← Κύπρος

PISSOURI VILLAS BLOCK E & Z MANAGEMENT COMMITTEE ν. RADIC MILAN, Αρ. Αγωγής: 435/2022, 28/8/2023

PISSOURI VILLAS BLOCK E & Z MANAGEMENT COMMITTEE ν. RADIC MILAN, Αρ. Αγωγής: 435/2022, 28/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Πασιαρδή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 435/2022 (i-Justice) Μεταξύ: PISSOURI VILLAS BLOCK E & Z MANAGEMENT COMMITTEE Ενάγουσας -και- RADIC MILAN Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 28/09/2022 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: κος Α. Γεωργίου Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Σωτηριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή 1. Στις 12/04/2022 η Καθ΄ ης η Αίτηση («η Ενάγουσα»), καταχώρησε την παρούσα αγωγή σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο διεκδικώντας εναντίον του Αιτητή («ο Εναγόμενος»), μεταξύ άλλων:
  2. i)απαγορευτικά/προστακτικά διατάγματα ένεκα ενεργειών οι οποίες κατά την Ενάγουσα συνιστούσαν παράνομη επέμβαση στους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης της κοινόκτητης οικοδομής της οποίας η Ενάγουσα είναι η Διαχειριστική Επιτροπή και
  3. ii)€450 ως ειδικές αποζημιώσεις για την ετοιμασία μελέτης από εκτιμητή ακινήτων ο οποίος προέβη σε εκτίμηση των κοινόχρηστων χώρων στάθμευσης. 2. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2),

(1999)1 Α.Α.Δ. 1938), η επίδοση της αγωγής πραγματοποιήθηκε την 17/04/2022 στην κατοικία του Εναγόμενου σε πρόσωπο που συγκατοικεί μαζί του. Με δεδομένο ότι δεν καταχωρίστηκε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγόμενου εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, η Ενάγουσα στις 18/5/2022, καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητήθηκε η έκδοση απόφασης εναντίον του. Στο πλαίσιο δε της εν λόγω αίτησης, το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη του τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του για σκοπούς απόδειξης της αίτησης, στις 01/07/2022 εξέδωσε δικαστική απόφαση («η Απόφαση») εναντίον του Εναγόμενου εκδίδοντας διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η στάθμευση οχημάτων που ανήκουν στον Εναγόμενο ή σε μέλη της οικογένειας του στους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης και επιδίκασε το ποσό των €450, πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα. Αίτηση Ο Εναγόμενος προέβη στην καταχώριση της αίτησης ημερομηνίας 28/09/2022 («Αίτηση Παραμερισμού»), με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την Απόφαση 01/07/
  1. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5,θ. 2, 7, Δ.16, θ.10, Δ.48 θ.1-9, Δ.9, θ, 1-13, Δ.3, Θ. 1-10, Δ.64 καθώς και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της αίτησης επισυνάφθηκε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου στη Σέρβικη γλώσσα, καθώς και ένορκες δηλώσεις μετάφρασης ημερομηνίας 28/09/2022 από τα Σέρβικα στα Αγγλικά από την κα Biljana Drajic και από τα Αγγλικά στα Ελληνικά από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο στην Αίτηση Παραμερισμού. Σημειώνω ότι όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, δεν αμφισβητείται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις 17/04/2022 στην οικία του. Απολογείται για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, αποδίδοντας την στο γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος καθότι δεν αντιλαμβάνεται ούτε και μιλά Ελληνικά. Επίσης, αναφέρει ότι όταν του επιδόθηκε η Απόφαση κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, δυσκολεύτηκε να εντοπίσει κάποιο δικηγόρο για να αναλάβει την υπόθεση του, αλλά μόλις αυτό ήταν εφικτό του έδωσε οδηγίες να προβεί σε έρευνα του φακέλου. Ακόμη, ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, επειδή είναι Ευρωπαίος πολίτης είχε δικαίωμα να παραλάβει ειδοποίηση της αγωγής σε γλώσσα που αντιλαμβάνεται.
  2. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος διατείνεται ότι έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή, προτάσσοντας ως κύριο επιχείρημα τη θέση ότι δεν κατέχει προσωπικά αυτοκίνητο και επισυνάπτει σχετικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 01/09/2022 από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τεκμήριο 1). Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορούσε να προβεί σε παράνομη επέμβαση επί των κοινόχρηστων χώρων στάθμευσης που «δεν ανήκουν σε κανένα ατομικά», ούτε και μπορούσε να εμποδίσει οποιονδήποτε να σταθμεύσει στους χώρους αυτούς. Κατά τον Εναγόμενο, η μη κατοχή αυτοκινήτου καθιστά αδύνατη τη συμμόρφωση του με την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι «μερικές φορές αλλά όχι συστηματικά» στάθμευε αυτοκίνητα τρίτων στους εν λόγω χώρους στάθμευσης μετά από υποδείξεις των ιδιοκτητών και «ουδέποτε είχαμε σκοπό να αποστερήσουμε σε οποιοδήποτε από το να σταθμεύει εκεί και ουδέποτε σταθμεύσαμε για μεγάλη χρονική διάρκεια». Σε άλλο σημείο δηλώνει ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομη η στάθμευση στους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης, αφού η προειδοποιητική επιστολή που έλαβε ημερομηνίας 05/11/2021 ήταν στα Ελληνικά και ούτε ειδοποιήθηκε με κάποιο άλλο τρόπο. Ο Εναγόμενος σε άλλο σημείο, παραδέχεται ότι εισήλθε στους χώρους στάθμευσης μια φορά και έκοψε κλαδιά από δέντρα μετά από μια καταιγίδα.
  3. Επιπρόσθετα, προβάλλει τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε να επιδικάσει την αποζημίωση ύψους €450, που όπως λαμβάνει νομική συμβουλή, είναι απομακρυσμένη ζημιά για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Καταληκτικά, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είναι ανύπαρκτο νομικά πρόσωπο καθότι δεν έχει εγγραφεί στο κτηματολόγιο. Ο ίδιος επιθυμεί όπως το Δικαστήριο εγκρίνει την αίτηση του, δίδοντας του την ευκαιρία αλλά και το δικαίωμα να προβάλει τα πιο πάνω επιχειρήματα του ως υπεράσπιση, ενώ θα ήταν άδικο να του αποστερηθεί αυτό το δικαίωμα καθότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης Παραμερισμού. Ένσταση
  4. Η Ενάγουσα καταχώρισε την ένσταση της ημερομηνίας 12/04/2023 στην Αίτηση Παραμερισμού, προβάλλοντας
(20)είκοσι λόγους και καλεί το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση. Συνοπτικά αποδιδόμενοι, οι λόγοι ένστασης επικεντρώνονται κυρίως στο
  1. i)αναιτιολόγητο αίτημα του Εναγόμενου,
  2. ii)στην καθυστέρηση και αδιαφορία που αυτός επέδειξε αναφορικά με την πορεία και έκβαση της υπόθεσης του, iii) στο γεγονός ότι δεν έχει αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση,
  3. iv)ότι η Αίτηση Παραμερισμού δεν υποστηρίζεται από έγκυρη ένορκη δήλωση τόσο του Εναγόμενου όσο και των μεταφράσεων αυτής, τις οποίες χαρακτηρίζει ως παράτυπες και αντικανονικές και
  4. v)ότι η Αίτηση Παραμερισμού παράτυπα και λανθασμένα επιδόθηκε στον δικηγόρο της Ενάγουσας αντί στην Ενάγουσα προσωπικά. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 θ.θ 1 και 2, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.33, θ.3, Δ.39, Δ.48 θ.θ 1, 2, 3, 4, 7, 8
(1)(
  1. s)και (y), 9 (
  2. h)και (u), 11, 12, 13, Δ.64 στα άρθρα 30
(2), 30
(3)(α), (β) του Συντάγματος, στον Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 (Ν. 45(Ι)/2019) άρθρα 1 έως και 20, 32, 33, 34 και στον Περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (Ν. 76/1988) άρθρα 1 έως και 5, στη Νομολογία, στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες, στην Πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
  1. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση, τα οποία συνοψίζω, παρατίθενται στην επισυνημμένη ένορκη του κου. Stuart Wright, ημερομηνίας 12/04/2023, της οποίας πιστοποιημένη μετάφραση από τα Αγγλικά στα Ελληνικά επισυνάπτεται. Ο κος Wright δηλώνει ότι είναι ο Πρόεδρος της Ενάγουσας και με την ένορκη του δήλωση υιοθετεί και αναλύει τους λόγους ένστασης. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η Αίτηση Παραμερισμού δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και θα πρέπει να απορριφθεί αφού δεν δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση για την υπερβολική αδιαφορία και αμέλεια που έδειξε ο Εναγόμενος στην καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, αν και του έχει δεόντως επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα. Απορρίπτει ότι η μη γνώση της Ελληνικής γλώσσας και η κατ' ισχυρισμό δυσκολία εντοπισμού δικηγόρου, αποτελούν ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Περιγράφει σχετικά το ιστορικό επίδοσης, τόσο της προειδοποιητικής επιστολής ημερομηνίας 06/11/2021 όσο και του κλητηρίου εντάλματος και αναφέρεται στο περιεχόμενο κάποιων μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν με αυτόν. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, δεν υπήρχε καμία υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου που επιδόθηκε στον Εναγόμενο σε γλώσσα που να αντιλαμβάνεται.
  2. Στη συνέχεια, ο κος Wright, επιχειρεί να αντικρούσει τις θέσεις που προωθεί ο Εναγόμενος με σκοπό να αναδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ειδικότερα, ο κος Wright, δηλώνει ότι ο Εναγόμενος γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν παράνομη η στάθμευση λόγω καταγγελιών στις οποίες προέβη ο ίδιος στο παρελθόν στην Αστυνομία, καθώς και μέσω της επιστολής ημερομηνίας 05/11/2021 η οποία του στάλθηκε. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το πιστοποιητικό κατοχής αυτοκινήτου το οποίο προσκόμισε ο Εναγόμενος, αφορά μεταγενέστερη χρονικά περίοδο από αυτή των επίδικων γεγονότων και συνεπώς είναι άσχετο. Περαιτέρω, ο κος Wright, αναφέρει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να δικαιολογεί τις ακόλουθες ενέργειες του: i. Την είσοδο και στάθμευση του στους εν λόγω κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης, ii. Την τοποθέτηση αλυσίδων στο χώρο εισόδου - εξόδου του χώρου στάθμευσης, iii. Την τοποθέτηση πλέγματος περιμετρικά του χώρου στάθμευσης, iv. Την τοποθέτηση σκίαστρου για προστασία των οχημάτων του από τον ήλιο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, v. Την μη λήψη έγκρισης από τη Διαχειριστική Επιτροπή για το κλάδεμα των δέντρων.
  3. Επιπρόσθετα, ο κος Wright, αναφέρεται στο ζήτημα της δέουσας σύστασης της Ενάγουσας, επεξηγώντας ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία για να προωθήσει την εν λόγω θέση, ούτε και επικαλείται οποιαδήποτε γεγονότα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία προς θεμελίωση της θέσης αυτής. Καταληκτικά, επαναλαμβάνει τις νομικές θέσεις ως προς το παράτυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση Παραμερισμού και των μεταφράσεων αυτής. Ακρόαση της Αίτησης
  4. Η ακρόαση της Αίτησης Παραμερισμού διεξήχθη αποκλειστικά στη βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους. (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/
  5. Έχω εξετάσει τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, η Αίτηση Παραμερισμού υπόκειται σε απόρριψη κυρίως για δύο λόγους. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα
  1. Σύμφωνα με τη Διάταξη 17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό κρίση αίτηση: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. »
  2. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναγομένου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, οι παράμετροι άσκησης της οποίας έχουν αναλυθεί εις βάθος και με σαφήνεια, σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Jurgen κ.ά. v Σταυρινού Πολ. Έφ. 80/14, 1/6/2020, Kοσταντιάν v Βασιλείου Πολ. Έφ. 168/13, 25/2/20, Nsm Democars Ltd κ.ά. v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 121/10, 14/10/15, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Milouca Motor Trading Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) [1993] 1 ΑΑΔ 26, Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291)
  1. Διαχρονικά η νομολογία επιτάσσει πως, η εξουσία παραμερισμού ερήμην απόφασης ασκείται σε δύο διακριτές περιπτώσεις: (α) Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται από το Δικαστήριο ex debito justitiae, ήτοι δικαιωματικά και χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας και (β) Όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του στη διαδικασία. Η υπό εξέταση Αίτηση Παραμερισμού εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση.
  2. Στην απόφαση Jurgen κ.α. ν Σταυρινού, Πολ. Εφ. Αρ. 80/2014, ημ. 1/6/2020, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία που λαμβάνεται στο ζήτημα που παραμερισμού νομοτύπων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην είναι πολύ γνωστή και επαρκώς θεμελιωμένη. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και επαναλήφθηκε σε πλείστες όσες αποφάσεις όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 και Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ.. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί, (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Πέραν των ανωτέρω αρχών δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας αίτησης της φύσεως αυτής, δεδομένου ότι ανακύπτουν διαφορετικά δεδομένα και γεγονότα στην κάθε υπόθεση. [.] Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις, (Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402). Επίσης, όμως, ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό. Στην Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, η εφεσείουσα όχι μόνο καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση εμφάνισης επικαλούμενη άγνοια της δυνατότητας αυτής, θέση που δεν έγινε αποδεκτή, αλλά καθυστέρησε να λάβει και μέτρα για παραμερισμό μετά την επίδοση σ΄ αυτή αίτησης παρακοής. Εδώ οι εφεσείοντες παρέλειψαν να εμφανιστούν σε πέραν της μιας των ευκαιριών που είχαν, όπως ήδη εξηγήθηκε πιο πάνω. . Η νομολογία θέλει τους δύο παράγοντες προς παραμερισμό απόφασης να είναι σωρευτικοί, (Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080).» (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
  1. Νομότυπο ένορκης δήλωσης Εναγόμενου
  2. Προτού προχωρήσω να εξακριβώσω κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, κρίνω επιβεβλημένο να εξετάσω τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν σχετικά με το νομότυπο της ένορκης δήλωσης και των μεταφράσεων αυτής που συνοδεύουν την Αίτηση Παραμερισμού. Τυχόν αποδοχή των θέσεων της Ενάγουσας επί του σημείου αυτού, δύναται να έχει καταλυτικές συνέπειες για την έκβαση της παρούσας.
  3. Αρχικά να αναφερθεί ότι η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, είναι διατυπωμένη στα Σέρβικα. Αυτό δεν αποτελεί βεβαίως κώλυμα, άλλωστε προβλέπεται από τον περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο Ν.67/88, άρθρο 5
(1), πως αποδεικτικό μέσο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, γίνεται αποδεκτό σε δικαστική διαδικασία. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, στο δικαστηριακό φάκελο υπάρχουν δύο ένορκες δηλώσεις μετάφρασης. Σημειώνω ότι σε αυτές, επισυνάπτεται μόνο ως Τεκμήριο η εκάστοτε μετάφραση, χωρίς το πρωτότυπο κείμενο από το οποίο προκύπτει η μετάφραση. 19. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772, λέχθηκαν τα εξής για την πρακτική που πρέπει να ακολουθείται σχετικά με τη μετάφραση ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται σε γλώσσα άλλη από αυτές που προνοεί το Σύνταγμα: «Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
  1. Είναι γεγονός ότι οι κα Dragic και ο δικηγόρος του Εναγόμενου δεν αναφέρουν ότι είναι ορκωτοί μεταφραστές ή ότι οι μεταφράσεις είναι πιστοποιημένες. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω μεταφράσεις είναι αντίθετες με τις πρόνοιες του Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Ν.45(Ι)/2019 και άρα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Εντούτοις, ο Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Ν.45(Ι)/2019, δεν καταργεί ή περιορίζει τη δυνατότητα αποδοχής πιστής μετάφρασης ένορκης δήλωσης η οποία δεν προέρχεται από ορκωτό μεταφραστή ή δεν είναι πιστοποιημένη. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως η Ενάγουσα, δεν εγείρει ζήτημα μη ακριβούς μετάφρασης της εν λόγω δήλωσης στην Ελληνική, ούτως ώστε να θεωρηθεί δίχως άλλο ότι η μετάφραση δεν είναι ακριβής και ορθή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση A.C. Prospecta Homes Services Ltd v. Kharima Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 118/20, ημερ. 12/10/2022, επικροτήθηκε η προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να λάβει υπόψη ένορκη δήλωση που υποστήριζε ενδιάμεση αίτηση αν και οι μεταφράσεις αυτής πραγματοποιήθηκαν από μη ορκωτούς μεταφραστές: «Ως καλώς υπέδειξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ν.45(Ι)/19 δεν ορίζει πουθενά πως η εγκυρότητα ενός εγγράφου εξαρτάται από το αν η μετάφραση του διενεργείται μέσω ορκωτού μεταφραστή ή όχι, και τούτο, πέραν του ότι το Άρθρο 5, Ν.67/88 διαλαμβάνει πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία μπορεί να γίνει αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο (συμπεριλαμβανόμενης ένορκης δήλωσης), έγγραφο που είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα (Bitonic Ltd ν. Bank of Moscow Bank- Joint Stock Company, Π.Ε. 117/18, ημ. 16.3.22)».
  2. Ως εκ των πιο πάνω, απορρίπτω την εισήγηση περί μη αποδοχής της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου στη βάση του ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του Περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Ν.45(Ι)/
  3. Ωστόσο σημειώνω ότι, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία προσκόμισης των εν λόγω μεταφράσεων στο Δικαστήριο (ως η απόφαση Saab ανωτέρω), καθότι στις ένορκες δηλώσεις μετάφρασης, δεν επισυνάφθηκε ως τεκμήριο το πρωτότυπο κείμενο από το οποίο πηγάζει η μετάφραση. Στην προκείμενη περίπτωση, η ορθή κατ' εμένα διαδικασία, θα ήταν όπως η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου συνταχθεί και ακολούθως υπογραφεί από αυτόν στα Σέρβικα, που είναι η γλώσσα την οποία ο ίδιος αντιλαμβάνεται. Έπειτα, θα έπρεπε να προσκομισθούν ένορκες δηλώσεις μετάφρασης στις οποίες θα επισυνάπτονταν ως τεκμήρια, τόσο το πρωτότυπο κείμενο της γλώσσας από την οποία προκύπτει η μετάφραση, όσο και η μετάφραση αυτής και στην ένορκη δήλωση να υπάρχει βεβαίωση περί της ορθότητας των μεταφράσεων.
  4. Αν και δεν επισυνάφθηκε στις ένορκες δηλώσεις μετάφρασης το πρωτότυπο κείμενο, δεδομένου ότι με τις ένορκες δηλώσεις μετάφρασης βεβαιώνεται η ορθότητα τους, που είναι και το ζητούμενο, κρίνω ότι δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στο να ληφθούν υπόψη.
  5. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την επιβεβαίωση που συμπληρώνεται από το πρόσωπο που λαμβάνει τον όρκο (jurat), σύμφωνα με την Δ.39 θ.10 στις πρόνοιες της οποίας παραπέμπει με την αγόρευση του ο συνήγορος της Ενάγουσας. Ειδικότερα, στη Δ.39, θ.10, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με το jurat: "The person taking the affidavit shall note immediately at the foot thereof, towards the left side of the paper, the time when and the place where the affidavit is taken, and that the affidavit was sworn and signed before him; he shall sign the jurat and describe his office. (Form 35.)".
  6. Παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Παραμερισμού στην γλώσσα που ομιλεί και κατανοεί ο Εναγόμενος, ήτοι τα Σέρβικα, δεν υπάρχει βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) συνταγμένη σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή είτε στα Ελληνικά ή στα Τούρκικα. Επιπλέον, υπάρχει σφραγίδα του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα Αγγλικά με το λεκτικό "Sworn and signed before me at the District Court of Limassol this the 28/9/2022" όπου η ημερομηνία έχει συμπληρωθεί από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Τα ερωτήματα που προκύπτουν και τα οποία πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο i) το jurat αποτελεί μέρος του εγγράφου; στην προκειμένη της ένορκης δήλωσης ii) είναι επιτρεπτό το jurat να είναι συνταγμένο σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες που προνοεί το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας; και iii) ποιες είναι οι συνέπειες από τη μη ορθή καταγραφή και εκτέλεση του jurat.
  7. Αρχίζοντας με το πρώτο ερώτημα, είμαι της άποψης ότι η καταγραφή της επιβεβαίωσης (jurat) από το πρόσωπο που λαμβάνει τον όρκο αποτελεί μέρος δικαστικής διαδικασίας ή εν πάση περιπτώσει οιονεί δικαστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39, θ.10, αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει είτε ενώπιον Δικαστή είτε ενώπιον Πρωτοκολλητή. Αποφαίνομαι ότι το jurat, όπως και το πλαίσιο της δήλωσης, δηλαδή ότι η καταχώριση διενεργήθηκε σε δικαστήριο συγκεκριμένης επαρχίας και δικαιοδοσίας, δεν αποτελούν μέρος της ένορκης δήλωσης εφόσον αυτό το κομμάτι δεν προσκομίζεται διά την απόδειξη κάποιου γεγονότος.
  8. Συνεπεία της κατάληξης μου ότι το jurat δεν αποτελεί μέρος της ένορκης δήλωσης, αλλά ούτε και αποτελεί «έγγραφο», κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση των προνοιών του άρθρου 5 του περί Επισήμων Γλωσσών Νόμου Ν. 67/
  9. Είναι γεγονός ότι η Δ.39 η οποία ρυθμίζει δικονομικά τον τρόπο σύνταξης μιας ένορκης δήλωσης, δεν αναφέρει ρητά ποια πρέπει να είναι η γλώσσα που γράφεται το jurat. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε πολύ πρόσφατα στην πρωτόδικη απόφαση Αίτηση υπό του Alexander Markovich Frayman ν. Αναφορικά με τον KONSTANTIN SELIVANOV, Αρ. Αίτησης Διαχείρισης: 239/2020, 2/5/2022, με της οποίας το σκεπτικό συμφωνώ και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης: "Επιχειρώντας πλήρη διαλεύκανση του θέματος η διερεύνηση με οδήγησε στην Atkin's Encyclopedia of Court Forms in Civil Proceedings του 1969, 3ος τόμος, σελίδες 322 μέχρι και
  10. Η σημασία της παραπομπής αυτής εντοπίζεται στη σελίδα 326, στην παράγραφο Use of English Language όπου αναφέρεται ότι· «If the affidavit is in a foreign language it must be sworn through an interpreter, the jurat being in English.» Περιπλέον σχολιάζεται η περίπτωση που η δήλωση του ομνύοντα είναι στην ουαλική γλώσσα και οι συγγραφείς παραπέμπουν στη σελίδα 354 όπου εκεί παρατίθεται το jurat που χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Κάτω από τον τίτλο Foreigner Swearing in Foreign Language Through Interpreter, αποκαλύπτεται πως η πιστοποίηση που επιγράφει το πρόσωπο που λαμβάνει τον όρκο είναι στην αγγλική γλώσσα και όχι άλλη, και αυτό παρ'ότι η δήλωση είναι στα ουαλικά. Δηλαδή το jurat παραμένει αναλλοίωτο και δεν εξαρτάται από τη γλώσσα που ομιλεί ο ομνύων τη δήλωση που πιστοποιείται τοιουτοτρόπως, αλλά από τη γλώσσα της διαδικασίας. (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
  11. Πέραν των πιο πάνω, η απόφαση Hassanein v. Hellenic Island
(1994)1 Α.Α.Δ.303,κατέστησε σαφές ότι η γλώσσα της διαδικασίας δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Συντάγματος. Όπως τονίστηκε στην ίδια απόφαση Hassanein (ανωτέρω), «οι θεσμικές διατάξεις που περιέχονται στη Δ.58 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με τη γλώσσα της διαδικασίας και τη σύνταξη των δικαστικών εγγράφων έπρεπε να προσαρμοστούν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 188.1 του Συντάγματος προς τις συνταγματικές διατάξεις που περιέχονται στο Άρθρο 3.4 του Συντάγματος, όπως αποφασίστηκε στην The United Bible Societies (Gulf) ν. Κώστα Χατζηκακού
(1990)1 A.A.Δ. 395.». Ως εκ των πιο πάνω, αποφαίνομαι ότι το jurat επιβάλλεται να είναι συνταγμένο στην Ελληνική ή την Τουρκική γλώσσα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η διεκπεραίωση και καταγραφή της επιβεβαίωσης σε γλώσσα άλλη από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας. 28. Σε σχέση με τις νομικές συνέπειες της ως άνω παρατυπίας στο jurat, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Yιοί Λτδ και Άλλοι ν. Arizona Trading Co. Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε είδους ελάττωμα, παρανομία ή αντικανονικότητα. Αυτό είναι και το πνεύμα των αντίστοιχων αγγλικών διατάξεων, όπως συνάγεται από την παρακάτω σύντομη περικοπή από τη Supreme Court Practice 1988, 1ος τόμος, παράγ. 2/1/1, σελ. 9: "...................though it may still be that there are other failures to comply with statutory requirements or other improprieties so serious as to render the proceedings in which they occur, and any order made therein, a nullity. "Proceedings" for the purposes of this rule, includes any application to the Court, however informal." Όπως προκύπτει από τη νομολογία η Δ.39 θ.15 καλύπτει κυρίως τις επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση ως, λ.χ., τις λέξεις "before me" ή την καταχώρηση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα (βλέπε Atkin's Court Forms in Civil Proceedings, 2nd ed., vol. 3, σελ. 330). Στην περίπτωσή μας παραλείπεται ολόκληρη η βεβαίωση. Και το πιο σημαντικό η λέξη "ορκίστηκε", που είναι το ουσιαστικό στοιχείο της. Το ότι υπάρχει η υπογραφή δεν μεταβάλλει την κατάσταση.» Στη σελίδα 1360 αναφέρεται ότι: «Δε θα σχολιάσουμε τη μαρτυρία της πρωτοκολλητού ή την έλλειψη μαρτυρίας αναγνώρισης του ομώσαντος Χρ. Κ. Μανώλη, ή άλλες ατέλειες. Τα κενά ή οι ελλείψεις δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της jurat να αποφεύγονται με τρόπο αναντίλεκτο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις. Είναι γι' αυτό που όπως παρατηρεί ο Atkin στη σελ. 325 του ίδιου τόμου: «Τhe parties cannot waive an irregularity in the jurat» Στη σελίδα 1361 αναφέρεται ότι: «H υπόθεση In re El‑Bustani, ανωτέρω, αφορά την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε για να υποστηρίξει αίτηση για habeas corpus, η οποία έγινε σε γλώσσα άλλη απ' εκείνη του αιτητή. Δεν τηρήθηκαν τα εχέγγυα που προβλέπει η Δ.39 θ. 13 για τη βεβαίωση ένορκης δήλωσης (jurat) αναλφάβητων ή τυφλών προσώπων. Παρά την παρατυπία το δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε την ουσία της αίτησης. Δεν προκύπτει από την απόφαση ότι υπήρξε συζήτηση του θέματος, η δε σχετική παρατήρηση του δικαστηρίου φαίνεται να έχει χαρακτήρα obiter. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για ανόμοιες καταστάσεις, που δεν ευνοούν τις συγκρίσεις ή συσχετισμούς.» Επανερχόμενοι στην υπόθεση παρατηρούμε ότι το έγγραφο που κατατέθηκε για να στηρίξει το αίτημα δεν είχε καμιά αποδεικτική αξία. Επομένως πάσχει ριζικά ολόκληρη η διαδικασία. Γι' αυτό και παραμερίζουμε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου με έξοδα και στις δύο διαδικασίες σε βάρος της εφεσίβλητης.» 29. Ως αποτέλεσμα της ως άνω εξακριβωθείσας παρατυπίας, σύμφωνα με τον αυστηρό λόγο της απόφασης Θεμιστοκλέους ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό, ότι η ένορκη δήλωση που έχει καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης Παραμερισμού δεν μπορεί να έχει καμία αποδειχτική αξία και συνεπώς πάσχει ριζικά ολόκληρη η διαδικασία που προώθησε ο Εναγόμενος. Παρενθετικά, σημειώνω ότι και το jurat στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Ενάγουσας είναι συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα και συνεπώς και η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας είναι παράτυπη. Εντούτοις, όπως έχει πλειστάκις λεχθεί σε αιτήσεις παραμερισμού το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή (Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ.
  1. Κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση
  2. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο θα απορρίψω την παρούσα Αίτηση Παραμερισμού, είναι η κατάληξη μου ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σχετικά με τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148:
(1)«Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο».
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς. 32. Όπως έχει νομολογηθεί, το αδίκημα αυτό είναι αγώγιμο per se, ανεξάρτητα δηλαδή από το κατά πόσο ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος της ιδιοκτησίας έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά (βλ. Παπακόκκινου v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379). 33. Στην απόφαση Δάμτσας κ.α. ν. D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd, Πολ. Έφεση 133/2011 ημ. 24/03/2016, λέχθηκαν τα εξής: «Στο Ηalsbury' s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194 αναφέρεται ότι η επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση ή ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου αντίθετα με τη θέληση του. (βλ. Λάμπρου v. Κεφάλα
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516, Παπακοκκίνου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Μάρκου v. Χρυσοστόμου κ.ά
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 813)». 34. Από τον ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 43
(1)του Κεφ. 148, προκύπτει ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης μπορεί να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της εισόδου σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από το νόμο. Δεν είναι αναγκαίο να καταδεικνύεται πρόθεση διάπραξης του αδικήματος, καθότι η παράνομη επέμβαση μπορεί να επέλθει και αθώα (League Cruel Sports v. Scott
(1986)Q.Β. 240 και Costello v City of Calgay
(1997)152 DLR (4th). 35. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι όπως προκύπτει τόσο από το λεκτικό του άρθρου 43
(2)όσο και από τη νομολογία, είναι πολύ περιορισμένες οι υπερασπίσεις που δύναται να επικαλεστεί ένας Εναγόμενος όταν η απαίτηση του Ενάγοντα απορρέει από παράνομη επέμβαση. Είτε δηλαδή προτάσσεται η συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας επί της οποίας υπήρξε παράνομη επέμβαση, είτε υπάρχει ισχυρισμός ότι η πράξη είναι επιτρεπτή σύμφωνα με το τοπικό έθιμο.
  1. Παρόλο που στο στάδιο αυτό ο εκάστοτε Αιτητής δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του ούτε αξιολογούνται οι ισχυρισμοί του ως να διεξαγόταν δίκη επί της ουσίας της αγωγής, (βλ. Kameneva v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ( πρώην) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (πρώην) Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Ε102/2015, ημερομηνίας 29.3.
  2. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094) εντούτοις, θα πρέπει να προβάλλονται κάποιοι ισχυρισμοί οι οποίοι εκ πρώτης όψεως να τεκμηριώνονται και να καταδεικνύουν μια αληθοφανή και λογική υπεράσπιση. Στην απόφαση Καλλής ν Alpha Βank Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 793, αναφέρονται τα ακόλουθα: «...Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι τους ώμους του αιτητή». 37. Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις παραμερισμού, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  1. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή τα όσα ο Εναγόμενος έχει καταγράψει στην ένορκη δήλωσή του αναφορικά με τις θέσεις που επιθυμεί να του δοθεί άδεια για να προβάλει στην αγωγή ως υπεράσπιση.
  2. Η πρώτη θέση που επιθυμεί να προβάλει ο Εναγόμενος, εάν του δοθεί η ευκαιρία να ανοίξει ξανά την υπόθεση, είναι ότι δεν προέβη ο ίδιος στην παράνομη επέμβαση αλλά κάποιος άλλος καθότι δεν κατέχει προσωπικά αυτοκίνητο. Συνεπώς, ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να εμποδίσει κάποιον άλλο να σταθμεύσει εκεί. Αφήνω επί μέρους το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν αναφέρει κατά πόσο κατείχε αυτοκίνητο την επίδικη περίοδο που αφορούσε η αγωγή. Δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι τα πιο πάνω φανερώνουν μια λογικοφανή υπεράσπιση, ούτε και συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι πρέπει να του επιτραπεί να παρουσιάσει μαρτυρία σε σχέση με το ιστορικό ιδιοκτησίας και κατοχής αυτοκινήτων. Αυτές τις λεπτομέρειες που επιφυλάχθηκε να προσκομίσει κατά την ακρόαση, είναι αυτές που θα έπρεπε να είχε ήδη παράσχει στο Δικαστήριο ώστε να αποφασίσει κατά πόσο θα δικαιολογείτο το επανάνοιγμα της υπόθεσης.
  3. Νοουμένου ότι καταδεικνύεται παράνομη είσοδος ή παρέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, το κατά πόσο το εν λόγω αυτοκίνητο ανήκει ή όχι στο πρόσωπο που προβαίνει στην παράνομη επέμβαση, είναι άσχετο με τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και ούτε εμπίπτει στις περιορισμένες υπερασπίσεις που έχω παραθέσει ανωτέρω.
  4. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Εναγόμενος, ότι νόμιμα στάθμευε στους επίδικους χώρους στάθμευσης αυτοκίνητα που ανήκουν σε τρίτους, είναι αντιφατικοί και αόριστοι και δεν περιέχουν την αναγκαία θεμελίωση, έστω για τους σκοπούς της παρούσας.
  5. Συγκεκριμένα, ενώ όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω ο Εναγόμενος δηλώνει ότι η ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση (στάθμευση) δεν έγινε από τον ίδιο αλλά από κάποιον άλλο, στη συνέχεια παραδέχεται ότι στάθμευε αυτοκίνητα τρίτων κατόπιν υποδείξεων των ιδιοκτητών, χωρίς όμως να προσδιορίζει την ταυτότητα των εν λόγω προσώπων ή τις περιστάσεις που οδήγησαν στη στάθμευση των αυτοκινήτων, ούτε και αν τα εν λόγω πρόσωπα νομιμοποιούνταν να σταθμεύουν στους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης. Τα πιο πάνω προφανώς συνιστούν αντικρουόμενες και γενικές θέσεις, αφού είτε ο Εναγόμενος εισερχόταν και στάθμευε στους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης είτε όχι.
  6. Συνακόλουθα, η ύπαρξη γενικών και αντικρουόμενων θέσεων ως προς το ότι ο Εναγόμενος στάθμευε στους κοινόχρηστους χώρους χωρίς την επαρκή εξειδίκευση και σαφήνεια, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι υφίσταται συζητήσιμη υπεράσπιση για αυτό το σημείο.
  7. Δεν απαιτείται βέβαια σ' αυτό το στάδιο η τεκμηρίωση υπεράσπισης. Απαιτείται όμως, η παραπομπή ή η αναφορά σε γεγονότα, έστω κατ' ισχυρισμό, τα οποία σε συνδυασμό με νομικές αρχές, να παρέχουν πραγματικό υπόβαθρο υπεράσπισης - αξίας, για να εξεταστούν στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας.
  8. Επαναλαμβάνω σε αυτό το σημείο, τις αρχές σε σχέση με την μαρτυρία που προσκομίζει ο Εναγόμενος. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, η υπεράσπιση δεν πρέπει να είναι «απογυμνωμένη νομιμοποιητικού ερείσματος» και συνεπώς επιβάλλεται το Δικαστήριο να διακριβώσει κατά πόσο παρατίθεται με έναν τρόπο συνεκτικό και κυρίως πειστικό. Περαιτέρω, η υπεράσπιση πρέπει να είναι «συζητήσιμη», άρα «λογικοφανής», όπως αναφέρθηκε στη NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
  1. Παρενθετικά, σε αυτό το σημείο αναφέρω ότι, το κατά πόσο μπορεί η όχι ο εκάστοτε Εναγόμενος να συμμορφωθεί με την όποια απόφαση που εκδόθηκε, δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
  2. Στρεφόμενος εκ νέου στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, η διαφορετική θεώρηση και εκδοχή του ότι δεν υπήρχε πρόθεση από μέρους του να εμποδίσει άλλους να σταθμεύσουν, το κατά πόσο γνώριζε ή όχι ότι δεν δικαιούτο να σταθμεύσει στους κοινόχρηστους χώρους μέσω της επιστολής ημερομηνίας 06/11/2021, κατά πόσο οι χώροι στάθμευσης δεν ανήκουν σε κάποιο ιδιοκτήτη αποκλειστικά, αντικειμενικά εξεταζόμενοι κρίνονται ως ανεπαρκείς ώστε ο Εναγόμενος να αποσείσει το βάρος που έχει σε σχέση με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης.
  3. Στοιχείο που επίσης συνυπολογίζεται, είναι ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ο Εναγόμενος παραδέχεται την είσοδο και το κλάδεμα των δέντρων στους χώρους στάθμευσης. Σημειώνεται επίσης, ότι ο Εναγόμενος δεν τοποθετείται καθόλου αναφορικά με τα όσα προώθησε η Ενάγουσα και σχετίζονται με την τοποθέτηση αλυσίδων στο χώρο εισόδου - εξόδου του χώρου στάθμευσης, την τοποθέτηση πλέγματος περιμετρικά του χώρου στάθμευσης και την τοποθέτηση σκίαστρου για προστασία των οχημάτων του από τον ήλιο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Γενικότερα, στην παρούσα υπόθεση δεν έχει εγερθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ύπαρξης συγκατάθεσης της Ενάγουσας ή εξουσιοδότησης για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος στους κοινόχρηστους χώρους στάθμευσης.
  4. Η επόμενη θέση που προωθεί ο Εναγόμενος για να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε να επιδικάσει το ποσό των €450 προς όφελος της Ενάγουσας ως θεραπεία για τα έξοδα εκτιμητή. Αποφαίνομαι ότι η εν λόγω θέση δεν δύναται να έχει την οποιαδήποτε βαρύτητα για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Είμαι της άποψης ότι γενικότερα δεν μπορεί να πετύχει η προώθηση νομικού ισχυρισμού που στρέφεται εναντίον του είδους της θεραπείας που περιέχει η Απόφαση με σκοπό να αποκαλυφθεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνδέεται με τα επίδικα γεγονότα που παρέθεσε η Ενάγουσα κατά την έκδοση της Απόφασης και που κρίθηκαν ικανά να θεμελιώσουν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, ούτε και σχετίζεται με τις αναγνωρισμένες υπερασπίσεις του εν λόγω αστικού αδικήματος.
  5. Μια άλλη θέση που προώθησε ο Εναγόμενος είναι ότι η Ενάγουσα είναι νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο. Παρατηρώ ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία ή αποδεικτικό υλικό για να προωθηθεί η εν λόγω θέση. Ούτε στην αγόρευση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου υπάρχει οποιαδήποτε παραπομπή αναφορά ή ισχυρισμός σε οποιαδήποτε νομοθεσία που να καθιστά απαραίτητη την εγγραφή της Διαχειριστικής Επιτροπής στο κτηματολόγιο. Βεβαίως, δεν αναμένεται στο στάδιο αυτό ο Αιτητής να αποδείξει τον ισχυρισμό του, αλλά όφειλε να παραθέσει έστω κάποιο στοιχείο που να καθιστούσε αυτόν συζητήσιμο. Η θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου ότι, παρόλο που δεν προσκομίζεται σχετική μαρτυρία, ο Εναγόμενος δικαιούται να καλεί την Ενάγουσα σε απόδειξη της σύστασης της είναι εσφαλμένη. Η εν λόγω θέση βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την ισχύουσα νομολογία που έχω παραθέσει ανωτέρω και που επεξηγεί ότι σε αιτήσεις όπως η παρούσα το βάρος απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή.
  6. Υπό το φως των ανωτέρω βρίσκω ότι δεν έχουν παρουσιασθεί τέτοια στοιχεία και μαρτυρία, ώστε να καταδειχθεί από μέρους του εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, έτσι που να είναι δίκαιο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Κατ΄ ακολουθία, δεν θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείτο η μη εμφάνιση του Εναγόμενου στη διαδικασία, παράγοντας που όπως έχει λεχθεί πρέπει να ικανοποιείται σωρευτικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Επίδοση της Αίτησης Παραμερισμού και Υποχρέωση Επίδοσης Μεταφρασμένων Εγγράφων
  7. Αν και η τύχη της παρούσας αίτησης έχει ήδη κριθεί, επιθυμώ να σχολιάσω δύο ισχυρισμούς που προωθήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ειδικότερα, θα σχολιάσω πρώτα τη θέση που προώθησε η Ενάγουσα ότι η Αίτηση Παραμερισμού πρέπει να απορριφθεί καθότι αυτή επιδόθηκε στο Δικηγόρο της και όχι προσωπικά στην ίδια. Στη συνέχεια θα σχολιάσω τη θέση που προώθησε ο Εναγόμενος, κατόπιν νομικής συμβουλής, ότι η Ενάγουσα όφειλε να του επιδώσει ειδοποίηση της αγωγής σε γλώσσα που αντιλαμβάνεται.
  8. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι η υπό συζήτηση Αίτηση είναι ενδιάμεση και δια κλήσεως που πρέπει να επιδοθεί στον αντίδικο. Υποβάλλεται, δηλαδή, δυνάμει των προνοιών της Δ.48 των Θ. Π. Δ. Σύμφωνα με την Δ.48 κ. 3 των Θ. Π. Δ.: «
  9. Where an application is made by summons an office copy thereof shall be served on all persons affected thereby; and where such application is supported by affidavit, an office copy of the affidavit shall be served together with the summons. The service shall be effected at least four days before the day fixed for the hearing of the application».
  10. Σύμφωνα με την Δ.48 κ. 2 των Θ. Π. Δ, αναφέρεται ότι: "
(2)Applications made ex parte shall be in Form 45; applications made by summons shall be in Form 46, and set out at the foot thereof the name of every person to be served therewith and the address at which service is to be effected, which in the case of any person who has given an address for service in the action may be such address".
  1. Περαιτέρω στη Δ.51 κ. 1 των Θ. Π. Δ, καταγράφονται τα εξής: «Any summons or notice to be served or given to any person may be served or given at his address for service if he has furnished one, and if he has not then at his last known or usual place of residence or, if this is impossible, with the leave of the Court or Judge obtained ex parte, in any one of the ways in which service or notice of a writ of summons may be effected or given. And everything done on any proceeding whereof notice has been served or given according to these Rules shall be binding on a person so served or notified, whether he attends on the proceeding or not.» (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
  2. Στο Annual Practice του 1958, στην σελίδα 82, υπό τις θεματικές ενότητες «Service at Address for Service» και «Service on Solicitor», αναφέρονται τα εξής: «"Service at Address for Service".- When personal service of process is not required, then, if there be an address for service, as provided by O. 4 and O. 12, r. r. 10 and 11 service at the address for service or by prepaid registered letter, as provided by O. 67, r. 2, is sufficient; if made within the prescribed hours, as to which see (n.) "Time for ", etc., infra. "Service on Solicitor".- Where a party suing or defending in person employs a solicitor, and gives and files due notice of having done so in writing, service must then be made upon such solicitor (
  3. 67, r. 7). As to person, not a party, appearing by a solicitor, see ibid., r. 8; and as to change of solicitor, see
  4. 7, r. 2 (nn.).».
  5. Από το λεκτικό των ως άνω προνοιών, είναι ξεκάθαρο ότι η επίδοση ενδιάμεσης αίτησης με κλήση, όπως είναι η υπό συζήτηση, μπορούσε να επιδοθεί στους δικηγόρους της Ενάγουσας στη διεύθυνση επίδοσης που δηλώθηκε κατά την καταχώριση της αγωγής. Συνεπώς, η επίδοση της Αίτησης Παραμερισμού ήταν καθ' όλα επιτρεπτή και ο σχετικός λόγος ένστασης είναι εντελώς αβάσιμος.
  6. Παρομοίως, εξ ολοκλήρου ατεκμηρίωτη και αβάσιμη, είναι και η θέση του Εναγόμενου ότι επειδή είναι Ευρωπαίος πολίτης η Ενάγουσα όφειλε να του επιδώσει ειδοποίηση της αγωγής σε γλώσσα που αντιλαμβάνεται. Το γεγονός ότι η αγωγή ήταν συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα δεν επηρεάζει το νομότυπο της διαδικασίας, εφόσον δεν υπάρχει καμία δικονομική υποχρέωση μετάφρασης δικαστικού εγγράφου με το οποίο αρχίζει μια δικαστική διαδικασία όταν αυτό επιδίδεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατ΄ ακολουθία, είναι υποχρέωση του εκάστοτε Εναγόμενου όταν βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και παραλαμβάνει έγγραφα με δικαστικό επιδότη, εφόσον ο ίδιος δεν γνωρίζει την Ελληνική ή Τουρκική γλώσσα, στις οποίες δύνανται να είναι συνταγμένα τα έγγραφα, να αναζητά την αναγκαία πληροφόρηση ως προς το περιεχόμενό τους (I.O.A. v. A.D.A., Έφεση Αρ. 13/20, 24/3/2021 και Orams David Charles και Άλλη ν. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1402 κατ' αναλογία). Κατάληξη 58. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση Παραμερισμού απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Πασιαρδής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.