← Κύπρος

Χ. Α. ν. R. G. H. κ.α., Αρ. Αγωγής: 268/2013, 4/4/2023

Χ. Α. ν. R. G. H. κ.α., Αρ. Αγωγής: 268/2013, 4/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A184 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 268/2013 Μεταξύ: Χ. Α. Εvάγοντα και

  1. R. G. H.
  2. Ο. B. Εναγομένων Ημερομηνία: 4 Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Αντώνης Γλυκής και η κ. Λουΐζα Πέτρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1: Η κ. Χρίστια Μιτσίδου για Λουκής Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2: Ο κ. Μάριος Χαρτσιώτης και η κ. Κωνσταντία Αρκάδη για Μάριος Χαρτσιώτης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα/και ή ξεχωριστά, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ισχυριζόμενες σωματικές και υλικές ζημιές, τις οποίες υπέστη συνεπεία τραυματισμού του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το οποίο επισυνέβη στις 07.02.2010 στη Λεμεσό. Αξιώνει ακόμα μελλοντικές αποζημιώσεις, για βαριές και μόνιμες σωματικές βλάβες, μόνιμη ανικανότητα, πόνο και ταλαιπωρία και δικηγορικά έξοδα πλέον τόκους. Το ιστορικό της αγωγής έχει καταγραφεί σε προγενέστερες ενδιάμεσες αποφάσεις που απασχόλησαν το Δικαστήριο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της και έτσι δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω και εδώ. Αρκεί να αναφέρω ότι, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, τέθηκαν προς ακρόαση και αποφασίστηκαν με ενδιάμεσες αποφάσεις διάφορα ζητήματα. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 7.11.2019 και ολοκληρώθηκε τρία χρόνια μετά δηλαδή την 02.11.2022 με τις τελικές αγορεύσεις και την επιφύλαξη της απόφασης. Η σε μάκρος ακροαματική διαδικασία οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Ως τέτοιοι ήταν η αλλαγή του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε την εναγόμενη 2 αμέσως μετά την έναρξη της και αφού ακούστηκε ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο να δοθεί ικανό χρονικό διάστημα το οποίο επιζήτησαν οι νέοι δικηγόροι της εναγομένης 2 για να ενημερωθούν και προετοιμαστούν για την υπόθεση. Στην καθυστέρηση συνέβαλε επίσης η περίοδος της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid -19), όπου όμως κάποιος χρόνος αφιερώθηκε σε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης. Περαιτέρω, συνέβαλε και η μετάθεση μου σε άλλα Επαρχιακά Δικαστήρια με τη συνεπαγόμενη δυσκολία απρόσκοπτης συνέχισης της ακρόασης παρά την προσπάθεια που καταβαλλόταν από όλους τους παράγοντες της δίκης σε κάθε αναβολή της. Η εκτεταμένη μαρτυρία που δόθηκε από όλες τις πλευρές, όπως θα γίνει αντιληπτό στη συνέχεια, ήταν και αυτός ένας παράγοντας της χρονικής διάρκειας της ακροαματικής διαδικασίας. Οι προσπάθειες επίτευξης συμβιβασμού ή περιορισμού των επίδικων θεμάτων δυστυχώς δεν είχαν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα και έτσι όλα τα θέματα που αφορούν το επίδικο δυστύχημα ήτοι η ευθύνη, οι γενικές και οι ειδικές αποζημιώσεις, πλην κάποιων κονδυλίων που έγιναν παραδεκτά και αφού ακούστηκε η σχετική με αυτά μαρτυρία, είναι ζητήματα τα οποία αμφισβητήθηκαν και συχνά έντονα κατά την ακροαματική διαδικασία. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η πλευρά του ενάγοντα παρουσίασε 16 μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου. Η πλευρά του εναγόμενου 1 δεν παρουσίασε μαρτυρία και για την εναγόμενη 2 κατέθεσαν συνολικά 6 μάρτυρες. Κατατέθηκαν 125 έγγραφα, cds, dvds, ακτινογραφίες, άλλες διαγνωστικές εξετάσεις, τιμολόγια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα, τα οποία σημειώθηκαν και αριθμήθηκαν ως τεκμήρια (Τεκμ. 1 - 125), κάποια από αυτά και ως δέσμες εγγράφων. Όλα αυτά έχουν μελετηθεί, αξιολογηθεί και λήφθηκαν υπόψη κατά την ετοιμασία της παρούσας απόφασης μου και όσα από αυτά κριθεί αναγκαίο θα σχολιαστούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ακόμα ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των μερών ετοίμασαν με επιμέλεια εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανάλυσαν τη μαρτυρία και με παρέπεμψαν σε ικανοποιητική νομολογία για κάθε επί μέρους πτυχή της υπόθεσης, η κάθε πλευρά ασφαλώς αντικρίζοντας τόσο τη μαρτυρία όσο και τη νομική πτυχή κάτω από τη δική της οπτική γωνία με την ανάλογη παραπομπή και επιχειρηματολογία. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση του επίδικου ζητήματος ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, την Έφεση Αρ. 22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. Μ.Χ. με ημερ.28.09.2021 και επίσης την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. Χ.Ι. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια ως άνω με την ακόλουθη διατύπωση: «. όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Είναι αναμφισβήτητο ότι το δυστύχημα επισυνέβη ενόσω ο ενάγοντας οδηγούσε κατά την 07.02.2010 το όχημα του με αριθμούς εγγραφής KKP 972 και οι εναγόμενοι 1 και 2 οδηγούσαν τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής HTE 283 και KPE 797 αντίστοιχα επί της οδού Κολωνακίου στη Λεμεσό. Ο ενάγοντας προώθησε την αγωγή του τόσο στη βάση της ξεχωριστής ευθύνης ενός εκάστου των εναγομένων όσο και στη βάση της από κοινού ευθύνης. Ο εναγόμενος 1 δεν προώθησε κανένα ισχυρισμό περί συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα αλλά απέδωσε πλήρη ευθύνη για το ατύχημα στην εναγόμενη
  1. Η εναγόμενη 2 απέδωσε με την Υπεράσπιση της αποκλειστική ή/και συντρέχουσα αμέλεια στον εναγόμενο 1 και ως εκ τούτου εκδόθηκαν μεταξύ τους Ειδοποιήσεις Συνεναγομένων σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, όπως φαίνεται και στον φάκελο της υπόθεσης. Η εναγόμενη 2 διά της αγόρευσης των συνηγόρων της αναγνώρισε και αυτή ότι ο ενάγοντας δεν φέρει ευθύνη για το δυστύχημα. Επομένως ξεκαθαρίζω εξ αρχής ότι αναγνωρίζεται από όλες τις πλευρές και καθίσταται εύρημα μου ότι ο ενάγοντας δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος και εκείνο που απομένει να αποφασιστεί είναι ο επιμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εναγομένων 1 και
  2. Ως προς το ζήτημα της ευθύνης σχετική είναι η μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος εκ μέρους της Αστυνομίας Αστ. Χαράλαμπου Ξενοφώντος (ΜΕ1), του ίδιου του ενάγοντα ο οποίος για σκοπούς εύκολης αναφοράς ονομάστηκε (ΜΕ2) και του εμπειρογνώμονα επί δυστυχημάτων και ζημιών κ. Θράσου Ο' Μαχόνυ (ΜΥ2), τον οποίο κάλεσε η πλευρά της εναγομένης
  3. Τα σχετικά τεκμήρια ως προς το ζήτημα της ευθύνης περιορίζονται στα Τεκμ. 1 - 3 και 95 -
  4. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα αλλά και τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, το δυστύχημα επισυνέβη όταν αυτός οδηγούσε το όχημα του υπ' αριθμό εγγραφής [ ] νόμιμα με δυτική κατεύθυνση κατά μήκος της οδού Κολωνακίου στη Λεμεσό με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητος. Τότε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής [ ], οδηγείτο από τον εναγόμενο 1, κατά μήκος της οδού Κολωνακίου στη Λεμεσό, με ανατολική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο, η εναγόμενη 2 και ενώ το όχημα της με αριθμό εγγραφής [ ] βρισκόταν σταθμευμένο στην αριστερή ασφάλτινη προέκταση πλάτους 5.20εκ. της οδού Κολωνακίου, με ανατολική κατεύθυνση, από τη συμβολή της με την Λεωφόρο Αγ. Αθανασίου προς τον κυκλικό κόμβο Γερμασόγειας, εκκίνησε και εισήλθε στην κύρια οδό Κολωνακίου για να κατευθυνθεί ανατολικά, οπότε και σε απόσταση 5.50εκ., στο σημείο Χ, ανέκοψε την πορεία και συγκρούστηκε με το διερχόμενο, στην ίδια κατεύθυνση, όχημα του εναγόμενου
  5. Από τη σύγκρουση, ο εναγόμενος 1 παρέκκλινε της πορείας του και έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, κινήθηκε δεξιά και αφού κάλυψε κάποια απόσταση συγκρούστηκε βίαια στο όχημα του ενάγοντα στο σημείο Χ1 όπως υποδείχθηκε από τους ενεχόμενους οδηγούς, σημείο που ήταν επί της διαχωριστικής γραμμής της αριστερής ασφάλτινης προέκτασης ως προς τη δυτική πορεία του ενάγοντα. Τα ως άνω αποτέλεσαν ουσιαστικά και τη μαρτυρία του Αστ. Ξενοφώντος (ΜΕ1). Ο ΜΕ1 όταν είχε μεταβεί στη σκηνή μαζί με κάποιον άλλο συνάδελφο του βρήκαν τα τρία οχήματα στις τελικές τους θέσεις όπως σημειώθηκαν ως σημεία Γ1, Β2 και Α1 επί των σχεδιαγραφημάτων (Τεκμ. 1 και 2). Επιβεβαίωσε τα στοιχεία των οχημάτων και τα ονόματα των οδηγών τους και αφού έλαβε τα σχετικά μέτρα, ετοίμασε σχετικό πρόχειρο σχεδιαγράφημα (Τεκμ.1), το οποίο αποδέχθηκαν και προσυπέγραψαν οι οδηγοί των εμπλεκόμενων οχημάτων. Στη βάση αυτού ετοίμασε αργότερα το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμ. 2). Ο ΜΕ1 προέβη σε αναλυτική περιγραφή των ζημιών των εμπλεκομένων οχημάτων οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από καμιά πλευρά. Αναφορά έκαμε και στα άτομα που τραυματίστηκαν - μεταξύ αυτών και ο ενάγοντας και η σύζυγος του-, στο όριο ταχύτητας, στην κίνηση που ήταν μέτρια και στον δρόμο που ήταν ευθύς με απεριόριστη ορατότητα. Επεξηγώντας το σχεδιαγράφημα (Τεκμ. 2), ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τα ίχνη στην άσφαλτο (σημείο Β1), προήλθαν από το όχημα του εναγόμενου 1 και δεν είναι ίχνη φρένων αλλά τριβής, το μήκος τους ήταν περίπου 8 μέτρα και ότι είναι απλά ίχνη του τροχού μετά τη σύγκρουση του με αυτό του ενάγοντα. Αυτά τα ίχνη, διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του, δεν προδίδουν κατά την άποψη του τίποτε σε σχέση με την ταχύτητα του οχήματος του εναγόμενου 1 και ούτε έκανε έλεγχο ταχύτητας. Ανέφερε χαρακτηριστικά, βλέποντας τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, ότι και οι δύο συγκρούσεις ήταν βίαιες διευκρινίζοντας κατά την αντεξέταση του ότι στις ζημιές παίζει ρόλο και το μέρος που συγκρούονται μεταξύ τους τα οχήματα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων αντεξέτασαν τον ΜΕ1 σε σχέση με τον τραυματισμό των επιβαινόντων στα οχήματα και ιδιαίτερα του ενάγοντα, χωρίς όμως να υποβληθεί σ' αυτόν κάποια συγκεκριμένη θέση. Ο μάρτυρας καθ' υπόδειξη του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τότε την εναγόμενη 2, κατέθεσε ως Τεκμ. 3 την έκθεση που ετοίμασε την ημέρα του δυστυχήματος και στην οποία επιβεβαιωνόταν ότι ο ενάγοντας και η σύζυγος του μετέβηκαν μεταγενέστερα σε ιδιωτική κλινική όπως τον πληροφόρησαν. Ο ΜΕ1 ρωτήθηκε και σε σχέση με την σύγκρουση των οχημάτων των εναγομένων 1 και 2 και πως αυτή επισυνέβη και επανέλαβε ουσιαστικά όσα και κατά την κυρίως εξέταση του. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς τις συνθήκες και ευρήματα που αντίκρισε στη σκηνή και τα οποία κατέγραψε στα πιο πάνω τεκμήρια γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως ανεξάρτητη και αντικειμενική. Αποδέχομαι επίσης όσα κατέγραψε στο Τεκμ. 3 σε σχέση με τους τραυματισμούς που προκλήθηκαν συνεπεία του δυστυχήματος. Εφόσον επί της ουσίας της η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ και σ' αυτή για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σε σχέση με την ευθύνη πρόκλησης του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης καταγράφηκε στις παρ. 3 - 8 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α), και έτυχε αντεξέτασης από τους συνήγορους των εναγομένων. Η αντεξέταση της δικηγόρου του εναγομένου 1, σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης, περιορίστηκε στην ταχύτητα του οχήματος του πελάτη της και στο ότι ο ενάγοντας δεν αναφέρθηκε στο θέμα αυτό στην Αστυνομία, του υποβλήθηκε δε, ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Από πλευράς της εναγόμενης 2 η αντεξέταση του μάρτυρος επικεντρώθηκε όμοια στην ταχύτητα του εναγομένου 1, στο πόσο βίαιη ήταν η σύγκρουση και στους τραυματισμούς των ενεχόμενων οδηγών. Εδώ να σημειώσω ότι δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα αντίθετος ισχυρισμός ως προς τον ισχυρισμό του για την αμελή οδική συμπεριφορά της εναγόμενης 2 και επομένως παρέμειναν αναντίλεκτοι όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα σε σχέση με την αμέλεια της, όπως αυτές τέθηκαν από τον ενάγοντα και τον ΜΕ 1 και όπως η σχετική δικογράφηση. Η πλευρά της εναγόμενης 2, προσπάθησε, κατά την αντίληψη μου χωρίς επιτυχία, να υποβάλει στον ενάγοντα ότι δεν τραυματίστηκαν ο ίδιος και η σύζυγος του, γιατί δεν είχε δηλωθεί κάτι τέτοιο στο Τεκμ.
  6. Ωστόσο, ο ενάγοντας επανέλαβε κατά την αντεξέταση του ότι ανέφερε στον αστυνομικό (ΜΕ1), ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του τραυματίστηκαν. Δεν αποδίδω οποιαδήποτε σημασία ούτε και βαρύτητα στο γεγονός της μη διαγραφής της τυποποιημένης πρώτης πρότασης στο έντυπο καταθέσεων (Τεκμ.1), δεδομένης της κοινής αποδοχής του τραυματισμού όλων των ενεχόμενων οδηγών, ο οποίος καταγράφεται στις καταθέσεις των ενεχόμενων οδηγών, και δεν έχει διαγραφεί φανερά από αβλεψία του ΜΕ1 η τυποποιημένη πρώτη πρόταση στο σχετικό έντυπο καταθέσεων τους (Τεκμ. 1). Στην αντίληψη μου αυτή οδηγούμαι και από το γεγονός ότι στο Τεκμ. 3, το οποίο κατέθεσε επίσης ο ΜΕ1, καθ' υπόδειξη της πλευράς της εναγόμενης 2, καταγράφεται ξεκάθαρα ότι όλοι οι ενεχόμενοι οδηγοί και η σύζυγος του ενάγοντα τραυματίστηκαν και ότι οι μεν εναγόμενοι 1 και 2 δεν έφεραν σοβαρά τραύματα ενώ ο ενάγοντας και η σύζυγος του μετέβηκαν σε ιδιωτική κλινική αλλά ότι μέχρι τη στιγμή καταγραφής των στοιχείων στο Τεκμ. 3 δεν του είχαν παρουσιάσει ιατρικά έντυπα. Το ως άνω γεγονός έδωσε έρεισμα στην πλευρά του εναγόμενου 2 να αμφισβητήσει το εύρος και τη σοβαρότητα των τραυματισμών του ενάγοντα. Αποδέχομαι όμως από τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι μαζί με την σύζυγο του μετέβησαν μετά το δυστύχημα σε ιδιωτική κλινική για περίθαλψη και ότι η σύζυγος του ενάγοντα αποζημιώθηκε πλήρως από την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης 2 σε σχέση με τους τραυματισμούς της. Το όχημα του ενάγοντα μεταφέρθηκε μεταγενέστερα με πλατφόρμα σε συνεργείο. Οι υποβολές του δικηγόρου της εναγόμενης 2, περί οδήγησης του με αυξημένη ταχύτητα καταρρίφθηκαν από τη ίδια τη μαρτυρία του κ. Ο' Μαχόνυ (ΜΥ2), τον οποίο κάλεσε ως μάρτυρα της η πλευρά της εναγόμενης
  7. Η μαρτυρία του ενάγοντα ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, όπως καταγράφηκε πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή εφόσον συνάδει με τα ευρήματα στη σκηνή και επί της ουσίας συνάδει και με όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο κ. Ο' Μαχόνυ (ΜΥ2). Ο κ. Ο' Μαχόνυ (ΜΥ2), κατέθεσε ως Τεκμ. 94 το πλούσιο πράγματι βιογραφικό του με τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την επαγγελματική του πείρα προς απόδειξη της ιδιότητας του ως εμπειρογνώμονας για ό,τι κλήθηκε να καταθέσει. Αποδέχομαι την εμπειρογνωμοσύνη του σε σχέση με αναπαραστάσεις οδικών δυστυχημάτων. Κατόπιν οδηγιών της ασφαλιστικής εταιρείας της εναγόμενης 2, προχώρησε στην ετοιμασία έκθεσης η οποία φέρει ημερομηνία 27.01.2022, την οποία κατέθεσε ως Τεκμ.
