ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. N. FOURNARIS WILD BOAR FARM LTD. κ.α., Αρ. Αγωγής: 392/05, 21/7/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 392/05 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ., εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -
- N. FOURNARIS WILD BOAR FARM LTD., Αρ. Εγγραφής 19576, εκ Λεμεσού
- Νικόλας Ιωάννου Νικολάου Φούρναρης, Δ.Τ. [.], εκ Λεμεσού
- Γιωργούλλα Νικολάου Φούρναρη, το γένος Χριστοφή Ανδρονίκου, Δ.Τ. [.], εκ Λεμεσού Εναγόμενων Αίτηση των Εναγόμενων 2 και 3 - Αιτητών ημερομηνίας 7.4.23 Ημερομηνία: 21η Ιουλίου, 2023 Για τους Εναγόμενους 2 και 3 Αιτητές: κα. Φούρναρη Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: Καμία Εμφάνιση Ενδιάμεση Απόφαση (Η Απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους συνηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με τη συγκατάθεση τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Με την κρίσιμη Αίτηση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές (οι «Αιτητές») ζητούν: «Α. Διόρθωση και/ή τροποιηση της Απόφασης ημερ. 01/03/07 με την προσθήκη στην παρ.8, μετά τη φράση "σε διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης" της φράσης: "και το εν λόγω ακίνητο θα απαλλάσσεται πλήρως και τελικώς από τα μέμο και οποιαδήποτε άλλα εμπράγματα βάρη των Εναγόντων". Β. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η Αίτηση βασίστηκε στη Διαταγή 25 θεσμούς 5 και 6 και στη Διαταγή 48, θεσμούς 2, 8
(1)(e) και
(2)και 11 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και στηρίχθηκε με ένορκη δήλωσης της ίδιας της δικηγόρου που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση, η ομνύουσα αναφέρει όταν την 1.3.2007 εμφανίστηκε «[.] προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου του Α.Ε.Δ. Α. Πούγιουρου στην Λεμεσό με τη Κα. Αγαπίου από το γραφείο του Χρύση Δημητριάδη &Σια ΔΠΕ, για έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης από λάθος και παραδρομή παραλήφθηκε η φράση «και το εν λόγω ακίνητο θα απαλλάσσεται πλήρως και τελικώς από τα μέμο και οποιαδήποτε άλλα εμπράγματα βάρη των Εναγόντων » από την παρ. 8 της απόφασης». Χωρίς την πιο πάνω τροποποίηση, συνεχίζει η ομνύουσα, η διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων και η απόφαση δεν βγάζουν νόημα και είναι προφανώς ελλιπείς. Προσθέτει δε ότι ο σκοπός του κανόνα ήταν ότι μετά την εκτίμηση για καταναγκαστική πώληση των ακινήτων και όταν θα γινόταν πληρωμή, αυτά θα απαλλάσσονταν σύμφωνα με την εκτίμηση. Θεωρεί δε, ως χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «το Δικαστήριο εκ παραδρομής δεν συμπλήρωσε την πιο πάνω φράση». Αναφορικά με την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης επεξηγεί ότι τούτη δεν εντοπίστηκε προηγουμένως και το θέμα έγινε αντιληπτό όταν οι Αιτητές ζήτησαν απαλλαγή ακινήτου στη βάσει του κανόνα. Ο λόγος που ζητούν τη διόρθωση αυτού είναι «για να διεκπεραιώσουν πληρωμές και συνδιαλλαγές, διότι χωρίς τη διόρθωση θα υπάρχει κόλλημα». Η Αίτηση, σύμφωνα με ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, επιδόθηκε στους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση (οι «Καθ' ων η Αίτηση») στις 18.5.
- Παρά ταύτα την ημέρα της Ακρόασης, ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους τους στο Δικαστήριο. Στην απουσία λοιπόν των Καθ' ων η Αίτηση, η ευπαίδευτη δικηγόρος των Αιτητών αγορεύοντας προφορικά υποστήριξε ότι ο κανονισμός επιτρέπει τη διόρθωση και ότι o κανόνας Δικαστηρίου δεν βγάζει νόημα έτσι όπως είναι διατυπωμένος, ότι αυτή ήταν η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και ότι, εάν υπήρχε ένσταση, κάποιος θα παρουσιαζόταν από την άλλη πλευρά. Πρόσθεσε δε ότι τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Οι Αιτητές καλούν το Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του να τροποποιεί αποφάσεις και διατάγματα. Πιο συγκεκριμένα, στους θεσμούς 5 και 6 της Διαταγής 25 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, που συμπεριλήφθηκαν στη Νομική Βάση της Αίτησης, αναφέρονται τα εξής: «
- Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
- Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Εντός του δικαστηριακού φακέλου εντόπισα και το επίμαχο πρακτικό ημερομηνίας 01.03.2007, το οποίο, ως καταγράφεται σ' αυτό, τηρήθηκε από τη στενογράφο του Δικαστηρίου, αλλά και δακτυλογραφήθηκε και υπογράφηκε από τη έντιμη Δικαστή που επιλήφθηκε της υπόθεσης κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Ανάγνωση του πρακτικού αποκαλύπτει ότι η φράση που οι Αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν, σύμφωνα με την κρίσιμη Αίτηση, δεν υπάρχει ούτε στις δηλώσεις των δικηγόρων, ούτε στην εκφώνηση της Απόφασης. Σημειώνεται δε ότι το κείμενο της διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων φαίνεται να το εκφωνεί στο Δικαστήριο η τότε δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση. Το εν λόγω κείμενο περιλαμβάνει και μέρος που θα γινόταν κανόνας Δικαστηρίου ως καταγράφεται. Επίσης, κατά την επίμαχη ημερομηνία, η πλευρά των Αιτητών δεν φαίνεται να εκπροσωπήθηκε από την ομνύουσα δικηγόρο που υποστήριξε την υπό κρίση Αίτηση, ως η ίδια αναφέρει, αλλά από κάποια κυρία Αντωνιάδου για λογαριασμό της. Η εμφανιζόμενη δικηγόρος, όπως επίσης καταγράφεται στο πρακτικό, συμφώνησε με τα όσα ανέφερε η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση συμπεριλαμβανομένου και του μέρους που αφορούσε τον κανόνα Δικαστηρίου και ζήτησε άδεια ν' αποσύρει και την Ανταπαίτηση. Επίσης, στο δικαστηριακό φάκελο εντόπισα και το συντεταγμένο κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, με ημερομηνία 07.03.
- Στην παράγραφο 8 καταγράφεται η σχετική δήλωση της τότε δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση με την οποία συμφώνησε και η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους τότε Εναγόμενους. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω την Αίτηση και την υποστηρικτική ένορκη δήλωση μαζί με όλα που τέθηκαν ενώπιον μου και τα όσα προανέφερα προκύπτουν από τα σχετικά στο φάκελο έγγραφα. Είναι ξεκάθαρο, τόσο από το αιτητικό αλλά και από τις αναφορές της συνηγόρου των Αιτητών, ότι ζητείται η διόρθωση, δια της αιτούμενης προσθήκης, του κειμένου του κανόνα Δικαστηρίου και όχι άλλου μέρους της εκ συμφώνου απόφασης του Δικαστηρίου. Προτού όμως συζητηθεί καν οποιοδήποτε ζήτημα αφορά τις πιθανές προεκτάσεις που δυνατό να ενέχει η εμπλοκή του κανόνα Δικαστηρίου, στρέφω την προσοχή μου στην επάρκεια των όσων υποστηρίζουν την Αίτηση και εάν αυτά, ως τέθηκαν, δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου: ευθύς αναφέρω ότι στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν είναι ξεκάθαρο σε τι οφείλεται, ή και ακόμα σε ποιον αποδίδεται, η κατ' ισχυρισμό παράλειψη στη συμπερίληψη της επίδικης φράσης. Ενώ αρχικά αναφέρεται μόνον σε παράλειψη λόγω λάθους ή παραδρομής, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται σε ποιον τούτα αποδίδονται, έπειτα αφήνεται να νοηθεί ότι η φράση που ζητείται να προστεθεί δεν συμπληρώθηκε από το Δικαστήριο. Από το πρακτικό όμως της επίμαχης ημερομηνίας, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει. Αντίθετα, εξ όσων φαίνεται, η φράση δεν καταγράφεται ούτε στα όσα η τότε δικηγόρος των εδώ Καθ' ων η Αίτηση δήλωσε και με τα οποία η δικηγόρος που φαίνεται να εμφανίστηκε για τους εδώ Αιτητές συμφώνησε. Μάλιστα το ίδιο το Δικαστήριο, απαγγέλλοντας την Απόφασή του, παραπέμπει στις δηλώσεις των εμφανιζόμενων δικηγόρων ως καταγράφηκαν προηγουμένως στο πρακτικό. Υπενθυμίζω επίσης ότι η εδώ ομνύουσα αναφέρει ότι εμφανίστηκε στην υπόθεση προσωπικά κατά την επίμαχη ημερομηνία, ενώ στο πρακτικό καταγράφεται η εμφάνιση άλλου προσώπου για λογαριασμό της. Παρέμεινε, συναφώς, ερωτηματικό αναφορικά με τη γνώση της ίδιας της ομνύουσας αναφορικά με το τι διαμείφθηκε στο Δικαστήριο κατά την πιο πάνω εμφάνιση, μια και παράλληλα η ίδια πρόβαλε και τον ισχυρισμό περί λάθους που καταλογίζεται, ως αφήνεται να νοηθεί, στο Δικαστήριο. Τόσο το τι διαμείφθηκε κατά την επίμαχη εμφάνιση αλλά και η γνώση της ομνύουσας, έχουν, θεωρώ, σημασία, καθότι αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης, για την καταλληλότητα και αναγκαιότητα της οποίας το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό φέρουν οι Αιτητές. Πέραν τούτου, το ζήτημα της επάρκειας ή και της αποκρυστάλλωσης των επικαλούμενων γεγονότων, άπτεται και της ένταξης του αιτήματος στην εμβέλεια της επικαλούμενης νομικής βάσης. Όπως όμως προανέφερα, αφενός ούτε η θέση είναι ξεκάθαρη εκ της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση, ούτε η, κατά τη μαρτυρία, ιδία γνώση της ομνύουσας συνάδει με το πρακτικό, αλλά και αφετέρου ο ισχυρισμός περί παράλειψης του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζεται από το ίδιο πρακτικό κατά την επίμαχη ημερομηνία. Η απουσία της άλλης πλευράς από τη διαδικασία δεν μπορεί, θεωρώ, να χρησιμεύσει ως επιχείρημα υπέρ της έγκρισης της Αίτησης, καθότι δεν είναι δυνατό, έστω και η μη αμφισβήτηση των όσων αναφέρουν οι Αιτητές να θεωρηθεί ως υποβοηθητική των γεγονότων που προωθήθηκαν προς στήριξή της. Ενόψει της πιο πάνω ελλιπούς - και εν μέρει αντιφατικής - μαρτυρίας επί της οποίας βασίστηκε η Αίτηση, διαπιστώνω κενό στη διασύνδεση μεταξύ γεγονότων και της δυνατότητας υπαγωγής τους στη νομική βάση. Επιπρόσθετα και όσον αφορά το ζήτημα της αναγκαιότητας της αιτούμενης διόρθωσης, διαπιστώνω ότι οι Αιτητές δεν δίδουν επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με την πραγματική επίδραση της υφιστάμενης διατύπωσης του κανόνα Δικαστηρίου στις συναλλαγές τους ή στη σχέση τους με τους Καθ' ων η Αίτηση. Αρκούνται μόνον ν' αναφέρουν ότι η Απόφαση και ο κανόνας Δικαστηρίου, ως έχουν, δεν βγάζουν νόημα και ότι χωρίς τη διόρθωση θα υπάρχει κώλυμα. Δεν αναφέρουν ευθέως όμως ότι πράγματι πρόκυψε ήδη τέτοιο κώλυμα. Από τη στιγμή που επίσης αναφέρουν ότι ανακάλυψαν το κατ' ισχυρισμό λάθος όταν ζήτησαν απαλλαγή ακινήτου, θα αναμενόταν ότι θα ανέφεραν ξεκάθαρα τυχόν αδυναμία τους να διεκπεραιώσουν την πιο πάνω συναλλαγή. Δεν το έπραξαν και κατά συνέπεια παρέμεινε και πάλιν αμφιβολία στο Δικαστήριο αναφορικά με την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Με τα πιο πάνω κατά νου κρίνω ότι οι Αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό αναφορικά με την καταλληλότητα και την αναγκαιότητα της περίπτωσης για διόρθωση στη βάση των Θεσμών 5 και 6 της Διαταγής 25 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, καθότι δεν παρέθεσαν ξεκάθαρα γεγονότα ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να διαπιστώσει την εφαρμογή σ' αυτά των πιο πάνω δικονομικών προνοιών. Τέλος, δεν μου διέφυγε το ότι η ζητούμενη τροποποίηση ή διόρθωση, στη βάση των προαναφερθεισών Διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, αφορά το μέρος εκείνο της επίδικης Απόφασης το οποίο κατέστη, σύμφωνα με το πρακτικό, κανόνας Δικαστηρίου. Γενικά, σύμφωνα με τη Νομολογία, ένας κανόνας Δικαστηρίου αποτελεί συμφωνία και δεν αποκτά υπόσταση Δικαστικής Απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, στην Απαισιώτη κ.α. ν. Ραγιά κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882, το Ανώτατο Δικαστήριο με δική του αναφορά στην παλαιότερη απόφαση στην υπόθεση Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428, ανέφερε: «Το ότι μια σύμβαση δηλώνεται στο Δικαστήριο και καθίσταται κανόνας του Δικαστηρίου δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της από σύμβαση σε δικαστική απόφαση», αρχή που επαναλήφθηκε στην Απόφαση επίσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Μούχτου κ.α. ν Χειμάρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794. Κρίνω βοηθητικό, σε αυτό το σημείο, να παραθέσω σύντομο απόσπασμα από την ενδιάμεση Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 19.10.09, υπό του έντιμου Προέδρου (όπως ήταν τότε) Α. Ρ. Λιάτσου στην υπόθεση 3449/08 - Φώφης Γ. Καλησπέρα κ.α. ν. Ζήνωνα Ηλιάδη κ.α., στο οποίο αναλύεται η δυνατότητα επέμβασης του Δικαστηρίου: «Στην υπόθεση Green v Rozen a.o.
(1955)2 All E.R. 797, διασαφηνίζεται ότι διάρρηξη συμφωνίας γενομένης επί Δικαστηρίω στοιχειοθετεί νέο αγώγιμο δικαίωμα για την αναζήτηση θεραπείας από το Δικαστήριο. Τέτοια συμφωνία συνιστά απλή σύμβαση και δεν μπορεί να μετατραπεί ή να εξομοιωθεί με δικαστική απόφαση. Στην υπόθεση Siebe Gorman & Co Ltd. v. Pneupac Ltd
(1982)1 All E.R. 377 (CA), επεξηγείται ότι ένα εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα μπορεί να συνιστά καταγραφή της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ή να πάρει τη μορφή διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο εδράζεται στη συμφωνία των μερών. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το διάταγμα αντανακλά την άσκηση δικαστικής εξουσίας και ως τέτοιο είναι υποκείμενο σε τροποποίηση. Στην πρώτη όμως περίπτωση, δεν παρέχεται εξουσία τροποποίησης της συμφωνίας των μερών, παρά μόνο για τους ίδιους λόγους για τους οποίους σύμβαση μπορεί να τροποποιηθεί». Εν προκειμένω, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου με το οποίο να υποστηρίζεται ότι ο συγκεκριμένος κανόνας Δικαστηρίου δύναται να τροποποιηθεί με αναφορά στην υφιστάμενη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης. Συνεπώς και γι' αυτόν το λόγο θεωρώ ότι η Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. ........... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο