← Κύπρος

Olga Makhova ν. Stone Edge Capital Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2610/2020, 28/9/2023

Olga Makhova ν. Stone Edge Capital Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2610/2020, 28/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A200 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2610/2020 Μεταξύ: Olga Makhova, από τη Ρωσία Ενάγουσας -και-

  1. Stone Edge Capital Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Θεόδουλος Μόντης ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Dmitri Sinitsyn, από τη Λευκωσία
  3. Anna Konstantinova, από τη Ρωσία νυν κάτοικος Λεμεσού
  4. Denis Aleksandov, από τη Ρωσία κάτοικος Μονακό
  5. Lubov Astreou από τη Ρωσία νυν κάτοικος Λευκωσίας
  6. Inna Parvan από τη Ρωσία νυν κάτοικος Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 28/09/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Γ. Σεργίδου για Kitromilidou, Psillidou & Co LLC. Για Εναγόμενους 1, 4, 5 και 6: κ. Π. Παναγίδης με κα Ι. Μαδέλλα για Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους 1, 4, 5 και 6 την καταβολή του ποσού των US$ 2.540.000 ή το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ, €2.138.911, 34 ή το αντίστοιχο ποσό σε κρυπτονομίσματα τύπου bitcoins, ως ειδικές αποζημιώσεις για τη παράβαση της συμφωνίας συμβιβασμού και ή ως ποσού με το οποίο οι Εναγόμενοι παράνομα πλούτισαν, κατόπιν απάτης και ή δόλου και ή συνωμοσίας προς διάπραξη απάτης και ή ως ποσού που παράνομα κατακράτησαν και ιδιοποιήθηκαν. Η αξίωση της εδράζεται στη διάρρηξη της συμφωνίας «συμβιβασμού», με την οποία συμφώνησε με την Εναγομένη 1 να επιλύσουν τις οικονομικές διαφορές τους, με τη μεταφορά προς όφελος της αριθμού κρυπτονομισμάτων τύπου ripple και bitcoin. Η Εναγομένη 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας παρέλειψε να της μεταβιβάσει τα κρυπτονομίσματα τύπου bitcoin, συνολικής αξίας €2.138.911,
  7. Αρχικά η Ενάγουσα αξίωνε από τους Εναγόμενους την καταβολή μεγαλύτερου ποσού και τη χορήγηση διαφόρων θεραπειών, αξιώσεις που εδράζονταν στον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της που διατηρούσε στην Εναγομένη 1, στη συνέχεια όμως μείωσε το αξιούμενο ποσό και εγκατέλειψε τις πλείστες θεραπείες, ενώ η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2, διαχειριστή της περιουσίας του Dmitri Sinitsyn, διακόπηκε και εναντίον της Εναγομένης 3, αποσύρθηκε. Με βάση τα γεγονότα που είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα και τη μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτουν τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα : Η Εναγομένη 1 είναι εγγεγραμμένη ιδιωτική εταιρεία, με έδρα τη Λεμεσό, η οποία συστάθηκε το
  8. Από την ημέρα της σύστασης της μέχρι και το 2020 που ανέστειλε τις εργασίες της, δραστηριοποιείτο στο τομέα παροχής επενδυτικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και ελέγχετο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Κατείχε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου τη σχετική άδεια. O Dmitry Sinitsyn που θα αναφέρεται μετά ως «Sinitsyn» και οι Εναγομένοι 4, 5 και 6 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας. Η θητεία των Εναγομένων 5 και 6 τερματίσθηκε τη 7.12.
  9. Μέτοχοι της Εναγομένης 1 ήταν αρχικά ο Sinitsyn και ο Εναγόμενος
  10. Ο Sinitsyn μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε στην Εναγομένη 1, σταδιακά, στον Εναγόμενο 4, καθιστώντας τον τελευταίο ως απόλυτο ιδιοκτήτη της εταιρείας. Ο Sinitsyn απεβίωσε το Μάρτιο του
  11. Κατά ή περί το 2017, η Ενάγουσα επένδυσε στην Εναγομένη 1 διάφορα ποσά χρημάτων, μετά από προτροπή του Sinitsyn και της συζύγου του, Εναγομένης 3, δυνάμει συμφωνίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου (portofolio management agreement), που υπογράφηκε τη 15.06.
  12. H Εναγομένη 1, κατά ή περί το 2019, κατέγραψε ζημιές σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο της Ενάγουσας και υπήρξε διασάλευση των σχέσεων της Ενάγουσας και των Sinitsyn και Εναγόμενου
  13. H Ενάγουσα, στην Έκθεση Απαίτησης της, ισχυρίζεται ότι σε συνάντηση που έλαβε χώρα τη 11.02.2020, ο Εναγόμενος 4 συμφώνησε, εκ μέρους της Εναγομένης 1, να της επιστρέψει ένα μέρος της επένδυσης της σε κρυπτονομίσματα. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε όπως η Εναγομένη 1 καταβάλει το ποσό των US $2.540.000 ή το αντίστοιχο ποσό σε €2.138.911,34, υπό μορφή κρυπτονομισμάτων, τύπου bitcoin και ποσό ύψους US $ 240.000 υπό μορφή κρυπτονομισμάτων, τύπου ripple. Σε αντάλλαγμα των πιο πάνω, η Ενάγουσα θα παραιτείτο από τις υπόλοιπες οικονομικές αξιώσεις της εναντίον της Εναγομένης 1 και θα αναλάμβανε την υποχρέωση να μην εγείρει εναντίον της οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία και δεν θα προχωρούσε με καταγγελίες στις αστυνομικές αρχές και ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οι Εναγόμενοι 1, 4, 5 και 6, στην Υπεράσπιση τους απορρίπτουν τη θέση, ότι η Εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε τα πιο πάνω ποσά με τη μορφή κρυπτονομισμάτων και ισχυρίζονται ότι εκείνο που συμφωνήθηκε με βάση το Asset Return Order and Novation Offer ήταν ότι η Eνάγουσα θα ελάμβανε συσκευές ledgers, σε μορφή USB, που παρείχαν πρόσβαση σε 214,7209 κρυπτονομίσματα, τύπου bitcoin και σε 1.156.245 κρυπτονομίσματα, τύπου ripple. Τα πλείστα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση είναι παραδεκτά. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα εμπλεκόμενα μέρη συναντήθηκαν στα γραφεία της Eναγομένης 1, την 30.10.2020, προς επίλυση των διαφορών τους, υπάρχει όμως διάσταση απόψεων ως προς το σκοπό της συνάντησης καθότι, ως ανέφερα και πιο πάνω, υπάρχει διαφωνία ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ τους, την οποία αμφότερα τα μέρη αποκαλούσαν, «συμφωνία συμβιβασμού», ονομασία την οποία θα υιοθετήσω. H Eνάγουσα ισχυρίζεται ότι η συνάντηση έγινε για να μεταφερθούν τα συμφωνημένα κρυπτονομίσματα από τα ψηφιακά πορτοφόλια της Eναγομένης 1 στο ψηφιακό πορτοφόλι της Eνάγουσας, ενώ οι Eναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συνάντηση έγινε για να παραδοθούν οι πέντε συσκευές, ledgers, που παρείχαν πρόσβαση στα κρυπτονομίσματα, στην Eνάγουσα. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι στη συνάντηση ήταν παρόντες η Eνάγουσα, ο σύζυγος της, η δικηγόρος Όλγα Παπαδημητρίου, ο Eναγόμενος 4, ο Andrey Kolesnichenko, o δικηγόρος Θεόδουλος Μόντης και η Στέλλα Στυλιανού. Η συνάντηση διήρκησε δύο ώρες, από η ώρα 4:30 μ.μ. μέχρι η ώρα 6:30 μ.μ.. Για σκοπούς υλοποίησης της συμφωνίας, παραδόθηκαν στην Ενάγουσα πέντε συσκευές ( ledgers), τύπου Nano S, μαζί με τους κωδικούς πρόσβασης τους. Οι δύο περιείχαν τα bitcoins και οι τρεις τα ripples. Οι συσκευές περιείχαν 27 λογαριασμούς, 9 στη μια συσκευή και 18 στην άλλη. Από την πρώτη συσκευή κινήθηκαν οι 7 λογαριασμοί και από τη δεύτερη, 15 λογαριασμοί. Ο συνολικός αριθμός των bitcoins που αποξενώθηκε, κατά τη συνάντηση, ήταν 214,
  14. Η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων τύπου ripple, στο ψηφιακό πορτοφόλι της Ενάγουσας, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία. Σε σχέση με τα κρυπτονομίσματα τύπου bitcoin, η Ενάγουσα ισχυρίζεται, με βάση τις θέσεις που προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης της, ότι η Εναγόμενη 1 σε συνομωσία και/ή σύμπραξη και/ή συνεννόηση με τους Εναγόμενους 4 και/ή 5 και/ή 6, ενεργώντας δόλια και/ή απατηλά και/ή παράνομα και/ή κατά παράβαση της συμφωνίας συμβιβασμού, εξαπάτησαν και/ή έκλεψαν το ποσό των συμφωνημένων κρυπτονομισμάτων τύπου bitcoins, ύψους US $2.540.000 ή το αντίστοιχο ποσό σε €2.138.911,34, από το ηλεκτρονικό πορτοφόλι της Εναγομένης 1 και/ή αποξένωσαν και/ή μετέφεραν το εν λόγω ποσό και/ή κρυπτονομίσματα εκτός του ψηφιακού πορτοφολιού της Εναγομένης 1 και/ή σε άλλες διευθύνσεις και/ή το έκλεψαν και/ή ιδιοποιήθηκαν και/ή οικειοποιήθηκαν προκαλώντας στην Ενάγουσα χρηματική ζημιά και απώλεια ίσης αξίας. Ο Εναγόμενος 4 αποξένωσε τα κρυπτονομίσματα κάμνοντας χρήση της μνημονικής φράσης ασφαλείας και/ή του κωδικού πρόσβασης του ψηφιακού πορτοφολιού, που είχε ακόμα στη κατοχή του. Οι Eναγόμενοι απορρίπτουν τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρίζονται ότι το μόνο που όφειλαν να πράξουν και το έπραξαν, ήταν να παραδώσουν τις πέντε συσκευές (ledgers) στην Ενάγουσα. Αρνούνται ότι κατείχαν το ψηφιακό πορτοφόλι στο οποίο τα εν λόγω ledgers παρείχαν πρόσβαση. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να εγείρει και/ή να προωθεί την παρούσα αγωγή καθώς παραβιάζει την απεμπόληση και/ή αποποίηση και/ή παραίτηση των δικαιωμάτων της και/ή αξιώσεων (waiver) που περιέχεται τόσο στο Asset Return Order and Novation Offer όσο και στο Confirmation και/ή στο τι συμφωνήθηκε με βάση αυτά. Οι Εναγόμενοι στο δικόγραφο τους δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο τα κρυπτονομίσματα τύπου bitcoin, να έχουν μεταφερθεί επιτυχώς σε ηλεκτρονικά πορτοφόλια της Ενάγουσας και ή του συζύγου της και ή των συνεργατών τους. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι τη 4.11.2020 η Ενάγουσα κατήγγειλε στην αστυνομία ότι οι Εναγόμενοι 1, 4, 5 και 6 έκλεψαν τα πιο πάνω κρυπτονομίσματα. Καταγγελία του ιδίου περιεχομένου έγινε και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν, εκ μέρους της Ενάγουσας, ο Γιώργος Γιαγλής, Μ.Ε.1 και η ίδια, M.E.2 και εκ μέρους της Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος 4, Μ.Υ.1, ο Αλέξανδρος Χάσικος, Μ.Υ.2, ο Andrey Kolechenko, Μ.Υ.3, που θα αναφέρεται μετά ως «Andrey» και η Tatyana Murashko, Μ.Υ.
  15. Οι μάρτυρες, εξαιρουμένης της Μ.Υ.4, ετοίμασαν γραπτή δήλωση την οποίαν υιοθέτησαν ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους. Η συνάντηση των εμπλεκομένων, την 30.10.2020, βιντεογραφήθηκε και το βίντεο προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Η βιντεογράφηση δεν καλύπτει τη μεταφορά και ή την προσπάθεια μεταφοράς των κρυπτονομισμάτων καθότι διακόπηκε η ώρα 6:30 μ.μ., προτού αυτή αρχίσει. Η διακοπή έγινε από τον Andrey, Μ.Υ.3, κατόπιν άδειας που έλαβε από τον Εναγόμενο
  16. Συνοψίζω στη συνέχεια τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιο του Δικαστηρίου, στο βαθμό που αυτή είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Η σύνοψη δεν θα γίνει με τη σειρά που κατέθεσαν οι μάρτυρες, θα παραθέσω πρώτα τη μαρτυρία των προσώπων που συμμετείχαν στη συνάντηση στις 30.10.2020 και στη συνέχεια τη μαρτυρία των δύο εμπειρογνωμόνων. Η Ενάγουσα, Μ.Ε.2, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον Sinitsyn και τη σύζυγο του, Εναγομένη 3, που ήταν αυτοί που την έπεισαν να επενδύσει στην Εναγομένη 1, μεγάλα ποσά χρημάτων. Υπέγραψε για το σκοπό αυτό συμφωνία διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Τον Ιανουάριο του 2019, ο Sinitsyn την πληροφόρησε ότι υπήρξαν σημαντικές απώλειες στα χαρτοφυλάκια της Εναγομένης 1 και ότι το δικό της χαρτοφυλάκιο παρουσίαζε ζημιές, ύψους €3.300.
  17. Την καθησύχασε όμως λέγοντας της ότι θα την αποζημίωνε. Υπέγραψε για το σκοπό αυτό σχετικό σημείωμα, Τεκμήριο
  18. Περί τα τέλη του 2019 πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 2, ότι η Εναγομένη 1 ανήκε πλέον, εξ ολοκλήρου, στον Εναγόμενο 4, τη διαβεβαίωσε όμως, για μια ακόμη φορά ότι θα της επέστρεφε το ποσό με το οποίο είχε ζημιωθεί το χαρτοφυλάκιο της. Διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ τους για υλοποίηση του πιο πάνω σκοπού, στην Κύπρο, τη 9.01.
  19. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη σύζυγο του Sinitsyn, την Εναγόμενη 3, η τελευταία την πληροφόρησε ότι ο Sinitsyn είχε εμπλακεί σε ατύχημα και ήταν σε κώμα. Την 11.02.2020, σε συνάντηση που είχαν η Ενάγουσα και ο σύζυγος της με τον Εναγόμενο 4, η οποία έγινε σε «έντονο κλίμα», ο Εναγόμενος 4 δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να της επιστρέψει μόνο μέρος της επένδυσης της, νοουμένου ότι η ίδια θα παραιτείτο από όλες τις οικονομικές της αξιώσεις εναντίον της Εναγομένης
  20. Σε περίπτωση που δεν αποδεχόταν την πρόταση του, δεν θα είχε τη δυνατότητα να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό καθότι είχε υποβληθεί αίτηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, για εκούσια ανάκληση της άδειας της Εναγομένης 1 και το επόμενο βήμα θα ήταν η διάλυση της. Σε περίπτωση διάλυσης της Εναγομένης 1, αυτή δεν θα είχε περιουσιακά στοιχεία για ικανοποίηση των αξιώσεων των επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων και των δικών της αξιώσεων. Κατά ή περί τη 20.10.2020, ο Εναγόμενος 4 την πληροφόρησε εκ νέου, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), για την πρόθεση του να διακόψει εκούσια τις επενδυτικές δραστηριότητες της εταιρείας και την κάλεσε να προβεί σε ανάληψη των κεφαλαίων της και σε κλείσιμο του λογαριασμού της. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν, λίγες μέρες αργότερα, συμφώνησαν να συμψηφίσουν τις απαιτήσεις τους έτσι ώστε να αποζημιωθεί αρχικά μόνο με την αξία των ομολόγων (unity notes) της εταιρείας Unity Systems Resources Ltd, που είχε αγοράσει η Εναγόμενη 1, με οδηγίες της και διατηρούσε εκ μέρους της, σε κρυπτονομίσματα, που ήταν το νόμισμα που εξασφάλιζε τα πιο πάνω ομόλογα. Στη βάση αυτής της συνεννόησης, συντάχθηκε το κείμενο της συμφωνίας, Τεκμήριο 19, το τελικό κείμενο της οποίας η Ενάγουσα υπέγραψε στη συνάντηση τους, στις 30.10.
  21. Κατά τη συνάντηση, στις 30.10.2020, ο Εναγόμενος 4 είχε, ως ανέφερε χαρακτηριστικά η Ενάγουσα, «πρωταγωνιστικό ρόλο» και ήταν αυτός που «υπαγόρευσε τη σειρά βημάτων», για την υλοποίηση των όσων είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της, δεν είχαν τις αναγκαίες γνώσεις για συναλλαγές με κρυπτονομίσματα, και ενεργώντας, «αφελώς», δεν είχαν προνοήσει να τους συνοδεύσει ειδικός επί των συγκεκριμένων συναλλαγών και των τεχνικών ζητημάτων που θα προέκυπταν, έχοντας ως δεδομένο τη συμφωνία τους, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι θα υλοποιούσαν επί τόπου την μεταφορά των κρυπτονομισμάτων στο δικό της ψηφιακό πορτοφόλι. Αντεξεταζόμενη για το θέμα ισχυρίσθηκε ότι στη Μόσχα είχαν «experts», ο Εναγόμενος 4 όμως κατηγορηματικά της απαγόρευσε να είναι παρών ο «expert». Ενόψει τούτου «αναγκάστηκε να δημιουργηθεί αυτό το πορτοφόλιο στη Μόσχα» και η ίδια πήγε στη συνάντηση έχοντας στην κατοχή της το συγκεκριμένο πορτοφόλιο. Εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος της συνάντησης, η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι η συνάντηση αποτελούσε ένα «καλοσχεδιασμένο, καλοστημένο και προμελετημένο σχέδιο» του Εναγόμενου 4, για να εξασφαλίσει την γραπτή της βεβαίωση ότι παρέλαβε τις συσκευές των ledger, την υπογραφή της επί του κειμένου της συμφωνίας, Τεκμήριο 19 και της βεβαίωσης, Τεκμήριο 20 και να την εξαπατήσει υποκλέπτοντας στη συνέχεια τα κρυπτονομίσματα τύπου bitcoin των ψηφιακών πορτοφολιών. Κατά τη συνάντηση ο Εναγόμενος 4 εξήγησε στους παρευρισκόμενους τη διαδικασία που θα ακολουθείτο και κάλεσε την Ενάγουσα να υπογράψει το «Asset Return and Novation Offer» και το «Confirmation», Τεκμήρια 19 και 20, αντίστοιχα. Της παρέδωσε τις πέντε συσκευές (ledgers) που ήταν αναγκαίες για τη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων και της υπαγόρευσε τους κωδικούς (PIN) της κάθε συσκευής. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 4 ένωσε τις συσκευές ( ledgers), μια προς μια με το φορητό υπολογιστή που της είχε δοθεί για να «φορτωθούν» τα υπόλοιπα των λογαριασμών των κρυπτονομισμάτων στο πρόγραμμα του υπολογιστή. Έγινε προβολή των υπολοίπων των λογαριασμών των κρυπτονομισμάτων στην οθόνη του υπολογιστή. Τα bitcoins ήταν σε είκοσι δύο

(22)λογαριασμούς και ο συνολικός αριθμός τους ήταν 214.
  1. Η προβολή όλων των υπολοίπων των λογαριασμών των κρυπτονομισμάτων, τόσο των bitcoins όσο και των ripples, στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, ολοκληρώθηκε η ώρα 6.28 μμ. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προβολής των συμφωνημένων κρυπτονομισμάτων και πριν την μεταφορά τους στο δικό της ψηφιακό πορτοφόλι, οι Εναγόμενοι διέκοψαν την βιντεογράφηση. Μεγάλο μέρος της συνάντησης, βιντεοσκοπείτο από κάμερα ασφαλείας, ενώ μεγάλο μέρος αυτής προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Το usb που περιλαμβάνει τη βιντεογράφηση, κατατέθηκε ως τεκμήριο. Η βιντεογράφηση διακόπηκε η ώρα 6:30 μ.μ., από τον Andrey, M.Y.3, αφού έλαβε την άδεια του Εναγομένου 4, προτού γίνουν ενέργειες για τη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων. Η Ενάγουσα παρουσίασε αντίγραφο των πρακτικών της συνάντησης, ως Τεκμήριο 39, που βεβαιώνει ότι η συνάντηση είχε ξεκινήσει στις 16:30 και κρίθηκε ως λήξασα από τους Εναγόμενους, στις 18:
  2. Μετά τη διακοπή της συνάντησης η Ενάγουσα, μαζί με το σύζυγο της και τον Andrey, M.Y.3, που συμφώνησε να την βοηθήσει στην μεταφορά των κρυπτονομισμάτων, παρέμειναν στην αίθουσα της συνάντησης. Όλοι οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του Εναγόμενου 4, αποχώρησαν. Η μεταφορά των ripple ολοκληρώθηκε μεταξύ των ωρών, 19:00 και 19:
  3. Κατά την αντεξέταση της ισχυρίσθηκε ότι ήταν ο Εναγόμενος 4 που είχε δώσει οδηγίες όπως γίνει πρώτα η μεταφορά των ripples και να ακολουθήσει η μεταφορά των bitcoins. Μετά τη μεταφορά των ripples ξεκίνησαν με τον Andrey, M.Y.3, την μεταφορά των bitcoins. Με έκπληξη διαπίστωσαν στην οθόνη του υπολογιστή, ότι οι λογαριασμοί των bitcoins που είχαν δει προηγουμένως, να είναι μηδενικοί. Κατά την προφορική της μαρτυρία κατέθεσε ότι εζήτησαν από τον Andrey, M.Y.3, εξηγήσεις για το μηδενικό υπόλοιπο, αυτός όμως ήταν «χαμένος» και δεν μπορούσε να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις. Απαίτησαν τότε από τον Andrey, M.Y.3, να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 4 και να του ζητήσει να επιστρέψει, πράγμα που έπραξε. Ο Εναγόμενος 4 επέστρεψε, δεν ήταν όμως ούτε αυτός σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις, ήταν αναστατωμένος και από τη συμπεριφορά του η Ενάγουσα ένιωσε «απειλή». Ενόψει τούτου, αυτή και ο σύζυγος της αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Με βάση τα στοιχεία που της παραδόθηκαν, η Ενάγουσα συμπέρανε ότι η μεταφορά των υπολοίπων των λογαριασμών bitcoins, άρχισε η ώρα 18:37, μετά που αποχώρησε ο Εναγόμενος 4 από την αίθουσα της συνάντησης. Τα πιο πάνω γεγονότα σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ήταν ο Εναγόμενος 4 που έδωσε οδηγίες όπως η βιντεογράφηση σταματήσει, μετά την προβολή των υπολοίπων στην οθόνη του υπολογιστή και πριν αρχίσει η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων, δεικνύουν, κατά την άποψη της, ότι «η δόλια μεταφορά και αποξένωση των κρυπτονομισμάτων έγινε από τον Εναγόμενο 4, σε συνωμοσία με τον Andrey». H Αστυνομία Κύπρου, στην οποία η Ενάγουσα κατήγγειλε το συμβάν, πληροφόρησε τους δικηγόρους της ότι τα κρυπτονομίσματα κατέληξαν σε ανταλλακτήριο στην Ασία, γνωστό ως «Huobi». Για να αποκαλυφθεί η ταυτότητα του προσώπου που εξαργύρωσε τα κρυπτονομίσματα χρειάζεται να «εκδοθεί εντολή, οδηγία από αρμόδια αρχή». Μέχρι σήμερα αυτό δεν κατέστη εφικτό. Η Ενάγουσα αντεξετάσθηκε κατά πόσο είχε επενδύσει και στο παρελθόν και συγκεκριμένα το 2017, σε κρυπτονομίσματα τύπου Monero. Της υποδείχθηκε για το σκοπό αυτό κάποιο έγγραφο. Η μάρτυρας παρατήρησε ότι το έγγραφο δεν έφερε την υπογραφή της και ότι η ίδια δεν έδωσε «διαβεβαίωση» για την αγορά των κρυπτονομισμάτων, τύπου «Monero», το
  4. Αναγνώρισε όμως ότι είχε επενδύσει σε κρυπτονομίσματα στο επίδικο χαρτοφυλάκιο, ότι ήταν εκείνη που είχε δώσει τις οδηγίες για την αγορά των κρυπτονομισμάτων, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων bitcoins, δήλωσε όμως ότι όλες τις πράξεις που αφορούσαν κρυπτονομίσματα τις εκτελούσε ο Sinitsyn. Η ίδια δεν είχε τεχνικές γνώσεις σε σχέση με τη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε υποχρέωση να προβεί η ίδια στη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων στο προσωπικό της ψηφιακό πορτοφόλι. Η Ενάγουσα απόρριψε την πιο πάνω θέση και δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «. δεν ήθελε να παραλάβει κομμάτια μετάλλου, ήθελε να πάρει κρυπτονομίσματα.». Αντεξετάσθηκε και σε σχέση με δικαστικές διαδικασίες που προώθησε η ίδια σε Ρωσικά Δικαστήρια, εναντίον του Sinitsyn, που είχαν ως αντικείμενο ένα δάνειο για «3,3 εκατομμύρια». Ισχυρίσθηκε ότι η εν λόγω υπόθεση είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία, καθότι αφορούσε τις «προσωπικές τους σχέσεις». Ο Εναγόμενος 4, Denis Aleksandov, M.Y.1, είναι Ρώσος πολίτης που διαμένει στο Μονακό. Καταθέτοντας για τις εργασίες της Εναγομένης 1, δήλωσε ότι τον Οκτώβριο του 2020, η εταιρεία έλαβε την απόφαση να διακόψει την παροχή επενδυτικών και παρεμφερών υπηρεσιών και να ανακαλέσει οικειοθελώς την άδεια της. Η εταιρεία εξακολουθεί να είναι υπό εξέταση για την οικειοθελή ανάκληση της άδειας της. Ο ίδιος δεν είναι εξοικειωμένος με τα κρυπτονομίσματα, έχει μια «πολύ βασική κατανόηση του τρόπου λειτουργίας τους», δεν έχει ποτέ ασχοληθεί μαζί τους και κυρίως, δεν συμμετείχε στην απόκτηση των συγκεκριμένων κρυπτονομισμάτων ή στην αγορά ή στη δημιουργία των συσκευών τύπου ledgers ή στην αγορά κρυπτονομισμάτων για οποιοδήποτε άλλο από τους πελάτες τους. Αναφέρθηκε και στη συνεργασία μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας και ισχυρίσθηκε ότι η τελευταία είχε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που ενέχουν τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια και ότι οι ισχυρισμοί της ότι παραπλανήθηκε για να προβεί στην αρχική επένδυση στην Εναγομένη 1, είναι αβάσιμοι και άκυροι. Καταθέτοντας για τη συνάντηση που είχαν τη 11.02.2020 στη Λεμεσό, στις εγκαταστάσεις της Εναγομένης 1, για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ισχυρίσθηκε ότι η Ενάγουσα και ο σύζυγος της δεν είχαν πραγματική πρόθεση να διαπραγματευτούν σε επιχειρηματικούς όρους. Αρνήθηκε ότι προέβαλε οποιεσδήποτε απειλές, προσπάθησε μόνο να βρει μια «επιχειρηματική λύση» που θα οδηγούσε σε ένα «φιλικό διαζύγιο» μεταξύ αυτών και της Εναγομένης 1, με το οποίο θα ικανοποιούνταν και θα εξηγούνταν οι ανησυχίες και των δύο πλευρών. Οι συσκευές (ledgers) που περιείχαν τα επίδικα κρυπτονομίσματα αγοράστηκαν από το Sinitsyn, ο οποίος ήταν ο διαχειριστής του επενδυτικού χαρρτοφυλακίου που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Εναγομένη
  5. Η Εναγόμενη 1 έπαυσε να συναλλάττεται με κρυπτονομίσματα κατά τα τέλη του
  6. Ενόψει τούτου δεν μπορούσε να διαθέτει πλέον λογαριασμούς συναλλαγών με ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων. Οι αγορές κρυπτονομισμάτων πραγματοποιήθηκαν προσωπικά από το Sinitsyn, δεδομένου ότι διέθετε προσωπικά λογαριασμούς συναλλαγών με ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων. Στη συνέχεια, ο Sinitsyn αγόρασε τα κρυπτονομίσματα και τα αντάλλαξε με την εταιρεία Unity Systems Resources Ltd, η οποία έγινε κάτοχος των συσκευών (ledgers) που περιείχαν τα κρυπτονομίσματα και ο Sinitsyn έλαβε τα Unity Notes. Τα Unity Notes μεταβιβάστηκαν στη συνέχεια στην Εναγόμενη 1 και φυλάσσονταν από αυτήν ως θεματοφύλακας για λογαριασμό της Ενάγουσας. Εξ΄ όσων ο μάρτυρας γνωρίζει, ο Sinitsyn τοποθέτησε τις πέντε συσκευές (ledgers) σε χρηματοκιβώτιο σε τοπική τράπεζα. Πριν από τη συνάντηση, η Εναγόμενη 1 έγινε ο προσωρινός κάτοχος των συσκευών (ledgers) ως αντιπρόσωπος είσπραξης (collecting agent) προκειμένου να τα παραδώσει στην Ενάγουσα, σύμφωνα με το Asset Return Order and Novation Offer, Τεκμήριο
  7. Καταθέτοντας για τη συνάντηση, τη 30.10.2020, δήλωσε ότι σκοπός της συνάντησης ήταν η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων, μέσω των συσκευών (ledgers) που παρείχαν πρόσβαση στα κρυπτονομίσματα, αντί πληρωμής του υπολοίπου στη βάση των αντίστοιχων υποσχετικών (promissory notes), αφού τα υποσχετικά ποτέ δεν το επέτρεπαν αυτό, τα οποία η Εναγόμενη 1 κρατούσε για την Ενάγουσα ως θεματοφύλακας. Ισχυρίσθηκε ότι σε κανένα σημείο δεν συμφωνήθηκε ότι τα κρυπτονομίσματα θα μεταφέρονταν από την Εναγόμενη 1 ή τον ίδιο στα ψηφιακά πορτοφόλια της Ενάγουσας. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο αρνήθηκε στην Ενάγουσα να έχει πρόσβαση στο wifi του χώρου που έγινε η συνάντηση, τόνισε όμως ότι το μόνο που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ήταν να της παραχωρηθεί κάποιος χώρος. Παραθέτω την αναφορά του αυτούσια: «Μπορώ να εξηγήσω με λίγο πιο ευρύ τρόπο; Τι συμφωνήθηκε και τι θυμάμαι ακριβώς από το βίντεο ότι είπα ότι εμείς παρέχουμε στην Olga Makhova μόνο έναν χώρο εντός της εταιρείας χωρίς οτιδήποτε. Αυτό συμφωνήθηκε. Δηλαδή για τεχνικά θέματα, υπολογιστή, wifi συμφωνήθηκε εξ αρχής. Και εξεπλάγην πολύ όταν ήρθαν, όταν έφτασαν στη συνάντηση ήρθαν με μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, κανένα εκ των οποίων δεν είχα γνωρίσει ξανά, ήμουν βέβαιος ότι έφεραν μαζί τους και κάποιο τεχνικό ο οποίος θα τους υποστήριζε, θα τους βοηθούσε με τα τεχνικά θέματα της μεταφοράς. Γιατί αυτό δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας μας.» Σε κάποιο άλλο σημείο, απέρριψε τη θέση ότι ήταν κοινή αντίληψη ότι κατά τη συνάντηση θα γινόταν και η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων. Στη συνάντηση, ζητήθηκε από την Ενάγουσα να υπογράψει και υπέγραψε ένα επιπλέον αντίγραφο του «Asset Return Order and Novation Offer», Τεκμήριο 19, καθώς και το «Confirmation», Τεκμήριο 20, με το οποίο επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, ότι έλαβε τα 214.7209 κρυπτονομίσματα, τύπου bitcoin και τα 1.156.245 κρυπτονομίσματα τύπου ripple σε πέντε διαφορετικές συσκευές (ledgers), μαζί με τους κωδικούς πρόσβασης στα tokens (access codes to the tokens), των οποίων η λειτουργικότητα είχε ελεγχθεί από αυτή και η ίδια δεν είχε καμία ανησυχία σχετικά με αυτά. Με το ίδιο έγγραφο, η Ενάγουσα επιβεβαίωσε ότι η μεταφορά των συσκευών ledgers πραγματοποιήθηκε χωρίς μείωση του αριθμού μονάδων επιβαρυμένων κρυπτονομισμάτων στα οποία οι συσκευές παρείχαν πρόσβαση. Επιπρόσθετα, υπέγραψε οπισθογραφήσεις για κάθε ένα από τα Unity Notes προκειμένου να μπορέσει η Εταιρεία να εκτελέσει τις οδηγίες είσπραξης των επιβαρυμένων περιουσιακών στοιχείων. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η Ενάγουσα έφερε ένσταση στην υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων προτού γίνει η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων και ότι η ένσταση της «καταρρίφθηκε από τη δική τους πλευρά». Στη συνέχεια ο μάρτυρας αποκάλυψε στην Ενάγουσα τους πέντε κωδικούς πρόσβασης (PIN), των πέντε συσκευών (ledgers), ένα προς ένα. Η Ενάγουσα έβαλε τους κωδικούς στις συσκευές (ledgers) και επιβεβαίωσε τον αριθμό μονάδων κρυπτονομισμάτων που έδινε πρόσβαση η κάθε συσκευή (ledger). Ο μάρτυρας ήταν πεπεισμένος ότι η Ενάγουσα μπορούσε να «κατανοήσει τέλεια» τη διαδικασία που συνέβαινε στην οθόνη του υπολογιστή και τις συσκευές (ledgers). Μόλις ελέγχθηκαν και οι πέντε συσκευές (ledgers) από την Ενάγουσα ότι περιείχαν τον αριθμό κρυπτονομισμάτων που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, ο δικηγόρος Μόντης ρώτησε την Ενάγουσα εάν ήταν ικανοποιημένη με το ποσό των μονάδων κρυπτονομισμάτων στις οποίες οι εν λόγω συσκευές (ledgers) έδιναν πρόσβαση. Όταν αυτή απάντησε καταφατικά, ο δικηγόρος τού παρέδωσε τα πιο πάνω έγγραφα, Τεκμήρια 19 και 20, υπογεγραμμένα από την Ενάγουσα μαζί με τις πέντε συσκευές (ledgers). Με την παράδοση των συσκευών, ολοκληρώθηκε πλήρως η διευθέτηση για όλες τις αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας και κατ΄ επέκταση ολοκληρώθηκε και η συνάντηση. Ο Εναγόμενος 4 απέρριψε τον ισχυρισμό ότι έκλεψε ή μετέφερε τα επίμαχα κρυπτονομίσματα, τύπου bitcoin. Απέρριψε τη θέση ότι διέταξε τον Andrey να πραγματοποιήσει πρώτα τις μεταφορές κρυπτονομισμάτων τύπου ripple, παρόλο που η Ενάγουσα και ο σύζυγός της ήθελαν να μεταφέρουν πρώτα τα bitcoins. Σε καμία περίπτωση δεν μίλησε με τον Andrey σχετικά με τη σειρά της διαδικασίας που θα ακολουθείτο και δεν είχε λόγο να το πράξει. Επέστρεψε στο χώρο όταν τον κάλεσε ο Andrey και έμεινε έκπληκτος όταν πληροφορήθηκε ότι τα bitcoin είχαν εξαφανιστεί. Ο μάρτυρας περίγραψε τις ενέργειες του μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι καμία σχέση είχε με τη μεταφορά των bitcoins. Την παραθέτω αυτούσια: «Εκείνη τη στιγμή μιλούσα με την κα Στυλιανού και την κα Παπαδημήτρη έξω από το κτίριο, μέχρι που με διέκοψε η κα Τατιάνα Μουράσκο (γραμματέας της Εταιρείας), η οποία με ενημέρωσε ότι ο κ. Μόντης ξέχασε να πάρει μαζί του τα έγγραφά του. Τότε του φώναξα αμέσως και του ζήτησα να περιμένει. Μετά επέστρεψα στο κτίριο της Εταιρείας και έφερα τα έγγραφα στον κ. Μόντη. Στη συνέχεια μιλήσαμε για περίπου 2 λεπτά και έφυγε. Μετά επέστρεψα μέσα και μίλησα για λίγο με την Τατιάνα για τα έγγραφα. Αυτό έγινε στη θέση όπου (η Τατιάνα) κανονικά καθόταν, η οποία ήταν στο χώρο του λόμπι. Ο Andrey, ο οποίος μπαινόβγαινε στην αίθουσα της συνάντησης (όπου παρέμεναν η Ενάγουσα και ο σύζυγός της), ήταν επίσης κοντά εκείνη τη στιγμή και μαζί με την Τατιάνα συζητήσαμε για τα βραδινά μας σχέδια. Όλα τα παραπάνω πρέπει οπωσδήποτε να διήρκησαν τουλάχιστον 10 λεπτά.» Ισχυρίσθηκε ότι μετά την παράδοση των συσκευών (ledgers) στην Ενάγουσα, οι οποίες περιείχαν το ιδιωτικό κλειδί που απαιτείτο για την πρόσβαση στα επίδικα bitcoin, η Εναγόμενη 1 και οποιοσδήποτε από τους εκπροσώπους της δεν είχαν πρόσβαση σε αυτό προκειμένου να τα «κλέψουν» ή να τα «υπεξαιρέσουν» με οποιονδήποτε τρόπο. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι ουδείς από την Εναγόμενη 1 είχε δημιουργήσει αντίγραφα των συγκεκριμένων συσκευών (ledgers) που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την πρόσβαση στα εν λόγω κρυπτονομίσματα και ουδέποτε δόθηκε στον ίδιο πρόσβαση στις λεγόμενες «μνημονικές φράσεις». Ο μάρτυρας δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο, έχοντας υπόψη της επιμονή της Ενάγουσας και του συζύγου της να ανακτήσουν τα 3,3 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που ισοδυναμούσε με τις απώλειες της Ενάγουσας από τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου, η Ενάγουσα και ο σύζυγός της να έκαναν τις μεταφορές των bitcoins σε λογαριασμούς που ανήκαν σε αυτούς ή σε συνεργάτες τους. Αναφέρθηκε και σε επίθεση κακόβουλου λογισμικού από κακόβουλο εξωτερικό παράγοντα. Τέτοιοι κίνδυνοι κλοπής μέσω κακόβουλου λογισμικού είναι γνωστοί στον κόσμο των κρυπτονομισμάτων. Γνωρίζει ότι περιστατικά κλοπής κρυπτονομισμάτων είτε με μη εξουσιοδοτημένες επιθέσεις σε πορτοφόλια επενδυτών είτε μέσω εισβολών σε ανταλλακτήρια, δημοσιοποιούνται ευρέως και δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να τα μάθει. Καταθέτοντας για την πείρα της Ενάγουσας στις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα, ισχυρίσθηκε ότι με βάση το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε, ημερομηνίας 5.06.2018, Τεκμήριο 45, προκύπτει ότι διενήργησε συναλλαγές (traded) πάνω από 415.000,00 δολαρίων Αμερικής (USD), με μέση συχνότητα 12 συναλλαγών ανά τρίμηνο, το προηγούμενο έτος. Από το 2017, δηλαδή τρία χρόνια πριν από την επίδικη συνάντηση, η Ενάγουσα πραγματοποίησε περίπου 50 συναλλαγές κρυπτονομισμάτων αξίας περίπου μισού εκατομμυρίου δολαρίων Αμερικής (USD). Ο Andrey Kolesnichenko, Μ.Υ.3, είναι Ρώσος πολίτης που διαμένει στη Λεμεσό. Ήταν ο «διαχειριστής συστήματος» της εταιρείας και στα καθήκοντά του ήταν ο προγραμματισμός λογισμικός («IT system administrator» with some software programming functions) της Εναγομένης
  8. Η εργοδότησή του τερματίστηκε τη 21.09.
  9. Δεν εγνώριζε κατά πόσο η εταιρεία είχε οποιεσδήποτε δραστηριότητες με κρυπτονομίσματα, το μόνο που θυμόταν ήταν ότι ο Sinitsyn, σε μερικές περιπτώσεις, τού υπέβαλλε γενικές ερωτήσεις σχετικά με αυτά. Εκτός από την προετοιμασία και τη συμμετοχή του στη συνάντηση της 30.10.2020, η μόνη προηγούμενη του σχέση με αυτή την υπόθεση ήταν όταν του ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 4 να τον βοηθήσει να αλλάξει τους κωδικούς (PINS) στις επίδικες συσκευές (ledgers). Αυτός δεν είχε προηγούμενη εμπειρία με κρυπτονομίσματα και συσκευές (ledgers) και για αυτόν το λόγο διερεύνησε το θέμα. Μετά από την διενέργεια έρευνας, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μια πολύ εύκολη διαδικασία και ενημέρωσε σχετικά τον Εναγόμενο
  10. Μερικές μέρες ή εβδομάδες, πριν τη συνάντηση στις 30.10.2020, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τον ακριβή χρόνο, ο Εναγόμενος 4 του τηλεφώνησε και του ζήτησε να τον βοηθήσει με τις τεχνικές πτυχές για τη διεξαγωγή της συνάντησης και πιο συγκεκριμένα, να διευθετήσει τη βιντεοσκόπηση, να εξασφαλίσει ότι όλος ο τεχνικός εξοπλισμός για τον έλεγχο των υπολοίπων των κρυπτονομισμάτων στις συσκευές (ledgers) θα ήταν διαθέσιμος και να τον βοηθήσει να ελέγξει τα υπόλοιπα των κρυπτονομισμάτων των λογαριασμών που περιέχονταν στις συσκευές (ledgers) πριν από τη συνάντηση και κατά τη συνάντηση. Συμμορφούμενος με τις πιο πάνω οδηγίες, μελέτησε το εγχειρίδιο του «ledger live» και μερικές ημέρες προηγουμένως, συνάντησε τον Εναγόμενο 4 για να ελέγξουν τα υπόλοιπα των λογαριασμών στις συσκευές (ledgers), που επρόκειτο να παραδοθούν στην Ενάγουσα. Κατά τον έλεγχο των συσκευών (ledgers), συνειδητοποίησαν ότι το υπόλοιπο ενός εκ των λογαριασμών ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο από το υπόλοιπο που έπρεπε να παραδοθεί και ως εκ τούτου βοήθησε τον Εναγόμενο 4 να αφαιρέσει το πλεονάζον ποσό. Για να διεκπεραιωθούν οι τεχνικές πτυχές της συνάντησης, δηλαδή να ελεγχθούν τα υπόλοιπα κρυπτονομίσματα, πήρε ένα «εφεδρικό καθαρό υπολογιστή» της εταιρείας, πραγματοποίησε αναβαθμίσεις του λειτουργικού συστήματος από τον προμηθευτή και εγκατέστησε το λογισμικό «ledger live». Ο μάρτυρας καταθέτοντας για τη συνάντηση στις 30.10.2020, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα πήγε στη συνάντηση χωρίς να συνοδεύεται από ειδικό και ενόψει τούτου του ζήτησε όπως μείνει μαζί της για να την βοηθήσει σε περίπτωση που προέκυπταν τεχνικά ερωτήματα. Ο μάρτυρας συμφώνησε, έχοντας υπόψη ότι η βοήθεια του θα περιοριζόταν στο να απαντά σε τεχνικές ερωτήσεις. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, βοήθησε με τη διαδικασία ελέγχου των υπολοίπων των λογαριασμών στις συσκευές (ledgers). Όταν η συνάντηση τελείωσε, ρώτησε τον Εναγόμενο 4 εάν μπορούσε να κλείσει την κάμερα που βιντεογραφούσε τη σκηνή και με τη συγκατάθεση του, την έκλεισε. Διέκοψε τη βιντεογράφηση γύρω στις 18:
  11. Μετά τη συνάντηση, όλοι οι συμμετέχοντες, εκτός από την Ενάγουσα και το σύζυγό της, αποχώρησαν. Η Ενάγουσα και ο σύζυγός της κάθονταν πίσω από τον υπολογιστή. Ο ίδιος δεν καθόταν δίπλα τους, ούτε είχε τον έλεγχο ή πρόσβαση στον υπολογιστή ή στις συσκευές (ledgers). Η Ενάγουσα και ο σύζυγός της προσπάθησαν αρχικά να μεταφέρουν τα κρυπτονομίσματα τύπου bitcoin και τού έδειξαν κάποιο είδος σφάλματος στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους να μεταφέρουν τα bitcoins και προχώρησαν με τη μεταφορά των ripples που στέφθηκε με επιτυχία. Επιχείρησαν στη συνέχεια να μεταφέρουν τα bitcoins, το υπόλοιπο όμως αυτών ήταν μηδενικό. Άρχισαν να εξαπολύουν καταγγελίες και να ζητούν εξηγήσεις από το μάρτυρα. Αυτός επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 4 και τον ενημέρωσε σχετικά. Ο τελευταίος επέστρεψε στο χώρο, ακολούθησε μια σύντομη συνομιλία μεταξύ τους και αμέσως μετά η Ενάγουσα και ο σύζυγός της αποχώρησαν. Η Tatyana Murashko Charalambous, Μ.Υ.4, ήταν υπάλληλος της Εναγομένης 1 κατά τον επίδικο χρόνο, τη 30.10.2020 και παρέμεινε στην υπηρεσία της και μετά την αναστολή των εργασιών της. Καταθέτοντας για τα γεγονότα της υπόθεσης, ισχυρίσθηκε αρχικά ότι ο μοναδικός ρόλος της κατά τη συνάντηση στις 30.10.2020, ήταν να καλωσορίσει τους επισκέπτες και να προσφέρει ποτά και δεν είχε καλή θύμηση των γεγονότων, στη συνέχεια όμως, ήταν σε θέση να δώσει πλήρη στοιχεία για τις ενέργειες συγκεκριμένων προσώπων. Κατάθεσε ότι μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης, οι πλείστοι παριστάμενοι εξήλθαν από την αίθουσα, παρέμειναν σε αυτή η Ενάγουσα, ο σύζυγος της και ο Andrey, Μ.Υ.
  12. Η μάρτυρας από το σημείο όπου βρισκόταν, στο χώρο της υποδοχής, έβλεπε τα τρία πρόσωπα που παρέμειναν στην αίθουσα να κάθονται, να βλέπουν ένα φορητό υπολογιστή και να συζητούν. Της ζητήθηκε να περιγράψει τα γεγονότα που έλαβαν χώραν μετά τη συνάντηση και αυτή έδωσε την πιο κάτω απάντηση: «Όταν καθώς έφευγαν αυτοί οι άνθρωποι και πήγε ο κύριος Dennis να τους αποχαιρετήσει, συνειδητοποιήσαμε ότι ο κύριος Μόντης είχε ξεχάσει κάποια έγγραφα και τον σταματήσαμε. Και ο κύριος Dennis πήρε τα έγγραφα και τα πήγε έξω να τα δώσει στον Μόντη και μετά συζήτησαν λίγο. Μετά ήρθε και μου μίλησε και έδωσε και σε εμένα κάποια έγγραφα. Επίσης ρώτησε και τον Andrey εάν έδωσε άλλα έγγραφα στην άλλη υπάλληλο την Τατιάνα, και 15 λεπτά μετά από τις συζητήσεις και που βγήκε έξω ο κύριος Dennis για να βρει τον κύριο Μόντη και με τις συζητήσεις μαζί μου, μου είπε ότι μπορώ να φύγω γιατί η συνάντηση τελείωσε στις 6:30 και με το τέταρτο το επιπλέον είχε γίνει εφτά παρά τέταρτο, μου είχε πει ότι μπορώ να φύγω. Περίπου.» Αντεξεταζόμενη για το ίδιο θέμα, ανέφερε τα πιο κάτω: «Όταν τελείωσε η συνάντηση και εξήλθαν οι καλεσμένοι του χώρου της συνάντησης, ο κύριος Dennis βγήκε μαζί τους για να τους αποχαιρετήσει. Μετά, όταν καταλάβαμε ότι ο κύριος Μόντης ξέχασε τα έγγραφά του, πήρε τα έγγραφα και βγήκε έξω για να τα δώσει στον Μόντη και με τον οποίον συνομίλησε. Μετά ήρθε σε εμένα για να μου φέρει κάποια έγγραφα και μίλησε και λίγο και με τον Andrey. Υπήρξαν κάποιες συζητήσεις και περίπου όλη διαδικασία διήρκησε περίπου ένα τέταρτο. Τον είδα, γιατί πέρασε από τον χώρο της υποδοχής για να βγει έξω να μιλήσει με τον κύριο Μόντη και μετά συνομίλησε μαζί μου και με τον κύριο Andrey. Μπορούσα να τον δω από την υποδοχή.» Η μάρτυρας ρωτήθηκε για τα πρακτικά της συνάντησης, τα οποία φέρεται να υπόγραψε η ίδια ως γραμματέας της εταιρείας, δεν ήταν σε θέση όμως να δώσει οποιαδήποτε σαφή απάντηση για το θέμα αυτό λόγω του χρόνου που παρήλθε. Δεν ήταν σε θέση να πει πότε έλαβε χώραν η συνάντηση, ούτε ποιοι υπαλλήλοι εργαζόντουσαν στην Εναγόμενη 1, τον Οκτώβριο του
  13. Για τα τεχνικά θέματα που αφορούν τις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα, κατέθεσαν οι Γιώργος Γιαγλής, Μ.Ε.1 και ο Αλέξανδρος Χάσικος, Μ.Υ.1, οι οποίοι παρουσίασαν τις εκθέσεις που ετοίμασαν για το σκοπό αυτό. Ο Μ.Ε.1 κατέληξε ότι η εξαφάνιση των bitcoins έγινε από πρόσωπο που γνώριζε τη μνημονιακή φράση ασφαλείας και μπορούσε να δημιουργήσει δεύτερο ψηφιακό πορτοφόλι. O Μ.Ε.2, ενώ δέχθηκε την πιο πάνω θέση ως πιθανό ενδεχόμενο, υποστήριξε ότι υπάρχει ενδεχόμενο η κλοπή να οφείλεται σε κακόβουλο λογισμικό. Ο Μ.Ε.1 απέρριψε τη θέση περί κακόβουλου λογισμικού ως εντελώς ανυπόστατη. Επί του συγκεκριμένου σημείου εστιάζεται στην ουσία και η διαφορά τους. Ο Γιώργος Γιαγλής, Μ.Ε.1, είναι καθηγητής πανεπιστημίου και εξειδικεύεται στο τομέα των κρυπτονομισμάτων, με τον οποίο ασχολείται επαγγελματικά, ως ακαδημαϊκός ερευνητής και σύμβουλος επιχειρήσεων, από το 2012, με πιο πρόσφατη επαγγελματική θέση αυτή του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και Εκτελεστικού Διευθυντή του Ινστιτούτου για το Μέλλον (Institute for the Future). Είναι κάτοχος πτυχίου Πληροφορικής και διδακτορικού στο ίδιο θέμα. Ετοίμασε δύο μελέτες/εκθέσεις, η πρώτη είναι ημερομηνίας 7.04.21 και η δεύτερη 27.06.22, σε σχέση με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Ενάγουσας και της εταιρείας Stone Edge Capital Limited, μετά από οδηγίες των δικηγόρων της Ενάγουσας. Για το σκοπό αυτό έγινε περιγραφή από τους δικηγόρους των πραγματικών περιστατικών και του δόθηκε η δυνατότητα να προβεί σε εξέταση και ανάλυση των δύο ledgers, δηλαδή των φυσικών μέσων αποθήκευσης κρυπτονομισμάτων (ψηφιακών πορτοφολιών) και να διαπιστώσει την ακριβή εικόνα των συναλλαγών που έλαβαν χώρα κατά την ημέρα και ώρα της επίμαχης συνάντησης της 30.10.2020, στα πορτοφόλια αυτά. Για σκοπούς ετοιμασίας των εκθέσεων του, διάβασε το περιεχόμενο των δύο εκθέσεων της εταιρείας Electi Consulting Ltd, που θα αναφέρεται μετά ως «Electi». Οι εκθέσεις της Electi, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια, ετοιμάσθηκαν από το Μ.Υ.1 και το συνεργάτη του. Ο μάρτυρας εξήγησε βασικές έννοιες που αφορούν τα κρυπτονομίσματα, περιέγραψε τον τρόπο λειτουργίας των συσκευών (ledgers) και τη διαδικασία των συναλλαγών. Τα bitcoins, που είναι νομίσματα σε άϋλη μορφή, βρίσκονται αποθηκευμένα σε κάποιο ψηφιακό πορτοφόλι. Το πορτοφόλι μπορεί να βρίσκεται σε κινητό τηλέφωνο, σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή σε συσκευή λογισμικού, hardware wallet. Το «πορτοφόλι» είναι πρόγραμμα που παρέχει στο χρήστη δύο βασικές λειτουργίες, αποστολής και λήψης bitcoins. Το hardware wallet είναι το πιο ασφαλές πορτοφόλι καθότι δεν μπορεί να εγκατασταθεί σε αυτό κακόβουλο λογισμικό και είναι αδύνατο να παραβιαστεί. Κάθε λογαριασμός bitcoin, έχει ένα δημόσιο κλειδί και ένα ιδιωτικό κλειδί. Και τα δύο κλειδιά είναι πολύ μεγάλες αλφαριθμητικές ακολουθίες, δηλαδή γράμματα και ψηφία. Το δημόσιο κλειδί είναι το αντίστοιχο του αριθμού IBAN ενός τραπεζικού λογαριασμού και μπορεί κάποιος «να το μοιραστεί με όποιον επιθυμεί». Το ιδιωτικό κλειδί είναι «password», ξεκλειδώνει το λογαριασμό, βρίσκεται αποθηκευμένο μόνο εντός της συσκευής USB και δεν μεταφέρεται ποτέ στον υπολογιστή με τον οποίο η συσκευή συνδέεται. Κατά τη συνήθη χρήση του πορτοφολιού, ο χρήστης δεν χρειάζεται να γνωρίζει το ιδιωτικό κλειδί. Ο μάρτυρας εξήγησε και τη σημασία της «μνημονικής φράσης ασφαλείας». Κάθε μνημονική φράση ασφαλείας αντιστοιχεί σε ένα ψηφιακό πορτοφόλι. Το ψηφιακό πορτοφόλι, όταν πρωτοδιαμορφώνεται, την πρώτη φορά που θα συνδεθεί με τον υπολογιστή, δημιουργείται ένα πολύ μεγάλο password που αποτελείται από 24 λέξεις στην αγγλική γλώσσα και αναφέρεται ως «μνημονική φράση ασφαλείας» του ψηφιακού πορτοφολιού. Η μνημονική φράση ασφαλείας είναι αυτή που χρησιμοποιείται προκειμένου να δημιουργηθούν αντίγραφα του λογαριασμού ή σε περίπτωση που χαθεί ή καταστραφεί η συσκευή. Ονομάζεται «μνημονική» ακριβώς γιατί δεν βρίσκεται ποτέ σε υπολογιστή, πρέπει κάποιος να την καταγράψει σε ένα χαρτί και να την αποθηκεύσει κάπου με ασφάλεια. Η μνημονική φράση δεν μπορεί να υποκλαπεί από κακόβουλο λογισμικό καθότι ποτέ δεν βρίσκεται «online». Θα μπορούσε να κλαπεί με «παραδοσιακό τρόπο», ήτοι να πάρει κάποιος το χαρτί στο οποίο έχει καταγραφεί η συγκεκριμένη φράση. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ο κάτοχος και δημιουργός των ψηφιακών πορτοφολιών μπορεί να δημιουργήσει απεριόριστο αριθμό αντιγράφων πορτοφολιών, τα οποία δίνουν πλήρη πρόσβαση στα ίδια κρυπτονομίσματα. Αν κάποιος κάτοχος κρυπτονομισμάτων, έχει δημιουργήσει, μέσω της μνημονικής φράσης ασφαλείας, επιπλέον αντίγραφο ή αντίγραφα του ψηφιακού πορτοφολιού και χρησιμοποιήσει ένα από τα αντίγραφα αυτά για να μεταφέρει κρυπτονομίσματα εκτός του ψηφιακού πορτοφολιού, τότε τα συγκεκριμένα κρυπτονομίσματα, αυτόματα θα χαθούν και από τα άλλα ψηφιακά πορτοφόλια, δηλαδή τις άλλες συσκευές-αντίγραφα. Αυτός που γνωρίζει τη μνημονική φράση ασφαλείας, μπορεί να δημιουργήσει αντίγραφο του περιεχομένου του ψηφιακού πορτοφολιού σε άλλη συσκευή. Αυτός που θα μεταφέρει πρώτος το περιεχόμενο του ψηφιακού πορτοφολιού σε ξεχωριστό πορτοφόλι, θα έχει οικειοποιηθεί τα συγκεκριμένα κρυπτονομίσματα. Υποστήριξε επίσης ότι το σενάριο του κακόβουλου λογισμικού, που εισηγήθηκε αρχικά η Electi και διαφοροποιήθηκε ή επεκτάθηκε στη συνέχεια, είναι εξωπραγματικό και καθόλου λογικό. Τα πορτοφόλια που χρησιμοποιήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, τα Ledger Nano S, θεωρούνται ως ο πλέον ασφαλής τρόπος αποθήκευσης κρυπτονομισμάτων, καθώς καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση στα κρυπτονομίσματα από μη εξουσιοδοτημένα άτομα. Η τεχνολογία στην οποία βασίζεται το bitcoin είναι γνωστή ως blockchain (αλυσίδα συστοιχιών) και θεωρείται απολύτως ασφαλής για την αποθήκευση και μεταφορά κρυπτονομισμάτων. Ο ισχυρισμός ότι η εξαφάνιση των bitcoins οφείλεται σε κάποιο αόρατο και θεωρητικό, κακόβουλο λογισμικό, δεν υποστηρίζεται, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, επιστημονικά. Κανένας τρίτος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στα κρυπτονομίσματα, χωρίς να έχει πρόσβαση είτε στη φυσική συσκευή, το Ledger Nano S και τον κωδικό PIN αυτής, είτε στη μνημονική φράση ασφαλείας. Το ψηφιακό αυτό πορτοφόλι παρέχει ισχυρή προστασία έναντι σε τυχόν αδυναμίες του υπολογιστή με τον οποίο συνδέεται. Κανένα εξωτερικό λογισμικό δεν μπορεί να εγκατασταθεί εντός της συσκευής του εν λόγω ψηφιακού πορτοφολιού, στοιχείο που αποτελεί το σημαντικότερο χαρακτηριστικό ασφάλειάς του. Ακόμη και σε περίπτωση που ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι εκτεθειμένος σε κακόβουλο λογισμικό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί αυτό να αποκτήσει πρόσβαση και να εκτελέσει συναλλαγές στο ίδιο το ψηφιακό πορτοφόλι. Αν το υποτιθέμενο κακόβουλο λογισμικό είχε εγκατασταθεί πριν από τη συνάντηση της 30.10.2020, τα bitcoins θα είχαν εξαφανιστεί πριν την επίμαχη συνάντηση, την πρώτη φορά που θα συνδέονταν τα ledgers στον υπολογιστή, όταν έγινε η φόρτωση των υπολοίπων των λογαριασμών στο Ledger Live. Θεώρησε απίθανο το κακόβουλο λογισμικό να είχε εγκατασταθεί κατά τη διάρκεια της συνάντησης, καθότι αυτό προϋπόθετε ότι κάποιος ήξερε ακριβώς, όχι μόνο τη μέρα και ώρα της συνάντησης, αλλά και ποιος ακριβώς υπολογιστής θα χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά. Πέραν τούτου και τα bitcoins θα είχαν εξαφανιστεί προτού καν η Ενάγουσα δει τα υπόλοιπα των λογαριασμών. Το «σενάριο» της Electi προϋποθέτει ότι αυτός που έβαλε σε εφαρμογή το κακόβουλο λογισμικό βρισκόταν ήδη στον χώρο της συνάντησης ώστε να βλέπει και να γνωρίζει σημαντικά δεδομένα που θα υποβοηθούσαν το έργο του, όπως την ώρα της συνάντησης, τον υπολογιστή που χρησιμοποιήθηκε και το ότι η Ενάγουσα ζήτησε πρώτα να δει τα υπόλοιπα στην οθόνη του υπολογιστή τους. Ο μάρτυρας απέρριψε και τη θέση της Electi ότι το υποτιθέμενο κακόβουλο λογισμικό εγκατέστησε ένα ειδικό πρόγραμμα, λειτουργικό σύστημα, firmware, στα ψηφιακά πορτοφόλια, που του επέτρεψε να πραγματοποιεί συναλλαγές, παρακάμπτοντας τις συνήθεις διαδικασίες ασφαλείας. Αυτό είναι, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, αδύνατο τεχνικά, καθώς η εγκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος απαιτεί συγκεκριμένους χειρισμούς πάνω στην ίδια την συσκευή. Τέτοιοι χειρισμοί θα έπρεπε να γίνουν από κάποιον παρόντα στη συνάντηση, την ώρα της συνάντησης. Ο υποτιθέμενος εισβολέας δεν θα είχε τον χρόνο να προβεί στις μεταφορές των bitcoins, καθώς θα έπρεπε να είχε διαθέσιμη και έτοιμη προς χρήση μια κενή συσκευή ψηφιακού πορτοφολιού, να εισάξει ένα προς ένα τα 22 ιδιωτικά κλειδιά, των 22 λογαριασμών που θα είχε ήδη υποκλέψει και να προβεί στις μεταφορές των ποσών, χειροκίνητα, όπως η εξέταση έδειξε. Η όλη διαδικασία είναι χρονοβόρα και δεν θα προλάβαινε να ολοκληρωθεί εντός του χρόνου που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της μεταφοράς των ripples. Αντίθετα, αν κάποιος είχε ήδη έτοιμο αντίγραφο των δύο συσκευών, κάνοντας χρήση της μνημονικής φράσης ασφαλείας, με την χρήση της οποίας δημιουργείς αντίγραφο του ιδίου του πορτοφολιού, δεν θα χρειαζόταν να εισάξει ένα προς ένα τα 22 ιδιωτικά κλειδιά των 22 λογαριασμών και θα χρειαζόταν να εκτελέσει μόνο τις μεταφορές των ποσών, σε χρόνο λιγότερο των 30 λεπτών. Ο μάρτυρας απέρριψε και το δεύτερο σενάριο της Electi ότι ο κακόβουλος χρήσης θα μπορούσε να έχει απομακρυσμένη πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο στον υπολογιστή και να έχει αντικαταστήσει τη διεύθυνση προορισμού που είχε τεθεί αρχικά από την Ενάγουσα, με την κακόβουλη διεύθυνση του, χωρίς να υποπέσει στην αντίληψη της Ενάγουσας. Το σενάριο αυτό είναι αδύνατο, καθότι πρώτον, ο κακόβουλος χρήστης θα έπρεπε να γνωρίζει την ακριβή ημέρα και ώρα της συνάντησης, ώστε να έχει πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο, δεύτερον, δεν είχε λόγο να περιμένει την Ενάγουσα να δει τα περιεχόμενα των πορτοφολιών και τρίτον, η Ενάγουσα δεν εισήγαγε ποτέ διεύθυνση προορισμού, αφού δεν υπήρχαν bitcoins να στείλει, επομένως δεν υπήρχε καμία «διεύθυνση προορισμού» για να αντικατασταθεί με μια «κακόβουλη διεύθυνση». Ο μάρτυρας απέρριψε και το εναλλακτικό σενάριο που η Electi υποστηρίζει, ότι ο υποτιθέμενος κακόβουλος χρήσης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει πορτοφόλι λογισμικού (software wallet) για να εκτελέσει τις συναλλαγές μεταφοράς των κρυπτονομισμάτων. Η θέση αυτή, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, «είναι αντιφατική από μόνη της», γιατί αφενός υποστηρίζει ότι ο κακόβουλος χρήσης υπέκλεψε τα ιδιωτικά κλειδιά και αφετέρου παραπέμπει σε «link» που εξηγεί πως μπορεί να εισαχθεί η μνημονική φράση ασφαλείας. Το κάθε ιδιωτικό κλειδί αντιστοιχεί σε κάθε διεύθυνση ενώ η μνημονική φράση ασφαλείας στο σύνολο του περιεχομένου του πορτοφολιού. Η μνημονική φράση δεν μπορεί να έχει υποκλαπεί με κανένα είδος κακόβουλου λογισμικού, όπως αυτά που περιγράφει η Electi σε ένα πορτοφόλι λογισμικού. Δεδομένης της ύψιστης ασφάλειας που διασφαλίζουν τα ψηφιακά πορτοφόλια τύπου Ledger Nano S, ο μάρτυρας κατέληξε ότι η πλέον λογική υπόθεση είναι ότι σε χρόνο που προηγήθηκε της παράδοσης των πέντε συσκευών (ledgers) στην Ενάγουσα, είχε ήδη δημιουργηθεί ένα τουλάχιστον επιπλέον αντίγραφο κάθε ψηφιακού πορτοφολιού που περιείχε τα bitcoins και τα αντίγραφα χρησιμοποιήθηκαν για να μεταφερθούν τα bitcoins σε τρίτο λογαριασμό. Όποιος έχει στη διάθεση του τη μνημονική φράση ασφαλείας ενός ψηφιακού πορτοφολιού, μπορεί να δημιουργήσει αντίγραφο αυτού. Ο Αλέξανδρος Χάσικος, Μ.Υ.2, είναι Διευθυντής Έρευνας και Ανάπτυξης στην εταιρεία Electi. Ειδικεύεται στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη εφαρμογών με βάση την τεχνολογία blockchain, τα έξυπνα συμβόλαια και την κρυπτογραφία, σχεδιασμό, ανάπτυξη και αξιολόγηση κρυπτογραφικών συστημάτων. Επιπλέον έχει εμπειρία στην ασφάλεια πληροφοριών και την ασφάλεια συστημάτων. Η Electi είναι ένας οίκος που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στις τεχνολογίες blockchain, κρυπτογραφίας, τεχνητής νοημοσύνης και επιστήμης δεδομένων. Το δικηγορικό γραφείο CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC, ζήτησε από την Electi να εκπονήσει μελέτη και να παρέχει την ανεξάρτητη εμπειρογνωμοσύνη της για διάφορα ζητήματα που εγείρονται από την αντιδικία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  14. Οι εκθέσεις ετοιμάσθηκαν από το Μ.Υ.1 με τη συνδρομή του συνεταίρου του. Στο πόρισμα της Electi αναγνωρίζεται ότι οι συναλλαγές κρυπτονομισμάτων μπορούν να διεκπεραιωθούν χρησιμοποιώντας ένα αντίγραφο ψηφιακού πορτοφολιού, δεν αποκλείεται όμως η πιθανότητα εγκατάστασης κακόβουλου λογισμικού. Το ενδεχόμενο ένα κακόβουλο λογισμικό να ήταν εγκατεστημένο στον φορητό υπολογιστή όταν το πορτοφόλι ήταν συνδεδεμένο και να πραγματοποίησε τις συναλλαγές, αποτελεί μια λογική εξήγηση για την κατ΄ ισχυρισμό εξαφάνιση των bitcoins. Η επιλογή του φορητού υπολογιστή ήταν εντελώς τυχαία. Ο μόνος λόγος που χρησιμοποιήθηκε ήταν γιατί η Ενάγουσα δεν είχε φέρει δικό της, ως αναμενόταν. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορεί επιστημονικά να αποδειχθεί ότι η μεταφορά των επίδικων κρυπτονομισμάτων έγινε είτε από τις συσκευές πορτοφολιών (ledgers) που είναι το Τεκμήριο 16 είτε από αντίγραφα αυτών ή μετά από εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού. Οι συσκευές από μόνες τους δεν περιέχουν μαρτυρία που να καταδεικνύει από που ακριβώς δόθηκε η εντολή για τη μεταφορά των υπό αναφορά κρυπτονομισμάτων. Αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί σε σχέση με ένα συγκεκριμένο λογαριασμό ή λογαριασμούς που διατηρεί κάποιος, είναι το ιστορικό των συναλλαγών που έγιναν για μια συγκεκριμένη περίοδο. Για να μπορέσει κάποιος να μεταφέρει κρυπτονομίσματα, είναι αναγκαίο να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή που να έχει κατεβασμένο το πρόγραμμα ledger live, να έχει στην κατοχή του τις συσκευές, να υπάρχει σύνδεση με το διαδίκτυο και να προβεί στα πιο κάτω βήματα:
  15. Να ανοίξει την εφαρμογή Ledger Live,
  16. να συνδέσει την συσκευή Ledger Nano S στον υπολογιστή,
  17. να εισάξει τον κωδικό PIN,
  18. να επιλέξει από το μενού της συσκευής τον τύπο κρυπτονομίσματος που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει (για παράδειγμα, Bitcoin, Ethereum, Ripple). Σε αυτό το σημείο η εφαρμογή φορτώνει τα υπόλοιπα των λογαριασμών από το δίκτυο.
  19. Αφού φορτωθούν οι λογαριασμοί (διαδικασία κάποιων δευτερολέπτων) πρέπει να επιλέξει την λειτουργία «Send» από την εφαρμογή,
  20. να επιλέξει τον λογαριασμό από τον οποίο επιθυμεί να στείλει τα κρυπτονομίσματα,
  21. να εισάξει τη διεύθυνση (address) του παραλήπτη,
  22. να επιβεβαιώσει την ορθότητα της διεύθυνσης μέσω της οθόνης της συσκευής και
  23. να πατήσει τα δύο κομβία της συσκευής σαν τελευταίο βήμα επιβεβαίωσης. Άτομο που κατέχει κάποια εμπειρία σε τέτοιες συναλλαγές, χρειάζεται περίπου 5 λεπτά, για να προβεί στην πιο πάνω διαδικασία. Σε περιπτώσεις όπου μια συσκευή (ledger) περιέχει κρυπτονομίσματα σε περισσότερους από ένα λογαριασμό και ο χρήστης επιθυμεί να προβεί σε μεταφορές από όλους τους λογαριασμούς, τα βήματα 1-4, πιο πάνω, δεν χρειάζονται να επαναληφθούν, για κάθε ένα από τους λογαριασμούς. Τα βήματα όμως 5-8, θα πρέπει να επαναληφθούν για κάθε λογαριασμό ξεχωριστά. Άτομο που έχει κάποια εμπειρία σε τέτοιες συναλλαγές, χρειάζεται λιγότερο από δύο λεπτά ανά λογαριασμό. Σε περίπτωση όπου η συσκευή ledger συνδεθεί στον ίδιο υπολογιστή που έχει συνδεθεί και στο πρόσφατο παρελθόν, η διαδικασία γίνεται πιο γρήγορη, αφού το λογισμικό ledger live είναι ήδη ανοικτό και οι λογαριασμοί έχουν ήδη φορτωθεί εκ των προτέρων μέσω της πρώτης σύνδεσης της συσκευής. Ο χρόνος αποπεράτωσης των βημάτων 4 και 5, πιο πάνω, είναι μικρότερος, αφού ο χρήσης δεν χρειάζεται να αναμένει την φόρτωση των λογαριασμών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η εισαγωγή της διεύθυνσης, βήμα 7 της διαδικασίας που περίγραψε, μπορεί να γίνει με τη μέθοδο «copy-paste» και ο χρόνος εκτέλεσης της διαδικασίας, βήματα 6-9 να σμικρυνθεί σε λιγότερο από 30''. Συμφώνησε επίσης ότι στην περίπτωση που η συσκευή ledger συνδεθεί στον ίδιο υπολογιστή που είχε συνδεθεί και στο παρελθόν και έχουν ήδη φορτωθεί οι λογαριασμοί, δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η συγκεκριμένη διαδικασία. Σε τέτοια περίπτωση, ο ολικός χρόνος μεταφοράς δεν υπερβαίνει το μισό λεπτό. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ένα κακόβουλο λογισμικό μπορεί να δώσει σε ένα τρίτο πρόσωπο εξ΄ αποστάσεως πρόσβαση σε ένα υπολογιστή, αφού εγκατασταθεί σε αυτόν. Το τρίτο πρόσωπο που πετυχαίνει πρόσβαση, θα μπορούσε να εκτελέσει τις συναλλαγές εξ΄ αποστάσεως, μεταφέροντας τα κρυπτονομίσματα σε οποιαδήποτε διεύθυνση επιθυμεί. Προς υποστήριξη της θέσης του περί κακόβουλου λογισμικού, αναφέρθηκε στις αναβαθμίσεις ασφάλειας που έγιναν από τον κατασκευαστή, γεγονός που δεικνύει, κατά την άποψή του, ότι το σύστημα έχει τρωτά σημεία. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «αν δεν ήταν τρωτές δεν θα προχωρούσαν ποτέ στην έκδοση αναβαθμίσεων ασφαλείας». Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την έκδοση του λογισμικού που ήταν εγκατεστημένη κατά την επίμαχη ημερομηνία και κατά πόσο ήταν τρωτή στις συγκεκριμένες επιθέσεις. Αντεξεταζόμενος συνόψισε το πόρισμα του στα πιο κάτω: «. το σενάριο που εμείς παρουσιάζουμε είναι ότι με ένα τρωτό σημείο που ενδεχομένως να είχαν και ο υπολογιστής και οι συσκευές Ledgers Nano S, κάποιος κακόβουλος χρήστης απέκτησε πρόσβαση πρώτα στον υπολογιστή, είτε μέσω του δικτύου είτε μέσω του hotspot είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης μορφής επικοινωνίας συνδέθηκε ο συγκεκριμένος υπολογιστής, αφού τα ledgers ενώθηκαν μέσω usb με τον υπολογιστή, εγκαταστάθηκε το κακόβουλο λογισμικό και με αυτόν τον τρόπο ένας κακόβουλος χρήσης απέκτησε πρόσβαση με αποτέλεσμα να υποκλέψει τα ιδιωτικά κλειδιά από τις συσκευές και να πραγματοποιήσει τις κακόβουλες πράξεις του που ήταν η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων.» Ρωτήθηκε κατά πόσο εξέτασε το φορητό υπολογιστή στον οποίο με βάση την εκδοχή του εγκαταστάθηκε το κακόβουλο λογισμικό και η απάντηση του ήταν αρνητική και όταν του ζητήθηκαν περαιτέρω εξηγήσεις περιορίσθηκε να αναφέρει ότι «. δεν ήταν μέσα στους όρους εντολής το συγκεκριμένο». Του υποβλήθηκε στη συνέχεια ότι ο φορητός υπολογιστής που χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν «απόλυτα καθαρός», ήτοι απαλλαγμένος από κακόβουλα λογισμικά, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να το σχολιάσει καθότι δεν είχε εξετάσει το συγκεκριμένο υπολογιστή. Ο μάρτυρας παρέλειψε να εξετάσει και τις συσκευές (ledgers), που με βάση την εκδοχή, μπορεί να είχε εγκατασταθεί κακόβουλο λογισμικό. Αμφισβητήθηκε η θέση του περί εγκατάστασης κακόβουλου λογισμικού καθότι το συγκεκριμένο σενάριο προϋποθέτει το άτομο που το εγκατέστησε να εγνώριζε τον ακριβή χρόνο που θα ολοκληρωνόταν η επίδειξη των υπολοίπων των λογαριασμών. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποια σαφή απάντηση σε σχέση με το σημείο αυτό. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά: «Ε. Εγώ σας λέω ότι δεν είναι καθόλου ρεαλιστικό το σενάριο σας, διότι τούτο προϋποθέτει ότι το άτομο που εγκατέστησε το κακόβουλο λογισμικό, ήξερε ότι έπρεπε να περιμένει για να τελειώσει η συνάντηση να δείξουν το balance στην Ενάγουσα, να τελειώσει η συνάντηση, τζιαί μετά να πάει να κάνει την υπεξαίρεση των κρυπτονομισμάτων Δεν είναι ρεαλιστικό τούτο το σενάριο; A. Το σενάριο που παρουσιάζουμε προϋποθέτει ότι ο κακόβουλος χρήσης απέκτησε πρόσβαση στη συσκευή εξ αποστάσεως. Ε. Στη συσκευή; A. Στον υπολογιστή. Στον υπολογιστή απέκτησε πρόσβαση εξ αποστάσεως, που σημαίνει ότι χωρίς την επίγνωση του χρήστη του υπολογιστή, του ιδιοκτήτη του υπολογιστή, εφόσον ενώθηκε ο υπολογιστής με ένα δίκτυο, απέκτησε πρόσβαση εξ αποστάσεως στον υπολογιστή και εγκατέστησε το κακόβουλο λογισμικό. Αυτό είναι απαραίτητο, δηλαδή δεν είναι εγκατέστησε κάποιος εσκεμμένα κακόβουλο λογισμικό πάνω στον υπολογιστή. Αυτό είναι το σενάριο που παρουσιάζουμε. Μετά που ενώθηκαν ο υπολογιστής με τη συσκευή Ledgers, τότε το κακόβουλο λογισμικό που προϋποθέτει ότι υπήρχε εξ αποστάσεως πρόσβαση στον υπολογιστή, εγκατέστησε άλλο λογισμικό που υπέκλεψε τα προσωπικά κλειδιά που το Ledgers. Τούτο είναι το σενάριο που παρουσιάζουμε εμείς. Τα χρονικά σημεία που αναφέρεστε εσείς, δεν μπορώ να τα ερμηνεύσω εάν ο κακοχρήστης ήξερε ή δεν ήξερε την ώρα της συνάντησης ή κατά πόσο έπρεπε η Ενάγουσα να δει τα balances και μετά να περιμένει. Ε. Εγώ, κύριε μάρτυρα, για να είναι ρεαλιστικό ένα σενάριο, θα πρέπει να ληφθούν ούλλα τα γεγονότα υπόψη τζιαί τα χρονικά, οι χρόνοι εντός των οποίων έγιναν κάποια γεγονότα, εν πολλά σημαντικά να ληφθούν υπόψη για να καταλήξετε. Α. Συμφωνούμε. Ε. Κατά πόσο θα μπορούσε ένα κακόβουλο λογισμικό να γνωρίζει την ώρα που ήταν να γίνει η μεταφορά και να διάλεξε εκείνη την ώρα και όχι προηγουμένως για να υπεξαιρέσει τα κρυπτονομίσματα; A. Εμείς αφήνουμε έξω το χρονικό σημείο. Δεν θεωρούμε με τη μελέτη μας ότι το κακόβουλο λογισμικό άκουε ή δεν άκουε κατά πόσο εγίνετουν οποιαδήποτε συζήτηση ή περίμενε ή δεν περίμενε. Εμείς ερμηνεύουμε το τι συνέβηκε τη συγκεκριμένη ημέρα, με βάση τα στοιχεία που είχαμε μπροστά μας, με βάση τα τρωτά σημεία που μπορεί να έχει η συσκευή Ledgers Live, και εξηγούμε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Το κατά πόσο συνέβηκε μετά που επιβεβαιώθηκαν τα balances είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ξέρουμε, δεν θεωρούμε ότι είναι μέρος της υπόθεσης.» Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα. Τα επίδικα κρυπτονομίσματα αγοράστηκαν από τον Sinitsyn και αυτός ήταν ο δημιουργός των συσκευών ledger Nano S. Οι επίδικες συσκευές ήταν αρχικά στην κατοχή του Sinitsyn, μετά όμως το ατύχημα που ο τελευταίος υπέστη, ο Εναγόμενος 4 μερίμνησε όπως αυτές περιέλθουν στην κατοχή του. Με τη χρήση πληρεξουσίου, παρέλαβε τις συσκευές (ledgers) από την τραπεζική θυρίδα που τις φύλαττε ο Sinitsyn και έκτοτε μέχρι και τη 30.10.2020, παρέμειναν στην κατοχή του. Με τη βοήθεια του Andrey, Μ.Υ.3, άλλαξε τους κωδικούς των συσκευών και εγκατέστηκε το λογισμικό πρόγραμμα ledger live σε υπολογιστή. Σε χρόνο προγενέστερο της 30.10.2020, ο Εναγόμενος 4 και ο Andrey, Μ.Υ.3, μετέφεραν το πλεόνασμα που υπήρχε στους λογαριασμούς κρυπτονομισμάτων σε δικό του ψηφιακό πορτοφόλι, ενώ δύο ημέρες πριν τη συνάντηση έλεγξε το περιεχόμενο των ledgers. Η Ενάγουσα και ο σύζυγος της πήγαν στη συνάντηση της 30.10.2020 χωρίς να συνοδεύονται από ειδικό σε θέματα κρυπτονομισμάτων ή πληροφορικής. Ο Εναγόμενος 4 καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνάντησης είχε ηγετικό ρόλο και αυτός ήταν που καθόρισε τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας που θα ακολουθείτο και τη σειρά των εργασιών. Αυτός ήταν που επέβαλε στην Ενάγουσα, παρά τις αντιρρήσεις της ίδιας, να υπογράψει τα Τεκμήρια 19 και 20, με τα οποία βεβαίωνε ότι παρέλαβε τα κρυπτονομίσματα, προτού καν γίνει η μεταφορά τους στο λογαριασμό της. Μετά την υπογραφή των Τεκμηρίων 19 και 20, υποδείχθηκε στην Ενάγουσα και το σύζυγό της, στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα υπόλοιπα των λογαριασμών τόσο των bitcoins όσο και των ripples. Τα υπόλοιπα ανταποκρίνονταν σε όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Μετά την πιο πάνω επίδειξη, η βιντεογράφηση τερματίσθηκε από τον Andrey, Μ.Υ.3, με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 4 και οι περισσότεροι παρισταμένοι, πλην της Ενάγουσας, του συζύγου της και του Andrey, Μ.Υ.3, αποχώρησαν. Η Ενάγουσα δεν είχε στην κατοχή της ηλεκτρονικό υπολογιστή και ως εκ τούτου, έγιναν διευθετήσεις από τον Andrey, Μ.Υ.3, για να της παραχωρηθεί φορητός υπολογιστής. Ο φορητός υπολογιστής, στον οποίο ο μάρτυρας εγκατέστησε το πρόγραμμα ledger live, ήταν «καθαρός». Επιθυμία της Ενάγουσας και του συζύγου της ήταν όπως γίνει πρώτα η μεταφορά των bitcoins και μετά των ripples. Όταν έγινε προσπάθεια μεταφοράς των bitcoins παρουσιάστηκε κάποιο σφάλμα, συγκεκριμένα παρουσιάσθηκε στην οθόνη η λέξη «error» και ως εκ τούτου προχώρησαν με τη μεταφορά των ripples στους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Μετά την επιτυχημένη μεταφορά των ripples, έγινε προσπάθεια μεταφοράς των bitcoins και τότε έγινε αντιληπτό ότι τα ηλεκτρονικά πορτοφόλια που περιείχαν τα bitcoins παρουσίαζαν μηδενικό υπόλοιπο. Τα bitcoins, συνολικού αριθμού 214,7209, είχαν μεταφερθεί τη 30.10.2020 μεταξύ 18:37 και 18:53 σε μια συγκεκριμένη διεύθυνση , ο κάτοχος της οποίας παρέμεινε αδιευκρίνιστος. Με βάση την έρευνα που διεξήγαγε η Αστυνομία Κύπρου, τα κρυπτονομίσματα κατέληξαν σε ανταλλακτήριο στην Ασία, γνωστό ως «Huobi». Η αξιολόγηση των μαρτύρων έγινε ακολουθώντας τις αρχές που καθορίστηκαν από τη νομολογία. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολο της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα, τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά, η οποία κατά την κρίση μου, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασης μου. Η εικόνα που σχημάτισα για την Ενάγουσα ήταν ότι πρόκειται για μια γυναίκα αρκετά δυναμική. Αντεξετάσθηκε για πολλές ώρες, παρά ταύτα ουδέποτε έχασε τη ψυχραιμία της και ουδέποτε συγχίστηκε. Η μαρτυρία της στο βαθμό που είναι σχετική με τα επίδικα γεγονότα, δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί. Εκείνο που αμφισβητήθηκε έντονα ήταν οι γνώσεις της σε σχέση με τα κρυπτονομίσματα. Η Ενάγουσα αναγνώρισε ότι είχε προβεί σε συναλλαγές με κρυπτονομίσματα και ότι ήταν εκείνη που είχε δώσει στο Sinitsyn οδηγίες για την αγορά κρυπτονομισμάτων, ήταν όμως απόλυτη ότι δεν είχε τεχνικές γνώσεις σε σχέση με μεταφορά κρυπτονομισμάτων. Η όλη συμπεριφορά της κατά τη συνάντηση της 30.10.2020 δεικνύει ότι αυτή δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις σε σχέση με το θέμα αυτό. Ουδέν δε λόγο είχε να υποκρίνεται ότι ήταν αδαής και να ζητά τη βοήθεια του Andrey, Μ.Υ.
  24. Εάν η θέση του Εναγομένου 4 που υπαινίσσετο ότι ήταν η Ενάγουσα που είχε μεταφέρει τα bitcoins σε δικό της λογαριασμό, ήταν ορθή, αυτή, εάν όντως είχε τις απαραίτητες γνώσεις, δεν θα επιθυμούσε όπως ο Andrey, Μ.Υ.3, παραμείνει στο χώρο ενώ εκείνη θα μετάφερε τα bitcoins στους «κρυφούς της λογαριασμούς». Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα πήγε στη συνάντηση χωρίς κάποιο ειδικό. Κατέθεσε ότι ήταν ο Εναγόμενος 4 που της απαγόρευσε να καλέσει το δικό της ειδικό. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 4 είχε διώξει ειδικό που συνόδευε την Ενάγουσα σε προηγούμενη συνάντηση τους. Σε σχέση με τη συνάντηση, ημερομηνίας 30.10.2020, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 4 είχε απαγορεύσει ρητώς την παρουσία ειδικού. Προφανώς, λόγω του συμβάντος κατά την προηγούμενη συνάντηση, αυτή εξέλαβε, που ήταν λογικό υπό τις περιστάσεις, ότι ο ειδικός της δεν θα ήταν ευπρόσδεκτος ούτε στη συνάντηση στις 30.10.
  25. Η Ενάγουσα αντεξετάσθηκε και σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες που προωθούσε σε Ρωσικά Δικαστήρια. Ισχυρίσθηκε ότι οι πιο πάνω διαδικασίες είναι άσχετες με την παρούσα υπόθεση. Είναι γεγονός ότι η νομική βάση είναι διαφορετική, εδράζεται όμως στα ίδια γεγονότα, καθότι όλες αφορούν τις οικονομικές συναλλαγές που είχε με τους Εναγομένους. Η μαρτυρία της, πλην των δύο πιο πάνω δηλώσεων, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 4 ξεχώρισε για την οξυδέρκεια του και το «μελετημένο» τρόπο με τον οποίο απαντούσε τις ερωτήσεις. Στις περιπτώσεις που δεν επιθυμούσε να δώσει σαφή απάντηση, φλυαρούσε επί ασχέτων θεμάτων, με σκοπό τον αποπροσανατολισμό των ακροατών. Προσπάθησε να παρουσιάσει την Ενάγουσα με τα πιο μελανά χρώματα, αφήνοντας υπαινιγμούς ότι οι οικονομικές της δραστηριότητες δεν ήταν νόμιμες και προσπαθούσε να φοροδιαφύγει. Το ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί η εταιρεία του, Εναγόμενη 1, συνέχισε να συναλλάττεται μαζί της εφόσον είχε διαπιστώσει τα πιο πάνω. Δεν απόκλεισε το ενδεχόμενο η Ενάγουσα και ο σύζυγος της να είχαν μεταφέρει τα bitcoins σε δικούς τους λογαριασμούς. Προσπάθησε δε να παρουσιάσει την Ενάγουσα ότι διέθετε μεγάλη πείρα σε συναλλαγές με κρυπτονομίσματα. Οι θέσεις του δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι κατά τη χρονική περίοδο που έγινε η μεταφορά των ripples και επιχειρήθηκε η μεταφορά των bitcoins, ο Andrey, Μ.Υ.3, βρισκόταν μαζί με την Ενάγουσα και το σύζυγός της. Εάν η Ενάγουσα προέβαινε σε τέτοια ενέργεια, αυτό θα γινόταν αντιληπτό από το Μ.Υ.3, που ήταν ο πλέον ειδικός επί του θέματος. Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι ο Andrey, Μ.Υ.3, μπαινόβγαινε μέσα στην αίθουσα, ενώ η Ενάγουσα και ο σύζυγος της επιχειρούσαν να μεταφέρουν τα κρυπτονομίσματα. Η Ενάγουσα δεν αντεξετάσθηκε επί του πιο πάνω σημείου που αφορά άμεσα την ουσία της υπόθεσης, ενώ ο ίδιος ο Andrey, Μ.Υ.3, ουδέποτε ανέφερε ότι μπαινόβγαινε εντός της αίθουσας. Είναι προφανές ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός είχε ως στόχο να καταδείξει ότι η Ενάγουσα και ο σύζυγος της είχαν το χρόνο και την ευκαιρία να μεταφέρουν σε κρυφούς λογαριασμούς τα επίδικα bitcoins. Ο Εναγόμενος 4, καταθέτοντας για το συγκεκριμένο συμβάν, ενέπλεξε και την υπάλληλο της Εναγομένης 1, Tatyana Murashko, M.Y.4, ισχυριζόμενος ότι σε μια περίπτωση που ο Andrey, Μ.Υ.3, εξήλθε της αίθουσας, οι τρεις τους «συζήτησαν τα βραδινά τους σχέδια». Στη συνέχεια κάλεσε τη Μ.Υ.4 για να καταθέσει και να υποστηρίξει την εκδοχή του. Ο πιο πάνω ισχυρισμός ότι ο Andrey, Μ.Υ.3, μπαινόβγαινε στην αίθουσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός και απορρίπτεται. Ο Εναγόμενος 4 σε μία προσπάθεια του να πλήξει περαιτέρω την αξιοπιστία της Ενάγουσας, δεν δίστασε να αφήσει υπονοούμενα ότι αυτή εμπλέκετο στο θάνατο του Sinitsyn. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε για την ανάκληση της άδειας της Εναγομένης 1, χωρίς λόγο και αιτία, στην απάντησή του, περιέλαβε ισχυρισμό ότι ο Sinitsyn δεν είχε εμπλακεί σε ένα απλό ατύχημα, αλλά είχε δεχθεί επίθεση αμέσως μετά τη συνάντηση του με την Ενάγουσα και το σύζυγό της. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Θα ήθελα να πω ότι για εμένα εκείνη την περίοδο στις 05/01, πολλοί φίλοι του Dmitri Sinitsyn με πήραν τηλέφωνο και με ρωτούσαν, γιατί ήταν μία επίθεση εναντίον του, δεν ήταν ένα απλό ατύχημα. Δεν μπορούσα να πιστέψω εκείνη την περίοδο ότι θα μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβεί, αλλά το ατύχημα συνέβη αμέσως μετά τη συνάντηση με τον κύριο Sergei και την κυρία Olga Makhova.» Σε κάποιο άλλο στάδιο, όταν αντεξεταζόταν για τους λόγους διακοπής της βιντεογράφησης της συνάντησης πριν τη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων, στην απάντησή του, προφανώς για να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, περιέλαβε πάλι τη θέση, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η Ενάγουσα και ο σύζυγός της ευθύνονται για το θάνατο του συνεταίρου του. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Όχι, αυτός δεν ήταν ο λόγος. Τελείωσε η συνάντηση, συλλέξαμε όλα τα υποστηρικτικά έγγραφα και τα αρχεία και ελέγξαμε τι ήταν σημαντικό να υπάρχει στα αρχεία μας. Δεν ήθελα να αφήσω τον Andrey μόνο του με τα έγγραφα των αρχείων και την Olga και τον Sergei. Όταν ο Dmitri Sinitsyn ήταν μόνος του με αυτούς τους ανθρώπους, στη συνέχεια πέθανε. Αυτός ήταν ο λόγος.» Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επιστάμενα για τους λόγους που οδήγησαν στη διακοπή της βιντεογράφησης της συνάντησης, η ώρα 18:30, στο πιο καίριο σημείο, προτού γίνει η μεταφορά, αυτός όμως δεν ήταν σε θέση να δώσει μια λογική εξήγηση. Πέραν της δικαιολογίας που παρέθεσα ανωτέρω, ισχυρίσθηκε ότι έπρεπε να κάνει η Εναγόμενη 1 το έκανε και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος η βιντεογράφηση να συνεχίσει. Σε κάποιο άλλο στάδιο ισχυρίσθηκε ότι «δεν έπρεπε να συσχετιστούν καθόλου με αυτά που έκανε η Olga». Η τελευταία εξήγηση στερείται οποιασδήποτε λογικής, καθότι «όσα έκανε η Olga» αποτυπώνονται στα Τεκμήρια 19 και 20 που ετοίμασε ο ίδιος. Έντονη ήταν και η προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι καμία σχέση είχε με τα επίδικα κρυπτονομίσματα και ή με τα κρυπτονομίσματα γενικά. Άφησε στο Δικαστήριο να εννοηθεί ότι οι συναλλαγές με κρυπτονομίσματα είναι ύποπτες, παραγνωρίζοντας προφανώς ότι η εταιρεία του, Εναγόμενη 1, έκανε συναλλαγές εκ μέρους των πελατών της σε κρυπτονομίσματα. Ισχυρίσθηκε επανειλημμένα ότι ήταν ο συνέταιρος του, ο Sinitsyn, που ασχολείτο με τα κρυπτονομίσματα και ότι ο ίδιος ήταν εντελώς αμέτοχος. Στη γραπτή δήλωσή του ανέφερε ότι ο αγοραστής και δημιουργός των ledger ήταν ο Sinitsyn, θέση την οποία ο ίδιος ανακάλεσε λίγη μόνο ώρα αργότερα επικαλούμενος άγνοια για το συγκεκριμένο θέμα. Ισχυρίσθηκε, αρχικά ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε συναλλαγή με κρυπτονομίσματα και δεν γνώριζε πως λειτουργούσαν τα ledgers, στη συνέχεια όμως μόνος του αντέκρουσε τους ισχυρισμούς του. Παραδέχθηκε ότι οι επίδικες πέντε συσκευές (ledgers) ήταν στην κατοχή του πολλούς μήνες πριν τη συνάντηση στις 30.10.2020, από τις αρχές του 2020, ότι άλλαξε τους κωδικούς των συσκευών και ότι σε δύο τουλάχιστο περιπτώσεις είχε χρησιμοποιήσει τις συσκευές, με τη βοήθεια του Andrey, M.Y.3, για να μεταφέρει κρυπτονομίσματα σε πορτοφόλι της εταιρείας και για να ελέγξει τα υπόλοιπα στους λογαριασμούς. Χαρακτηριστικό της αξιοπιστίας του ήταν το γεγονός ότι ενώ ισχυριζόταν ότι ήταν εντελώς αδαής σε σχέση με συναλλαγές κρυπτονομισμάτων, κατέθετε για θέματα εξειδικευμένα, τεχνικής φύσης που αφορούσαν κακόβουλα λογισμικά που μπορούν, με βάση τους ισχυρισμούς του, να εγκατασταθούν σε ψηφιακά πορτοφόλια. Ο Εναγόμενος 4, καταθέτοντας για τη συνάντηση στις 30.10.2020, επανέλαβε πολλές φορές ότι είχε «εκπλαγεί» που η Ενάγουσα πήγε στη συνάντηση χωρίς να συνοδεύεται από ειδικό. Είναι άξιο απορίας γιατί «εξεπλάγηκε», έχοντας υπόψη ότι σε προηγούμενη συνάντηση που είχαν, αυτός ήταν που έδιωξε τον ειδικό που τη συνόδευε. Απορρίπτω και τη θέση του ότι εκείνο που συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του ιδίου με βάση το έγγραφο «Assets return and novation offer», ήταν όπως της παραδώσει απλώς τις πέντε συσκευές (ledgers). Το πιο πάνω έγγραφο, Τεκμήριο 19, πουθενά δεν αναφέρει ότι η μόνη υποχρέωση ήταν όπως παραδώσει τις πέντε συσκευές (ledgers). Αντιθέτως, διαβάζοντας το κείμενο στο σύνολό του συνάγεται ότι εκείνο που συμφωνήθηκε ήταν όπως η Εναγομένη 1 παραδώσει στην Ενάγουσα τα κρυπτονομίσματα μαζί με τις συσκευές (ledgers). Σχετική είναι η παράγραφος 2.3 του εγγράφου, Τεκμήριο
  26. Πολλά και εύλογα ερωτήματα εγείρονται και σε σχέση με την επιμονή του να εξαναγκάσει την Ενάγουσα να υπογράψει τα Τεκμήρια 19 και 20, με τα οποία αναγνώριζε ότι της είχαν παραδοθεί τα κρυπτονομίσματα προτού αυτά της μεταφερθούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου 4 σε σχέση με τα επίμαχα θέματα. Στρέφομαι στη συνέχεια στη μαρτυρία του Andrey, Μ.Υ.3, και εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η μαρτυρία του και η μαρτυρία του Εναγόμενου 4 αλληλοαντικρούεται σε σχέση με το ποιός έκανε τις ενέργειες που αμφότεροι περίγραψαν, ήτοι τη μεταφορά των κρυπτονομισμάτων και τον έλεγχο των λογαριασμών, με τις πέντε συσκευές (ledgers), πριν τη συνάντηση στις 30.10.
  27. Ο ένας απέδιδε τις συγκεκριμένες ενέργειες στον άλλο. Ο Μ.Υ.3 επαναλάμβανε συνεχώς ότι δεν είχε πρόσβαση στους κωδικούς των συσκευών και ούτε πήρε τις συσκευές στα χέρια του, ενώ ο Εναγόμενος 4 δήλωσε ότι ήταν αδαής σε σχέση με το θέμα και καθοδηγείτο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας από το Μ.Υ.
  28. Ο Μ.Υ.3 ήταν σε θέση να θυμηθεί πολλές λεπτομέρειες που αφορούσαν το χειρισμό των πέντε συσκευών όταν έγινε η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων σε πορτοφόλι της Εναγομένης 1 και όταν ελέχθηκαν τα υπόλοιπα των λογαριασμών, ήταν επίσης σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες που αφορούσαν τη συνάντηση στις 30.10.2020, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί βασικά γεγονότα. Δεν θυμόταν, μεταξύ άλλων, κατά πόσο και οι δύο συσκευές (ledgers) των bitcoins είχαν παρουσιάσει «σφάλμα» ή μόνο η μία, όταν έγινε η πρώτη προσπάθεια μεταφοράς των bitcoins, ούτε ήταν σε θέση να δώσει περισσότερα στοιχεία σε σχέση με το «σφάλμα» που παρουσιάσθηκε. Έντονη ήταν η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι η παρουσία του στη συνάντηση ήταν εντελώς τυπική και καμία σχέση είχε με τις μεταφορές των κρυπτονομισμάτων. Επέμενε ότι σκοπός της παρουσίας του εκεί ήταν να απαντά μόνο σε ερωτήσεις. Τυχαίο ήταν, κατά την εκδοχή του και το γεγονός ότι ρώτησε τον Εναγόμενο 4 κατά πόσο θα σταματούσε τη βιντεογράφηση, ενώ γνώριζε ότι αμέσως μετά θα ακολουθούσε η μεταφορά των κρυπτονομισμάτων. Η μαρτυρία του δεν πείθει. Διέκρινα ότι κατέβαλλε έντονη προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη συνάντηση, αλλά και προηγουμένως κατά την χρησιμοποίηση των πέντε συσκευών (ledgers), ενώ η μνήμη του ήταν, ως ανέλυσα και πιο πάνω, επιλεκτική. Επιλεκτική ήταν και η μνήμη της Tatyana Murashko, Μ.Υ.
  29. Ήταν σε θέση, δύο περίπου έτη μετά το συμβάν, να θυμάται λεπτομέρειες για την κάθε κίνηση του Εναγομένου 4 και του Andrey, M.Y.3, αμέσως μετά τη συνάντηση της 30.10.2020, δεν θυμόταν όμως άλλα, πιο ουσιαστικά θέματα. Ισχυρίσθηκε και αυτή όπως και ο Εναγόμενος 4 ότι ο Andrey, Μ.Υ.3, κατά το χρόνο μεταφοράς των κρυπτονομισμάτων βρισκόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός της αίθουσας που ήταν η Ενάγουσα και ο σύζυγός της, ενώ ο ίδιος o Andrey, M.Y.3, τέτοια θέση δεν προέβαλε. Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους δύο μάρτυρες, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, είναι ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν την εκδοχή του Εναγομένου
  30. Ο Μ.Υ.3 σε κάποιες περιπτώσεις διαφοροποιήθηκε από την εκδοχή του Εναγομένου 4, αυτό όμως έγινε σε μια προσπάθεια του να μη συνδεθεί ο ίδιος με οποιονδήποτε τρόπο, με την παράνομη μεταφορά των bitcoins στην άγνωστη διεύθυνση. Η μαρτυρία τους σε σχέση με τα επίμαχα σημεία που αμφισβητήθηκαν, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Οι μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Υ.2, που κλήθηκαν να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες, θα αξιολογηθούν έχοντας υπόψη τη νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία. (Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή Π.Ε. 290/2008, 23.12.2011). Πέραν τούτου, η μαρτυρία του θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. (Αυγουστή και Ιωάννου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1498). Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι αμφότεροι είχαν τα αναγκαία προσόντα και την πείρα για το θέμα που κλήθηκαν να καταθέσουν. Ο Μ.Ε.1 επεκτάθηκε και σε θέματα που δεν εμπίπτουν της αρμοδιότητάς του, σε κάποιες περιπτώσεις κατέθεσε ωσάν να ήταν ο ποινικός ανακριτής της υπόθεσης και κατονόμασε τα άτομα που ευθύνονται για την υποκλοπή. Τη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του, η οποία επεκτείνεται σε θέματα πέρα της εμπειρογνωμοσύνης του, θα την αγνοήσω. Αμφότεροι οι μάρτυρες συμφώνησαν ότι η μεταφορά των bitcoins μπορούσε να γίνει από κάποιον ή κάποιους που είχαν στην κατοχή τους αντίγραφα των ψηφιακών πορτοφολιών που περιείχαν τα κρυπτονομίσματα. Συμφώνησαν επίσης ότι η δημιουργία αντιγράφου ψηφιακού πορτοφολιού μπορούσε να γίνει από οποιονδήποτε που εγνώριζε τη μνημονιακή φράση ασφαλείας. Η διαφορά τους έγκειται στο κατά πόσο υπήρχε και το ενδεχόμενο υποκλοπής να οφείλεται σε κακόβουλο λογισμικό, που αποτελεί και το πόρισμα του Μ.Υ.
  1. Διαπιστώνω ότι το πόρισμα του Μ.Υ.2, εδράζεται μόνο στη θεωρία καθότι ο ίδιος δεν εξέτασε το φορητό υπολογιστή ή τις συσκευές (ledgers) που χρησιμοποιήθηκαν για την εγκατάσταση του κατ΄ ισχυρισμό κακόβουλου λογισμικού. Πέραν τούτου, αποτελεί κοινή θέση, ότι για να εγκατασταθεί το κακόβουλο λογισμικό, θα έπρεπε το άτομο που παράνομα επενέβη στο σύστημα, να εγνώριζε την ακριβή ημέρα και ώρα που θα ολοκληρωνόταν η παρουσίαση των υπολοίπων των λογαριασμών των κρυπτονομισμάτων στην Ενάγουσα και τον υπολογιστή που θα χρησιμοποιείτο. Υπενθυμίζω ότι η μεταφορά των bitcoins έγινε αμέσως μετά την πιο πάνω παρουσίαση και ο φορητός υπολογιστής που χρησιμοποιήθηκε, επιλέγηκε τυχαία, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  2. Όταν έγινε αντιληπτό ότι η Ενάγουσα πήγε στη συνάντηση χωρίς υπολογιστή, της δόθηκε ένας «καθαρός» φορητός υπολογιστής που βρισκόταν σα γραφεία της Εναγομένης
  3. Ο Μ.Ε.1 εξέτασε όλα τα πιθανά σενάρια που προβάλλονται στην έκθεση Electi, τα οποία απέρριψε με βάση τεκμηριωμένους λόγους. Τη μαρτυρία του την παραθέτω ανωτέρω και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Την υιοθετώ στο σύνολό της. Δέχομαι, μεταξύ άλλων, ότι η εκδοχή της υπεράσπισης περί εγκατάστασης κακόβουλου λογισμικού, ήταν εντελώς ανυπόστατη. Καταλήγω ότι το πόρισμα του Μ.Ε.1, ότι τα bitcoins μεταφέρθηκαν με τη χρήση αντιγράφων των ψηφιακών πορτοφολιών, είναι το πλέον εύλογο σενάριο, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτελεί εύρημά μου, προκύπτει ότι όλα τα ψηφιακά πορτοφόλια που περιείχαν τα επίδικα κρυπτονομίσματα, δημιουργήθηκαν από το Sinitsyn, διευθυντή και μεγαλομέτοχο της Εναγομένης 1, ο οποίος τα κατείχε μέχρι που περιήλθαν στην κατοχή του Εναγομένου 4, αρχές του
  4. Ο τελευταίος, τα κατείχε μέχρι που τα παρέδωσε στην Ενάγουσα, τη 30.10.2020, μαζί με τους κωδικούς τους. Στις 30.10.2020 η Ενάγουσα είχε για πρώτη φορά επαφή με τα ψηφιακά πορτοφόλια. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, αποκλείω η Ενάγουσα να ήταν το πρόσωπο που δημιούργησε τα αντίγραφα των ψηφιακών πορτοφολιών και ή ότι αυτή μετέφερε τα bitcoins σε δικό της λογαριασμό ή κάποιου οικείου της προσώπου. Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο 4 περί εμπλοκής της Ενάγουσας, είναι εντελώς ανυπόστατοι και σκοπό είχαν να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο. Η μόνη που θα μπορούσε να δημιουργήσει τα πιο πάνω αντίγραφα, ήταν η κάτοχος των πορτοφολιών, ήτοι η Εναγομένη 1 και πιο συγκεκριμένα, τα φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με την Εναγομένη 1 και που κατείχαν και ή ήλθαν σε επαφή με τα πορτοφόλια, εφόσον η Εναγομένη 1 είναι νομικό πρόσωπο. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι τα ψηφιακά πορτοφόλια βρισκόντουσαν στην κατοχή του Εναγομένου
  5. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την επιμονή του τελευταίου όπως η Ενάγουσα υπογράψει τα Τεκμήρια 19 και 20 προτού καν της παραδοθούν τα ψηφιακά πορτοφόλια και το χρόνο που έγινε η αποξένωση των bitcoins, αμέσως μετά την παρουσίαση των υπολοίπων των λογαριασμών, καταδεικνύουν την εμπλοκή του Εναγομένου 4 στην έκνομη ενέργεια. Αυτός από μόνος του και ή με τη συνδρομή κάποιου τρίτου ή τρίτων προσώπων μετέφεραν τα bitcoins σε κάποια άγνωστη διεύθυνση. Η υποχρέωση της Εναγομένης 1, με βάση τη συμφωνία συμβιβασμού, ήταν όπως μεταβιβάσει στην Ενάγουσα αριθμό κρυπτονομισμάτων, υποχρέωση την οποία δεν εκπλήρωσε. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Εναγομένης 1 και του Εναγομένου 4, διευθυντή και αποκλειστικού μετόχου της Εναγομένης 1 κατά τον επίδικο χρόνο, ο οποίος εμπλέκεται άμεσα, ως ανέλυσα πιο πάνω, με την έκνομη ενέργεια. Η αγωγή στρέφεται και εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 που ήταν διευθύντριες της Εναγομένης 1, κατά τον επίδικο χρόνο. Η αγωγή δεν έχει στην ουσία προωθηθεί εναντίον τους. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Εναγομένες 5 και 6, οι οποίες ήταν μη εκτελεστικοί σύμβουλοι της εταιρείας, είχαν οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ή ότι γνώριζαν για τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την αξίωση της εναντίον τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 4, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €2.138.911,34 που αντιστοιχεί στην αξία των επιδίκων κρυπτονομισμάτων που θα έπρεπε να μεταφερθούν σε λογαριασμό της Ενάγουσας, μεταφορά η οποία δεν πραγματοποιήθηκε, πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 4, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 5 και 6, απορρίπτεται. Οι Εναγόμενες 5 και 6 εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους με τους Εναγόμενους 1 και 4 και ως εκ τούτου δεν γίνεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδά τους. (Υπ.) ...................................... Τ. Παρασκευαϊδου- Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.