαλε εκ μέρους του Ενάγοντα την αίτηση Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ότι η 2η σελίδα του αποτελεί πιστοποίηση του τότε Κοινοτάρχη δεν αμφισβητήθηκε ουσιωδώς, αλλά του υπεβλήθη μόνον ότι υπογράφηκε και παραδόθηκε χωρίς να είναι υπόψη του Κοινοτικού Συμβουλίου, θέση η οποία δεν υποστηρίχθηκε από τον Εναγόμενο αργότερα. Δέχομαι επίσης, ως αναντίλεκτη, και τη μαρτυρία του ότι το 2015 διεξήχθη επιτόπια έρευνα αναφορικά με το παλιό σχολείο από κτηματικό λειτουργό και ότι εκεί διαπιστώθηκε η υποβολή ένστασης στην αίτηση Τεκμήριο
- Εναγόμενος - Προσέγγισα τη μαρτυρία του Εναγόμενου με προσοχή καθότι ο ίδιος έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Γενικά διαπίστωσα ότι ο Εναγόμενος ήταν σταθερός στις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο εν σχέση προς τα δικόγραφα, όσο και κατά την αντεξέτασή του. Δεν δίσταζε να απαντήσει στις ερωτήσεις και απαντούσε εκείνες ευθέως. Η μαρτυρία του αναφορικά με το χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες του παραδόθηκε η κατοχή του παλιού σχολείου για να το χρησιμοποιεί ως ξυλουργείο, αλλά και η μη καταβολή ενοικίου προς τον Ενάγοντα φαίνεται να συνεπικουρείται, κυρίως, από τα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 14 Υπεκφυγή διαπίστωσα στη μαρτυρία του όταν ερωτήθηκε μέχρι πότε πλήρωνε ενοίκια, όπου απάντησε ότι δεν όφειλε ν' απαντήσει στη δικηγόρο του Ενάγοντα επειδή ο Ενάγων δεν είναι ιδιοκτήτης. Δεν μπορώ συνεπώς ν' αποδεχθώ τον ισχυρισμό του ότι πράγματι κατέβαλλε ενοίκιο για την κατοχή του παλιού σχολείου. Η δε επεξήγηση που έδωσε σε σχέση με την εγκατάλειψη της δικής του αξίωσης επί της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου δεν κρίνεται παράλογη και δεν θεωρώ ότι η αναχώρηση του από τη θέση του ότι ο ίδιος το διεκδικεί στη βάση χρησικτησίας θα πρέπει να καταλογιστεί ως πλήγμα στην αξιοπιστία του, ως η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα. Εν τέλει, η θέση του Εναγόμενου ότι εκείνος κατέχει το παλιό σχολείο από το έτος 1980 δυνάμει γραπτών συμφωνιών μεταξύ του και της Χωρητικής Αρχής - χωρίς να αποφαίνομαι για την εγκυρότητα ή μη των εν λόγω συμφωνιών - παρέμεινε ακλόνητη. Κρίνω συνεπώς, γενικώς, τον Εναγόμενο ως αξιόπιστο μάρτυρα και θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του εκτός στο σημείο που υπέδειξα ανωτέρω. ΜΥ2 - Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν κρίνεται βοηθητική ως προς τα επίδικα θέματα. Γενικά όμως, εκ των όσων ανέφερε, ιδίως κατά την αντεξέτασή του, δεν σχημάτισα θετική εντύπωση για τη μαρτυρία του. Οι αναφορές του σε Νομοθεσίες που καθορίζουν ότι το παλιό σχολείο είναι ιδιοκτησίας του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν γενικές και αόριστες και οι θέσεις του ότι από τη μία το Κοινοτικό Συμβούλιο διεκδικεί το ακίνητο και ότι από την άλλη δεν χρειάζεται να το διεκδικεί επειδή, βάσει Νομοθεσίας του ανήκει, ήταν αντιφατικές. Συγκεχυμένη και νεφελώδης παρέμεινε η θέση του σε σχέση με την καταβολή ενοικίων από τον Εναγόμενο τόσο κατά το χρόνο που ήταν εκείνος Κοινοτάρχης αλλά και προηγουμένως, με το μάρτυρα να μην είναι σταθερός στις απαντήσεις του. Μόνη θέση του η οποία συνάντησε έρεισμα στη λοιπή μαρτυρία ήταν ότι, ο ίδιος από τη θέση του Κοινοτάρχη θεωρεί ότι το παλιό σχολείο ανήκει στην Κοινότητα και όχι στην εκκλησία, θέση που φαίνεται να γνώριζε και να επιβεβαίωσε και ο ΜΕ
- Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για να προβώ σε ευρήματα. ΜΥ3 - Ούτε η μαρτυρία του ΜΥ3 κρίνω ήταν βοηθητική σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε η προσπάθειά του ν' αναιρέσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 και να το υποβαθμίσει σε απλώς τυπική δήλωσή του εν σχέση προς την ιδιοκτησία του παλιού σχολείου, μια και η δήλωση που περιέχεται στο εν λόγω Τεκμήριο δεν φαίνεται να γίνεται για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό. Δηλαδή, δεν συνάγεται λογικώς ότι επειδή, κατά το μάρτυρα, δεν είχε σχέση σε ποιον ανήκε το παλιό σχολείο, εκείνος πράγματι να προέβη στη δήλωση που κατέγραψε στο Τεκμήριο
- Αρνητικά επίσης αποτιμάται και η απάντησή του ότι δεν γνωρίζει το κατά πόσο, κατά τη διάρκεια της θητείας του, η οποία σημειώνω διήρκησε 4 χρόνια, εισπράττονταν οποιαδήποτε ενοίκια για το παλιό σχολείο από τον Εναγόμενο. Όπως και στις περιπτώσεις του Εναγόμενου και του ΜΥ2, η μαρτυρία του ΜΥ3 επί του θέματος φάνηκε να είχε το σκοπό της υπεκφυγής. Εν όψει των πιο πάνω ούτε στη μαρτυρία του ΜΥ3 κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ για να προβώ σε οποιαδήποτε ευρήματα. Ευρήματα Δικαστηρίου Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, κάμνω τ' ακόλουθα ευρήματα επί των γεγονότων: Ο Εναγόμενος κατέχει, στη βάση συμφωνιών ενοικίασης που υπογράφηκαν μεταξύ του και της Χωρητικής Αρχής Επισκοπής, αρχικά το έτος 1980 και έπειτα το έτος 1990, το παλιό σχολείο Επισκοπής και το χρησιμοποιεί ως ξυλουργείο. Περί το έτος 2011, ο Ενάγοντας υπέβαλε σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με την οποία αιτήθηκε την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το παλιό σχολείο στο όνομά του. Παρά το ότι κατά το έτος 2015 διενεργήθηκε επιτόπια έρευνα στο παλιό σχολείο από Κτηματικό Λειτουργό, δεν έχει μέχρι στιγμής εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντα, καθότι η διαδικασία συνάντησε την ένσταση του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, ενώ αρχικά διεκδικούσε προσωπικά την επ' ονόματί του εγγραφή του ακινήτου, έχει πλέον παραιτηθεί της εν λόγω διεκδίκησης. Με σχετικές επιστολές του ιδίου και των δικηγόρων του στις 31.8.2013 και 23.1.2014 αντίστοιχα, ο Ενάγοντας απαίτησε από τον Εναγόμενο να του καταβάλει ενοίκια για την κατοχή του παλιού σχολείου από το έτος 1997 μέχρι και την ημέρα των ειδοποιήσεων, παράλληλα ενημερώνοντάς τον ότι σε περίπτωση που επιθυμούσε συνέχιση της ενοικίασης θα έπρεπε να υπογράψει νέα σύμβαση ενοικίασης με νέους όρους. Νομική πτυχή Σε πολιτικές αγωγές, όπως η παρούσα, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[6]. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, προσκόμισε ικανοποιητική μαρτυρία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι[7]. Το γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντα και δεν μεταφέρεται, εκτός και εάν ή όπου υπάρχει διαφορετική πρόνοια. Ως προς το ειδικό βάρος απόδειξης, αυτό υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[8]. Στο Άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/83) «Ενοικίαση» σημαίνει ενοικίαση ήταν έγγραφη είτε άλλη και περιλαμβάνει και την κατοχή ακινήτου και «Ιδιοκτήτης» περιλαμβάνει πρόσωπο το οποίο δικαιούται ή θα δικαιούτο στην κατοχή του ακινήτου. Στο δε Άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 («το Κεφ. 224») «κύριος» σημαίνει το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως κύριος ακίνητης ιδιοκτησίας είτε αυτό είτε αυτό είναι εγγεγραμμένο με τον τρόπο αυτό ή όχι Επίσης, στο Άρθρο 41 του Κεφ. 224, το οποίο επικαλείται ο Ενάγοντας και το οποίο, για σκοπούς πληρότητας παραθέτω αυτούσιο, αναφέρονται τα εξής: 41.-
(1)(α) Οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει ή που είναι συνδεδεμένη με θρησκευτικό οργανισμό κατά την ημερομηνία της έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού, η οποία δεν είναι ήδη εγεγραμμένη στο όνομα του, και οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία, αν και είναι εγγεγραμμένη στο όνομα προσώπου, κατέχεται κατά την αναφερόμενη ημερομηνία για ή εκ μέρους θρησκευτικού οργανισμού, δύναται να εγγραφεί στο όνομα του οργανισμού αυτού: Νοείται ότι ο οργανισμός πρέπει να υποβάλει αίτηση για την εγγραφή αυτή της ιδιοκτησίας προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν περάσουν οκτώ έτη από την αναφερόμενη ημερομηνία, και όταν ο Διευθυντής απαιτεί με τον τρόπο αυτό, πρέπει να καταβάλει τα τέλη που είναι καθορισμένα για επιτόπια έρευνα. (β) Με την εξαίρεση ακίνητης ιδιοκτησίας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 22, ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει ή που είναι συνδεδεμένη με θρησκευτικό οργανισμό ή αποτελεί εκκλησία, έστω ερειπωμένη εκκλησία, προαύλιο εκκλησίας ή άλλο χώρο λατρείας του εν λόγω οργανισμού και που, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2010, δεν είναι ήδη εγγεγραμμένη στο όνομα του οργανισμού αυτού, καθώς και ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία, παρόλο που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα συγκεκριμένου προσώπου, κατέχεται διά ή εκ μέρους ορισμένου θρησκευτικού οργανισμού κατά την πιο πάνω ημερομηνία, δύναται να εγγραφεί στο όνομα του οργανισμού αυτού, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ) του παρόντος εδαφίου, καθώς και των διατάξεων του εδαφίου (1Α)*. (γ) Ο ενδιαφερόμενος θρησκευτικός οργανισμός πρέπει να υποβάλει αίτηση, προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, για την εγγραφή της ιδιοκτησίας, η οποία δύναται να εγγραφεί στο όνομά του δυνάμει της παραγράφου (β), μέσα σε δύο
(2)έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Νόμου του 2010, καταβάλλοντας τα καθορισμένα γι' αυτήν τέλη και επιπρόσθετα: (
- i)να καταβάλει τα καθορισμένα τέλη για την αναγκαία επιτόπια έρευνα, σε περίπτωση που η ακίνητη ιδιοκτησία βρίσκεται μέσα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και υπάρχουν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο τα κτηματικά μητρώα ή άλλα βιβλία· ή (
- ii)σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις και όταν η αναγκαία επιτόπια έρευνα και η πρόσβαση προς τα οικεία κτηματικά μητρώα ή άλλα βιβλία καταστεί δυνατή, να καταβάλει τα καθορισμένα τέλη για την εν λόγω επιτόπια έρευνα: Νοείται ότι στην αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (
- i)της παρούσας παραγράφου περίπτωση, η αίτηση πρέπει να είναι εξειδικευμένη, με αναφορά στα πλήρη στοιχεία της ακίνητης ιδιοκτησίας, και, στην αναφερόμενη στην υποπαράγραφο (
- ii)της παρούσας παραγράφου περίπτωση, η αίτηση μπορεί να είναι γενική, με αναφορά στο δήμο, κοινότητα, ενορία ή/και επαρχία που βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία. (1Α) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από θρησκευτικό οργανισμό για εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του, δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), τηρείται η ακόλουθη διαδικασία μετά την επιτόπια έρευνα: (α) Ο θρησκευτικός οργανισμός μεριμνά όπως αναρτηθεί σε περίοπτο μέρος του δήμου, κοινότητας ή ενορίας όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία, εκεί όπου συνήθως αναρτούνται ειδοποιήσεις που απευθύνονται προς το κοινό και, στη συνέχεια, δημοσιεύει σε δύο
(2)καθημερινές εφημερίδες, η μια από τις οποίες υποδεικνύεται από το Διευθυντή και η άλλη της δικής του επιλογής, ειδοποίηση που περιλαμβάνει- (
- i)περιγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας, (
- ii)το όνομα του θρησκευτικού οργανισμού, στον οποίο πρόκειται να εγγραφεί η ακίνητη ιδιοκτησία, με την οποία πληροφορείται το κοινό για την πρόθεση του Διευθυντή να εγγράψει την εν λόγω ιδιοκτησία στο όνομα του θρησκευτικού οργανισμού. (β) Οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, μέσα σε εξήντα
