CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χ. Α. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 5572/2012, 17/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
(2)του χαρτοφυλακίου Διατραπεζικoύ Δανεισμού (στοιχεία παθητικού) σε CHF της τράπεζας. Σε ό,τι αφορά στο επιτόκιο που έφερε στις 19.12.2006 ο επίδικος λογαριασμός δανείου, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ήταν το άθροισμα του βασικού επιτοκίου πλέον περιθωρίου. Συγκεκριμένα το βασικό επιτόκιο ήταν το Libor6M CHF το οποίο παρέμενε σταθερό για έξι μήνες και του οποίου η αξία επανακαθοριζόταν κάθε έξι μήνες μετά την ημερολογιακή ημέρα έναρξης του δανείου (ημερομηνία αξίας βασικού επιτοκίου). Σε κάθε ημερομηνία αξίας του βασικού επιτοκίου το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας αντικαθιστούσε την αξία του βασικού επιτοκίου που ίσχυε μέχρι τότε με την αξία του δείκτη Libor6M CHF που καθορίστηκε δύο εργάσιμες ημέρες προηγουμένως. Το περιθώριο επιτοκίου του λογαριασμού στις 19.12.2006 ήταν 1% και παρέμεινε σταθερό για 12 μήνες. Από το δεύτερο έτος το περιθώριο επιτοκίου συμφωνήθηκε στο 1,50% επανακαθοριζόμενο στη συνέχεια κάθε έξι μήνες. Εξήγησε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας ενημερώνεται καθημερινά με τη νέα αξία του δείκτη Libor6M CHF από το Τμήμα Υποστήριξης Εργασιών Treasury (Back Office) της τράπεζας και η πηγή άντλησης της καθημερινής πληροφορίας όσον αφορά στη νέα καθορισθείσα τιμή του Libor6M CHF στο τέλος της ημέρας, είναι το Reuters. Περαιτέρω ο ΜΕ 2 ανάφερε ότι σε ό,τι αφορά στην αποπληρωμή δανείου, ισοτιμίες ενημέρωση μονάδων τράπεζας και πελατείας, η συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και των εναγόμενων προέβλεπε ότι η αποπληρωμή του δανείου θα ήταν σε CHF μόνο, σε συμφωνηθείσες εκ των προτέρων ημερομηνίες αποπληρωμής. Εξήγησε περαιτέρω ότι σε κάθε περίπτωση, εάν ο πελάτης δεν έχει διαθέσιμα σε CHF κατ' οποιαδήποτε από τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες αποπληρωμής του δανείου ή απλά δεν επιθυμεί να πληρώσει σε CHF, τότε πρέπει να μετατρέψει τα διαθέσιμα κεφάλαια του σε εγχώριο νόμισμα σε CHF και να προχωρήσει στην αποπληρωμή της προβλεπόμενης οφειλόμενης δόσης του σε CHF με βάση την τρέχουσα τιμή κατά την ημερομηνία μετατροπής του νομίσματος. Στην περίπτωση μετατροπής συναλλάγματος από την τράπεζα, διενεργείται πώληση CHF στον πελάτη και αγορά από την τράπεζα του ισόποσου στο νόμισμα των διαθεσίμων του πελάτη (π.χ. EUR, USD). Η αξία μετατροπής συναλλάγματος γίνεται με βάση τις πρωινές δηλώσεις τιμών συναλλάγματος που ετοιμάζει το Dealing Room και οι οποίες γνωστοποιούνται κάθε πρωί από αυτό σε όλες τις Μονάδες της τράπεζας. Βεβαίως ο πελάτης μπορεί να προμηθεύεται CHF από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα για σκοπούς καταβολής της δόσης του, αν βρίσκει ευνοϊκότερη ισοτιμία. O ME2 ήταν ξεκάθαρος ότι η πώληση CHF στον πελάτη εξασφαλίζεται πάντοτε με την άμεση αντίστοιχη συναλλαγή της τράπεζας στη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος (αγορά CHF), συνεπώς και η τράπεζα αγοράζει τα CHF που πωλεί στους πελάτες για να καταβάλουν τη δόση τους, με την ισοτιμία της μέρας της καταβολής. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ως ανεδαφική την απαίτηση των εναγόμενων να μετατρεπόταν η δόση τους στο εγχώριο νόμισμα στην αρχική ισοτιμία παρά το γεγονός ότι η τράπεζα το αγόραζε στην ισοτιμία της μέρας, ισοδυναμεί με απαίτηση όπως η τράπεζα επωμιστεί τον κίνδυνο που αυτοί ενυπόγραφα ανέλαβαν δηλώνοντας ότι είναι γνώστες του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλαμβάνουν (Τεκμ. 2, τελευταία σελίδα). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ 2 από τη δικηγόρο που εκπροσωπούσε σε εκείνο το στάδιο τον εναγόμενο 1, ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε κοινή πολιτική ελαχιστοποίησης του συναλλαγματικού κινδύνου σε όλο τον Όμιλο της Εθνικής Τράπεζας και ο μάρτυρας απάντησε θετικά. Στην ερώτηση κατά πόσο για τέτοιου είδους ανοίγματα η τράπεζα προέβαινε στην ελαχιστοποίηση του συναλλαγματικού κινδύνου με hedging, ο μάρτυρας απάντησε ότι η κάλυψη της τράπεζας για τον κίνδυνο που πήρε με την παραχώρηση του δανείου σε ξένο νόμισμα ήταν διατραπεζικός δανεισμός από την μητρική τράπεζα στο ισόποσο ποσό στο ίδιο νόμισμα. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε υποβολή ότι η τράπεζα θα μπορούσε να προχωρήσει σε δανεισμό σε άλλο νόμισμα μειώνοντας τον κίνδυνο της ή ενδεχομένως κάνοντας και κέρδος και απάντησε ότι η πολιτική που ακολουθούσε η τράπεζα ήταν να ισοβαθμεί και να διακινεί ισόποσα τα παθητικά και ενεργητικά της στο ίδιο νόμισμα έτσι ώστε στη λήξη του διατραπεζικού δανεισμού με την ανανέωση του να καλύψει τον δανεισμό του πελάτη σε CHF. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η τράπεζα ακολουθούσε μια πολύ συνετή πολιτική όσον αφορά το δανεισμό σε ξένο νόμισμα και έδινε τέτοιο δανεισμό μόνο μετά από αίτημα των ίδιων των πελατών. Εξήγησε περαιτέρω ότι η τράπεζα δεν είχε προωθητική πολιτική για δανεισμό σε ξένο νόμισμα με καμπάνιες marketing και άλλου είδους marketing σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Σε άλλη ερώτηση ανάφερε ότι τα διατραπεζικά επιτόκια δηλαδή, αυτά τα επιτόκια που αποφασίζονται και συμφωνούνται μεταξύ δύο dealing rooms σε Διεθνείς Τραπεζικές Αγορές εξαρτώνται και από τους δείκτες Libor, αλλά δεν είναι ακριβώς η ίδια διακύμανση, καθ' ότι το προϊόν διαπραγμάτευσης ενός επιτοκίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ένας από τους οποίους είναι ο δείκτης Libor. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η αποπληρωμή του δανείου μπορούσε να γινόταν είτε με διαθέσιμα ποσά σε CHF του πελάτη, είτε με αγορά CHF από την τράπεζα ή και από άλλο τραπεζικό οργανισμό. Σε υποβολή ότι η διαφορά στο κόστος της τράπεζας με το κόστος δανεισμού ξένων συναλλαγμάτων δεν αντιστοιχούσε σε οποιαδήποτε υπηρεσία, εξήγησε ότι η υπηρεσία που πρόσφερε η τράπεζα είναι η συνήθης υπηρεσία που προσφέρουν όλες οι τράπεζες π.χ. ανταλλαγή συναλλάγματος με κινητοποίηση ολόκληρων ομάδων προσωπικού όπως το dealing room, της διεύθυνσης treasury της τράπεζας, της τότε διεύθυνσης του προσωπικού των καταστημάτων. Οι κίνδυνοι που αναλάμβανε η τράπεζα για όλα αυτά είναι ένα διαχειριστικό κόστος, το οποίο επιμετρείται. Αυτό το κόστος αντικατοπτρίζεται και στις τιμές συναλλάγματος. Υπάρχει τιμή συναλλάγματος αγοράς ενός νομίσματος και η τιμή συναλλάγματος πώλησης ενός νομίσματος. Αυτή η διαφορά καλύπτει και αυτό το κόστος εξυπηρέτησης πελατείας μιας τράπεζας και το διαχειριστικό κόστος επομένως απέρριψε την υποβολή καθώς δεν συμφωνούσε με τα γεγονότα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η συναλλαγματική τιμή των ελβετικών φράγκων με τις λίρες την ημέρα χορήγησης του δανείου δεν ήταν ισοτιμία του 0,3595 που πρόσφεραν στους εναγόμενους αλλά ήταν 0,3691 με τον μάρτυρα να απαντά ότι το dealing room έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε προκειμένου να πετύχει την καλύτερη τιμή για τον πελάτη και ότι δεν γνωρίζει την πηγή της δικηγόρου για το 0,
- Το ζήτημα αυτό δεν απασχόλησε ξανά παρόλο ότι η πλευρά της εναγόμενης 2 παρουσίασε τέσσερις εμπειρογνώμονες και επομένως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Έχει δίκαιο δε η πλευρά της ενάγουσας διά της ευπαίδευτης συνηγόρου της να επισημαίνει στην αγόρευση της ότι δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι οι εναγόμενοι ήταν επαγγελματίες (λογιστής και δικηγόρος) που θα μπορούσαν να είχαν αναζητήσει πιο συμφέρουσα ισοτιμία σε άλλο ενδεχομένως τραπεζικό ίδρυμα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα (ΜΕ 2) ότι στο Τεκμ. 2 (επιστολή προσφοράς) υπάρχουν διαφορετικές γραμματοσειρές, υπονοώντας ότι κάποιο νούμερο τέθηκε εκ των υστέρων. Αν και θα έπρεπε αυτό το ζήτημα να είχε τεθεί στη μάρτυρα που παρουσίασε την επιστολή προσφοράς, τη ΜΕ1, όπως στους μάρτυρες που προσυπέγραψαν την επιστολή προσφοράς ΜΕ 4 - 6 κάτι που δεν έγινε, αλλά σε μάρτυρα που δεν είχε ανάμειξη στη σύναψη του δανείου και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να απαντήσει. Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε στη συνέχεια και εν πάση περιπτώσει δεν είναι δικογραφημένη. Εδώ επισημαίνω ότι η προώθηση αβάσιμων κατ' ουσία θέσεων οι οποίες όχι μόνο δεν ήταν δικογραφημένες, όπως ότι το ποσό τέθηκε μετά που υπέγραψαν οι εναγόμενοι και όχι προτού υπογράψουν ήταν και αντιφατικές μεταξύ τους καθώς δεν ισχυρίστηκαν ότι υπέγραψαν μη δεόντως συμπληρωμένες συμφωνίες. Δράττομαι της ευκαιρίας να αναφερθώ στην εισήγηση της συνηγόρου της ενάγουσας ότι πλείστα σημεία τα οποία παρεισφρήσαν στη μαρτυρία, παρόλο ότι δεν υπήρξε κατά την άποψη της δικογράφηση σχετικών ισχυρισμών ή και μαρτυρία η οποία επιτράπηκε παρά τις ενστάσεις που πρόβαλε, θα πρέπει ακόμα και σε αυτό το στάδιο να αγνοηθεί. Επί τούτου ξεκαθαρίζω ότι εκεί και όπου κριθεί ότι είναι κατάλληλη η περίπτωση θα γίνουν ανάλογα σχόλια. Η αντεξέταση στη συνέχεια του ΜΕ 2 περιστράφηκε γύρω από την ερμηνεία των όρων που ανευρίσκονται στο Τεκμ. 13 και στο Τεκμ. 2 σε ότι αφορά το επιτόκιο. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι περιέχονται αντιφατικοί όροι, κάτι που ο μάρτυρας αρνήθηκε, όταν η ερμηνεία όρων μιας Συμφωνίας είναι ζήτημα νομικό το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και θα σχολιαστεί στη συνέχεια. Σε σχέση με υποβολή ότι, δεν υπήρχε δυνατότητα να αλλάξουν τα φράγκα σε λίρες σε άλλη τράπεζα οι εναγόμενοι, γιατί η συναλλαγή έγινε την ίδια στιγμή, ο μάρτυρας έδωσε τη λογική, κατά την άποψη μου, εξήγηση, ότι είναι ζήτημα που αφορούσε τους εναγόμενους οι οποίοι είχαν πάντοτε τη δυνατότητα να μην προχωρούσαν με την ανταλλαγή σε κυπριακές λίρες και να πάρουν τα φράγκα και να τα αλλάξουν σε άλλη τράπεζα. Επίσης του υποβλήθηκε ότι η τράπεζα δεν συμβούλεψε τους εναγόμενους ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν τα χρήματα που δανείστηκαν σε ελβετικά φράγκα σε άλλη τράπεζα, με τον μάρτυρα να διερωτάται γιατί θα έπρεπε να τους το είχε εξηγήσει κάποιος εφόσον κάτι τέτοιο ήταν αυτονόητο. Σε υποβολή ότι δεν χρειαζόταν να γίνει ανανέωση του διατραπεζικού δανεισμού, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ο δανεισμός σε CHF καθ' όλη τη διάρκεια ζωής αυτού του δανείου με το δανεισμό του πελάτη αυξήθηκαν τα assets της τράπεζας, ήτοι το ενεργητικό της τράπεζας, ώστε να πετύχουν καλύτερη διαχείριση των κεφαλαίων τους. Εξήγησε ακόμα ότι στα βιβλία της τράπεζας στις 19.12.2006 υπήρχε στο ενεργητικό της το δάνειο των πελατών που ήταν 319.000 CHF. Αυτό το ενεργητικό χρηματοδοτήθηκε με διατραπεζικό δανεισμό και αυξήθηκαν τα liabilities. Αυξήθηκε το παθητικό για να υπάρχει ένας ισολογισμός. Tην ίδια ημέρα ο πελάτης αποφάσισε να πωλήσει πίσω τα CHF. Αυτό το ποσό, η τράπεζα το πούλησε αμέσως στη διατραπεζική αγορά, για να μην έχει συναλλαγματικό κίνδυνο, ως άλλωστε είναι η υποχρέωση της τράπεζας με βάση τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή να μην έχει συναλλαγματικό κίνδυνο. Ο ΜΕ2 ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα της τιμής του συναλλάγματος που συμφωνείται με τον πελάτη ο οποίος υπογράφει σχετικό ένταλμα εντολής, είναι εντελώς διαφορετικό από το ζήτημα της μεταφοράς σε ενδιάμεσο λογαριασμό που είναι ζήτημα εσωτερικό της τράπεζας. Σε υποβολή ότι δεν γνώριζαν οι εναγόμενοι τις τιμές ισοτιμίας με την οποία αγόραζαν από την τράπεζα ελβετικά φράγκα για να πληρώνουν τις δόσεις τους, ο μάρτυρας απάντησε ότι εφόσον γνώριζαν τη δόση τους σε CHF και/ή γνώριζαν τι πλήρωναν σε ευρώ, γνώριζαν και την ισοτιμία. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Πιερίδη, ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις του με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία του μπορούν να ληφθούν κατά ασφαλή τρόπο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα αληθή γεγονότα που διέπουν την επίδικη Συμφωνία και διαφορά. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι σε εκείνο το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας η εναγόμενη 2 με δήλωση της δικηγόρου της παραδέχτηκε κάτι που αρνείτο στην υπεράσπιση της, ότι δηλαδή είχε υπογράψει τα Τεκμ. 1 και
- Η κ. Θεμιστοκλέους (ΜΕ3), της οποίας η Γραπτή κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ, εξήγησε ότι δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20.12.2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21.12.2018, χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις της τράπεζας, περιλαμβανομένης και της επίδικης στην παρούσα αγωγή, καθώς και οι οποιεσδήποτε μορφής εξασφαλίσεις αυτών, έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρεία CAC CORAL LIMITED, δηλαδή στην ενάγουσα. Προς τούτο παρουσίασε δέσμη των σχετικών ειδοποιήσεων και δημοσιεύσεων περί της πρόθεσης (ημερ. 26.10.2018) και της μεταβίβασης (ημερ. 28.12.2018), δέσμη των επιστολών περί της πρόθεσης και της μεταβίβασης και σχετικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση Αρ. 947/2018, στο οποίο είναι επισυνημμένο το ως άνω αναφερόμενο Σχέδιο Διακανονισμού, ως Τεκμ. 20 -
- Η ΜΕ3 εξήγησε ποια τεκμήρια της είχαν δοθεί και είχε μελετήσει και παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού των εναγόμενων ως Τεκμ. 24 - 48 με διάφορα εναλλακτικά σενάρια ως προς τις χρεώσεις του λογαριασμού στην περίπτωση που οι εναγόμενοι προωθούσαν τη θέση ότι οι χρεώσεις αυτές είναι αντικανονικές και το Δικαστήριο ήθελε αποδεχτεί τις θέσεις αυτές. Η Μ.Ε.2 παρουσίασε επίσης πίνακα μεταβολών επιτοκίου ως Τεκμ. 23, πίνακα με σύνοψη των αποτελεσμάτων των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού ως Τεκμ. 49 και εξουσιοδότηση της Coral προς την τράπεζα να χειρίζεται τις υποθέσεις της ως Τεκμ.
- Οι αναδομημένες καταστάσεις Τεκμ. 24 και 25 εξήγησε ότι αφορούν μόνο αλλαγές στο επιτόκιο υπερημερίας το οποίο από 5% εμφανίζεται στο Τεκμ. 24 ως 2% και στο Τεκμ. 25 ως μηδενικό. Το Τεκμ. 26 είναι αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού δανείου με το επιτόκιο όπως αυτό αναφέρεται στην επιστολή προσφοράς χωρίς τις περαιτέρω μεταβολές του πρόσθετου επιτοκίου, ενώ τα Τεκμ. 27, 28 και 29 είναι αναδομημένες καταστάσεις του ενδιάμεσου λογαριασμού. Η πρώτη, Τεκμ. 27 ετοιμάστηκε με το επιτόκιο που αναφέρεται στην επιστολή προσφοράς και επιτόκιο υπερημερίας 5%. Η δεύτερη, δηλαδή το Τεκμ. 28 και πάλι με επιτόκιο ως αναφέρεται στην επιστολή προσφοράς, αλλά με επιτόκιο υπερημερίας 2% και το Τεκμ. 29 και πάλι με επιτόκια της επιστολής προσφοράς με μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας. Στη συνέχεια παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις με υπόβαθρο τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία αυτήν του ελβετικού φράγκου με την κυπριακή λίρα και του ευρώ κατά το χρόνο της χορήγησης κατά τρόπο που οι εναγόμενοι να μην επηρεάζονται από την οποιαδήποτε αλλαγή της ισοτιμίας αλλά να επωμιζόταν τον συναλλαγματικό κίνδυνο η ενάγουσα. Κάθε κατάσταση ετοιμάστηκε με διαφορετικές επιτοκιακές χρεώσεις για να καλύπτονται και πάλι όλες οι εναλλακτικές με βάση τις αντίστοιχες θέσεις των εναγόμενων. Ως εκ τούτου τα Τεκμ. 30, 31 και 32 ετοιμάστηκαν με τα επιτόκια με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός με τρεις διαφορετικές εκδοχές επιτοκίου υπερημερίας, δηλαδή 5%, 2% και μηδενικό, ενώ οι καταστάσεις 33, 34 και 35 ετοιμάστηκαν με τα επιτόκια που αναφέρονται στην επιστολή προσφοράς, χωρίς να μεταβάλλεται το πρόσθετο επιτόκιο και πάλι με τρεις διαφορετικές εκδοχές επιτοκίου υπερημερίας. Με δεδομένο ότι οι εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν ως αν η χορήγηση ήταν σε εγχώριο νόμισμα, δεν ετοιμάστηκαν δύο καταστάσεις, δηλαδή μία δανείου και μία ενδιάμεσου λογαριασμού, αλλά μόνο μία στην οποία παρουσιάζεται το ληξιπρόθεσμο ποσό. Στη συνέχεια η μάρτυρας παρουσίασε τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις εξ' υπαρχής, αλλά σε αυτή την περίπτωση για τον υπολογισμό του τόκου υπολογίστηκαν οι μήνες προς όσες μέρες έχει ο καθένας και ως διαιρέτης χρησιμοποιήθηκε ο αριθμός 365 ή
- Συνεπώς ακολουθήθηκε το ίδιο ακριβώς σκεπτικό και μεθοδολογία ως ανωτέρω για τις αναδομημένες καταστάσεις 36 -
- Με λίγα λόγια οι πρώτες δώδεκα αναδομημένες καταστάσεις είναι με υπολογισμό του τόκου επί 360 ημερών και οι επόμενες δώδεκα με υπολογισμό του τόκου επί 365 ημερών. Τέλος, συγκεντρωτική κατάσταση προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε ως Τεκμ.
- Ήταν ξεκάθαρη η θέση της ΜΕ 3 κατά την αντεξέτασή της ότι η αξίωση της ενάγουσας παραμένει ως έχει στην αγωγή, αλλά αυτά τα εναλλακτικά σενάρια παρουσιάζονται έτσι ώστε να μην χρειαστεί το δικαστήριο να κάνει τον λογιστή και να επιλέξει το σενάριο που θα ανταποκρίνεται στην απόφαση του σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 δεν αντεξέτασε τη μάρτυρα όταν δεν εγκρίθηκε το αίτημα του για αναβολή για τους λόγους που εξηγούνται από το Δικαστήριο και δήλωσε ότι αισθανόταν ότι το Δικαστήριο τού στερούσε το δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Σε παρόμοια δήλωση προέβαινε και όταν καλείτο να αντεξετάσει και τους υπόλοιπους μάρτυρες της ενάγουσας. Και όλα αυτά μετά που όταν δόθηκε στις 17.09.2019 άδεια στον δικηγόρο του να αποχωρήσει, τού δόθηκαν περισσότεροι από 4 μήνες χρόνος για να υπάρξει προετοιμασία του νέου δικηγόρου του. Μετά που έδωσε τη δική του μαρτυρία, έπαυσε να εμφανίζεται στο Δικαστήριο είτε προσωπικά είτε διά δικηγόρου, όπως ήταν η αρχική του επιθυμία όταν είχε αποχωρήσει από την εκπροσώπηση του ο προηγούμενος δικηγόρος του, παρόλο ότι γνώριζε τις ημερομηνίες ορισμού της υπόθεσης εφόσον ενημερωνόταν σχετικά από το Δικαστήριο αλλά και κάλλιστα θα μπορούσε αν επιθυμούσε να είχε πληροφορηθεί και να εμφανιζόταν. Ούτε και προσκόμισε άλλη μαρτυρία πέραν της δικής του προφορικής κατάθεσης στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Κατά την αντεξέτασή της ΜΕ 3 από την συνήγορο της εναγόμενης 2, απασχόλησε κατά πόσο η πιστωτική διευκόλυνση συμπεριλήφθηκε στο σχέδιο διακανονισμού και η μάρτυρας απάντησε ότι οι τελευταίες τρεις σελίδες του Τεκμ. 22 αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία υποδεικνύοντας και που βρίσκεται η υποθήκη. Υποβλήθηκαν στη μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις που αφορούν τις συνθήκες σύναψης της Συμφωνίας στις οποίες η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, αφού η κατάθεση της αφορούσε τον περιορισμένο σκοπό της ετοιμασίας αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού και ουδέποτε είχε χειριστεί την επίδικη υπόθεση είτε στο στάδιο της χορήγησης είτε στο στάδιο των καθυστερήσεων. Σημειώνεται ότι τέτοιες ερωτήσεις δεν είχαν υποβληθεί στην ΜΕ1 η οποία θα ήταν σε θέση να δώσει τις κατάλληλες απαντήσεις. Η μάρτυρας εξήγησε ότι το αριθμός [ ] είναι ο αριθμός πιστωτικής διευκόλυνσης που ισχύει από το Μάρτιο 2013, από την ημέρα δηλαδή που η τράπεζα άλλαξε το μηχανογραφημένο της σύστημα σε αντικατάσταση και επιπρόσθετα του αριθμού [ ], κάτι που άλλωστε είπε και στην κυρίως εξέταση της. Η μάρτυρας υπέδειξε στο Τεκμ. 22 και τον αριθμό της υποθήκης και δεδομένου ότι αμφισβητήθηκε ότι ο νέος αριθμός αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό, η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι στο μηχανογραφικό σύστημα όταν καταχωρισθεί η ταυτότητα των πελατών παρουσιάζεται ο συγκεκριμένος αριθμός λογαριασμού. Σε υποβολή ότι το επίδικο δάνειο δεν μεταφέρθηκε στην ενάγουσα, η μάρτυρας επέμεινε στις εξηγήσεις της παραπέμποντας στα τεκμήρια που παρουσίασε. Σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν για το σχέδιο διακανονισμού, η μάρτυρας παρέπεμψε στα Τεκμ. 20 και 21 όπου αποδεικνύεται η συμμόρφωση της ενάγουσας με το Άρθρο 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για συναφή θέματα Νόμου 2005 (Ν.169 (Ι)/2015) όπου απαιτείται πριν από την πώληση να κοινοποιείται η πρόθεση της πώλησης στον δανειολήπτη και τους εγγυητές είτε με επιστολή, είτε με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, κάτι που αποδεικνύεται από τα Τεκμ. 20 και 21 ότι έγινε σωρευτικά. Δηλαδή στάλθηκαν και επιστολές και δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε εφημερίδες του ημερήσιου Τύπου. Δεν απαιτείται αυτό να γίνει με συστημένη επιστολή και συνεπώς η απαίτηση να προσκομιστεί η απόδειξη παραλαβής, ήταν κατά την εκτίμηση μου άστοχη. Η απόδειξη των σχετικών δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα και σε τρεις καθημερινές εφημερίδες εξαντλεί το ζήτημα εδώ. Την ίδια υποχρέωση έχει ένα πιστωτικό ίδρυμα και μετά την μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Νόμου ( Ν. 169 (Ι)/2015) και τα Τεκμ. 20 και 21 αποδεικνύουν ότι αυτό ακριβώς έγινε. Μάλιστα, οι σχετικές ειδοποιήσεις στάλθηκαν στην ταχυδρομική θυρίδα της εναγόμενης 2 σε σχέση με την οποία η ίδια επέμεινε ότι είναι η ταχυδρομική διεύθυνση στην οποία παραλαμβάνει τις επιστολές της (παρά το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων ΜΕ1, ΜΕ4 - ΜΕ6 η δικηγόρος της υπέβαλε ακριβώς το αντίθετο). Η ΜΕ 3 συμφώνησε με υποβολή ότι η αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία εγκρίθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού δεν επιδόθηκε στους εναγόμενους, ούτε στην Αίτηση επισυνάφθηκαν τα δάνεια των εναγόμενων. Βέβαια απλή ανάγνωση του Νόμου αποδεικνύει ότι, κάτι τέτοιο δεν απαιτείται. Άλλωστε, ουδείς πρόσβαλε την σχετική απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία παραμένει δεσμευτική. Η ΜΕ3 διαφώνησε με υποβολή ότι η ΜΕ3 είναι η υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και δεν μπορεί να εκπροσωπεί την ενάγουσα. Σε σχέση με το αυξημένο επιτόκιο που επιβλήθηκε κατά τον χρόνο του τερματισμού, η ΜΕ3 εξήγησε ότι από τη στιγμή που ένας λογαριασμός μεταφέρεται στις οριστικές καθυστερήσεις, το επιτόκιο είναι αυξημένο γιατί πλέον θεωρούνται εγκλωβισμένα κεφάλαια, η ανάκτηση του ποσού είναι χρονοβόρα, γιατί καταχωρούνται αγωγές και πρόκειται πλέον για λογαριασμούς, οι οποίοι στην παρακολούθηση τους απαιτούν πολλές εργατοώρες και εξειδικευμένο προσωπικό. Ανάφερε επίσης ότι τα επιτόκια τα ορίζει η ειδική επιτροπή που απαρτίζεται από τα ηγετικά στελέχη της τράπεζας και σε κάθε περίπτωση παρακολουθεί το κόστος της οφειλής. Έγινε αρκετή συζήτηση για τις μεταβολές των επιτοκίων, κατά πόσο ήταν δικαίωμα της τράπεζας, κάτι που θεωρώ ότι απαντάται τόσο από όρους στα Τεκμ. 1 και 2 τα οποία προσυπέγραψαν οι εναγόμενοι, αλλά και από τη νομολογία. Επίσης υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι σύμφωνα με εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας, τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι δεσμευτικά για τις Κυπριακές Τράπεζες από τον Γενάρη
- Βεβαίως, όπως υποδεικνύει η ίδια εγκύκλιος η οποία παρουσιάστηκε αργότερα ως το Τεκμ. 61, αυτό αφορά τα δάνεια σε ευρώ. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007, (Ν.33(Ι)/2007), νομοθεσία που εκδόθηκε προγενέστερα της εν λόγω εγκυκλίου (Τεκμ. 61) τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εφαρμόζονταν στις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (δανείων) για τα οποία η βάση του επιτοκίου ήταν το βασικό επιτόκιο της εκάστοτε τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος ή στις περιπτώσεις σταθερών επιτοκίων ή επιτοκίου nibor (διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Λευκωσίας), κάτι που δεν εφαρμοζόταν στην παρούσα σύμβαση, αφού η βάση του επιτοκίου της επίδικης Συμφωνίας δανείου ήταν 6 months libor [βλ. άρθρο 8 του Ν. 33(Ι)/2007 και ιδίως την επιφύλαξη του άρθρου 8(ε)]. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω εγκύκλιος εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα για να παράσχει καθοδήγηση στα πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τις πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, και να μην υπήρχε συμμόρφωση εκ μέρους της τράπεζας με τις πρόνοιες του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, σύμφωνα με το Άρθρο 23 του εν λόγω Νόμου, η «κύρωση» για την τράπεζα θα ήταν η δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου από την Κεντρική Τράπεζα. Ομοίως, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία, παράβαση οδηγιών/εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, δεν επιδρά στις συμβατικές σχέσεις της τράπεζας με τους εκάστοτε πελάτες της, αλλά παρέχει τη δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα να επιβάλει πρόστιμο στην εκάστοτε τράπεζα (βλ. Παναγιώτης Ιωάννου v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 181/2010, απόφαση ημερομηνίας 03.04.2018), ECLI:CY:AD:2018:A151 Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι δεν υπήρξε καμία διαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας καθ' ότι η πρόταση της τράπεζας είχε γίνει στις 19.12.2006 και υπογράφτηκε την ίδια μέρα. Η αίτηση όμως σύμφωνα με τα έγγραφα που κατατέθηκαν είχε προηγηθεί και έγινε αναφορά στο Τεκμ. 13 για το οποίο η ΜΕ 3 απάντησε ότι δεν μελέτησε γιατί δεν το χρειαζόταν προκειμένου να προβεί στις αναδομημένες καταστάσεις. Ακολούθησε εκτενής συζήτηση σε σχέση με την ερμηνεία των όρων των Τεκμ. 1 και 2 σε ό,τι αφορά το επιτόκιο, καθώς και στο δικαίωμα της τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο. Το ζήτημα είναι αμιγώς νομικό και θα με απασχολήσει στη συνέχεια της απόφασης στο κατάλληλο μέρος. Η ΜΕ3 εξήγησε ότι ο τόκος υπερημερίας 5% που αναφέρεται στο Τεκμ. 2, που, όπως αναφέρεται στο Τεκμ. 23, έγινε από 1.07.2012 3%, είναι τόκος επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων ο οποίος καθορίστηκε από ειδική επιτροπή με βάση τα κριτήρια που προανάφερε. Η ΜΕ3 προσπάθησε να εξηγήσει ότι το 7.75% που μπήκε με την επιστολή τερματισμού δεν είναι τόκος υπερημερίας, αλλά μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου. Υπεβλήθη στη ΜΕ3 ότι δεν ήταν το κατάλληλο άτομο για να επεξεργαστεί τα δεδομένα, γιατί δεν είχε τις γνώσεις και η μάρτυρας διαφώνησε. Υπεβλήθηκε επίσης στη μάρτυρα ότι δεν αντέγραψε σωστά τις χρεώσεις και πιστώσεις από τα Τεκμ. 9 και 10 και η μάρτυρας εξήγησε ότι οι χρεώσεις είναι παντού οι ίδιες, ενώ οι πιστώσεις είναι διαφορετικές στις περιπτώσεις που μετέτρεπε τις μεταβαλλόμενες δόσεις με την αρχική ισοτιμία. Είπε συγκεκριμένα ότι στα Τεκμ. 30 - 35 και 43 - 48 οι καταβολές των δανείων υπολογίζονταν με την αρχική ισοτιμία. Περαιτέρω υποβλήθηκε στη ΜΕ3 ότι τα αποτελέσματα της είναι λανθασμένα και η πλευρά της εναγόμενης 2 επιφύλαξε το δικαίωμα της να φέρει μαρτυρία για να αποδείξει αυτή τη θέση, κάτι όμως που δεν έπραξε παρά την παρουσίαση τεσσάρων μαρτύρων τους οποίους κάλεσε ως ειδικούς/ εμπειρογνώμονες για να αποδείξουν τις θέσεις της εναγόμενης
- Αντίθετα αυτοί υιοθέτησαν τους υπολογισμούς της σε ότι αφορά στις καταστάσεις που ετοιμάστηκαν με βάση τις θέσεις τους και μάλιστα ένας εξ αυτών είπε ότι τα συστήματα της τράπεζας είναι καλύτερα γι' αυτό και οι καταστάσεις είναι πιο σωστές από τις δικές τους. Η ΜΕ3 προσκόμισε βεβαίωση εξουσιοδότησης από την ενάγουσα οπότε και της υποβλήθηκε ότι δεν είναι έγκυρη γιατί η κυρίως εξέταση της δόθηκε το Γενάρη και η εξουσιοδότηση ήταν μεταγενέστερη. Στην πιο πάνω θέση σχετικά είναι όσα αναφέρονται στο Τεκμ. 50 για να καταδειχθεί ότι δεν πρόκειται για εξουσιοδότηση, αλλά για βεβαίωση που δίδεται από την Coral ότι όλοι οι υπάλληλοι και συνεργάτες που έχει επιλέξει η Εθνική Τράπεζα είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να προβαίνουν για λογαριασμό και κατόπιν οδηγιών της Coral στις ενέργειες που περιλαμβάνει η συμφωνία παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Coral και της τράπεζας. Συνεπώς κρίνω ότι εφόσον αφορούσε μια βεβαίωση για κάτι που έχει ήδη γίνει, η ημερομηνία είναι άσχετη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Θεμιστοκλέους παρά την αμφισβήτηση της κατά την έντονη και αχρείαστα μακρά αντεξέταση την οποία υπέστη. Ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία όπως και άλλα που κατατέθηκαν από την ΜΕ
- Από τη μαρτυρία της κρίνω ότι μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία και ασφαλή συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Η κ. Νεοφύτου (ΜΕ4), της οποίας η Γραπτή κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ, κατάθεσε ότι ετοίμασε και υπέγραψε την επιστολή με ημερομηνία 21.12.2011 μέρος του Τεκμ. 6 και τις επιστολές με ημερομηνία 29.6.2012 και 13.07.2012 (Τεκμ.4 και 5). Εξήγησε ότι τις έβαλε σε φάκελο, τις παρέδωσε στον κλητήρα ο οποίος τις ταχυδρόμησε και βεβαίωσε ότι δεν επιστράφηκαν. Ανάφερε επίσης ότι οι επιστολές αυτές στάλθηκαν είτε στη διεύθυνση που δήλωσε η εναγόμενη 2 στα Τεκμ. 1 και 2 είτε στην ταχυδρομική της θυρίδα που η ίδια επίσης δήλωσε ως το Τεκμ.8 ή στη θυρίδα που ο εναγόμενος 1 δήλωσε ως το Τεκμ.
- Περαιτέρω, δεδομένης της αμφισβήτησης της εναγόμενης 2 ότι η θυρίδα [ ] είναι η δική της, η ΜΕ4 κατάθεσε αντίγραφο της σχετικής σελίδας του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως Τεκμ. 51 όπου αναγράφεται ενώ σε ό,τι αφορά τη διεύθυνση που ήταν η θέση της εναγόμενης 2 ότι η σωστή διεύθυνση είναι [ ] και όχι [ ] παρουσίασε αντίγραφο της σχετικής σελίδας του Οδικού Ταχυδρομικού Κώδικα ως Τεκμ. 52 που δείχνει ότι δεν υφίσταται οδός Μίλερ ώστε να μπορούσε να γίνει σφάλμα και ότι προφανώς για να μην επιστραφεί, παραδόθηκε στην οδό [ ]. Η ΜΕ4 εξήγησε ότι παρά το γεγονός ότι δεν είχε εμπλοκή στη σύναψη του δανείου, σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν μετακινήθηκε στο υποκατάστημα της Κολωνακίου, είχε επανειλημμένες επικοινωνίες με τους εναγόμενους σε συναντήσεις που είχε μαζί τους, όσο και σε τηλεφωνικές επικοινωνίες κατά τις οποίες τους ανάφερε ότι θα έπρεπε να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Βεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν την οφειλή τους και πάντα υπόσχονταν να τη διευθετήσουν. Ανάφερε μάλιστα ότι σε κάποιο στάδιο ρώτησε τον εναγόμενο 1 γιατί επέλεξε να δανειστεί σε ελβετικά φράγκα και της είπε ότι ήταν η σωστή απόφαση που την έλαβε μετά από συμβουλή της αδερφής του που εργαζόταν στην Κεντρική Τράπεζα. Του εισηγήθηκε τότε να μετατρέψουν το δάνειο τους σε ευρώ και αυτός αρνήθηκε λέγοντας ότι ανέμενε να πωλήσει ένα οικογενειακό ακίνητο και να ξοφλήσει την οφειλή. Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος από τη συνήγορο της εναγόμενης 2, τής υποβλήθηκε ότι οι επιστολές ουδέποτε ταχυδρομήθηκαν. Η ΜΕ4 απάντησε ότι αν οι επιστολές δεν παραλαμβάνονται, επιστρέφονται και μόνο τότε επικοινωνούν με τους πελάτες και τους ρωτούν αν είναι λανθασμένη η διεύθυνση. Ανάφερε ακόμα ότι θεωρούσε ότι ένα λάθος ψηφίο στην οδό, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να πάει η επιστολή και υπέδειξε ότι ο κωδικός [ ], [ ], είναι ορθός και ακόμα ότι εάν η εναγόμενη 2 δεν μένει στη [ ] 1 σημαίνει ότι έδωσε λανθασμένα στοιχεία. Εδώ σημειώνεται ότι η εναγόμενη 2 τελικά κατάθεσε ότι έμενε στην [ ] 1 (διεύθυνση του πατέρα της) το 2000 μέχρι το 2004 που μετακόμισε στην [ ] 5 (χωρίς να ειδοποιήσει την Τράπεζα) και ότι αυτή είναι η διεύθυνση των γονιών της. Σύμφωνα με τη νομολογία η διεύθυνση που καταγράφεται στις συμφωνίες που προσυπογράφουν οι δανειολήπτες, είναι δεσμευτική. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα η ΜΕ4 δήλωσε ότι και στις περιπτώσεις που στάλθηκε μια επιστολή και στους δύο εναγόμενους, η τράπεζα ορθά έπραξε, εφόσον ήταν παντρεμένοι και δεν ειδοποιήθηκε η τράπεζα για κάτι άλλο. Η μάρτυρας ανάφερε ότι όταν ξεκίνησαν οι καθυστερήσεις, τους κάλεσαν να τακτοποιήσουν την οφειλή και είχαν πάει και οι δύο μαζί και ενημερώθηκαν για τις οφειλές τους και ότι η ίδια προσωπικά μίλησε επανειλημμένα με την εναγόμενη 2 και ότι αυτά που κατάθεσε δεν μπορούσε να τα ξέρει αν δεν είχε μιλήσει μαζί τους, ότι δηλαδή θα πουλούσαν οικογενειακό ακίνητο και ότι η αδερφή του κ. Νικήτα δούλευε στην Κεντρική Τράπεζα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Νεοφύτου ότι ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Από τη μαρτυρία της μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Η κ. Παναγίδου (ΜΕ5), της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε, βεβαίωσε ότι προσυπέγραψε την αίτηση παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμ. 13), και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν στην παρουσία της. Επίσης ανάφερε ότι υπέγραψε τις επιστολές 19.06.2009, 21.12.2009, 21.06.2010, 21.12.2010, 29.04.2011 και 21.06.2011 που έχουν κατατεθεί ως μέρος του Τεκμ.
- Ακόμα ανάφερε ότι οι επιστολές ημερομηνίας 8.07.2011 στάλθηκαν μαζικά προς τους πελάτες εκείνη την ημερομηνία και γι' αυτό δεν φέρουν υπογραφή. Περαιτέρω ότι κατ' εκείνη την ημερομηνία τέθηκαν από τον κ. Γιώργο Καρλετίδη, κλητήρα της τράπεζας, η σχετική σφραγίδα με αριθμούς 658 σε ότι αφορά τον εναγόμενο 1 και 657 σε ότι αφορά την εναγόμενη 2 και από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν έχει επιστραφεί καμία επιστολή. Ανάφερε ότι τοποθέτησε τις επιστολές σε φάκελο, τις έδωσε στον κ. Καρλετίδη και τίποτα δεν επιστράφηκε. Περαιτέρω, έδωσε τις ίδιες εξηγήσεις σε ότι αφορά τη διεύθυνση με τις εξηγήσεις που είχε δώσει ήδη η ΜΕ
- Κατά την αντεξέταση της από τη δικηγόρο της εναγόμενης 2 της ζητήθηκε να αναγνωρίσει τις υπογραφές των εναγόμενων στο Τεκμ. 13 σε σχέση όμως με το οποίο η ΜΕ5 δεν είχε υπογράψει ως μάρτυρας και είπε ότι δεν ήταν σε θέση να τις αναγνωρίσει, απλά υπέθετε ότι ήταν των εναγόμενων. Σε ερώτηση ότι δεν υπάρχει η υπογραφή τους στις τέσσερις σελίδες της αίτησης πριν την τελευταία σελίδα η μάρτυρας απάντησε ότι για να υπογράψουν στο τέλος της αίτησης που είναι η σελίδα 8 σημαίνει ότι είδαν τις προηγούμενες και ότι θα έπρεπε να ήταν μωρά του δημοτικού για να υπογράψουν χωρίς να την διαβάσουν. Σε υποβολή ότι στα έντυπα δεν υπάρχει καμία υπογραφή της εναγόμενης 2 και όταν υποδείχθηκε το Τεκμ. 13 στην μάρτυρα, η μάρτυρας είπε ότι βλέπει την υπογραφή της εναγόμενης
- Είμαι αναγκασμένος να επισημάνω και εδώ ότι ανάλογη αντεξέταση δεν έγινε στην ΜΕ4 που ήταν μάρτυρας της υπογραφής της εναγόμενης 2 στο Τεκμ.
- Επομένως η σχετική ερώτηση κρίνω ότι αποσκοπούσε στην δημιουργία εντυπώσεων και μόνον. Σε υποβολή στην ΜΕ 5 ότι δεν υποβλήθηκε καμία αίτηση για παροχή δανείου από την εναγόμενη 2, η μάρτυρας απάντησε ότι όταν γίνει μία αίτηση οι πελάτες υπογράφουν μπροστά τους και γι' αυτό υπογράφουν και αυτοί την αίτηση δανείου την οποία υπογράφει η διευθύντρια και στην παρουσία τους υπογράφουν οι πελάτες και επιμαρτυρείται η υπογραφή τους. Υποβλήθηκε στη ΜΕ 5 ότι η κ. Νικολάου ουδέποτε τη συνάντησε στην τράπεζα με τη μάρτυρα να υποστηρίζει ότι συναντήθηκαν πολλές φορές στο κατάστημα Αγίου Νικολάου της τράπεζας. Υποβλήθηκε επίσης στην ΜΕ5 ότι οι εναγόμενοι χώρισαν σχεδόν μετά τη σύναψη του δανείου, δηλαδή τέλη του
- Προς διάψευση αυτού του ισχυρισμού έγινε παραπομπή από την συνήγορο της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 28.03.2018 στην αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, όπου η εναγόμενη 2 δήλωσε ότι ήταν σε διάσταση με τον εναγόμενο 1 από τον Ιούλιο του
- Κατά την μαρτυρία της για να διασκεδάσει την αντίφαση ανάφερε ότι ζούσαν μαζί από τον Ιανουάριο του 2012 αλλά δεν μιλιούνταν. Η ΜΕ5 ανάφερε μετά από πολλές υποβολές ότι δήθεν δεν έλαβε η εναγόμενη 2 τις επιστολές ότι: «εφόσον ερχόταν η κα Φιόνα και ήταν ενήμερη για το δάνειο δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ενημερωνόταν και από τον κ. Νικήτα». Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Παναγίδου η οποία ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων/τεκμηρίων και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Από τη μαρτυρία της μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Η κ. Επιφανίου (ΜΕ6), της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο ΣΤ, ήταν και αυτή μάρτυρας της υπογραφής στη συμφωνία Τεκμ. 1 και επί της Συμφωνίας και δήλωσης της υποθήκευσης ακινήτου το Τεκμ.
- Αναγνώρισε τις υπογραφές και ανάφερε ότι ουδέποτε επιβεβαίωσε υπογραφές πελατών της τράπεζας χωρίς αυτές να έχουν τεθεί στην παρουσία της. Κατά την αντεξέταση της απέρριψε υποβολή ότι ουδέποτε ήταν μπροστά σε οποιαδήποτε υπογραφή. Σε υποβολή ότι της έφεραν το έγγραφο συμφωνία (Τεκμ. 1) με τις υπογραφές και το μαρτύρησε εκ των υστέρων, η ΜΕ6 απάντησε «όταν υπέγραψαν οι πελάτες μαρτυρήσαμε εμείς τις υπογραφές τους». Επιβεβαίωσε ότι είδε τους πελάτες και διαφώνησε με υποβολή ότι η εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε ενώπιον της. Εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με παραδοχή της ίδιας της εναγόμενης 2 διά της δικηγόρου της η οποία προηγήθηκε και συγκεκριμένα στις 31.07.2019 είχε παραδεχτεί την υπογραφή της επί του Τεκμ. 1 (και του Τεκμ. 2). Επομένως φανέρωσε για μια ακόμα φορά την ανακολουθία στις θέσεις της. Συζήτηση στη συνέχεια έγινε και για το πληρεξούσιο (Τεκμ. 15), που μέχρι εκείνη τη στιγμή η εναγόμενη 2 ισχυριζόταν ότι δεν το υπέγραψε και η πλευρά της ανέλαβε να δει το ζήτημα και ενδεχομένως να προέβαινε σε παραδοχή του, όπως και έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι κατά την 22.07.2020 ότι πρόκειται πράγματι για την υπογραφή της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Επιφανίου (ΜΕ6) καθώς κρίνεται ως ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων/ τεκμηρίων τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Από τη μαρτυρία της μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Κρίνω ότι το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας από πλευράς ενάγουσας χαρακτηριζόταν από ειλικρίνεια, ήταν πειστική, χωρίς αντιφάσεις και κρίνεται ως αξιόπιστη βασιζόμενη όπου οι ΜΕ δεν είχαν προσωπική εμπλοκή και προσωπική γνώση σε έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Οι ΜΕ δεν είχαν κανένα προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Η παρουσία τους στο Δικαστήριο αποσκοπούσε στο να καταθέσουν με ειλικρίνεια όσα γεγονότα αφορούσαν την υπόθεση. Κατά την αντεξέτασή τους παρέμειναν σταθεροί στις απαντήσεις τους, και τεκμηριωμένα και χωρίς κενά ή ενδοιασμούς απαντούσαν σε όσα ρωτήθηκαν. Κρίνω ότι η μαρτυρία τους είναι τέτοιας υφής η οποία μου επιτρέπει να εξαγάγω ασφαλή συμπεράσματα ως προς κάθε πτυχή των επίδικων Συμφωνιών. Η μαρτυρία του εναγόμενου 1: Ο εναγόμενος 1 σε σχέση με την αίτηση πιστοδότησης (Τεκμ. 13), ανάφερε ότι πρόκειται για έγγραφο που αποτελείται από δύο μέρη, τις πρώτες έξι σελίδες που έχουν τίτλο αίτηση για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς ιδιώτες και την τελευταία σελίδα που έχει άλλο τίτλο και συγκεκριμένα, αίτηση στεγαστικού δανείου. Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα τα οποία τεχνηέντως η ενάγουσα τοποθέτησε μαζί «για να καλύψουν το δόλο και την απάτη τους». Δεν διαβλέπω όμως πως το γεγονός αυτό, της σύνδεσης δηλαδή των δύο εγγράφων προκάλεσε οποιανδήποτε σύγχυση στον εναγόμενο 1 και γιατί να ανάγεται αυτό το ζήτημα ως μείζον. Αναμφίβολα επρόκειτο για δύο ξεχωριστά έγγραφα η σημασία των οποίων ήταν αυτοτελής και για τούτο χρειάστηκε να τεθούν υπόψη και των εναγόμενων και να τεθούν υπογραφές από τους συμβαλλόμενους, όπως και παρουσιάζονται σε αυτά. Το πότε αυτά συνδέθηκαν κατά τον τρόπο που συνδέθηκαν με συνδετήρα δεν αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία. Εξάλλου το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας καταρρίπτει τις οποιεσδήποτε αιτιάσεις ότι η σύνδεσή τους όπως αυτά παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπέκρυπτε κάποια σκοπιμότητα από πλευράς των λειτουργών της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 αμφισβήτησε τα στοιχεία που αναγράφει η ίδια αίτηση σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις των εναγόμενων, λέγοντας ότι δεν είχαν τέτοιες καταθέσεις (εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δικηγόρος του δεν υπέβαλε κάτι τέτοιο στην ΜΕ1 ή σε οποιονδήποτε εκ των μαρτύρων της ενάγουσας), και ισχυρίστηκε ότι η αίτηση στεγαστικού δανείου έγινε μόνο από την εναγόμενη 2 και μόνο μετά από τεράστια πίεση της κ. Ιερείδη υπέγραψε κι' αυτός. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του αυτή είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτήν την οποία ισχυρίστηκε και προώθησε η εναγόμενη 2, ότι δηλαδή η ίδια η εναγόμενη 2 περιλήφθηκε στην αίτηση με πίεση του ιδίου και της κ. Ιερείδη. Παρόλο ότι πρόκειται για μη δικογραφημένη θέση η οποία ούτως ή άλλως θα πρέπει να αγνοηθεί. Αλλά ακόμα και αν ήταν δικογραφημένη, λέγω ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε νομική σημασία, αφού ο εναγόμενος 1 υπέγραψε και έλαβε το επίδικο δάνειο. Ο εναγόμενος 1 διέψευσε ότι διατηρούσε κεφάλαια στην Σιγκαπούρη και στην Ελβετία όπως αναφέρεται στο Τεκμ. 13 και αρνήθηκε ότι είναι μεγαλομέτοχος σε εταιρεία που είναι ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου στη Λεμεσό αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι κατέχει το ¼ του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής. Ο εναγόμενος 1 σχολιάζοντας τη Βασική Συμφωνία, που είναι πράγματι τυποποιημένη συμφωνία, στην οποία καταγράφεται το ποσό, το είδος του νομίσματος και ο τύπος των δανείων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων που θα χορηγηθούν από την τράπεζα στον πελάτη θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση της τράπεζας, χαρακτήρισε τον όρο αυτό ως καταπιεστικό. Η θέση όμως αυτή του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να τύχει θετικής σύγκλησης εφόσον είναι αυτονόητο ότι ο πελάτης της τράπεζας θα μπορούσε να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα, με την έγκριση του να είναι στην απόλυτη κρίση της τράπεζας, δηλαδή οποιαδήποτε αίτηση δανείου θα μπορούσε να απορριφθεί ή να τεθούν όροι για μεγαλύτερες δόσεις, μικρότερη περίοδο αποπληρωμής, περισσότερες εξασφαλίσεις κ.ο.κ. Εν προκειμένω όμως συμφωνήθηκαν οι όροι οι οποίοι αποτυπώνονται στο Τεκμ.
- Σε σχέση με το επιτόκιο ισχυρίστηκε ότι, η αναφορά σε κυμαινόμενο επιτόκιο αναφερόταν στο libor, ενώ το πρόσθετο ήταν σταθερό. Πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας του σχετικού όρου στο έγγραφο το οποίο θα με απασχολήσει στο κατάλληλο σημείο της απόφασης και όχι μαρτυρίας όπως αυτή παρείσφρησε. Ο εναγόμενος 1 κατέκρινε τον όρο ότι δεν μπορούσαν να ενοικιάσουν το σπίτι χωρίς την άδεια της τράπεζας λέγοντας τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: «μετά που χωρίσαμε με την κα Νικολάου το 2011 αρχές του 2012 δεν θυμάμαι και έπρεπε να εγκαταλείψουμε το σπίτι είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν είχαμε ούτε την άδεια να το ενοικιάσουμε ούτως ώστε από τα εισοδήματα της ενοικίασης να πληρώνεται το δάνειο. Μας απαγόρευαν και αυτό το πράγμα. Δεν μας είπαν μια φορά κοιτάξετε γιατί δεν το ενοικιάζετε από τη στιγμή που γνώριζαν τα προβλήματα μας». Κατά την αντεξέταση του, τού υποδείχτηκε ότι μπορούσαν να το νοικιάσουν με τη συγκατάθεση της τράπεζας, την οποία (συγκατάθεση) παραδέχτηκε ότι ουδέποτε ζήτησαν και την οποία δέχθηκε ότι ουδέποτε αρνήθηκε η τράπεζα. Σε ό,τι αφορά το νόμισμα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η κα Ιερείδη τους είπε ότι τέλος του 2006 δεν έδιδε καμία τράπεζα δάνειο σε λίρες επειδή το 2008 η Κύπρος θα έμπαινε στην νομισματική ένωση, οπότε τότε συμβουλεύτηκε την αδερφή του η οποία διαπραγματευόταν στην Φραγκφούρτη με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το κλείδωμα της κυπριακής λίρας με το ευρώ και του εισηγήθηκε τα ελβετικά φράγκα ως το πιο σταθερό νόμισμα παραδεχόμενος ότι ήταν η εισήγηση της αδερφής του η σύναψη του επίδικου δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η θέση του βέβαια ότι δήθεν δεν δάνειζε καμιά τράπεζα σε κυπριακές λίρες τα τέλη του 2006 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και δεν υποστηρίχθηκε άλλως πως. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι οι εναγόμενοι ήταν άνθρωποι μορφωμένοι (λογιστής και δικηγόρος), οι οποίοι ασφαλώς δεν παρουσίασαν εικόνα αγαθών και αμαθών ανθρώπων με άγνοια δανειακών συμβάσεων. Ήταν δε η παραδοχή του εναγόμενου 1 ότι είχε συμβουλευτεί την αδελφή του προς τούτο, που ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της Κεντρικής Τράπεζας, που είχε γνώση του αντικειμένου και είναι αντιληπτό ότι ο εναγόμενος 1 θα πληροφορείτο ότι μια τέτοια θέση δεν ευσταθούσε. Ο εναγόμενος 1 όπως και η εναγόμενη 2 στη δική της κατάθεση ανάφεραν ότι καυγάδισαν μεταξύ τους εκείνη τη μέρα χωρίς να είναι σύμφωνοι κατά την αντιφατική προς τούτο μαρτυρία τους για ποιο ζήτημα καυγάδισαν. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η διεύθυνση αποστολής των επιστολών ήταν λανθασμένη γιατί έμενε στην [ ] 5 και ότι το 2009 και το 2010 διαμαρτυρήθηκε για την αλλαγή της δόσης και του επιτοκίου, αλλά η κα Ιερείδη τον καθησύχασε. Ο εναγόμενος 1 διαμαρτυρήθηκε γιατί σε κάποιες από τις επιστολές του Τεκμ. 6 αναφέρεται ότι το συνολικό επιτόκιο είναι non-applicable θεωρώντας ότι αυτό σημαίνει ανεφάρμοστο. Επικαλέστηκε αόριστα αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, για τη μετατροπή του ελβετικού φράγκου σε ευρώ. Ανάφερε ότι θα έπρεπε η μετατροπή να γινόταν με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την έναρξη της δανειοδότησης και αυτό που έγινε από την τράπεζα, το να εφαρμόζει την ισοτιμία του ουσιώδους χρόνου, του προκάλεσε ζημιά €73.
- Ανάφερε επίσης ότι η δόση του δανείου θα έπρεπε να μειωθεί αφού το Libor έπεσε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή τερματισμού, κάτι που δεν ισχυρίστηκε στο δικόγραφο της υπεράσπισής του, ισχυρισμός ο οποίος δεν γίνεται αποδεκτός και για τους λόγους που θα εξηγηθούν και στη συνέχεια κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε ως Τεκμ. 53 δική του επιστολή ημερομηνίας 19.04.2012 που ήταν ήδη κατατεθειμένη ως Τεκμ. 14 με τη διαφορά ότι αυτή που κατατέθηκε ως Τεκμ. 53 έχει μια χειρόγραφη σημείωση ημερομηνίας 24.04.2012 με την οποία φαίνεται ότι απορρίφθηκε το αίτημα του να υπάρξει αναστολή δόσεων μέχρι 30.06.2012 προκειμένου να ξοφλήσει το δάνειο του ή να αποπληρώσει όλες τις καθυστερημένες δόσεις μέχρι και την πιο πάνω ημερομηνία. Διαφάνηκε όμως από τη μαρτυρία που αποδέχθηκα πιο πάνω των μαρτύρων της ενάγουσας, ότι δόθηκε χρόνος στον εναγόμενο 1 αφού ο τερματισμός δεν έγινε παρά στις 13.07.2012 (Τεκμ.5). Ισχυρίστηκε επίσης ότι μέχρι την ημερομηνία της επιστολής του δεν θα υπήρχαν καθυστερήσεις στο δάνειο, αν η τράπεζα το χειριζόταν σωστά. Ισχυρίστηκε ότι του έδωσαν να υπογράψει την επιστολή προσφοράς πριν τη διαβάσει και πριν τη συζητήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ενδιάμεσος λογαριασμός έγινε πολύ πιο μετά και δεν έλαβε ποτέ τέτοια statements. Επίσης είπε χαρακτηριστικά «έφκαλε η γλώσσα μου μαλλιά με την κα Ιερείδη, οι φωνές μας ακούγονταν εις το Μεξικό κ. Πρόεδρε» αναφερόμενος στις αλλαγές των επιτοκίων και στα γράμματα που σε προηγούμενο στάδιο ανάφερε ότι δεν λάμβανε, κάτι που δείχνει επίσης την ανακολουθία των ισχυρισμών του. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η κ. Ιερείδη μόνο που δεν τον έδειρε για να δεχτεί τα ελβετικά φράγκα (που κατά τα άλλα δέχτηκε ότι του το σύστησε η αδερφή του). Είπε ακόμα ότι δεν μπορεί η ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι ήταν έμπειρος ελεγκτής γιατί δεν είχε γνώσεις για νομίσματα και συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αρνήθηκε ότι έπαιρνε τις ειδοποιήσεις οι οποίες στέλνονταν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, ενώ προηγουμένως είχε ισχυριστεί ότι έκανε καυγάδες ακριβώς για τις επιστολές αυτές. Στην αντεξέταση του ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί υποτίθεται η τράπεζα επέμενε να είναι αυτός συνοφειλέτης του δανείου και ότι αν επρόκειτο απλά για ζήτημα εξασφάλισης, θα μπορούσε να του είχε ζητηθεί να είναι εγγυητής. Σε ό,τι αφορά τη σύναψη του δανείου στο όνομα και των δύο, υποβλήθηκε στον εναγόμενο 1 ότι η θέση της ενάγουσας ήταν ότι αυτό ζητήθηκε από τους ίδιους τους εναγόμενους προκειμένου να υπάρξει μικρότερη επιβάρυνση σε μεταβιβαστικά. Τέθηκαν στη συνέχεια στον εναγόμενο 1 οι θέσεις της εναγόμενης 2 όπως αυτές προβάλλονται στο δικόγραφο της υπεράσπισής της, που είναι ακριβώς αντίθετες, δηλαδή ότι αυτός την εξανάγκασε να προβεί στη σχετική αγορά και στο δανεισμό. Συγκεκριμένα του τέθηκε η θέση της παρ. 20 της υπεράσπισης της εναγόμενης 2, σύμφωνα με την οποία η απαίτηση οφείλεται στη συμπαιγνία, το δόλο, απάτη, ψυχική πίεση που διενήργησε η ενάγουσα σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 1 και στην υποπαράγραφο (ι) αναφέρεται ότι η ενάγουσα έδρασε από κοινού και/ή κεχωρισμένα με τον εναγόμενο 1 με δόλο. Στην παρ. (λ) ότι η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες δόλιες και σε συμπαιγνία με τον εναγόμενο
- Στην παρ. (ν) ότι η ισχυριζόμενη αγορά εξοχικής κατοικίας ήταν επιλογή του εναγόμενου 1 χωρίς τη συγκατάθεση της εναγόμενης
- Στην παρ. (π) ισχυρίζεται ότι η υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου ήταν αποτέλεσμα της ψυχικής πίεσης και σωματικής βίας και εξαναγκασμού από τον εναγόμενο
- Στην παρ. 3 ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το δάνειο, την επιστολή προσφοράς δανείου και την υποθήκη κατ' ακολουθία σωματικής πιέσεως και ψυχικής πιέσεως και εξαναγκασμού και εκμετάλλευσης από τον εναγόμενο
- Στην παρ. (α) ότι την εκβίασε ότι αν δεν υπέγραφε τη συμφωνία δανείου θα εγκατέλειπε την οικία και θα προχωρούσε σε καταχώριση αίτησης διαζυγίου. Στην παρ. (ε) της παρ. 23 ότι υπέγραψε ακολούθως εξασκήσεως σωματικής βίας εις βάρος της από τον εναγόμενο 1, ενώ στην παρ. (ζ) ότι την απειλούσε ότι θα διακόψει οποιαδήποτε επαφή μαζί της σε περίπτωση που αρνιόταν να υπογράψει τις συμφωνίες με την ενάγουσα. Στην παρ. (γ) ότι την πίεζε να υπογράψει ένεκα του ισχυριζόμενου νομιζόμενου υψηλού οικογενειακού και κοινωνικού status του και καταλήγοντας στην παρ. 24 ότι οι συμφωνίες απορρέουν και επηρεάζονται από τη σωματική πίεση και ψυχική πίεση (andue-influence) και εξαναγκασμό (coercion) και την εκμετάλλευση αυτής από τον εν διαστάσει σύζυγο της και/ή από το δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις που ο εναγόμενος 1 προέβη σε βάρος της εναγόμενης
- Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί κρίνω ότι προβλήθηκαν στην προσπάθεια των εναγόμενων να απεκδυθούν των συμβατικών υποχρεώσεων τους έναντι της ενάγουσας ή να τις φορτώσουν ο ένας στον άλλο. Είναι παράγοντας ο οποίος δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά τη συνολική θεώρηση της μαρτυρίας τους. Κρίνω ότι συνιστούσαν μια απέλπιδα προσπάθεια μήπως πείσουν και απαλλαχθούν από τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Ο εναγόμενος 1 ανάφερε ότι δεν έγινε τίποτε από όλα αυτά «δεν ξέρω γιατί τα έγραψε, σωματική βία δεν υπήρξε, φωνές ναι, αλλά ούτε την άγγιξα». Είπε δε ότι οι καυγάδες που έκαναν ενώπιον της κ. Ιερείδη ήταν επειδή ούτε ο ένας καταλάβαινε ούτε ο άλλος. Προκύπτει όμως εύλογο το ερώτημα γιατί να φωνάζει κάποιος επειδή δεν καταλάβαινε; Ανάφερε ότι το σπίτι το είχε βρει η κ. Νικολάου, δηλαδή η εναγόμενη
- Όταν ρωτήθηκε τι ακριβώς δεν καταλάβαινε η κ. Νικολάου και φώναζε την ώρα που έπρεπε να υπογράψει το δάνειο, είπε «ρωτήστε την ίδια». Και στη συνέχεια ότι: «ήμουν παρών, αλλά δεν είμαι ψυχολόγος». Ο εναγόμενος 1 συνέχιζε να μην εξηγεί γιατί έβαλε τις φωνές στην εναγόμενη 2 και τελικά είπε ότι ήθελε αυτή να αντιληφθεί τι είναι τα ελβετικά φράγκα και το επιτόκιο και αυτός δεν καταλάβαινε και δεν μπορούσε να της εξηγήσει και γι' αυτό η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Αντεξεταζόμενος γιατί όλα αυτά τα λέει πρώτη φορά ο ίδιος κατά την μαρτυρία του και δεν τα έθεσε στους μάρτυρες της ενάγουσας και ιδίως στις ΜΕ4 και ΜΕ5 που ήταν μάρτυρες των υπογραφών του και συγκεκριμένα γιατί δεν τους είπε ότι η κ. Ιερείδη τον υποχρέωσε να υπογράψει ή ότι ήταν η κ. Νεοφύτου (ΜΕ4), που τον έβαλε να υπογράψει και να ετοιμάσει την επιστολή 19.04.2012, ανάφερε ότι δεν ήξερε να ρωτά και να κάνει αντεξέταση. Σημειώνεται όμως σχετικά ότι ούτε καν δικογραφείται ένας τέτοιος ισχυρισμός που επιτείνει την εντύπωση μου περί όψιμων και ψευδών ισχυρισμών. Ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί δεν πήραν τις Συμφωνίες να τις διαβάσουν με την ησυχία τους στο σπίτι και να πήγαιναν την επόμενη να υπογράψουν ή και να μην πάνε καθόλου αν διαφωνούσαν με τους όρους της. Υποβλήθηκε επίσης στον εναγόμενο 1 ότι δεν ήταν λογική η θέση ότι το 2006 δήθεν δεν γίνονταν δάνεια σε λίρες και αυτός απάντησε ότι του φάνηκε λογικό. Πρόκειται όμως για μη δικογραφημένη θέση η οποία δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να της αποδοθεί οποιαδήποτε σημασία. Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί υπέγραψε τα Τεκμ. 1 και 2 με διεύθυνση λανθασμένη, όπως ισχυρίστηκε εκ των υστέρων. Επίσης ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τη θέση του ότι δήθεν δεν γνώριζε τις νομικές επιπτώσεις μιας υποθήκης και ανάφερε διαφοροποιούμενος ότι τότε που υπέγραφε, έπαιρνε πολλά χρόνια να γίνει εκποίηση υποθήκης, κάτι που αποδεικνύει ότι γνώριζε τις διαδικασίες. Υποβλήθηκε στον εναγόμενο 1 και αυτός συμφώνησε ότι ουδέποτε ζήτησε τη συγκατάθεση της τράπεζας για να ενοικιάσει το σπίτι. Ισχυρίστηκε ότι οι καυγάδες του με την κ. Ιερείδη ήταν για το non-applicable. Στη συνέχεια δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί πλήρωνε την αυξημένη δόση αντί να την αμφισβητήσει είτε ο ίδιος είτε μέσω δικηγόρου, όπως ήταν και η σύζυγος του και άμεσα εμπλεκόμενη στη δανειοδότηση. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια η κα Ιερείδη του έλεγε να μην λαμβάνει υπόψη την αύξηση του επιτοκίου. Του υποβλήθηκε ότι η επιστολή του (Τεκμ. 14), ανατρέπει όλα όσα ανάφερε ψευδώς στο Δικαστήριο, οπότε ισχυρίστηκε ότι δήθεν του την υπαγόρευσε η ΜΕ4 την οποία όμως και δεν αντεξέτασε. Δεν μπόρεσε ασφαλώς να εξηγήσει γιατί ανάφερε τότε ότι είχε καθυστερήσεις, ενώ σήμερα λέει ότι δεν είχε. Είπε δε για πρώτη φορά ότι απέσυρε το περιεχόμενο της επιστολής εκείνης προφορικά, ενώ προηγουμένως ανάφερε ότι αυτό που είναι καταγεγραμμένο με το χέρι ότι δηλαδή απορρίπτεται η πρόταση του, ήταν κάτι για το οποίο δεν ενημερώθηκε. Αξιοσημείωτη ήταν η επίκληση ειδικού μάρτυρα τον οποίο όμως ποτέ δεν κλήτευσε για να μαρτυρήσει. Σχολιάζοντας τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 αλλά και την εν γένει στάση του κατά την ακροαματική διαδικασία, σημειώνω ότι όταν ανέκυψε το ζήτημα με την αποχώριση του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπούσε μέχρι κάποιο σημείο του παρασχέθηκε η δυνατότητα να διορίσει κάποιον άλλο και υπέρ αρκετός χρόνος προς τούτο όπως ζητούσε χωρίς εν τέλει να το κάμει. Ήταν επιλογή του να μην αντεξετάσει τους μάρτυρες της ενάγουσας όπως και να μην προχωρήσει με αγόρευση παρόλο ότι κάθε φορά το Δικαστήριο φρόντιζε να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της διαδικασίας ηλεκτρονικά. Ως προς το ζήτημα του ποιος ήθελε την εξοχική κατοικία και ποιος πίεσε τον άλλο, είναι ζήτημα που αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο εναγόμενων και καθόλου δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ως προς τα επίδικα ζητήματα. Αυτό άπτεται ενδεχομένως των περιουσιακών τους σχέσεων. Η όποια διαφορά τους ως προς το ζήτημα αυτό δεν επηρεάζει την υπόθεση της ενάγουσας καθώς η τελευταία τους χορήγησε δάνειο με δική τους αίτηση. Η σημαντικότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου 1 αφορούσε το ζήτημα του ποιος επέλεξε το ελβετικά φράγκα. Παραδέχτηκε ότι επικοινώνησε με την αδερφή του, η οποία τότε διαπραγματευόταν την ισοτιμία της Λίρας με το Ευρώ στην Φραγκφούρτη και ότι αυτή του έδωσε συμβουλή να δανειστεί σε ελβετικά φράγκα. Προχώρησε όμως και πρόσθεσε την εκδοχή για πρώτη φορά ότι η κ. Ιερείδη του είπε τότε, το 2006, ότι δήθεν καμία τράπεζα δεν δάνειζε σε κυπριακές λίρες, εκδοχή η οποία όμως δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τον ως άνω λόγο, ότι δηλαδή ήταν κατόπιν παρότρυνσης της αδελφής του ως ανωτέρω, όπως και η επί του ίδιου ζητήματος η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ 4 η οποία ως άμεση και αυθόρμητη έγινε αποδεκτή και επιβεβαίωσε ότι ήταν επιθυμία του εναγόμενου 1 ο δανεισμός σε ελβετικά φράγκα, την οποία υιοθέτησε με την υπογραφή της και η εναγόμενη
- Απορρίπτω τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 η οποία όπως καταγράφηκε και πιο πάνω χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, αναλήθειες, ανακολουθίες, ήταν χωρίς ειρμό και η οποία δεν συνάδει καθόλου με τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος υπέγραψε και διέπουν την επίδικη συμφωνία δανειοδότησης του. Δεν μπορώ να στηριχτώ σε αυτή για εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος. Μαρτυρία για την εναγόμενη 2: Ο κ. Παρέα (ΜΥ1), εξήγησε ότι ασχολείται με τα χρηματοοικονομικά από το 2000 και ότι ήταν για 15 χρόνια υπάλληλος στην Alpha Bank και από το 2016 διατηρεί δικό του γραφείο, με αντικείμενο εργασίας την αναδιατύπωση δανειακών συμβάσεων και λογαριασμών, αφαιρώντας ό,τι θεωρείται καταχρηστικό. Ο ΜΥ 1 αναγνώρισε τα Τεκμ. 1, 2 και 3, δηλαδή η Βασική Συμφωνία, την επιστολή προσφοράς και την Υποθήκη καθώς και τα Τεκμ. 9 και 10 όπως και το Τεκμ.5 που είναι η επιστολή τερματισμού και στη συνέχεια ανάφερε ότι είχε δει όλα τα έγγραφα τα οποία κατέθεσαν ως τεκμήρια οι μάρτυρες της ενάγουσας και παρά το γεγονός η εναγόμενη 2 παραδέχτηκε ότι υπέγραψε τη Σύμβαση Δανείου με δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετούς μήνες προηγουμένως ενώ ο μάρτυρας ανάφερε ότι τον πληροφόρησε ότι δεν την υπέγραψε. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι αντέγραψαν όλες τις μεταβολές που έχουν γίνει στον λογαριασμό από την πρώτη ημερομηνία ανοίγματος μέχρι τις 13.07.2012 και αφαίρεσαν οποιεσδήποτε καταχρηστικές χρεώσεις, επαναυπολόγισαν τους τόκους με βάση τις 365 μέρες και τα επιτόκια του libor ανανεωμένα κάθε έξι μήνες, τον τόκο που θα έπρεπε κατά την άποψη τους να χρεωνόταν ο λογαριασμός και επαναυπολόγισαν τις καταθέσεις δόσεων με σταθερή ισοτιμία κατά το χρόνο ανοίγματος του λογαριασμού. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε εκτεταμένα στους όρους που περιέχονται στις συμφωνίες για το επιτόκιο και ανάφερε ότι ήταν αντιφατικοί και αποφάνθηκε ότι ο όρος ότι το επιτόκιο θα ήταν λογιζόμενο κατά την κρίση της τράπεζας, ήταν καταχρηστικός. Ανάφερε ότι ο όρος αυτός έχει ήδη κριθεί ως καταχρηστική ρήτρα από το διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή. Ανάφερε ότι η επιστολή προσφοράς δεν αποτελεί σύμβαση ακόμα και αν έχει γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας ανάφερε περαιτέρω ότι στη Βασική Συμφωνία δεν γίνεται αναφορά στο ποσό του δανεισμού ή στη δόση ή για το επιτόκιο και ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν ορθό να λέει η τράπεζα ότι μπορεί να αλλάζει το επιτόκιο κατά την κρίση της, αφού βασικό επιτόκιο ήταν το libor. Επίσης ο μάρτυρας είπε ότι οι όροι δεν είχαν διαφάνεια και φαίνεται ότι δεν ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης. Ανάφερε ακόμα ότι σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στη σελ. 6 του Τεκμ. 13, της χορήγησης του δανείου θα έπρεπε να προηγηθεί η υπογραφή της σχετικής αίτησης για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δεν υπογράφτηκε. Διαφάνηκε βέβαια από την αντεξέταση του ότι εννοούσε ότι δεν ήταν υπογραμμένη η έγκριση από την τράπεζα, εναποθέτοντας σε αυτή την υποχρέωση να έφερνε και την εσωτερική έγκριση. Σε ό,τι αφορά την απόφαση του να αναδιατυπώσει το δάνειο με βάση την αρχική ισοτιμία, επικαλέστηκε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκε στις 16.04.2018 στην ερώτηση Σλοβενικής Βουλής ως Τεκμ.
- Καταγράφω αυτούσια τη θέση του μάρτυρος από τα πρακτικά, λόγω της σημαντικότητα της την ερμηνεία που έδωσε σε αυτή τη γνωμάτευση: «Η Σλοβενία ρωτά για το χειρισμό δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία είχαν χορηγηθεί μεταξύ των ημερομηνιών 28.6.2004 - 31.12.
- Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι ότι πρέπει να παίρνεται το αρχικό το ποσό να μετατρέπονται οι δόσεις που είχαν δοθεί σε Ευρώ και να υπολογίζεται τόκος επ' αυτού είτε βάση του βασικού δείκτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είτε βάση Euribor που είναι ο δείκτης πάλι του Ευρώ, πλέον το περιθώριο που συμφωνείτο αρχικά στα δάνεια αυτά». Μια απλή ανάγνωση του εγγράφου αποδεικνύει ότι σε καμία περίπτωση δεν έδωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τέτοια γνώμη. Το ζήτημα αυτό θα με απασχολήσει και στη συνέχεια. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, κατά την ημερομηνία τερματισμού, το αξιούμενο ποσό θα έπρεπε να ήταν 228.370,52 φράγκα ή €140.276,89, με τόκο 6 μηνών Libor, συν 1.5%. Επίσης είπε ότι εάν το δάνειο είχε δοθεί σε Ευρώ, το ποσό θα ήταν €138.665,
- Από τον πιο πάνω υπολογισμό προκύπτει ότι με τον επαναϋπολογισμό των συναλλαγών με την αρχική ισοτιμία, οι δανειολήπτες μεταφέρουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στην τράπεζα, δηλαδή αυτοί δεν επηρεάζονται καθόλου από τον συναλλαγματικό κίνδυνο και είναι ως αν να είχαν συμβληθεί με το εγχώριο νόμισμα. Ο ΜΥ 1 όμως προχώρησε και σε νομική γνωμάτευση η οποία συνίστατο στο ότι, βάσει του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμου, ακόμα και για δανεισμούς οι οποίοι είχαν τερματιστεί προγενέστερα της τροποποίησης του 2014, η τράπεζα είχε το βάρος να αποδείξει τη ζημιά της και εφόσον δεν έφερε μαρτυρία, το δάνειο δεν έπρεπε να φέρει τόκο υπερημερίας. Επίσης ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμ. 56Α, κατάσταση σύμφωνα με την οποία κατά την 31.12.2020 το υπόλοιπο του δανείου θα έπρεπε να ήταν €159.142,69 πλέον τόκους από 1.01.2021 πλέον 1.5%. Σημειώνεται ότι η σχετική κατάσταση αποκαλύφτηκε τη μέρα της ακρόασης και οι μάρτυρες της ενάγουσας δεν αντεξετάστηκαν επ' αυτής, ούτε τους είχε δοθεί το έγγραφο προηγουμένως ώστε να μπορέσουν να καταθέσουν τη δική τους άποψη. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανάφερε ότι υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποία οι δόσεις θα έπρεπε να είναι με την αρχική δόση και επαναυπολόγισε τις δόσεις που καταβλήθηκαν με την αρχική ισοτιμία του δανεισμού και υπάρχει διαφορά 13.000 φράγκων, ενώ βρήκε διαφορά 14.554 φράγκα σε σχέση με τα επιτόκια που επέβαλε η τράπεζα. Σε ό,τι αφορά τον τόκο υπερημερίας είπε ότι η διαφορά από το 2006 - 2012 ήταν μόνο €
- Ανάφερε ότι δεν εντόπισε οτιδήποτε που να δείχνει ότι η δόση θα αυξανόταν, ενώ είπε επίσης ότι αν υπολόγιζε τις πληρωμές της εναγόμενης 2 με την αρχική ισοτιμία και πάλι θα προέκυπταν κάποιες καθυστερήσεις δόσεων. Ο μάρτυρας (ΜΥ 1), ανάφερε ότι το libor τη μέρα του τερματισμού ήταν 0.178 και άρα το επιτόκιο μετά τον τερματισμό θα έπρεπε να ήταν αυτό, πλέον 1.5%. Διευκρίνισε ότι τα πρώτα δυο χρόνια τηρείτο η συμφωνία σε σχέση με τα επιτόκια, δηλαδή μέχρι το σημείο που το πρόσθετο επιτόκιο ήταν 1.5%, και τούτο όταν υποστήριξε γενικά ότι ο συγκεκριμένος όρος ήταν αδιαφανής και αντιφατικός. Στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε συμφωνία του εναγόμενου 1 για την αύξηση του επιτοκίου. Κατέθεσε έγγραφο με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επίσης δήλωση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις που παρουσίασε η τράπεζα ο μάρτυρας ανάφερε ότι συμφωνεί με το σενάριο 4Γ (Τεκμ. 35), το οποίο καταλήγει σε ποσό €139.110,38σ. Και τούτο επισημαίνω όταν είχε υποβληθεί στην κ. Θεμιστοκλέους (ΜΕ 3), ότι οι υπολογισμοί των αναδομημένων καταστάσεων που παρουσίασε ήταν λανθασμένοι. Αυτό από μόνο του δείχνει αντιφατικότητα ως προς τις θέσεις που η εναγόμενη 2 θέλησε να παρουσιάσει με τη μαρτυρία των μαρτύρων εμπειρογνωμόνων όπως τους παρουσίασε. Παρόλα αυτά ο ίδιος μάρτυρας ανάφερε ότι θεωρεί ότι οι λογαριασμοί είναι ξοφλημένοι σύμφωνα με όσα καταγράφονται στο Τεκμ. 10 ημερομηνίας 13.01.2012, λέγοντας επίσης ότι υπάρχουν προπληρωμές γύρω στα 12.000 φράγκα και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμ.
- Στη συνέχεια ο μάρτυρας εκφράζοντας επί της ουσίας νομική άποψη ανάφερε ότι η τράπεζα «παραβίασε τα τραπεζικά θέσμια και την εύλογη επιμέλεια» καθ' ότι η υπογραφή της προσφοράς και της Συμφωνίας είναι υπογραμμένα την ίδια μέρα, το ίδιο και η υποθήκη, άρα κατά την άποψη του η εναγόμενη 2 δεν πρόλαβε να διαπραγματευτεί. Ανάφερε επίσης ότι γνωρίζει ότι την τότε περίοδο υπήρχε πίεση από τις τράπεζες για τη συνομολόγηση του δανείου σε ξένο νόμισμα για τον λόγο ότι οι τράπεζες λάμβαναν δάνειο το ισόποσο του δανείου που χορηγούσαν και δεν επηρεαζόταν η ρευστότητα τους. Πρόκειται όμως για θέση η οποία ουδέποτε τέθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας με το να τη σχολιάσουν. Ο μάρτυρας (ΜΥ 1), αναφέρθηκε στη βασική συμφωνία λέγοντας ότι αποτελεί ένα γενικό έγγραφο και δεν υπάρχει οτιδήποτε συγκεκριμένο σε ότι αφορά τα επιτόκια και ότι επειδή κατά τη γνώμη του οι όροι για τα επιτόκια είναι αντιφατικοί, θα πρέπει να μην χρεωθεί οποιοσδήποτε τόκος και να πληρώσει η πελάτιδα του μόνο το αρχικό ποσό της χορήγησης μείον οι καταθέσεις, θέση που δεν είναι καν δικογραφημένη. Κατάθεσε επ' αυτού το Τεκμ. 68 σύμφωνα με το οποίο φαίνεται το υπόλοιπο να διαμορφώνεται σε 188.895,47 φράγκα με την αρχική ισοτιμία και με την ισοτιμία της ημέρας, στα 202.009,23 φράγκα. Ο μάρτυρας (ΜΥ 1), κατά την κυρίως εξέτασή του ήγειρε ένα καινούργιο ισχυρισμό που δεν είναι επίσης δικογραφημένος και ούτε τέθηκε οποτεδήποτε στους μάρτυρες της τράπεζας, οι οποίοι μάλιστα ήταν μάρτυρες στις υποθήκες. Συγκεκριμένα είπε ότι με βάση την εμπειρία του, το έγγραφο αυτό υπογράφτηκε εντός της τράπεζας και όχι στο Κτηματολόγιο και δεδομένου ότι το πληρεξούσιο κατά την άποψη του δεν έδιδε δικαίωμα στον εναγόμενο 1 να υπογράψει τα έγγραφα, παρά μόνο στο Κτηματολόγιο, η υποθήκη είναι άκυρη. Βέβαια για το πως και πού υπογράφηκαν σίγουρα δεν μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά εφόσον δεν ήταν παρόν κατά τη σύναψη τους και ως προς τούτο ελέγχεται για το αξιόπιστο του ισχυρισμού του ο οποίος ούτως ή άλλως ήταν υποθετικός. Ανάφερε ακολούθως ότι είχαν τρεις πελάτες της Εθνικής την ίδια περίοδο για δανεισμό τους σε ελβετικά φράγκα και με την άδεια του Δικαστηρίου και παρά την ένσταση της πλευράς της ενάγουσας κατάθεσε την αλληλογραφία της τράπεζας με ένα από αυτούς τους πελάτες του ως Τεκμ. 64 καθώς είχε κριθεί ότι το ζήτημα απτόταν της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο δεύτερο ενδιάμεσο λογαριασμό λέγοντας ότι δεν υπάρχουν έγγραφα ανοίγματος και σύμφωνα με την εμπειρία του χρειαζόταν υπογραφή εγγράφων για να ανοιχτεί ένας λογαριασμός. Μελετώντας, ανάφερε, τα έγγραφα, συμπεραίνει ότι η εναγόμενη 2 δεν ζήτησε δάνειο σε ελβετικά φράγκα, αλλά υπογράφει για χορήγηση δανείου για ανεξάρτητη κατοικία αξίας Λ.Κ.150.
- Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι λέγοντας «συμφωνία δανείου» εννοεί τη βασική συμφωνία, ενώ την «επιστολή προσφοράς» την αναφέρει ως «letter offer». Διευκρίνισε ότι η πελάτιδα του συνεχίζει να αρνείται την υπογραφή κάποιων εγγράφων. Απαντώντας στην πολύ απλή υποβολή ότι η βασική συμφωνία περιείχε τους γενικούς όρους και η επιστολή προσφοράς τους ειδικούς, απάντησε ως ακολούθως: «Διαφωνώ, υπάρχει συγκεκριμένο υπόμνημα από την Κεντρική Τράπεζα που ζητώ να κατατεθεί στο οποίο αναφέρεται ειδικά για δάνειο σε ξένο νόμισμα πρέπει να υπάρχει προσυμβατική ενημέρωση η οποία θα ενημερώνει τον δανειολήπτη τι θα γίνεται σε περίπτωση αλλαγής επιτοκίου, αλλαγή συναλλαγματικής 5%». Σε υποβολή ότι στην τρίτη σελίδα της επιστολής προσφοράς ορίζεται ρητά ότι σε περίπτωση αντίφασης υπερισχύει η επιστολή προσφοράς, ο μάρτυρας ανάφερε επί λέξη, «αυτό κι αν είναι περίπτωση καταχρηστικότητας». Προέκυψε από τη μαρτυρία του ότι ενώ θεωρεί ότι, παρά το γεγονός ότι ο σχετικός νόμος τροποποιήθηκε το 2014, η μονομερής αλλαγή του επιτοκίου απαγορεύεται από το
- Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο όρος ότι τόσο το βασικό, όσο και το πρόσθετο libor συν 1% τον πρώτο χρόνο και 1.5% το δεύτερο χρόνο είναι "λογιζόμενα κατά την κρίση της τράπεζας", δεν σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το ότι η τράπεζα μπορεί να υπολογίσει τον τόκο είτε ημερήσια είτε εβδομαδιαία, αλλά τον καταλογίζει στον πελάτη και τον καλεί να τον καταβάλει δύο φορές το χρόνο, ο μάρτυρας απάντησε μετά από ενστάσεις ότι «διαφωνώ, δεν αναφέρεται στο εβδομαδιαίο, ούτε μηνιαίο, το λογιζόμενο αναφέρεται στο ύψος του επιτοκίου». Του υποβλήθηκε επίσης ότι η φράση «το πιο πάνω κυμαινόμενο επιτόκιο θα επανακαθορίζεται κάθε 6 μήνες αφορά στο πρόσθετο επιτόκιο» και ότι «εφόσον συμφώνησε ότι στο libor δεν θα μπορούσε να κάνει επέμβαση η τράπεζα, το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να αλλάζει το πρόσθετο, άρα σε αυτό αναφέρεται ως κυμαινόμενο η συμφωνία», ο μάρτυρας διαφώνησε με αυτά. Σε ερώτηση ότι δεν δικαιολογείται να λέει ότι δεν μπορούσε να ξέρει ποια ήταν η κρίση της τράπεζας κάθε φορά, αφού είχε στην κατοχή του το Τεκμ. 2 και 23 που φαίνονται οι μεταβολές των επιτοκίων και άρα μπορούσε να ελέγξει κατά πόσο αυτή η άσκηση κρίσης εφαρμόστηκε στην πράξη επί του δανείου, ο μάρτυρας επέμεινε να απαντά ότι η μονομερής αύξηση του περιθωρίου αποτελεί κατάχρηση και δεν απάντησε στο ερώτημα. Όταν του υποδείχθηκε ότι το Τεκμ. 13 ήταν υπογραμμένο, και επέμεινε ότι δεν ήταν, διαφάνηκε ότι αναφερόταν στην έγκριση. Του υποβλήθηκε ότι στη σελίδα που είναι οι υπογραφές των εναγόμενων αναφέρεται καθαρά ότι το επιτόκιο και η δόση αποπληρωμής μπορεί να μεταβληθεί από καιρό σε καιρό, ενώ αυτός είχε πει ότι πουθενά δεν συμφώνησαν σε μεταβολή, ανάφερε ότι αυτός αναφερόταν στην έγκριση. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα τι ακριβώς λέει η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο αίτημα της Σλοβενικής Βουλής. Το μόνο που ανάφερε τότε ο μάρτυρας ήταν ότι θα απαντήσει ο επόμενος μάρτυρας και όχι αυτός, παρότι αυτός ήταν το άτομο που την κατάθεσε και αυτός εξήγησε τι λέει το έγγραφο. Εξετάζοντας τώρα αυτό το μέρος της μαρτυρίας του και όπως φαίνεται από το Τεκμ. 55, η Σλοβένικη Βουλή ζήτησε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με προτεινόμενο νομοσχέδιο που θα ρύθμιζε τη σχέση μεταξύ δανειστών και δανειοληπτών αναφορικά με δάνεια που συνάφθηκαν σε ελβετικά φράγκα. Ο σκοπός του νομοσχεδίου ήταν να μετατραπούν αυτά τα δάνεια σε Ευρώ με βάση την αρχική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της χορήγησης και το Libor να μετατραπεί σε Euribor. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρατήρησε ότι:
- Η ζήτηση σε δάνεια σε ελβετικά φράγκα σε πολλά κράτη-μέλη ήταν αυξημένη εξαιτίας των χαμηλών επιτοκίων (παρ. 2.1).
- Η θέσπιση μέτρων με αναδρομική ισχύ υποσκάπτει τη νομική βεβαιότητα και δεν είναι ευθυγραμμισμένη με την αρχή του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και επεμβαίνει με κεκτημένα δικαιώματα (παρ. 2.2).
- Το άρθρο 23.5 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ επιτρέπει τη ρύθμιση των δανείων ξένου συναλλάγματος νοουμένου ότι ο Κανονισμός δεν θα εφαρμόζεται αναδρομικά (παρ. 2.2.3).
- Το νομοσχέδιο δεν προνοεί συγκεκριμένα κριτήρια για δανειολήπτες για να είναι επιλέξιμοι να συμμετάσχουν στην μετατροπή.
- Το νομοσχέδιο θα δημιουργήσει οικονομικό κόστος για το Σλοβένικο Τραπεζικό Τομέα (παρ. 3.1.1).
- Η αντικατάσταση του Libor με Euribor για σκοπούς επαναυπολογισμού παρεκκλίνει από τις πρακτικές των Πιστωτικών Ιδρυμάτων που εφαρμόζουν υψηλότερο περιθώριο για δάνεια σε ευρώ παρά σε δάνεια σε ελβετικά φράγκα (παρ. 3.2.1).
- Το νομοσχέδιο δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ πελατών που δανειοδοτήθηκαν σε Σλοβενικό νόμισμα και πελατών που δανειοδοτήθηκαν σε CHF (παρ. 3.3.2).
- Η εποπτεία συμμόρφωσης με το νομοσχέδιο δεν εμπίπτει στα καθήκοντα της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας και η ανάθεση σε αυτή δημιουργεί ανησυχίες για χρηματική χρηματοδότηση (monetary financing) (παρ. 3.3.3).
- Εξαιτίας της αναδρομικής ισχύς του νομοσχεδίου δεν είναι ξεκάθαρo κατά πόσο αυτό θα διασφαλίζει την εκπλήρωση του στόχου της προστασίας των καταναλωτών στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (παρ. 4.1.1 και 4.2.1).
- Ο νόμος δημιουργεί κινδύνους και ενδεχόμενη ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας για καταβολή αποζημιώσεων στον Τραπεζικό τομέα (παρ. 4.4.1). Παραθέτω δε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά για να καταδειχθεί η αντίδραση του μάρτυρος στη διάψευση του από τα ως άνω: «A όπως έχω αναφέρει ήδη, διατηρώ το δικαίωμα να φέρει ο συνάδελφος τα έγγραφα Ε Η γνώμη που είπατε καταθέτοντας αυτό το Τεκμήριο, βασίζεται σε άλλα έγγραφα; Α Επιφυλάσσω το δικαίωμα, δεν φαίνεται εκεί όπως το θέτετε το όλο σύνολο. Ε Με βάση αυτό το Τεκμήριο δεν δώσατε την μαρτυρία του περασμένου Φεβρουαρίου; Α Έτσι λέτε εσείς.» Χρησιμοποιώντας δηλαδή ο μάρτυρας τη φράση «Έτσι λέτε εσείς» αμφισβήτησε ότι είπε αυτά που είπε βασιζόμενος στο Τεκμ.
- Σε υποβολή προς τον μάρτυρα (ΜΥ1), ότι αν το δάνειο είχε δοθεί σε ευρώ θα είχε υψηλότερο επιτόκιο, ο μάρτυρας αρνήθηκε να απαντήσει λέγοντας ότι δεν θυμάται ποιο ήταν το επιτόκιο δανεισμού σε λίρες και του υποβλήθηκε ότι θυμάται πολύ καλά, αλλά δεν θέλησε να απαντήσει. Σε σχέση με το έγγραφο που κατατέθηκε από άλλη υπόθεση άλλων πελατών της τράπεζας, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι πρόκειται για Ιρλανδούς, ενώ η μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας ήταν ότι σε Κύπριους είχαν δοθεί μόνο δύο δάνεια. Υποβλήθηκαν στον μάρτυρα τα διάφορα σφάλματα που έκανε κατά την αντιγραφή των χρεοπιστώσεων. Διαφάνηκε δηλαδή ότι είχε κάνει λανθασμένη αντιγραφή των συναλλαγών και ότι δεν μπορούσε να τις κάνει ο μάρτυρας σωστά και αν δεν υπήρχε η αναδομημένη κατάσταση Τεκμ. 35 της ΜΕ2, η εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε να στηρίξει πως βγαίνει αριθμητικά το υπόλοιπο με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς. Στη συνέχεια διαφάνηκε πως η άποψη του ότι θεωρεί ότι η υποθήκη υπογράφτηκε στην τράπεζα και όχι στο Κτηματολόγιο ήταν αυθαίρετη. Περαιτέρω, για το ζήτημα της υποτιθέμενης εξόφλησης του δανείου, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είναι η θέση της εναγόμενης 2 ότι κατέθεσε οποιοδήποτε ποσό ξοφλώντας τις υποχρεώσεις της ανάφερε ότι δεν την ρώτησε. Διαπίστωσα παρακολουθώντας τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι δεν απαντούσε ευθέως εκφεύγοντας δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με πειστικότητα ακόμα και τις ίδιες τις θέσεις που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του. Ανασκεύαζε τη μαρτυρία του και προσπαθούσε να την προσαρμόσει απαντώντας ενίοτε υποθετικά στην αντίληψη που ήθελε να μεταδώσει περί μη έγκυρης Συμφωνίας ή εμπεριέχουσας καταχρηστικούς όρους. Απαντούσε υποθετικά όταν θα έπρεπε να ήταν ακριβής στις διαπιστώσεις του εξετάζοντας συγκεκριμένα έγγραφα και το περιεχόμενο τους. Δεν ήταν ικανός να ερμηνεύσει έγγραφα ή τα ερμήνευε κατά το δοκούν εξυπηρετώντας τη διατεταγμένη αποστολή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει, της οποίας πρωταρχικός στόχος ήταν να παρουσιάσει μια εικόνα περί καταχρηστικών, αντιφατικών και αδιαφανών όρων στη Συμφωνία. Η μαρτυρία του ΜΥ1, όπως την αντιλήφθηκα αποσκοπούσε στο να ερμηνεύσει και να δώσει νομική ερμηνεία σε νομοθεσία, νομολογία και Ευρωπαϊκές Οδηγίες και αποφάσεις της Υπηρεσίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Εμπορίου κ.ο.κ. Η μαρτυρία του επ' αυτών των ζητημάτων ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της καθώς δεν κρίνεται ως ειδικός στην ερμηνεία των σχετικών προνοιών και διατάξεων και την ισχύ τους και μάλιστα στα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ότι είτε τα αγνοούσε είτε τα παραγνώρισε. Πρόκειται για ζητήματα που εμπίπτουν κατά την άποψη μου σε δικαστική κρίση και όχι στην ερμηνεία όπως κατά το δοκούν επιχείρησε ο ΜΥ
- Για τους πιο πάνω λόγους, όπως εξήγησα και πιο πάνω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εφόσον κατά την αντίληψη μου ήταν φανερά προκατειλημμένος και η μαρτυρία του ήταν μεροληπτική η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από έναν ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα ο οποίος κλήθηκε για να εξηγήσει στο Δικαστήριο ζητήματα που άπτονται του επιστημονικού του ενδιαφέροντος κατά τρόπο αντικειμενικό έτσι που να βοηθούσε στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ2), είναι συνέταιρος του ΜΥ
- Κρίνω ότι προσήλθε για να δώσει μαρτυρία για τα ίδια ακριβώς ζητήματα όπως και ο ΜΥ1 με σκοπό τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του και με σκοπό να καλύψει κενά που δημιουργήθηκαν από την αντεξέταση του ΜΥ 1 και να διορθώσει λάθη του συνέταιρου του. Ανάφερε ότι είναι χρηματοοικονομικός σύμβουλος και ότι δούλεψε σε τράπεζες για 15 χρόνια, ενώ έχει και ακαδημαϊκά προσόντα στα τραπεζικά και χρηματοοικονομικά. Ο μάρτυρας αυτός επανέλαβε τη θέση ότι υπάρχει κατά την άποψη του αντίφαση μεταξύ των όρων των τριών ουσιωδών συμβάσεων, δηλαδή της Επιστολής Προσφοράς, Βασικής Συμφωνίας και Υποθήκης, ιδίως σε ότι αφορά επιτόκιο και κατά την άποψη του είναι και καταχρηστικές. Εξήγησε τη μεθοδολογία που ακολούθησαν για την ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών και είπε ότι στην πρώτη περίπτωση υπολόγισαν το επιτόκιο libor με πρόσθετο επιτόκιο 1% και 1.5%, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, το υπολόγισε ως αν το δάνειο συνομολογήθηκε εξαρχής σε εγχώριο νόμισμα, με το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, πλέον το συμβατικό επιτόκιο, εννοώντας το πρόσθετο 1% και 1.5%. Προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η δεύτερη εργασία που έγινε από αυτόν τον μάρτυρα ως αν το δάνειο να είχε συνομολογηθεί σε εγχώριο νόμισμα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή κατά πρώτον λόγον, γιατί το δάνειο δεν συνομολογήθηκε σε εγχώριο νόμισμα και κατά δεύτερον, επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αν είχε συνομολογηθεί σε εγχώριο νόμισμα, το πρόσθετο επιτόκιο θα ήταν 1% και 1.5%. Το 1% ή 1.5% δόθηκε ειδικά για το libor. Αντίθετα ήταν η μαρτυρία της M.E.1 ότι αν το δάνειο είχε συνομολογηθεί σε εγχώριο νόμισμα, τότε το επιτόκιο θα ήταν υψηλότερο από το συμβατικό. Αιτιολογώντας την επιλογή του να χρησιμοποιήσει την αρχική ισοτιμία και όχι τις μεταγενέστερες, ο μάρτυρας είπε ότι από τη στιγμή που αγοράστηκαν τα φράγκα και ανταλλάχτηκαν σε κυπριακές λίρες για να πληρωθεί ο ιδιοκτήτης της οικίας, έγινε η πράξη και τελείωσε και δεν υπάρχει πλέον το ρίσκο της τράπεζας σε άνοιγμα. Έκλεισε ο συναλλαγματικός της κίνδυνος αφού πούλησε τα φράγκα και αγόρασε κυπριακές λίρες και τα έδωσε στον Developer. Ο μάρτυρας επιχείρησε μια νέα ερμηνεία της γνωμάτευσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο αίτημα της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας αναφέροντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξήγησε τον τρόπο που μπορεί να γίνει η μετατροπή, τους κίνδυνους που μπορούν να αντιμετωπιστούν, τις επιπτώσεις στην οικονομία και έδωσε συμπέρασμα για τα διάφορα καθήκοντα που θα έπρεπε να εκτελέσει η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας. Κατέληξε ότι η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι ότι πρέπει να γίνει μετατροπή με βάση την αρχική ισοτιμία με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αυτά όμως δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως εσκεμμένη διαστρέβλωση που επιχειρήθηκε και από αυτόν το μάρτυρα καθώς του ζητήθηκε να ερμηνεύσει μία νομική γνωμοδότηση. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στο Τεκμ. 65 που είναι εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας με ημερομηνία 11.10.2008 με την οποία καλούνταν οι τράπεζες να χρησιμοποιούν με αριθμητικά παραδείγματα τις διάφορες αλλαγές που θα είχε η δόση τους σε περίπτωση αλλαγής της ισοτιμίας. Εξήγησα όμως και πιο πάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν επηρεάζουν συμβατικές σχέσεις, αλλά αφορούν τη σχέση των εμπορικών τραπεζών με την Κεντρική Τράπεζα με την ιδιότητα της τελευταίας ως εποπτικής αρχής. Ανάφερε επίσης ότι έχει εντοπίσει 22 υποθέσεις ελβετικών φράγκων της Εθνικής Τράπεζας και ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα αγόραζε 6 μηνών libor σε συγκεκριμένη τιμή και με το περιθώριο καθόριζε το κέρδος της. Όταν μετά έπεσε το libor ανέβασε το περιθώριο με συνέπεια ενώ στην αρχή να κέρδιζε 1% στη συνέχεια να κέρδιζε 4%. Πρόκειται για γνώμη που δεν τεκμηριώθηκε γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία με ποιο επιτόκιο αγόραζε τα ελβετικά φράγκα η τράπεζα, παρότι παρουσιάστηκε μάρτυρας που μπορούσε να ρωτηθεί (ο κ. Πιερίδης), ο οποίος όμως δεν ρωτήθηκε. Το δάνειο μεταξύ της τράπεζας και των εναγόμενων ήταν με libor, αλλά ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι όταν δανειζόταν η τράπεζα από τη διατραπεζική αγορά, το επιτόκιο με το οποίο αγόραζε ήταν και πάλι το libor. Ο ΜΥ2 ανάφερε ότι τα δικά του αποτελέσματα είναι κοντά στην αναδομημένη κατάσταση 8Β και 8Γ (Τεκμ. 47 και 48) εξηγώντας ότι «αν είχαμε το σύστημα της τράπεζας είναι ποσά ακριβή και θα ήμασταν σωστοί αλλά χρησιμοποιούμε τα δικά μας μέσα, η τράπεζα έχει καλύτερα μέσα και δεν μπορούν να είναι τα ίδια τα νούμερα αλλά είναι κοντά». Εξέφρασε τη γνώμη ότι το επιτόκιο του τερματισμού έπρεπε να είναι 6 μηνών libor πλέον 1.5% περιθώριο πλέον 2% τόκος υπερημερίας. Στην αντεξέταση του μάρτυρος του υποδείχθηκε ότι η ανάλυση στην οποία αναφέρθηκε, δηλαδή πώς θα ήταν το υπόλοιπο με εγχώριο νόμισμα, πλέον το βασικό επιτόκιο της τράπεζας πλέον το περιθώριο, ουδέποτε κατατέθηκε. Του υποδείχθηκε ότι το Τεκμ. 56Α έχει τέτοια ανάλυση μετά τον τερματισμό και όχι πριν. Εντούτοις δεν προσκομίστηκε ούτε εκ των υστέρων τέτοια κατάσταση. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι το επιτόκιο το οποίο αναφέρεται στην υποθήκη που είναι libor συν 3% δεν εφαρμόστηκε στη δανειακή σύμβαση. Διαφώνησε ότι η βασική συμφωνία δεν καθορίζει το επιτόκιο, και καθορίζει γενικά τι είδους επιτόκια μπορούν να συμφωνηθούν με τον πελάτη. Συμφώνησε όμως ότι η επιστολή προσφοράς καθορίζει το επιτόκιο για τα πρώτα δύο χρόνια, το οποίο εφαρμόστηκε στη σύμβαση. Συμφώνησε επίσης ότι και στη συνέχεια εφαρμόστηκαν οι όροι της Συμφωνίας αφού ρητά προνοούσαν ότι μπορεί να γίνει αλλαγή του περιθωρίου και της βάσης επιτοκίου όπως και έγινε. Σε υποβολή ότι το δάνειο παρέμεινε μέχρι τον τερματισμό του σε ελβετικά φράγκα καθ' ότι οι δόσεις καταβάλλονταν σε ελβετικά φράγκα όπως αποδεικνύουν οι καταστάσεις λογαριασμού και επειδή δεν είχαν ελβετικά φράγκα οι εναγόμενοι αγόραζαν από την Εθνική Τράπεζα στην ισοτιμία που και η Εθνική Τράπεζα τα αγόραζε κάθε φορά, ο μάρτυρας απάντησε ότ