← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία ENTAKSY HOLDINGS LIMITED ν. -, Αρ. Αίτησης: 344/2022, 18/10/2023

Αναφορικά με την εταιρεία ENTAKSY HOLDINGS LIMITED ν. -, Αρ. Αίτησης: 344/2022, 18/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A211 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ-Μ Γεωργιάδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 344/2022 i-Justice Αναφορικά με την εταιρεία ENTAKSY HOLDINGS LIMITED, HE 298866 - και - Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113) Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κος Μ. Κυριακίδης με κα Τζ. Γεωργαλλίδου για Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα απόφαση εκδίδεται στο πλαίσιο αίτησης εκκαθάρισης, στη βάση των άρθρων 211 και 212, σε σχέση με εταιρεία η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ Με την υπό εξέταση αίτηση εκκαθάρισης (η «Αίτηση»), η εταιρεία PRIMUS CONSTRUCTION LIMITED (η «Αιτήτρια») ζητά την εκκαθάριση της εταιρείας ENTAKSY HOLDINGS LIMITED (η «Καθ' ης η Αίτηση»), υποστηρίζοντας ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα ή/και η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου (στο εξής η «ΕΔ-ΑΤ»). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Αίτησης και της ΕΔ-ΑΤ, η Αιτήτρια συστάθηκε, ενεγράφη και έχει έδρα της την Λεμεσό. Μεταξύ των σκοπών της περιλαμβάνεται και η διενέργεια επενδύσεων. Στο πλαίσιο των εργασιών της κατείχε εγγεγραμμένο στο όνομά της ένα ακίνητο, με το όνομα «Volvo House» στο Ηνωμένο Βασίλειο (το «Ακίνητο»). Αναφέρονται στην Αίτηση οι αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετοχών της Καθ' ης η Αίτηση και οι αλλαγές των αξιωματούχων της, αποδεικτικά των οποίων επισυνάφθηκαν στην ΕΔ-ΑΤ ως Τεκμήρια 1-5. Κατά/ή περί τις 22/02/2016 η Αιτήτρια και η Καθ' ης η Αίτηση υπέγραψαν συμφωνία, δυνάμει της οποίας η Αιτήτρια ανέλαβε τη διακόσμηση, κατασκευή και ανακαίνιση του Ακινήτου, έναντι του ποσού των £9,331,363 (η «Σύμβαση Ανακαίνισης» - Τεκμήριο 5). Κατά/ή περί τις 16/11/2018 η Καθ' ης η Αίτηση τερμάτισε τη Σύμβαση Ανακαίνισης, χωρίς να αποπληρώσει την Αιτήτρια για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Η διαφορά των μερών οδηγήθηκε σε διαδικασία διαιτησίας (η «Διαιτησία»), στη βάση των όρων της Σύμβασης Ανακαίνισης και, κατόπιν ακρόασης (στην οποία συμμετείχε και η Καθ' ης η Αίτηση), ο διαιτητής εξέδωσε στις 22/12/2021 απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση («η Διαιτητική Απόφαση»), επιδικάζοντας συγκεκριμένο ποσό, τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 6). Η Καθ' ης η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε με την Διαιτητική Απόφαση και η Αιτήτρια καταχώρισε στο Αγγλικό Δικαστήριο «High Court of Justice, Business and Property Court of England and Wales, Technology and Construction Court (QBD)» αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης. Η Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε να εμφανιστεί και η Αιτήτρια εξασφάλισε στις 14/06/2022 σχετική απόφαση (η «Δικαστική Απόφαση» - Τεκμήριο 7), σύμφωνα με την οποία η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να πληρώσει στην Αιτήτρια το συνολικό ποσό των £964,177.73, πλέον £15,473.20 έξοδα της αίτησης (το «Χρέος»). Η Δικαστική απόφαση επιδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση και εκείνη δεν συμμορφώθηκε. Στην βάση των πιο πάνω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι έχει ξεκάθαρη εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για το ποσό των £979.650,93, η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ενώ τα στοιχεία του ενεργητικού της είναι μικρότερα από το ποσό των υποχρεώσεών της. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της αναφέρει ότι από έρευνα στο διαδίκτυο και στα ηλεκτρονικά αρχεία του Εφόρου Εταιρειών προκύπτει ότι η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε καταχώρισε εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, κατά παράβαση των νομοθετικών της υποχρεώσεων (Τεκμήριο 3), δεν διατηρεί ιστότοπο και στο διαδίκτυο δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτήν, ενώ ο τελικός της δικαιούχος κηρύχθηκε σε πτώχευση στην Αγγλία στις 02/02/2021 (Τεκμήριο 8). Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι από έρευνα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών προκύπτει ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει συνάψει συμφωνίες δανείου με δύο πιστωτικά ιδρύματα. Προς εξασφάλιση τους έχουν εγγραφεί 3 υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας της (Τεκμήρια 9Α και 9Β), σταθερή και κυμαινόμενη επιβάρυνση, ενώ προς εξασφάλιση του ενός δανείου ενεχυριάστηκαν και οι μετοχές της Καθ' ης η Αίτηση προς όφελος πιστωτικού ιδρύματος. Οι σχετικές επιβαρύνσεις, οι οποίες ενεγράφησαν στον Έφορο Εταιρειών σε διάφορες ημερομηνίες, παραμένουν εγγεγραμμένες, γεγονός το οποίο, κατά την Αιτήτρια, δεικνύει ότι οι σχετικές υποχρεώσεις δεν έχουν εξοφληθεί. Σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση, αυτά δεν είναι γνωστά στην Αιτήτρια, επειδή η Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε να καταθέσει τις εξελεγμένες οικονομικές της καταστάσεις στον Έφορο Εταιρειών. Εξ όσων γνωρίζει η Αιτήτρια, η Καθ' ης η Αίτηση διέθετε εγγεγραμμένο στο όνομά της μόνο το Ακίνητο και πιστεύει ότι δεν διαθέτει άλλη περιουσία (Τεκμήριο 10). Το Ακίνητο φαίνεται να έχει αποξενωθεί, αφού στο κτηματολόγιο της Αγγλίας έχει καταχωρισθεί στις 07/04/2022 αλλαγή στο όνομα του ιδιοκτήτη. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, η αμοιβή φαίνεται να προπληρώθηκε από τις 23/03/2022 και το πωλητήριο υπεγράφη από τον διοικητικό σύμβουλο της Καθ' ης η Αίτηση. Η Αιτήτρια απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση επιστολή ημερομηνίας 15/07/2022 ζητώντας λεπτομέρειες αναφορικά με την πώληση του Ακινήτου και λεπτομέρειες αναφορικά με οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία της (Τεκμήριο 11). Πανομοιότυπες επιστολές στάληκαν και στις προαναφερθείσες δύο τράπεζες - πιστωτές της Καθ' ης η Αίτηση, καθώς και στην αγοράστρια του Ακινήτου. Η Αιτήτρια δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Στην βάση των πιο πάνω δεδομένων, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που καθίστανται πληρωτέα και ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της. Ως εκ τούτου, ζητά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει να τεθεί υπό εκκαθάριση η Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113). Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η Αίτηση επιδόθηκε δεόντως στον Έφορο Εταιρειών. Όταν επισκέφθηκε ιδιώτης επιδότης το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση για επίδοση της Αίτησης, το πρόσωπο που βρισκόταν στον χώρο υποδοχής παρέλαβε τα έγγραφα σημειώνοντας την εξής δήλωση: «Δεν είμαστε αξιωματούχοι και δεν έχουμε σχέση και επικοινωνία. Η εταιρεία δεν ασκεί δραστηριότητες στο εγγεγραμμένο γραφείο και δεν έχουμε καμία εξουσιοδότηση για να παραλάβουμε οποιαδήποτε έγγραφα για την εταιρεία.» Κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης, η Αιτήτρια εξασφάλισε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της Αίτησης (α) στον τελικό δικαιούχο της Αιτήτριας (σε 3 φυσικές διευθύνσεις, 2 ηλεκτρονικές (email) και μέσω συγκεκριμένης εφαρμογής σε αγγλικό αριθμό τηλεφώνου), (β) σε εκπρόσωπο του τελικού δικαιούχου και του ομίλου στον οποίο ανήκει η Καθ' ης η Αίτηση, οποίος συμμετείχε ενεργά στην επικοινωνία και αλληλογραφία των μερών κατά τη συνεργασία τους (σε ηλεκτρονική διεύθυνση) και (β) σε δικηγόρο εκ των νομικών εκπροσώπων της Καθ' ης η Αίτηση στην Διαιτησία (σε φυσική και ηλεκτρονική διεύθυνση). Οι επιδόσεις επετεύχθηκαν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ουδείς εμφανίστηκε, η Αίτηση ορίστηκε για Απόδειξη, έγιναν οι σχετικές δημοσιεύσεις, χωρίς να εμφανιστεί οποιοσδήποτε. Το Δικαστήριο εξέφρασε σε διάφορα στάδια προς τους Δικηγόρους της Αιτήτριας προβληματισμό, αναφορικά με την εφαρμογή και εκπλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113, δεδομένου ότι (α) δεν είχε επιδοθεί απαίτηση πληρωμής (statutory demand) στην Καθ' ης η Αίτηση πριν την καταχώριση της υπό εξέταση Αίτηση, (β) δεν έχει προηγηθεί εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο και (γ) δεν υπήρχε καθαρή εικόνα για τα οικονομικά της εταιρείας, αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις ή άλλα στοιχεία. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Αιτήτριας υποστήριξαν γραπτώς και προφορικώς ότι δεν υπάρχει υποχρέωση εγγραφής της Διαιτητικής και/ή της Δικαστικής απόφασης στην Κύπρο, ως προαπαιτούμενο για την προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης, ότι η μη καταχώριση ένστασης (νοουμένου ότι αποκαλύπτεται χρέος και δεν υπάρχει καλός λόγος για οτιδήποτε άλλο) δίδει δικαίωμα στον πιστωτή (ιδίω δικαιώματι - as of right) να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης και ότι η μη υποβολή ετήσιων οικονομικών καταστάσεων συνιστά ένδειξη αφερεγγυότητας (indicia of insolvency). Περαιτέρω αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει στο πλαίσιο ανάλυσης των νομικών αρχών και προϋποθέσεων έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται, κατά βάση στα άρθρα 211(ε) και 212(α),(γ),(δ), του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 («ο Νόμος»), καθώς επίσης και στα άρθρα 210, 213, 214 και 216, στους περί Εταιρειών Θεσμούς, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Θεσμούς και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Παρατίθενται αυτούσια τα άρθρα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στο πλαίσιο έκδοσης της παρούσας απόφασης: Άρθρο 211(ε): «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- [.] (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της» Άρθρο 212: «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) .· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας ·ή (δ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας είναι μικρότερη από το ποσό των υποχρεώσεών της, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της.» Η σχέση των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113 εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Uralmetprom" Interdepartmental Concern Oao UralMetprom ν. Besuno Ltd

(2014)1 ΑΑΔ 427[1] (η «Besuno») ως εξής: «Το εύρος εφαρμογής των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113 αποτέλεσε αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εντοπίζεται ότι τα συγκεκριμένα άρθρα είναι πιστή αντιγραφή του τότε αντίστοιχου αγγλικού Νόμου. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών οφειλέτριας εταιρείας. Σημειώνεται, ως εκ τούτου ότι οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, η οποία θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Το άρθρο 212(
  1. a)εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(
  2. e)ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση, ως εκ του Νόμου τεκμήριο, κατά την οποία η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Το Δικαστήριο, κατ΄ ακολουθία του άρθρου 211(f), δύναται να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας, η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις οφειλές της. Η οφειλή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Η δε ευρύτητα του όρου «πιστωτής» είναι τέτοια, που να περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει να λαμβάνει καθορισμένο ύψος πίστωσης (G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, in RE LOUKOS MANUFACTURERS LTD
(1998)1 A.A.Δ. 2226, Μ. Μoulettaris Machinery Co. Ltd v. Μιχάλης Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1649, PAN-AMAN HOTELS LTD v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796)». Επίσης, η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του 212(α) και 212(β) έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση GIP Constructions Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 14, ως εξής: « Στις εξειδικευμένες περιπτώσεις, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται δηλαδή το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πως θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία». Εφόσον οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης αδυναμίας πληρωμής χρεών, όταν εταιρεία αμελεί να συμμορφωθεί με ειδοποίηση που επιδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 212 (α) του Νόμου, τότε τεκμαίρεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και ο αιτητής σε αίτηση εκκαθάρισης μπορεί να στηριχθεί στην παράλειψη αυτή για να καταδείξει την αδυναμία αυτή. Η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, δυνάμει του άρθρου 212(α), θα πρέπει να προέρχεται από «πιστωτή». Το ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως «πιστωτής» εν τη εννοία του άρθρου 213
(1)(β) του Νόμου, ώστε να νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης, εξετάστηκε στις αποφάσεις Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 991 και Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315, σε συνάρτηση και με τις ταυτόσημες πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού νομοθετήματος «Companies Act 1948» και αποφασίστηκε ότι δεν περιλαμβάνει πρόσωπο του οποίου η ιδιότητα του πιστωτή αμφισβητείται ή αμφισβητείται η προς αυτόν οφειλή ή έστω και ένα μέρος της απαίτησής του. Επί τούτου, στην απόφαση Σπανού (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε και η Kyprianou Promotions (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής, στη 321: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (βλ. Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω)). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Εκκαθάριση βάσει του άρθρου 212(α) Τονίζεται εξ αρχής ότι δεν διαπιστώνει το Δικαστήριο από την ενώπιον του μαρτυρία να έχει επιδώσει ή να έχει προσπαθήσει η Αιτήτρια να επιδώσει προς την Καθ' ης η Αίτηση (με οποιοδήποτε τρόπο) απαίτηση πληρωμής (statutory demand), δυνάμει του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. Η μόνη επιστολή που προσκομίστηκε ήταν το Τεκμήριο 11, με το οποίο ζητείται, μεταξύ άλλων, πληροφόρηση από την Καθ' ης η Αίτηση για την αποξένωση του Ακινήτου, χωρίς να τίθεται οποιαδήποτε προθεσμία αποπληρωμής βάσει του Νόμου. Καταλήγω, συνεπώς, ότι δεν έχει επιδοθεί ειδοποίησης απαίτησης πληρωμής βάσει του άρθρου 212(α) του Νόμου και, συνεπώς, η Αιτήτρια δεν δύναται να στηριχθεί στο νομοθετικό τεκμήριο που, σύμφωνα με τη νομολογία, δημιουργεί η μη συμμόρφωση με τέτοια απαίτηση. Εκκαθάριση βάσει των άρθρων 211 και 212(γ), (δ) Σε σχέση με τα υπόλοιπα άρθρα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση, όπως λέχθηκε στην υπόθεση C Phasarias (Automοtive Centre) Ltd ν. Eταιρεία Σκυροποιΐας "Λεωνίκ" Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 1457, με αναφορά στην Pan-Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796, αίτηση εκκαθάρισης που στηρίζεται μόνο στις πρόνοιες του άρθρου 211 και όχι του άρθρου 212(α) διαφέρει ως προς το αποδεικτικό υλικό που είναι αναγκαίο ο αιτητής να προσκομίσει για να ζητήσει την εκκαθάριση της εταιρείας: «Αν επιδιώκεται όπως η αίτηση βασιστεί γενικά στην ανικανότητα εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το Αρθρο 212 (γ) μπορεί να γίνει, οπότε βέβαια δεν αρκεί αναφορά στην παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει χρέος της, αλλά επιβάλλεται, στα πλαίσια στάθμισης της γενικότερης φερεγγυότητάς της, αναφορά στη συνολική κατάσταση της εταιρείας λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των υποχρεώσεών της, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών». Στο σύγγραμμα Δρ. Ποιητής, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, Λευκωσία 2015, σελ. 23 -24 αναφέρονται τα ακόλουθα, σε σχέση με την απόδειξη της ανικανότητας μιας εταιρείας να εξοφλήσει τα χρέη της: «.δεν αρκεί μια απλή παραδοχή της ανικανότητας της εταιρείας να εξοφλήσει τα χρέη της, που γίνεται από τους αξιωματούχους της εταιρείας ενώπιον Δικαστηρίου. Η παραδοχή αυτή για να είναι επαρκής θα πρέπει να συνοδεύεται και από τα απαραίτητα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ορθότητα του περιεχομένου της δήλωσης του αξιωματούχου, που γίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου». [Re Grundy Stove Co
(1904), 7 O.L.R. 252]. «Ακόμη και αν ο αιτητής είναι σύμβουλος της εταιρείας ή και πρόεδρός της, δεν είναι αρκετό να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι γνωρίζει από τη θέση του ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της, αλλά θα πρέπει να το αποδείξει με συγκεκριμένη μαρτυρία». [Re Lake Winnipeg Transportation, Lumber & Trading Co
(1891), 7 Man L.R. 255]. Επίσης, στη Besuno (ανωτέρω) τονίστηκε ότι στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την ανικανότητα μιας εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, δεν θα ήταν επιτρεπτή η εξέταση αίτησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια των Άρθρων 211(e) και 212(c). Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια δεν διαθέτει για να προσκομίσει πλήρη στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση, εφόσον και η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών προνοιών, παραλείπει να καταχωρίσει στον Έφορο Εταιρειών τις οικονομικές της καταστάσεις. Είναι αντιληπτή η αντικειμενική δυσκολία που αντιμετωπίζει η Αιτήτρια ένεκα της μη συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση με τις υποχρεώσεις της για υποβολή οικονομικών καταστάσεων, όμως, χωρίς τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγηση που απαιτεί η νομολογία. Τα αποσπασματικά στοιχεία που παρουσίασε η Αιτήτρια, δεν επαρκούν για τη δημιουργία αντιπροσωπευτικής συνολικής εικόνας, η οποία να επιτρέπει τη στάθμιση από το Δικαστήριο της γενικότερης φερεγγυότητας ή αφερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση (βάσει των άρθρων 212(γ) και (δ)) περιλαμβανομένων των ενδεχόμενων και μελλοντικών της υποχρεώσεων, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο είναι ικανή ή ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Με δεδομένη την συγκεκριμένη δυσκολία, θα μπορούσε, ενδεχομένως, η Αιτήτρια να επικαλεστεί το άρθρο 212(α) αφού επέδιδε την εκ του νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση των 21 ημερών, πράγμα που δεν έπραξε. Ο ορισμός του «χρεώστη» Σε σχέση με τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης δυνάμει των άρθρων 211 και 212 απαιτείται, επίσης, η απόδειξη, από τον εκάστοτε αιτητή, της ιδιότητάς του ως «χρεώστη». Στρέφομαι, συνεπώς, στη θέση της Αιτήτριας ότι η εγγραφή της Διαιτητικής και/ή Δικαστικής Απόφασης στην Κύπρο δεν συνιστούσε προαπαιτούμενο για την προώθηση της παρούσας Αίτηση Εκκαθάρισης. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Αιτήτριας παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην απόφαση Besuno υποστηρίζοντας ότι δεν δημιούργησε κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο θα πρέπει να υπάρχει αναγνώριση και εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης για να προωθηθεί μια αίτηση εκκαθάρισης. Είναι η θέση τους ότι η εν λόγω απόφαση διευκρίνισε απλώς ότι σε περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η εγγραφή τέτοιας διαιτητικής απόφασης, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει εκκαθαρισμένο και απαιτητό χρέος. Υποστήριξαν, περαιτέρω, ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την Besuno, αφενός, επειδή δεν έχει προηγηθεί απόρριψη αίτησης εγγραφής της Διαιτητικής ή Δικαστικής Απόφασης και, αφετέρου, επειδή η Αιτήτρια δεν επικαλείται την έκδοση της Διαιτητικής ή Δικαστικής Απόφασης ως αποκλειστική βάση της παρούσας Αίτησης. Στηρίζεται και στο συμβατικό χρέος της Καθ' ης η Αίτησης, που αποτελεί εκκαθαρισμένη οφειλή. Παρέπεμψαν επίσης το Δικαστήριο σε αριθμό πρωτόδικων και αλλοδαπών αποφάσεων, αναφορά στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια. Η πιο πάνω θέση της Αιτήτριας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, το οποίο θεωρεί ότι με βάση το σκεπτικό της Besuno, δεν είναι δυνατό να προωθηθεί αίτηση εκκαθάρισης αποκλειστικά στη βάση αλλοδαπής απόφασης που δεν υφίσταται στην Κύπρο (αφού δεν έχει εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης). Θα πρέπει να υπάρχει αναγνώριση και εγγραφή απόφασης τρίτης χώρας προκειμένου να θεωρηθεί κάποιος «πιστωτής» για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 212 του Κεφ.
  1. Προς τούτο, παρατίθενται τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση, με έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου: «Η όλη φιλοσοφία που καλύπτει τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες στοχεύει στην παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο. Παρόμοια είναι και η φιλοσοφία που διέπει τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο, Ν.84/1979, ο οποίος βασίζεται στην αντίστοιχη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του
  2. Οι διεθνείς συμβάσεις που αναφέρονται σε διαδικασίες εκτέλεσης αποφάσεων άλλης χώρας στο έδαφος τρίτης, πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά. Αυστηρή είναι και η προσέγγιση στην ικανοποίηση των προαπαιτούμενων για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης. Προβάλλει επιτακτική η ανάγκη τήρησης όλων των τύπων, μεταξύ των οποίων η προσκόμιση θεωρημένου πρωτοτύπου ή δεόντως κεκυρωμένου αντιγράφου της όποιας απόφασης. Είναι με βάση τις πιο πάνω αρχές που το Δικαστήριο, εντοπίζοντας έλλειψη κανονικότητας και νομιμότητας των προσκομισθέντων εγγράφων, απέρριψε, στις 28/11/2006, την αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης. Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξή της, εντάσσοντάς την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες. Μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης. Η ύπαρξη χρέους αποτελεί την αναγκαία και φυσική συνέπεια της επιβεβαίωσης της ύπαρξης απόφασης, επιβεβαίωση που επιτυγχάνεται μέσω της αναγνώρισης και εγγραφής της. Δε νοείται ύπαρξη οφειλής χωρίς την αναγνώριση αλλοδαπής δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι η οφειλή απορρέει από την ίδια την απόφαση. Συνεπώς, και ως συνακόλουθο της απόρριψης του αιτήματος για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, δεν τεκμηριώνεται και παραμένει μετέωρη η ύπαρξη και οποιουδήποτε χρέους. Με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν και να μην ικανοποιούνται, βεβαίως, οι προϋποθέσεις επιτυχίας καταχώρησης αίτησης για εκκαθάριση στη βάση των εξεταζόμενων άρθρων του Κεφ.
  3. Είναι αδιανόητη η έναρξη διαδικασίας, η οποία στηρίζεται, αποκλειστικά και μόνο, σε αλλοδαπή απόφαση, η οποία δεν υφίσταται, ουσιαστικά, στη χώρα μας. Παρεμβάλλουμε, ολοκληρώνοντας, ότι ως ζήτημα λογικής προτεραιότητας, αλλά και νομικού ορθολογισμού, αναγκαία ήταν πρώτα η αναγνώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης και ακολούθως η καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση, στη βάση, πλέον, εκτελεστής απόφασης. Δε νοείται, ούτε και είναι νομικά επιτρεπτό, να απορρίπτεται στο κατάλληλο βήμα, και κατ΄ακολουθία της ορθής διαδικασίας, αίτημα για αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής απόφασης - και μάλιστα για λόγους ουσιαστικούς - και να επιχειρείται στη συνέχεια η παράκαμψη της εν λόγω απόφασης απόρριψης, μέσω διαδικασίας εκκαθάρισης». Κατά την αντίληψη του παρόντος Δικαστηρίου, όταν η οφειλή, στη βάση της οποίας ζητείται η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, θεμελιώνεται μόνο στην βάση της αλλοδαπής ή διαιτητικής απόφασης, η εγγραφή και αναγνώρισή της συνιστά προαπαιτούμενο, με βάση την Besuno. Οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν το Δικαστήριο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας, αφορούσαν όλες απαίτηση δυνάμει του άρθρου 212(α), σε αντίθεση με την παρούσα υπόθεση που δεν προηγήθηκε της καταχώρισης της υπό εξέταση Αίτηση, απαίτηση δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Οι πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν το Δικαστήριο οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της Αιτήτριας, που είναι οι ακόλουθες: ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ VTB BANK (PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LEISLER HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1076/17, 31/7/2020, CLAPPAS TRADING HOUSE LTD ν. TRANQUIL SEAS HOTEL LIMITED, Αρ. Αγωγής: 105/15, 27/7/2016, Pacific King Shipping Pte Ltd and another v. Glory Wealth Shipping Pte Ltd [2010] SGHC
  4. Και στις τρεις πιο πάνω αποφάσεις φαίνεται ότι το αίτημα για εκκαθάριση θεμελιώθηκε στη μη συμμόρφωση των καθ' ων η αίτηση εταιρειών με σχετική ειδοποίηση - απαίτηση πληρωμής (statutory demand), με την οποία έγινε απαιτητό χρέος δυνάμει του άρθρου 212(α). Συνεπώς, ήταν η μη συμμόρφωση με δεόντως επιδοθείσα απαίτηση πληρωμής που οδήγησε στην έκδοση αίτησης εκκαθάρισης και όχι η μη συμμόρφωση με χρέος που προέκυπτε απευθείας από μη εγγραφείσα ή αναγνωρισθείσα αλλοδαπή ή διαιτητική απόφαση. Ενδεικτικά παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση Leisler (ανωτέρω), με σχετική υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου. Ανάλογο είναι και το σκεπτικό των άλλων δύο αποφάσεων: «Διά να θεωρείται ότι ένα χρέος οφείλεται και είναι εκκαθαρισμένο ώστε να απαιτηθεί με βάση την διαδικασία που προδιαγράφεται στο άρθρο 212(α) δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να έχει γίνει αναγνώριση της απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου από το Κυπριακό Δικαστήριο ώστε αυτή να εκτελεστεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποστολή απαίτησης για χρέος η έκδοση δικαστικής απόφασης σε σχέση με το χρέος. Εκείνο που πρέπει να αποδείξει ο αιτητής είναι μόνο ότι το χρέος οφείλεται και ότι η εταιρεία έχει παραλείψει να το πληρώσει εντός της προθεσμίας που προνοεί το άρθρο 212 του Κεφ.
  5. Η εταιρεία δεν έχει προβάλει ισχυρισμό ότι το χρέος δεν οφείλεται ή ότι η διαιτητική απόφαση στην Μόσχα δεν ισχύει. Αντιθέτως, η πλευρά των αιτητών έχει αποδείξει με θετική μαρτυρία την ύπαρξη του χρέους (επισυνάπτεται ως τεκμήριο αυτούσια η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας), το ότι αυτό έχει απαιτηθεί ως ορίζει το άρθρο 212(α) και ότι η εταιρεία δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση πληρωμής εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπει ο νόμος». Στην Leisler, οι σχετικές διαιτητικές αποφάσεις είχαν εγγραφεί στην Κύπρο δυνάμει δικαστικής απόφασης και σχετική αίτηση παραμερισμού των αποφάσεων αναγνώρισης και εγγραφής απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, επιδόθηκε απαίτηση δυνάμει του άρθρου 212(α) και η απόφαση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε επί του ότι η Αιτήτρια είχε αποδείξει θετικά τις προϋποθέσεις του άρθρου 212(α). Η ειδοποιός διαφορά της παρούσας Αίτησης με εκείνες των προαναφερθεισών πρωτόδικων αποφάσεων είναι ότι η εδώ Αιτήτρια δεν επέδωσε απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 212(α) στην Καθ' ης η Αίτηση, σε σχέση με το Χρέος που προέκυψε από την Διαιτητική και Δικαστική Απόφαση. Σε σχέση με την απόφαση Αναφορικά με την SCM FINANCIAL OVERSEAS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 1045/16, 18/10/2017, την οποία επίσης επικαλέστηκαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι τα επίδικα ζητήματα ήταν άλλα. Η απόφαση αφορούσε αίτηση για διαγραφή αίτησης εκκαθάρισης και ως προς το ζήτημα της ανικανότητας πληρωμής χρεών, σε εκείνη την υπόθεση είχαν προσκομιστεί οικονομικές καταστάσεις που δείκνυαν επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας και υποχρεώσεις που υπερέβαιναν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων. Συνεπώς, εφόσον (α) δεν έχει επιδοθεί απαίτηση πληρωμής (statutory demand), (β) δεν έχει προηγηθεί εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο και (γ) δεν έχουν προσκομιστεί επαρκή στοιχεία προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο στην απαιτούμενη στάθμιση της γενικότερης φερεγγυότητάς της Καθ' ης η Αίτηση, με αναφορά στη συνολική κατάσταση της, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των υποχρεώσεών της, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών, ως απαιτεί η νομολογία (βλ. ενδεικτικά C Phasarias και Pan-Aman Hotels Ltd (ανωτέρω)), δεν φαίνεται να παρέχεται ευχέρεια έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση στη βάση των προνοιών των άρθρων 211 και
  6. Μη καταχώριση οικονομικών καταστάσεων ως τεκμήριο αφερεγγυότητας Σημειώνω, τέλος, ότι προβλημάτισε το Δικαστήριο η θέση των δικηγόρων της Αιτήτριας ότι η μη συμμόρφωση της Καθ' ης η Αίτηση με την υποχρέωσή της για καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών των οικονομικών της καταστάσεων δημιουργεί τεκμήριο αφερεγγυότητας (presumptions of insolvency). Προς τούτο, οι δικηγόροι της Αιτήτριας παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε αρθρογραφία[2]. Διαπιστώνω ότι στην εν λόγω αρθρογραφία, η αναφορά σε τεκμήρια αφερεγγυότητας (presumptions of insolvency) γίνεται σε συνάρτηση με το εφαρμοστέο δίκαιο της Αυστραλίας. Στο νομοθέτημα «Corporations Act 2001» της Αυστραλίας, υπάρχει συγκεκριμένο άρθρο που κατατάσσει την μη καταχώριση οικονομικών καταστάσεων στα τεκμήρια αφερεγγυότητας μιας εταιρείας, για την περίοδο που καλύπτει η παράλειψη. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 588Ε του «Corporations Act 2001», το οποίο φέρει ως τίτλο «Presumptions to be made in recovery proceedings», εάν μία εταιρεία δεν καταχωρίσει οικονομικές καταστάσεις τεκμαίρεται ως αφερέγγυα. Αντίστοιχη πρόνοια δεν εντοπίζεται στον δικό μας περί Εταιρειών Νόμο και δη στις περιπτώσεις που μια εταιρεία κρίνεται ως «ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της». Είναι αντιληπτό το επιχείρημα ότι ο πιστωτής δεν μπορεί να αποδείξει την οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη, όταν ο οφειλέτης, κατά παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του δεν αποκαλύπτει τις οικονομικές του καταστάσεις, ως οφείλει. Όμως, ο νομοθέτης δεν περιέλαβε την παράλειψη αυτή στις πράξεις που δεικνύουν αδυναμία πληρωμής χρεών ούτε την κατέστησε ως ξεχωριστό λόγο έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης, παρά μόνο έδωσε τη δυνατότητα στον έφορο Εταιρειών να διαγράψει την εταιρεία αυτή, χωρίς, μάλιστα η πράξη αυτή να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εξουσία του Δικαστηρίου να εκκαθαρίζει επωνυμία που διαγράφηκε (βλ. άρθρο 327
(5)(β))[3] και χωρίς ο νομοθέτης να καθιστά την διαγραφή ως ένδειξη ή τεκμήριο (presumption) ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) .......................................................... Δ-Μ Γεωργιάδου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] ECLI:CY:AD:2014:A123 [2] chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.level27chambers.com.au/wp-content/uploads/2015/08/Insolvency-Paper_Cooper-Grace-Ward_16.07.2015.pdf [3] 327
(5)(β) καμιά διάταξη στο εδάφιο αυτό δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκκαθαρίζει εταιρεία που η επωνυμία της διαγράφτηκε από το μητρώο εγγραφής εταιρειών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.