(60)ημέρες από την ημέρα της τελευταίας δημοσίευσης της ειδοποίησης, να υποβάλει ένσταση, καταβάλλοντας τα αναγκαία για το σκοπό αυτό τέλη, και να παρουσιάσει το λόγο για τον οποίο η σκοπούμενη εγγραφή στο όνομα του θρησκευτικού οργανισμού δεν θα πρέπει να γίνει. (γ) Αν, μέσα στην καθοριζόμενη από την παράγραφο (β) προθεσμία, υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση, τότε ο Διευθυντής δεν προχωρεί στην εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του θρησκευτικού οργανισμού, εκτός αν του προσκομισθεί Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο εν λόγω οργανισμός δικαιούται να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης της ιδιοκτησίας αυτής*. (δ) Αν δεν υποβληθεί οποιαδήποτε ένσταση, μέσα στην καθοριζόμενη από την παράγραφο (β) προθεσμία, ο Διευθυντής, τηρουμένων οποιωνδήποτε άλλων προϋποθέσεων δυνάμει οποιουδήποτε νόμου, προχωρεί στην εγγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα του ενδιαφερομένου θρησκευτικού οργανισμού.
(2)Μετά την εκπνοή της περιόδου που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)καμιά αξίωση τίτλου πάνω ή σε σχέση με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία από οποιοδήποτε θρησκευτικό οργανισμό δεν είναι έγκυρη ή γίνεται αποδεκτή ή αναγνωρίζεται από οποιοδήποτε Δικαστήριο ή Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εκτός αν ο οργανισμός καταχωρήσει μαζί με το έγγραφο της αξίωσης πιστοποιητικό του Διευθυντή ότι ο οργανισμός υπέβαλε αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο εντός της περιόδου που αναγράφεται στο εδάφιο
(1)για την εγγραφή της ιδιοκτησίας στο όνομα του, και, όταν ο Διευθυντής απαίτησε με τον τρόπο αυτό, κατέβαλε τα καθορισμένα τέλη για επιτόπια έρευνα*: Νοείται ότι καμιά από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι ήδη εγγεγραμμένη στο όνομα του θρησκευτικού οργανισμού ή η οποία αποκτήθηκε νόμιμα από τον οργανισμό αυτό με μεταβίβαση από εγγεγραμμένο πρόσωπο μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού. *Οι υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου. Στο δε Άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, συμβάσεις ορίζονται ως: «[...] όλες οι συμφωνίες, οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες˙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών». Στην υπόθεση Καίσσαρας Πιριπίτσης κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι: «Προϋπόθεση» για σύναψη συμφωνίας ενοικίασης «αποτελεί η σύμπτωση βούλησης των συμβαλλομένων για την παροχή της αποκλειστικής χρήσης του ακινήτου, για την καθοριζόμενη στη συμφωνία περίοδο, στον ενοικιαστή - (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ. 882)» Ανάλυση και υπαγωγή ευρημάτων Η κατοχή του παλιού σχολείου από τον Εναγόμενο είναι κοινώς παραδεκτή. Ο χρόνος αλλά και οι συνθήκες κατά τις οποίες ο Εναγόμενος την ανέλαβε παρέμεινε επίδικο θέματα, αλλά σύμφωνα με τα ευρήματά μου πιο πάνω, η κατοχή περιήλθε στον Εναγόμενο από το έτος 1980. Υπενθυμίζω επίσης ότι στην ενώπιον μου διαδικασία η προσπάθεια του Ενάγοντα ήταν:
(1)να καταδείξει αφενός ότι δικαιούται εις την ιδιοκτησία του παλιού σχολείου και
(2)αφετέρου ότι σύναψε προφορική συμφωνία ενοικίασης του με τον Εναγόμενο για το ποσό των 200ΛΚ. Αναφορικά με την ιδιοκτησία του παλιού σχολείου Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι το παλιό σχολείο του ανήκει και ότι δικαιούται στην εγγραφή του βασίστηκε, μεταξύ άλλων και επί του Τεκμηρίου 1, δηλαδή του Πιστοποιητικού Έρευνας που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στις 21.3.14 και επί του Τεκμηρίου 5, δηλαδή της Αίτησης ημερομηνίας 4.3.2011 δυνάμει του Άρθρου 41 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, για τη διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας με σκοπό την εγγραφή συνοδευόμενη από έγγραφο ημερομηνίας 1.2.2011 που φέρει τίτλο Πιστοποιητικό και αποτελεί πιστοποιητικό υπογεγραμμένο, όπως αναφέρεται, από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου, με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο Ενάγοντας κατέχει και καρπούται το παλιό σχολείο συνεχώς, αδιαφιλονικήτως και ανενοχλήτως για πάνω από πενήντα χρόνια. Προκύπτει από τα πιο πάνω, αλλά και προέκυψε και από την ενώπιον μου μαρτυρία, ότι η διαδικασία που προβλέπεται στο Άρθρο 41 δεν κατέληξε εν προκειμένω στην εγγραφή του παλιού σχολείου επ' ονόματι του Ενάγοντα. Δεδομένου ότι κατά τη μαρτυρία λέχθηκε ότι ο λόγος που δεν προχώρησε η διαδικασία ήταν η υποβολή ένστασης από τον Εναγόμενο (σύμφωνα με τον ΜΕ2), προκύπτει επίσης ότι ούτως ώστε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο να προβεί σε εγγραφή του παλιού σχολείου επ' ονόματι του Ενάγοντα απαιτείται να προσκομιστεί Διάταγμα Δικαστηρίου (Άρθρο 41(1Α)(γ)). Εντοπίζω σε αυτό το σημείο το εξής ζήτημα: Με την αγωγή δεν αξιώνεται οποιαδήποτε θεραπεία είτε για έκδοση σχετικού Διατάγματος του Δικαστηρίου είτε άλλη διακήρυξη με την οποία ν' αναγνωρίζεται ή να διατάσσεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο να προβεί σε εγγραφή στη βάση των προνοιών του Άρθρου 41 του Κεφ. 224. Δικογραφικά το μόνο που προβλήθηκε μέσω της Έκθεσης Απαίτησης ήταν ότι ο Ενάγοντας είναι δικαιούχος ή και δικαιούμενος σε εγγραφή του παλιού σχολείου. Το όλο ζήτημα της υποβολής της αίτησης στη βάση του Άρθρου 41 του Κεφ. 224, αναδείχθηκε για πρώτη φορά στην τροποποιημένη Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του Ενάγοντα. Εάν η αξίωση του Ενάγοντα συμπεριλάμβανε και Απόφαση ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωριζόταν το δικαίωμά του στην ιδιοκτησία του παλιού σχολείου ή με το οποίο να διατασσόταν η εγγραφή του επ' ονόματί του στη βάση της διαδικασίας που καθορίζει το Άρθρο 41 του Κεφ. 224, τότε κρίνω ότι τούτο έπρεπε να αναδειχθεί μέσα από την Έκθεση Απαίτησης, έστω και μετά από σχετική τροποποίησή της, εν όψει και της τροποποίησης της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, και όχι στην Απάντηση στην Υπεράσπιση. Το θέμα θεωρώ αποτελούσε παρέκκλιση (a departure in pleading) από την απλή απαίτηση δεδουλευμένων ενοικίων προς όφελος του Ενάγοντα λόγω παράβασης προφορικής συμφωνίας και έχρηζε συγκεκριμένης και ξεκάθαρης δικογράφησης στην Έκθεση Απαίτησης. Εδώ ο Ενάγοντας φάνηκε να μεταχειρίζεται το όλο θέμα ως παρεμπίπτον ζήτημα στην αξίωση των δεδουλευμένων ενοικίων, ή εν πάση περιπτώσει ωσάν το θέμα της ιδιοκτησίας να είναι δεδομένο. Από τη στιγμή που ο Ενάγοντας, αντιμέτωπος με την τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου, προτίθετο να αξιώσει από το Δικαστήριο να λειτουργήσει και να αποφανθεί εντός των προνοιών του Άρθρου 41 του Κεφ. 224 και να παραθέσει σχετική μαρτυρία, όφειλε να πράξει τούτο ρητά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Eurogal Surveys Ltd. v. D. Trade International Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2258, στην οποία αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Έπεται ότι οι εφεσίβλητοι ως ενάγοντες δεν επιτέλεσαν ορθά το καθήκον τους για την εξαρχής καταγραφή ορθής δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης που περιέχετο στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε με το έντυπο της Δ.2 θ.6. Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης» Και έπειτα στην ίδια απόφαση: «Στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan [1972] 1 W.L.R. 1128).» Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. Δίδεται το παράδειγμα από την υπόθεση Kingston v. Corker [1892] 29 LR.Ir. 364, ότι: «If the statement of claim alleges a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. The statement of claim must be amended». Και στην υπόθεση Borna Alikhani ν. Προδρόμου
(2012)1 Α.Α.Δ. 657, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η απάντηση («reply»), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273). Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εντόπισε και δεν ασχολήθηκε με την όντως προβληματική, λόγω των ως άνω, δικογραφία». Προσθέτω στο πιο πάνω σκεπτικό μου αναφορικά με την πρόθεση του Ενάγοντα να αξιώσει αναγνώριση του δικαιώματός του από το Δικαστήριο στη βάση του Άρθρου 41 του Κεφ. 224, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ2, μετά την επιτόπια εξέταση του παλιού σχολείου από κτηματικό λειτουργό το έτος 2015 διαπιστώθηκε ότι είχε καταχωριστεί από τον Εναγόμενο ένσταση στην εγγραφή του επ' ονόματι του Ενάγοντα και δόθηκε χρόνος στα μέρη να διαβουλευθούν. Δημιουργείται συνεπώς ερωτηματικό αναφορικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο ανέκυψε η απαίτηση από τον Ενάγοντα να του αναγνωριστεί το δικαίωμα στην ιδιοκτησία του παλιού σχολείου, μια και η κρίσιμη Αγωγή προϋπήρχε της διενέργειας της επιτόπιας εξέτασης και της μη εγγραφής από πλευράς Κτηματολογίου. Έστω όμως και να θεωρήσω είτε ότι η δικογράφηση του ισχυρισμού στην Έκθεση Απαίτησης ήταν επαρκής ή ότι θεραπεία στη βάση του Άρθρου 41 του Κεφ. 224 είτε διαφορετικά, θα μπορούσε ενδεχομένως να χορηγηθεί εάν τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τη δικαιολογούσαν, προκύπτουν δύο ζητήματα: Το πρώτο αφορά την πρόνοια στο εδάφιο 2 του Άρθρου 41 του Κεφ. 224, δηλαδή την προϋπόθεση προσκόμισης Πιστοποιητικού του Διευθυντή του Κτηματολογίου με το οποίο να πιστοποιείται η υποβολή της σχετικής αίτησης εντός της ταχθείσας εκ του Νόμου προθεσμίας και της καταβολής των νενομισμένων τελών από τον αιτητή. Βάσει του εν λόγω εδαφίου, μετά την εκπνοή της περιόδου που καθορίζεται στο εδάφιο 1 - στην προκείμενη περίπτωση στην παράγραφο (γ) του εδαφίου 1 - αξίωση τίτλου δεν αναγνωρίζεται ή γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, εκτός εάν το εν λόγω Πιστοποιητικό προσκομιστεί. Ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιοδήποτε Πιστοποιητικό. Η πιστοποίηση που παρουσιάζεται στο πίσω μέρος της 1ης σελίδας του Τεκμηρίου 5 και στη 2η σελίδα αυτής δεν περιέχει τις λεπτομέρειες που προνοούνται στην προαναφερθείσα Νομοθετική ρύθμιση και ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε ούτε αναφορικώς προς την καταλληλότητα της εν λόγω «πιστοποίησης», η οποία απλώς αναφέρει ότι το Τεκμήριο 5 είναι κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, αλλ' ούτε σε σχέση με το κατά πόσο ο Ενάγων ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Έστω δηλαδή και το Δικαστήριο να θεωρούσε ότι θα μπορούσε να αποφανθεί επί του ζητήματος της ιδιοκτησίας ή εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος σε αυτή χωρίς τη δικογράφηση της στην Έκθεση Απαίτηση, προκύπτει ότι τέτοια αναγνώριση δεν μπορεί να γίνει, ελλείψει του προαναφερθέντος Πιστοποιητικού. Κατά δεύτερον, αλλά και ανεξάρτητα, η μαρτυρία που προσκομίστηκε προς τούτο το θέμα δεν κρίνεται ικανοποιητική. Ως κατέγραψα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι δικαιούται σε εγγραφή του παλιού σχολείου στη βάση του Άρθρου 41 του Κεφ. 224, βασίστηκε, αφενός στην - μέχρι στιγμής - ατελέσφορη διαδικασία που ακολούθησε στη βάση του ιδίου Άρθρου 41 του Κεφ. 224, επιχείρημα που κρίνεται τουλάχιστον κυκλικό, και αφετέρου στην αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος από το Κοινοτικό Συμβούλιο κατά καιρούς. Πέραν των Τεκμηρίων 1 και 5 που αφορούν (εκτός το πιστοποιητικό που επισυνάπτεται ως 2η σελίδα στο Τεκμήριο 5) την διαδικασία στο Κτηματολόγιο, η λοιπή μαρτυρία, επί του θέματος ήταν ως εξής: Στο Τεκμήριο 2 αφήνεται να νοηθεί ότι ο Εναγόμενος όφειλε ενοίκιο προς τον Ενάγοντα για την κατοχή του παλιού σχολείου και δεν γίνεται αναφορά ως προς το ζήτημα του δικαιώματος σε ιδιοκτησία. Η αξία του εν λόγω εγγράφου έχει ήδη κριθεί. Στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 5, το πρόσωπο που το υπογράφει, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας κατέχει και καρπούται το παλιό σχολείο «συνεχώς, αδιαφιλονικήτως και ανενοχλήτως για πάνω από πενήντα χρόνια». Η δήλωση τούτη προσκρούει στο εύρημά μου ότι η κατοχή του παλιού σχολείου ήταν στον Εναγόμενο από το
- Έστω όμως και να μην ήταν εις γνώση του εν λόγω προσώπου το γεγονός της κατοχής του παλιού σχολείου από τον Ενάγοντα, κατά το χρόνο σύνταξης του εν λόγω εγγράφου ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι είχε ήδη συναφθεί η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία ενοικίασης μεταξύ του και του Εναγόμενου, οπότε η δήλωση που περιέχεται σε εκείνο δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στα γεγονότα όπως τα εξέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Στο δε Τεκμήριο 6 καταγράφεται από τον τότε Κοινοτάρχη ότι το παλιό σχολείο είναι ιδιοκτησία της Εκκλησίας, ενώ στο Τεκμήριο 9 φαίνεται ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο, τρόπω τινά, διατηρεί μητρώο με την ονομασία του Ενάγοντα ν' αναγράφεται ως ιδιοκτήτης του παλιού σχολείου. Και τα δύο έγγραφα έτυχαν αμφισβήτησης από τους μάρτυρες του Εναγόμενου με τον ΜΥ2 να στηρίζει ότι το παλιό σχολείο ανήκει στην Κοινότητα και τον ΜΥ3 να στηρίζει ότι η δήλωσή του στο Τεκμήριο 6 έγινε όχι προς αναγνώριση της ιδιοκτησίας, αλλά επειδή το ζήτημα της ιδιοκτησίας ήταν ασήμαντο. Εν τέλει ως διαφάνηκε από τη μαρτυρία η θέση του Κοινοτικού Συμβουλίου επί του ζητήματος δεν υπήρξε διαχρονικά σταθερή. Η κατά περίπτωση συμφωνία ή ασυμφωνία του με τον Ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές ή επαρκές έδαφος, στο ευρύτερο βέβαια πλαίσιο της μαρτυρίας της υπόθεσης, για να αποφασιστεί το δικαίωμα του Ενάγοντα. Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, εντάσσεται και η σημασία και ισχύς του Τεκμηρίου
- Στην μαρτυρία του ΜΕ2 αναφέρθηκε ότι η επιτόπια εξέταση έγινε από το Κτηματικό Λειτουργό το
- Ως κατέγραψα το Τεκμήριο 1 προηγείται χρονικώς της διενέργειας της επιτόπιας έρευνας από το Κτηματικό λειτουργό όπως την κατέγραψε ο ΜΕ2 και είναι συνεπώς αδύνατο το Τεκμήριο 1 να ήταν προϊόν της επιτόπιας έρευνας, όπως την καθορίζει ο Νόμος, ούτως ώστε να του αποδοθεί αποφασιστικής σημασίας βαρύτητα αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του παλιού σχολείου. Ως ανέφερα προηγουμένως δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε το Τεκμήριο 1 και η νομική ισχύς του σε σχέση τόσο με τα δικαιώματα του Ενάγοντα, όσο και με τη διαδικασία που προνοείται στο Άρθρο 41 του Κεφ. 224 παρέμεινε ανεξήγητη. Εν όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε ασφαλές εύρημα αναφορικά με την ιδιοκτησία του παλιού σχολείου. Αναφορικά με τη σύναψη προφορικής συμφωνίας ενοικίασης Ο άλλος βασικός πυλώνας της Αγωγής του Ενάγοντα ήταν η σύναψη προφορικής σύμβασης μεταξύ του και του Εναγόμενου και η μετέπειτα διάρρηξη της από το δεύτερο λόγω μη καταβολής ενοικίου. Εναπόκειτο στην πλευρά του Ενάγοντα να αποδείξει, προσκομίζοντας αξιόπιστη μαρτυρία, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι πράγματι συνήψε τη συμφωνία με τον Εναγόμενο και ότι βάσει εκείνης δικαιούται σε πληρωμή δεδουλευμένων ενοικίων που ανέρχονται στο απαιτούμενο ποσό το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του συμφωνηθέντος ενοικίου των 200ΛΚ επί των ετών για το οποίο εκείνο δεν καταβλήθηκε. Στη βάση των ευρημάτων μου και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της πλευράς του Ενάγοντα επί του σημείου τούτου ως αναξιόπιστη, βρίσκω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποσείσει το βάρος που του αντιστοιχούσε και δεν απέδειξε την σύναψη προφορικής συμφωνίας. Υπενθυμίζω ότι δεν έγινε αναφορά σε σχέση με τη διάρκεια ή οποιουσδήποτε άλλους όρους της εν λόγω συμφωνίας, εκτός από το ενοίκιο. Ούτε αποδείχθηκε, εν τέλει, ο χρόνος στον οποίο η εν λόγω συμφωνία κατ' ισχυρισμό έγινε, αλλ' ούτε διαφάνηκε η κατ' ισχυρισμό κοινή βούληση των εμπλεκομένων μερών κατά το χρόνο που κατ' ισχυρισμό η σύμβαση συνάφθηκε μια και εν τέλει δεν προσκομίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στη σύναψή της. Επίσης, η προσπάθεια του Ενάγοντα ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του στηρίχθηκε και στην κατ' ισχυρισμό καταβολή ενοικίου από τον Εναγόμενο προς τον παιδοκομικό σταθμό εκ μέρους του Ενάγοντα, πλην ούτε όσον αφορά το θέμα τούτο προσκόμισε μαρτυρία της οποίας να ήταν δυνατό να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν του Τεκμηρίου 2, για την αξία του οποίου έχω ήδη αποφανθεί, δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό εκπλήρωση της υποχρέωσης του Εναγόμενου έναντι του Εναγόμενου για την καταβολή του ποσού των 200ΛΚ. Επισημαίνεται, παρενθετικώς, και η προφανής αδράνεια του Ενάγοντα να διεκδικήσει οτιδήποτε από τον Εναγόμενο για 16 χρόνια, δηλαδή μεταξύ των ετών 1997, χρονολογία από την οποία ο Εναγόμενος κατ' ισχυρισμό δεν κατέβαλλε ενοίκιο και 2013, οπότε και του αποστάλθηκε η επιστολή Τεκμήριο
- Προσθέτω επίσης ότι, έστω και στην περίπτωση που κατέληγα σε σχετικό εύρημα ότι ο Ενάγοντας εδικαιούτο στην εγγραφή του παλιού σχολείου και ότι ο Εναγόμενος, κατέστη ενοικιαστής λόγω κατοχής και ότι ως ενοικιαστής οφείλει να καταβάλλει ενοίκιο και ότι πράγματι δημιουργήθηκε σχέση ιδιοκτήτη - ενοικιαστή μεταξύ των διαδίκων, το πρόβλημα για τον Ενάγοντα παραμένει ότι απέτυχε ν' αποδείξει τους όρους της επικαλούμενης συμφωνίας και κυρίως ότι το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν στο ποσό των 200ΛΚ. Μη έχοντας ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία εκτίμησης αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου, αλλά και έχοντας απορρίψει τη θέση του Ενάγοντα αναφορικά με το ύψους του κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέντος ενοικίου των 200ΛΚ ετησίως, η απόδοση οποιασδήποτε θεραπείας στον Ενάγοντα θα ήταν, και σε εκείνη την περίπτωση, αδύνατη. Κατάληξη Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των επακόλουθων ευρημάτων του Δικαστηρίου και έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή και ανάλυση των επίδικων θεμάτων, καταλήγω, για τους λόγους που προανέφερα, ότι η Αγωγή του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει. Η Αγωγή απορρίπτεται. Δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο ν' αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και εν όψει της κατάληξης μου, επιδικάζω αυτά υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) [2] (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454) [3] (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [4] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [5] (Βλ. Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015 και Assad ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017). [6] βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295 [7] βλ. Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 [8] βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220 και Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο