← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΝΙΚΑ SEA FORUM ν. GRAVITAS HOLDINGS LTD, Αγωγή αρ.: 3048/2018, 8/9/2023

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΝΙΚΑ SEA FORUM ν. GRAVITAS HOLDINGS LTD, Αγωγή αρ.: 3048/2018, 8/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A192 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ-Μ Γεωργιάδου, Προσ. Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3048/2018 Μεταξύ:- ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΝΙΚΑ SEA FORUM Ενάγουσας - και - GRAVITAS HOLDINGS LTD Εναγομένης Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Κ. Καμπανέλλας για Φωτάκη Τ. Αποστολίδη Για Εναγόμενη: κος Γ. Μαυρόγιαννης για Ανδρέας Σάββα & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή, η οποία εκδικάστηκε με την μέθοδο της ταχείας εκδίκασης, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη τα τέλη κοινοχρήστων κοινόκτητης οικοδομής, τα οποία η Εναγόμενη αρνείται να καταβάλει υποστηρίζοντας ότι έχει εξοφλήσει όλες τις οφειλές της. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Σύμφωνα με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο, η Ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως η Διαχειριστική Επιτροπή της κοινόκτητης οικοδομής «Kanika Sea Forum», η οποία βρίσκεται στην Λεμεσό, ενάγει την Εναγόμενη, η οποία είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια διαμερίσματος, που βρίσκεται στην εν λόγω οικοδομή, αξιώνοντας ποσό ύψους €6.013,33, ως τα αναλογούντα τέλη ασφάλισης, συντήρησης, λειτουργίας, επιδιόρθωσης, αποκατάστασης, διαχείρισης της κοινόκτητης οικοδομής και για την εξασφάλιση όλων των υπηρεσιών που καθορίζονται στον νόμο, για την χρονική περίοδο που λήγει την 1/1/2017 και από 1/1/2017 μέχρι την 1/2/

  1. Το διαμέρισμα της Εναγομένης έχει συνολικό εμβαδό 106 τετραγωνικά μέτρα και, με βάση την αναλογία του εμβαδού, συμμετέχει στην κοινόκτητη οικοδομή κατά 1,16%. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι γνωστοποιούσε δεόντως στην Εναγόμενη τις καταστάσεις των κοινοχρήστων, που περιλάμβαναν το ύψος των δαπανών και πληρωμών, των εισπράξεων και της αναλογίας του μεριδίου έκαστου συνιδιοκτήτη, με βάση το εμβαδό της μονάδας του. Παρόλα αυτά και παρά τις επανειλημμένες αξιώσεις της Ενάγουσας, η Εναγόμενη δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι της οφειλής της. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη εγείρει, αρχικώς, προδικαστική ένσταση, αναφέροντας ότι η αγωγή είναι παντελώς αβάσιμη και ανυπόστατη και ότι το αξιούμενο κονδύλι δεν εξειδικεύεται. Αγνοεί την ιδιότητα της Ενάγουσας, παραδέχεται ότι η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος και δεν αρνείται τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις της, ως ιδιοκτήτρια, να συμμετέχει στα κοινά έξοδα. Ισχυρίζεται ότι έχει πληρώσει όλες τις κοινόχρηστες δαπάνες που της αναλογούσαν και ότι δεν οφείλει κανένα ποσό. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το αξιούμενο ποσό είναι αυθαίρετο και ότι δεν εξειδικεύεται, αφού δεν δικογραφούνται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι η Αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Επικουρικώς, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν προβαίνει σε ανάρτηση των σχετικών καταστάσεων και χρεώνει αυθαίρετα και κατά το δοκούν. Στην Απάντησή της, η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και εμμένει στους δικούς της. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί απουσίας λεπτομερειών, παραπέμπει στους δικαστικούς θεσμούς και, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί μη ανάρτησης των καταστάσεων, παραπέμπει στην εκ του νόμου παρεχόμενη δυνατότητα των ιδιοκτητών να επιθεωρούν τις καταστάσεις αυτές. Στη βάση της σχετικής Κλήσης για Οδηγίες της Ενάγουσας και του Παραρτήματος της Εναγομένης, καταχωρίσθηκαν εκατέρωθεν ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων και κατάλογοι μαρτύρων με σχετική σύνοψη και η Αγωγή έλαβε πορεία ακρόασης. Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Παρόλο που το αξιούμενο με την Αγωγή ποσό υπερβαίνει τις €3.000, εντούτοις με την συναίνεση αμφότερων των μερών[1] ακολουθήθηκε πορεία ταχείας εκδίκασης, ως προβλέπεται στην Διαταγή 30 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, ως τροποποιήθηκε (στο εξής ο «ΠΔΔΚ»). Η Ακρόαση διεξήχθη στη βάση της γραπτής μαρτυρίας που προσκόμισαν τα μέρη και, κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας, συναίνεσης της Εναγομένης και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.30 θ.7, αντεξετάστηκε ο μάρτυρας της Εναγομένης. Προς υποστήριξη της αξίωσής της Ενάγουσας, στις 11/03/2022 κατέθεσε Γραπτή Μαρτυρία το μέλος της Ενάγουσας κ. Σάββας Χριστοφίδης (ΜΕ1), η οποία συνοδεύεται από 6 Τεκμήρια. Προς υποστήριξη της Υπεράσπισης της Εναγομένης κατέθεσε στις 15/12/2022 Γραπτή Μαρτυρία ο διευθυντής της Εναγόμενης κ. Κυριάκος Κωνσταντίνου (ΜΥ1), η οποία συνοδεύεται από 9 Τεκμήρια. Οι δικηγόροι των μερών προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις αγορεύσεις τους και αγόρευσαν επίσης προφορικά. Η μαρτυρία της Ενάγουσας Ο ΜΕ1 αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον σχετικό νόμο, κάθε έτος συγκαλείται η Ετήσια Γενική Συνέλευση των κυρίων των μονάδων της πολυκατοικίας για την ενημέρωση τους επί των εσόδων, εξόδων και επί γενικών θεμάτων που αφορούν την διαχείριση της πολυκατοικίας. Κατά διάφορες ημερομηνίες διεξάγονταν ετήσιες και έκτακτες συνελεύσεις και εκλογές, για τις οποίες αποστέλλονταν δέουσες ειδοποιήσεις και λαμβάνονταν νόμιμες και δεσμευτικές αποφάσεις σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες και τον νόμο. Υποστηρίζει, συνεπώς, ότι η Ενάγουσα έχει συσταθεί νόμιμα και ότι νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αγωγή. Προσκόμισε πρακτικά Ετήσιων Γενικών Συνελεύσεων για τα έτη 2017 και 2018 (ημερομηνίας 29/07/2017 και 3/11/2018), για να αποδείξει τη νόμιμη εκλογή και σύσταση της Ενάγουσας σε σώμα με νομική προσωπικότητα (Τεκμήριο 1). Προσκόμισε πιστοποιητικό εγγραφής της Ενάγουσας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 2) και πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 3), στο οποίο φαίνεται ότι το επίδικο διαμέρισμα είναι ιδιοκτησίας της Εναγομένης, έχει εμβαδό 106 τ.μ. και ποσοστό συμμετοχής στην κοινόκτητη οικοδομή 1,16%. Ο ΜΕ1 αναφέρεται στην εκ του νόμου υποχρέωση των ιδιοκτητών να συνεισφέρουν στις δαπάνες των κοινόκτητων οικοδομών και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα προέβη σε δαπάνες για την ασφάλιση, συντήρηση, λειτουργία και γενικά την διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής κατά την χρονική περίοδο που λήγει την 1/1/2017 και από 1/1/2017 μέχρι 1/2/2018 και ότι ενημέρωνε δεόντως την Εναγόμενη, γνωστοποιώντας της καταστάσεις κοινοχρήστων. Η αναλογία της Εναγομένης, με βάση το εμβαδό της μονάδος της, για την πιο πάνω χρονική περίοδο ήταν €6.013,
  2. Προς τούτο, προσκόμισε, ως Τεκμήριο 4, κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας με τις χρεώσεις και πιστώσεις που αναλογούσαν στο επίδικο διαμέρισμα. Έναντι του ποσού αυτού η Εναγόμενη ουδέν ποσό πλήρωσε. Ο ΜΕ1 υποστηρίζει, επίσης, ότι η Εναγόμενη συστηματικά παρέλειπε να πληρώνει την αναλογία της στα κοινόχρηστα και γι' αυτό η Ενάγουσα κίνησε άλλες δύο αγωγές εναντίον της και εξασφάλισε σχετική απόφαση, την οποία προσκόμισε ως Τεκμήριο
  3. Ο ΜΕ1 κατέθεσε, επίσης, Οικονομικές Αναλύσεις των ετών 2017 και 2018, ως Τεκμήριο 6 (οι «Αναλύσεις»). Υποστηρίζει την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού, παραπέμπει στους πρότυπους Κανονισμούς για τη Ρύθμιση και Διαχείριση Κοινόκτητων Οικοδομών που υποχρεώνουν τις διαχειριστικές επιτροπές να τηρούν καταστάσεις εσόδων και εξόδων και να τις υποβάλλουν για έγκριση στην τακτική γενική συνέλευση με όλες τις σχετικές αποδείξεις, υποστηρίζει ότι οι καταστάσεις εσόδων και εξόδων ετοιμάζονται από προσοντούχους λογιστές και παραπέμπει, επίσης, στο δικαίωμα κάθε κύριου μονάδας να επιθεωρεί τις καταστάσεις αυτές, δικαίωμα που η Εναγόμενη ουδέποτε άσκησε. Η μαρτυρία της Εναγομένης Ο ΜΥ1 αναφέρει ότι η Εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος μέχρι την πώληση και μεταβίβασή του τον Νοέμβριο του
  4. Προσκόμισε σχετικό αγοραπωλητήτριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) και υποστήριξε ότι το σύνολο του τιμήματος πώλησης θα αποδιδόταν σε τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο ήταν υποθηκευμένο το διαμέρισμα. Προσκόμισε πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, ημερομηνίας 26/08/2016 (Τεκμήριο 2) και υπέδειξε ότι, μεταξύ άλλων επιβαρύνσεων, υπήρχε υποθήκη υπέρ Συνεργατικού Ιδρύματος και ΜΕΜΟ υπέρ της Ενάγουσας. Υποστήριξε, συνεπώς, ότι για να καθίστατο δυνατή η μεταβίβαση του διαμερίσματος θα έπρεπε να προηγηθεί άρση των βαρών αυτών και εξόφληση των οφειλόμενων φόρων. Προς τούτο, μετά την υπογραφή του αγοραπωλητήριου εγγράφου, η Εναγόμενη προέβη σε διάφορες πληρωμές. Επισυνάπτει, ως Τεκμήρια 3Α, 3Β, 4Α, 4Β, 5Α και 5Β, επιταγές και αποδείξεις εξόφλησης φόρων και τελών, όλες ημερομηνίας 13/11/
  5. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, στις 13/11/2018 επικοινώνησε προσωπικά με τον δικηγόρο της Ενάγουσας κ. Φωτάκη Αποστολίδη, προκειμένου να αρθεί η επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) της Ενάγουσας, και του πρότεινε την έκδοση σχετικής επιταγής προς όφελος της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο δικηγόρος τού ανέφερε ότι δεν δέχεται επιταγές και ότι έπρεπε να του πάρει €6.000 σε μετρητά. Ο ΜΥ1 αναφέρει ότι μετέβη στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο, κατέβαλε σε μετρητά το ποσό των €6.000, πήρε τη σχετική συγκατάθεση για άρση του ΜΕΜΟ και, κατ' ακολουθία, έγινε η μεταβίβαση. Δεν θυμόταν εάν έλαβε απόδειξη. Προσκόμισε πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 02/09/2020 (Τεκμήριο 6), που δεικνύει ότι η Εναγόμενη δεν είναι πλέον ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος και αναφέρει ότι αυτό μεταβιβάστηκε μετά την εξόφληση των χρεών που προανέφερε. Υποστηρίζει, συνεπώς, ότι εάν δεν είχε εξοφλήσει την Ενάγουσα αυτή δεν θα έδιδε συγκατάθεση για άρση του ΜΕΜΟ. Στη συνέχεια, ο ΜΥ1 αναφέρει ότι παρόλο που δεν αποδέχεται τις καταστάσεις λογαριασμού της Εναγομένης, διότι είναι ασαφείς και αόριστες, αυτές υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του, αφού δεικνύουν ως οφειλόμενο ποσό τον Νοέμβριο του 2018 €6.013,
  6. Αναφέρει ότι θυμάται πολύ καλά το περιστατικό που προανέφερε με τον δικηγόρο της Ενάγουσας και υποστηρίζει ότι, παρόλο που πλήρωσε το ποσό των €6.000 σε μετρητά, επειδή δεν είχε χρόνο για διαπραγμάτευση, δεν αναγνωρίζει ότι οι εν λόγω χρεώσεις ήταν νόμιμες και ορθές. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η Αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη επειδή δεν δίδονται λεπτομέρειες του εκάστοτε κονδυλίου που χρεώθηκε. Τέλος, ζητά απόρριψη της Αγωγής και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της Εναγομένης, σε περίπτωση που διαταχθεί η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού εκ νέου. Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Ενάγουσας και υποστήριξε και προφορικά τις θέσεις του. Επέμεινε ότι η πληρωμή των €6.000 σε μετρητά έγινε στις 13/11/2018 προς άρση του ΜΕΜΟ, δηλαδή την ημέρα που θα προέβαινε σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος σε τρίτα πρόσωπα. Του υποδείχθηκε από τον εν λόγω δικηγόρο απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 20/10/2016, την οποία ο ΜΥ1 αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α, αλλά δεν θυμόταν για ποιον λόγο του δόθηκε. Αρνήθηκε τη θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι το ποσό των €6.000 σε μετρητά, που επικαλέστηκε, το είχε πληρώσει το 2016 προς εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους της Εναγομένης προς την Ενάγουσας (σε άλλη αγωγή) και ότι το ΜΕΜΟ αφορούσε εκείνη την δικαστική απόφαση και όχι το επίδικο στην παρούσα Αγωγή ποσό, σε σχέση με το οποίο δεν μπορούσε να κατατεθεί ΜΕΜΟ αφού η Αγωγή ακόμα εκκρεμεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η παρούσα υπόθεση, ως πολιτική, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν (Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530). Η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Η αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας γίνεται προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως βάση να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται (Wynne Barry ν. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Kωστάκη Δαυίδ Mαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου)
