LOIS BUILDERS LTD & LOIS PARKING LIMITED JOINT VENTURE (ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ LOIS BUILDERS LTD& LOIS PARKING LTD Σ11977) ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3975/14, 10/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw
| Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A205 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3975/14 Μεταξύ:
- LOIS BUILDERS LTD & LOIS PARKING LIMITED JOINT VENTURE (ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ LOIS BUILDERS LTD& LOIS PARKING LTD Σ11977)
- LOIS BUILDERS LTD
- LOIS PARKING LTD Ενάγουσες/Καθ' ων η Αίτηση v. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Εναγόμενος/Αιτητής Αίτηση ημερ. 19/05/2023 για τροποποίηση της Υπεράσπισης 1O Οκτωβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: κ. Α. Αργυρού Για τις Ενάγουσες/ Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Χρίστου με κα Μούχλη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα της παρούσας διαφοράς ανάγονται στον διαγωνισμό με αρ.49/2010, ο οποίος προκηρύχθηκε από τον Εναγόμενο (στο εξής «Αιτητή») και αφορούσε τη Μελέτη /Κατασκευή /Χρηματοδότηση /Διαχείριση / Συντήρηση της ανάπτυξης νέου υπόγειου χώρου στάθμευσης και καταστημάτων στην οδό Θεμιστοκλέους στη Λεμεσό (στο εξής «το έργο») και την κατακύρωσή του στους Ενάγοντες (στο εξής «Καθ' ων η αίτηση»). Ειδικότερα, με την αγωγή οι Καθ' ων η αίτηση αξιώνουν από τον Αιτητή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερ. 16.11.2011 (στο εξής η «συμφωνία»), δυνάμει της οποίας ανέλαβαν την υλοποίηση του έργου, αποζημιώσεις €10.031.066 ως οφειλόμενο ποσό για εκτελεσθείσα εργασία και διάταγμα παράτασης του χρόνου εκτέλεσης των εργασιών του έργου. Με την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της Υπεράσπισης διά της εισαγωγής ανταπαίτησης. Πιο συγκεκριμένα, επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών, ότι ο Αιτητής, ενόψει της παράβασης και/ή μη υλοποίησης της συμφωνίας, έχει υποστεί ζημιές και/ή απώλειες και/ή διαφυγόντα κέρδη τα οποία συμποσούνται στο ποσό των €29.495.
- Επιπροσθέτως, αξιώνει την επιδίκαση ποσού €5.000 πλέον ΦΠΑ, ως έξοδα τα οποία κατέβαλε σε εταιρεία εγκεκριμένων λογιστών, καθώς και αναγνωριστική απόφαση ότι νόμιμα εισέπραξε το ποσό της τραπεζιτικής εγγυητικής ύψους €304.
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της νομικού λειτουργού του Αιτητή. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στην υφιστάμενη Υπεράσπιση συμπεριλήφθηκε επιφύλαξη του δικαιώματος του Αιτητή για καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής μέσω της οποίας θα αξιώνονταν αποζημιώσεις για τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη ο τελευταίος ως αποτέλεσμα της παράβασης της συμφωνίας. Οι προηγούμενοι δικηγόροι του Αιτητή είχαν εισηγηθεί, ότι προς απόδειξη των ζημιών που υπέστη ο Αιτητής θα έπρεπε να ετοιμαστεί αναλυτική μελέτη από εγκεκριμένους λογιστές. Στις 13.05.2019 τερματίστηκαν οι υπηρεσίες των προηγούμενων δικηγόρων του Αιτητή και ανατέθηκε ο χειρισμός της παρούσας υπόθεσης αποκλειστικά στους τωρινούς δικηγόρους. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε στις 10.12.2019 και στη συνέχεια στις 20.01.2020 για οδηγίες με σκοπό την εκατέρωθεν καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων. Ο Αιτητής αντιλήφθηκε, ότι δεν είχε στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που σχετίζονταν με την παρούσα υπόθεση. Παρά ταύτα, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων η οποία έγινε στη βάση καταλόγου καταγραφής εγγράφων. Ο Αιτητής κατέβαλλε προσπάθειες εξεύρεσης και συγκέντρωσης των εγγράφων που δεν ήταν στην κατοχή του. Εντέλει, περί τον Σεπτέμβριο του 2020, τα έγγραφα εντοπίστηκαν σε αποθήκη του δικηγορικού γραφείου της προηγούμενης νομικού λειτουργού του Αιτητή, η οποία εκ παραδρομής τα είχε λάβει μαζί της κατά την αποχώρηση της από την υπηρεσία του Αιτητή. Αμέσως μετά την παραλαβή των εγγράφων ο Αιτητής παρέδωσε αντίγραφα αυτών σε εγκεκριμένους λογιστές προς τον σκοπό ετοιμασίας σχετικής μελέτης. Η εν λόγω μελέτη ολοκληρώθηκε πρόσφατα και κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους του Αιτητή. Συμφώνως νομικής συμβουλής των δικηγόρων του Αιτητή, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι αναγκαία προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης γεγονότα και να καταστεί δυνατή η πλήρης επίλυση της διαφοράς των μερών. Οι ζημιές και απώλειες που έχει υποστεί ο Αιτητής δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί εξ αρχής και ήταν δύσκολο να υπολογιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Άλλωστε, γι' αυτόν τον λόγο ο Αιτητής στην Υπεράσπιση επιφύλαξε το δικαίωμα του για καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής. Καταληκτικά, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει, ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Οι Καθ' ων η αίτηση διαφώνησαν με την αιτούμενη τροποποίηση. Ως εκ τούτου καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με την οποία προβάλλουν 17 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους: · Η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί, καθώς μέσω αυτής επιχειρείται η εισαγωγή ανταπαίτησης η οποία, όμως, έχει παραγραφεί δυνάμει του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/
- · Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολογία γι' αυτήν. · Οι ισχυρισμοί που επιχειρεί να εισάξει ο Αιτητής βρίσκονταν σε γνώση του από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και/ή όφειλαν να βρίσκονται σε γνώση του και/ή θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση του επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια. · Τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης θα προκαλέσει βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή θα τους επηρεάσει δυσμενώς, αφού θα εισαχθούν καινοφανείς ισχυρισμοί και οι Καθ' ων η αίτηση θα κληθούν να καταχωρήσουν Υπεράσπιση σε σχέση με γεγονότα που έλαβαν χώρα 9 έτη πριν. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του τελευταίου, η επίδικη αίτηση αποτελεί προσπάθεια του Αιτητή για πλήρη επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων με απώτερο σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων του προς τους Καθ' ων η αίτηση. Οι ισχυρισμοί που επικαλείται ο Αιτητής ήταν σε γνώση του από την έγερση της παρούσας αγωγής και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση του μετά από εύλογη επιμέλεια ή έρευνα. Επομένως, θα μπορούσε να καταχωρήσει εξ αρχής την αιτούμενη ανταπαίτηση και όχι σ' αυτό το πολύ καθυστερημένο στάδιο. Οι Καθ' ων η αίτηση, εάν επιτύχει η επίδικη αίτηση, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί οικονομικά, καθώς θα είναι δύσκολο ή αδύνατο γι' αυτούς να εντοπίσουν μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα τα αναγκαία στοιχεία για να υπερασπιστούν την ανταπαίτηση. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για να επιτραπεί η επιδιωκόμενη τροποποίηση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση θα εξεταστεί υπό το πρίσμα των προνοιών της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση της. Το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και έτυχε εκτεταμένης και βαθιάς αναλύσεως σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι, ότι η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών ακόμα και εκεί όπου οι περιπτώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης (Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ 11 και Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλας, Πολ. Έφεση αρ.4/17, ημερ. 11.10.18). Εξαίρεση, ωστόσο, αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Συμπεράσματα Θεωρώ, ότι κατά προτεραιότητα θα πρέπει να ασχοληθώ με τον λόγο ένστασης που αφορά την παραγραφή της ανταπαίτησης που επιθυμεί να εισάξει ο Αιτητής. Στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, Πολ. Έφεση αρ. Ε306/2016 Σχ. με Ε307/2016, ημερ. 06.07.2018, υποδείχθηκε ότι στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει το εκπρόθεσμο καταχώρησης μιας αγωγής καθώς αυτό επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τα ίδια, κατά την άποψή μου, ισχύουν και για το εκπρόθεσμο καταχώρησης ανταπαίτησης, αφού η τελευταία θεωρείται δικονομικά ως ανεξάρτητη αγωγή. Στην παράγραφο 14(ε) της Υπεράσπισης ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι με επιστολή του ημερομηνίας 06.11.2015 τερμάτισε τη συμφωνία. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υπενθυμίζεται, ότι η αιτούμενη ανταπαίτηση σχετίζεται με κατ' ισχυρισμό ζημιές και/ή απώλειες που έχει υποστεί ο Αιτητής ως αποτέλεσμα της παράβασης της συμφωνίας. Συνεπώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η βάση της ανταπαίτησης του συμπληρώθηκε κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, δηλαδή στις 06.11.2015. Το άρθρο 7
(1)του Ν.66(Ι)/2012 προβλέπει, ότι καμία αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο 6 ετών από τη μέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Το δε άρθρο 3 του Ν.66(Ι)/2012 ορίζει, ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής με την επιφύλαξη, όμως, ότι ο χρόνος αρχίζει να προσμετρείται από την 01.01.2016. Στη βάση, επομένως, των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων ο χρόνος παραγραφής της ανταπαίτησης του Αιτητή συμπληρώθηκε στις 31.12.2021, όπως ορθά σημείωσε η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση. Το ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Αυτό, διότι ο Ν.66(Ι)/2012 περιλαμβάνει ειδική ρύθμιση σε σχέση με τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής ανταπαίτησης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 18 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου παραγραφής σε σχέση με ανταπαίτηση, η ανταπαίτηση λογίζεται ότι καταχωρείται την ίδια ημέρα ως και η αγωγή εναντίον του ανταπαιτητή, αν η βάση της ανταπαίτησης προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής. Άλλως η ανταπαίτηση θεωρείται χωριστή αγωγή και δεν εγείρεται αν κατά τον χρόνο της καταχώρησης της ανταπαίτησης έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής σε σχέση με τη βάση της ανταπαίτησης.» Το άρθρο 18 επιτρέπει, δηλαδή, υπό τις περιστάσεις που καθορίζει, τη μετατόπιση του χρόνου καταχώρησης ανταπαίτησης έτσι ώστε αυτός να συμπίπτει με τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Η ειδική ρύθμιση του άρθρου 18 τυγχάνει, κατά την κρίση μου, εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, καθώς η βάση της ανταπαίτησης προκύπτει ουσιαστικά από τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής. Συγκεκριμένα, τόσο η αγωγή, όσο και η προτεινόμενη ανταπαίτηση, έχουν ως αφετηρία τους τη συμφωνία και την ισχυριζόμενη παράβασή της. Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργείται πλασματική μετατόπιση του χρόνου έγερσης της ανταπαίτησης η οποία, αν επιτραπεί, θα λογίζεται ως καταχωρηθείσα την ίδια μέρα καταχώρησης της αγωγής με αποτέλεσμα να μην θεωρείται παραγεγραμμένη. Η πιο πάνω ερμηνευτική προσέγγιση βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Μυλωνάς ν. Μυλωνά (Αρ.2)
(2003)1Α.Α.Δ 688, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή. Ειπώθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το άρθρο 9 του Κεφ. 15, έχει ως πρότυπο το άρθρο 28 του Αγγλικού περί Παραγραφής Νόμου του 1939*. Ως ερμηνεύτηκε οι πρόνοιες του τυγχάνουν εφαρμογής μόνο σε απαιτήσεις, η παραγραφή των οποίων διέπεται από τον περί Παραγραφής Νόμο του
- (Βλ. Halsbury's Laws of England, Third Ed. Vol. 24, σελ. 184, 190, 191.) Οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 15, περιορίζουν τον ανεξάρτητο, κατά τα δικονομικά ειωθότα, χαρακτήρα της ανταπαίτησης, η οποία επενεργεί ως ανταγωγή. (Βλ. Δ.19, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.) Η απόφαση στη Lowe v. Bentley, T.L.R. Vol. XLIV, 1927-28 σελ. 388, παρέχει το στίγμα του γενικού κανόνα· ορίζει ότι ο χρόνος έγερσης της ανταπαίτησης για σκοπούς παραγραφής είναι η ημερομηνία έγερσής της και όχι οποιαδήποτε προγενέστερη ημερομηνία. Η πλασματική μετατόπιση του χρόνου έγερσης της ανταπαίτησης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε ανταπαίτηση, η παραγραφή της οποίας διέπεται από το Κεφ.
- Αποτελεί εξαίρεση του δικονομικού κανόνα που θεωρεί κατά πάντα την ανταπαίτηση ως ανεξάρτητη αγωγή. Όπως και κάθε άλλη εξαίρεση κανόνα η εφαρμογή της περιορίζεται αυστηρά στο πλαίσιο που τη στοιχειοθετεί.» Παρά το ότι η εν λόγω απόφαση αναφέρεται στις πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 15, το οποίο καταργήθηκε με τον Ν.66(Ι)/2012, εντούτοις, θεωρώ, ότι τα όσα αποφασίστηκαν τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε σχέση με το άρθρο 18 του Ν.66(Ι)/2012, αφού ο πυρήνας των δύο άρθρων είναι παρόμοιος. Για σκοπούς σύγκρισης παραθέτω το καταργηθέν άρθρο 9 του Κεφ.15: «For the purposes of this Law, any claim by way of counter-claim shall be deemed to be a separate action and to have been commenced on the same date as the action in which the counter-claim is pleaded.» Από τη σύγκριση των δύο άρθρων είναι ευδιάκριτη η ομοιότητά τους, αφού η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση έγκειται στο ότι με το άρθρο 18 περιορίστηκε η δυνατότητα της μετατόπισης του χρόνου παραγραφής ανταπαίτησης σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η βάση της ανταπαίτησης προκύπτει από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής. Προχωρώ, επομένως, στην εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης οι οποίοι περιστρέφονται στο ζήτημα της καθυστέρησης, της δικαιολόγησης αυτής και της ζημιάς που ενδεχομένως θα υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση σε περίπτωση έγκρισης της επίδικης τροποποίησης. Τα ζητήματα της καθυστέρησης και της αιτιολόγησης της θα συνεξεταστούν ενόψει της στενής διασύνδεσης και αλληλοκάλυψης τους. Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση. Ο παράγοντας χρόνος, όπως προκύπτει από τη νομολογία, αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα, η νομολογία υποδεικνύει, ότι ο χρόνος δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ωστόσο, εκεί και όπου παρατηρείται καθυστέρηση θα πρέπει να δίδεται αιτιολόγηση γι' αυτήν. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ 426, η διαπιστωθείσα καθυστέρηση και η αιτιολόγηση της αντιμετωπίστηκαν ως εξής: «Mένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ο ουσιαστικός λόγος που επικαλείται ο Αιτητής προς αιτιολόγηση της καθυστέρησης συνίσταται στο ότι δεν είχε εξ αρχής στην κατοχή του όλα τα σχετικά έγγραφα που θα του επέτρεπαν να καθορίσει την ισχυριζόμενη ζημία που υπέστη. Ειδικότερα, προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι τα έγγραφα βρίσκονταν στην κατοχή της πρώην νομικής λειτουργού του Αιτητή η οποία εκ παραδρομής τα παρέλαβε κατά την αποχώρηση της από την υπηρεσία του τελευταίου. Τα εν λόγω έγγραφα εντοπίστηκαν περί τον Σεπτέμβρη του 2022 και παραδόθηκαν στους νυν δικηγόρους του Αιτητή. Ανοίγω σε αυτό το σημείο μια παρένθεση για να επισημάνω, ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, ότι ο Αιτητής επιχειρεί να αιτιολογήσει την καθυστέρηση επικαλούμενος την αλλαγή δικηγόρου. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, αυτό το οποίο διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την αίτηση είναι, ότι η καθυστέρηση οφείλεται στον αργοπορημένο εντοπισμό των αναγκαίων εγγράφων που θα προσδιόριζαν την ισχυριζόμενη ζημιά του Αιτητή. Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι στο ζήτημα του εντοπισμού των εγγράφων. Αν και στην ένορκη δήλωση δεν προβάλλεται ευθέως ισχυρισμός περί ύπαρξης λάθους ή αμέλειας ή παράλειψης εκ μέρους του Αιτητή στον εντοπισμό των εν λόγω εγγράφων, εντούτοις, είναι φανερό, ότι υπήρξε τέτοια παράλειψη καθώς με περισσότερη επιμέλεια θα μπορούσαν τα έγγραφα να εντοπίζονταν νωρίτερα. Στην υπόθεση Παφίτης και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α.Α.Δ 745, επισημάνθηκε ότι η καθυστέρηση ακόμα και αν οφείλεται σε αμέλεια ή αβλεψία δεν οδηγεί άνευ ετέρου και σε διαπίστωση περί ύπαρξης κακοπιστίας. Εν προκειμένω, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τέτοια γεγονότα που να δεικνύουν την ύπαρξη δόλου ή κακοπιστίας εκ μέρους του Αιτητή. Σημειώνω, ότι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο Αιτητής ως προς τον λόγο για τον οποίον τα έγγραφα δεν βρίσκονταν στην κατοχή του, αλλά και ως προς τον εντοπισμό τους, δεν αμφισβητήθηκαν ευθέως από τους Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι στην ένσταση τους περιορίστηκαν στο να προβάλουν τον γενικό ισχυρισμό ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Στην απουσία, επομένως, στοιχείων που να οδηγούν σε συμπέρασμα κακοπιστίας, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί από μόνη της να θέσει εκποδών την αιτούμενη τροποποίηση. Πολύ δε περισσότερο, αφ' ης στιγμής η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της καθυστέρησης και της αιτιολόγησης αυτής παραπέμπω στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1Β Α.Α.Δ 1005, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση επί του ότι δόθηκε υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα καθυστέρηση. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Ούτε από την άλλη, η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει αδικία στους Καθ' ων η Αίτηση ή θα τους τοποθετήσει σε δυσμενή θέση έναντι του Αιτητή επιφέροντας καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματά τους. Δεν παραβλέπω τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι θα κληθούν να υπερασπιστούν γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα προ 9 περίπου ετών. Την ίδια, όμως, στιγμή δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός, ότι η ανταπαίτηση είναι συνυφασμένη με την απαίτηση του Αιτητή, αφού και οι δύο έχουν ως βάση τους τη συμφωνία και τις συνέπειες που, κατά τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προέκυψαν από την παράβασή της. Επισημαίνω, άλλωστε, ότι στη βάση των ισχυρισμών του Αιτητή, το μεγαλύτερο μέρος της ανταπαίτησης του, ήτοι ποσό €20.811.778, υπολογίστηκε έχοντας ως βάση την προσφορά που υπέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση για κατακύρωση του επίδικου διαγωνισμού (βλέπε παράγραφο 31
(4)(α) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση). Επομένως, δεν διαφαίνεται, σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο, να τίθεται ζήτημα αδυναμίας των Καθ' ων η αίτηση να προβάλουν την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση του Αιτητή. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση υποστήριξε στην αγόρευση της, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής. Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση της συνηγόρου, δεν συμφωνώ με αυτήν. Όπως επισημάνθηκε και πιο πάνω, η προτεινόμενη ανταπαίτηση είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση. Το γεγονός της αύξησης, έστω σε σημαντικό βαθμό της χρηματικής αξίωσης, δεν συνεπάγεται και αλλαγή της βάσης της αγωγής. Όσον αφορά, τώρα, τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι με την τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών και γεγονότων που έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από τον επίδικο της αγωγής, σημειώνω τα ακόλουθα. Προφανώς οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρονται στις μελλοντικές απώλειες που κατ' ισχυρισμό υπέστη ο Αιτητής από τη μη υλοποίηση του έργου. Οι εν λόγω ζημιές, δεν αποτελούν αυτοτελή αιτία αγωγής, αλλά απόρροια της βάσης της ανταπαίτησης που επικαλείται ο Αιτητής και συγκεκριμενοποίηση της κατ' ισχυρισμό ζημίας που υπέστη για την οποία ήδη γίνεται κατά γενικό τρόπο αναφορά στην υφιστάμενη Υπεράσπιση. Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα δεν συνιστά περίπτωση εισαγωγής νέας βάσης αγωγής ή ριζικής διαφοροποίησης της υφιστάμενης. Επαναλαμβάνω, ότι, επί της ουσίας, αυτό το οποίο επιδιώκει ο Αιτητής είναι να συγκεκριμενοποιήσει ισχυρισμούς που πρόβαλε εξ αρχής στην υφιστάμενη Υπεράσπιση περί ζημίας που υπέστη λόγω της μη κατασκευής του έργου. Εν κατακλείδι, θεωρώ, ότι η όποια βλάβη ή ζημιά μπορεί να υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι τέτοιας φύσης ή έκτασης που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Κατάληξη Υπό το φως όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας κατά νου, ότι το κρίσιμο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σε αιτήσεις αυτής της φύσης είναι το κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών (Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Ιεροδιακόνου ανωτέρω), κρίνω, ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτύχει. Κατά συνέπεια, εκδίδονται διατάγματα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την παράδοση της. Στη συνέχεια να ακολουθήσουν οι Θεσμοί. Η πλευρά του Αιτητή να ζητήσει τη σύνταξη του διατάγματος εντός της ημέρας και το διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι τις 13.10.2023. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως επίσης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο