← Κύπρος

CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χ. Α. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 5572/2012, 17/8/2023

CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χ. Α. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής: 5572/2012, 17/8/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A186 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5572/2012 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED ως αντικαταστάτης/υποκαταστάτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας και 1. Χ. Α. Ν. 2. Φ. Ν. Ν. Εvαγομέvωv Ημερομηνία: 17 Αυγούστου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Η κα Κάτια Κακουλλή και κα Βίκυ Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Εναγόμενος 1: Προσωπικά Για Εναγόμενη 2: Η κα Αργεντούλα Ιωάννου και κα Ανδριανή Χαριλάου για Αργεντούλλα Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή καταχωρίστηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στη συνέχεια η «τράπεζα»), την οποία αντικατέστησε και υποκατέστησε την 21.12.2018 η CAC CORAL LIMITED (στη συνέχεια η «Coral»), η οποία ενεργεί πλέον ως η ενάγουσα. Σχετική ειδοποίηση καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 23.01.2019 (Τεκμ. 20 - 22). Το ζήτημα της υποκατάστασης δεν αμφισβητήθηκε μέσω οποιασδήποτε αίτησης ή με τροποποίηση των υπερασπίσεων μετά την καταχώριση της ειδοποίησης και παρόλο ότι ρωτήθηκε η ΜΕ 3 για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και της υποβλήθηκε ότι δεν ήταν η ενδεδειγμένη και παρουσίαζε κενά, εντούτοις δεν απασχόλησε τη συνήγορο της εναγόμενης 2 στην αγόρευση της πλην της απλής αναφοράς στο σχόλιο για τη μαρτυρία της ΜΕ 3, ούτε και υποβλήθηκε κάτι σε σχέση με αυτή τη πτυχή και έτσι τη θεωρώ ως εγκαταληφθείσα οποιαδήποτε περί του αντιθέτου αναφορά. Σε κάθε περίπτωση δεν εντοπίζω κάτι το μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Με την αγωγή αξιώνεται υπόλοιπο δανείου που η τράπεζα χορήγησε στους εναγόμενους οι οποίοι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν σύζυγοι, για αγορά εξοχικής κατοικίας με παροχή εξασφάλισης την υποθήκη επί της εξοχικής κατοικίας. Το δάνειο χορηγήθηκε σε ελβετικά φράγκα. Η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους ως πρωτοφειλέτες ομού και/ή κεχωρισμένως το ποσό των €217.327,48σ. με τόκο 14% από 13.07.2012 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο και διάταγμα για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της δανειακής Συμφωνίας η οποία υπογράφτηκε την 19.12.2006 μετά από αποδοχή σχετικής προσφοράς την οποία επίσης οι εναγόμενοι προσυπέγραψαν. Στην έκθεση απαιτήσεως καταγράφονται τα γεγονότα που συνόδεψαν την υπογραφή της Συμφωνίας, το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών, τη λειτουργία τους και όσα ακολούθησαν μέχρι και τον τερματισμό της και την έγερση της παρούσας αγωγής. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν χωριστές υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις στις οποίες η ενάγουσα καταχώρισε απάντηση και υπεράσπιση όπου και αρνείται τους ισχυρισμούς όπως και τις ανταξιώσεις τους και ζητά την απόρριψη τους. Συνοψίζοντας τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των δικογράφων των εναγόμενων, πλην της άρνησης των ισχυρισμών της ενάγουσας, καταλογίζουν σε αυτήν μεμπτές ενέργειες και συμβουλές κατά τη σύναψη της Συμφωνίας του δανείου και ακολούθως κατά την τήρηση του λογαριασμού με τις ανάλογες χρεώσεις/υπερχρεώσεις και προβάλλουν πλήθος ισχυρισμών για τους οποίους η σύμβαση πρέπει να κριθεί παράνομη και άκυρη και για τούτο η απαίτηση της ενάγουσας να απορριφθεί, αξιώνουν δε με την ανταπαίτηση τους την ακύρωση της επίδικης δανειακής Συμφωνίας λόγω παράβασης διαφόρων νόμων και κανονισμών και παράβαση καθήκοντος και/ή παράνομη και /ή πλημμελή άσκηση καθήκοντος και μεταξύ άλλων αξιώνουν αποζημιώσεις για ψευδείς, δόλιες, απατηλές και παραπλανητικές δηλώσεις εκ μέρους της ενάγουσας σε σχέση με τους όρους της Συμφωνίας για την χρηματοδότηση τους σε ξένο νόμισμα και ψευδείς παραστάσεις κατά τρόπο που τους εξαπάτησαν και λόγω ακριβώς αυτής της ανέντιμης και/ή δόλιας και/ή κατά καιρούς εκβιαστικής συμπεριφοράς της ενάγουσας ανταξιώνουν από αυτή επαυξημένες τιμωρητικές και/ή άλλες αποζημιώσεις. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στην καταγραφή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών που καταλαμβάνουν δεκάδες σελίδες καθώς κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει, όπου χρειαστεί, θα καταγραφούν είτε ως μέρος της μαρτυρίας που προσφέρθηκε είτε θα τύχουν σχολιασμού. Η ακροαματική διαδικασία διήρκεσε επί πολύ και τούτο καθώς ξεκίνησε στις 24.09.2018 και ολοκληρώθηκε στις 17.09.2021. Ακολούθως ορίστηκε για αγορεύσεις και τελικά επιφυλάχθηκε την 18.02.2022. Ο χρόνος που η ακροαματική διαδικασία διήρκεσε είναι αναμφίβολα μακρύς. Πολύς χρόνος αναλώθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης αλλά και ακολούθως σε διαβουλεύσεις για να βρεθεί κάποια διευθέτηση της υπόθεσης, ακολούθησε η πανδημία (Covid -19) με όλα τα συνεπακόλουθα για την απρόσκοπτη συνέχιση της όπως και προβλήματα υγείας είτε των εναγόμενων είτε μαρτύρων τους. Στη χρονική διάρκεια της ακρόασης συνέβαλε οπωσδήποτε και η έκταση της μαρτυρίας των 6 μαρτύρων που η κάθε πλευρά κάλεσε (ενάγουσα και εναγόμενη 2), ενώ ο εναγόμενος 1 έδωσε μαρτυρία μόνον ο ίδιος, με τη μαρτυρία κάποιων από αυτούς να διαρκεί σε τρεις και τέσσερις δικασίμους. Η πορεία της υπόθεσης και η αιτιολόγηση της κάθε αναβολής αποτυπώνεται στα πρακτικά που τηρούνταν κάθε φορά. Η μαρτυρία της ενάγουσας προήλθε από την κ. Αντωνία Χατζή Ιωάννου (ΜΕ1), η οποία παρουσίασε τις συμβάσεις, την αλληλογραφία και τις καταστάσεις λογαριασμού, ενώ απάντησε και σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση και απάντησε σε θέσεις που της υποβλήθηκαν, από τον κ Σταύρο Πιερίδη (ΜΕ2), ο οποίος επεξήγησε τον τρόπο λειτουργίας δανείων ξένου συναλλάγματος, καθώς και τον τρόπο εξασφάλισης ρευστότητας της τράπεζας σε ξένο συνάλλαγμα, από την κα κ. Τούλια Θεμιστοκλέους (ΜΕ 3), η οποία παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού με τις οποίες υπολόγισε πώς διαμορφώνεται για κάθε εναλλακτικό σενάριο το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόμενων, και τούτο αν ήθελαν γίνει αποδεχτές οι διάφορες διαζευκτικές θέσεις των εναγόμενων. Παρουσίασε επίσης τα έγγραφα που αφορούν στην υποκατάσταση. Ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 2 αρνείτο (αρχικά) την υπογραφή των συμβατικών εγγράφων και της αίτησης πιστοδότησης και (μέχρι τέλους) την παραλαβή οποιασδήποτε επιστολής, προσφέρθηκε μαρτυρία από τις κ.κ Ντίνα Νεοφύτου (ΜΕ 4), Μαριγούλα Παναγίδου (ΜΕ5) και Ελένη Επιφανίου (ΜΕ 6). Οι μάρτυρες που κατέθεσαν για την εναγόμενη 2 ήταν ο κ. Νεόφυτος Παρέα (ΜΥ1), ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ 2), ο κ. Κωνσταντίνος Παναγιώτου (ΜΥ 5) και ο κ. Νικόλας Σάρλη (ΜΥ 6) οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Κατάθεσε επίσης η ίδια η εναγόμενη 2 η οποία για σκοπούς εύκολης αναφοράς χαρακτηρίστηκε ως ΜΥ4 και ο κ. Πέτρος Μιχαηλίδης (ΜΥ 3) ο οποίος εργάζεται στην Υπηρεσία Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου ο οποίος κατέθεσε κάποιες αποφάσεις της Υπηρεσίας Εμπορίου. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά 70 έγγραφα ως τεκμήρια, κάποια από αυτά πολυσέλιδα ή ως δέσμες εγγράφων, στα οποία θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί στη συνέχεια κατά την παράθεση της μαρτυρίας. Οι γραπτές δηλώσεις όλων των μαρτύρων που κατάθεσαν για την ενάγουσα χαρακτηρίστηκαν ως Έγγραφα Α - Στ και αυτή του ΜΥ 6 Νικόλα Σάρλη ως Έγγραφο Ζ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Προχωρώ με την καταγραφή των ουσιωδών μερών από τη μαρτυρία καθενός από τους μάρτυρες με την ταυτόχρονη αξιολόγηση της και καταγραφή ευρημάτων/ συμπερασμάτων. Η μαρτυρία της ενάγουσας: Η κ. Χατζή (ΜΕ1), της οποία η Γραπτή Κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, δήλωσε ότι είναι η επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος του καταστήματος 544 της τράπεζας στη Λεμεσό και ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία των εισηγητικών σημειωμάτων σε σχέση με τα στεγαστικά δάνεια της Επαρχίας Λεμεσού. Είχε ετοιμάσει το εισηγητικό σημείωμα για έγκριση και παραχώρηση της ζητηθείσας από τους εναγόμενους χορήγησης. Κατάθεσε χωρίς ένσταση τη Βασική Συμφωνία ημερομηνίας 19.12.2006 ως Τεκμ. 1, την Επιστολή Προσφοράς ημερομηνίας 19.12.2006 ως Τεκμ. 2 και την υποθήκη επί του κτήματος που αφορούσε η δανειοδότηση ως Τεκμ. 3. Ως Τεκμ. 15 κατάθεσε το πληρεξούσιο που έδωσε η εναγόμενη 2 στον εναγόμενο 1 για την εγγραφή της υποθήκης ενόψει του γεγονότος ότι η εναγόμενη 2 αμφισβητούσε την υπογραφή του. Η ΜΕ1 ανάφερε ότι φαίνεται ξεκάθαρα από την Επιστολή Προσφοράς την οποία η εναγόμενη 2 προσυπέγραψε, ότι είχε συμφωνήσει ότι θα υποθηκευόταν το κτήμα όπως και έγινε με την επίδικη υποθήκη. Η ΜΕ 1 εξήγησε ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου ήταν συνδεδεμένος με άλλο λογαριασμό ο οποίος λειτουργούσε ως λογαριασμός εξυπηρέτησης του πρώτου (ο ενδιάμεσος λογαριασμός) και παρουσίαζε το χρεωστικό υπόλοιπο τυχόν ληξιπρόθεσμων δόσεων, ενώ ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε το υπόλοιπο ποσό του δανείου ως αν να ήταν ενήμερο, δηλαδή ως αν οι πληρωτέες δόσεις να είχαν πληρωθεί κανονικά. Ο λογαριασμός δανείου δηλαδή πιστωνόταν αυτόματα την ημερομηνία που είχε καθοριστεί η δόση με αντίστοιχη χρέωση του ενδιάμεσου λογαριασμού. Εξήγησε ότι την ημέρα που οι εναγόμενοι κατέβαλλαν τη δόση τους στον ενδιάμεσο λογαριασμό, το υπόλοιπο του ενδιάμεσου λογαριασμού μηδενιζόταν. Ο ενδιάμεσος λογαριασμός έπρεπε κανονικά να έχει πάντοτε μηδενικό υπόλοιπο. Αν όμως παραλείπονταν δόσεις ή δεν γινόταν εμπρόθεσμη κατάθεση τους, ο ενδιάμεσος λογαριασμός γινόταν χρεωστικός, ένδειξη του γεγονότος ότι το δάνειο ήταν υπερήμερο. Ο συμψηφισμός των υπολοίπων του λογαριασμού δανείου και του ενδιάμεσου λογαριασμού απέδιδε το πραγματικό υπόλοιπο της δανειακής οφειλής. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 2 ανάλωσε αρκετό μέρος της αντεξέτασης της ΜΕ 1 σε σχέση με την λειτουργία του προαναφερθέντος ενδιάμεσου λογαριασμού, είναι όμως γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε στη μάρτυρα (ή σε οποιονδήποτε μάρτυρα της ενάγουσας), από οποιονδήποτε των εναγόμενων, ότι η λειτουργία του ενδιάμεσου λογαριασμού παράβλαπτε ή εν τέλει παράβλαψε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους, ούτε και η υπόλοιπη προσφερθείσα μαρτυρία των ίδιων των εναγόμενων και των μαρτύρων που παρουσίασε η εναγόμενη 2 κατέδειξε κάτι τέτοιο. Όπως εξήγησε η ΜΕ 1, περί τον Ιούνιο του 2012 ο ενδιάμεσος λογαριασμός των εναγόμενων 1 και 2 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές εκ CHF33.720,87. Η ενάγουσα τράπεζα τότε τους απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 29.06.2012 (Τεκμ. 4). Λόγω δε της μη ανταπόκρισης των εναγόμενων τερμάτισε το δάνειο και το μετέφερε στις οριστικές καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού. Το χρεωστικό υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού ανερχόταν κατά το χρόνο εκείνο σε €217.327.48σ. και οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι θα επιβαρυνόταν από τη μεταφορά του στις καθυστερήσεις (δηλαδή από 13.07.2012), με αυξημένο επιτόκιο, ήτοι με βασικό επιτόκιο 6,25% και πρόσθετο επιτόκιο 7,75%, δηλαδή σύνολο επιτοκίου 14% το χρόνο, κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Η ΜΕ 1 εξήγησε περαιτέρω ότι, κατά την ημερομηνία μεταφοράς της οφειλής στις Οριστικές Καθυστερήσεις, το υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου που παρουσίαζε υπόλοιπο CHF222.991,33 μεταφέρθηκε στον ενδιάμεσο λογαριασμό. Κατά συνέπεια, ο συμψηφισμός του λογαριασμού, όπως εξήγησε, του δανείου μαζί με το υπόλοιπο των ληξιπρόθεσμων δόσεων που ήταν ήδη χρεωμένος ο ενδιάμεσος λογαριασμός, αποτέλεσαν το τελικό υπόλοιπο εκ CHF260.684,32, το οποίο μεταφέρθηκε στις Οριστικές Καθυστερήσεις. Η ισοτιμία μεταφοράς ήταν 1 ΕΥΡΩ= 1,1995 CHF και δόθηκε στο κατάστημα από την Υπηρεσία Επεξεργασίας Συναλλάγματος της τράπεζας. Η υπηρεσία αυτή, εξήγησε, παίρνει ως βάση καθορισμού της τιμής, την τιμή που παρέχει το πρακτορείο Reuters καθημερινά. Η ΜΕ1 παρουσίασε προς τούτο ως Τεκμ. 11 σχετικό γραμμάτιο είσπραξης με το οποίο πιστώθηκε ο ενδιάμεσος λογαριασμός με το ποσό των CHF 260.684,32 το οποίο μετατράπηκε σε €217.327,48σ. με χρέωση του λογαριασμού δανείου και το σχετικό ένταλμα πληρωμής ως Τεκμ. 12. Η μάρτυρας εξήγησε ακόμα ότι μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού η ενάγουσα είχε προβεί σε διαδοχικές τροποποιήσεις του επιτοκίου σύμφωνα με το συμβατικό της δικαίωμα και προς τούτο έστειλε στους εναγόμενους 1 και 2 γνωστοποιήσεις τροποποιήσεων του επιτοκίου στις 20.12.2007, 19.6.2009, 21.12.2009, 21.6.2010, 21.12.2010, 29.4.2011, 21.6.2011, 8.7.2011, και 21.12.2011 που κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμ. 6. Σημείωσε ότι, παρότι οι επιστολές στέλνονταν ανά εξάμηνο οι μεταβολές του πρόσθετου επιτοκίου έγιναν μόνο στις 19.6.2009, 26.4.2011 και 8.7.2011 και ότι αυτές δεν στάλθηκαν στη διεύθυνση της οικίας των εναγόμενων που φαίνεται στις Συμφωνίες, αλλά στις διευθύνσεις που είχαν δώσει οι εναγόμενοι με τα έντυπα που παρουσίασε ως Τεκμ. 7 και 8. Η ΜΕ 1 κατάθεσε ως Τεκμ. 9 και 10, χωρίς ένσταση, καταστάσεις λογαριασμού μέχρι του χρονικού σημείου της μεταφοράς της οφειλής στις καθυστερήσεις. Η ΜΕ1 βεβαίωσε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις κατάθεσης των καταστάσεων ως μέρος τραπεζικού βιβλίου (με βάση το άρθρο 22 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9), κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους. H ΜΕ 1 εξήγησε ότι μετά τη μεταφορά στις καθυστερήσεις ουδέν ποσό πληρώθηκε έναντι της οφειλής. Πέραν των πιο πάνω η ΜΕ 1 απάντησε και σε δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων. Σε ό,τι αφορά τον εναγόμενο 1, η ΜΕ 1 σχολίασε τις θέσεις του, όπως αυτές παρατίθενται στην υπεράσπιση του, ότι δήθεν η ενάγουσα τον διαβεβαίωσε ότι το δάνειο σε ξένο συνάλλαγμα είναι η καλύτερη, πιο κατάλληλη και πιο συμφέρουσα επιλογή γι' αυτόν, ότι η εξόφληση δανείου σε ελβετικά φράγκα θα ήταν πιο γρήγορη και εύκολη παρά ενός δανείου σε ευρώ, ότι η επιλογή του δανείου σε ξένο συνάλλαγμα είναι επιλογή χαμηλού κόστους, ότι η δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα είναι ασφαλής, ιδανικός και ελκυστικός τρόπος χρηματοδότησης, ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, ότι το ελβετικό φράγκο αποτελεί το πιο σταθερό νόμισμα και ότι ο κίνδυνος είναι ελάχιστος έως ανύπαρκτος και δεν μπορεί να επηρεάσει τον εναγόμενο 1 δεδομένου ότι είχε εξασφαλισμένο το περιθώριο κέρδους της τράπεζας στο μέγεθος του 1 - 1.5%, ότι τάχα η ενάγουσα είχε πείρα και τεχνογνωσία να αντιμετωπίσει άμεσα οποιαδήποτε δυσμενή αλλαγή στην ισοτιμία και ότι το κυμαινόμενο περιθώριο σε σχέση με το νόμισμα ήταν τη συγκεκριμένη περίοδο πολύ χαμηλό ενώ το περιθώριο κέρδους της εναγόμενης ήταν της τάξης του 1 - 1.5%. Η ΜΕ 1 ισχυρίστηκε ότι οι ως άνω δικογραφημένοι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 περί ισχυριζόμενων διαβεβαιώσεων, είναι ψευδείς και καθ' όλα αποκύημα της φαντασίας του. Ήταν η θέση της ότι η τράπεζα ουδέποτε είχε πολιτική προώθησης δανείων σε ελβετικά φράγκα και ουδέποτε διαφήμισε με οποιονδήποτε τρόπο προϊόντα σε αυτό το νόμισμα. Εξήγησε ότι σε όσες περιπτώσεις χορηγήθηκαν από την τράπεζα δάνεια σε ελβετικά φράγκα, αυτό έγινε επειδή το ζήτησε ειδικά ο πελάτης και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για αλλοδαπούς και ιδίως Άγγλους οι οποίοι είτε από μόνοι τους είτε μετά από παρακίνηση επιχειρηματιών ανάπτυξης γης πήγαιναν με αίτημα χορήγησης δανείου σε ελβετικά φράγκα. Ανάφερε ότι οι περιπτώσεις Κυπρίων, εξ όσων γνώριζε, αφορούσε μόνο δύο περιπτώσεις η μια εκ των οποίων ήταν η επίδικη, και αφορούσε περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν ή θεωρούσαν ότι είχαν ειδική γνώση του αντικειμένου. Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες χορήγησης του συγκεκριμένου δανείου, εξήγησε ότι η γνώση της ειδικότερα για τους εναγόμενους προήλθε τόσο από την αφυπηρετήσασα διευθύντρια του καταστήματος 553 κ. Αλίκη Ιερείδη με την οποία οι εναγόμενοι είχαν την πρώτη επαφή, όσο και από προσωπική της γνώση, αφού στη συνέχεια είχε και η ίδια συνάντηση με τους εναγόμενους για σκοπούς σύνταξης του εισηγητικού σημειώματος. Σύμφωνα με τη ΜΕ 1, ο εναγόμενος 1 είναι ελεγκτής και ζήτησε εξαρχής και επιτακτικά όπως το δάνειο τού χορηγηθεί σε ελβετικά φράγκα επικαλούμενος τις γνώσεις και εμπειρία του ως ελεγκτής και τη συμβουλή της αδελφής του Κάτιας Νικήτα που, όπως ισχυρίστηκε, ήταν υψηλόβαθμη αξιωματούχος της Κεντρικής Τράπεζας, στην Υπηρεσία Συναλλάγματος και είχε και η ίδια συνάψει δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ακόμα ότι κατά τη συνάντηση τους, ο εναγόμενος 1 της ανάφερε ότι ήδη διατηρούσε μεγάλα κεφάλαια στην Ελβετία και τη Σιγκαπούρη και άρα δεν θα αντιμετώπιζε κάποιο κίνδυνο. Παρουσίασε επί τούτου ως Τεκμ. 13 την αίτηση για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 28.11.2006 όπου καταγράφεται ότι είπε ότι διατηρούσε μεγάλα κεφάλαια στην Ελβετία και τη Σιγκαπούρη. Παρουσίασε ακόμα επιστολή του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 19.04.2012 ως Τεκμ. 13 από την οποία προκύπτει ότι πρώτον, ήταν καλός γνώστης και παρακολουθούσε την ισοτιμία CHF/EUR, δεύτερον, 3 μήνες πριν τον τερματισμό δεν εξέφραζε κανένα παράπονο και αντίθετα θεωρούσε ότι η δυσμενής εξέλιξη της ισοτιμίας ήταν ζήτημα που όφειλε ο ίδιος να αντιμετωπίσει και τρίτον δήλωσε ότι αν δεν του παρεχόταν η αιτούμενη αναστολή δόσεων, θα ξοφλούσε όλες τις καθυστερημένες δόσεις και επιβαρύνσεις μέχρι και τις 30.06.2012. Είναι δε αξιοπρόσεχτο, όπως επισημαίνει στην αγόρευση της και η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας ότι, όταν σύντασσε την επιστολή αυτή, είχε στα χέρια του ενημερωμένη κατάσταση λογαριασμού την οποία λάμβανε κάθε μήνα σε αντίθεση με όσα ισχυρίστηκαν αργότερα οι εναγόμενοι και μάλιστα η εναγόμενη 2. Η ΜΕ1 επεσήμανε ότι το ίδιο αξίωσε ο εναγόμενος 1 και σε σχέση με δάνειο το οποίο χορηγήθηκε παράλληλα σ' αυτόν και στην εναγόμενη 2 (δάνειο που φαίνεται και στην επιστολή προσφοράς που έχει καταθέσει η μάρτυρας ως Τεκμ. 2 και αφορούσε την αγορά οικιακού εξοπλισμού και επίπλων του ενυπόθηκου ακινήτου, δάνειο το οποίο εξόφλησαν στις 16.07.2009, χωρίς να εγείρουν οποιοδήποτε παράπονο ή αξίωση. Η ΜΕ 1 ισχυρίστηκε ότι στο συγκεκριμένο κατάστημα της ενάγουσας δεν είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν ανάλογο αίτημα για χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα και για να ικανοποιήσουν το αίτημα των εναγόμενων ζήτησαν και πήραν καθοδήγηση από το τμήμα Retail Banking της ενάγουσας. Ήταν η θέση της ΜΕ 1 ότι ο εναγόμενος 1 δεν είναι ένας τυχαίος καταναλωτής, αλλά είναι ελεγκτής και κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύζυγος δικηγόρου, της εναγόμενης 2. Και οι δύο εναγόμενοι είχαν λοιπόν ειδικές γνώσεις και τις δικές τους έντονες απόψεις και επιθυμίες σε ότι αφορά το νόμισμα του δανείου και επικαλούνταν ακόμα τη συμβουλή που έτυχαν από την αδερφή του εναγόμενου 1. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει ακόμα στην υπεράσπιση του ότι οι Συμφωνίες Δανείου σε ελβετικά φράγκα είναι και αποτελούν επενδυτικά προϊόντα και προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου που πωλήθηκαν στον εναγόμενο 1 ανέντιμα και κακόπιστα μετά από παραπλανητικές και αμελείς συμβουλές. Απαντώντας η ΜΕ1 ανάφερε ότι ούτε αυτό αληθεύει. Όπως είπε, οι εναγόμενοι δεν διέθεσαν δικά τους κεφάλαια για να επενδυθούν, αλλά έλαβαν δανεισμό από την ενάγουσα στο νόμισμα που ζήτησαν για να αγοράσουν εξοχική κατοικία. Στην πραγματικότητα, ο εναγόμενος 1 δεν ζήτησε και δεν έλαβε οποιαδήποτε συμβουλή από την ενάγουσα, ούτε η ενάγουσα προσφέρθηκε να τού παράσχει οποιαδήποτε συμβουλή, αλλά απλά ικανοποίησε την απαίτηση και επιθυμία του. Από τα λεγόμενα του αναδύεται το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 1 θεωρούσε τον εαυτό του πλήρως ενημερωμένο, ειδήμονα και γνώστη του αντικειμένου και ότι η αξιούμενη απ' αυτόν δανειοδότηση σε ελβετικά φράγκα αποτελούσε την πιο συμφέρουσα γι' αυτόν μορφή δανειοδότησης, είχε ήδη λάβει ανεξάρτητη συμβουλή έστω και άτυπα από την αδερφή του και τη δικηγόρο σύζυγο του και εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι διατηρούσε πάντα την ευχέρεια να αναζητήσει περαιτέρω ανεξάρτητη συμβουλή. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 ότι η κατά καιρούς μονομερής αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου και του περιθωρίου κέρδους και του ποσοστού περιθωρίου εκ μέρους της τράπεζας είναι παράνομη, καταχρηστική, κακόπιστη, αντισυμβατική, αδικαιολόγητη και άνευ νομικής ισχύος, η ΜΕ 1 ανάφερε ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, ο όρος περί μονομερούς αύξησης του περιθωρίου επιτοκίου ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνος με τη νομοθεσία και εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος 1 ως έμπειρος ελεγκτής και συναλλασσόμενος σε τακτική βάση με Τραπεζικά Ιδρύματα και ως σύζυγος δικηγόρου τον αποδέχτηκε και γι' αυτό του χορηγήθηκε το δάνειο. Σε σχέση με το παράπονο του εναγόμενου 1 ότι δεν έτυχε σχετικής ενημέρωσης από την τράπεζα αναφορικά με το περιεχόμενο και έννομα αποτελέσματα του Εγγράφου Υποθήκης, ανάφερε αρνούμενος τον ισχυρισμό ότι αναμφίβολα ο εναγόμενος ως έμπειρος ελεγκτής και συναλλασσόμενος με Τραπεζικά Ιδρύματα και ως σύζυγος δικηγόρου γνώριζε τις συνέπειες της παραχώρησης της υποθήκης και μπορούσε άλλωστε να ζητήσει νομική συμβουλή. Εξάλλου οι ίδιοι εναγόμενοι πρότειναν και θεωρούσαν δεδομένο ότι θα εξασφάλιζαν στεγαστικό δάνειο παρέχοντας ως εξασφάλιση υποθήκη επί της εξοχικής κατοικίας που ήθελαν να αγοράσουν. Τέλος, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι το δάνειο έτυχε κακοδιαχείρισης. Η ενάγουσα χορήγησε το συμφωνηθέν ποσό δανείου στο νόμισμα που της ζητήθηκε και παρακολουθούσε την αποπληρωμή του. Ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ως ειδήμων και ουδέποτε μετά τη χορήγηση του δανείου ζήτησε να μετατρέψει η τράπεζα το δάνειο σε άλλο νόμισμα και ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο ή αξίωση πριν την υποβολή της υπεράσπισης του στην αγωγή. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγόμενης 2 ότι δεν υπέγραψε τις συμφωνίες ή την υποθήκη, παρέπεμψε στους μάρτυρες υπογραφών και στο πληρεξούσιο, ενώ ανάφερε ότι το 2010 χορηγήθηκε δάνειο σε συγγενικό πρόσωπο της εναγόμενης 2, με την προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 1 και της εναγόμενης 2 και με σύνδεση της πιστωτικής διευκόλυνσης με την υπέρ της τράπεζας εγγραφή της επίδικης υποθήκης μετά από δικό τους αίτημα, την οποία σήμερα αμφισβητεί. Περαιτέρω η μάρτυρας αρνήθηκε κάθε ισχυρισμό της εναγόμενης 2 περί δήθεν σύναψης της Συμφωνίας Δανείου και του Εγγράφου Υποθήκης με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και ψυχική πίεση από την ενάγουσα. Αντίθετα είπε ότι η εναγόμενη 2 πήγε και ζήτησε τη χορήγηση του δανείου με τον σύζυγο της και το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Επεσήμανε μάλιστα το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 είναι δικηγόρος και μάλιστα στο παρελθόν έχει εκπροσωπήσει την ενάγουσα σε δικαστηριακές υποθέσεις και γνωρίζει καλά τα τυποποιημένα έγγραφα και διαδικασίες της τράπεζας. Η μάρτυρας εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει επί των ισχυρισμών της εναγόμενης 2 σε σχέση με άσκηση ψυχικής πίεσης, σωματικής βίας, εξαναγκασμού, ψευδών παραστάσεων, δόλου και απάτης από τον εναγόμενο 1 σύζυγο της, αλλά ανάφερε ότι στην παρουσία της δεν έδειχνε ούτε εκφοβισμένη ούτε απρόθυμη ή δισταχτική να υπογράψει. Αναφέρθηκε μάλιστα στα ακόλουθα δεδομένα τα οποία μαρτυρούν για το αντίθετο του ισχυρισμού της εναγόμενης 2 και τα οποία καθίστανται ταυτόχρονα ευρήματα μου: (
  2. i)Η συμφωνία αγοράς της υπό συζήτηση εξοχικής κατοικίας έγινε αρχικά μόνο μεταξύ της εναγόμενης 2 και της πωλήτριας εταιρείας (Τεκμ. 16). (
  3. ii)Επί της αίτησης χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων (σελίδα 6) αναφέρεται ότι η εκταμίευση του δανείου θα γινόταν με την μεταβίβαση του ακινήτου μόνο στο όνομα της εναγόμενης 2 και υποθήκευσής του υπέρ της ενάγουσας. (iii) Η ενάγουσα ανταποκρινόμενη σε νέο τους προφορικό αίτημα έγκρινε εκ των υστέρων την εγγραφή του ακινήτου στους εναγόμενους 1 και 2 (από ½ μερίδιο στον καθένα επί του ½ εγγεγραμμένου μεριδίου, δηλαδή ¼ μερίδιο επί του ΟΛΟΥ μεριδίου), επειδή εξ όσων ανάφεραν αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των μεταβιβαστικών εξόδων. Σε σχέση με τους νέους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην τροποποιηθείσα υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εναγόμενης 2, η ΜΕ 1 ανάφερε ότι η εναγόμενη 2 παραγνωρίζει ότι οι επίδικες συμφωνίες συντάχθηκαν σύμφωνα με την επιθυμία της να συνάψει δάνειο σε ελβετικά φράγκα και επιχειρεί εκ των υστέρων να επιλέξει τους ευνοϊκούς γι' αυτήν όρους και να ακυρώσει τους όρους που αυτή δεν επιθυμεί πλέον. Συγκεκριμένα, κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη 2 (όπως και ο εναγόμενος 1), επέλεξε να δανειστεί σε CHF παρά την ύπαρξη συναλλαγματικού κινδύνου, για να επωφεληθεί από τα χαμηλότερα επιτόκια που διαμορφώνονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε 2.8% - 3.3% έναντι 5% - 6% που ήταν το μέσο επιτόκιο των δανείων σε ευρώ. Εκ των υστέρων προβαίνει σε υπολογισμούς ως αν το δάνειο είχε χορηγηθεί σε ευρώ, κρατώντας όμως το επιτόκιο που παραχωρείτο σε δάνεια σε CHF, κάτι που βέβαια λέγω δεν μπορεί να τύχη θετικής αντίκρισης. Με τους υπολογισμούς που έχει παρουσιάσει (δανεισμός σε ευρώ με επιτόκια CHF) ζητεί ουσιαστικά ευνοϊκότερη μεταχείριση ακόμα και από τους δανειολήπτες οι οποίοι δανείστηκαν στο εγχώριο νόμισμα. Περαιτέρω, επεσήμανε ότι η εναγόμενη 2 προβαίνει στους υπολογισμούς της ως αν να κατέβαλε περισσότερες δόσεις απ' όσες πραγματικά κατέβαλε, με αποτέλεσμα οι υπολογισμοί της να είναι εσφαλμένοι. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατέθεσαν συνολικά CHF 130.993,26, ενώ στην πραγματικότητα κατέβαλαν μόνο CHF 121.747,98. Περαιτέρω, όφειλαν να είχαν καταβάλει κατά τη μέρα του τερματισμού CHF 155.438,70. Σε σχέση με την εκάστοτε καταβλητέα δόση του δανείου, αυτή εξαρτάτο από το ύψος του επιτοκίου. Με δεδομένο ότι σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου το επιτόκιο θα αυξανόταν από το δεύτερο χρόνο ισχύος του, ήταν αυτονόητο ότι η δόση θα αυξανόταν ανάλογα, έτσι ώστε η αποπληρωμή να γινόταν εντός του συμφωνηθέντος από τους διάδικους χρόνου. Τέλος, ήταν η θέση της ότι το δάνειο και το εκάστοτε υπόλοιπο του σε ευρώ ήταν απόλυτα εξαρτώμενο από την εκάστοτε συναλλαγματική ισοτιμία του CHF με το ευρώ και τυχόν «κλείδωμα» της ισοτιμίας στην ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο ανοίγματος του λογαριασμού θα ισοδυναμούσε με μεταφορά του συναλλαγματικού κινδύνου στους ώμους της ενάγουσας, η δε εναγόμενη 2 θα επωφελείτο από το ευνοϊκό επιτόκιο απολαμβάνοντας την ασφάλεια του δανεισμού σε εγχώριο νόμισμα. Με λίγα λόγια, η εναγόμενη 2, ανάφερε η ΜΕ 1, εισηγείται την εκ των υστέρων τροποποίηση της Συμφωνίας που υπέγραψε με τρόπο ώστε να κρατά τα προς όφελος της στοιχεία και να μεταφέρει το κίνδυνο που εν γνώσει της ανέλαβε, προκειμένου να επωφεληθεί του χαμηλότερου επιτοκίου, στους ώμους της ενάγουσας. Η μάρτυρας τόνισε περαιτέρω ότι προ του τερματισμού, οι εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τις δόσεις τους, προκειμένου να περιορίσουν τουλάχιστον το υπόλοιπο, συνεπώς, όταν οι εναγόμενοι επιχειρούν να υπολογίσουν τη διαφορά από τη μεταβολή της ισοτιμίας κατά την ημέρα του τερματισμού, παραγνωρίζουν το γεγονός ότι το υπόλοιπο τους ήταν ψηλότερο επειδή οι ίδιοι παρέλειπαν να καταβάλουν τις καθορισθείσες μηνιαίες δόσεις τους. Αν δηλαδή οι εναγόμενοι δεν είχαν παραβιάσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ακόμα και με τους δικούς τους αυθαίρετους υπολογισμούς, ανάφερε η μάρτυρας, η διαφορά μεταξύ του αξιούμενου υπολοίπου και του υπολοίπου με τους υπολογισμούς τους, θα ήταν πολύ μικρότερη. Η ΜΕ 1 υποβλήθηκε σε αντεξέταση και από τους δύο εναγόμενους. Ο εναγόμενος1, σε εκείνο το στάδιο εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ζήτησε να μάθει από τη μάρτυρα τι ελέγχεται κατά την αξιολόγηση ενός δανείου και κατά πόσο κρίθηκε ικανοποιητική η δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου, με τη μάρτυρα να εξηγεί τη διαδικασία που ακολουθούσε η ενάγουσα. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ήταν σημαντικό για τους ίδιους τους εναγόμενους, η δήλωση τους ότι είχαν ελβετικά φράγκα στην Ελβετία και γνώριζαν ότι σε περίπτωση αλλαγής της ισοτιμίας δεν θα είχαν ζημιά. Σε υποβολή ότι η σελίδα 5 του Τεκμ. 13 δεν προσυπογράφηκε από τους εναγόμενους και ότι συνεπώς παραπλανεί, η μάρτυρας εξήγησε ότι τότε είχε γράψει σε αυτό όσα της είπαν οι εναγόμενοι. Όταν υποβλήθηκε στην ΜΕ 1 ότι με δεδομένο ότι η πολιτική της τράπεζας ήταν να μην παραχωρεί δάνεια σε ελβετικά φράγκα, όφειλε παρά την επιμονή τους να τους εξηγήσει τους κινδύνους απάντησε ότι αυτό έγινε. Θυμόταν δε καθαρά την περίπτωση και ότι συζητήθηκαν οι κίνδυνοι, γιατί ήταν στα στεγαστικά από το 2005 μέχρι το 2010 και μόνο δύο στεγαστικά δάνεια παραχώρησε η τράπεζα σε ελβετικά φράγκα, ένα εκ των οποίων στους εναγόμενους. Ανάφερε ότι αν το δάνειο παραχωρείτο σε ευρώ το επιτόκιο θα ήταν πιο ψηλό επειδή τα επιτόκια στο εγχώριο νόμισμα ήταν 5% - 6%, ενώ στα ελβετικά φράγκα από 2% - 3%. Σε υποβολή ότι ήταν η κα Ιερείδη που είχε προτείνει τον δανεισμό σε ελβετικά φράγκα για να τους προσελκύσει παρουσιάζοντας το ως το θετικό μέρος του δανεισμού σε αυτό το νόμισμα, η ΜΕ 1 επέμενε ότι στην Λεμεσό χορηγήθηκαν μόνο δύο δάνεια σε ελβετικά φράγκα που παραχωρήθηκαν Παγκύπρια σε Κύπριους, το ένα εκ των οποίων στους εναγόμενους, ακριβώς επειδή δεν υπήρχε πολιτική προώθησης τους και τόνισε ότι ενώπιον της η κ. Ιερείδη τους απέτρεψε. Μάλιστα, επανέλαβε, επειδή το κατάστημα ήταν από τα πιο μικρά, δεν είχε προηγούμενη εμπειρία για δάνεια και αποτάθηκαν σε αρμόδια υπηρεσία στην Λευκωσία. Επειδή ήταν καλοί πελάτες και τόση η επιμονή τους πριν να υποβάλουν την αίτηση για τούτο και ζήτησαν έγκριση για να την υποβάλουν. Η πολιτική της τράπεζας την οποία ακολουθούσαν οι υπάλληλοι πιστά, ήταν να μην προωθούν το δανεισμό σε ελβετικά φράγκα. Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους, η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν ανέλυσαν τους οικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ισοτιμία, κάτι που άλλωστε δεν θα ήταν σχετικό. Εξήγησαν όμως στους εναγόμενους ότι, ενώ στο εγχώριο νόμισμα οι πελάτες είχαν μόνο τον επιτοκιακό κίνδυνο, εδώ υπήρχε και ο συναλλαγματικός κίνδυνος, αλλά ο εναγόμενος 1 έδωσε διαβεβαίωση ότι ήταν πλήρης γνώστης των κινδύνων ο οποίος εξαλειφόταν εντελώς επειδή διατηρούσαν κεφάλαια στην Ελβετία. Η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι η εκταμίευση έγινε σε κυπριακές λίρες, αλλά και ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν τις δόσεις τους σε αυτό το νόμισμα. Πιστωνόταν ενδιάμεσος λογαριασμός σε ελβετικά φράγκα με την ισοτιμία της ημερομηνίας κατάθεσης στο αντίστοιχο ποσό του εγχώριου νομίσματος. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι ο λογαριασμός ήταν σε ελβετικά φράγκα και για να τα χορηγήσει η τράπεζα είχε δανειστεί από τη διατραπεζική αγορά, επειδή δεν ήταν το εγχώριο νόμισμα. Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι επρόκειτο για εικονική πράξη. Σε σχέση με τις μεταβολές στο επιτόκιο, η ΜΕ 1 ανάφερε ότι υπήρχε συμβατικό δικαίωμα και ότι η τράπεζα ενημέρωνε τους πελάτες της σε κάθε αλλαγή του επιτοκίου και οι εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, ούτε ακόμα σε επιστολή που έστειλε ο ίδιος ο εναγόμενος τρεις μήνες πριν τον τερματισμό. Σε υποβολή ότι αν δεν υπήρχε η μονομερής αύξηση του επιτοκίου, δεν θα υπήρχαν ούτε καθυστερήσεις και το δάνειο θα εξυπηρετείτο κανονικότατα, η μάρτυρας απάντησε ότι οι εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλλουν δόσεις, συγκεκριμένα δεν κατέβαλαν 14 δόσεις και ότι αν κατέβαλλαν έστω και μειωμένη δόση θα περιοριζόταν το υπόλοιπο τους. Κατά την αντεξέταση της από τη δικηγόρο της εναγόμενης 2, η ΜΕ1 εξήγησε ξανά τις αρμοδιότητες της κατά την εξέταση αίτησης πιστοδότησης μέχρι την τελική ετοιμασία του εισηγητικού σημειώματος και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είναι ψυχολόγος για να αντιλαμβάνεται κατά πόσο οι εναγόμενοι αντιλαμβάνονταν τα όσα τους εξηγούσε, η μάρτυρας ανάφερε ότι συναντήθηκε με την εναγόμενη 2 την πρώτη μέρα και στη συνέχεια μιλούσαν από τηλεφώνου και ξανασυναντήθηκαν προκειμένου να προσκομίσει άλλα έγγραφα που της είχαν ζητηθεί. Συζητήθηκε στη συνέχεια και το ζήτημα της αλλαγής του αρχικού αιτήματος προκειμένου να μεταβιβαστεί το ακίνητο και στα δύο ονόματα για να μειωθούν τα μεταβιβαστικά τέλη. Η μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή ότι είχαν μόνο μια συνάντηση. Σε σχέση με την επιλογή του ελβετικού φράγκου από τους ίδιους τους εναγόμενους και τις προσπάθειες που είχε κάνει η ίδια να τους αποτρέψει, ανάφερε ότι αν το 2006 πρότεινε εκείνη στους πελάτες χορήγηση σε ελβετικά φράγκα θα πήγαινε κατευθείαν στο πειθαρχικό. Εξήγησε ότι σε ό,τι αφορά σε ξένους πελάτες, γίνονταν χορηγήσεις σε CHF μόνο σε περιπτώσεις ειδικών συμφωνιών που είχαν οι εταιρείες ανάπτυξης γης με τις τράπεζες. Η ΜΕ 1 αρνήθηκε ότι η αναφορά στη σελίδα 3 του Τεκμ. 13 στο τίμημα πώλησης συνεπάγεται ότι η αίτηση αφορούσε αίτημα για δάνειο σε λίρες και εξήγησε ότι η αίτηση αναφέρει Λ.Κ. 130.000,00 σε ελβετικά φράγκα και ότι επρόκειτο για το τίμημα πώλησης της κατοικίας. Η ΜΕ 1 επέμενε ότι η σύναψη συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με τους εναγόμενους 1 και 2 που έγινε από την ίδια. Είπε ακόμα ότι στην τελευταία σελίδα του Τεκμ. 13 που αναγράφονται οι προϋποθέσεις, οι εναγόμενοι υπέγραψαν, ακριβώς επειδή συμφώνησαν. Σε σχέση με τη Βασική Συμφωνία και την Επιστολή Προσφοράς, η μάρτυρας εξήγησε ότι στη βασική συμφωνία καταγράφονται οι γενικοί όροι χορήγησης της τράπεζας, ενώ στην επιστολή προσφοράς καταγράφονται οι συγκεκριμένοι όροι της συγκεκριμένης χορήγησης με τους συγκεκριμένους πελάτες. Αναφορικά με υποβολή ότι υπάρχουν αντιφατικοί όροι σε ό,τι αφορά τα επιτόκια, ζήτημα που έλαβε πολύ μεγάλη έκταση κατά την αντεξέταση της, το οποίο επανήλθε και στη συνέχεια αρκετές φορές, αν και πρόκειται για νομικό ζήτημα, θα με απασχολήσει ως τέτοιο στη συνέχεια της απόφασης μου στο κατάλληλο μέρος. Η μάρτυρας ανάφερε ότι η εναγόμενη 2 είναι δικηγόρος και ότι κατά τη γνώμη της καταλάβαινε τι είναι η συναλλαγματική ισοτιμία. Η ΜΕ1 επανέλαβε ότι η πολιτική της τράπεζας ήταν να μη χορηγεί δάνεια σε ελβετικά φράγκα, και τους είχε επεξηγηθεί ότι σε οποιαδήποτε αλλαγή της ισοτιμίας μπορούσε είτε να επωφεληθούν, όπως επωφελήθηκαν μέχρι το τέλος του 2007, είτε να ζημιώσουν, αλλά αυτοί ισχυρίζονταν ότι δεν θα υπήρχε κίνδυνος γι' αυτούς διότι διατηρούσαν κεφάλαια στην Ελβετία. Σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας του ενδιάμεσου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου, η μάρτυρας διευκρίνισε ότι άλλο είναι ο όρος χρεωστικό υπόλοιπο και άλλο ο όρος ληξιπρόθεσμο ποσό. Σε υποβολή ότι εσφαλμένα τερμάτισε η τράπεζα τον λογαριασμό δανείου, ενώ έπρεπε να τερματίσει μόνο τον ενδιάμεσο χρεωστικό λογαριασμό, η μάρτυρας εξήγησε για ακόμη μια φορά ότι οι λογαριασμοί ήταν αλληλένδετοι και ότι είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τον λογαριασμό δανείου σε περιπτώσεις καθυστέρησης πληρωμής δόσεων βάσει του υπολοίπου και ότι το υπόλοιπο προέκυπτε με συμψηφισμό των υπολοίπων των δύο λογαριασμών. Εξήγησε περαιτέρω, απαντώντας σε υποβολές, ότι ο τρόπος λειτουργίας των λογαριασμών δεν αποτυπώνεται στις συμφωνίες, ότι είναι ζήτημα του μηχανογραφικού συστήματος της τράπεζας που δεν επηρεάζει τους πελάτες. Στη συνέχεια η αντεξέταση της μάρτυρος καταπιάστηκε με το ζήτημα της ορθής διεύθυνσης στην οποία στάλθηκε η επιστολή και ότι αναγράφεται ως διεύθυνση η [ ] 1 και ότι δεν υπάρχει [ ] αλλά [ ] 5 όπου πράγματι διαμένει η εναγόμενη 2. Σημειώνεται ότι η διεύθυνση [ ] αναγράφεται στα συμβατικά έγγραφα τα οποία προσυπέγραψε η εναγόμενη 2. Η ΜΕ 1 παρέπεμψε επιπρόσθετα και στο Τεκμ. 8, όπου η εναγόμενη 2 και πάλι δήλωσε τη διεύθυνση [ ] 1 (και όχι 5) και διεύθυνση αλληλογραφίας τη θυρίδα [ ]. Σε ό,τι αφορά κάποιες επιστολές που στάλθηκαν στην ταχυδρομική θυρίδα [ ] η ΜΕ 1 ανάφερε ότι ανήκει στον εναγόμενο 1 και δηλώθηκε απ' αυτόν στο Τεκμ. 7, ενώ η θυρίδα [ ] ανήκει στην εναγόμενη 2. Σε υποβολή ότι η θυρίδα αυτή δεν ανήκει στην εναγόμενη 2 - κάτι όμως που η εναγόμενη 2 παραδέχθηκε αργότερα στη δική της μαρτυρία προσπαθώντας να διαψεύσει ότι υπήρξαν τέτοιες υποβολές στην ΜΕ 1 -, η ΜΕ1 απάντησε στη συνέχεια ότι έχει στην κατοχή της επιστολή του δικηγορικού γραφείου της εναγόμενης 2 στην οποία αναφέρεται η ταχυδρομική της θυρίδα με τη συνήγορο της να υποβάλλει ότι ανήκει σε τρίτο πρόσωπο και δεν έχει κλειδί να παραλαμβάνει τις επιστολές της. Η αντεξέταση επανήλθε στο ζήτημα της μετατροπής των ελβετικών φράγκων σε ευρώ και υπέβαλε ότι η μετατροπή σε ευρώ από του τερματισμού ήταν αυθαίρετη. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι η εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας της 21.12.2007 αφορούσε δάνεια σε εγχώριο νόμισμα και δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση. Η ΜΕ1 εξήγησε ότι οι πελάτες αποφάσισαν να πάρουν ένα δάνειο σε ελβετικά φράγκα, είχαν το δικαίωμα να φέρουν ελβετικά φράγκα σε μετρητά για να πληρώσουν τη δόση τους, είτε να προμηθευτούν τα ελβετικά φράγκα από οπουδήποτε αλλού, αλλά επέλεξαν να αγοράζουν ελβετικά φράγκα από την τράπεζα και να καταθέτουν τη δόση τους την ημέρα που η τράπεζα πουλούσε τα ελβετικά φράγκα και φυσικά τα πουλούσε με την ισοτιμία της ημέρας που τα αγόραζε. Η μάρτυρας απάντησε ότι, την ίδια μέρα που μετέτρεψε το νόμισμα σε ευρώ η τράπεζα αγόρασε τα ελβετικά φράγκα με την ισοτιμία της ημέρας και πώλησε τα ελβετικά φράγκα με την ισοτιμία της ημέρας και ότι αν έπρεπε η μετατροπή να γίνεται με την αρχική ισοτιμία, τότε δεν θα επρόκειτο για προϊόν δανείου χορήγησης ελβετικού φράγκου, αλλά για ένα προϊόν δανείου χορήγησης στο εγχώριο νόμισμα. Υποβλήθηκε στην ΜΕ 1 ότι ουδέποτε η εναγόμενη 2 υπέγραψε το πληρεξούσιο ενώ στη συνέχεια η εναγόμενη 2 παραδέχθηκε ότι το υπέγραψε. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ουδέποτε έλαβε καταστάσεις λογαριασμού η εναγόμενη 2 γιατί πήγαιναν στη διεύθυνση αλληλογραφίας του συζύγου της αν και σύμφωνα με τον όρο 21 της συμφωνίας (Τεκμ. 1), που προσυπέγραψαν οι εναγόμενοι «η ειδοποίηση προς τον ένα από αυτούς θεωρείται ως ειδοποίηση προς όλους». Κατά την επανεξέταση της η ΜΕ1 κατάθεσε ως Τεκμ. 17 και 18 επιστολές στο επιστολόχαρτο της εναγόμενης 2 οι οποίες αναγράφουν τη θυρίδα που υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι δήθεν δεν ανήκει στην εναγόμενη 2. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Χατζή ως ειλικρινή, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της τόσο με την δική της γνώση και εμπειρία στην τράπεζα όσο και τη γνώση που αποκόμισε από την προσωπική επαφή που είχε με τους εναγόμενους αλλά και για την τεκμηρίωση των όσων υποστήριξε με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ούτε και αμφιταλαντεύτηκε κατά την αντεξέταση της για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο ρωτήθηκε και ούτε εξέφρασε ενδοιασμούς παρά θετική γνώση για όσα υποστήριξε. Για τους λόγους αυτούς η ΜΕ1 κρίνεται ως αξιόπιστη και από τη μαρτυρία της κρίνω ότι μπορούν να εξαχθούν τα ορθά και αναγκαία συμπεράσματα. Ο κ. Πιερίδης (ΜΕ2), είναι ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Λειτουργικής Στήριξης της Τράπεζας από το Μάρτιο 2010. Η γραπτή κατάθεση του σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ο ΜΕ2 είναι κάτοχος πτυχίου ηλεκτρολογικής μηχανικής και Κυβερνητικής Συστημάτων, κάτοχος Διπλώματος Σχολής Μηχανικών Κυβερνητικής Συστημάτων & Μηχανικής Επεξεργασίας Σήματος, κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου στην Κυβερνητική Συστημάτων και Διδακτορικού στην Κυβερνητική Συστημάτων. Η μαρτυρία του αποσκοπούσε στην επεξήγηση της λειτουργίας δανείων σε ξένο συνάλλαγμα και στην αντιμετώπιση της θέσης που έθεσε η δικηγόρος του εναγόμενου 1 ότι το δάνειο ήταν στην πραγματικότητα δάνειο σε εγχώριο νόμισμα (δεδομένου ότι οι εναγόμενοι πήραν στα χέρια τους λίρες και πλήρωναν τις δόσεις τους σε λίρες και ευρώ) και ότι εικονικά αναφερόταν ως δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Εξήγησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο χορήγησης του δανείου, στο οποίο αφορά η αγωγή, δηλαδή περί τον Δεκέμβριο του 2006, η πολιτική της τράπεζας για εξασφάλιση της απαιτούμενης ρευστότητας για τη χορήγηση δανείων σε συγκεκριμένο ξένο νόμισμα, ήταν η εξασφάλιση του κατάλληλου μεγέθους κεφαλαίων με διατραπεζικό δανεισμό στο ξένο νόμισμα. Για χαρτοφυλάκιο δανείων σε πελάτες συγκεκριμένου ξένου νομίσματος (π.χ. USD, GΒP, CHF), γινόταν διατραπεζικός δανεισμός στο ξένο νόμισμα που αφορούσε το χαρτοφυλάκιο δανείων πελατών. Ο διατραπεζικός δανεισμός σε ξένο νόμισμα διενεργείτο κυρίως με την μητρική τράπεζα, δηλαδή την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (στο εξής «ΕΤΕ ΑΕ»), ήταν βραχείας διάρκειας (μέχρι ένα μήνα) και το επιτόκιο βασιζόταν στις εκάστοτε συνθήκες που επικρατούσαν στη διατραπεζική αγορά. Στη λήξη κάθε διατραπεζικού δανείου, γινόταν επαναδιαπραγμάτευση της ανανέωσης του από το Dealing Room για τον καθορισμό του νέου ποσού δανείου, τη νέα διάρκεια του δανείου και του νέου επιτοκίου που θα έφερε αυτό μέχρι τη νέα ημερομηνία λήξης του. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι κατά τον χρόνο χορήγησης του επίδικου δανείου η τράπεζα, και συγκεκριμένα στις 18.12.2006 είχε στα στοιχεία παθητικού της, Διατραπεζικό Δάνειο σε CHF ύψους CHF 33.000.000, διάρκειας ενός μηνός, με επιτόκιο 1,88% και ημερομηνία λήξης 29.12.2006. Στις 19.12.2006, ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου που αφορά η δήλωση, το Dealing Room διαπραγματεύθηκε με την ΕΤΕ ΑΕ και εξασφάλισε επιπλέον διατραπεζικό δανεισμό σε CHF, ύψους CHF 350.000, ημερομηνίας λήξης 29.12.2006 και επιτοκίου 2.02%. Στις 29.12.2006, ημερομηνία λήξης των δύο διατραπεζικών δανείων σε CHF της τράπεζας, έγινε νέος διατραπεζικός δανεισμός σε CHF, ημερομηνίας λήξης 29.01.2007 και επιτόκιο 2.05%. Με τον τρόπο αυτό είχε επικαιροποιηθεί το αρχικό διατραπεζικό δάνειο σε CHF της τράπεζας, ούτως ώστε να καλύπτονται στο εξής οι ανάγκες ρευστότητας της τράπεζας σε CHF. Το επίδικο δάνειο εκταμιεύθηκε με ημερομηνία αξίας 19.12.2006 και αφορούσε ποσό CHF319.888,73. Ο ΜΕ2 εξήγησε ακόμα ότι στις περιπτώσεις χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα, ο δανειζόμενος το επιλέγει συνήθως επιδιώκοντας να τύχει ευνοϊκότερων όρων χορήγησης, αλλά κατά κανόνα (όχι όμως πάντοτε), επιθυμεί να λάβει την αξία του σε εγχώριο νόμισμα για να το χρησιμοποιήσει στην εγχώρια αγορά. Ομοίως, και στην περίπτωση αυτή οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να αγοράσουν ακίνητο στην Κύπρο και ως εκ τούτου, το κατάστημα 553 δηλαδή το κατάστημα εξυπηρέτησης του δανείου, επικοινώνησε με το Dealing Room, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης, προκειμένου να του δοθεί η αξία μετατροπής συναλλάγματος από CHF (αγορά από Τράπεζα) σε ΛΚ (πώληση σε πελάτη). Με την αποδοχή από τους εναγόμενους της αξίας μετατροπής συναλλάγματος που προσφέρθηκε από το Dealing Room, υπογράφτηκε από τους εναγόμενους σχετικό ένταλμα μετατροπής του εκταμιευθέντος ποσού CHF319.888,73 @ 0.3595 στο ισόποσο σε Λ.Κ.115 χιλ. Αρ. αγγελίας της Μονάδας Διαχείρισης Διαθεσίμων (Dealing Room) 1218170, το οποίο παρουσίασε ως Τεκμ. 19. Η μετατροπή έγινε με χρέωση του επίδικου λογαριασμού. Την ίδια ημερομηνία το Dealing Room κάλυψε τη συναλλαγματική θέση της τράπεζας, με αντίστοιχη πράξη στη διατραπεζική αγορά (στην περίπτωση αυτή πώλησε CHF και αγόρασε EUR). Με την ίδια ημερομηνία αξίας έγινε η ισόποση αύξηση:

(1)του χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού της τράπεζας σε CHF (λογαριασμός δανείου σε CHF εναγόμενων),
(2)του χαρτοφυλακίου Διατραπεζικoύ Δανεισμού (στοιχεία παθητικού) σε CHF της τράπεζας. Σε ό,τι αφορά στο επιτόκιο που έφερε στις 19.12.2006 ο επίδικος λογαριασμός δανείου, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ήταν το άθροισμα του βασικού επιτοκίου πλέον περιθωρίου. Συγκεκριμένα το βασικό επιτόκιο ήταν το Libor6M CHF το οποίο παρέμενε σταθερό για έξι μήνες και του οποίου η αξία επανακαθοριζόταν κάθε έξι μήνες μετά την ημερολογιακή ημέρα έναρξης του δανείου (ημερομηνία αξίας βασικού επιτοκίου). Σε κάθε ημερομηνία αξίας του βασικού επιτοκίου το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας αντικαθιστούσε την αξία του βασικού επιτοκίου που ίσχυε μέχρι τότε με την αξία του δείκτη Libor6M CHF που καθορίστηκε δύο εργάσιμες ημέρες προηγουμένως. Το περιθώριο επιτοκίου του λογαριασμού στις 19.12.2006 ήταν 1% και παρέμεινε σταθερό για 12 μήνες. Από το δεύτερο έτος το περιθώριο επιτοκίου συμφωνήθηκε στο 1,50% επανακαθοριζόμενο στη συνέχεια κάθε έξι μήνες. Εξήγησε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας ενημερώνεται καθημερινά με τη νέα αξία του δείκτη Libor6M CHF από το Τμήμα Υποστήριξης Εργασιών Treasury (Back Office) της τράπεζας και η πηγή άντλησης της καθημερινής πληροφορίας όσον αφορά στη νέα καθορισθείσα τιμή του Libor6M CHF στο τέλος της ημέρας, είναι το Reuters. Περαιτέρω ο ΜΕ 2 ανάφερε ότι σε ό,τι αφορά στην αποπληρωμή δανείου, ισοτιμίες ενημέρωση μονάδων τράπεζας και πελατείας, η συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και των εναγόμενων προέβλεπε ότι η αποπληρωμή του δανείου θα ήταν σε CHF μόνο, σε συμφωνηθείσες εκ των προτέρων ημερομηνίες αποπληρωμής. Εξήγησε περαιτέρω ότι σε κάθε περίπτωση, εάν ο πελάτης δεν έχει διαθέσιμα σε CHF κατ' οποιαδήποτε από τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες αποπληρωμής του δανείου ή απλά δεν επιθυμεί να πληρώσει σε CHF, τότε πρέπει να μετατρέψει τα διαθέσιμα κεφάλαια του σε εγχώριο νόμισμα σε CHF και να προχωρήσει στην αποπληρωμή της προβλεπόμενης οφειλόμενης δόσης του σε CHF με βάση την τρέχουσα τιμή κατά την ημερομηνία μετατροπής του νομίσματος. Στην περίπτωση μετατροπής συναλλάγματος από την τράπεζα, διενεργείται πώληση CHF στον πελάτη και αγορά από την τράπεζα του ισόποσου στο νόμισμα των διαθεσίμων του πελάτη (π.χ. EUR, USD). Η αξία μετατροπής συναλλάγματος γίνεται με βάση τις πρωινές δηλώσεις τιμών συναλλάγματος που ετοιμάζει το Dealing Room και οι οποίες γνωστοποιούνται κάθε πρωί από αυτό σε όλες τις Μονάδες της τράπεζας. Βεβαίως ο πελάτης μπορεί να προμηθεύεται CHF από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα για σκοπούς καταβολής της δόσης του, αν βρίσκει ευνοϊκότερη ισοτιμία. O ME2 ήταν ξεκάθαρος ότι η πώληση CHF στον πελάτη εξασφαλίζεται πάντοτε με την άμεση αντίστοιχη συναλλαγή της τράπεζας στη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος (αγορά CHF), συνεπώς και η τράπεζα αγοράζει τα CHF που πωλεί στους πελάτες για να καταβάλουν τη δόση τους, με την ισοτιμία της μέρας της καταβολής. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκω ως ανεδαφική την απαίτηση των εναγόμενων να μετατρεπόταν η δόση τους στο εγχώριο νόμισμα στην αρχική ισοτιμία παρά το γεγονός ότι η τράπεζα το αγόραζε στην ισοτιμία της μέρας, ισοδυναμεί με απαίτηση όπως η τράπεζα επωμιστεί τον κίνδυνο που αυτοί ενυπόγραφα ανέλαβαν δηλώνοντας ότι είναι γνώστες του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλαμβάνουν (Τεκμ. 2, τελευταία σελίδα). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ 2 από τη δικηγόρο που εκπροσωπούσε σε εκείνο το στάδιο τον εναγόμενο 1, ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσο υπήρχε κοινή πολιτική ελαχιστοποίησης του συναλλαγματικού κινδύνου σε όλο τον Όμιλο της Εθνικής Τράπεζας και ο μάρτυρας απάντησε θετικά. Στην ερώτηση κατά πόσο για τέτοιου είδους ανοίγματα η τράπεζα προέβαινε στην ελαχιστοποίηση του συναλλαγματικού κινδύνου με hedging, ο μάρτυρας απάντησε ότι η κάλυψη της τράπεζας για τον κίνδυνο που πήρε με την παραχώρηση του δανείου σε ξένο νόμισμα ήταν διατραπεζικός δανεισμός από την μητρική τράπεζα στο ισόποσο ποσό στο ίδιο νόμισμα. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε υποβολή ότι η τράπεζα θα μπορούσε να προχωρήσει σε δανεισμό σε άλλο νόμισμα μειώνοντας τον κίνδυνο της ή ενδεχομένως κάνοντας και κέρδος και απάντησε ότι η πολιτική που ακολουθούσε η τράπεζα ήταν να ισοβαθμεί και να διακινεί ισόποσα τα παθητικά και ενεργητικά της στο ίδιο νόμισμα έτσι ώστε στη λήξη του διατραπεζικού δανεισμού με την ανανέωση του να καλύψει τον δανεισμό του πελάτη σε CHF. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η τράπεζα ακολουθούσε μια πολύ συνετή πολιτική όσον αφορά το δανεισμό σε ξένο νόμισμα και έδινε τέτοιο δανεισμό μόνο μετά από αίτημα των ίδιων των πελατών. Εξήγησε περαιτέρω ότι η τράπεζα δεν είχε προωθητική πολιτική για δανεισμό σε ξένο νόμισμα με καμπάνιες marketing και άλλου είδους marketing σε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Σε άλλη ερώτηση ανάφερε ότι τα διατραπεζικά επιτόκια δηλαδή, αυτά τα επιτόκια που αποφασίζονται και συμφωνούνται μεταξύ δύο dealing rooms σε Διεθνείς Τραπεζικές Αγορές εξαρτώνται και από τους δείκτες Libor, αλλά δεν είναι ακριβώς η ίδια διακύμανση, καθ' ότι το προϊόν διαπραγμάτευσης ενός επιτοκίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, ένας από τους οποίους είναι ο δείκτης Libor. Ο ΜΕ2 εξήγησε ότι η αποπληρωμή του δανείου μπορούσε να γινόταν είτε με διαθέσιμα ποσά σε CHF του πελάτη, είτε με αγορά CHF από την τράπεζα ή και από άλλο τραπεζικό οργανισμό. Σε υποβολή ότι η διαφορά στο κόστος της τράπεζας με το κόστος δανεισμού ξένων συναλλαγμάτων δεν αντιστοιχούσε σε οποιαδήποτε υπηρεσία, εξήγησε ότι η υπηρεσία που πρόσφερε η τράπεζα είναι η συνήθης υπηρεσία που προσφέρουν όλες οι τράπεζες π.χ. ανταλλαγή συναλλάγματος με κινητοποίηση ολόκληρων ομάδων προσωπικού όπως το dealing room, της διεύθυνσης treasury της τράπεζας, της τότε διεύθυνσης του προσωπικού των καταστημάτων. Οι κίνδυνοι που αναλάμβανε η τράπεζα για όλα αυτά είναι ένα διαχειριστικό κόστος, το οποίο επιμετρείται. Αυτό το κόστος αντικατοπτρίζεται και στις τιμές συναλλάγματος. Υπάρχει τιμή συναλλάγματος αγοράς ενός νομίσματος και η τιμή συναλλάγματος πώλησης ενός νομίσματος. Αυτή η διαφορά καλύπτει και αυτό το κόστος εξυπηρέτησης πελατείας μιας τράπεζας και το διαχειριστικό κόστος επομένως απέρριψε την υποβολή καθώς δεν συμφωνούσε με τα γεγονότα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η συναλλαγματική τιμή των ελβετικών φράγκων με τις λίρες την ημέρα χορήγησης του δανείου δεν ήταν ισοτιμία του 0,3595 που πρόσφεραν στους εναγόμενους αλλά ήταν 0,3691 με τον μάρτυρα να απαντά ότι το dealing room έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε προκειμένου να πετύχει την καλύτερη τιμή για τον πελάτη και ότι δεν γνωρίζει την πηγή της δικηγόρου για το 0,
  1. Το ζήτημα αυτό δεν απασχόλησε ξανά παρόλο ότι η πλευρά της εναγόμενης 2 παρουσίασε τέσσερις εμπειρογνώμονες και επομένως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Έχει δίκαιο δε η πλευρά της ενάγουσας διά της ευπαίδευτης συνηγόρου της να επισημαίνει στην αγόρευση της ότι δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι οι εναγόμενοι ήταν επαγγελματίες (λογιστής και δικηγόρος) που θα μπορούσαν να είχαν αναζητήσει πιο συμφέρουσα ισοτιμία σε άλλο ενδεχομένως τραπεζικό ίδρυμα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα (ΜΕ 2) ότι στο Τεκμ. 2 (επιστολή προσφοράς) υπάρχουν διαφορετικές γραμματοσειρές, υπονοώντας ότι κάποιο νούμερο τέθηκε εκ των υστέρων. Αν και θα έπρεπε αυτό το ζήτημα να είχε τεθεί στη μάρτυρα που παρουσίασε την επιστολή προσφοράς, τη ΜΕ1, όπως στους μάρτυρες που προσυπέγραψαν την επιστολή προσφοράς ΜΕ 4 - 6 κάτι που δεν έγινε, αλλά σε μάρτυρα που δεν είχε ανάμειξη στη σύναψη του δανείου και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να απαντήσει. Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε στη συνέχεια και εν πάση περιπτώσει δεν είναι δικογραφημένη. Εδώ επισημαίνω ότι η προώθηση αβάσιμων κατ' ουσία θέσεων οι οποίες όχι μόνο δεν ήταν δικογραφημένες, όπως ότι το ποσό τέθηκε μετά που υπέγραψαν οι εναγόμενοι και όχι προτού υπογράψουν ήταν και αντιφατικές μεταξύ τους καθώς δεν ισχυρίστηκαν ότι υπέγραψαν μη δεόντως συμπληρωμένες συμφωνίες. Δράττομαι της ευκαιρίας να αναφερθώ στην εισήγηση της συνηγόρου της ενάγουσας ότι πλείστα σημεία τα οποία παρεισφρήσαν στη μαρτυρία, παρόλο ότι δεν υπήρξε κατά την άποψη της δικογράφηση σχετικών ισχυρισμών ή και μαρτυρία η οποία επιτράπηκε παρά τις ενστάσεις που πρόβαλε, θα πρέπει ακόμα και σε αυτό το στάδιο να αγνοηθεί. Επί τούτου ξεκαθαρίζω ότι εκεί και όπου κριθεί ότι είναι κατάλληλη η περίπτωση θα γίνουν ανάλογα σχόλια. Η αντεξέταση στη συνέχεια του ΜΕ 2 περιστράφηκε γύρω από την ερμηνεία των όρων που ανευρίσκονται στο Τεκμ. 13 και στο Τεκμ. 2 σε ότι αφορά το επιτόκιο. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι περιέχονται αντιφατικοί όροι, κάτι που ο μάρτυρας αρνήθηκε, όταν η ερμηνεία όρων μιας Συμφωνίας είναι ζήτημα νομικό το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και θα σχολιαστεί στη συνέχεια. Σε σχέση με υποβολή ότι, δεν υπήρχε δυνατότητα να αλλάξουν τα φράγκα σε λίρες σε άλλη τράπεζα οι εναγόμενοι, γιατί η συναλλαγή έγινε την ίδια στιγμή, ο μάρτυρας έδωσε τη λογική, κατά την άποψη μου, εξήγηση, ότι είναι ζήτημα που αφορούσε τους εναγόμενους οι οποίοι είχαν πάντοτε τη δυνατότητα να μην προχωρούσαν με την ανταλλαγή σε κυπριακές λίρες και να πάρουν τα φράγκα και να τα αλλάξουν σε άλλη τράπεζα. Επίσης του υποβλήθηκε ότι η τράπεζα δεν συμβούλεψε τους εναγόμενους ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν τα χρήματα που δανείστηκαν σε ελβετικά φράγκα σε άλλη τράπεζα, με τον μάρτυρα να διερωτάται γιατί θα έπρεπε να τους το είχε εξηγήσει κάποιος εφόσον κάτι τέτοιο ήταν αυτονόητο. Σε υποβολή ότι δεν χρειαζόταν να γίνει ανανέωση του διατραπεζικού δανεισμού, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ο δανεισμός σε CHF καθ' όλη τη διάρκεια ζωής αυτού του δανείου με το δανεισμό του πελάτη αυξήθηκαν τα assets της τράπεζας, ήτοι το ενεργητικό της τράπεζας, ώστε να πετύχουν καλύτερη διαχείριση των κεφαλαίων τους. Εξήγησε ακόμα ότι στα βιβλία της τράπεζας στις 19.12.2006 υπήρχε στο ενεργητικό της το δάνειο των πελατών που ήταν 319.000 CHF. Αυτό το ενεργητικό χρηματοδοτήθηκε με διατραπεζικό δανεισμό και αυξήθηκαν τα liabilities. Αυξήθηκε το παθητικό για να υπάρχει ένας ισολογισμός. Tην ίδια ημέρα ο πελάτης αποφάσισε να πωλήσει πίσω τα CHF. Αυτό το ποσό, η τράπεζα το πούλησε αμέσως στη διατραπεζική αγορά, για να μην έχει συναλλαγματικό κίνδυνο, ως άλλωστε είναι η υποχρέωση της τράπεζας με βάση τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή να μην έχει συναλλαγματικό κίνδυνο. Ο ΜΕ2 ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα της τιμής του συναλλάγματος που συμφωνείται με τον πελάτη ο οποίος υπογράφει σχετικό ένταλμα εντολής, είναι εντελώς διαφορετικό από το ζήτημα της μεταφοράς σε ενδιάμεσο λογαριασμό που είναι ζήτημα εσωτερικό της τράπεζας. Σε υποβολή ότι δεν γνώριζαν οι εναγόμενοι τις τιμές ισοτιμίας με την οποία αγόραζαν από την τράπεζα ελβετικά φράγκα για να πληρώνουν τις δόσεις τους, ο μάρτυρας απάντησε ότι εφόσον γνώριζαν τη δόση τους σε CHF και/ή γνώριζαν τι πλήρωναν σε ευρώ, γνώριζαν και την ισοτιμία. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κ. Πιερίδη, ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις του με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία του μπορούν να ληφθούν κατά ασφαλή τρόπο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα αληθή γεγονότα που διέπουν την επίδικη Συμφωνία και διαφορά. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι σε εκείνο το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας η εναγόμενη 2 με δήλωση της δικηγόρου της παραδέχτηκε κάτι που αρνείτο στην υπεράσπιση της, ότι δηλαδή είχε υπογράψει τα Τεκμ. 1 και
  2. Η κ. Θεμιστοκλέους (ΜΕ3), της οποίας η Γραπτή κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ, εξήγησε ότι δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20.12.2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21.12.2018, χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις της τράπεζας, περιλαμβανομένης και της επίδικης στην παρούσα αγωγή, καθώς και οι οποιεσδήποτε μορφής εξασφαλίσεις αυτών, έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρεία CAC CORAL LIMITED, δηλαδή στην ενάγουσα. Προς τούτο παρουσίασε δέσμη των σχετικών ειδοποιήσεων και δημοσιεύσεων περί της πρόθεσης (ημερ. 26.10.2018) και της μεταβίβασης (ημερ. 28.12.2018), δέσμη των επιστολών περί της πρόθεσης και της μεταβίβασης και σχετικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση Αρ. 947/2018, στο οποίο είναι επισυνημμένο το ως άνω αναφερόμενο Σχέδιο Διακανονισμού, ως Τεκμ. 20 -
  3. Η ΜΕ3 εξήγησε ποια τεκμήρια της είχαν δοθεί και είχε μελετήσει και παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού των εναγόμενων ως Τεκμ. 24 - 48 με διάφορα εναλλακτικά σενάρια ως προς τις χρεώσεις του λογαριασμού στην περίπτωση που οι εναγόμενοι προωθούσαν τη θέση ότι οι χρεώσεις αυτές είναι αντικανονικές και το Δικαστήριο ήθελε αποδεχτεί τις θέσεις αυτές. Η Μ.Ε.2 παρουσίασε επίσης πίνακα μεταβολών επιτοκίου ως Τεκμ. 23, πίνακα με σύνοψη των αποτελεσμάτων των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού ως Τεκμ. 49 και εξουσιοδότηση της Coral προς την τράπεζα να χειρίζεται τις υποθέσεις της ως Τεκμ.
  4. Οι αναδομημένες καταστάσεις Τεκμ. 24 και 25 εξήγησε ότι αφορούν μόνο αλλαγές στο επιτόκιο υπερημερίας το οποίο από 5% εμφανίζεται στο Τεκμ. 24 ως 2% και στο Τεκμ. 25 ως μηδενικό. Το Τεκμ. 26 είναι αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού δανείου με το επιτόκιο όπως αυτό αναφέρεται στην επιστολή προσφοράς χωρίς τις περαιτέρω μεταβολές του πρόσθετου επιτοκίου, ενώ τα Τεκμ. 27, 28 και 29 είναι αναδομημένες καταστάσεις του ενδιάμεσου λογαριασμού. Η πρώτη, Τεκμ. 27 ετοιμάστηκε με το επιτόκιο που αναφέρεται στην επιστολή προσφοράς και επιτόκιο υπερημερίας 5%. Η δεύτερη, δηλαδή το Τεκμ. 28 και πάλι με επιτόκιο ως αναφέρεται στην επιστολή προσφοράς, αλλά με επιτόκιο υπερημερίας 2% και το Τεκμ. 29 και πάλι με επιτόκια της επιστολής προσφοράς με μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας. Στη συνέχεια παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις με υπόβαθρο τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία αυτήν του ελβετικού φράγκου με την κυπριακή λίρα και του ευρώ κατά το χρόνο της χορήγησης κατά τρόπο που οι εναγόμενοι να μην επηρεάζονται από την οποιαδήποτε αλλαγή της ισοτιμίας αλλά να επωμιζόταν τον συναλλαγματικό κίνδυνο η ενάγουσα. Κάθε κατάσταση ετοιμάστηκε με διαφορετικές επιτοκιακές χρεώσεις για να καλύπτονται και πάλι όλες οι εναλλακτικές με βάση τις αντίστοιχες θέσεις των εναγόμενων. Ως εκ τούτου τα Τεκμ. 30, 31 και 32 ετοιμάστηκαν με τα επιτόκια με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός με τρεις διαφορετικές εκδοχές επιτοκίου υπερημερίας, δηλαδή 5%, 2% και μηδενικό, ενώ οι καταστάσεις 33, 34 και 35 ετοιμάστηκαν με τα επιτόκια που αναφέρονται στην επιστολή προσφοράς, χωρίς να μεταβάλλεται το πρόσθετο επιτόκιο και πάλι με τρεις διαφορετικές εκδοχές επιτοκίου υπερημερίας. Με δεδομένο ότι οι εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάστηκαν ως αν η χορήγηση ήταν σε εγχώριο νόμισμα, δεν ετοιμάστηκαν δύο καταστάσεις, δηλαδή μία δανείου και μία ενδιάμεσου λογαριασμού, αλλά μόνο μία στην οποία παρουσιάζεται το ληξιπρόθεσμο ποσό. Στη συνέχεια η μάρτυρας παρουσίασε τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις εξ' υπαρχής, αλλά σε αυτή την περίπτωση για τον υπολογισμό του τόκου υπολογίστηκαν οι μήνες προς όσες μέρες έχει ο καθένας και ως διαιρέτης χρησιμοποιήθηκε ο αριθμός 365 ή
  5. Συνεπώς ακολουθήθηκε το ίδιο ακριβώς σκεπτικό και μεθοδολογία ως ανωτέρω για τις αναδομημένες καταστάσεις 36 -
  6. Με λίγα λόγια οι πρώτες δώδεκα αναδομημένες καταστάσεις είναι με υπολογισμό του τόκου επί 360 ημερών και οι επόμενες δώδεκα με υπολογισμό του τόκου επί 365 ημερών. Τέλος, συγκεντρωτική κατάσταση προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε ως Τεκμ.
  7. Ήταν ξεκάθαρη η θέση της ΜΕ 3 κατά την αντεξέτασή της ότι η αξίωση της ενάγουσας παραμένει ως έχει στην αγωγή, αλλά αυτά τα εναλλακτικά σενάρια παρουσιάζονται έτσι ώστε να μην χρειαστεί το δικαστήριο να κάνει τον λογιστή και να επιλέξει το σενάριο που θα ανταποκρίνεται στην απόφαση του σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 δεν αντεξέτασε τη μάρτυρα όταν δεν εγκρίθηκε το αίτημα του για αναβολή για τους λόγους που εξηγούνται από το Δικαστήριο και δήλωσε ότι αισθανόταν ότι το Δικαστήριο τού στερούσε το δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Σε παρόμοια δήλωση προέβαινε και όταν καλείτο να αντεξετάσει και τους υπόλοιπους μάρτυρες της ενάγουσας. Και όλα αυτά μετά που όταν δόθηκε στις 17.09.2019 άδεια στον δικηγόρο του να αποχωρήσει, τού δόθηκαν περισσότεροι από 4 μήνες χρόνος για να υπάρξει προετοιμασία του νέου δικηγόρου του. Μετά που έδωσε τη δική του μαρτυρία, έπαυσε να εμφανίζεται στο Δικαστήριο είτε προσωπικά είτε διά δικηγόρου, όπως ήταν η αρχική του επιθυμία όταν είχε αποχωρήσει από την εκπροσώπηση του ο προηγούμενος δικηγόρος του, παρόλο ότι γνώριζε τις ημερομηνίες ορισμού της υπόθεσης εφόσον ενημερωνόταν σχετικά από το Δικαστήριο αλλά και κάλλιστα θα μπορούσε αν επιθυμούσε να είχε πληροφορηθεί και να εμφανιζόταν. Ούτε και προσκόμισε άλλη μαρτυρία πέραν της δικής του προφορικής κατάθεσης στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Κατά την αντεξέτασή της ΜΕ 3 από την συνήγορο της εναγόμενης 2, απασχόλησε κατά πόσο η πιστωτική διευκόλυνση συμπεριλήφθηκε στο σχέδιο διακανονισμού και η μάρτυρας απάντησε ότι οι τελευταίες τρεις σελίδες του Τεκμ. 22 αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία υποδεικνύοντας και που βρίσκεται η υποθήκη. Υποβλήθηκαν στη μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις που αφορούν τις συνθήκες σύναψης της Συμφωνίας στις οποίες η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, αφού η κατάθεση της αφορούσε τον περιορισμένο σκοπό της ετοιμασίας αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού και ουδέποτε είχε χειριστεί την επίδικη υπόθεση είτε στο στάδιο της χορήγησης είτε στο στάδιο των καθυστερήσεων. Σημειώνεται ότι τέτοιες ερωτήσεις δεν είχαν υποβληθεί στην ΜΕ1 η οποία θα ήταν σε θέση να δώσει τις κατάλληλες απαντήσεις. Η μάρτυρας εξήγησε ότι το αριθμός [ ] είναι ο αριθμός πιστωτικής διευκόλυνσης που ισχύει από το Μάρτιο 2013, από την ημέρα δηλαδή που η τράπεζα άλλαξε το μηχανογραφημένο της σύστημα σε αντικατάσταση και επιπρόσθετα του αριθμού [ ], κάτι που άλλωστε είπε και στην κυρίως εξέταση της. Η μάρτυρας υπέδειξε στο Τεκμ. 22 και τον αριθμό της υποθήκης και δεδομένου ότι αμφισβητήθηκε ότι ο νέος αριθμός αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό, η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι στο μηχανογραφικό σύστημα όταν καταχωρισθεί η ταυτότητα των πελατών παρουσιάζεται ο συγκεκριμένος αριθμός λογαριασμού. Σε υποβολή ότι το επίδικο δάνειο δεν μεταφέρθηκε στην ενάγουσα, η μάρτυρας επέμεινε στις εξηγήσεις της παραπέμποντας στα τεκμήρια που παρουσίασε. Σε υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν για το σχέδιο διακανονισμού, η μάρτυρας παρέπεμψε στα Τεκμ. 20 και 21 όπου αποδεικνύεται η συμμόρφωση της ενάγουσας με το Άρθρο 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για συναφή θέματα Νόμου 2005 (Ν.169 (Ι)/2015) όπου απαιτείται πριν από την πώληση να κοινοποιείται η πρόθεση της πώλησης στον δανειολήπτη και τους εγγυητές είτε με επιστολή, είτε με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, κάτι που αποδεικνύεται από τα Τεκμ. 20 και 21 ότι έγινε σωρευτικά. Δηλαδή στάλθηκαν και επιστολές και δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε εφημερίδες του ημερήσιου Τύπου. Δεν απαιτείται αυτό να γίνει με συστημένη επιστολή και συνεπώς η απαίτηση να προσκομιστεί η απόδειξη παραλαβής, ήταν κατά την εκτίμηση μου άστοχη. Η απόδειξη των σχετικών δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα και σε τρεις καθημερινές εφημερίδες εξαντλεί το ζήτημα εδώ. Την ίδια υποχρέωση έχει ένα πιστωτικό ίδρυμα και μετά την μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Νόμου ( Ν. 169 (Ι)/2015) και τα Τεκμ. 20 και 21 αποδεικνύουν ότι αυτό ακριβώς έγινε. Μάλιστα, οι σχετικές ειδοποιήσεις στάλθηκαν στην ταχυδρομική θυρίδα της εναγόμενης 2 σε σχέση με την οποία η ίδια επέμεινε ότι είναι η ταχυδρομική διεύθυνση στην οποία παραλαμβάνει τις επιστολές της (παρά το γεγονός ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων ΜΕ1, ΜΕ4 - ΜΕ6 η δικηγόρος της υπέβαλε ακριβώς το αντίθετο). Η ΜΕ 3 συμφώνησε με υποβολή ότι η αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία εγκρίθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού δεν επιδόθηκε στους εναγόμενους, ούτε στην Αίτηση επισυνάφθηκαν τα δάνεια των εναγόμενων. Βέβαια απλή ανάγνωση του Νόμου αποδεικνύει ότι, κάτι τέτοιο δεν απαιτείται. Άλλωστε, ουδείς πρόσβαλε την σχετική απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία παραμένει δεσμευτική. Η ΜΕ3 διαφώνησε με υποβολή ότι η ΜΕ3 είναι η υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και δεν μπορεί να εκπροσωπεί την ενάγουσα. Σε σχέση με το αυξημένο επιτόκιο που επιβλήθηκε κατά τον χρόνο του τερματισμού, η ΜΕ3 εξήγησε ότι από τη στιγμή που ένας λογαριασμός μεταφέρεται στις οριστικές καθυστερήσεις, το επιτόκιο είναι αυξημένο γιατί πλέον θεωρούνται εγκλωβισμένα κεφάλαια, η ανάκτηση του ποσού είναι χρονοβόρα, γιατί καταχωρούνται αγωγές και πρόκειται πλέον για λογαριασμούς, οι οποίοι στην παρακολούθηση τους απαιτούν πολλές εργατοώρες και εξειδικευμένο προσωπικό. Ανάφερε επίσης ότι τα επιτόκια τα ορίζει η ειδική επιτροπή που απαρτίζεται από τα ηγετικά στελέχη της τράπεζας και σε κάθε περίπτωση παρακολουθεί το κόστος της οφειλής. Έγινε αρκετή συζήτηση για τις μεταβολές των επιτοκίων, κατά πόσο ήταν δικαίωμα της τράπεζας, κάτι που θεωρώ ότι απαντάται τόσο από όρους στα Τεκμ. 1 και 2 τα οποία προσυπέγραψαν οι εναγόμενοι, αλλά και από τη νομολογία. Επίσης υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι σύμφωνα με εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας, τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι δεσμευτικά για τις Κυπριακές Τράπεζες από τον Γενάρη
  8. Βεβαίως, όπως υποδεικνύει η ίδια εγκύκλιος η οποία παρουσιάστηκε αργότερα ως το Τεκμ. 61, αυτό αφορά τα δάνεια σε ευρώ. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμο του 2007, (Ν.33(Ι)/2007), νομοθεσία που εκδόθηκε προγενέστερα της εν λόγω εγκυκλίου (Τεκμ. 61) τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εφαρμόζονταν στις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (δανείων) για τα οποία η βάση του επιτοκίου ήταν το βασικό επιτόκιο της εκάστοτε τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος ή στις περιπτώσεις σταθερών επιτοκίων ή επιτοκίου nibor (διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Λευκωσίας), κάτι που δεν εφαρμοζόταν στην παρούσα σύμβαση, αφού η βάση του επιτοκίου της επίδικης Συμφωνίας δανείου ήταν 6 months libor [βλ. άρθρο 8 του Ν. 33(Ι)/2007 και ιδίως την επιφύλαξη του άρθρου 8(ε)]. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω εγκύκλιος εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα για να παράσχει καθοδήγηση στα πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τις πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, και να μην υπήρχε συμμόρφωση εκ μέρους της τράπεζας με τις πρόνοιες του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, σύμφωνα με το Άρθρο 23 του εν λόγω Νόμου, η «κύρωση» για την τράπεζα θα ήταν η δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου από την Κεντρική Τράπεζα. Ομοίως, σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία, παράβαση οδηγιών/εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, δεν επιδρά στις συμβατικές σχέσεις της τράπεζας με τους εκάστοτε πελάτες της, αλλά παρέχει τη δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα να επιβάλει πρόστιμο στην εκάστοτε τράπεζα (βλ. Παναγιώτης Ιωάννου v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 181/2010, απόφαση ημερομηνίας 03.04.2018), ECLI:CY:AD:2018:A151 Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι δεν υπήρξε καμία διαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας καθ' ότι η πρόταση της τράπεζας είχε γίνει στις 19.12.2006 και υπογράφτηκε την ίδια μέρα. Η αίτηση όμως σύμφωνα με τα έγγραφα που κατατέθηκαν είχε προηγηθεί και έγινε αναφορά στο Τεκμ. 13 για το οποίο η ΜΕ 3 απάντησε ότι δεν μελέτησε γιατί δεν το χρειαζόταν προκειμένου να προβεί στις αναδομημένες καταστάσεις. Ακολούθησε εκτενής συζήτηση σε σχέση με την ερμηνεία των όρων των Τεκμ. 1 και 2 σε ό,τι αφορά το επιτόκιο, καθώς και στο δικαίωμα της τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο. Το ζήτημα είναι αμιγώς νομικό και θα με απασχολήσει στη συνέχεια της απόφασης στο κατάλληλο μέρος. Η ΜΕ3 εξήγησε ότι ο τόκος υπερημερίας 5% που αναφέρεται στο Τεκμ. 2, που, όπως αναφέρεται στο Τεκμ. 23, έγινε από 1.07.2012 3%, είναι τόκος επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων ο οποίος καθορίστηκε από ειδική επιτροπή με βάση τα κριτήρια που προανάφερε. Η ΜΕ3 προσπάθησε να εξηγήσει ότι το 7.75% που μπήκε με την επιστολή τερματισμού δεν είναι τόκος υπερημερίας, αλλά μεταβολή του πρόσθετου επιτοκίου. Υπεβλήθη στη ΜΕ3 ότι δεν ήταν το κατάλληλο άτομο για να επεξεργαστεί τα δεδομένα, γιατί δεν είχε τις γνώσεις και η μάρτυρας διαφώνησε. Υπεβλήθηκε επίσης στη μάρτυρα ότι δεν αντέγραψε σωστά τις χρεώσεις και πιστώσεις από τα Τεκμ. 9 και 10 και η μάρτυρας εξήγησε ότι οι χρεώσεις είναι παντού οι ίδιες, ενώ οι πιστώσεις είναι διαφορετικές στις περιπτώσεις που μετέτρεπε τις μεταβαλλόμενες δόσεις με την αρχική ισοτιμία. Είπε συγκεκριμένα ότι στα Τεκμ. 30 - 35 και 43 - 48 οι καταβολές των δανείων υπολογίζονταν με την αρχική ισοτιμία. Περαιτέρω υποβλήθηκε στη ΜΕ3 ότι τα αποτελέσματα της είναι λανθασμένα και η πλευρά της εναγόμενης 2 επιφύλαξε το δικαίωμα της να φέρει μαρτυρία για να αποδείξει αυτή τη θέση, κάτι όμως που δεν έπραξε παρά την παρουσίαση τεσσάρων μαρτύρων τους οποίους κάλεσε ως ειδικούς/ εμπειρογνώμονες για να αποδείξουν τις θέσεις της εναγόμενης
  9. Αντίθετα αυτοί υιοθέτησαν τους υπολογισμούς της σε ότι αφορά στις καταστάσεις που ετοιμάστηκαν με βάση τις θέσεις τους και μάλιστα ένας εξ αυτών είπε ότι τα συστήματα της τράπεζας είναι καλύτερα γι' αυτό και οι καταστάσεις είναι πιο σωστές από τις δικές τους. Η ΜΕ3 προσκόμισε βεβαίωση εξουσιοδότησης από την ενάγουσα οπότε και της υποβλήθηκε ότι δεν είναι έγκυρη γιατί η κυρίως εξέταση της δόθηκε το Γενάρη και η εξουσιοδότηση ήταν μεταγενέστερη. Στην πιο πάνω θέση σχετικά είναι όσα αναφέρονται στο Τεκμ. 50 για να καταδειχθεί ότι δεν πρόκειται για εξουσιοδότηση, αλλά για βεβαίωση που δίδεται από την Coral ότι όλοι οι υπάλληλοι και συνεργάτες που έχει επιλέξει η Εθνική Τράπεζα είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να προβαίνουν για λογαριασμό και κατόπιν οδηγιών της Coral στις ενέργειες που περιλαμβάνει η συμφωνία παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Coral και της τράπεζας. Συνεπώς κρίνω ότι εφόσον αφορούσε μια βεβαίωση για κάτι που έχει ήδη γίνει, η ημερομηνία είναι άσχετη. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Θεμιστοκλέους παρά την αμφισβήτηση της κατά την έντονη και αχρείαστα μακρά αντεξέταση την οποία υπέστη. Ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία όπως και άλλα που κατατέθηκαν από την ΜΕ
  10. Από τη μαρτυρία της κρίνω ότι μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία και ασφαλή συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Η κ. Νεοφύτου (ΜΕ4), της οποίας η Γραπτή κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ, κατάθεσε ότι ετοίμασε και υπέγραψε την επιστολή με ημερομηνία 21.12.2011 μέρος του Τεκμ. 6 και τις επιστολές με ημερομηνία 29.6.2012 και 13.07.2012 (Τεκμ.4 και 5). Εξήγησε ότι τις έβαλε σε φάκελο, τις παρέδωσε στον κλητήρα ο οποίος τις ταχυδρόμησε και βεβαίωσε ότι δεν επιστράφηκαν. Ανάφερε επίσης ότι οι επιστολές αυτές στάλθηκαν είτε στη διεύθυνση που δήλωσε η εναγόμενη 2 στα Τεκμ. 1 και 2 είτε στην ταχυδρομική της θυρίδα που η ίδια επίσης δήλωσε ως το Τεκμ.8 ή στη θυρίδα που ο εναγόμενος 1 δήλωσε ως το Τεκμ.
  11. Περαιτέρω, δεδομένης της αμφισβήτησης της εναγόμενης 2 ότι η θυρίδα [ ] είναι η δική της, η ΜΕ4 κατάθεσε αντίγραφο της σχετικής σελίδας του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως Τεκμ. 51 όπου αναγράφεται ενώ σε ό,τι αφορά τη διεύθυνση που ήταν η θέση της εναγόμενης 2 ότι η σωστή διεύθυνση είναι [ ] και όχι [ ] παρουσίασε αντίγραφο της σχετικής σελίδας του Οδικού Ταχυδρομικού Κώδικα ως Τεκμ. 52 που δείχνει ότι δεν υφίσταται οδός Μίλερ ώστε να μπορούσε να γίνει σφάλμα και ότι προφανώς για να μην επιστραφεί, παραδόθηκε στην οδό [ ]. Η ΜΕ4 εξήγησε ότι παρά το γεγονός ότι δεν είχε εμπλοκή στη σύναψη του δανείου, σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν μετακινήθηκε στο υποκατάστημα της Κολωνακίου, είχε επανειλημμένες επικοινωνίες με τους εναγόμενους σε συναντήσεις που είχε μαζί τους, όσο και σε τηλεφωνικές επικοινωνίες κατά τις οποίες τους ανάφερε ότι θα έπρεπε να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους. Βεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν την οφειλή τους και πάντα υπόσχονταν να τη διευθετήσουν. Ανάφερε μάλιστα ότι σε κάποιο στάδιο ρώτησε τον εναγόμενο 1 γιατί επέλεξε να δανειστεί σε ελβετικά φράγκα και της είπε ότι ήταν η σωστή απόφαση που την έλαβε μετά από συμβουλή της αδερφής του που εργαζόταν στην Κεντρική Τράπεζα. Του εισηγήθηκε τότε να μετατρέψουν το δάνειο τους σε ευρώ και αυτός αρνήθηκε λέγοντας ότι ανέμενε να πωλήσει ένα οικογενειακό ακίνητο και να ξοφλήσει την οφειλή. Κατά την αντεξέταση της μάρτυρος από τη συνήγορο της εναγόμενης 2, τής υποβλήθηκε ότι οι επιστολές ουδέποτε ταχυδρομήθηκαν. Η ΜΕ4 απάντησε ότι αν οι επιστολές δεν παραλαμβάνονται, επιστρέφονται και μόνο τότε επικοινωνούν με τους πελάτες και τους ρωτούν αν είναι λανθασμένη η διεύθυνση. Ανάφερε ακόμα ότι θεωρούσε ότι ένα λάθος ψηφίο στην οδό, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να πάει η επιστολή και υπέδειξε ότι ο κωδικός [ ], [ ], είναι ορθός και ακόμα ότι εάν η εναγόμενη 2 δεν μένει στη [ ] 1 σημαίνει ότι έδωσε λανθασμένα στοιχεία. Εδώ σημειώνεται ότι η εναγόμενη 2 τελικά κατάθεσε ότι έμενε στην [ ] 1 (διεύθυνση του πατέρα της) το 2000 μέχρι το 2004 που μετακόμισε στην [ ] 5 (χωρίς να ειδοποιήσει την Τράπεζα) και ότι αυτή είναι η διεύθυνση των γονιών της. Σύμφωνα με τη νομολογία η διεύθυνση που καταγράφεται στις συμφωνίες που προσυπογράφουν οι δανειολήπτες, είναι δεσμευτική. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα η ΜΕ4 δήλωσε ότι και στις περιπτώσεις που στάλθηκε μια επιστολή και στους δύο εναγόμενους, η τράπεζα ορθά έπραξε, εφόσον ήταν παντρεμένοι και δεν ειδοποιήθηκε η τράπεζα για κάτι άλλο. Η μάρτυρας ανάφερε ότι όταν ξεκίνησαν οι καθυστερήσεις, τους κάλεσαν να τακτοποιήσουν την οφειλή και είχαν πάει και οι δύο μαζί και ενημερώθηκαν για τις οφειλές τους και ότι η ίδια προσωπικά μίλησε επανειλημμένα με την εναγόμενη 2 και ότι αυτά που κατάθεσε δεν μπορούσε να τα ξέρει αν δεν είχε μιλήσει μαζί τους, ότι δηλαδή θα πουλούσαν οικογενειακό ακίνητο και ότι η αδερφή του κ. Νικήτα δούλευε στην Κεντρική Τράπεζα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Νεοφύτου ότι ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Από τη μαρτυρία της μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Η κ. Παναγίδου (ΜΕ5), της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε, βεβαίωσε ότι προσυπέγραψε την αίτηση παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμ. 13), και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν στην παρουσία της. Επίσης ανάφερε ότι υπέγραψε τις επιστολές 19.06.2009, 21.12.2009, 21.06.2010, 21.12.2010, 29.04.2011 και 21.06.2011 που έχουν κατατεθεί ως μέρος του Τεκμ.
  12. Ακόμα ανάφερε ότι οι επιστολές ημερομηνίας 8.07.2011 στάλθηκαν μαζικά προς τους πελάτες εκείνη την ημερομηνία και γι' αυτό δεν φέρουν υπογραφή. Περαιτέρω ότι κατ' εκείνη την ημερομηνία τέθηκαν από τον κ. Γιώργο Καρλετίδη, κλητήρα της τράπεζας, η σχετική σφραγίδα με αριθμούς 658 σε ότι αφορά τον εναγόμενο 1 και 657 σε ότι αφορά την εναγόμενη 2 και από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν έχει επιστραφεί καμία επιστολή. Ανάφερε ότι τοποθέτησε τις επιστολές σε φάκελο, τις έδωσε στον κ. Καρλετίδη και τίποτα δεν επιστράφηκε. Περαιτέρω, έδωσε τις ίδιες εξηγήσεις σε ότι αφορά τη διεύθυνση με τις εξηγήσεις που είχε δώσει ήδη η ΜΕ
  13. Κατά την αντεξέταση της από τη δικηγόρο της εναγόμενης 2 της ζητήθηκε να αναγνωρίσει τις υπογραφές των εναγόμενων στο Τεκμ. 13 σε σχέση όμως με το οποίο η ΜΕ5 δεν είχε υπογράψει ως μάρτυρας και είπε ότι δεν ήταν σε θέση να τις αναγνωρίσει, απλά υπέθετε ότι ήταν των εναγόμενων. Σε ερώτηση ότι δεν υπάρχει η υπογραφή τους στις τέσσερις σελίδες της αίτησης πριν την τελευταία σελίδα η μάρτυρας απάντησε ότι για να υπογράψουν στο τέλος της αίτησης που είναι η σελίδα 8 σημαίνει ότι είδαν τις προηγούμενες και ότι θα έπρεπε να ήταν μωρά του δημοτικού για να υπογράψουν χωρίς να την διαβάσουν. Σε υποβολή ότι στα έντυπα δεν υπάρχει καμία υπογραφή της εναγόμενης 2 και όταν υποδείχθηκε το Τεκμ. 13 στην μάρτυρα, η μάρτυρας είπε ότι βλέπει την υπογραφή της εναγόμενης
  14. Είμαι αναγκασμένος να επισημάνω και εδώ ότι ανάλογη αντεξέταση δεν έγινε στην ΜΕ4 που ήταν μάρτυρας της υπογραφής της εναγόμενης 2 στο Τεκμ.
  15. Επομένως η σχετική ερώτηση κρίνω ότι αποσκοπούσε στην δημιουργία εντυπώσεων και μόνον. Σε υποβολή στην ΜΕ 5 ότι δεν υποβλήθηκε καμία αίτηση για παροχή δανείου από την εναγόμενη 2, η μάρτυρας απάντησε ότι όταν γίνει μία αίτηση οι πελάτες υπογράφουν μπροστά τους και γι' αυτό υπογράφουν και αυτοί την αίτηση δανείου την οποία υπογράφει η διευθύντρια και στην παρουσία τους υπογράφουν οι πελάτες και επιμαρτυρείται η υπογραφή τους. Υποβλήθηκε στη ΜΕ 5 ότι η κ. Νικολάου ουδέποτε τη συνάντησε στην τράπεζα με τη μάρτυρα να υποστηρίζει ότι συναντήθηκαν πολλές φορές στο κατάστημα Αγίου Νικολάου της τράπεζας. Υποβλήθηκε επίσης στην ΜΕ5 ότι οι εναγόμενοι χώρισαν σχεδόν μετά τη σύναψη του δανείου, δηλαδή τέλη του
  16. Προς διάψευση αυτού του ισχυρισμού έγινε παραπομπή από την συνήγορο της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 28.03.2018 στην αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, όπου η εναγόμενη 2 δήλωσε ότι ήταν σε διάσταση με τον εναγόμενο 1 από τον Ιούλιο του
  17. Κατά την μαρτυρία της για να διασκεδάσει την αντίφαση ανάφερε ότι ζούσαν μαζί από τον Ιανουάριο του 2012 αλλά δεν μιλιούνταν. Η ΜΕ5 ανάφερε μετά από πολλές υποβολές ότι δήθεν δεν έλαβε η εναγόμενη 2 τις επιστολές ότι: «εφόσον ερχόταν η κα Φιόνα και ήταν ενήμερη για το δάνειο δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ενημερωνόταν και από τον κ. Νικήτα». Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Παναγίδου η οποία ήταν ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων/τεκμηρίων και τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Από τη μαρτυρία της μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Η κ. Επιφανίου (ΜΕ6), της οποίας η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο ΣΤ, ήταν και αυτή μάρτυρας της υπογραφής στη συμφωνία Τεκμ. 1 και επί της Συμφωνίας και δήλωσης της υποθήκευσης ακινήτου το Τεκμ.
  18. Αναγνώρισε τις υπογραφές και ανάφερε ότι ουδέποτε επιβεβαίωσε υπογραφές πελατών της τράπεζας χωρίς αυτές να έχουν τεθεί στην παρουσία της. Κατά την αντεξέταση της απέρριψε υποβολή ότι ουδέποτε ήταν μπροστά σε οποιαδήποτε υπογραφή. Σε υποβολή ότι της έφεραν το έγγραφο συμφωνία (Τεκμ. 1) με τις υπογραφές και το μαρτύρησε εκ των υστέρων, η ΜΕ6 απάντησε «όταν υπέγραψαν οι πελάτες μαρτυρήσαμε εμείς τις υπογραφές τους». Επιβεβαίωσε ότι είδε τους πελάτες και διαφώνησε με υποβολή ότι η εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε ενώπιον της. Εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με παραδοχή της ίδιας της εναγόμενης 2 διά της δικηγόρου της η οποία προηγήθηκε και συγκεκριμένα στις 31.07.2019 είχε παραδεχτεί την υπογραφή της επί του Τεκμ. 1 (και του Τεκμ. 2). Επομένως φανέρωσε για μια ακόμα φορά την ανακολουθία στις θέσεις της. Συζήτηση στη συνέχεια έγινε και για το πληρεξούσιο (Τεκμ. 15), που μέχρι εκείνη τη στιγμή η εναγόμενη 2 ισχυριζόταν ότι δεν το υπέγραψε και η πλευρά της ανέλαβε να δει το ζήτημα και ενδεχομένως να προέβαινε σε παραδοχή του, όπως και έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι κατά την 22.07.2020 ότι πρόκειται πράγματι για την υπογραφή της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κ. Επιφανίου (ΜΕ6) καθώς κρίνεται ως ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και τεκμηρίωνε τις απαντήσεις της με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφων/ τεκμηρίων τα οποία διέπουν την επίδικη συμφωνία. Από τη μαρτυρία της μπορώ να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα για όσα ασφαλώς ρωτήθηκε. Κρίνω ότι το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας από πλευράς ενάγουσας χαρακτηριζόταν από ειλικρίνεια, ήταν πειστική, χωρίς αντιφάσεις και κρίνεται ως αξιόπιστη βασιζόμενη όπου οι ΜΕ δεν είχαν προσωπική εμπλοκή και προσωπική γνώση σε έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Οι ΜΕ δεν είχαν κανένα προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Η παρουσία τους στο Δικαστήριο αποσκοπούσε στο να καταθέσουν με ειλικρίνεια όσα γεγονότα αφορούσαν την υπόθεση. Κατά την αντεξέτασή τους παρέμειναν σταθεροί στις απαντήσεις τους, και τεκμηριωμένα και χωρίς κενά ή ενδοιασμούς απαντούσαν σε όσα ρωτήθηκαν. Κρίνω ότι η μαρτυρία τους είναι τέτοιας υφής η οποία μου επιτρέπει να εξαγάγω ασφαλή συμπεράσματα ως προς κάθε πτυχή των επίδικων Συμφωνιών. Η μαρτυρία του εναγόμενου 1: Ο εναγόμενος 1 σε σχέση με την αίτηση πιστοδότησης (Τεκμ. 13), ανάφερε ότι πρόκειται για έγγραφο που αποτελείται από δύο μέρη, τις πρώτες έξι σελίδες που έχουν τίτλο αίτηση για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς ιδιώτες και την τελευταία σελίδα που έχει άλλο τίτλο και συγκεκριμένα, αίτηση στεγαστικού δανείου. Ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα τα οποία τεχνηέντως η ενάγουσα τοποθέτησε μαζί «για να καλύψουν το δόλο και την απάτη τους». Δεν διαβλέπω όμως πως το γεγονός αυτό, της σύνδεσης δηλαδή των δύο εγγράφων προκάλεσε οποιανδήποτε σύγχυση στον εναγόμενο 1 και γιατί να ανάγεται αυτό το ζήτημα ως μείζον. Αναμφίβολα επρόκειτο για δύο ξεχωριστά έγγραφα η σημασία των οποίων ήταν αυτοτελής και για τούτο χρειάστηκε να τεθούν υπόψη και των εναγόμενων και να τεθούν υπογραφές από τους συμβαλλόμενους, όπως και παρουσιάζονται σε αυτά. Το πότε αυτά συνδέθηκαν κατά τον τρόπο που συνδέθηκαν με συνδετήρα δεν αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία. Εξάλλου το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας καταρρίπτει τις οποιεσδήποτε αιτιάσεις ότι η σύνδεσή τους όπως αυτά παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπέκρυπτε κάποια σκοπιμότητα από πλευράς των λειτουργών της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 αμφισβήτησε τα στοιχεία που αναγράφει η ίδια αίτηση σε ό,τι αφορά τις καταθέσεις των εναγόμενων, λέγοντας ότι δεν είχαν τέτοιες καταθέσεις (εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δικηγόρος του δεν υπέβαλε κάτι τέτοιο στην ΜΕ1 ή σε οποιονδήποτε εκ των μαρτύρων της ενάγουσας), και ισχυρίστηκε ότι η αίτηση στεγαστικού δανείου έγινε μόνο από την εναγόμενη 2 και μόνο μετά από τεράστια πίεση της κ. Ιερείδη υπέγραψε κι' αυτός. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του αυτή είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτήν την οποία ισχυρίστηκε και προώθησε η εναγόμενη 2, ότι δηλαδή η ίδια η εναγόμενη 2 περιλήφθηκε στην αίτηση με πίεση του ιδίου και της κ. Ιερείδη. Παρόλο ότι πρόκειται για μη δικογραφημένη θέση η οποία ούτως ή άλλως θα πρέπει να αγνοηθεί. Αλλά ακόμα και αν ήταν δικογραφημένη, λέγω ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε νομική σημασία, αφού ο εναγόμενος 1 υπέγραψε και έλαβε το επίδικο δάνειο. Ο εναγόμενος 1 διέψευσε ότι διατηρούσε κεφάλαια στην Σιγκαπούρη και στην Ελβετία όπως αναφέρεται στο Τεκμ. 13 και αρνήθηκε ότι είναι μεγαλομέτοχος σε εταιρεία που είναι ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου στη Λεμεσό αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι κατέχει το ¼ του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής. Ο εναγόμενος 1 σχολιάζοντας τη Βασική Συμφωνία, που είναι πράγματι τυποποιημένη συμφωνία, στην οποία καταγράφεται το ποσό, το είδος του νομίσματος και ο τύπος των δανείων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων που θα χορηγηθούν από την τράπεζα στον πελάτη θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση της τράπεζας, χαρακτήρισε τον όρο αυτό ως καταπιεστικό. Η θέση όμως αυτή του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να τύχει θετικής σύγκλησης εφόσον είναι αυτονόητο ότι ο πελάτης της τράπεζας θα μπορούσε να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα, με την έγκριση του να είναι στην απόλυτη κρίση της τράπεζας, δηλαδή οποιαδήποτε αίτηση δανείου θα μπορούσε να απορριφθεί ή να τεθούν όροι για μεγαλύτερες δόσεις, μικρότερη περίοδο αποπληρωμής, περισσότερες εξασφαλίσεις κ.ο.κ. Εν προκειμένω όμως συμφωνήθηκαν οι όροι οι οποίοι αποτυπώνονται στο Τεκμ.
  19. Σε σχέση με το επιτόκιο ισχυρίστηκε ότι, η αναφορά σε κυμαινόμενο επιτόκιο αναφερόταν στο libor, ενώ το πρόσθετο ήταν σταθερό. Πρόκειται για ζήτημα ερμηνείας του σχετικού όρου στο έγγραφο το οποίο θα με απασχολήσει στο κατάλληλο σημείο της απόφασης και όχι μαρτυρίας όπως αυτή παρείσφρησε. Ο εναγόμενος 1 κατέκρινε τον όρο ότι δεν μπορούσαν να ενοικιάσουν το σπίτι χωρίς την άδεια της τράπεζας λέγοντας τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: «μετά που χωρίσαμε με την κα Νικολάου το 2011 αρχές του 2012 δεν θυμάμαι και έπρεπε να εγκαταλείψουμε το σπίτι είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν είχαμε ούτε την άδεια να το ενοικιάσουμε ούτως ώστε από τα εισοδήματα της ενοικίασης να πληρώνεται το δάνειο. Μας απαγόρευαν και αυτό το πράγμα. Δεν μας είπαν μια φορά κοιτάξετε γιατί δεν το ενοικιάζετε από τη στιγμή που γνώριζαν τα προβλήματα μας». Κατά την αντεξέταση του, τού υποδείχτηκε ότι μπορούσαν να το νοικιάσουν με τη συγκατάθεση της τράπεζας, την οποία (συγκατάθεση) παραδέχτηκε ότι ουδέποτε ζήτησαν και την οποία δέχθηκε ότι ουδέποτε αρνήθηκε η τράπεζα. Σε ό,τι αφορά το νόμισμα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η κα Ιερείδη τους είπε ότι τέλος του 2006 δεν έδιδε καμία τράπεζα δάνειο σε λίρες επειδή το 2008 η Κύπρος θα έμπαινε στην νομισματική ένωση, οπότε τότε συμβουλεύτηκε την αδερφή του η οποία διαπραγματευόταν στην Φραγκφούρτη με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το κλείδωμα της κυπριακής λίρας με το ευρώ και του εισηγήθηκε τα ελβετικά φράγκα ως το πιο σταθερό νόμισμα παραδεχόμενος ότι ήταν η εισήγηση της αδερφής του η σύναψη του επίδικου δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η θέση του βέβαια ότι δήθεν δεν δάνειζε καμιά τράπεζα σε κυπριακές λίρες τα τέλη του 2006 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και δεν υποστηρίχθηκε άλλως πως. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι οι εναγόμενοι ήταν άνθρωποι μορφωμένοι (λογιστής και δικηγόρος), οι οποίοι ασφαλώς δεν παρουσίασαν εικόνα αγαθών και αμαθών ανθρώπων με άγνοια δανειακών συμβάσεων. Ήταν δε η παραδοχή του εναγόμενου 1 ότι είχε συμβουλευτεί την αδελφή του προς τούτο, που ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της Κεντρικής Τράπεζας, που είχε γνώση του αντικειμένου και είναι αντιληπτό ότι ο εναγόμενος 1 θα πληροφορείτο ότι μια τέτοια θέση δεν ευσταθούσε. Ο εναγόμενος 1 όπως και η εναγόμενη 2 στη δική της κατάθεση ανάφεραν ότι καυγάδισαν μεταξύ τους εκείνη τη μέρα χωρίς να είναι σύμφωνοι κατά την αντιφατική προς τούτο μαρτυρία τους για ποιο ζήτημα καυγάδισαν. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η διεύθυνση αποστολής των επιστολών ήταν λανθασμένη γιατί έμενε στην [ ] 5 και ότι το 2009 και το 2010 διαμαρτυρήθηκε για την αλλαγή της δόσης και του επιτοκίου, αλλά η κα Ιερείδη τον καθησύχασε. Ο εναγόμενος 1 διαμαρτυρήθηκε γιατί σε κάποιες από τις επιστολές του Τεκμ. 6 αναφέρεται ότι το συνολικό επιτόκιο είναι non-applicable θεωρώντας ότι αυτό σημαίνει ανεφάρμοστο. Επικαλέστηκε αόριστα αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, για τη μετατροπή του ελβετικού φράγκου σε ευρώ. Ανάφερε ότι θα έπρεπε η μετατροπή να γινόταν με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την έναρξη της δανειοδότησης και αυτό που έγινε από την τράπεζα, το να εφαρμόζει την ισοτιμία του ουσιώδους χρόνου, του προκάλεσε ζημιά €73.
  20. Ανάφερε επίσης ότι η δόση του δανείου θα έπρεπε να μειωθεί αφού το Libor έπεσε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή τερματισμού, κάτι που δεν ισχυρίστηκε στο δικόγραφο της υπεράσπισής του, ισχυρισμός ο οποίος δεν γίνεται αποδεκτός και για τους λόγους που θα εξηγηθούν και στη συνέχεια κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε ως Τεκμ. 53 δική του επιστολή ημερομηνίας 19.04.2012 που ήταν ήδη κατατεθειμένη ως Τεκμ. 14 με τη διαφορά ότι αυτή που κατατέθηκε ως Τεκμ. 53 έχει μια χειρόγραφη σημείωση ημερομηνίας 24.04.2012 με την οποία φαίνεται ότι απορρίφθηκε το αίτημα του να υπάρξει αναστολή δόσεων μέχρι 30.06.2012 προκειμένου να ξοφλήσει το δάνειο του ή να αποπληρώσει όλες τις καθυστερημένες δόσεις μέχρι και την πιο πάνω ημερομηνία. Διαφάνηκε όμως από τη μαρτυρία που αποδέχθηκα πιο πάνω των μαρτύρων της ενάγουσας, ότι δόθηκε χρόνος στον εναγόμενο 1 αφού ο τερματισμός δεν έγινε παρά στις 13.07.2012 (Τεκμ.5). Ισχυρίστηκε επίσης ότι μέχρι την ημερομηνία της επιστολής του δεν θα υπήρχαν καθυστερήσεις στο δάνειο, αν η τράπεζα το χειριζόταν σωστά. Ισχυρίστηκε ότι του έδωσαν να υπογράψει την επιστολή προσφοράς πριν τη διαβάσει και πριν τη συζητήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ενδιάμεσος λογαριασμός έγινε πολύ πιο μετά και δεν έλαβε ποτέ τέτοια statements. Επίσης είπε χαρακτηριστικά «έφκαλε η γλώσσα μου μαλλιά με την κα Ιερείδη, οι φωνές μας ακούγονταν εις το Μεξικό κ. Πρόεδρε» αναφερόμενος στις αλλαγές των επιτοκίων και στα γράμματα που σε προηγούμενο στάδιο ανάφερε ότι δεν λάμβανε, κάτι που δείχνει επίσης την ανακολουθία των ισχυρισμών του. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η κ. Ιερείδη μόνο που δεν τον έδειρε για να δεχτεί τα ελβετικά φράγκα (που κατά τα άλλα δέχτηκε ότι του το σύστησε η αδερφή του). Είπε ακόμα ότι δεν μπορεί η ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι ήταν έμπειρος ελεγκτής γιατί δεν είχε γνώσεις για νομίσματα και συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αρνήθηκε ότι έπαιρνε τις ειδοποιήσεις οι οποίες στέλνονταν με συνηθισμένο ταχυδρομείο, ενώ προηγουμένως είχε ισχυριστεί ότι έκανε καυγάδες ακριβώς για τις επιστολές αυτές. Στην αντεξέταση του ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί υποτίθεται η τράπεζα επέμενε να είναι αυτός συνοφειλέτης του δανείου και ότι αν επρόκειτο απλά για ζήτημα εξασφάλισης, θα μπορούσε να του είχε ζητηθεί να είναι εγγυητής. Σε ό,τι αφορά τη σύναψη του δανείου στο όνομα και των δύο, υποβλήθηκε στον εναγόμενο 1 ότι η θέση της ενάγουσας ήταν ότι αυτό ζητήθηκε από τους ίδιους τους εναγόμενους προκειμένου να υπάρξει μικρότερη επιβάρυνση σε μεταβιβαστικά. Τέθηκαν στη συνέχεια στον εναγόμενο 1 οι θέσεις της εναγόμενης 2 όπως αυτές προβάλλονται στο δικόγραφο της υπεράσπισής της, που είναι ακριβώς αντίθετες, δηλαδή ότι αυτός την εξανάγκασε να προβεί στη σχετική αγορά και στο δανεισμό. Συγκεκριμένα του τέθηκε η θέση της παρ. 20 της υπεράσπισης της εναγόμενης 2, σύμφωνα με την οποία η απαίτηση οφείλεται στη συμπαιγνία, το δόλο, απάτη, ψυχική πίεση που διενήργησε η ενάγουσα σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 1 και στην υποπαράγραφο (ι) αναφέρεται ότι η ενάγουσα έδρασε από κοινού και/ή κεχωρισμένα με τον εναγόμενο 1 με δόλο. Στην παρ. (λ) ότι η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες δόλιες και σε συμπαιγνία με τον εναγόμενο
  21. Στην παρ. (ν) ότι η ισχυριζόμενη αγορά εξοχικής κατοικίας ήταν επιλογή του εναγόμενου 1 χωρίς τη συγκατάθεση της εναγόμενης
  22. Στην παρ. (π) ισχυρίζεται ότι η υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου ήταν αποτέλεσμα της ψυχικής πίεσης και σωματικής βίας και εξαναγκασμού από τον εναγόμενο
  23. Στην παρ. 3 ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το δάνειο, την επιστολή προσφοράς δανείου και την υποθήκη κατ' ακολουθία σωματικής πιέσεως και ψυχικής πιέσεως και εξαναγκασμού και εκμετάλλευσης από τον εναγόμενο
  24. Στην παρ. (α) ότι την εκβίασε ότι αν δεν υπέγραφε τη συμφωνία δανείου θα εγκατέλειπε την οικία και θα προχωρούσε σε καταχώριση αίτησης διαζυγίου. Στην παρ. (ε) της παρ. 23 ότι υπέγραψε ακολούθως εξασκήσεως σωματικής βίας εις βάρος της από τον εναγόμενο 1, ενώ στην παρ. (ζ) ότι την απειλούσε ότι θα διακόψει οποιαδήποτε επαφή μαζί της σε περίπτωση που αρνιόταν να υπογράψει τις συμφωνίες με την ενάγουσα. Στην παρ. (γ) ότι την πίεζε να υπογράψει ένεκα του ισχυριζόμενου νομιζόμενου υψηλού οικογενειακού και κοινωνικού status του και καταλήγοντας στην παρ. 24 ότι οι συμφωνίες απορρέουν και επηρεάζονται από τη σωματική πίεση και ψυχική πίεση (andue-influence) και εξαναγκασμό (coercion) και την εκμετάλλευση αυτής από τον εν διαστάσει σύζυγο της και/ή από το δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις που ο εναγόμενος 1 προέβη σε βάρος της εναγόμενης
  25. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί κρίνω ότι προβλήθηκαν στην προσπάθεια των εναγόμενων να απεκδυθούν των συμβατικών υποχρεώσεων τους έναντι της ενάγουσας ή να τις φορτώσουν ο ένας στον άλλο. Είναι παράγοντας ο οποίος δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά τη συνολική θεώρηση της μαρτυρίας τους. Κρίνω ότι συνιστούσαν μια απέλπιδα προσπάθεια μήπως πείσουν και απαλλαχθούν από τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Ο εναγόμενος 1 ανάφερε ότι δεν έγινε τίποτε από όλα αυτά «δεν ξέρω γιατί τα έγραψε, σωματική βία δεν υπήρξε, φωνές ναι, αλλά ούτε την άγγιξα». Είπε δε ότι οι καυγάδες που έκαναν ενώπιον της κ. Ιερείδη ήταν επειδή ούτε ο ένας καταλάβαινε ούτε ο άλλος. Προκύπτει όμως εύλογο το ερώτημα γιατί να φωνάζει κάποιος επειδή δεν καταλάβαινε; Ανάφερε ότι το σπίτι το είχε βρει η κ. Νικολάου, δηλαδή η εναγόμενη
  26. Όταν ρωτήθηκε τι ακριβώς δεν καταλάβαινε η κ. Νικολάου και φώναζε την ώρα που έπρεπε να υπογράψει το δάνειο, είπε «ρωτήστε την ίδια». Και στη συνέχεια ότι: «ήμουν παρών, αλλά δεν είμαι ψυχολόγος». Ο εναγόμενος 1 συνέχιζε να μην εξηγεί γιατί έβαλε τις φωνές στην εναγόμενη 2 και τελικά είπε ότι ήθελε αυτή να αντιληφθεί τι είναι τα ελβετικά φράγκα και το επιτόκιο και αυτός δεν καταλάβαινε και δεν μπορούσε να της εξηγήσει και γι' αυτό η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Αντεξεταζόμενος γιατί όλα αυτά τα λέει πρώτη φορά ο ίδιος κατά την μαρτυρία του και δεν τα έθεσε στους μάρτυρες της ενάγουσας και ιδίως στις ΜΕ4 και ΜΕ5 που ήταν μάρτυρες των υπογραφών του και συγκεκριμένα γιατί δεν τους είπε ότι η κ. Ιερείδη τον υποχρέωσε να υπογράψει ή ότι ήταν η κ. Νεοφύτου (ΜΕ4), που τον έβαλε να υπογράψει και να ετοιμάσει την επιστολή 19.04.2012, ανάφερε ότι δεν ήξερε να ρωτά και να κάνει αντεξέταση. Σημειώνεται όμως σχετικά ότι ούτε καν δικογραφείται ένας τέτοιος ισχυρισμός που επιτείνει την εντύπωση μου περί όψιμων και ψευδών ισχυρισμών. Ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί δεν πήραν τις Συμφωνίες να τις διαβάσουν με την ησυχία τους στο σπίτι και να πήγαιναν την επόμενη να υπογράψουν ή και να μην πάνε καθόλου αν διαφωνούσαν με τους όρους της. Υποβλήθηκε επίσης στον εναγόμενο 1 ότι δεν ήταν λογική η θέση ότι το 2006 δήθεν δεν γίνονταν δάνεια σε λίρες και αυτός απάντησε ότι του φάνηκε λογικό. Πρόκειται όμως για μη δικογραφημένη θέση η οποία δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να της αποδοθεί οποιαδήποτε σημασία. Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί υπέγραψε τα Τεκμ. 1 και 2 με διεύθυνση λανθασμένη, όπως ισχυρίστηκε εκ των υστέρων. Επίσης ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τη θέση του ότι δήθεν δεν γνώριζε τις νομικές επιπτώσεις μιας υποθήκης και ανάφερε διαφοροποιούμενος ότι τότε που υπέγραφε, έπαιρνε πολλά χρόνια να γίνει εκποίηση υποθήκης, κάτι που αποδεικνύει ότι γνώριζε τις διαδικασίες. Υποβλήθηκε στον εναγόμενο 1 και αυτός συμφώνησε ότι ουδέποτε ζήτησε τη συγκατάθεση της τράπεζας για να ενοικιάσει το σπίτι. Ισχυρίστηκε ότι οι καυγάδες του με την κ. Ιερείδη ήταν για το non-applicable. Στη συνέχεια δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί πλήρωνε την αυξημένη δόση αντί να την αμφισβητήσει είτε ο ίδιος είτε μέσω δικηγόρου, όπως ήταν και η σύζυγος του και άμεσα εμπλεκόμενη στη δανειοδότηση. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια η κα Ιερείδη του έλεγε να μην λαμβάνει υπόψη την αύξηση του επιτοκίου. Του υποβλήθηκε ότι η επιστολή του (Τεκμ. 14), ανατρέπει όλα όσα ανάφερε ψευδώς στο Δικαστήριο, οπότε ισχυρίστηκε ότι δήθεν του την υπαγόρευσε η ΜΕ4 την οποία όμως και δεν αντεξέτασε. Δεν μπόρεσε ασφαλώς να εξηγήσει γιατί ανάφερε τότε ότι είχε καθυστερήσεις, ενώ σήμερα λέει ότι δεν είχε. Είπε δε για πρώτη φορά ότι απέσυρε το περιεχόμενο της επιστολής εκείνης προφορικά, ενώ προηγουμένως ανάφερε ότι αυτό που είναι καταγεγραμμένο με το χέρι ότι δηλαδή απορρίπτεται η πρόταση του, ήταν κάτι για το οποίο δεν ενημερώθηκε. Αξιοσημείωτη ήταν η επίκληση ειδικού μάρτυρα τον οποίο όμως ποτέ δεν κλήτευσε για να μαρτυρήσει. Σχολιάζοντας τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 αλλά και την εν γένει στάση του κατά την ακροαματική διαδικασία, σημειώνω ότι όταν ανέκυψε το ζήτημα με την αποχώριση του δικηγορικού γραφείου που τον εκπροσωπούσε μέχρι κάποιο σημείο του παρασχέθηκε η δυνατότητα να διορίσει κάποιον άλλο και υπέρ αρκετός χρόνος προς τούτο όπως ζητούσε χωρίς εν τέλει να το κάμει. Ήταν επιλογή του να μην αντεξετάσει τους μάρτυρες της ενάγουσας όπως και να μην προχωρήσει με αγόρευση παρόλο ότι κάθε φορά το Δικαστήριο φρόντιζε να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της διαδικασίας ηλεκτρονικά. Ως προς το ζήτημα του ποιος ήθελε την εξοχική κατοικία και ποιος πίεσε τον άλλο, είναι ζήτημα που αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο εναγόμενων και καθόλου δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία ως προς τα επίδικα ζητήματα. Αυτό άπτεται ενδεχομένως των περιουσιακών τους σχέσεων. Η όποια διαφορά τους ως προς το ζήτημα αυτό δεν επηρεάζει την υπόθεση της ενάγουσας καθώς η τελευταία τους χορήγησε δάνειο με δική τους αίτηση. Η σημαντικότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου 1 αφορούσε το ζήτημα του ποιος επέλεξε το ελβετικά φράγκα. Παραδέχτηκε ότι επικοινώνησε με την αδερφή του, η οποία τότε διαπραγματευόταν την ισοτιμία της Λίρας με το Ευρώ στην Φραγκφούρτη και ότι αυτή του έδωσε συμβουλή να δανειστεί σε ελβετικά φράγκα. Προχώρησε όμως και πρόσθεσε την εκδοχή για πρώτη φορά ότι η κ. Ιερείδη του είπε τότε, το 2006, ότι δήθεν καμία τράπεζα δεν δάνειζε σε κυπριακές λίρες, εκδοχή η οποία όμως δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τον ως άνω λόγο, ότι δηλαδή ήταν κατόπιν παρότρυνσης της αδελφής του ως ανωτέρω, όπως και η επί του ίδιου ζητήματος η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ 4 η οποία ως άμεση και αυθόρμητη έγινε αποδεκτή και επιβεβαίωσε ότι ήταν επιθυμία του εναγόμενου 1 ο δανεισμός σε ελβετικά φράγκα, την οποία υιοθέτησε με την υπογραφή της και η εναγόμενη
  27. Απορρίπτω τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 η οποία όπως καταγράφηκε και πιο πάνω χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις, αναλήθειες, ανακολουθίες, ήταν χωρίς ειρμό και η οποία δεν συνάδει καθόλου με τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος υπέγραψε και διέπουν την επίδικη συμφωνία δανειοδότησης του. Δεν μπορώ να στηριχτώ σε αυτή για εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος. Μαρτυρία για την εναγόμενη 2: Ο κ. Παρέα (ΜΥ1), εξήγησε ότι ασχολείται με τα χρηματοοικονομικά από το 2000 και ότι ήταν για 15 χρόνια υπάλληλος στην Alpha Bank και από το 2016 διατηρεί δικό του γραφείο, με αντικείμενο εργασίας την αναδιατύπωση δανειακών συμβάσεων και λογαριασμών, αφαιρώντας ό,τι θεωρείται καταχρηστικό. Ο ΜΥ 1 αναγνώρισε τα Τεκμ. 1, 2 και 3, δηλαδή η Βασική Συμφωνία, την επιστολή προσφοράς και την Υποθήκη καθώς και τα Τεκμ. 9 και 10 όπως και το Τεκμ.5 που είναι η επιστολή τερματισμού και στη συνέχεια ανάφερε ότι είχε δει όλα τα έγγραφα τα οποία κατέθεσαν ως τεκμήρια οι μάρτυρες της ενάγουσας και παρά το γεγονός η εναγόμενη 2 παραδέχτηκε ότι υπέγραψε τη Σύμβαση Δανείου με δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετούς μήνες προηγουμένως ενώ ο μάρτυρας ανάφερε ότι τον πληροφόρησε ότι δεν την υπέγραψε. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι αντέγραψαν όλες τις μεταβολές που έχουν γίνει στον λογαριασμό από την πρώτη ημερομηνία ανοίγματος μέχρι τις 13.07.2012 και αφαίρεσαν οποιεσδήποτε καταχρηστικές χρεώσεις, επαναυπολόγισαν τους τόκους με βάση τις 365 μέρες και τα επιτόκια του libor ανανεωμένα κάθε έξι μήνες, τον τόκο που θα έπρεπε κατά την άποψη τους να χρεωνόταν ο λογαριασμός και επαναυπολόγισαν τις καταθέσεις δόσεων με σταθερή ισοτιμία κατά το χρόνο ανοίγματος του λογαριασμού. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε εκτεταμένα στους όρους που περιέχονται στις συμφωνίες για το επιτόκιο και ανάφερε ότι ήταν αντιφατικοί και αποφάνθηκε ότι ο όρος ότι το επιτόκιο θα ήταν λογιζόμενο κατά την κρίση της τράπεζας, ήταν καταχρηστικός. Ανάφερε ότι ο όρος αυτός έχει ήδη κριθεί ως καταχρηστική ρήτρα από το διευθυντή της Υπηρεσίας Προστασίας του Καταναλωτή. Ανάφερε ότι η επιστολή προσφοράς δεν αποτελεί σύμβαση ακόμα και αν έχει γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας ανάφερε περαιτέρω ότι στη Βασική Συμφωνία δεν γίνεται αναφορά στο ποσό του δανεισμού ή στη δόση ή για το επιτόκιο και ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν ορθό να λέει η τράπεζα ότι μπορεί να αλλάζει το επιτόκιο κατά την κρίση της, αφού βασικό επιτόκιο ήταν το libor. Επίσης ο μάρτυρας είπε ότι οι όροι δεν είχαν διαφάνεια και φαίνεται ότι δεν ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης. Ανάφερε ακόμα ότι σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στη σελ. 6 του Τεκμ. 13, της χορήγησης του δανείου θα έπρεπε να προηγηθεί η υπογραφή της σχετικής αίτησης για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δεν υπογράφτηκε. Διαφάνηκε βέβαια από την αντεξέταση του ότι εννοούσε ότι δεν ήταν υπογραμμένη η έγκριση από την τράπεζα, εναποθέτοντας σε αυτή την υποχρέωση να έφερνε και την εσωτερική έγκριση. Σε ό,τι αφορά την απόφαση του να αναδιατυπώσει το δάνειο με βάση την αρχική ισοτιμία, επικαλέστηκε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκε στις 16.04.2018 στην ερώτηση Σλοβενικής Βουλής ως Τεκμ.
  28. Καταγράφω αυτούσια τη θέση του μάρτυρος από τα πρακτικά, λόγω της σημαντικότητα της την ερμηνεία που έδωσε σε αυτή τη γνωμάτευση: «Η Σλοβενία ρωτά για το χειρισμό δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία είχαν χορηγηθεί μεταξύ των ημερομηνιών 28.6.2004 - 31.12.
  29. Η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι ότι πρέπει να παίρνεται το αρχικό το ποσό να μετατρέπονται οι δόσεις που είχαν δοθεί σε Ευρώ και να υπολογίζεται τόκος επ' αυτού είτε βάση του βασικού δείκτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είτε βάση Euribor που είναι ο δείκτης πάλι του Ευρώ, πλέον το περιθώριο που συμφωνείτο αρχικά στα δάνεια αυτά». Μια απλή ανάγνωση του εγγράφου αποδεικνύει ότι σε καμία περίπτωση δεν έδωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τέτοια γνώμη. Το ζήτημα αυτό θα με απασχολήσει και στη συνέχεια. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, κατά την ημερομηνία τερματισμού, το αξιούμενο ποσό θα έπρεπε να ήταν 228.370,52 φράγκα ή €140.276,89, με τόκο 6 μηνών Libor, συν 1.5%. Επίσης είπε ότι εάν το δάνειο είχε δοθεί σε Ευρώ, το ποσό θα ήταν €138.665,
  30. Από τον πιο πάνω υπολογισμό προκύπτει ότι με τον επαναϋπολογισμό των συναλλαγών με την αρχική ισοτιμία, οι δανειολήπτες μεταφέρουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στην τράπεζα, δηλαδή αυτοί δεν επηρεάζονται καθόλου από τον συναλλαγματικό κίνδυνο και είναι ως αν να είχαν συμβληθεί με το εγχώριο νόμισμα. Ο ΜΥ 1 όμως προχώρησε και σε νομική γνωμάτευση η οποία συνίστατο στο ότι, βάσει του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμου, ακόμα και για δανεισμούς οι οποίοι είχαν τερματιστεί προγενέστερα της τροποποίησης του 2014, η τράπεζα είχε το βάρος να αποδείξει τη ζημιά της και εφόσον δεν έφερε μαρτυρία, το δάνειο δεν έπρεπε να φέρει τόκο υπερημερίας. Επίσης ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμ. 56Α, κατάσταση σύμφωνα με την οποία κατά την 31.12.2020 το υπόλοιπο του δανείου θα έπρεπε να ήταν €159.142,69 πλέον τόκους από 1.01.2021 πλέον 1.5%. Σημειώνεται ότι η σχετική κατάσταση αποκαλύφτηκε τη μέρα της ακρόασης και οι μάρτυρες της ενάγουσας δεν αντεξετάστηκαν επ' αυτής, ούτε τους είχε δοθεί το έγγραφο προηγουμένως ώστε να μπορέσουν να καταθέσουν τη δική τους άποψη. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανάφερε ότι υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποία οι δόσεις θα έπρεπε να είναι με την αρχική δόση και επαναυπολόγισε τις δόσεις που καταβλήθηκαν με την αρχική ισοτιμία του δανεισμού και υπάρχει διαφορά 13.000 φράγκων, ενώ βρήκε διαφορά 14.554 φράγκα σε σχέση με τα επιτόκια που επέβαλε η τράπεζα. Σε ό,τι αφορά τον τόκο υπερημερίας είπε ότι η διαφορά από το 2006 - 2012 ήταν μόνο €
  31. Ανάφερε ότι δεν εντόπισε οτιδήποτε που να δείχνει ότι η δόση θα αυξανόταν, ενώ είπε επίσης ότι αν υπολόγιζε τις πληρωμές της εναγόμενης 2 με την αρχική ισοτιμία και πάλι θα προέκυπταν κάποιες καθυστερήσεις δόσεων. Ο μάρτυρας (ΜΥ 1), ανάφερε ότι το libor τη μέρα του τερματισμού ήταν 0.178 και άρα το επιτόκιο μετά τον τερματισμό θα έπρεπε να ήταν αυτό, πλέον 1.5%. Διευκρίνισε ότι τα πρώτα δυο χρόνια τηρείτο η συμφωνία σε σχέση με τα επιτόκια, δηλαδή μέχρι το σημείο που το πρόσθετο επιτόκιο ήταν 1.5%, και τούτο όταν υποστήριξε γενικά ότι ο συγκεκριμένος όρος ήταν αδιαφανής και αντιφατικός. Στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε συμφωνία του εναγόμενου 1 για την αύξηση του επιτοκίου. Κατέθεσε έγγραφο με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επίσης δήλωση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Σε σχέση με τις αναδομημένες καταστάσεις που παρουσίασε η τράπεζα ο μάρτυρας ανάφερε ότι συμφωνεί με το σενάριο 4Γ (Τεκμ. 35), το οποίο καταλήγει σε ποσό €139.110,38σ. Και τούτο επισημαίνω όταν είχε υποβληθεί στην κ. Θεμιστοκλέους (ΜΕ 3), ότι οι υπολογισμοί των αναδομημένων καταστάσεων που παρουσίασε ήταν λανθασμένοι. Αυτό από μόνο του δείχνει αντιφατικότητα ως προς τις θέσεις που η εναγόμενη 2 θέλησε να παρουσιάσει με τη μαρτυρία των μαρτύρων εμπειρογνωμόνων όπως τους παρουσίασε. Παρόλα αυτά ο ίδιος μάρτυρας ανάφερε ότι θεωρεί ότι οι λογαριασμοί είναι ξοφλημένοι σύμφωνα με όσα καταγράφονται στο Τεκμ. 10 ημερομηνίας 13.01.2012, λέγοντας επίσης ότι υπάρχουν προπληρωμές γύρω στα 12.000 φράγκα και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμ.
  32. Στη συνέχεια ο μάρτυρας εκφράζοντας επί της ουσίας νομική άποψη ανάφερε ότι η τράπεζα «παραβίασε τα τραπεζικά θέσμια και την εύλογη επιμέλεια» καθ' ότι η υπογραφή της προσφοράς και της Συμφωνίας είναι υπογραμμένα την ίδια μέρα, το ίδιο και η υποθήκη, άρα κατά την άποψη του η εναγόμενη 2 δεν πρόλαβε να διαπραγματευτεί. Ανάφερε επίσης ότι γνωρίζει ότι την τότε περίοδο υπήρχε πίεση από τις τράπεζες για τη συνομολόγηση του δανείου σε ξένο νόμισμα για τον λόγο ότι οι τράπεζες λάμβαναν δάνειο το ισόποσο του δανείου που χορηγούσαν και δεν επηρεαζόταν η ρευστότητα τους. Πρόκειται όμως για θέση η οποία ουδέποτε τέθηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας με το να τη σχολιάσουν. Ο μάρτυρας (ΜΥ 1), αναφέρθηκε στη βασική συμφωνία λέγοντας ότι αποτελεί ένα γενικό έγγραφο και δεν υπάρχει οτιδήποτε συγκεκριμένο σε ότι αφορά τα επιτόκια και ότι επειδή κατά τη γνώμη του οι όροι για τα επιτόκια είναι αντιφατικοί, θα πρέπει να μην χρεωθεί οποιοσδήποτε τόκος και να πληρώσει η πελάτιδα του μόνο το αρχικό ποσό της χορήγησης μείον οι καταθέσεις, θέση που δεν είναι καν δικογραφημένη. Κατάθεσε επ' αυτού το Τεκμ. 68 σύμφωνα με το οποίο φαίνεται το υπόλοιπο να διαμορφώνεται σε 188.895,47 φράγκα με την αρχική ισοτιμία και με την ισοτιμία της ημέρας, στα 202.009,23 φράγκα. Ο μάρτυρας (ΜΥ 1), κατά την κυρίως εξέτασή του ήγειρε ένα καινούργιο ισχυρισμό που δεν είναι επίσης δικογραφημένος και ούτε τέθηκε οποτεδήποτε στους μάρτυρες της τράπεζας, οι οποίοι μάλιστα ήταν μάρτυρες στις υποθήκες. Συγκεκριμένα είπε ότι με βάση την εμπειρία του, το έγγραφο αυτό υπογράφτηκε εντός της τράπεζας και όχι στο Κτηματολόγιο και δεδομένου ότι το πληρεξούσιο κατά την άποψη του δεν έδιδε δικαίωμα στον εναγόμενο 1 να υπογράψει τα έγγραφα, παρά μόνο στο Κτηματολόγιο, η υποθήκη είναι άκυρη. Βέβαια για το πως και πού υπογράφηκαν σίγουρα δεν μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά εφόσον δεν ήταν παρόν κατά τη σύναψη τους και ως προς τούτο ελέγχεται για το αξιόπιστο του ισχυρισμού του ο οποίος ούτως ή άλλως ήταν υποθετικός. Ανάφερε ακολούθως ότι είχαν τρεις πελάτες της Εθνικής την ίδια περίοδο για δανεισμό τους σε ελβετικά φράγκα και με την άδεια του Δικαστηρίου και παρά την ένσταση της πλευράς της ενάγουσας κατάθεσε την αλληλογραφία της τράπεζας με ένα από αυτούς τους πελάτες του ως Τεκμ. 64 καθώς είχε κριθεί ότι το ζήτημα απτόταν της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο δεύτερο ενδιάμεσο λογαριασμό λέγοντας ότι δεν υπάρχουν έγγραφα ανοίγματος και σύμφωνα με την εμπειρία του χρειαζόταν υπογραφή εγγράφων για να ανοιχτεί ένας λογαριασμός. Μελετώντας, ανάφερε, τα έγγραφα, συμπεραίνει ότι η εναγόμενη 2 δεν ζήτησε δάνειο σε ελβετικά φράγκα, αλλά υπογράφει για χορήγηση δανείου για ανεξάρτητη κατοικία αξίας Λ.Κ.150.
  33. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι λέγοντας «συμφωνία δανείου» εννοεί τη βασική συμφωνία, ενώ την «επιστολή προσφοράς» την αναφέρει ως «letter offer». Διευκρίνισε ότι η πελάτιδα του συνεχίζει να αρνείται την υπογραφή κάποιων εγγράφων. Απαντώντας στην πολύ απλή υποβολή ότι η βασική συμφωνία περιείχε τους γενικούς όρους και η επιστολή προσφοράς τους ειδικούς, απάντησε ως ακολούθως: «Διαφωνώ, υπάρχει συγκεκριμένο υπόμνημα από την Κεντρική Τράπεζα που ζητώ να κατατεθεί στο οποίο αναφέρεται ειδικά για δάνειο σε ξένο νόμισμα πρέπει να υπάρχει προσυμβατική ενημέρωση η οποία θα ενημερώνει τον δανειολήπτη τι θα γίνεται σε περίπτωση αλλαγής επιτοκίου, αλλαγή συναλλαγματικής 5%». Σε υποβολή ότι στην τρίτη σελίδα της επιστολής προσφοράς ορίζεται ρητά ότι σε περίπτωση αντίφασης υπερισχύει η επιστολή προσφοράς, ο μάρτυρας ανάφερε επί λέξη, «αυτό κι αν είναι περίπτωση καταχρηστικότητας». Προέκυψε από τη μαρτυρία του ότι ενώ θεωρεί ότι, παρά το γεγονός ότι ο σχετικός νόμος τροποποιήθηκε το 2014, η μονομερής αλλαγή του επιτοκίου απαγορεύεται από το
  34. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο όρος ότι τόσο το βασικό, όσο και το πρόσθετο libor συν 1% τον πρώτο χρόνο και 1.5% το δεύτερο χρόνο είναι "λογιζόμενα κατά την κρίση της τράπεζας", δεν σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από το ότι η τράπεζα μπορεί να υπολογίσει τον τόκο είτε ημερήσια είτε εβδομαδιαία, αλλά τον καταλογίζει στον πελάτη και τον καλεί να τον καταβάλει δύο φορές το χρόνο, ο μάρτυρας απάντησε μετά από ενστάσεις ότι «διαφωνώ, δεν αναφέρεται στο εβδομαδιαίο, ούτε μηνιαίο, το λογιζόμενο αναφέρεται στο ύψος του επιτοκίου». Του υποβλήθηκε επίσης ότι η φράση «το πιο πάνω κυμαινόμενο επιτόκιο θα επανακαθορίζεται κάθε 6 μήνες αφορά στο πρόσθετο επιτόκιο» και ότι «εφόσον συμφώνησε ότι στο libor δεν θα μπορούσε να κάνει επέμβαση η τράπεζα, το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να αλλάζει το πρόσθετο, άρα σε αυτό αναφέρεται ως κυμαινόμενο η συμφωνία», ο μάρτυρας διαφώνησε με αυτά. Σε ερώτηση ότι δεν δικαιολογείται να λέει ότι δεν μπορούσε να ξέρει ποια ήταν η κρίση της τράπεζας κάθε φορά, αφού είχε στην κατοχή του το Τεκμ. 2 και 23 που φαίνονται οι μεταβολές των επιτοκίων και άρα μπορούσε να ελέγξει κατά πόσο αυτή η άσκηση κρίσης εφαρμόστηκε στην πράξη επί του δανείου, ο μάρτυρας επέμεινε να απαντά ότι η μονομερής αύξηση του περιθωρίου αποτελεί κατάχρηση και δεν απάντησε στο ερώτημα. Όταν του υποδείχθηκε ότι το Τεκμ. 13 ήταν υπογραμμένο, και επέμεινε ότι δεν ήταν, διαφάνηκε ότι αναφερόταν στην έγκριση. Του υποβλήθηκε ότι στη σελίδα που είναι οι υπογραφές των εναγόμενων αναφέρεται καθαρά ότι το επιτόκιο και η δόση αποπληρωμής μπορεί να μεταβληθεί από καιρό σε καιρό, ενώ αυτός είχε πει ότι πουθενά δεν συμφώνησαν σε μεταβολή, ανάφερε ότι αυτός αναφερόταν στην έγκριση. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα τι ακριβώς λέει η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο αίτημα της Σλοβενικής Βουλής. Το μόνο που ανάφερε τότε ο μάρτυρας ήταν ότι θα απαντήσει ο επόμενος μάρτυρας και όχι αυτός, παρότι αυτός ήταν το άτομο που την κατάθεσε και αυτός εξήγησε τι λέει το έγγραφο. Εξετάζοντας τώρα αυτό το μέρος της μαρτυρίας του και όπως φαίνεται από το Τεκμ. 55, η Σλοβένικη Βουλή ζήτησε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με προτεινόμενο νομοσχέδιο που θα ρύθμιζε τη σχέση μεταξύ δανειστών και δανειοληπτών αναφορικά με δάνεια που συνάφθηκαν σε ελβετικά φράγκα. Ο σκοπός του νομοσχεδίου ήταν να μετατραπούν αυτά τα δάνεια σε Ευρώ με βάση την αρχική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της χορήγησης και το Libor να μετατραπεί σε Euribor. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρατήρησε ότι:
  35. Η ζήτηση σε δάνεια σε ελβετικά φράγκα σε πολλά κράτη-μέλη ήταν αυξημένη εξαιτίας των χαμηλών επιτοκίων (παρ. 2.1).
  36. Η θέσπιση μέτρων με αναδρομική ισχύ υποσκάπτει τη νομική βεβαιότητα και δεν είναι ευθυγραμμισμένη με την αρχή του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και επεμβαίνει με κεκτημένα δικαιώματα (παρ. 2.2).
  37. Το άρθρο 23.5 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ επιτρέπει τη ρύθμιση των δανείων ξένου συναλλάγματος νοουμένου ότι ο Κανονισμός δεν θα εφαρμόζεται αναδρομικά (παρ. 2.2.3).
  38. Το νομοσχέδιο δεν προνοεί συγκεκριμένα κριτήρια για δανειολήπτες για να είναι επιλέξιμοι να συμμετάσχουν στην μετατροπή.
  39. Το νομοσχέδιο θα δημιουργήσει οικονομικό κόστος για το Σλοβένικο Τραπεζικό Τομέα (παρ. 3.1.1).
  40. Η αντικατάσταση του Libor με Euribor για σκοπούς επαναυπολογισμού παρεκκλίνει από τις πρακτικές των Πιστωτικών Ιδρυμάτων που εφαρμόζουν υψηλότερο περιθώριο για δάνεια σε ευρώ παρά σε δάνεια σε ελβετικά φράγκα (παρ. 3.2.1).
  41. Το νομοσχέδιο δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ πελατών που δανειοδοτήθηκαν σε Σλοβενικό νόμισμα και πελατών που δανειοδοτήθηκαν σε CHF (παρ. 3.3.2).
  42. Η εποπτεία συμμόρφωσης με το νομοσχέδιο δεν εμπίπτει στα καθήκοντα της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας και η ανάθεση σε αυτή δημιουργεί ανησυχίες για χρηματική χρηματοδότηση (monetary financing) (παρ. 3.3.3).
  43. Εξαιτίας της αναδρομικής ισχύς του νομοσχεδίου δεν είναι ξεκάθαρo κατά πόσο αυτό θα διασφαλίζει την εκπλήρωση του στόχου της προστασίας των καταναλωτών στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (παρ. 4.1.1 και 4.2.1).
  44. Ο νόμος δημιουργεί κινδύνους και ενδεχόμενη ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας για καταβολή αποζημιώσεων στον Τραπεζικό τομέα (παρ. 4.4.1). Παραθέτω δε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά για να καταδειχθεί η αντίδραση του μάρτυρος στη διάψευση του από τα ως άνω: «A όπως έχω αναφέρει ήδη, διατηρώ το δικαίωμα να φέρει ο συνάδελφος τα έγγραφα Ε Η γνώμη που είπατε καταθέτοντας αυτό το Τεκμήριο, βασίζεται σε άλλα έγγραφα; Α Επιφυλάσσω το δικαίωμα, δεν φαίνεται εκεί όπως το θέτετε το όλο σύνολο. Ε Με βάση αυτό το Τεκμήριο δεν δώσατε την μαρτυρία του περασμένου Φεβρουαρίου; Α Έτσι λέτε εσείς.» Χρησιμοποιώντας δηλαδή ο μάρτυρας τη φράση «Έτσι λέτε εσείς» αμφισβήτησε ότι είπε αυτά που είπε βασιζόμενος στο Τεκμ.
  45. Σε υποβολή προς τον μάρτυρα (ΜΥ1), ότι αν το δάνειο είχε δοθεί σε ευρώ θα είχε υψηλότερο επιτόκιο, ο μάρτυρας αρνήθηκε να απαντήσει λέγοντας ότι δεν θυμάται ποιο ήταν το επιτόκιο δανεισμού σε λίρες και του υποβλήθηκε ότι θυμάται πολύ καλά, αλλά δεν θέλησε να απαντήσει. Σε σχέση με το έγγραφο που κατατέθηκε από άλλη υπόθεση άλλων πελατών της τράπεζας, ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι πρόκειται για Ιρλανδούς, ενώ η μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας ήταν ότι σε Κύπριους είχαν δοθεί μόνο δύο δάνεια. Υποβλήθηκαν στον μάρτυρα τα διάφορα σφάλματα που έκανε κατά την αντιγραφή των χρεοπιστώσεων. Διαφάνηκε δηλαδή ότι είχε κάνει λανθασμένη αντιγραφή των συναλλαγών και ότι δεν μπορούσε να τις κάνει ο μάρτυρας σωστά και αν δεν υπήρχε η αναδομημένη κατάσταση Τεκμ. 35 της ΜΕ2, η εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε να στηρίξει πως βγαίνει αριθμητικά το υπόλοιπο με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς. Στη συνέχεια διαφάνηκε πως η άποψη του ότι θεωρεί ότι η υποθήκη υπογράφτηκε στην τράπεζα και όχι στο Κτηματολόγιο ήταν αυθαίρετη. Περαιτέρω, για το ζήτημα της υποτιθέμενης εξόφλησης του δανείου, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είναι η θέση της εναγόμενης 2 ότι κατέθεσε οποιοδήποτε ποσό ξοφλώντας τις υποχρεώσεις της ανάφερε ότι δεν την ρώτησε. Διαπίστωσα παρακολουθώντας τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι δεν απαντούσε ευθέως εκφεύγοντας δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με πειστικότητα ακόμα και τις ίδιες τις θέσεις που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του. Ανασκεύαζε τη μαρτυρία του και προσπαθούσε να την προσαρμόσει απαντώντας ενίοτε υποθετικά στην αντίληψη που ήθελε να μεταδώσει περί μη έγκυρης Συμφωνίας ή εμπεριέχουσας καταχρηστικούς όρους. Απαντούσε υποθετικά όταν θα έπρεπε να ήταν ακριβής στις διαπιστώσεις του εξετάζοντας συγκεκριμένα έγγραφα και το περιεχόμενο τους. Δεν ήταν ικανός να ερμηνεύσει έγγραφα ή τα ερμήνευε κατά το δοκούν εξυπηρετώντας τη διατεταγμένη αποστολή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει, της οποίας πρωταρχικός στόχος ήταν να παρουσιάσει μια εικόνα περί καταχρηστικών, αντιφατικών και αδιαφανών όρων στη Συμφωνία. Η μαρτυρία του ΜΥ1, όπως την αντιλήφθηκα αποσκοπούσε στο να ερμηνεύσει και να δώσει νομική ερμηνεία σε νομοθεσία, νομολογία και Ευρωπαϊκές Οδηγίες και αποφάσεις της Υπηρεσίας του Καταναλωτή του Υπουργείου Εμπορίου κ.ο.κ. Η μαρτυρία του επ' αυτών των ζητημάτων ελέγχεται ως προς την αξιοπιστία της καθώς δεν κρίνεται ως ειδικός στην ερμηνεία των σχετικών προνοιών και διατάξεων και την ισχύ τους και μάλιστα στα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ότι είτε τα αγνοούσε είτε τα παραγνώρισε. Πρόκειται για ζητήματα που εμπίπτουν κατά την άποψη μου σε δικαστική κρίση και όχι στην ερμηνεία όπως κατά το δοκούν επιχείρησε ο ΜΥ
  46. Για τους πιο πάνω λόγους, όπως εξήγησα και πιο πάνω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εφόσον κατά την αντίληψη μου ήταν φανερά προκατειλημμένος και η μαρτυρία του ήταν μεροληπτική η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από έναν ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα ο οποίος κλήθηκε για να εξηγήσει στο Δικαστήριο ζητήματα που άπτονται του επιστημονικού του ενδιαφέροντος κατά τρόπο αντικειμενικό έτσι που να βοηθούσε στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ2), είναι συνέταιρος του ΜΥ
  47. Κρίνω ότι προσήλθε για να δώσει μαρτυρία για τα ίδια ακριβώς ζητήματα όπως και ο ΜΥ1 με σκοπό τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του και με σκοπό να καλύψει κενά που δημιουργήθηκαν από την αντεξέταση του ΜΥ 1 και να διορθώσει λάθη του συνέταιρου του. Ανάφερε ότι είναι χρηματοοικονομικός σύμβουλος και ότι δούλεψε σε τράπεζες για 15 χρόνια, ενώ έχει και ακαδημαϊκά προσόντα στα τραπεζικά και χρηματοοικονομικά. Ο μάρτυρας αυτός επανέλαβε τη θέση ότι υπάρχει κατά την άποψη του αντίφαση μεταξύ των όρων των τριών ουσιωδών συμβάσεων, δηλαδή της Επιστολής Προσφοράς, Βασικής Συμφωνίας και Υποθήκης, ιδίως σε ότι αφορά επιτόκιο και κατά την άποψη του είναι και καταχρηστικές. Εξήγησε τη μεθοδολογία που ακολούθησαν για την ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών και είπε ότι στην πρώτη περίπτωση υπολόγισαν το επιτόκιο libor με πρόσθετο επιτόκιο 1% και 1.5%, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, το υπολόγισε ως αν το δάνειο συνομολογήθηκε εξαρχής σε εγχώριο νόμισμα, με το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, πλέον το συμβατικό επιτόκιο, εννοώντας το πρόσθετο 1% και 1.5%. Προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η δεύτερη εργασία που έγινε από αυτόν τον μάρτυρα ως αν το δάνειο να είχε συνομολογηθεί σε εγχώριο νόμισμα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή κατά πρώτον λόγον, γιατί το δάνειο δεν συνομολογήθηκε σε εγχώριο νόμισμα και κατά δεύτερον, επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αν είχε συνομολογηθεί σε εγχώριο νόμισμα, το πρόσθετο επιτόκιο θα ήταν 1% και 1.5%. Το 1% ή 1.5% δόθηκε ειδικά για το libor. Αντίθετα ήταν η μαρτυρία της M.E.1 ότι αν το δάνειο είχε συνομολογηθεί σε εγχώριο νόμισμα, τότε το επιτόκιο θα ήταν υψηλότερο από το συμβατικό. Αιτιολογώντας την επιλογή του να χρησιμοποιήσει την αρχική ισοτιμία και όχι τις μεταγενέστερες, ο μάρτυρας είπε ότι από τη στιγμή που αγοράστηκαν τα φράγκα και ανταλλάχτηκαν σε κυπριακές λίρες για να πληρωθεί ο ιδιοκτήτης της οικίας, έγινε η πράξη και τελείωσε και δεν υπάρχει πλέον το ρίσκο της τράπεζας σε άνοιγμα. Έκλεισε ο συναλλαγματικός της κίνδυνος αφού πούλησε τα φράγκα και αγόρασε κυπριακές λίρες και τα έδωσε στον Developer. Ο μάρτυρας επιχείρησε μια νέα ερμηνεία της γνωμάτευσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο αίτημα της Κεντρικής Τράπεζας της Σλοβενίας αναφέροντας ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξήγησε τον τρόπο που μπορεί να γίνει η μετατροπή, τους κίνδυνους που μπορούν να αντιμετωπιστούν, τις επιπτώσεις στην οικονομία και έδωσε συμπέρασμα για τα διάφορα καθήκοντα που θα έπρεπε να εκτελέσει η Κεντρική Τράπεζα της Σλοβενίας. Κατέληξε ότι η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι ότι πρέπει να γίνει μετατροπή με βάση την αρχική ισοτιμία με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αυτά όμως δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως εσκεμμένη διαστρέβλωση που επιχειρήθηκε και από αυτόν το μάρτυρα καθώς του ζητήθηκε να ερμηνεύσει μία νομική γνωμοδότηση. Ο ΜΥ2 αναφέρθηκε στο Τεκμ. 65 που είναι εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας με ημερομηνία 11.10.2008 με την οποία καλούνταν οι τράπεζες να χρησιμοποιούν με αριθμητικά παραδείγματα τις διάφορες αλλαγές που θα είχε η δόση τους σε περίπτωση αλλαγής της ισοτιμίας. Εξήγησα όμως και πιο πάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν επηρεάζουν συμβατικές σχέσεις, αλλά αφορούν τη σχέση των εμπορικών τραπεζών με την Κεντρική Τράπεζα με την ιδιότητα της τελευταίας ως εποπτικής αρχής. Ανάφερε επίσης ότι έχει εντοπίσει 22 υποθέσεις ελβετικών φράγκων της Εθνικής Τράπεζας και ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα αγόραζε 6 μηνών libor σε συγκεκριμένη τιμή και με το περιθώριο καθόριζε το κέρδος της. Όταν μετά έπεσε το libor ανέβασε το περιθώριο με συνέπεια ενώ στην αρχή να κέρδιζε 1% στη συνέχεια να κέρδιζε 4%. Πρόκειται για γνώμη που δεν τεκμηριώθηκε γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία με ποιο επιτόκιο αγόραζε τα ελβετικά φράγκα η τράπεζα, παρότι παρουσιάστηκε μάρτυρας που μπορούσε να ρωτηθεί (ο κ. Πιερίδης), ο οποίος όμως δεν ρωτήθηκε. Το δάνειο μεταξύ της τράπεζας και των εναγόμενων ήταν με libor, αλλά ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι όταν δανειζόταν η τράπεζα από τη διατραπεζική αγορά, το επιτόκιο με το οποίο αγόραζε ήταν και πάλι το libor. Ο ΜΥ2 ανάφερε ότι τα δικά του αποτελέσματα είναι κοντά στην αναδομημένη κατάσταση 8Β και 8Γ (Τεκμ. 47 και 48) εξηγώντας ότι «αν είχαμε το σύστημα της τράπεζας είναι ποσά ακριβή και θα ήμασταν σωστοί αλλά χρησιμοποιούμε τα δικά μας μέσα, η τράπεζα έχει καλύτερα μέσα και δεν μπορούν να είναι τα ίδια τα νούμερα αλλά είναι κοντά». Εξέφρασε τη γνώμη ότι το επιτόκιο του τερματισμού έπρεπε να είναι 6 μηνών libor πλέον 1.5% περιθώριο πλέον 2% τόκος υπερημερίας. Στην αντεξέταση του μάρτυρος του υποδείχθηκε ότι η ανάλυση στην οποία αναφέρθηκε, δηλαδή πώς θα ήταν το υπόλοιπο με εγχώριο νόμισμα, πλέον το βασικό επιτόκιο της τράπεζας πλέον το περιθώριο, ουδέποτε κατατέθηκε. Του υποδείχθηκε ότι το Τεκμ. 56Α έχει τέτοια ανάλυση μετά τον τερματισμό και όχι πριν. Εντούτοις δεν προσκομίστηκε ούτε εκ των υστέρων τέτοια κατάσταση. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι το επιτόκιο το οποίο αναφέρεται στην υποθήκη που είναι libor συν 3% δεν εφαρμόστηκε στη δανειακή σύμβαση. Διαφώνησε ότι η βασική συμφωνία δεν καθορίζει το επιτόκιο, και καθορίζει γενικά τι είδους επιτόκια μπορούν να συμφωνηθούν με τον πελάτη. Συμφώνησε όμως ότι η επιστολή προσφοράς καθορίζει το επιτόκιο για τα πρώτα δύο χρόνια, το οποίο εφαρμόστηκε στη σύμβαση. Συμφώνησε επίσης ότι και στη συνέχεια εφαρμόστηκαν οι όροι της Συμφωνίας αφού ρητά προνοούσαν ότι μπορεί να γίνει αλλαγή του περιθωρίου και της βάσης επιτοκίου όπως και έγινε. Σε υποβολή ότι το δάνειο παρέμεινε μέχρι τον τερματισμό του σε ελβετικά φράγκα καθ' ότι οι δόσεις καταβάλλονταν σε ελβετικά φράγκα όπως αποδεικνύουν οι καταστάσεις λογαριασμού και επειδή δεν είχαν ελβετικά φράγκα οι εναγόμενοι αγόραζαν από την Εθνική Τράπεζα στην ισοτιμία που και η Εθνική Τράπεζα τα αγόραζε κάθε φορά, ο μάρτυρας απάντησε ότ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.