  8. Η μαρτυρία του μάρτυρος αυτού αποσκοπούσε στην κατάδειξη της ταχύτητας που χρησιμοποιούσαν κατά τη στιγμή της μεταξύ τους σύγκρουσης τα ενεχόμενα οχήματα. Αποσκοπούσε επίσης να καταδείξει τις μη δομικές ζημιές στο όχημα του ενάγοντα και του λόγου μη ανοίγματος των αερόσακων και τούτο προς επίρρωση της θέσης της πλευράς των εναγομένων ότι υπό αυτές τις συνθήκες σύγκρουσης δεν μπορεί να υπήρξε σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντα κατά το δυστύχημα. Προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΥ2, σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση επί του θέματος και τις υποβολές του δικηγόρου της εναγόμενης 2 στον ενάγοντα περί υπερβολικής ταχύτητας, με βάση τις μαθηματικές μετρήσεις και υπολογισμούς του ότι ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο ενάγοντας ήταν περί τα 40 ΧΑΩ εντός δηλαδή του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, γεγονός που καθίσταται και εύρημά μου. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1, κατά την πρώτη σύγκρουση, στο σημείο Χ, οδηγούσε με ταχύτητα 78ΧΑΩ και την ώρα της δεύτερης σύγκρουσης επί του οχήματος του ενάγοντα στο σημείο Χ1, η ταχύτητα του μειώθηκε στα 68 ΧΑΩ. Επιβεβαίωσε δε ότι το όριο ταχύτητα στην εν λόγω οδό είναι 50 ΧΑΩ. Ο ΜΥ2 εισηγήθηκε ότι το όχημα του ενάγοντα δεν υπέστηκε δομικές ζημιές, με βάση μια εκτίμηση, κάποιου Νέαρχου Παπαδόπουλου (Τεκμ. 96), ο οποίος δεν παρουσιάστηκε ποτέ ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου για να υιοθετήσει την εκτίμηση του και να αντεξεταστεί επ' αυτής. Σημειώνω ότι το εν λόγω τεκμήριο είναι και ανυπόγραφο και για τούτο δεν μπορεί να του προσδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία όπως και στο Τεκμ. 97 τα οποία έγιναν αποδεκτά και κατατέθηκαν ως τεκμήρια από τον ΜΥ2, ως έγγραφα τα οποία είχε στην κατοχή του και σε καμία περίπτωση ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ουδέποτε δε, όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του συζήτησε για αυτά με τον κ. Παπαδόπουλο που τα συνέταξε. Χωρίς να προσφερθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από το πρόσωπο που τα συνέταξε δεν μπορεί να τους προσδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία αφού πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία και εξ' αιτίας του γεγονότος ότι ο συντάκτης τους δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας. Τούτο δε έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 27
(1),
(2)&
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9[1] και του γεγονότος ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση και δικαιολογία γιατί δεν κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία και να τα εξηγήσει ενώπιον του Δικαστηρίου το πρόσωπο που τα συνέταξε, παρέχοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία γι' αυτά και για να παρασχεθεί η δυνατότητα αντεξέτασης επ' αυτών στην άλλη πλευρά. Σημειώνω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς του ενάγοντα, όπως αυτή διατυπώνεται στην αγόρευση της, ότι η έκθεση του ΜΥ2 και εν γένει η μαρτυρία του δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή εφόσον δεν βασίστηκε αποκλειστικά στα ως άνω τεκμήρια. Τούτο δε καθώς έλαβε υπόψη του, κατά την ετοιμασία της, και σειρά άλλων στοιχείων που συνιστούν αδιαμφισβήτητη πραγματική μαρτυρία όπως απαριθμούνται στη 1η σελίδα της έκθεσης του, στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του από την ασφαλιστική εταιρεία που του έδωσε οδηγίες για ετοιμασία έκθεσης, τα οποία βρίσκω ότι είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη και ήταν αρκούντως ικανοποιητικά για να τον βοηθήσουν να ετοιμάσει την έκθεση του. Τέτοια στοιχεία ήταν μεταξύ άλλων το σχεδιαγράφημα (Τεκμ. 2), και φωτογραφίες των ενεχόμενων οχημάτων οι οποίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη σε αυτές που συμπεριλήφθηκαν στα Τεκμ. 96 και 97 αλλά συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση του ΜΥ2 και δεν αμφισβητήθηκαν ότι απεικονίζουν τα ενεχόμενα οχήματα μετά το δυστύχημα και τα οποία συνιστούν πραγματική μαρτυρία (περί της αξίας της πραγματικής μαρτυρίας παραπέμπω στη συνέχεια της απόφασης μου στη σελ. 14). Επομένως με τα στοιχεία που καταγράφει στη 1η σελίδα της έκθεσης του κρίνω ότι είχε τη δυνατότητα να ετοιμάσει την έκθεση του και να εισηγηθεί τα συμπεράσματα του σε σχέση με τις ταχύτητες των οχημάτων του εναγόμενου 1 και αυτού του ενάγοντος. Σημαντική ήταν η αναφορά του ΜΥ2 ότι μπορεί να υπάρξουν τραυματισμοί σε επιβαίνοντες ενός οχήματος, ανεξάρτητα εάν υπήρξαν ή όχι δομικές ζημιές στο όχημα. Αυτό προσθέτω ότι είναι εξάλλου ζήτημα και κοινής λογικής όταν ληφθεί υπόψη η μαρτυρία του ΜΕ 1 περί βίαιης σύγκρουσης όπως την εκτίμησε στη βάση των ζημιών που υπέστηκαν τα ενεχόμενα οχήματα επικαλούμενος την εμπειρία του ως εξεταστής τροχαίων δυστυχημάτων. Ούτε όσα ανέφερε ως προς το ζήτημα των αερόσακων βοηθούν την Υπεράσπιση σε ό,τι θέλησε να παρουσιάσει, εφόσον στη συνέχεια της μαρτυρίας του εξήγησε διάφορους, πιθανούς όπως ανέφερε, λόγους για τους οποίους δεν άνοιξαν στο όχημα του ενάγοντα και έφερε ως τέτοιο παράδειγμα τις συγκρούσεις που είναι υπό γωνία και κτυπήματα στο πλάι των οχημάτων όπως ήταν και η επίδικη σύγκρουση. Σημασία ως προς τις πλαϊνές συγκρούσεις, ανέφερε, έχει και ο χρόνος διάρκειας της σύγκρουσης ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος παρά σε μετωπική σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση του από τη δικηγόρο του εναγόμενου 1, ο ΜΥ2 ρωτήθηκε για την ταχύτητα της εναγόμενης 2 από το σημείο Χ μέχρι το σημείο Α1 την οποία δεν μπόρεσε να προσδιορίσει με σαφήνεια εφόσον στην περίπτωση της συντρέχουν ακαθόριστα στοιχεία, όπως ανέφερε, αφού δεν γνωρίζει εάν αυτό τροχοπεδούσε ή αν πήγε σε πιο μεγάλη απόσταση ούτε και γνωρίζει τον τρόπο που σταμάτησε στο σημείο Α
  1. Αντίθετα, για το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1, παρόλο που δεν σημειώθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στο σχεδιάγραμμα από τον ΜΕ1, εντούτοις δήλωσε με βεβαιότητα ότι τροχοπεδούσε από το σημείο Χ μέχρι το Χ
  2. Θέση που επίσης δεν βοηθά την Υπεράσπιση της εναγόμενης 2 εφόσον αποδίδει στον εναγόμενο 1 κάθε ενέργεια στην οποία μπορούσε υπό τις περιστάσεις να προβεί. Όταν δε ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του κατά πόσο γνωρίζει το χρόνο και τον τρόπο αντίδρασης του εναγόμενου 1 η απάντηση του ήταν στη βάση της εμπειρίας του και της λογικής του. Σε σχέση με τον υπολογισμό της ταχύτητας των οχημάτων που οδηγούσαν ο εναγόμενος 1 και ο ενάγοντας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι χρησιμοποίησε συγκεκριμένη μαθηματική φόρμουλα. Η προσπάθεια του βέβαια με βάση την ίδια μέθοδο και ακολουθώντας τρία διαφορετικά σενάρια να υπολογίσει και την ταχύτητα της εναγόμενης 2 δεν εξηγήθηκε με σαφήνεια και έτσι κρίνω ότι απέτυχε. Έδωσε όμως, όπως κατέγραψα πιο πάνω, πειστική εξήγηση γι' αυτή την αδυναμία του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τις ταχύτητες των οχημάτων του εναγόμενου 1 και του ενάγοντος τη στιγμή της μεταξύ τους σύγκρουσης. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ2, από την πλευρά των δικηγόρων του ενάγοντα, σε σχέση με το ζήτημα του μη ανοίγματος των αερόσακων, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι αυτοί δεν άνοιξαν λόγω και της χαμηλής ταχύτητας που ακολούθησε το όχημα του ενάγοντα μετά τη σύγκρουση. Η μαρτυρία προέρχεται από εμπειρογνώμονα και ως τέτοια γίνεται δεκτή εφόσον δεν αντικρούστηκε με άλλη. Δεν θα προσδώσω ιδιαίτερη σημασία και κρίνω ότι εν πάση περιπτώσει δεν μειώνει την αξία της μαρτυρίας του ΜΥ 2 το γεγονός, το οποίο επισημάνθηκε από πλευράς των δικηγόρων του ενάγοντα, ότι η έκθεση του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ανέφερε, ενώ ετοιμάστηκε δύο χρόνια πριν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου εντούτοις ολοκληρώθηκε ενόψει της κατάθεσης του στο Δικαστήριο λίγες ημέρες προηγουμένως. Η μαρτυρία του αξιολογείται στη βάση της επιστημονικής της τεκμηρίωσης και πειστικότητας και όχι σε υποψίες για πιθανόν επηρεασμό της ή προσαρμογή της κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της πλευράς των εναγόμενων. Επρόκειτο για τεκμηριωμένη πράγματι έκθεση η οποία βασίστηκε εκτός από την ακαδημαϊκή κατάρτιση και πείρα του μάρτυρος και σε σχετική βιβλιογραφία, αντίγραφα της οποίας κατάθεσε και σημειώθηκαν ως Τεκμ. 98 και 99 κατά την επανεξέταση του προς τεκμηρίωση απάντησης που είχε δώσει κατά την αντεξέταση του και στα οποία έκανε αναφορά προς τεκμηρίωση της μεθόδου που ακολούθησε για την εξαγωγή του συμπεράσματος του για την ταχύτητα των οχημάτων όπως και της θέσης του για τη μη ύπαρξη δομικών ζημιών επί του οχήματος του ενάγοντος. Σύμφωνα με τη νομολογία μας το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία αφού εκτιμηθούν θα αποβούν χρήσιμα και να το βοηθήσουν προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις (βλ. Σωκράτους v. Gruppo Editoriale Fabbri κ.ά.
(1997)1 Β ΑΑΔ σελ. 1204, Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 351). Το ως άνω καθήκον ενός πραγματογνώμονα έχει προτεραιότητα έναντι των όποιων υποχρεώσεων του πραγματογνώμονα προς τον πελάτη. Η πραγματογνωμοσύνη που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο πρέπει να είναι το ανεξάρτητο προϊόν του πραγματογνώμονα, ανεπηρέαστο από τις ανάγκες της υπόθεσης και ο πραγματογνώμονας δεν πρέπει να αναλαμβάνει το ρόλο δικηγόρου (βλ. Το Δίκαιο Της Απόδειξης των Σάντη και Ηλιάδη στη σελ. 581-582 και στις αυθεντίες στις οποίες γίνεται εκεί παραπομπή). Η μαρτυρία ενός πραγματογνώμονα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα καταληπτή και κατανοητή και να αποφεύγεται η χρήση περίπλοκων και δυσνόητων όρων έτσι ώστε να γίνεται κατανοητή από το Δικαστήριο (βλ. Μιχαήλ v. Κυριάκου
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1825, Syncon Ltd v. Σπύρου
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1314). Ο υπολογισμός της ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 που ο ΜΥ 2 την προσδιόρισε στα 78ΧΑΩ, πάνω δηλαδή από το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, παρόλο ότι τον αποδέχομαι, εντούτοις δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία καθώς σύμφωνα με τη νομολογία μας η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν συνιστά αφ' εαυτής αμέλεια (βλ. Χριστοφόρου v. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1516 και Ιωαννίδης v. Χαραλαμπίδης Πολ. Έφεση αρ. 336/2012 ημερ. 10.07.2018), ECLI:CY:AD:2018:A352. Βρίσκω επομένως ότι ο ως άνω ισχυρισμός του ΜΥ 2 στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αρκετός για να στοιχειοθετήσει αμέλεια του εναγόμενου 1 αλλά αυτό που χρειάζεται είναι η σύνδεση ή/και η αιτιώδης συνάφεια της ταχύτητας με το ζημιογόνο γεγονός. Σύμφωνα με την ως άνω μαρτυρία ο εναγόμενος 1 αντέδρασε μόλις εκδηλώθηκε ο κίνδυνος σύγκρουσης εκπληρώνοντας το καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις. Είναι δε εύρημα μου ότι γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η ξαφνική είσοδος της εναγόμενης 2 στον δρόμο χωρίς να βεβαιωθεί ότι ήταν απόλυτα ασφαλές να το πράξει παρόλο ότι αντιλήφθηκε το όχημα του εναγόμενου 1 έχοντας απεριόριστη ορατότητα με αποτέλεσμα να του αποκόψει την πορεία. Από την πραγματική μαρτυρία που προσκόμισε ο αστυνομικός εξεταστής του δυστυχήματος (ΜΕ1), όπως και την μαρτυρία του ενάγοντα όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, τις συνθήκες στη σκηνή και τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα που ήταν στην πλαϊνή πλευρά (βούλωμα στις δεξιές πόρτες) του οχήματος της εναγόμενης 2 και ζημιές στην αριστερή μπροστινή γωνία, καπό, σπασμένο δεξί φανάρι, προφυλακτήρας και ολόκληρη η αριστερή πλευρά στο όχημα του εναγόμενου 2, το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία έβαινε το όχημα του εναγόμενου 1 ήταν 3.60εκ. ενώ της λωρίδας που έβαινε το όχημα του ενάγοντα ήταν επίσης 3.60εκ., καθίσταται εύρημα μου ότι την 07.02.2010 ο ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής [ ], νομίμως και επιμελώς εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας του, κατά μήκος της οδού Κολωνακίου, στη Λεμεσό, με δυτική κατεύθυνση με συνεπιβάτη τη σύζυγο του. Κατά τον αναφερόμενο χρόνο, η εναγόμενη 2 αμελώς και κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της και ενώ το όχημα της με αρ. εγγραφής [ ] βρισκόταν σταθμευμένο στην αριστερή προέκταση της οδού Κολωνακίου, με ανατολική κατεύθυνση, από τη συμβολή με την Λεωφόρο Αγ. Αθανασίου προς τον κυκλικό κόμβο Γερμασόγειας εκκίνησε και εισήλθε στον κύρια οδό Κολωνακίου, για να κατευθυνθεί ανατολικά, ανέκοψε την πορεία και συγκρούστηκε με το διερχόμενο, στην ίδια κατεύθυνση όχημα του εναγόμενου 1 με αριθμό εγγραφής [ ] το οποίο χρησιμοποιούσε ταχύτητα 78ΧΑΩ το οποίο και είχε προσέξει κατά παραδοχή της και ενώ είχε απεριόριστη ορατότητα παραγνωρίζοντας την παρουσία του. Από τη σύγκρουση ο εναγόμενος 1 παρέκκλινε και έχασε τον έλεγχο του οχήματος του χωρίς να έχει περιθώριο αντίδρασης ή/και αποφυγής της σύγκρουσης του με το όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας εφόσον κινήθηκε δεξιά και αφού κάλυψε κάποια απόσταση εφαρμόζοντας και τα φρένα του οχήματος του χωρίς να αφήνει ίχνη εφόσον συρόταν επί του οδοστρώματος, συγκρούστηκε βίαια με το όχημα του ενάγοντα, προκαλώντας του σωματικές βλάβες, ειδικές ζημιές και έξοδα. Η σύγκρουση του οχήματος του εναγόμενου 1 με το όχημα του ενάγοντα έγινε αστραπιαία και παρόλο που ο τελευταίος ενεργοποίησε τα φρένα του και κινήθηκε, όσο αριστερά πρόλαβε, κάτι που αντικατοπτρίζεται και από το τελικό σημείο στο οποίο ακινητοποιήθηκε το όχημα του στην αριστερή άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας του (σημείο Γ1 επί των Τεκμ. 1 και 2). Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσουν τη δική τους εκδοχή για τον τρόπο που επισυνέβη το τροχαίο δυστύχημα και συνεπώς η μαρτυρία του ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή (βλ. Φοίβος Χατζηελευθερίου v. Πόπης Κανάρη Π.Ε. Αρ. 233/2014 ημερ. 27.06.2022 και στις αποφάσεις στις οποίες γίνεται παραπομπή σ' αυτή σε σχέση με την νομολογιακή αντίκριση της πραγματικής μαρτυρίας). Σύμφωνα με τη νομολογία μας η μαρτυρία σε αυτής της φύσης τις υποθέσεις εξετάζεται και αποφασίζεται στη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος, το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 CLR 215). Η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ανεξάρτητα εάν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλ. Fabrey and another v. Demetriou
(1976)1 CLR 1). Σε αγωγή για αμέλεια, όπως είναι νομολογημένο, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παρέπεμψαν σε νομολογία και αυθεντίες επί του θέματος. Θα αναφερθώ σε αυτές όπως και σε άλλες στη συνέχεια. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του κεφαλαίου 148 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, αμέλεια συνίσταται: «(α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δε θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς». Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης της αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανέφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα...». Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παραγ. 5-22, το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω: «In an action for negligence, as in every other action, the burden of proof falls upon the plaintiff alleging it to establish each element of the tort. Hence it is for the plaintiff to give evidence of the facts, on which he bases his claim for damages. His evidence must consist of facts, either proved or admitted, and, after it is concluded, two questions arise,
(1)whether, on that evidence, negligence may be reasonably inferred and
(2)whether assuming it may be reasonably inferred, negligence is in fact inferred». Η απόδειξη που πρέπει να παρουσιάσει ο ενάγοντας πρέπει να προχωρεί πέρα από την καθαρή πιθανολόγηση και να φθάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων. Οι εικασίες δεν έχουν νομική ισχύ. Είναι άγνωστες στο νομικό μας σύστημα ( βλ. υce, 8h Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ 368). Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. ν. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ 1295, το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγοντας και αυτό αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεκτά στοιχεία ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ο ενάγοντας πρέπει να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του καθώς, επίσης, οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον εναγόμενο, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ 447: «. να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση δεν είναι, όμως, από την άλλη «..αναγκαίο για τον ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του εναγόμενου...». Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών, οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν. Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ.284). Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), ανέφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμώνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727 (Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885)». Η έννοια της αμέλειας, οι ευθύνες, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των οδηγών, ως και οι προεκτάσεις της αμέλειας έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγο κ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ce, 8h ύ (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ 345). Είναι νομολογημένο ότι η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε δε υπόθεση τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Καθήκον επιμέλειας υφίσταται μόνο όπου ο κίνδυνος είναι προβλεπτός (βλ. Νικολαΐδης κ.ά. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422). Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. Η αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας (duty of care) για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον αυτό οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του γείτονα (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ 420). Αποτελεί γενική αρχή αναφορικά με το καθήκον οδηγών οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο ότι αυτοί είναι αμελείς εκεί όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα εμφανής και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. Ένας συνετός άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανή αμέλεια άλλων κυρίως εκεί όπου η εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αμέλεια είναι κοινή. Σχετική είναι η υπόθεση Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 CLR 215, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «It is well settled that negligence is the failure to take reasonable care in the particular circumstances, and in each case the question whether a person has been negligent is a question of fact. We could usefully refer to the principle enunciated by Lord Dunedin in the House of Lords in Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, at page 83, to the effect that if the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions. This statement is regarded as applying generally to actions in which the negligence alleged is an omission to take due care for the safety of others; and it must follow that a prudent man will guard against the possible negligence of others, when experience shows such negligence to be common (see Grant v. Sun Shipping Co. Ltd. [1948] 2 All E.R. 238, at page 247 H.L.)». Η ίδια νομική αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 ΑΑΔ 164 και Χαριλάου ν. Νικολάου,
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1460, όπου τονίστηκε ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στην λήψη προληπτικών μέτρων, έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας, εκ μέρους άλλων οδηγών, εκτός εάν η πείρα δείχνει ότι μια συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη, υπό τις περιστάσεις. Ο καταμερισμός της ευθύνης έχει, ως συνισταμένη τη συμβολή του καθενός από τα μέρη στην πρόκληση της ζημίας. Η λογική πρόβλεψη για τις συνέπειες από την παρέκκλιση του καθήκοντος επιμέλειας, που βαρύνει οποιοδήποτε από τα μέρη, αποτελεί το μέτρο. Στον καταμερισμό της ευθύνης, υπεισέρχονται και οι συνέπειες που προοιωνίζονται με την παρέκκλιση από το καθήκον επιμέλειας. Ο επιμερισμός της ευθύνης μεταξύ των υπαιτίων μερών για την πρόκληση της ζημίας ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο. Υπάρχουν διάφορες αποφάσεις στις οποίες εξετάστηκε η ευθύνη οδηγού, ο οποίος εισέρχεται σε κύριο δρόμο, ενόσω είναι σταθμευμένος επ' αυτού και εξομοιώνεται με τον οδηγό, ο οποίος εισέρχεται σε κύριο δρόμο από πάροδο. Θα αναφερθώ στις ακόλουθες: Στην υπόθεση Χριστοδούλου Ιωάννης ν. Μιχάλη Μπίλλη
(1998)1 Α.Α.Δ. 164 λέχθηκαν τα εξής: «Ο οδηγός σε κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι ο οδηγός σε πάροδο κατά παράβαση σαφούς καθήκοντος θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά χωρίς να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής, εκτός αν έχει ένδειξη, ενόψει των ιδιαιτέρων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή (βλ. Τουμαζή v. Κούλα
(1994)1 Α.Α.Δ. 420 και Χ" Γιάννη v. Κουμάση
(1995)1 Α.Α.Δ. 150)». Στην Τουμαζή v. Κούλα (ανωτέρω), το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι ο εφεσείων που εισήλθε στον κύριο δρόμο από πάροδο ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα. Ο εφεσείων οδηγούσε με πολύ μικρή ταχύτητα και εύλογα ο εφεσίβλητος είχε υποθέσει ότι θα σταματούσε. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη πως η εξέλιξη θα ήταν διαφορετική και γι' αυτό κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα είχε ο εφεσείων. Περαιτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η αντίδραση του εφεσίβλητου ενόψει του αιφνίδιου κινδύνου που αντιμετώπισε ήταν η πρέπουσα και η εύλογη. Στην Χ" Γιάννη v. Κουμάση (ανωτέρω) επαναλήφθηκε ότι ο οδηγός οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κυρίου δρόμου, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Κοινή συνισταμένη και συμπέρασμα από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι ο οδηγός που εισέρχεται από πάροδο είναι ένοχος αμέλειας εάν το πράξει τούτο χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Όσον αφορά την ευθύνη του οδηγού που κινείται στον, κύριο δρόμο όταν ανακόπτεται η πορεία του από όχημα που εξέρχεται από πάροδο και την ευθύνη επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύει ο οδηγός που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο, νομολογιακά αναφέρθηκε ότι, τούτος, δεν έχει καθήκον να λάβει οποιεσδήποτε εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν έτυχε οποιασδήποτε προειδοποίησης ή ένδειξης ότι άλλος οδηγός θα εισερχόταν από πάροδο απροειδοποίητα και χωρίς να βεβαιωθεί για το ασφαλές της ενέργειας του. Σημειώθηκε επί τούτου ότι, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας έκδηλης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Για τούτο και το γεγονός ότι η ενδεχόμενη ταχύτητα ενός τέτοιου οδηγού, αφ' εαυτής, δεν αποτελεί ένδειξη αμέλειας, στην περίπτωση που ο οδηγός που εξέρχεται από την πάροδο πράττει τούτο απροειδοποίητα και χωρίς να ελέγξει αναφορικά με το ασφαλές της ενέργειάς του. Όταν δε, εξετάζεται το ενδεχόμενο συντρέχουσας αμέλειας από πλευράς του οδηγού που κινείται στον κύριο δρόμο, σημαντικό είναι να αποφασιστεί κατά πόσο ο κίνδυνος που προκαλείται από το όχημα που εξέρχεται από την πάροδο είναι προβλεπτός, ώστε ακριβώς να μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον άλλο οδηγό επί το ότι δεν έλαβε μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης και/ή γενικά του ατυχήματος. Αποφασίστηκε επίσης ότι, αν η πιθανότητα του εν λόγω κινδύνου είναι τέτοια που ο μέσος συνετός οδηγός δε θα έστρεφε ποτέ τη σκέψη του προς αυτή, τότε δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια στον οδηγό που χρησιμοποιεί τον κύριο δρόμο. Είναι επομένως θέμα πρόβλεψης, υπό την έννοια ότι για να μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον οδηγό που κινείται στον κύριο δρόμο, θα πρέπει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση να δικαιολογούν κρίση ότι ο κίνδυνος που προκαλείται από το όχημα που εξέρχεται από την πάροδο ήταν προβλεπτός, με αποτέλεσμα προβλεπτός να είναι και ο κίνδυνος να προκληθεί στον ίδιο (τον οδηγό που κινείται στον κύριο δρόμο) ζημιά αν δεν λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Fardon v. Harcourt - Rivington [1932] All E.R. Rep. 81 και Jones v. Livox Quarries Ltd [1952] 2 Q.B. 608, τα οποία και παραθέτω: «The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions». «Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless». Η εναγόμενη 2 εκκίνησε και εισήλθε στον κύριο δρόμο Κολωνακίου χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι αυτό ήταν ασφαλές και τούτο παρόλο ότι είχε προσέξει το όχημα του εναγόμενου 1 εφόσον είχε απεριόριστη ορατότητα αλλά το παραγνώρισε και ανέκοψε την πορεία του και συγκρούστηκε με αυτό. Δεν ενεργοποίησε τον σηματοδότη του οχήματος της ή έστω να υποδείξει με κίνηση του χεριού της την πρόθεση της να εξέλθει της προέκτασης για να εισέλθει την λωρίδα κυκλοφορίας. Προσδίδω δε ιδιαίτερη σημασία, ένεκα των συνθηκών πρόκλησης του δυστυχήματος, στο σημείο συγκρούσεως Χ ευρισκόμενο στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος του εναγόμενου 1. Αυτό καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος 1 λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη του οχήματος της εναγόμενης 2 στην παρακείμενη ασφάλτινη προέκταση, χρησιμοποίησε όσο έλεγχε το όχημα του το δεξιότερο σημείο της λωρίδας του και μη εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία σχετικά με την ενδεχόμενη αμέλεια των οδηγών που εμπλέκονται σε τέτοιου είδους ατυχήματα η οποία αποκαλύπτει ότι: «οι οδηγοί οχημάτων που κατευθύνονται κατά μήκος της κύριας οδού έχουν προτεραιότητα και εύλογα μπορεί να αναμένουν ότι οι οδηγοί αυτοκινήτων που προσεγγίζουν την κύρια οδό δεν θα παρεμβάλουν εμπόδια στην πορεία τους. Κάθε παρέμβαση στο δικαίωμα αυτό συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που επιβαρύνει τους οδηγούς που προσεγγίζουν την κύρια οδική αρτηρία από τις παρόδους» (βλ. Christophorou v. Asproftas & Another
(1988)1 Α.Α.Δ. 441, και Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 178, Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213 και την Τσαχίδης v. Βίκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 2731 κ.α.). Σε σχέση με τον οδηγό οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, έχει νομολογηθεί ότι, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα εισέλθει από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (βλ. Varnakides v. Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367 και Χατζηγιάννη ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 150, 154). Ούτε και έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (βλ. Κυριάκος Παύλου ν. Ανδρέας Παπακυπριανού,
(2000)1Β Α.Α.Δ 974 Τουλουπή ν. Λαμπασκή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1172, Σοφοκλέους ν. Χαριλάου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1645). Καθοδηγητικές για τον τρόπο προσέγγισης των ατυχημάτων με βασική φυσιογνωμία την ανακοπή πορείας είναι και οι ακόλουθες αποφάσεις: Στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 372/2014 και 373/2014 Μ. Μακρίδης ν. Α. Αυγουστή, και Α. Αυγουστή ν. Μ. Μακρίδης, ημερ. 17.03.2022 το Ανώτατο Δικαστήριο καταλόγισε πλήρη ευθύνη στον οδηγό που επιχείρησε να εισέλθει εντός του δρόμου από πεζοδρόμιο με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του επερχόμενου οδηγού. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος είδε για πρώτη φορά την ακινητοποιημένη μοτοσικλέτα σε απόσταση περίπου 10 μέτρων. Όταν την είδε για πρώτη φορά, ο μοτοσικλετιστής δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία απεκάλυπτε ότι αυτός θα ξεκινούσε και θα εισερχόταν εντός της λεωφόρου. Όταν ο εναγόμενος ήταν έτοιμος να περάσει δίπλα από τη μοτοσικλέτα, τότε είναι που ο ενάγοντας «. ξεκίνησε με κλίση δεξιά και κτύπησε στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου». Συνάγεται από τα πιο πάνω, πως όταν ο ενάγοντας κινήθηκε προς τη λεωφόρο, πολύ μικρή απόσταση τον χώριζε από το όχημα του εναγόμενου το οποίο οδηγείτο νομίμως και κανονικώς επί της λεωφόρου. Ως γνωστό, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών (Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1(Α) ΑΑΔ, 422, 428, Ουλούπη ν. Χρίστου κ.α.
(1999)1(Γ) ΑΑΔ, 1508 και Χρίστου ν. Χρίστου κ.α.
(2015)1(Β) ΑΑΔ, 1536). Εδώ, επρόκειτο για ξαφνική και απρόσμενη ενέργεια του ενάγοντα χωρίς να υπάρχουν περιθώρια αντίδρασης εκ μέρους του εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε επί της λεωφόρου κανονικά στην πορεία του και με εύλογη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα (Κωνσταντίνου κ.α. ν. Κατσιαρδή
(2007)1(Β) ΑΑΔ, 1178). Η σύγκρουση έγινε στη δική του πορεία κυκλοφορίας, με τον ενάγοντα να κτυπά επί του αυτοκινήτου του εναγομένου. Δεν συμφωνούμε με το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι κάτω από αυτή την αιφνίδια κατάσταση, στην οποία βρέθηκε ο εναγόμενος, συνιστά αμέλεια η παράλειψη του να ελαττώσει την ήδη χαμηλή ταχύτητα του ή να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή ελιγμό. Ούτε συνιστά αμέλεια η παράλειψη του εναγομένου να αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα από μεγαλύτερη απόσταση, καθ' ον χρόνο αυτή ήταν ακινητοποιημένη, ως η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντα. Και τούτο, γιατί η παρουσία της ακινητοποιημένης μοτοσικλέτας στην άκρη της λεωφόρου, χωρίς οτιδήποτε άλλο, δεν απεκάλυπτε οποιοδήποτε προβλεπτό κίνδυνο (Κώστα ν. Χρυσοστομίδη
(1991)1 ΑΑΔ, 271, 274). Εν κατακλείδι, δεν διαπιστώνουμε ότι ο εναγόμενος μπορούσε να είχε κάνει οτιδήποτε για να αποφύγει το δυστύχημα (Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 ΑΑΔ, 815)». Στην υπόθεση Χρίστος Χρίστου ν. Ανδρούλλας Χρίστου κ.α.
(2015)1Β ΑΑΔ 1527 το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία καταλόγισε στον οδηγό του κύριου δρόμου ευθύνη 20%, ανέφερε τα εξής: «.Γι' αυτό, κατά κανόνα, καταλογίζεται αποκλειστική ευθύνη στους οδηγούς που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από παρόδους και οι οποίοι ανακόπτουν τη νόμιμη πορεία οδηγών που κινούνται στον κύριο δρόμο, εκτός εάν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι που δικαιολογούν όπως επιμεριστεί κάποιο ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας στον οδηγό του κυρίου δρόμου (βλ. μεταξύ άλλων Ιωαννίδη ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213, Παναγιώτου ν. Χατζηπαναγή
(1994)1 Α.Α.Δ. 178, Νικολάου ν. Καϊμακκάκη
(2004)1 Α.Α.Δ. 570 και Meemanage v. Αναστασίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 59)». και στη συνέχεια: «. Στην παρούσα περίπτωση ο εφεσείοντας δεν είχε δυνατότητα να αντιληφθεί το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου πριν την είσοδό του στον κύριο δρόμο. Μόλις δε το αντιλήφθηκε, μόλις δηλαδή εκδηλώθηκε ο κίνδυνος σύγκρουσης, εφάρμοσε τα φρένα του οχήματός του και έκανε ενστικτωδώς ελιγμό προς τα αριστερά για να το αποφύγει. Εκπλήρωσε συνεπώς το καθήκον που είχε υπό τις περιστάσεις και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν το εκπλήρωσε λόγω ταχύτητας, η οποία απλώς δεν ήταν χαμηλή, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιομορφίας της σκηνής». Στην υπόθεση Καραλούκας v. Πάρπα
(1998)1 Α.Α.Δ. 767, επικυρώθηκε η απόδοση αποκλειστικής ευθύνη στον οδηγό που εισήλθε από πάροδο εντός της λεωφόρου και ο οδηγός του κύριου δρόμου προσπάθησε να τον αποφύγει με ελιγμό, κτυπώντας του όμως στο πίσω μέρος του οχήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «Η μικρή απόσταση που χώριζε τα δυο οχήματα κατά την ώρα που το τράκτορ παρεμβλήθηκε στην πορεία του εφεσίβλητου ήταν τέτοια που ουσιαστικά εκμηδένιζε κάθε δυνατότητα του εφεσίβλητου για λήψη αποτελεσματικών μέτρων αποφυγής της σύγκρουσης. Ο πρωτόδικος δικαστής με γνώμονα το δίκαιο, τη λογική και την κοινή εμπειρία ορθά αποτίμησε τα γεγονότα και περιστάσεις του δυστυχήματος και δίκαια έκρινε ότι η ευθύνη για το δυστύχημα βαρύνει εξ ολοκλήρου τον εφεσείοντα». Απόλυτα σχετική με τα γεγονότα της παρούσας είναι και η υπόθεση Παπέτας v. Ανδρέου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2152, στην οποία αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στον οδηγό που εισήλθε από πάροδο εντός της λεωφόρου, παρά το εύρημα ότι ο οδηγός του κύριου δρόμου οδηγούσε πέραν του επιτρεπόμενου ορίου. Αναφορικά με το εύρημα της ταχύτητας και κατά πόσο αυτό επηρέασε την απόφαση για καταλογισμό της ευθύνης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι ο ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ορίου δεν είναι αρκετό για να του προσδώσει συντρέχουσα αμέλεια. Η ταχύτητα από μόνη της δεν συνιστά αμέλεια (Δήμου ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1979)1 Α.Α.Δ. 21, 24, Τουλουπή ν. Λαμπασκή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1172). Παράγοντες που να διαφοροποιούν την πιο πάνω αρχή δεν έχουν εντοπιστεί στην προκειμένη περίπτωση». Ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η εναγόμενη 2 διαθέτοντας μπροστά της ασφάλτινη προέκταση πλάτους σχεδόν 5 ½ μέτρων θα αποφάσιζε να εισέλθει στην πορεία του απότομα και μάλιστα χωρίς οποιανδήποτε προειδοποιητική ένδειξη προς τούτο. Ακόμα όμως και όταν εκδηλώθηκε ο κίνδυνος με την οδική του συμπεριφορά φανερώνει ότι αντέδρασε χωρίς όμως να είναι αποτελεσματικός εφόσον προφανώς είχε απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα του ενάγοντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας κατά νούν τις ιδιαίτερες συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, καταλήγω ως προς το ζήτημα της ευθύνης και καθίσταται εύρημα μου ότι δεν μπορεί να επιρριφθεί οποιαδήποτε ευθύνη για αμελή ενέργεια ή παράλειψη στον εναγόμενο
  1. Επομένως, καταλήγω ότι εναγόμενη 2 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Οι εναγόμενοι 1 και 2 ακολούθησαν κοινή υπερασπιστική γραμμή σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και η μαρτυρία που ακούστηκε από την εναγόμενη 2 αναφορικά με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα υιοθετήθηκε στην ολότητα της από την πλευρά του εναγομένου
  2. Θα προτάξω τη μαρτυρία του ενάγοντος η οποία διαλαμβάνει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα για τον τραυματισμό του και τα κατάλοιπα αυτού με τις θεραπείες που ακολούθησαν ως η δικογράφηση όπως και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Για σκοπούς δε συνοχής θα παραθέσω στη συνέχεια την ιατρική μαρτυρία τόσο της πλευράς του ενάγοντος όσο και της Υπεράσπισης και θα εντάξω σε αυτή την ενότητα και την ανεξάρτητη μαρτυρία που προήλθε από το Τμήμα Κοινωνιών Ασφαλίσεων. Θα προβώ δε στη συνέχεια σε μια περιεκτική αξιολόγηση της σημαντικότερης μαρτυρίας σε σχέση με αυτά τα ζητήματα και θα καταγράψω τα τελικά συμπεράσματα μου σε σχέση με αυτά. Ο Ενάγοντας: Ο ενάγοντας υιοθέτησε και διάβασε τη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α), η οποία δηλώθηκε ότι συνιστούσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατατέθηκαν τα Τεκμ. 4 -
  3. Όπως ανέφερε, μετά το δυστύχημα μεταφέρθηκε μαζί με τη σύζυγο του στην Κλινική Αχίλλειον στη Λεμεσό. Αισθανόταν έντονη ζάλη, κεφαλαλγία, μούδιασμα στα δάχτυλα των χεριών, πόνο στους μυς των ώμων και χεριών του και ενόσω περίμενε για να εξεταστεί στην Κλινική, σε κάποια στιγμή, ζαλίστηκε, έχασε την ισορροπία του και έπεσε. Έγινε διερεύνηση με απλές ακτινογραφίες Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης (Τεκμ. 31). Η κλινική του εικόνα παρουσίαζε επίταση των συμπτωμάτων, δυσαισθησίες, μουδιάσματα, έκπτωση αισθητικότητας άνω άκρων, καθιστούσε αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασης του με Μαγνητική Τομογραφία Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης (Τεκμ. 7, 29 και 30) και αποφασίστηκε όπως παραμείνει στην Κλινική, ως εσωτερικός ασθενής. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κλήθηκε και τον εξέτασε ο νευροχειρουργός Δρ. Γιάννης Ιωάννου, ο οποίος αφού μελέτησε όλες τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγοντας καθώς και αυτές που ακολούθησαν, έκρινε ότι έχρηζε άμεσης χειρουργικής αντιμετώπισης με αφαίρεση των αυχενικών δισκοκηλών και αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού. Από τη Μαγνητική Τομογραφία της Αυχενικής Μοίρας (Τεκμ. 7 και 29), σύμφωνα με τους ιατρούς του ενάγοντα, διαπιστώθηκε τραυματική αυχενική δισκοκήλη με πίεση, επί του νωτιαίου στο ύψος Α4-Α5, Α5-Α6 και Α6-Α7, δικαιολογώντας πλήρως τη ζάλη, την κεφαλαλγία, τα μουδιάσματα, τους πόνους στα άκρα του και έχανε συνεχώς την ισορροπία του. Κατόπιν ιατρικής συμβουλής, ο ενάγοντας χειρουργήθηκε την 11.02.
  4. Συγκεκριμένα του έγινε αυχενική δισκεκτομή στο ύψος Α4-Α5, Α5-Α6 και Α6-Α7 και αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού και τοποθέτηση διασωματικού κλωβού (ΡΕΕΚ). Έγινε επίσης και πρόσθια αυχενική σπονδυλοδεσία Α4-Α5, Α5-Α6 και Α6-Α
  5. Μετά την έξοδο του από την Κλινική του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και του συστήθηκε ανάπαυση, αποφυγή άρσης βαρέων αντικειμένων, αποφυγή χειρωνακτικής εργασίας, οδήγησης και αποφυγή κινήσεων που θα επέφεραν κραδασμούς στην σπονδυλική στήλη, όπως η μεταφορά με αυτοκίνητο ή άλλο είδος μεταφοράς καθώς και την αποφυγή από αθλήματα. Δόθηκαν στον ενάγοντα οδηγίες και φορούσε καλτσόν για να αποφύγει την πρόκληση θρόμβωσης και καθημερινά μετέβαινε στην Κλινική και λάμβανε αντιθρομβωτικές ενέσεις. Ο ενάγοντας σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά υπέστηκε, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους τραυματισμούς:
  6. Κάκωση αυχενικής, θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με τραυματική αυχενική δισκοκήλη με πίεση επί του νωτιαίου μυελού στο ύψος Α4-Α5, Α5-Α6 και Α6-Α
  7. Ευθειασμό της αυχενικής μοίρας και διάστρεμμα αυχενικής μοίρας. Αυχεναλγία, βραχιαλγία άμφω, αιμωδίες των άνω άκρων, άλγος μυών της ωμικής ζώνης και ζάλη που επιτεινόταν με τις κινήσεις της κεφαλής και την περιστροφή της.
  8. Εμμένουσα υπινιακή κεφαλαλγία.
  9. Άλγος παρασπονδυλικών μυών και μυών του κορμού και του αυχένα που επιτεινόταν με την στροφή, την κάμψη, την έκταση, την πλάγια κάμψη και την περιστροφή του αυχένα και του κορμού.
  10. Αλλαγή καμπυλότητας της σπονδυλικής στήλης, έντονο άλγος κατά την πρόσθια και πλάγια κάμψη, στροφή της σπονδυλικής στήλης που επιτεινόταν με τις κινήσεις.
  11. Απαιτείται και δέχθηκε τακτικό νευροαπεικονιστικό έλεγχο από ειδικό νευροχειρουργό.
  12. Η υπινιακή κεφαλαλγία, η αυχεναλγία, η ζάλη, η ραχιαλγία, το άλγος παρασπονδυλικών μυών του κορμού που επιτεινόταν με την στροφή, την κάμψη, την έκταση, την πλάγια κάμψη και την περιστροφή του κορμού εμφανίζονται συχνά απροειδοποίητα χωρίς να σχετίζονται απαραίτητα με κούραση και δυσχεραίνουν κατά πολύ την καθημερινότητα του. Ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε αναγκαστικά στην οικία του με αναρρωτική άδεια και τον φρόντιζε η σύζυγος του, λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και υποβαλλόταν σε φυσικοθεραπεία. Συγκεκριμένα, υπεβλήθηκε σε σειρά φυσικοθεραπειών μέχρι και την 31.08.
  13. Από ένα σημείο και μετά περιόρισε τις συνεδρίες των φυσικοθεραπειών, λόγω οικονομικής στενότητας. Λόγω του γεγονότος ότι μετά από τις πιο πάνω θεραπείες συνέχισε να έχει ζαλάδες, έντονο πονοκέφαλο, μούδιασμα στα χέρια, έντονο πόνο και περιορισμό των κινήσεων του αυχένα του, έντονο πόνο στα άνω και κάτω άκρα, απώλεια ισορροπίας, επισκέφθηκε στις 22.12.2010 και εξετάστηκε από τον ορθοπεδικό Δρ. Πίπη Αργυρόπουλο. Επειδή τα προβλήματα υγείας του συνέχιζαν να τον ταλαιπωρούν, επισκέφθηκε τον νευρολόγο Δρ. Μιχάλη Μιχαήλ, ο οποίος τον υπέβαλε στις 07.04.2011 σε νευροφυσικολογικό έλεγχο (Κινητικές-Αισθητικές ταχύτητες αγωγής-Ηλεκτρομυογράφημα) των άνω άκρων (Τεκμ. 9). Σύμφωνα με τον Δρ. Μιχαήλ, έδειξε υποξεία-χρόνια ριζοπάθεια Α5-Α6 δεξιά και Α6-Α7 αριστερά. Στη συνέχεια υποβλήθηκε ξανά σε νευροφυσικολογικό έλεγχο την 07.09.2011 και στις 24.02.2012 (Τεκμ. 9), όπου, όπως επιβεβαίωσε ο ιατρός του, έδειξε στοιχεία χρόνιας ριζοπάθειας Α5/Α6/Α7 άμφω. Η κατάσταση του και τα συμπτώματα του χειροτέρευαν παρόλη τη διενέργεια θεραπειών και την αναζήτηση ιατρικής λύσης στο πρόβλημα του. Προς τούτο επισκέφθηκε τον Νευροχειρουργό Δρ. Χρίστο Κυριακίδη για περαιτέρω αναζήτηση θεραπείας, ο οποίος τον παρακολούθησε για 3 μήνες. Κατόπιν ιατρικής συμβουλής του Δρ. Κυριακίδη, την 26.09.2011 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση στην Πολυκλινική Υγεία, λόγω ανάπτυξης οστεοφυτικών αλλοιώσεων με πίεση του νωτιαίου μυελού και ριζών νευρών. Η εγχείρηση έγινε με πρόσθια προσπέλαση και διενεργήθηκε η αφαίρεση των μοσχευμάτων, οστεοφυτεκτομές και σπονδυλοδεσία με μοσχεύματα Α4/5, Α5/6 και Α6/
  14. Μετεγχειρητικά, ο ενάγοντας παρέμεινε στην Πολυκλινική για περίπου 5 μέρες και στη συνέχεια εξήλθε με οδηγίες όπως φέρει μαλακό κολάρο για προστασία του αυχένα για 6 εβδομάδες και αποφυγή οποιασδήποτε φύσεως εργασίας. Ο νευροφυσικολογικός έλεγχος και η νευρολογική εκτίμηση του Δρ. Κυριακίδη κατέδειξαν αυχενική μυελοπάθεια - ριζοπάθεια. Τα συμπτώματα της αυχενικής μυελοπάθειας στον ενάγοντα, παρουσίαζαν και εξακολουθούν να παρουσιάζουν συνεχόμενη κλινική επιδείνωση. Από ορθοπεδικής πλευράς ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τα συμπτώματα του θα παραμείνουν μόνιμα με πολύ μεγάλη πιθανότητα μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας στον αυχένα καθότι, οι κινήσεις του αυχένα του θα περιορίζονται σε ολιγότερες αρθρώσεις με αποτέλεσμα τη φόρτιση και βλάβη με την πάροδο του χρόνου με συνέπεια να υφίσταται περαιτέρω πόνο και δυσκαμψία και θα χρήζει ιατρικής παρακολούθησης και θεραπείας και φυσικοθεραπείας, λόγω επιδείνωσης των συμπτωμάτων του. Σύμφωνα με τους θεράποντες ιατρούς του δεν αναμένεται, περαιτέρω, βελτίωση του πόνου, ούτε θα μπορέσει να επανέλθει στην, προ του δυστυχήματος, εργασία του. Αναφορικά με την πάχυνση της παλαμιαίας απονεύρωσης στο δεξί χέρι, η βλάβη νεύρου στην προκειμένη περίπτωση είναι αιτιολογικός παράγοντας της ως άνω πάθησης η οποία θα συνεχίσει να εξελίσσεται και θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση στο μέλλον (Fasciectomy) υπό γενική αναισθησία, το κόστος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των €3.000,
  15. Ο ενάγοντας, ως ισχυρίστηκε, υποβλήθηκε σε 3 μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις και υπέφερε και υποφέρει από έντονους πόνους και έχει υποστεί πολύ μεγάλη ταλαιπωρία για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και εξακολουθεί να υποφέρει σε βαθμό που τον ταλαιπωρεί και δεν του επιτρέπει να εργαστεί και να απολαμβάνει τη ζωή του, όπως αμέσως πριν το δυστύχημα. Πέραν από τις 3 χειρουργικές επεμβάσεις που υπεβλήθηκε, επισκεπτόταν κατά διαστήματα την Πολυκλινική Υγεία και του χορηγούνταν ενδοφλέβιες ενέσεις κορτιζόνης για απάμβλυνση και ανακούφιση των έντονων πόνων που αισθανόταν και συνεχίζει να αισθάνεται. Μάλιστα αναγκαζόταν να παραμένει κλινήρης στην Πολυκλινική Υγεία με σκοπό να λαμβάνει την εν λόγω αγωγή με τεράστιο οικονομικό κόστος, αφού για κάθε παραμονή του στην Κλινική και την λήψη της εν λόγω αγωγής, το κόστος, ως ανέφερε, ανερχόταν περίπου στο ποσό των €800,00 - €1.800,
  16. Στις 02.07.2010 εξετάσθηκε από τον Ψυχίατρο Δρ. Χριστόδουλο Γαλατόπουλο, τον οποίο επισκέφθηκε 13 φορές μέχρι τις 29.02.
  17. Του χορηγήθηκε το αντικαταθλιπτικό Cymbalta 90 mgr. ημερησίως, το οποίο λαμβάνει μέχρι και σήμερα, αφού του το χορηγεί πλέον ο Δρ. Μιχαήλ που είναι ο θεράπων ιατρός του. Η σημαντική αλλαγή που επήλθε στη ζωή του ενάγοντα, συνεπεία της αναπηρίας του, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ήταν ένα πολύ δραστήριο άτομο και κυρίως λόγω του γεγονότος ότι δεν μπορεί να εργαστεί, είχε ως αποτέλεσμα να παρουσιάζει σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις. Συγκεκριμένα του προκάλεσε καταθλιπτική διάθεση, εντονότατο άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση και είχε αρνητική επίδραση πάνω στη σεξουαλική του ζωή και η συζυγική του σχέση κατέστη προβληματική. Παρά τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών και τη μείωση της έντασης των συμπτωμάτων του, τα προβλήματα αυτά εξακολουθούν να υφίστανται, έστω και σε μειωμένη ένταση. Ανέφερε ότι τον απασχολεί και τον ενοχλεί πολύ έντονα το γεγονός ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του και ότι δεν έχει επανέλθει στο φυσιολογικό η σεξουαλική του ζωή. Μετά την διενέργεια και του δεύτερου χειρουργείου, ισχυρίστηκε ότι εξακολουθούσε και αισθανόταν πόνο στον αυχένα ο οποίος επιδεινωνόταν με τις κινήσεις του αυχένα του, ενώ παράλληλα υπήρχε αντανάκλαση του πόνου στους ώμους και στα χέρια του. Περαιτέρω, είχε αίσθημα αδυναμίας στα χέρια και στα πόδια του και παρουσίαζε δυσκολίες σε λεπτές και σε αδρές κινήσεις. Είχε δυσκολία στο περπάτημα και αίσθημα σαν να μαγκώνουν τα πόδια του, καθώς επίσης και αισθητικές διαταραχές στα χέρια με τη μορφή αιμωδιών και με αίσθημα σαν βελόνες. Ισχυρίστηκε ότι όλα τα πιο πάνω συμπτώματα εξακολουθούν να τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα και παρουσιάζει συχνά επεισόδια κεφαλαλγίας και εύκολη κόπωση. Παρουσιάζει επίσης διαταραχές προσοχής-μνήμης, συγκέντρωσης και ευερεθιστότητα. Έχει αδυναμία στα άνω άκρα και διαταραχή της εν τω βάθει αισθητικότητας. Κατά τον Δρ. Μιχαήλ, ο ενάγοντας έχει υποστεί μείωση της ικανότητας του να προσδιορίσει τη θέση και τις κινήσεις των μελών στις αρθρώσεις του και να αντιληφθεί τις δονήσεις του παλλομένου διαπασών. Επιπλέον, παρουσιάζει διαταραχή στην επιτηδευμένη βάδιση (tandem walking), η οποία είναι πιο έντονη με κλειστά μάτια. Μετά τις εξετάσεις και την παρακολούθηση του διαπιστώθηκε ότι τα συμπτώματα του οφείλονται σε χρόνια μετατραυματική κεφαλαλγία, λόγω κάκωσης δίκην μαστιγίου και σε αυχενική μυελοπάθεια-ριζοπάθεια. Όπως αναφέρει ο Δρ. Μιχαήλ, στην αυχενική μυελοπάθεια τα προέχοντα συμπτώματα είναι αυχεναλγία με πόνο στους ώμους και στα άνω άκρα, αδυναμία και αιμωδίες άνω άκρων, αιμωδίες κάτω άκρων και διαταραχή στη βάδιση, καθώς και διαταραχή κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής, συμπτώματα τα οποία αντιμετωπίζει και υποφέρει καθημερινά από αυτά. Για την απάμβλυνση και ανακούφιση των ακατάπαυστων και έντονων πόνων, των κάμψεων και της αδυναμίας και της δυσφορίας που αισθανόταν και αισθάνεται, λαμβάνει καθημερινά και θα λαμβάνει καθημερινά για όλο το υπόλοιπο της ζωής του, τόσο φαρμακευτική αγωγή, όσο και βιταμίνες, η ποσότητα των οποίων αυξάνεται σταδιακά με την επιδείνωση της υγείας του. Μάλιστα, όπως ανέφεραν οι θεράποντες ιατροί του, στα εν λόγω φάρμακα, πέραν από την αύξηση της δοσολογίας τους μελλοντικά, θα προστεθούν και άλλα φάρμακα λόγω της επιδείνωσης της υγείας του. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι πριν το δυστύχημα ήταν ένας υγιέστατος και δραστήριος άντρας. Συνεπεία του τραυματισμού του στο δυστύχημα υπέφερε, υποφέρει και θα εξακολουθεί να υποφέρει στο μέλλον από έντονους πόνους και ταλαιπωρία, με αποτέλεσμα να εκμηδενιστούν οι δραστηριότητες και οι ικανότητες του στην εργασία αλλά και η κοινωνική του ζωή. Νιώθει ως ένα άβουλο πλάσμα το οποίο περιφέρεται μέσα στο σπίτι, αποκομμένος από όλες τις αγαπημένες του δραστηριότητες. Δεν μπορεί να πάει για περπάτημα, να πάει κυνήγι, να κολυμπήσει, αλλά ούτε μπορεί να πάει σε ταβέρνα με τους φίλους του και να καθήσει για φαγητό. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι από την ημερομηνία του τραυματισμού του δεν έχει εργασθεί και λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του αποτάθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, μετά από σχετική αίτηση του θεράποντα ιατρού του, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα ιατρικά πιστοποιητικά και εξετάσεις. Εξετάστηκε από το Ιατροσυμβούλιο του Κράτους, το οποίο τον παρέπεμψε σε περαιτέρω εξετάσεις και διαγνώστηκε αρχικά με αναπηρία 75% μέχρι την 31.10.2017 και ακολούθως σε επανεξέταση του το ποσοστό αναπηρίας του αυξήθηκε από την 01.11.2017 σε 100% (Τεκμ.16). Σύμφωνα με τους ιατρούς του, τα συμπτώματα της αυχενικής μυελοπάθειας που ήταν συνέπεια του τραυματισμού του στο δυστύχημα, παρουσιάζουν συνεχόμενη κλινική επιδείνωση. Η αναπηρία του είναι μόνιμη και οι πόνοι που έχει τον ταλαιπωρούν και θα τον ταλαιπωρούν εφ' όρου ζωής καθημερινά και οι ψυχολογικές επιπτώσεις του δυστυχήματος είναι χρόνιες με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα αλλά και στο μέλλον να χρειάζεται κατά διαστήματα ιατρική και ψυχιατρική παρακολούθηση, φυσικοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή και άλλες θεραπείες. Ανέφερε ότι από την 07.02.2010 μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήτοι την 29.01.2020 εξετάστηκε από αρκετούς ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και έχει προβεί σε πάνω από 60 ακτινολογικές, μαγνητικές και άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις. Περαιτέρω, έχει εξεταστεί ιατρικά, εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2, από 6 ιατρούς και πέραν της μιας φοράς όπως τους Δρ. Ηλία Γεωργίου (Ορθοπεδικό), Δρ. Αχιλλέα Περδίο (Νευροχειρουργό), Δρ. Παχνιώτη (Νευροχειρουργό), Δρ. Κουμή (Ουρολόγο), Δρ. Πρωτοπαπά (Ειδικό Νευρολόγο) και Δρ. Οικονομίδη (Ακτινολόγο). Πέραν της κλινικής εξέτασης που διενήργησαν οι ως άνω ιατροί παρέπεμψαν τον ενάγοντα να υποβληθεί και σε διάφορες ακτινολογικές, μαγνητικές και άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις, οι οποίες κατά τους ιατρούς των εναγομένων, όπως ισχυρίστηκε, επιβεβαιώνουν τη διάγνωση της μυελοπάθειας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του ενάγοντα, στην αγόρευση τους, επισημαίνουν το γεγονός ότι τα πιστοποιητικά των ιατρών Δρ. Παχνιώτη, Δρ. Κουμή και Δρ. Πρωτοπαπά, οι οποίοι εξέτασαν τον ενάγοντα ενώ έχουν αποκαλυφθεί στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης της εναγόμενης 2, ημερομηνίας 19.03.2018, ποτέ δεν παραδόθηκαν στην πλευρά του ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι τα είχε ζητήσει επανειλημμένα, στάση που μπορεί να εκληφθεί ως αποφυγή αποκάλυψης της πραγματικότητας σε σχέση με την υγεία του ενάγοντα. Κατά τον ίδιο τρόπο, επισημαίνουν και τη μη κλήτευση της Δρ. Αγγέλας Κατωδρύτου, η οποία ετοίμασε ιατρική γνωμάτευση αφού μάλιστα εξασφαλίστηκε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης που καταχώρισε η πλευρά της εναγόμενης 2 την 9.05.2017 και ενώ αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 15.05.2017 της εναγόμενης
  18. Τουναντίον παρουσίασαν τη μαρτυρία του ΜΥ6, που όπως επίσης υποδεικνύουν, έγινε προφανώς επειδή βόλευε την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης
  19. Επί των πιο πάνω σχολίων θα επανέλθω και στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο μέρος. Ο ενάγοντας ανέφερε ακόμα ότι κατά την τελευταία παραπομπή του από την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης 2, κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.01.2019 για διενέργεια Μαγνητικής Τομογραφίας Αυχενικής Μοίρας της Σπονδυλικής Στήλης και Εγκεφάλου, ούτως ώστε να αποκλειστεί ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας, διαφάνηκε ξεκάθαρα η πάθηση της μυελοπάθειας (Τεκμ.18α και 18β). Ο ενάγοντας ανέφερε, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι χρειάστηκε να υποβληθεί και σε τρίτη χειρουργική επέμβαση στον αυχένα εφόσον είχε επιδεινωθεί η κατάσταση του και λαμβάνει περισσότερη φαρμακευτική αγωγή. Η επέμβαση αυτή ήταν επίσης σοβαρή αφού και πάλι υπήρχε πίεση στο νωτιαίο μυελό και έπρεπε να γίνει για να σταθεροποιηθεί η υφιστάμενη κατάσταση της υγείας του. Περιέγραψε τη φαρμακευτική αγωγή την οποία λαμβάνει σήμερα η οποία συνίσταται από το Lyrica για τη μυελοπάθεια και τους πόνους, φάρμακο το οποίο ξεκίνησε με 25mg δοσολογία και σήμερα λαμβάνει 450 mg, το Cymbalta το οποίο λαμβάνει στα 90 mg για θέματα ψυχολογικά και για τους πόνους τα τελευταία 10 ½ χρόνια. Επίσης ανέφερε ότι λαμβάνει αντιαγχωτικό, το Brintellix 5mg, λαμβάνει το Neurobion για τη σπαστικότητα που τον βοηθάει και για τους πόνους, λαμβάνει σίδηρο, Folic Acid μαζί με άλλες βιταμίνες, όπως Β6, μαγνήσιο, μια ενέσιμη βιταμίνη Β
  20. Λόγω δε των ισχυρών φαρμάκων που λαμβάνει υπάρχουν επιπτώσεις στις αιματολογικές του εξετάσεις και χρειάζεται συμπληρώματα. Επισκέπτεται και παρακολουθείται επί συστηματικής βάσεως από ιατρούς και ισχυρίστηκε ότι κατέβαλλε €50,00 για κάθε επίσκεψη αλλά τώρα με το ΓΕΣΥ καταβάλλει το ποσό των €6,
  21. Ανέφερε ότι προσκόμισε αντίγραφα κάποιων αποδείξεων αφού τις πρωτότυπες, μετά την πάροδο τόσων χρόνων τις έχει απωλέσει. Πέραν των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε κατ' απαίτηση της πλευράς της εναγόμενης 2 ο ενάγοντας ανέφερε ότι αντιλήφθηκε αρκετές φορές να τον ακολουθούν και να τον παρακολουθούν, τόσο τον ίδιο, όσο και την οικογένεια του. Αρχικά, νόμιζε ότι ήταν η ιδέα του αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι όντως τον παρακολουθούσαν προχώρησε σε καταγγελία στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Εξ' όσων πληροφορήθηκε μετά την καταγγελία του, το όχημα στο οποίο επέβαιναν τα πρόσωπα αυτά ανήκε στην Gan Direct που είναι η ασφαλιστική Εταιρεία της εναγόμενης 2, κάτι που ως ισχυρίστηκε είναι και παράνομο και ανεπίτρεπτο. Ισχυρίστηκε ότι λόγω του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να εργαστεί, ένεκα του τραυματισμού του, και καθώς ήταν η κινητήριος δύναμη της εταιρείας του «Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ», η εταιρεία αναγκάστηκε να μειώσει τον κύκλο εργασιών της και να σταματήσει τη συνεργασία της με αρκετές εταιρείες και φυσικά πρόσωπα χάνοντας σημαντικές συνεργασίες και χρηματικά ποσά. Έφερε ως παράδειγμα την εταιρεία «Pantelides Bros Co Ltd» και επικαλέστηκε τα Τεκμ. 19 και
  22. Ο ενάγοντας αντεξετάστηκε επί μακρόν επί όλου του φάσματος της μαρτυρίας του και ως προς το ζήτημα της ευθύνης και του τραυματισμού του όπως και επί των ιατρικών θεμάτων. Σε ερώτηση πως προέκυψε η ανάγκη της τρίτης επέμβασης απάντησε ότι μετά τη διενέργεια της νέας μαγνητικής τομογραφίας του αυχένα (Τεκμ. 18α), η οποία διενεργήθηκε καθ' υπόδειξη της εναγόμενης 2, διαφάνηκε η ανάγκη αυτή, μετά που την μελέτησαν οι ιατροί του ο Δρ. Κυριακίδης και ο Δρ. Μιχαήλ. Όταν ρωτήθηκε για τα σημερινά προβλήματα του, περιέγραψε μια μέρα από την καθημερινότητα του και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Σε σχέση με τα εισοδήματα του απάντησε ότι λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας η οποία ανέρχεται στο ποσό περίπου των €1.140,
  23. Η αντεξέταση του ενάγοντα από το δικηγόρο της εναγομένης 2 ήταν μακρά και εξαντλητική. Κατά την αντίληψη μου παρέμεινε αναντίλεκτη σε αρκετά σημεία της αφού δεν προσκομίστηκε καμία αντίθετη μαρτυρία ούτε προωθήθηκαν πλείστες τόσες θέσεις και υποβολές που του έγιναν από την πλευρά της εναγομένης
  24. Η προσπάθεια μου στη συνέχεια είναι να εξετάσω κάποια σημαντικά ζητήματα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία του και τα οποία άπτονται και της αξιοπιστίας του αλλά και επέδρασαν και επιδρούν στην εξέλιξη της υγείας του και με οδήγησαν στην πιο πάνω αντίληψη που αποκόμισα από τη μαρτυρία του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αρνήθηκε υποβολή ότι εργάστηκε μετά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα για την εταιρεία Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ. Το γραφείο της εταιρείας, εξήγησε, ήταν στο σπίτι του και παραδέχθηκε ότι πλέον ο ρόλος του προς τη γυναίκα και τον γιό του που δουλεύουν στην εταιρεία, παρέμεινε ως συμβουλευτικός. Ο ενάγοντας επανέλαβε πολλές φορές κατά την αντεξέταση του ότι μετά το επίδικο δυστύχημα η εταιρεία Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ έχασε συμβόλαια πολλών χιλιάδων ευρώ και ότι η σύζυγος και ο γιός του λαμβάνουν ένα ποσό πέριξ των €400 - €500 μηνιαίως από την εταιρεία και τούτο όταν υπάρχει δουλειά. Απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσον από το 2004 που ιδρύθηκε η εταιρεία Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ πληρώθηκαν μερίσματα στους μετόχους, απάντησε ότι από το 2004 μέχρι την ημερομηνία του δυστυχήματος το 2010 ήταν ενεργό μέλος μέσα στην εταιρεία και όλα τα κέρδη της τα επένδυε στον στόλο της, ανάλογα με την αύξηση της δουλειάς, ο οποίος στόλος έφτασε στα 15 μηχανήματα μέχρι το
  25. Εξήγησε ότι ως μέτοχος της εταιρείας, δεν έλαβε ποτέ μέρισμα και τούτο καθώς προσέδιδαν σημασία στην προοπτική ανάπτυξης της εταιρείας. Ανέφερε ότι μετά το 2010 και τον σοβαρό τραυματισμό του ο μηχανικός στόλος της εταιρείας συρρικνώθηκε, ανταλλάχθηκαν κάποια μηχανήματα και κάποια άλλα πουλήθηκαν. Υπέδειξε ποιοι είναι οι λογιστές της εταιρείας και ότι επιταγές της εταιρείας υπογράφει τόσο η σύζυγος του όσο και σε κάποιες περιπτώσεις και ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία χρωστάει σήμερα €365.000,00 και το δάνειο της έχει καταστεί κόκκινο. Αναφορικά με την αύξηση του μισθού του από €1.850,00 σε €2.145,00 για το έτος 2010 που συνέβη το δυστύχημα, ανέφερε ότι κάθε τέλος του χρόνου γινόταν αναθεώρηση των μισθών η οποία θα εφαρμοζόταν με το νέο χρόνο. Του υποβλήθηκε ότι εσκεμμένα προχώρησε στην αύξηση του μισθού του, ότι περπατάει πονηρά και χωλαίνοντας χωρίς να έχει πρόβλημα στο περπάτημα όλα αυτά τα 10 χρόνια. Του τέθηκαν οι ως άνω υποβολές όταν, από τη μαρτυρία των ιατρών της ίδιας της Υπεράσπισης, διεφάνηκε ότι όλοι και ιδιαιτέρως ο ΜΥ3 σε αρκετές περιπτώσεις ανέφερε ότι ο ενάγοντας έχει σοβαρότατα προβλήματα υγείας και θα πρέπει να βοηθηθεί. Επίσης, υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι δεν έχει καμία ασθένεια και ότι αυτά είναι επινοήσεις δικές του και πονηρές σκέψεις για να αποκομίσει αποζημιώσεις που δεν δικαιούται, υποβολές τις οποίες αρνήθηκε, απαντώντας ότι δεν είχε καμία ανάγκη να αυξήσει το μισθό του για να αποκομίσει μεγαλύτερες αποζημιώσεις και ευχήθηκε να μην τύχει αυτό που συνέβη σ' αυτόν σε άλλο άνθρωπο. Όταν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι είχε προηγούμενα προβλήματα υγείας, απάντησε ότι ουδέποτε επισκεπτόταν ιατρούς και το μόνο ιατρικό ιστορικό που είχε πριν από το δυστύχημα ήταν επέμβαση σκωληκοειδίτιδας που έκανε πριν 40 χρόνια όταν ήταν 9 χρονών. Κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας ρωτήθηκε για τις ακτινολογικές και μαγνητικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθηκε πριν την πρώτη εγχείρηση και απάντησε ότι είχαν δοθεί στους διάφορους ιατρούς της ασφαλιστικής εταιρείας στους οποίους τον έστελναν κατά καιρούς για να τον εξετάσουν. Σε ερώτηση αν η εταιρεία του εμπλεκόταν μετά το δυστύχημα σε διάφορα έργα, αναφέρθηκε σε ενοικίαση των μηχανημάτων της εταιρείας του. Υποδείχθηκαν στον ενάγοντα διάφορες φωτογραφίες, οι οποίες κατατέθηκαν είτε ως κανονικά τεκμήρια όπως το Τεκμ. 22 το οποίο απεικονίζει ένα διπλοκάμπινο όχημα και το Τεκμ. 23 που είναι δέσμη φωτογραφιών οι οποίες λήφθηκαν σε δύο ημερομηνίες ήτοι την 19.10.2015 (8 φωτογραφίες) και την 21.10.2015 (5 φωτογραφίες) οι οποίες απεικονίζουν στην καμπίνα ενός εκσκαφέα κάποιο πρόσωπο είτε ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση Α και Β (όπως και έμειναν ως τέτοια) χωρίς καμιά αποδεικτική αξία εφόσον δεν κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια αλλά και τα Τεκμ. 22 και 23 παρόμοια εφόσον δεν παρουσιάστηκε το πρόσωπο που έλαβε τις φωτογραφίες για να καταθέσει σχετικά. Υποβλήθηκε επανειλημμένα στον ενάγοντα ότι στις 19.10.2015 και 21.10.2015 και σε άλλες τρεις ημερομηνίες καθώς και σε μία περίπτωση το 2019 εργαζόταν, αφού φαίνεται σε βίντεο και φωτογραφίες και επέμεινε στην απάντηση του ότι από την 7.02.2010 μέχρι και σήμερα δεν δούλεψε και ότι αυτά που εμφανίζουν τα βίντεο ήταν μεμονωμένα γεγονότα και η εκεί παρουσία του αποσκοπούσε σε επιδιόρθωση μηχανικών προβλημάτων στα υπό ενοικίαση μηχανήματα της εταιρείας του. Τοποθετήθηκε ως προς τις υποβολές με κάθε ειλικρίνεια, όπως κρίνω, ότι ναι μεν δεν αρνιόταν ότι είχε σε κάποιες περιπτώσεις χειριστεί μηχανήματα της εταιρείας του ήταν όμως για τον πιο πάνω σκοπό και όχι για την εκτέλεση κάποιας αμειβόμενης εργασίας. Υποδείχθηκαν στον ενάγοντα βίντεο/DVD και αναγνώρισε σε αυτά ένα διπλοκάμπινο όχημα ιδιοκτησίας του, το οποίο οδηγούσε ο πατέρας του και σχολίασε αυτά σε όσες λήψεις αναγνώρισε τον εαυτό του καθώς σε κάποιες από αυτές αναγνώρισε τον αδελφό του. Αναγνώρισε επίσης μηχανήματα της εταιρείας του και αρνήθηκε υποβολές ότι φαίνεται ότι ανεβοκατεβαίνει σε μηχανήματα ή και ότι περπατούσε φυσιολογικότατα. Δεν θυμόταν πόσο χρόνο διήρκησε το έργο στο Μαρί όπου τον εμφανίζουν τα βίντεο όπου το εργοτάξιο βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το σπίτι των γονιών του. Του υποβλήθηκε ότι την εργασία αυτή στο Μαρί την έκανε η εταιρεία του για 10 ημέρες λέγοντας ότι ήταν μόνο για κάποιες ώρες που μετέβηκε εκεί ο ίδιος για τον σκοπό που εξήγησε. Αρνήθηκε υποβολή ότι η εταιρεία του δεν ενοικίασε τα μηχανήματα της σε κάποια ελληνική εταιρεία και ότι τα έργα τελείωσαν από αυτόν και τον πατέρα του. Του υποβλήθηκε ότι στο βίντεο δεν φαίνεται να πάσχει από την ισχυριζόμενη μυελοπάθεια, ότι υπέστη διάστρεμμα αυχένα (whiplash injury) και ότι τα όποια ισχυριζόμενα προβλήματα του δεν έχουν αιτία το δυστύχημα, υποβολές τις οποίες αρνήθηκε και για τις οποίες παρέπεμψε στους ιατρούς του. Όταν υποδείχθηκε στον ενάγοντα το δεύτερο βίντεο, αυτός υποστήριξε ότι επρόκειτο για το σπίτι των πεθερικών του και ότι το μικρό μηχάνημα που παρουσιάζεται να το χειρίζεται - το οποίο δεν προκαλούσε δονήσεις - ήταν πράγματι για λίγο χρόνο που το χειρίστηκε. Υποστήριξε ότι αυτό που έβλεπαν στο βίντεο ήταν προσφορά μιας βοήθειας στα πεθερικά του, να κατεβάσει δηλαδή μια σακούλα με υλικά, δουλειά που χρειάστηκε 10 λεπτά για να την κάνει όταν θα μπορούσε να είχε γίνει μόλις σε 3 λεπτά αν δεν είχε τα προβλήματα υγείας. Υποστήριξε ότι η υγεία του δεν επιβαρύνθηκε συνεπεία αυτής της βοήθειας που πρόσφερε και δεν λειτούργησε ενάντια στις οδηγίες των ιατρών του. Τα δύο βίντεο κατατέθηκαν αρχικά ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση (Γ και Δ) τα οποία κατά τη συνέχιση της μαρτυρίας και όταν κατάθεσε ο κ. Λοϊζίδης (ΜΥ1), έλαβαν τον αριθμό ως Τεκ. 83 και 84 αντίστοιχα. Υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι δεν είναι μόνο αυτά που φαίνονται σε αυτά τα βίντεο και ότι εργαζόταν κανονικά μετά το 2010 και ότι θα μπορούσε να εργάζεται παρά τα όσα ισχυρίζεται και ότι ο τρόπος που εργάστηκε επιδείνωσε την κατάσταση του, υποβολές τις οποίες και αρνήθηκε. Ο ενάγοντας ρωτήθηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανε κάποια διαγνωστική εξέταση νευρολογικής φύσεως και αναφέρθηκε στο 2019, όταν τον παρέπεμψαν οι ιατροί της ασφαλιστικής εταιρείας της εναγόμενης
  26. Αναφέρθηκε στις φυσικοθεραπείες που έκανε με τη σύσταση των ιατρών του τις οποίες και πλήρωσε και ότι του συστήνουν να κάνει φυσικοθεραπεία συνέχεια. Σε ερώτηση γιατί έπρεπε να περάσουν 10 μήνες μετά από την εγχείρηση για να δει τον Δρ. Πίπη Αργυρόπουλο, απάντησε ότι είχε ιατρό, επί καθημερινής βάσης, ο οποίος τον παρακολουθούσε και ακολουθούσε τις οδηγίες του. Ρωτήθηκε για την παλαμιαία απονεύρωση και γιατί δεν έκανε επέμβαση μέχρι σήμερα και απάντησε ότι αυτό ήταν συνέπεια του δυστυχήματος και επειδή έκανε άλλες σοβαρές εγχειρίσεις έθεσε τα προβλήματα του σε κάποια σειρά με προτεραιότητα. Αναφέρθηκε στην παρακολούθηση που τύγχανε από τους θεράποντες ιατρούς του ήτοι τον Δρ. Ιωάννου, τον Δρ. Μιχαήλ καθώς και τον Δρ. Κυριακίδη ο οποίος εξακολουθεί να τον παρακολουθεί μέχρι σήμερα. Του υποβλήθηκε ότι ο Δρ. Κυριακίδης δεν αναφέρει ότι δεν μπορεί να εργαστεί και απάντησε ότι όλοι οι ιατροί του είναι κάθετοι ως προς το ότι δεν μπορεί να εργαστεί. Απέρριψε υποβολή ότι προσπαθούσε επί σκοπού να εξασφαλίσει ιατρικά πιστοποιητικά για να αποκομίσει αποζημιώσεις. Ανέφερε ότι πλήρωσε όλους τους ιατρούς του, αναφέρθηκε στο φάρμακο Cymbalta και στις δόσεις που λάμβανε σύμφωνα με τις οδηγίες των ιατρών του και κατονόμασε το φαρμακείο από όπου τα αγόραζε. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό στη συνέχεια της μαρτυρίας δηλώθηκε η αξία των φαρμάκων εκ συμφώνου και συνεπώς η μαρτυρία αυτή καθίσταται και εύρημα μου και σ' αυτήν θα επανέλθω σε άλλο μέρος της απόφασης. Ο ενάγοντας αντεξετάστηκε και σε σχέση και με την κοινωνική του ζωή από την οποία δεν προέκυψε οτιδήποτε που να συγκρούεται με την εν γένει κατάσταση της υγείας του ή την οικονομική του κατάσταση. Του υποβλήθηκε ότι δεν αναζήτησε ιατρική συμβουλή από το εξωτερικό και απάντησε ότι ζήτησε όμως και αυτοί συμφώνησαν με τους Κύπριους ιατρούς του. Όταν κλήθηκε να παρουσιάσει κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό που να αποδεικνύει την επιδείνωση της υγείας του, απάντησε ότι αυτά θα τα παρουσιάσουν οι ιατροί του. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με την απώλεια επαγγελματικών συνεργασιών έδωσε στοιχεία εταιρειών και άλλων συνεργατών του τους οποίους έχασε. Με αναφορά στο Τεκμ. 16 που είναι έγγραφα/επιστολές του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε απάντηση διαβημάτων του να λάβει επίδομα ασθενείας και σύνταξη ανικανότητας, όπου σε κάποιο από αυτό αναγράφεται η δυνατότητα του για ήπια εργασία, όχι χειρωνακτική και χωρίς κραδασμούς, επέμεινε ότι δεν μπόρεσε να εργαστεί μετά το δυστύχημα και ούτε πλέον μπορεί να εργαστεί. Όταν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια που παρουσίαζε προϋπάρχουσες καταστάσεις, οι οποίες αργά ή γρήγορα και άσχετα από το δυστύχημα θα οδηγούσαν στις όποιες σημερινές καταστάσεις και συμπτώματα έχει, απάντησε ότι αν είχε προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας δεν θα μπορούσε να ήταν τόσο δραστήριος στην προ του δυστυχήματος ζωή του. Αναφορικά με τον μηχανολογικό εξοπλισμό της εταιρείας Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ο ενάγοντας διευκρίνισε ότι από τα 10 μηχανήματα που κατέχει η εταιρεία, το 1 αφορά μικρό saloon όχημα, ένα βαν, 5 διαγραμμένα μηχανήματα και 3 ακινητοποιημένα. Τέλος, αναφορικά με την επιστολή που έλαβε η εταιρεία Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών για τη διαγραφή της, όπως του υποβλήθηκε, παρουσίασε την εν λόγω επιστολή, ημερομηνίας 26.03.2021 την οποία κατάθεσε ως Τεκμ.
  27. Κατά την επανεξέταση του ενάγοντα, κλήθηκε να διευκρινίσει πόσες και ποιες εργασίες ανέλαβε η εταιρεία Χρίστος Αλεξανδράκης Λτδ μετά το δυστύχημα και απάντησε ότι από τις 07.02.2010 μέχρι και το 2013 η εταιρεία είχε εκπληρώσει τις εργασίες που είχε αναλάβει πριν το δυστύχημα ενώ κάποιες άλλες δουλειές τις απώλεσε όπως ήταν και η δουλειά με κάποιον Παντελίδη, ο οποίος κλήθηκε στη συνέχεια και κατάθεσε ως ΜΕ
  28. Ανέφερε ότι με αυτόν υπήρχε συμβόλαιο το οποίο και τερματίστηκε (Τεκμ. 19 και 35). Μετά το 2015 η εταιρεία ανέλαβε και εκμίσθωσε μηχανήματα σε μια ελληνική εταιρεία για το έργο στο Μαρί και μετά από το 2015 μέχρι σήμερα ανέλαβε ακόμα 5 - 6 δουλειές οι οποίες ήταν ανακαινίσεις και αποχετευτικό σε σπίτια και μονώσεις ταρατσών. Σε σχέση με τα βίντεο που του υποδείχθηκαν (Τεκμ. Γ και Δ Προς Αναγνώριση), δεν αναγνώρισε σε αυτά οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πλην του αδερφού και του πατέρα του. Περαιτέρω, διευκρίνισε σε σχέση με το Τεκμ. 16 ότι ο ιατρός του, τού έδωσε τέσσερα δίμηνα αναρρωτική άδεια και μετά αποτάθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για σύνταξη ανικανότητας και το 2017 κρίθηκε 100% ανίκανος για εργασία. Τα σχετικά έγγραφα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμ. 33 και ως Τεκμ. 34 τρία πιστοποιητικά άδειας ασθενείας του. Ο ενάγοντας κρίνω ότι παρέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια όσα έζησε μετά τον τραυματισμό του στο δυστύχημα και την εξέλιξη της υγείας του, τη συζυγική του κατάσταση όπως και την επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση. Όλα όσα ανέφερε τα τεκμηρίωσε με έγγραφα/ αποδεικτικά στοιχεία όπως και με άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας ήταν ένας εργατικός οικογενειάρχης που έκτιζε την επιχείρηση του χωρίς οτιδήποτε μεμπτό με τη δουλειά του, ο οποίος ενώ είχε την υγεία του και εργαζόταν χωρίς πρόβλημα, είχε την ατυχία να εμπλακεί στο επίδικο δυστύχημα χωρίς γι' αυτό να φέρει οποιανδήποτε ευθύνη στο οποίο υπέστη σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία από τις οποίες υποφέρει μέχρι και σήμερα. Η ζωή του άλλαξε καθοριστικά όπως και η καθημερινότητα του και από ένας δραστήριος και εργατικός άνθρωπος καθηλώθηκε στο σπίτι του. Η αντεξέταση του ενάγοντα από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγόμενης 2 υπήρξε καθ' όλη τη διάρκεια της σκληρή και επίμονη και όπως μπορεί να διαφανεί ακόμα από τα πρακτικά, κρίνω ότι παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του χωρίς τάσεις υπερβολής ή ακόμα και προσποίησης. Παρέθεσε όσα στοιχεία είχε στη διάθεση του και επικαλέστηκε τους ιατρούς του σε σχέση με τον τραυματισμό του και την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του. Θα ήθελα όμως, καταληκτικά να προβώ σε ακόμα ένα σχόλιο ως προς την επιμονή της πλευράς της εναγόμενης 2 και εισήγηση της ότι ο ενάγοντας καθ' όλο το διαρρεύσαν διάστημα εργαζόταν ή έστω κατά διαστήματα και ότι μεγαλοποιεί τα προβλήματα υγείας του για τα οποία υπερβάλλει ή προσποιείται για να αποκομίσει αποζημιώσεις. Συνολική θεώρηση της μαρτυρίας οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο ενάγοντας από του τραυματισμού του στο δυστύχημα δεν μπόρεσε να εργαστεί. Η χρονολογική σειρά της πληθώρας μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου όπως η ιατρική μαρτυρία για τα προβλήματα που του παρουσιάστηκαν, οι συνεχείς επισκέψεις του στους ιατρούς, οι ιατρικές συστάσεις που συνεχώς του εγίνονταν για να μην ασκεί βαριά χειρωνακτική εργασία (λαμβάνοντας υπόψη ακόμα και το αρχικό ποσοστό για το οποίο κρίθηκε ανίκανος για εργασία 75% αλλά και τις σποραδικές αναφορές σε ιατρικά πιστοποιητικά που επισημάνθηκαν κατά την παράθεση της μαρτυρίας περί κάποιας έστω αμυδρής δυνατότητας εργασίας), τα διαβήματα του για επιδόματα ασθενείας, ανικανότητας και άλλα με τις συνεχείς ιατρικές εξετάσεις και επισκέψεις, η βαριά φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε, οι φυσικοθεραπείες στις οποίες υποβαλλόταν, οι εγχειρήσεις στις οποίες υποβλήθηκε, το πρόβλημα με το χέρι του δεν μου αφήνουν καμιά αμφιβολία για τον ισχυρισμό του ότι δεν εργάστηκε ποτέ μετά το δυστύχημα καθότι δεν μπορούσε πράγματι να εργαστεί. Δρ. Γιάννης Ιωάννου (ΜΕ4) Ο νευροχειρουργός Δρ. Γιάννης Ιωάννου (ΜΕ4), έκαμε αναφορά στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα και ανέφερε ότι από το 2008 εξασκεί το επάγγελμα του στην Κύπρο. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από τους δικηγόρους Υπεράσπισης. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο ετοίμασε για τον ενάγοντα (Τεκμ. 6). Αναφέρθηκε, αρχικά, στα συμπτώματα που διαπίστωσε ότι είχε ο ενάγοντας, κατά την πρώτη κλινική του εξέταση και αφού είχε ήδη υποβληθεί σε απλές ακτινογραφίες την ίδια μέρα της εισαγωγής του, τον υπέβαλε λόγω επιδείνωσης των συμπτωμάτων του σε μαγνητική τομογραφία δύο μέρες αργότερα στις 9.02.
  29. Ανέφερε ότι διαπίστωσε δισκοκήλη σε 3 επίπεδα που πίεζε τις νευρικές δομές και ήταν ικανή να του επιτείνει τα συμπτώματα. Λόγω του ότι η κατάσταση του παρουσίαζε σταδιακή επιδείνωση και ετίθετο σε κίνδυνο η υγεία του, του συνέστησε την χειρουργική λύση για την αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης και ζημιάς και πράγματι χειρουργήθηκε την 11.02.
  30. Σε σχέση με τις ακτινογραφίες (Τεκμ. 31), και την μαγνητική τομογραφία (Τεκμ. 30), ανέφερε ότι κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει εμμέσως κάποιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις, οι οποίες όμως ήταν ελάχιστες, ως ανύπαρκτες. Με αναφορά του στα Τεκμ. 29 και Τεκμ. 7, επεξήγησε ότι επιβεβαιώθηκε ακτινολογικά γιατί επιδεινωνόταν η κλινική κατάσταση του ενάγοντα, δηλαδή καταδείχθηκε ότι υπήρχαν κήλες οι οποίες πίεζαν τον μηνιγγικό σάκο ο οποίος περιέχει ευαίσθητα νεύρα που ελέγχουν το υπόλοιπο του σώματος, χεριών και ποδιών με αποτέλεσμα να δείχνει αρχόμενα συμπτώματα, τα οποία θα προκαλούσαν ανεπανόρθωτη βλάβη στον ενάγοντα. Επιβεβαίωσε ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά στο Τεκμ. 7 για την ύπαρξη εκφυλιστικών αλλοιώσεων αλλά ούτε και από εξέταση του Τεκμ. 29, φαίνεται να υπάρχουν. Σε σχέση με την απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης, όπως καταγράφεται στο Τεκμ. 7, επεξήγησε ότι ουσιαστικά είναι απώλεια της καμπυλότητας του αυχένα και κατά κόρον εμφανίζεται μετά από τροχαία δυστυχήματα και λόγω της κάκωσης εξαλείφεται η φυσιολογική λόρδωση του αυχένα. Ανέφερε ότι υπέβαλε τον ενάγοντα σε εγχείρηση αυχενικής δισκεκτομής και πρόσθια διασωματική σπονδυλοδεσία με τοποθέτηση διασωματικών κλοβών, δηλαδή αντικαταστάθηκαν οι δίσκοι Α4-Α5, Α5-Α6, Α6-Α
  31. Μετά από την παρατηρηθείσα βελτίωση, ο ενάγοντας εξήλθε της κλινικής και του δόθηκαν οδηγίες για ανάπαυση, φαρμακευτική αγωγή, φυσικοθεραπευτική αγωγή, οδηγίες για την επέμβαση και για συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Επιβεβαίωσε ότι έδωσε αναρρωτική άδεια στον ενάγοντα (Τεκμ. 34), μέχρι τον Οκτώβριο του
  32. Τον Ιούλιο του 2010 συμπλήρωσε φόρμα του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον ενάγοντα, στην οποία είχε καταγράψει ότι τότε θα μπορούσε να εκτελέσει μόνο ήπια εργασία. Μετά από τον Αύγουστο του 2010 είχε δει ξανά τον ενάγοντα τον Σεπτέμβριο του 2011, όπου του προσκόμισε μια νέα μαγνητική τομογραφία και τον ενημέρωσε ότι θα χειρουργείτο για δεύτερη φορά. Ο ΜΕ4 σε σχέση με τη θεραπεία στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα, ανέφερε ότι από το ιστορικό του, δεν φαινόταν ότι είχε επισκεφθεί πριν από το δυστύχημα ποτέ, ούτε νευροχειρουργό, ούτε ορθοπεδικό για προβλήματα στη σπονδυλική του στήλη και στον αυχένα. Ο ενάγοντας, από όσα του είχε πει, δούλευε βαριά εργασία χωρίς να έχει προβλήματα και ξαφνικά μετά το δυστύχημα άρχισε να μουδιάζει, να ζαλίζεται, δεν μπορούσε να περπατήσει, να έχει έντονη νευρολογική σημειολογία, την οποία έλαβε σοβαρά υπόψη, αλλά αυτό το οποίο τον ώθησε να δράσει χειρουργικά ήταν η επιδείνωση της σημειολογίας. Τόνισε ότι ακολουθήθηκε συντηρητική θεραπεία και παρακολούθηση για 4 μέρες αλλά όταν διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση του ενάγοντα επιδεινωνόταν και ήταν ουσιαστικά απειλητικό για την κίνηση του και πιθανόν να του άφηνε κάποιο μόνιμο κινητικό πρόβλημα και εφόσον η κλινική του εικόνα συμβάδιζε με την ακτινολογική, η απόφαση του χειρουργείου ήταν κατά τη γνώμη του η ενδεδειγμένη. Ο ΜΕ 4 αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγόμενης 2 και σε σχέση με τη διαδικασία εισαγωγής ενός ασθενούς ή τραυματία στην Κλινική και συγκεκριμένα για το έντυπο εισαγωγής ασθενούς και την κάρτα νοσηλείας του, τα οποία ανέφερε ότι εκτός του ότι δεν άπτονται της δικαιοδοσίας του, αφορούσαν στοιχεία 11 χρόνων προηγουμένως, τα οποία ομολόγησε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται. Ανέφερε ότι σε όλα τα νοσηλευτικά ιδρύματα διατηρούνται αρχεία τού κάθε ασθενούς και ο ιατρικός τους φάκελος όπως και του ενάγοντα τα οποία δεν κρατούνται από τους ιδιώτες ιατρούς. Επεξήγησε, όταν ρωτήθηκε, για αναφορές του στο πιστοποιητικό του (Τεκμ. 6), και συγκεκριμένα για το τι είναι η αισθητικότητα των άκρων και οι παθολογικές αλλοιώσεις. Του ζητήθηκε να εξηγήσει την αναφορά που γίνεται στην έκθεση της Δρ. Λίτσας (Τεκμ. 7), «πίεση επί του νωτιαίου μυελού» και ο μάρτυρας ανέφερε ότι: «Ο νωτιαίος μυελός είναι ένα κεντρικό νεύρο που περιβάλλεται από μια λεπτή φλούδα, τη μήνιγγα. Όταν πιέζεται η μήνιγγα φανταστείτε είναι σαν υγρό, δεν έχει τίποτα άλλο, είναι το περίβλημα. Τι πιέζεται από κάτω; Ο νωτιαίος μυελός. Η Δρ. Λίτσα σε 3 περιπτώσεις μιλά για πίεση του σάκου αυτού. Αφού κάτω από τον σάκο είναι ο νωτιαίος μυελός. Δεν ξέρω αν αυτό το πράγμα υπάγει τόσο μεγάλη σημασία για εσάς, αλλά για εμάς το ένα είναι αυτονόητο του άλλου». Υποβλήθηκε στον ΜΕ 4 η θέση ότι η ύπαρξη πίεσης στον νωτιαίο μυελό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την πίεση στον μηνιγγικό σάκο και αυτός επεξήγησε με αναφορά στο Τεκμ. 29, τις εικόνες της μαγνητικής τομογραφίας, αναφέροντας τα ακόλουθα με ταυτόχρονη υπόδειξη της σχετικής φωτογραφίας: «Το μαύρο είναι ο νωτιαίος μυελός, το άσπρο είναι το περίβλημα. Εκεί το μαύρο πιέζει ή όχι το γκρι; Ορίστε, είναι εμφανέστατο ότι το πιέζει. Το μαύρο είναι ο δίσκος, το γκρι είναι ο νωτιαίος μυελός, το άσπρο είναι το περίβλημα. Σε αυτήν πιέζεται ή όχι; Βλέπετε τον δίσκο που πιέζεται το γκρι; Φαίνεται» υποδεικνύοντας ταυτόχρονα τη φωτογραφία στην τρίτη σειρά τη οποία σημείωσε με πράσινο χρώμα. Ανέφερε ότι, ως κλινικός ιατρός του ενάγοντα ήταν σε θέση μαζί με την ακτινολογική του εικόνα να αξιολογήσει την κατάσταση της υγείας του καλύτερα. Επεξήγησε ότι η κήλη πάνω στο μηνιγγικό σάκο με την πίεση που είχε και τα συμπτώματα του ενάγοντα, πάλι ήταν σαφέστατα χειρουργική ένδειξη. Αναφέρθηκε στην επίσκεψη του ενάγοντα το 2011, όπου του έδειξε μια νέα μαγνητική τομογραφία και επιβεβαίωσε και ο ίδιος ότι χρειαζόταν, εκ νέου χειρουργείο. Εξ' όσων πληροφορήθηκε πολύ μεταγενέστερα, όταν είδε ιατρικά πιστοποιητικά του ενάγοντα, αυτός υποβλήθηκε σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση από τον Δρ. Κυριακίδη. Η άποψη του για την αναγκαιότητα της δεύτερης χειρουργικής επέμβασης δόθηκε με βάση τη μαγνητική τομογραφία του ενάγοντα που είδε και τα μετέπειτα ιατρικά πιστοποιητικά, πλην όμως δεν γνώριζε την κλινική του κατάσταση. Ρωτήθηκε και ανέφερε λεπτομερώς τη διαδικασία της επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε ο ενάγοντας καθώς και τους κινδύνους και τις επιπλοκές που ενδέχεται να προκύψουν σε κάθε επέμβαση. Όταν κλήθηκε να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα του δεύτερου χειρουργείου στον ενάγοντα, 18 σχεδόν μήνες μετά, επεξήγησε με αναφορά στο Τεκμ. 10, ότι ο ενάγοντας ανέπτυξε οστεόφυτα μέσα σε διάστημα 4 μηνών, κάτι που σπανίζει, αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να ελεγχθεί, οφείλεται στον οργανισμό του, το σώμα του, όμως παίρνοντας αυτήν την αύξηση σε 4 μήνες δικαιολόγησε γιατί είχε αναπτύξει κάποια οστεόφυτα που θα τον οδηγούσαν σε νέα χειρουργική επέμβαση. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα οστεόφυτα προϋπήρχαν, παρέπεμψε στην έκθεση της Δρ. Λίτσας (Τεκμ. 7), στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά για ύπαρξη οστεοφύτων. Επεξήγησε και ανέλυσε ότι η αλλαγή της κίνησης της σπονδυλικής στήλης με τη σπονδυλοδεσία έχει σκοπό την ανάπτυξη γεφυρικών οστεοφύτων, ώστε να δέσει εκείνη η περιοχή, άρα σίγουρα σε εκείνη την περιοχή είναι αυξημένη η οστεοαρθρίτιδα και τα οστεόφυτα που παράγουν, άρα ο σκοπός της επέμβασης είναι να οστεοποιήσει την περιοχή. Προς τούτο, κατέθεσε σχετική μελέτη (Τεκμ. 39), το οποίο δείχνει ότι οι περιοχές που χειρουργούνται είναι οι περιοχές που αναπτύσσονται περισσότερο οστεοφυτικές και εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Περαιτέρω, προς υποστήριξη αυτής του της θέσης, κατέθεσε ακόμη μια μελέτη, το Τεκμ. 40 από ακτινολογική εταιρεία, η οποία περιγράφει πολύ καλά, ήδη από το '96, ότι είναι γνωστό ότι στα επίπεδα που έχουν χειρουργηθεί υπάρχει αυξημένη πιθανότητα δημιουργίας οστεοφύτων. Επέμεινε ότι η χειρουργική αντιμετώπιση ήταν η πλέον κατάλληλη και ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα, η οποία επιδεινωνόταν και έπραξε ορθά ως επαγγελματίας, αφού προηγουμένως τον υπέβαλε σε μαγνητική τομογραφία και παρακολουθούσε στενά την εξέλιξη των συμπτωμάτων του. Διαφώνησε με υποβολή ότι δεν υπήρχε πουθενά εμφανής τραυματισμός συνδέσμων και ανέφερε ότι ο ενάγοντας υπέστη διάστρεμμα αυχένα (whiplash injury), δηλαδή κάκωση συνδεσμική, κάτι άλλωστε που αναφέρουν στα ιατρικά πιστοποιητικά τους και οι ιατροί που εξέτασαν τον ενάγοντα, εκ μέρους της εναγόμενης
  33. Του υποβλήθηκε ακόμα ότι οι δισκοκήλες στους 3 σπονδύλους δεν ήταν τραυματικής φύσεως και ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά επ' αυτού στην έκθεση της Δρ. Λίτσας (Τεκμ. 7), και επομένως αυτά είναι δικά του συμπεράσματα. Εξήγησε ότι η ακτινολόγος περιγράφει αυτά που βλέπει, ωστόσο, ανέφερε, υπάρχει πάντα ένα κλινικό κομμάτι και ένα συνδυαστικό κομμάτι και στο πόρισμα της εν λόγω ιατρού (Τεκμ.7), όπως και όλοι οι ακτινολόγοι καταγράφει «κλινικός συσχετισμός», οπότε ο θεράποντας κλινικός ιατρός του ενάγοντα υπέχει την υποχρέωση να συνδυάσει τα απεικονιστικά αποτελέσματα με τα κλινικά. Στον μάρτυρα υποβλήθηκαν ερωτήσεις, που επί της ουσίας, αφορούσαν ισχυριζόμενη ιατρική αμέλεια και λανθασμένους χειρισμούς του. Μάλιστα, του υποβλήθηκε ότι τα προβλήματα του ενάγοντα προήλθαν από τις ενέργειες του και μόνο. Εδώ παρεμβάλλω ότι η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με όσα ανέφερε ο Δρ. Αχιλλέας Περδίος (ΜΥ3), ο οποίος αναφέρθηκε σε επιπλοκή και οι σχετικές υποβολές και οι ισχυρισμοί, παρέμειναν μετέωροι, αφού δεν προωθήθηκαν ή υιοθετήθηκαν από κανένα μάρτυρα της πλευράς της εναγομένης 2 ούτε καν αυτού του ΜΥ
  34. Σε σχέση ειδικότερα με το ζήτημα της μυελοπάθειας ο ΜΕ 4 ρωτήθηκε αν αυτή μπορεί να προκληθεί από χειρουργική αιτιολογία και απάντησε ότι είναι μια πιθανή αιτία, ωστόσο υπάρχουν και άλλες πολλές πιθανές αιτίες. Σε σχέση με το ζήτημα των εκφυλιστικών αλλοιώσεων, επανήλθε και επεξήγησε ότι η ύπαρξη κάποιων εκφυλιστικών αλλοιώσεων είναι φυσικό επακόλουθο της ηλικίας του ενάγοντα, ο οποίος ήταν 44 χρονών, αλλά η κήλη και το μέγεθος της εμφανίστηκε μετά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Ο σκοπός της μαρτυρίας του ΜΕ4 ήταν να καταθέσει την εμπειρογνωμοσύνη του ως ο πρώτος θεράπων ιατρός του ενάγοντα μετά το δυστύχημα σε σχέση με τις σωματικές του βλάβες, τον πόνο, την επέμβαση στην οποία τον υπέβαλε και την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη, συνεπεία του τραυματισμού του στο τροχαίο δυστύχημα. Οι απαντήσεις του τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, κρίνω ότι ήταν εμπεριστατωμένες, τεκμηριωμένες και απαντούσε με σαφήνεια και πειστικότητα σε ό,τι ρωτήθηκε και επεξήγησε τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγοντας, όπως τον διαπίστωσε κλινικά και ακτινολογικά, με σαφή, κατανοητό και πειστικό τρόπο. Απαντούσε εμπεριστατωμένα, τεκμηριωμένα και με σαφήνεια όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Δρ. Πίπης Αργυρόπουλος (ΜΕ9) Ο ειδικός ορθοπεδικός Δρ. Πίπης Αργυρόπουλος (ΜΕ9), του οποίου τα προσόντα δεν αμφισβητήθηκαν, ανέφερε ότι διατηρεί ιατρείο από το 1978 στην Κύπρο και ανέφερε ότι είδε για πρώτη φορά τον ενάγοντα την 22.12.
  35. Αναγνώρισε το ιατρικό του πιστοποιητικό με ημερομηνία 12.03.2012 (Τεκμ. 13). Σε αυτό περιγράφει τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγοντας, συνεπεία τού υπό κρίση τροχαίου δυστυχήματος. Αναφέρθηκε στα συμπτώματα του ενάγοντα, όπως αυτά καταγράφονται στο ιατρικό του πιστοποιητικό. Του υποδείχθηκαν τα Τεκμ. 30 και 31 και ανέφερε ότι διαπιστώνει πολύ μικρές οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις στον αυχένα. Όταν εξέτασε τον ενάγοντα του συνέστησε να συνεχίσει την φυσικοθεραπεία ενώ παράλληλα γνώριζε ότι βρισκόταν, υπό την παρακολούθηση των ειδικών νευροχειρουργών. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι επανεξέτασε τον ενάγοντα την 10.02.2012 και διαπίστωσε την παρουσία πάχυνσης της παλαμιαίας απονεύρωσης που δεν υπήρχε κατά την πρώτη εξέταση του και ανέφερε ότι μπορεί να συνδέεται με το δυστύχημα αφού σε περιπτώσεις που υπάρχει βλάβη του νεύρου και κάποιος ερεθισμός στην παλάμη και τον αντίχειρα μπορεί να δημιουργήσει Dupuydrenn Construre. Ανέφερε ότι η επέμβαση στο χέρι επιβάλλεται να γίνει αφού εάν αφεθεί ως έχει θα χειροτερέψει και μετά η επέμβαση θα είναι πιο δύσκολη. Το κόστος της επέμβασης ανέρχεται στο ποσό των €3.000,00 και ανέφερε ότι ο ενάγοντας εξακολουθεί να χρήζει χειρουργικής επέμβασης στο εγγύς μέλλον. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εξέτασε την προηγούμενη μέρα της μαρτυρίας του δηλαδή την 01.07.2021 τον ενάγοντα και διαπίστωσε μεγάλη ανικανότητα λόγω του τραυματισμού του και εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπάρχει περίπτωση να βελτιωθεί η κατάσταση του. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ9 από τη δικηγόρο του εναγομένου 1, ρωτήθηκε για τη φυσικοθεραπεία που συνέστησε στον ενάγοντα και επεξήγησε ότι αυτή ήταν σύμφωνα με τις οδηγίες και τις συστάσεις των νευροχειρουργών που είχαν ασχοληθεί με τη θεραπεία του. Ανέφερε ότι το 2012 με βάση την ειδικότητα του, ο ενάγοντας παρουσίαζε σοβαρά κινητικά προβλήματα, όπως αδυναμία στα άκρα και δεν ήταν σε θέση να ασκήσει το επάγγελμα του. Ανέφερε επίσης, ότι εξέτασε κλινικά τον ενάγοντα την προηγούμενη μέρα πριν την δικάσιμο και διαπίστωσε ότι υπάρχει αδυναμία σε αμφότερα τα άνω και κάτω άκρα, ότι βαδίζει με μεγάλη δυσκολία και ότι δεν μπορεί να εργαστεί ως οδηγός μηχανοκινήτων οχημάτων. Κατά την αντεξέταση του από το δικηγόρο της εναγόμενης 2, ρωτήθηκε πόσες φορές είδε τον ενάγοντα, εκτός από το 2010, το 2012 και την προηγούμενη της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου οπότε και τον εξέτασε κλινικά και ανέφερε ότι τον είχε δει ακόμη 2-3 φορές για το χέρι του. Του υποβλήθηκε ότι με βάση το πιστοποιητικό του, ο ενάγοντας δεν είχε μεγάλη αδυναμία στα άκρα του και απάντησε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε αδυναμία στα άκρα του ενάγοντα. Απάντησε και επεξήγησε όσα ρωτήθηκε σε σχέση με το πιστοποιητικό του (Τεκμ. 13). Ρωτήθηκε για το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει τραυματική δισκοκήλη όταν δεν διαπιστώνεται κάταγμα ή οστικό οίδημα ή αιμάτωμα ούτε τραυματισμός συνδέσμου και απάντησε ότι δεν μπορεί να αναφερθεί τραυματική δισκοκήλη χωρίς τραυματισμό συνδέσμου και αυτό άλλωστε είναι που συνέβη και στην περίπτωση του ενάγοντα, ο οποίος υπέστη τραυματισμό συνδέσμων (whiplash injury). Περαιτέρω, ρωτήθηκε κατά πόσο είθισται και είναι ορθό όταν διενεργούνται οι εγχειρήσεις δισκοκήλης, τα οστεόφυτα, τα οποία εμποδίζουν ή είναι μπροστά από το σημείο που θα εγχειριστεί, να καθαρίζονται και απάντησε «.όχι, εκτός εάν όντως εμποδίζουν και θα πάω και παρακάτω, αν ενοχλήσεις τα οστεόφυτα θα ξαναδημιουργηθούν εκτός εάν πιέζουν θα το κάνεις και αν δημιουργηθούν θα το κάνεις... εάν είναι στο δρόμο σου θα τα καθαρίσεις, όχι είθισται να καθαρίζονται, όχι, αλλά αν σε εμποδίζουν να κάνεις τη δισκεκτομή θα τα αφαιρέσεις σίγουρα». Αναφορικά με την ικανότητα του ενάγοντα να ασκήσει άλλης φύσεως εργασία, ο μάρτυρας απάντησε ότι κατά την γνώμη του δεν μπορεί να ασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του επέμεινε, σύμφωνα με τη δική του ειδικότητα και εμπειρογνωμοσύνη, στη θέση του ότι δεν προβλέπει βελτίωση στην κατάσταση του ενάγοντα από νευρολογικής απόψεως. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έχει πληρωθεί ακόμη το ποσό των €2.000,00 που χρέωσε τον ενάγοντα και αναμένει ότι θα το πληρωθεί μετά το τέλος της υπόθεσης αυτής. Ο ΜΕ9 μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα και ουσιαστικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας κατέθεσε για όσα ρωτήθηκε εκφράζοντας την άποψη του για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο ενάγοντας από τότε που τον εξέτασε για πρώτη φορά μέχρι και την προηγούμενη της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο και πάντοτε σύμφωνα με την ειδικότητα του και τα πάρα πολλά χρόνια εμπειρίας του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της καθότι σε κανένα σημείο της δεν άφησε παρερμηνείες ή δεν ήταν σαφής και διαφωτιστική. Δρ. Χρίστος Κυριακίδης (ΜΕ10) Ο νευροχειρουργός Δρ. Χρίστος Κυριακίδης (ΜΕ10), αναφέρθηκε στις σπουδές και τα προσόντα του. Σπούδασε ιατρική στη Χαϊδελβέργη και έκανε την ειδίκευση του στη Φρανκφούρτη και στο Γκίσεν. Από το 1997 - 1998 έχει ιατρείο και ασκεί το επάγγελμα του Νευροχειρουργού στην Κύπρο. Έχει διατελέσει και είναι ακόμα μέλος σε ορισμένα ιατροσυμβούλια του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Υπουργείου Υγείας και ήταν αρκετές φορές αντιπρόεδρος και πρόεδρος της νευροχειρουργικής εταιρείας. Ανέφερε ότι εξέτασε τον ενάγοντα για πρώτη φορά στο ιατρείο του στις 26.08.
  36. Του παραπονέθηκε για μουδιάσματα στα άκρα τα οποία προχωρούσαν μέχρι και σε βαθμό καψίματος, υπήρχε αστάθεια στο βάδισμα και είχε πόνους στον αυχένα και στα χέρια. Η διάγνωση του μετά την κλινική εξέταση του ενάγοντα, ήταν ότι είχε συμπτώματα κλινικής μυελοπάθειας, δηλαδή τα αντανακλαστικά των άκρων του ήταν πολύ αυξημένα με μεγάλες επιφάνειες, υπήρχε αστάθεια στο βάδισμα, υπήρχε αδυναμία στο Α5 και Α6 ρίζα νεύρων και από τις δυο πλευρές. Ο ΜΕ10 παρέπεμψε τον ενάγοντα για MRI αυχένος, ηλεκτρομυογράφημα, ακτινογραφίες σε κάμψη έκταση. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα η έκθεση του (Τεκμ. 10) και το Τεκμ. 27 (α) - (ε) (μαγνητικές τομογραφίες αυχένος σε 3 επίπεδα, το Α4-5, Α5-6, Α6-7, ημερομηνίας 31.08.2011, επεξήγησε τι απεικονίζεται σε κάθε μαγνητική τομογραφία και υπέδειξε τα χειρουργημένα επίπεδα και προς την πλευρά των νεύρων του σπονδυλικού σωλήνα, υπέδειξε μια καμπύλη προς το κάτω μέρος, προς τον δίσκο και προς τα έξω να συνεχίζει προς τα έξω να μπαίνει μέσα στον σπονδυλικό σωλήνα και κατ' επέκταση να ασκεί πίεση. Μετά που επιθεώρησε κάθε μια από τις απεικονίσεις της μαγνητικής τομογραφίας επεξήγησε με λεπτομέρεια κάθε τι για το οποίο ρωτήθηκε. Ανέφερε ότι το εγκεφαλονωτιαίο υγρό, κυκλοφορεί μέσα στη σπονδυλική στήλη και πάει μέχρι τον εγκέφαλο και το σχήμα του νωτιαίου μυελού. Ότι στις εικόνες 7/18 και 8/18 του Τεκμ. 29 (α) - (ε) είναι το επίπεδο Α4-5 το οποίο δείχνει μεγάλη μείωση, μέχρι ανυπαρξία, του πρόσθιου εγκεφαλονωτιαίου υγρού, μια ισοπέδωση ευθεία της πρόσθιας επιφάνειας του νωτιαίου μυελού που αυτό σημαίνει πίεση. Ανέφερε ότι είναι ένα στρογγυλό πράγμα, το οποίο μετά εμφανίζεται ίσιο. Το ίδιο ανέφερε ότι συμβαίνει και στα άλλα επίπεδα, ιδίως στο Α6-7, στην εικόνα 14/
  37. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο λόγος που παρέπεμψε τον ενάγοντα να κάνει νέα μαγνητική τομογραφία, ήταν για να δει κατά πόσο υπάρχει απεικονιστικά αυχενική μυελοπάθεια, αφού είχε ήδη διαγνώσει κλινική αυχενική μυελοπάθεια. Αναφορικά με τη διαφορά της κλινικής αυχενικής μυελοπάθειας και της μυελοπάθειας που μπορεί να τη δει κάποιος σε μαγνητικό τομογράφο επεξήγησε ότι: «Στην ουσία, όσον αφορά τα συμπτώματα και τα ενοχλήματα είναι τα ίδια. Για αυτό ονομάζεται κλινική αυχενική μυελοπάθεια, δηλαδή τα συμπτώματα και τα ενοχλήματα που βλέπουμε. Όταν πούμε ότι υπάρχει αυχενική μυελοπάθεια, θα σήμαινε ότι θα φαινόταν και στον μαγνητικό. Το οποίο πως φαίνεται; Φαίνεται ένα σποτ μέσα στον νωτιαίο μυελό το οποίο δεν φαινόταν στον μαγνητικό του . Όμως υπάρχει η διάγνωση της αυχενικής μυελοπάθειας σαν κλινική εικόνα». Ο ΜΕ10 ανέφερε ότι σε κάθε περίπτωση η εγχείρηση στον ενάγοντα έπρεπε να γίνει και κλινική μυελοπάθεια να μην είχε, αφού από τη στιγμή που υπάρχουν πιέσεις στον νωτιαίο μυελό, πρέπει να γίνει αφαίρεση των πιέσεων, δηλαδή εγχείρηση. Διενήργησε την επέμβαση στον ενάγοντα την 26.09.2011 και επεξήγησε με λεπτομέρεια όλη τη διαδικασία της επέμβασης, χαρακτηρίζοντας την ως μεγάλου βαθμού δυσκολίας. Ανέφερε ότι η επέμβαση ήταν επιτυχής αφού άμεσα μετά το χειρουργείο οι αδυναμίες του ενάγοντα ομαλοποιήθηκαν και είχαν βελτιωθεί κατά ένα βαθμό καθώς και τα συμπτώματα της κλινικής μυελοπάθειας. Αναγνώρισε και υιοθέτησε τα ιατρικά πιστοποιητικά του (Τεκμ. 12 α και 12β). Του υποδείχθηκε το Τεκμ. 31 και ρωτήθηκε κατά πόσο στα σημεία που διενεργήθηκαν και οι δυο επεμβάσεις, πριν την πρώτη εγχείρηση, υπήρχαν οστεόφυτα και απάντησε ότι ο ενάγοντας ήταν 44 χρονών τότε και ότι ήταν ανάλογα της ηλικίας του. Αρχίζουν, συνέχισε ελαφριά οστεόφυτα, τα οποία καμία σχέση έχουν με τον μαγνητικό που ανέφερε προηγουμένως, όπου υπάρχει ελαφρά μείωση του ύψους του δίσκου Α6-7 και Α4-5 και τοποθετήθηκε σχετική σημείωση στις εν λόγω ακτινογραφίες για εύκολη αναφορά και εντοπισμό. Του υποδείχθηκε έκθεση μαγνητικής τομογραφίας αυχενικής μοίρας (Τεκμ. 7) και ανέφερε ότι δεν καταγράφονται σε αυτή οστεόφυτα αλλά κήλες δίσκου με πίεση του μηνιγγικού σάκου. Ανέφερε ότι δεν καταγράφεται ο βαθμός της πίεσης και ότι ο μηνιγγικός σάκος είναι μεμβράνη που καλύπτει, περιτυλίγει όλα όσα επεξήγησε στον μαγνητικό και ότι το υγρό στον νωτιαίο μυελό, είναι μια κλειστή ακολουθία. Όταν υπάρχει πίεση, συνέχισε, στο μηνιγγικό σάκο το ερώτημα που τίθεται είναι μέχρι που φτάνει η πίεση αυτή και βλέποντας το Τεκμ. 29, υπέδειξε τις δισκοκήλες σε 3 επίπεδα, στο 4Α-5, Α5-6 από τη μια πλευρά, στο Α6-
  38. Σχολιάζοντας τις εικόνες 11 και 15, ανέφερε ότι υπάρχει πίεση και νωτιαίου μυελού. Στην εικόνα 138 υπέδειξε μια καμπύλη του δίσκου μέσα στον νωτιαίο μυελό αριστερά και ανέφερε ότι έχει χαθεί το πρόσθιο μέρος του εγκεφαλονωτιαίου υγρού που αυτό σημαίνει πίεση του νωτιαίου και της αριστερής ρίζας. Βλέποντας την εικόνα 156, ανέφερε ότι φαίνεται πίεση στην αριστερή πλευρά του νωτιαίου μυελού και της ρίζας νεύρου και αναφέρθηκε στην τομή που υπάρχει στο Α6-7, εικόνες 157, 159, όπου φαίνεται η δεξιά πίεση νωτιαίου μυελού, πιο σοβαρή από άλλα επίπεδα. Κατέληξε ότι, σε γενική εικόνα, υπάρχει πίεση νωτιαίου μυελού και στα 3 επίπεδα, με το χειρότερο να είναι στο Α6-