(2009)1 ΑΑΔ 1138). Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, 1084, Barry Wynne (ανωτέρω)). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση την σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, με αντιπαραβολή των θέσεων κάθε πλευράς και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), πάντοτε υπό το πρίσμα και στο αυστηρό πλαίσιο των δικογραφημένων ισχυρισμών, ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Π.Έ. 328/11, ημερ. 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35). Με αυτά τα δεδομένα, θα προχωρήσω να εξετάσω ποια είναι τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα Αγωγή και, ακολούθως, την μαρτυρία που προσκομίστηκε επί των επίδικων ζητημάτων. Η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο βρίσκεται σε κοινόκτητη οικοδομή ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δικής της ιδιοκτησίας και ότι, ως ιδιοκτήτρια υπέχει νομική υποχρέωση συνεισφοράς στα έξοδα της κοινόκτητης οικοδομής. Δεν αμφισβήτησε, επίσης, το εμβαδό (106 τ.μ.) και το ποσοστό συμμετοχής της στην κοινόκτητη οικοδομή (1.16%). Τα δεδομένα αυτά καθίστανται και εύρημα του Δικαστηρίου. Ενώ, αρχικώς, η Εναγόμενη αμφισβήτησε με το δικόγραφό της την ιδιότητα της Ενάγουσας, στη συνέχεια δεν αμφισβήτησε την σχετική μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα και δεν προωθήθηκε οτιδήποτε σχετικό με τις αγορεύσεις του δικηγόρου της. Εν πάση περιπτώσει το ζήτημα είναι νομικό και σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Ό,τι αμφισβητήθηκε από μέρους της Εναγομένης ήταν η οφειλή, δηλαδή, αφενός, ο τρόπος υπολογισμού του αξιούμενου ποσού και, αφετέρου, προωθήθηκε η υπεράσπιση της εξόφλησης. Μελετώντας το περιεχόμενο της Γραπτής Μαρτυρίας του ΜΕ1, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Ο ΜΕ1 είναι μέλος της Ενάγουσας δηλώνει ότι έχει γνώση των γεγονότων, η γνώση του άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε, η μαρτυρία του είναι σαφής, έχει εσωτερική συνοχή, συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, δεν εντοπίστηκαν αντιφάσεις και υποστηρίζεται, επίσης, από σχετικά τεκμήρια. Δεν διαπιστώνω κάποιο λόγο που να την καθιστά μη αποδεκτή. Στην μεγαλύτερη έκτασή της, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΥ1, ο οποίος εντέλει περιορίστηκε στην προώθηση της υπεράσπισης της εξόφλησης και στην αμφισβήτηση της επάρκειας απόδειξης του αξιούμενου ποσού. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή, ως έχει συνοψισθεί ανωτέρω. Το κατά πόσο επαρκεί για την απόδειξη των επίδικων γεγονότων και για απόσειση του απαιτούμενου βάρους απόδειξης, αυτό είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Την μαρτυρία του ΜΥ1 την προσέγγισα με προβληματισμό, καθότι σε κάποια σημεία παρουσιάζει γενικότητα και αοριστία και δίνει την εντύπωση της υπεκφυγής, ενώ σε άλλα, οι ισχυρισμοί του απολήγουν σε αντιφάσεις. Επίσης, προέβαλε ισχυρισμούς, σε σχέση με ουσιώδη και επίδικα ζητήματα, που εκφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων, στερούνται της αναγκαίας και στοιχειώδους τεκμηρίωσης, προσκρούουν σε τεκμήρια και δεν συνάδουν με την λογική των πραγμάτων. Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Ενάγουσας και υποστήριξε τις θέσεις του και προφορικά στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με ιδιαίτερη σιγουριά ότι στις 13/11/2018 εξόφλησε το αξιούμενο με την Αγωγή ποσό μέσω της πληρωμής €6.000 σε μετρητά στον δικηγόρο της Ενάγουσας, προκειμένου αυτός να αποδεχθεί να απαλλάξει το επίδικο διαμέρισμα από ΜΕΜΟ, το οποίο είχε εγγράψει η Ενάγουσα. Παρουσιάστηκε πολύ σίγουρος για την ημερομηνία, καθότι, ως ισχυρίστηκε, αυτή ήταν η μέρα που προέβη σε μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος σε τρίτα πρόσωπα. Ενώ τον περίμεναν οι αγοραστές στο Κτηματολόγιο, εκείνος έσπευσε να μεταβεί σε τραπεζικό ίδρυμα για να αποσύρει €6.000 σε μετρητά, για να τα καταβάλει στον δικηγόρο της Ενάγουσας, προκειμένου να πάρει το απαλλακτικό. Αφού το έλαβε, μετέβη στο Κτηματολόγιο, όπου τον περίμεναν οι αγοραστές, και έγινε η μεταβίβαση. Καταρχάς, σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα και τον σαφή ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι εξόφλησε ο ίδιος σε μετρητά την επίδικη οφειλή στις 13/11/2018 δεν έχει τεθεί το σχετικό υπόβαθρο στην Υπεράσπιση της Εναγομένης. Το μόνο που αναφέρεται στην Υπεράσπιση είναι μια γενική τοποθέτηση ότι η Εναγόμενη έχει πληρώσει τις, πάσης φύσεως, κοινόχρηστες δαπάνες που της αναλογούσαν και ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε νόμιμο ποσό. Κατά τα άλλα, χαρακτηρίζεται το αξιούμενο ποσό ως αυθαίρετο και ότι δεν υποστηρίζεται από την αναγκαία εξειδίκευση και λεπτομέρειες. Με δεδομένο ότι η Αγωγή καταχωρίσθηκε στις 28/12/2018, δηλαδή περί τον ενάμιση μήνα, μετά τα γεγονότα που παρουσίασε ο ΜΥ1 στο Δικαστήριο, θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο οι ισχυρισμοί αυτοί να είχαν δικογραφηθεί με σαφήνεια. Εφόσον η εξόφληση του αξιούμενου ποσού την συγκεκριμένη ημερομηνία και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που ανέφερε στην μαρτυρία του ο ΜΥ1, αποτελούσε τον πυρήνα της υπεράσπισης της Εναγομένης, θα αναμενόταν οι θέσεις και τα γεγονότα αυτά να είχαν σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί. Επίσης, ο ΜΥ1 ήρθε στο Δικαστήριο να υποστηρίξει την εκδοχή του περί εξόφλησης στις 13/11/2018 (τόσο με γραπτή όσο και με προφορική μαρτυρία), χωρίς όμως να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του, ενώ, αντιθέτως, παρουσίασε αριθμό άλλων τεκμηρίων για να αποδείξει ζητήματα που δεν είναι επίδικα. Για παράδειγμα, δεν παρουσίασε έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας, που να δεικνύει ότι το 2018 υφίστατο το ΜΕΜΟ της Ενάγουσας που επικαλέστηκε. Αντ' αυτού, παρουσίασε έρευνα του 2016 για να αποδείξει την υποθήκη και το ΜΕΜΟ της Ενάγουσας με τα οποία βαρύνετο τότε το επίδικο διαμέρισμα (Τεκμήριο 2 στην Γραπτή του Μαρτυρία), καθώς και έρευνα του 2020 (μετά τον ουσιώδη χρόνο) για να αποδείξει ότι δεν είναι πλέον ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 6 στην Γραπτή του Μαρτυρία). Επίσης, παρουσίασε, ως Τεκμήρια 3Α, 3Β, 4Α, 4Β, 5Α και 5Β, επιταγές και αποδείξεις για την εξόφληση στις 13/11/2018 άλλων οφειλών, φόρων και τελών (όπως του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος, του Δήμου Λεμεσού και του Τμήματος Φορολογίας), αλλά τίποτε σχετικό με την κατ' ισχυρισμό εξόφληση του επίδικου ποσού. Ισχυρίστηκε στην Γραπτή του Μαρτυρία ότι έψαξε και δεν βρήκε απόδειξη για την πληρωμή του ποσού αυτού και κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν έλαβε απόδειξη. Θυμόταν ότι έσπευσε σε τραπεζικό ίδρυμα για να εκταμιεύσει €6.000 σε μετρητά, ότι πήρε το απαλλακτικό για το ΜΕΜΟ από τον δικηγόρο της Ενάγουσας και ότι έσπευσε στο Κτηματολόγιο για να κάνει την μεταβίβαση. Δεν προσκόμισε, όμως, ούτε αντίγραφο του απαλλακτικού που ισχυρίζεται ότι έλαβε, ούτε, έστω, κάποια απόδειξη ή κατάσταση λογαριασμού του τραπεζικού ιδρύματος από το οποίο, απέσυρε, ως ισχυρίστηκε, €6.000 σε μετρητά στις 13/11/2018, προκειμένου να τα καταβάλει στον δικηγόρο της Ενάγουσας. Αναπόφευκτα, το γεγονός ότι προσκόμισε αποδείξεις για όλες τις άλλες πληρωμές που έκανε στις 13/11/2018, οι οποίες δεν είναι επίδικες, αλλά τίποτε που να υποστηρίζει την θέση του ότι εκείνη την ημέρα εξόφλησε και την επίδικη οφειλή, εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για την βασιμότητα των ισχυρισμών του, οι οποίες ενισχύονται από τα υπόλοιπα δεδομένα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 αποδέχθηκε ότι το ΜΕΜΟ της Ενάγουσας κατατέθηκε στις 28/05/2013, όπως φαίνεται και στην έρευνα Κτηματολογίου (Τεκμήριο 2 στην Γραπτή Μαρτυρία του ΜΥ1). Το ΜΕΜΟ ήταν για ποσό €5.000, έξοδα €1.632,00, επιτόκιο 5.5.% και έφερε αρ. παραπομπής 2976/2008. Ο ΜΥ1 αποδέχθηκε ότι από το 2013 και εξής αυτό ήταν το μόνο ΜΕΜΟ που ενέγραψε η Ενάγουσα επί του επίδικου διαμερίσματος. Αναγνώρισε, επίσης, απόδειξη είσπραξης, που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α, η οποία εκδόθηκε από τον δικηγόρο της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, αφορά είσπραξη ποσού €6.955,00 σε μετρητά, φέρει ημερομηνία 20/10/2016 και αναφέρει τα εξής: «Για πλήρη εξόφληση αγωγής με αριθμό 2976/2008.» Ο δικηγόρος της Ενάγουσας υπέδειξε στον ΜΥ1 το Τεκμήριο 5 της Γραπτής Μαρτυρίας του ΜΕ1, που αφορά δικαστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 2976/2008, για το ποσό των €5.000, πλέον έξοδα €1.632,00, πλέον τόκο 5.5%. Του υπέδειξε ότι το υπό αναφορά ΜΕΜΟ είχε κατατεθεί σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος της Εναγόμενης σε εκείνη την Αγωγή και ότι η πληρωμή των €6.000 για άρση του ΜΕΜΟ και η παραλαβή του απαλλακτικού που επικαλείται είχε γίνει το 2016, όταν εκδόθηκε και η απόδειξη (Τεκμήριο Α), προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους σε εκείνη την Αγωγή και όχι του επίδικου. Ο ΜΥ1 αναγνώρισε την απόδειξη, αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί για ποιο λόγο εκδόθηκε. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την μη δικογράφηση των συγκεκριμένων ισχυρισμών, αλλά και την απουσία οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου που να υποστηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς του, καθιστούν, αφενός, την μαρτυρία του μη πειστική και, αφετέρου, ακροσφαλή την εξαγωγή συμπερασμάτων στη βάση αυτής. Η περιγραφικότητα με την οποία αναφέρθηκε ο ΜΥ1 στον δικηγόρο της Ενάγουσας, στη γραμματέα και στο γραφείο του, στην οποία δόθηκε έμφαση στην αγόρευση του δικηγόρου της Εναγομένης, δεν προσδίδει πειστικότητα στους ισχυρισμούς του ΜΥ1, δεδομένης της αναφοράς του κατά την αντεξέτασή του ότι κατέχει το επίδικο διαμέρισμα από το 2000 και ότι ήταν σε συχνή επικοινωνία με τον δικηγόρο της Ενάγουσας. Χαρακτηριστικά αναφέρει «μιλούσαμε και στο τηλέφωνο και μας έλεγε χρωστάς κάποια λεφτά και πηγαίναμε και τα πληρώναμε». Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ1 επί των πιο πάνω γεγονότων δεν γίνεται αποδεκτή. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο, τα πιο πάνω ευρήματα στοιχειοθετούν επαρκώς τη βάση αγωγής του Ενάγοντος, αλλά και το ποσό που αξιώνει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωσή τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη (βλ. ενδεικτικά Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462). Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά εκείνη του αντιδίκου του. (βλ. ενδεικτικά Phipson on Evidence, 14th Edition, par. 4-38, Αθανασίου κ.ά., ως διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Aθανασίου, αποβιώσαντος v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Demil Imports (ανωτέρω)). Η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα Αγωγή εδράζεται στις πρόνοιες του Μέρους ΙΙΑ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί («ο Νόμος»), όπου ορίζεται η έννοια της κοινόκτητης οικοδομής και ρυθμίζεται η εγγραφή και διαχείριση των κοινόκτητων οικοδομών. Το άρθρο 38ΙΑ προνοεί ότι οι κύριοι όλων των μονάδων μιας κοινόκτητης οικοδομής θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Μέρος αυτό ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας. Προβλέπει, επίσης, ότι, σε περίπτωση που οποιοσδήποτε κύριος παραλείπει ή αμελεί να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί, μεταξύ άλλων ενεργειών, να ανακτήσει με αγωγή το ποσό που οφείλει ο παραβάτης κύριος σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΒ, κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει Διαχειριστική Επιτροπή (στο εξής η «Δ.Ε.») για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεων της και η Δ.Ε. συνίσταται και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΑ και σχετικών Κανονισμών, είτε αυτών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 38ΙΘ και εγγράφονται δυνάμει του άρθρου 38Κ είτε των πρότυπων Κανονισμών, σε περίπτωση που δεν γίνει εγγραφή άλλων Κανονισμών δυνάμει του άρθρου 38Κ (άρθρο 38ΚΑ και Παράρτημα). Το άρθρο 38ΚΣτ ορίζει τις αρμοδιότητες της Δ.Ε. και προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι η Δ.Ε. θα ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων και θα ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την κοινόκτητη οικοδομή. Το άρθρο 38ΚΖ καθορίζει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της Δ.Ε., ενώ το άρθρο 38ΚΗ τις εξουσίες της. Μεταξύ των εξουσιών της Δ.Ε. είναι να διατηρεί ταμείο για τα έξοδα διαχείρισης της κοινόκτητης οικοδομής, να καθορίζει από καιρό σε καιρό τα ποσά που πρέπει να εισπράττονται για τη διαχείριση της οικοδομής, να εισπράττει τα καθορισμένα με τον τρόπο αυτό ποσά με την επιβολή συνεισφοράς στους κυρίους των μονάδων δυνάμει του άρθρου 38ΙΑ και να ανακτά με αγωγή από τον κύριο μονάδας οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που δαπανήθηκε από τη Δ.Ε. για επιδιορθώσεις ή εργασίες που έγιναν ή κατά την κρίση της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Με δεδομένες τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο τα μέρη έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που έκαστος υπέχει, στον βαθμό που το φέρει. Νομιμοποίηση της Ενάγουσας Η ιδιότητα και η νομιμοποίησή της Ενάγουσας να εγείρει την παρούσα Αγωγή, έτυχαν αμφισβήτησης με την Υπεράσπιση της Εναγομένης, χωρίς εντέλει να προωθηθούν. Εάν η Εναγόμενη επιθυμούσε να προωθήσει τα ζητήματα αυτά, όφειλε να το πράξει προδικαστικά, με τον τρόπο που προνοεί η Δ.27 θ.1 του ΠΔΔΚ. (βλ. Ταλιάνου ν. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 A.A.Δ. 102 και Μαστρομιχάλη κ.α. v. Διαχειριστική Επιτροπή Μεγάρου Γαλαξίας, Π.Ε. Αρ. 228/2014, 25/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:A
  1. Σε κάθε περίπτωση, η νομιμοποίηση ή η εξουσία μιας Δ.Ε. να ενάγει προκύπτει από τον Νόμο (άρθρο 38ΚΣτ) και επιβεβαιώθηκε νομολογιακά. Στην Ταλιάνου (ανωτέρω) κρίθηκε ότι τα πρόσωπα που αποτελούν την Δ.Ε. μιας κοινόκτητης οικοδομής, αποτελούν ένα εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα το οποίο νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή ως ενάγων. Στην προκειμένη περίπτωση, μαρτυρία επί τούτου προσφέρθηκε μόνο από τον ΜΕ1, ο οποίος υποστηρίζει τη νομιμότητα της Ενάγουσας και παραθέτει πρακτικά γενικών συνελεύσεων που καταδεικνύουν την συγκρότηση και λειτουργία της. Η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία αυτή, συνεπώς, δεν υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Αξιούμενο ποσό Η μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς το αξιούμενο ποσό προέρχεται από τον ΜΕ1 που είναι μέλος της Ενάγουσας και γνωρίζει τα γεγονότα. Προσκόμισε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4), η οποία αφορά το επίδικο διαμέρισμα της Εναγομένης. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, η Ενάγουσα εφοδίαζε κατά τακτά χρονικά διαστήματα την Εναγομένη με την κατάσταση λογαριασμού που αφορούσε το διαμέρισμά της. Η κατάσταση φέρει ημερομηνία 28/12/2018 (ως και η ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής), αναγράφει το εμβαδό του διαμερίσματος, το ποσοστό ιδιοκτησίας - συμμετοχής 1.16% και περιέχει κατάσταση με τις χρεώσεις και πιστώσεις που αφορούν το επίδικο διαμέρισμα από την 01/01/2008 μέχρι την 01/02/
  2. Το υπόλοιπο της εν λόγω κατάστασης υποστηρίζεται και από τις Οικονομικές Αναλύσεις (Τεκμήριο 6), οι οποίες αφορούν τα έτη 2017 και 2018 και ετοιμάστηκαν από ανεξάρτητους επαγγελματίες σύμβουλους - λογιστές της Ενάγουσας σε σχέση με τη λειτουργία της. Η μαρτυρία αυτή, ως εξ ακοής, αξιολογείται από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 (βλ. ενδεικτικά Assad v Αστυνομίας, Ποιν.Έφ. 164/2016, ημερ. 6/12/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για μαρτυρία ανεξάρτητων συμβούλων, οι οποίοι ετοίμασαν τις εν λόγω Αναλύσεις στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους καθηκόντων, σύμφωνα με τα σχετικά πρότυπα και τη νομοθεσία, ως αναφέρεται στις Αναλύσεις, και στη βάση των αποδείξεων που τους προσκόμισε η Ενάγουσα. Και στις δύο Αναλύσεις καταγράφονται αναλυτικά τα έξοδα, ο προϋπολογισμός της Ενάγουσας, ο οποίος επεξηγείται και αναλυτικά, ο τρόπος υπολογισμού των χρεώσεων των ιδιοκτητών, καθώς και τα έσοδα. Στο τέλος τους, οι Αναλύσεις περιέχουν πίνακες, οι οποίοι αναφέρουν ξεχωριστά για κάθε διαμέρισμα πληροφορίες όπως το «εμβαδό» του, το «υπόλοιπο» των οφειλών του κατά την λήξη της προηγούμενης χρονιάς, τις χρεώσεις που του αναλογούν, τις πιστώσεις που έγιναν και, τέλος, το υπόλοιπο κατά τη λήξη του έτους το οποίο αφορά έκαστη Ανάλυση. Στο τέλος κάθε πίνακα αναφέρεται και το σύνολο (αθροιστικά) για κάθε καταχώριση, π.χ. το σύνολο των χρεώσεων και πιστώσεων που έγιναν για όλα τα διαμερίσματα και το συνολικό εναπομείναν ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Για το επίδικο διαμέρισμα η Ανάλυση του 2017 αναφέρει υπόλοιπο κατά την 31/12/2017 €5,632.33 και η Ανάλυση του 2018 αναφέρει υπόλοιπο κατά την 31/12/2018 €6,013.33, το οποίο συνάδει και με την κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας. Οι σύμβουλοι της Ενάγουσας αναφέρουν στην Ανάλυση του 2017 την ακόλουθη «Γνώμη»[2]: «Δια το έτος 2017, όλα τα έξοδα και έσοδα είναι τεκμηριωμένα και η [οι] χρεώσεις στους ιδιοκτήτες υπολογιστήκαν με βάση τη νομοθεσία, δηλαδή ανά τετραγωνικό μέτρο.» Η ίδια «Γνώμη» αναφέρεται και στην Ανάλυση του
  3. Στην σελίδα 4 των Αναλύσεων αυτών, υπό τον τίτλο «Ευθύνη Συμβούλου» αναφέρεται ότι το κείμενο αυτό «δεν είναι ελεγμένο[οι] λογαριασμοί από πιστοποιημένο ελεγκτή της ΣΕΛΚ αλλά ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων με βάση τα λογιστικά πρότυπα». Αναφορικά με την ευθύνη των συμβούλων και την μεθοδολογία τους αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σαν σύμβουλοι έχουμε ευθύνη ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα όλων των ιδιοκτητών, να αναλύσουμε, υπολογίσουμε και να προμηθεύσουμε την Διαχειριστική Επιτροπή με την οικονομική μας ανάλυση ακολουθώντας τα λογιστικά πρότυπα και την νομοθεσία περί Κοινόκτητων οικοδομών. Η έρευνα μας ακολουθά την ανάλυση τεκμηριωμένων συναλλαγών, καταστάσεις τραπεζών, αποφάσεις από συναντήσεις της Διαχειριστικής Επιτροπής και προσφέρει διορθώσεις έτσι ώστε να ακολουθούνται όλοι οι κανονισμοί.» Το περιεχόμενο της πιο πάνω κατάστασης λογαριασμού και των Αναλύσεων δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την Εναγόμενη και ούτε έχει υποδειχθεί από την πλευρά της κάποιος λόγος γιατί να μην γίνει αποδεκτή η μαρτυρία αυτή στην ολότητά της. Η Εναγόμενη αμφισβήτησε γενικώς και αορίστως το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα. Αναφέρει ότι δεν προσκομίστηκαν λεπτομέρειες και στοιχεία που να αποδεικνύουν το κάθε κονδύλι που χρεωνόταν, ούτε εξηγήθηκε το πώς προκύπτει αναλογικά ότι τα ποσά είναι οφειλόμενα κοινόχρηστα του επίδικου διαμερίσματος, ώστε να δικαιολογείται το τελικό ποσό που αξιώνεται και να καταστεί εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Από την άλλη, όμως, η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση ή καταχώριση είτε στην κατάσταση της Ενάγουσας (Τεκμήριο 4) είτε στις Οικονομικές Αναλύσεις των συμβούλων της (Τεκμήριο 6), ούτε υπέδειξε οποιαδήποτε λανθασμένη καταχώριση ή υπολογισμό. Όπως έχει νομολογηθεί στην Θεοδώρου Χρήστος ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059, σε περίπτωση αμφισβήτησης του εμφανιζόμενου υπολοίπου, θα πρέπει να παρουσιάζεται συγκεκριμένη θέση από την Υπεράσπιση που να αναφέρει με ποιο τρόπο το επικαλούμενο ποσό δεν είναι ορθό. Επίσης, ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε τη θέση της Ενάγουσας ότι την εφοδίαζε με κατάσταση λογαριασμού κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ενώ εντέλει ο ΜΥ1 με την Γραπτή Μαρτυρία του υποστήριξε ότι το υπόλοιπο που αξιώνει η Ενάγουσα συνάδει και με τις θέσεις του ότι εξόφλησε πλήρως όλες τις οφειλές της Εναγομένης στις 13/11/2018 με την πληρωμή ποσού €6.000 σε μετρητά. Με βάση όλα τα πιο πάνω, και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε οτιδήποτε συγκεκριμένο, ούτε το περιεχόμενο των τεκμηρίων που προσκόμισε η Ενάγουσα, ενώ εντέλει ο ΜΥ1 αποδέχθηκε το υπόλοιπο που δεικνύει η κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας, προκειμένου να υποστηρίξει τους δικούς του ισχυρισμούς, κρίνεται ότι η Ενάγουσα προσκόμισε επαρκή και αξιόπιστη θετική μαρτυρία, με σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, για να αποσείσει το νομικό πρωταρχικό βάρος που υπέχει («legal burden of proof») να αποδείξει ότι υφίσταται οφειλόμενο υπόλοιπο συνεισφοράς της Εναγόμενης στα έξοδα διαχείρισης της επίδικης κοινόκτητης οικοδομής, ύψους €6,013.33. Εναπόκειτο, συνεπώς, στην Εναγόμενη να αντικρούσει το δικό της βάρος («evidencial burden of proof») (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339) και να αποδείξει την υπεράσπιση της εξόφλησης που εγείρει. Προχωρώ, συνεπώς, να εξετάσω την υπεράσπιση που ήγειρε η Εναγομένη έναντι της εν λόγω οφειλής της. Υπεράσπιση της εξόφλησης Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι εξόφλησε τις όποιες οφειλές είχε προς την Ενάγουσα. Δεν προσκομίστηκε όμως αποδεκτή μαρτυρία που να υποστηρίζει ή να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς αυτούς, με αποτέλεσμα, αφενός, να μείνουν μετέωροι και, αφετέρου, να αντικρουστούν από τα τεκμήρια που προσκόμισε η Ενάγουσα. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΥ1 από το Δικαστήριο, για όλους τους λόγους που εκτέθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, κρίνεται ότι η Εναγόμενη απέτυχε να προσκομίσει θετική και αξιόπιστη μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισής της και, συνακόλουθα, απέτυχε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης που υπείχε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως η απαίτησή της, για το ποσό των €6.013,33, με νόμιμο τόκο. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............. Δ-Μ Γεωργιάδου, Προσ. Ε.Δ. [1] Πρακτικό ημερομηνίας 18/01/2022. [2] Σελίδα 4 αμφότερων των καταστάσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.