  39. Αναφέρθηκε και στις εικόνες 52, 53,όπου φαίνεται στο επίπεδο Α4-5 δεξιά πίεση του νωτιαίου μυελού και της δεξιάς ρίζας και στις εικόνες 59 και 60 φαίνεται αριστερή πίεση νωτιαίου μυελού και σοβαρή πίεση ρίζας νεύρου και συμπλήρωσε λέγοντας ότι σε αυτές τις εικόνες φαίνεται πολύ καλύτερα το πως αλλάζει σχήμα ο νωτιαίος μυελός στο επίπεδο 5-6, αναφέροντας ότι η γραμμή που ανέφερε προηγουμένως έχει γίνει μια ευθεία προς τα κάτω της πλευράς που πιέζεται. Ανέφερε ότι όλα τα συμπτώματα που ένιωθε ο ενάγοντας κατά την παραμονή του στην κλινική, αμέσως μετά το τροχαίο δυστύχημα, ήταν απολύτως συμβατά, αφού ήταν περίπτωση απότομης δημιουργίας των πιέσεων που επεξήγησε και έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Αν δινόταν χρόνος, ανέφερε χαρακτηριστικά, στους δίσκους να βγαίνουν σιγά σιγά δεν θα υπήρχε αυτό το απότομο, το έντονο σύμπτωμα, διότι έτσι θα είχε δοθεί ο καιρός στα νεύρα να συνηθίσουν τη νέα κατάσταση πιέσεων αργά αργά που βγαίνει σιγά σιγά έξω ο δίσκος. Ανέφερε ότι με αυτά τα ευρήματα και το απότομο των συμπτωμάτων η πρώτη εγχείρηση ήταν απόλυτα αναγκαία. Ανέφερε ακόμα ότι για πρώτη φορά διαπίστωσε την εμφάνιση της κλινικής μυελοπάθειας κατά την εξέταση του ενάγοντα την 26.07.2011 οπότε και έκρινε αναγκαίο να υποβληθεί ξανά σε όλες τις εξετάσεις που είχαν γίνει μέχρι εκείνη τη στιγμή για να είναι σίγουρος εάν έχει αλλάξει οτιδήποτε. Ανέφερε ότι το Τεκμ. 12β είναι λίγο "λειψό" γιατί δεν γνώριζε ότι θα χρησιμοποιείτο στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι υπάρχει δυνατότητα δημιουργίας οστεοφύτων 14 σχεδόν μήνες μετά από μια εγχείρηση και μάλιστα υπάρχουν πολλές μελέτες στη βιβλιογραφία που λένε ότι μετά από μια πρόσθια προσπέλαση δισκεκτομής και fusion, σε μεμονωμένους αρρώστους, διαφορετικές κλινικές, δυο περιπτώσεις μετά από έξι εγχειρήσεις, οι οποίοι στους 6 μήνες ή στο χρόνο έπρεπε να ξανακάνουν εγχείρηση επειδή δημιουργήθηκαν οστεόφυτα. Τις περισσότερες φορές το αποδίδουν στο γεγονός ότι ο άρρωστος έχει τάση να κάνει μια επιδείνωση κάποιας αυτοπάθειας. Έκανε αναφορά στον Wu του 1996 και παρουσίασε μελέτη στο Acta Radiologica όπου καταγραφόταν ότι δημιουργήθηκαν οστεόφυτα και στο πάνω και στο κάτω και στο επίπεδο το χειρουργημένο. Περίπου τα ίδια είπαν και ο Hisey το 2016, International Journal of Spine Surgery, ο οποίος έγραψε πάλι για οστεόφυτα και ότι έκανε ξανά εγχείρηση. Αναφέρθηκε και στον Wenger που έκανε 3 αρρώστους ξανά εγχείρηση μέσα στον χρόνο, στην Αννίτα που το 2017, Journal of Neurosurgery, ξαναέκανε στον άρρωστο εγχείρηση, στο ίδιο επίπεδο μέσα σε διάστημα 10 μηνών μετά από την πρώτη. Ανέφερε ότι αυτές είναι ορισμένες από τις πολλές μελέτες, μεμονωμένα περιστατικά, που παρουσιάζονται και αναφέρονται στο κάθε νευροχειρουργικό κέντρο. Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα τα Τεκμ. 39 και 40 και αναγνώρισε τις μελέτες αυτές, το Τεκμ. 40 ανέφερε ότι είναι η μελέτη του Wu στον οποίο έκανε αναφορά προηγούμενα. Αναφορικά με τη βελτίωση των συμπτωμάτων του ενάγοντα, όπως αναγράφεται στο πιστοποιητικό του, ανέφερε ότι αμέσως μετά την εγχείρηση υπήρχε μια, αρχικά, ελαφρά βελτίωση των μουδιασμάτων, δεν υπήρχε αδυναμία στα Α5, Α6 ρίζα νεύρων και ελαφρά βελτίωση του βαδίσματος. Ωστόσο, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, σε καμία περίπτωση, όταν υπάρχει κλινική μυελοπάθεια, δεν μπορεί να πει στον άρρωστο μετά την εγχείρηση ότι θα γίνει όπως ήταν πριν χρόνια. Ανέφερε ακόμα ότι η μυελοπάθεια είναι άσχημο πράγμα και είναι αναγκασμένος να πει επίσημα στον άρρωστο, εν προκειμένω στον ενάγοντα, ότι δεν θα δει βελτίωση, η δε εγχείρηση γίνεται για να σταματήσει η ζημιά μέχρι εκεί, να μην παραλύσει και να φτάσει μέχρι το καροτσάκι. Ανεπίσημα ωστόσο, βλέπει μια βελτίωση πάντα. Οι συγκεκριμένες βελτιώσεις που παρουσιάστηκαν στον ενάγοντα μετά την εγχείρηση κράτησαν για ένα χρονικό διάστημα, μέχρι τις αρχές του
  40. Όταν ξεκίνησε η επιδείνωση του ενάγοντα, εισαγόταν στην Πολυκλινική Υγεία, όπου λάμβανε ενδοφλέβιες κορτιζόνες κάθε μέρα, 1 γραμμάριο για κάθε 2-3 μήνες. Ωστόσο, στη συνέχεια επειδή υπήρχαν αντιδράσεις με τη ζάχαρη του ενάγοντα, ανέφερε ότι σταμάτησε την θεραπεία αυτή και του συνέστησε να λαμβάνει το αντιεπιληπτικό Lyrica, το οποίο ανέλαβε τη χορήγηση και τη δοσολογία του, ο νευρολόγος του. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας υποβλήθηκε και σε τρίτη εγχείρηση, την οποία διενήργησε ο ίδιος τον Απρίλη 2021 σε δισκοκήλη που παρουσίασε στο επίπεδο Α3-4, η οποία φάνηκε για πρώτη φορά στην μαγνητική τομογραφία που έκανε το 2019 (Τεκμ. 18 α) και περιέγραψε τη διαδικασία που ακολούθησε στην επέμβαση αυτή. Ανέφερε ότι η νευρολογική κατάσταση του ενάγοντα είχε επιδεινωθεί, παρουσίαζε πάλι αδυναμίες στα άκρα με αύξηση των μουδιασμάτων, λόγω του ότι πιεζόταν ο νωτιαίος μυελός, το Α3-4 και αυτά ήταν απότοκο της μυελοπάθειας. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εργαστεί και κάθε χρόνο συμπληρώνει γι' αυτόν τα σχετικά έντυπα για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Προσκόμισε στο Δικαστήριο δυο έντυπα για τα έτη 2013 και 2019 και κατατέθηκαν ως Τεκμ 42 και 43, αντίστοιχα. Ανέφερε ότι ο ενάγοντας παρακολουθείται και από τον νευρολόγο Δρ. Μιχάλη Μιχαήλ, αφού ζητούσε, κάθε τόσο, από τον ενάγοντα να υποβάλλεται σε ηλεκτρομυογραφήματα και ανέφερε ότι από νευρολογικής άποψης στον ενάγοντα υπάρχουν τα συμπτώματα της κλινικής μυελοπάθειας και υποβλήθηκε στην εγχείρηση τον Απρίλη του 2021, έδειξε μια βελτίωση, μετά την εγχείρηση αλλά δεν γνωρίζει πόσο θα κρατήσει. Αναφορικά με τα Τεκμ. 18α και 18β, ο ΜΕ10 ανέφερε ότι για πρώτη φορά είδε γραπτώς ότι υπάρχει αυχενική μυελοπάθεια στο σήμα του μαγνητικού και πρόσθεσε ότι πλέον ξεφεύγουμε από την κλινική αυχενική μυελοπάθεια και πάμε στη μυελοπάθεια που καταγράφεται σε μαγνητικό τομογράφο. Αναφορικά με την εξέλιξη της υγείας του ενάγοντα, ανέφερε ότι είναι δύσκολο να απαντηθεί κατά πόσο θα τον έβλεπε σε αναπηρικό καροτσάκι, καθότι γίνονται προσπάθειες να τον κρατήσουν με διάφορες συντηρητικές μεθόδους σε ένα ανεκτό επίπεδο. Η αυχενική μυελοπάθεια, σαν ασθένεια, είναι απρόβλεπτη. Στο ερώτημα κατά πόσο η μυελοπάθεια αυτή δημιουργήθηκε στον ενάγοντα μετά το δυστύχημα που υπέστη, ανέφερε ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τα γεγονότα και τα συμπτώματα σφαιρικά, εξηγώντας ότι υπήρξε ένα δυστύχημα, το οποίο δημιούργησε τα συμπτώματα, τα ενοχλήματα μέχρι και λιποθυμία στον ενάγοντα και με τις εικόνες του μαγνητικού (Τεκμ. 29), φαίνεται η απότομη γένεση αυτών των πιέσεων και κατ' επέκταση ανέφερε ότι τα συμπτώματα δικαιολογούνται. Το κατά πόσο τα συμπτώματα αυχενικής μυελοπάθειας ταυτίζονται με το χρονικό σημείο του δυστυχήματος, ο ΜΕ10 δεν ήταν γνώστης, αλλά ανέφερε ότι όταν εξέτασε τον ενάγοντα την 26.07.2011 υπήρχαν οστεόφυτα στον αυχένα, στην αυχενική σπονδυλική στήλη, δηλαδή μια στένωση του αυχενικού σωλήνα που ήταν μάλλον υπαίτια για αυτά τα συμπτώματα και είχε και κλινική εικόνα μυελοπάθειας χωρίς ευρήματα στους μαγνητικούς. Αυτό ανέφερε, περιγράφεται στη βιβλιογραφία και σε πολλές μελέτες καταγράφουν, λόγω στένωσης αυχενικού σπονδυλικού σωλήνα, πίεση στον νωτιαίο μυελό, το οποίο δείχνει κλινική εικόνα μυελοπάθειας, χωρίς να δείχνει ακτινολογικά στο MRI, στον μαγνητικό. Σε ένα ποσοστό 58% μέχρι 85% ασθενών υπάρχει κλινική μυελοπάθεια χωρίς να υπάρχει εικόνα στον μαγνητικό της μυελοπάθειας. Προς τούτο, ο μάρτυρας παρουσίασε μια μελέτη του Nouri Toronto Canada του 2016 που περιγράφει αυτή την κατάσταση και κατατέθηκε ως Τεκμ. 44 και υπογράμμισε τα σημαντικά σημεία επί της μελέτης αυτής με πορτοκαλί χρώμα. Αναφέρθηκε στα Τεκμ. 42 και 43 και επεξήγησε ότι κατέγραψε και στα δυο έντυπα την ύπαρξη των συμπτωμάτων αυχενικής μυελοπάθειας. Ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής εργασίας, ανέφερε ότι ο ενάγοντας είναι ανίκανος για εργασία και έτσι θα παραμείνει και το Ιατροσυμβούλιο φαίνεται να ασπάστηκε τις απόψεις του. Τα έξοδα της δεύτερης εγχείρησης, στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα και για την τρίτη επέμβαση, το κόστος της ανήλθε στις €3.000 και έγινε μέσω του ΓΕΣΥ. Ανέφερε ότι η πορεία και η εξέλιξη της υγείας του ενάγοντα είναι αβέβαιη, με σκαμπανεβάσματα (επιδείνωση, βελτίωση και αντιστρόφως), ενώ όσον αφορά τη μυελοπάθεια, ανέφερε ότι προσπαθούν να την διατηρήσουν σε ένα ανεκτό επίπεδο. Ο ΜΕ10 αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο του εναγομένου 1 επεξήγησε ότι ο λόγος που επαναχειρουργήθηκε ο ενάγοντας στο ίδιο σημείο ήταν γιατί δημιουργήθηκαν οστεόφυτα, τα οποία πίεζαν τον νωτιαίο μυελό και με την εικόνα της κλινικής μυελοπάθειας δεν υπήρχε άλλη λύση από αυτή, να αφαιρεθούν τα οστεόφυτα και να τοποθετηθούν νέοι σταθεροί δίσκοι. Αρνήθηκε ότι η δεύτερη εγχείρηση διενεργήθηκε, λόγω των οστεοφύτων που κατ' ισχυρισμό υπήρχαν στο Τεκμ. 31 και επεξήγησε για ακόμη μια φορά ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρχαν τα ίδια οστεόφυτα με τον μαγνητικό (Τεκμ. 27). Επανέλαβε ότι στο Τεκμ. 31 υπάρχουν εκφυλιστικές αλλοιώσεις, οι οποίες είναι ανάλογες, συμβατές με την ηλικία του ενάγοντα. Ρωτήθηκε ακόμα και για την προέλευση της κλινικής μυελοπάθειας στον ενάγοντα και απάντησε ότι, παίρνοντας βήμα προς βήμα όλα τα δεδομένα, προήλθε από το δυστύχημα. Αυτό δημιούργησε τις δισκοκήλες, λόγω των έντονων συμπτωμάτων που είχε ο ενάγοντας και του μεγέθους των, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, δημιουργήθηκαν οστεόφυτα και υπάρχει μια κλινική εικόνα μυελοπάθειας και έγινε η δεύτερη εγχείρηση. Η στένωση του σπονδυλικού σωλήνα, ανέφερε, μπορεί να παρουσιάσει την κλινική εικόνα της αυχενικής μυελοπάθειας χωρίς να παρουσιάζεται στον μαγνητικό και αυτό παρουσιάζεται σε 12 μελέτες. Επανέλαβε ότι ο ενάγοντας είχε στένωση σπονδυλικού σωλήνα, λόγω των οστεοφύτων που μεγαλώνουν προς τα πίσω, μπαίνουν μέσα στον σπονδυλικό σωλήνα και αφαιρούν τον χώρο που έχουν τα κανονικά νεύρα. Αναφορικά με τη μυελοπάθεια επεξήγησε, εκ νέου, ότι όταν υπάρχουν τα συμπτώματα της μυελοπάθειας μιλάμε για κλινική αυχενική μυελοπάθεια, αν εμφανιστεί στον μαγνητικό τότε μιλάμε για αυχενική μυελοπάθεια. Απέρριψε κατηγορηματικά την υποβολή που του έγινε ότι ο ενάγοντας δεν έχει μυελοπάθεια γι' αυτό και δεν έχει φανεί στη μαγνητική τομογραφία και απάντησε ότι η μυελοπάθεια του ενάγοντα φάνηκε στη μαγνητική τομογραφία του 2019 (Τεκμ. 18α). Ανέφερε ότι παρακολουθούσε τον ενάγοντα όποτε ένιωθε την ανάγκη, κάθε 2 μήνες, κάθε 5 μήνες, κάθε 3 μήνες, δεν υπήρχε σταθερή ημερομηνία και βρισκόταν σε επικοινωνία με τον νευρολόγο του τον Δρ. Μιχαήλ, υπό την έννοια ότι τον παρέπεμπε για να κάνει ηλεκτρομυογράφημα. Ο ΜΕ10 αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο της εναγόμενης 2 αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν γνώριζε το σημείο πίεσης στον νωτιαίο μυελού από τη μαγνητική τομογραφία πριν διενεργήσει την εγχείρηση στον ενάγοντα και επεξήγησε ότι έχει ήδη αναφερθεί με λεπτομέρεια στην πίεση του νωτιαίο μυελό στην προεγχειρητική μαγνητική τομογραφία. Αναφορικά με την αιτιολογία της αυχενικής μυελοπάθειας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κάποια μόνο, εκ των αιτιών μπορεί να είναι οι προβολές μεσοσπονδύλιων δίσκων, ωστόσο θα πρέπει να διευκρινιστεί πόσο προβάλλει ο δίσκος μέσα στα νεύρα, μπορεί να οφείλεται σε σχηματισμό οστεοφύτων ή μπορεί σε τραυματισμό από προηγούμενες τυχόν χειρουργικές επεμβάσεις. Αναφορικά με το Τεκμ. 7, διαφώνησε πλήρως με την υποβολή που του έγινε ότι διαγνωστικά δεν υπάρχει πίεση του νωτιαίου μυελού αφού δεν παρατηρείται αλλοίωση έντασης σήματος από τον νωτιαίο μυελό και επεξήγησε για ακόμη μια φορά ότι άλλο είναι το σήμα έντασης και άλλο η πίεση στο νωτιαίο μυελό. Εξήγησε ακόμα ότι η ένταση μπορεί να δημιουργηθεί, λόγω πιέσεων, η δισκοκήλη που πιέζει μπορεί να κάνει σήμα, όμως υπάρχουν πιέσεις νωτιαίου μυελού που δεν δείχνουν τα σημεία, χωρίς να σημαίνει κάτι αυτό καταλήγοντας να πει ότι και πριν την εγχείρηση που διενήργησε στον ενάγοντα δεν υπήρχε σήμα, αλλά υπήρχαν τα συμπτώματα της αυχενικής μυελοπάθειας και υπήρχαν και πιέσεις του νωτιαίου μυελού, οι οποίες καταγράφονταν. Αναφορικά με το ζήτημα των οστεοφύτων, επεξήγησε και ξεκαθάρισε ότι βάσει των ακτινογραφιώ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.