Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού κ.α., Αίτηση/Έφεση: 359/18, 20/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2023:A223 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 359/18 Επί τοις αφορώσι του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, άρθρο 80 Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Αιτήτρια/Εφεσείουσα και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού A. Patsias Developers Ltd 3.Κωνσταντίνα Ττοφή Ημερομηνία: 20.10.23 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κκ. Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η αίτηση εταιρεία: κ. Α. Χαραλάμπους -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού, Καθ' ου η αίτηση 1/Εφεσίβλητου 1, από τώρα και στο εξής «ο Διευθυντής», ημερομηνίας 23.11.18 με την οποία ο Διευθυντής ενημέρωσε την Αιτήτρια/Εφεσείουσα, από τώρα και στο εξής «η Εφεσείουσα», ότι θα προχωρούσε στην απαλλαγή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7ΧΧΧ6, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή ΧΧΧΧ στην Λεμεσό, από τώρα και στο εξής «το επίδικο ακίνητο», από τις Υποθήκες με αριθμούς Υ1ΧΧΧ5/07, Υ1ΧΧΧ6/07, Υ1ΧΧΧ7/07 και Υ4ΧΧ0/09 και στην μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, ήτοι της Καθ' ης η 3/ Εφεσίβλητης 3, από τώρα και στο εξής «η Εφεσίβλητη 3», εκτός αν προσκομίζονταν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Με την παρούσα αίτηση/έφεση αξιώνονται από την Εφεσείουσα τα ακόλουθα διατάγματα τα οποία παρατίθενται αυτούσια: Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να αναστέλλει την απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ημερ. 23/11/2018 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α για μεταβίβαση του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/7ΧΧΧ6, Φ./Σχ. ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, Τεμάχιο ΧΧΧ, Τμήμα Χ, Δήμος/Κοινότητα: ΧΧΧΧ/Λεμεσός επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 και ταυτόχρονη απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη με αρ. Υ1ΧΧΧ6/07 η οποία αναγράφηκε προς όφελος της Αιτήτριας, επί του όλου ακινήτου προς εξασφάλιση υποχρεώσεων της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή αναστέλλει και/ή τερματίζει την ειδοποίηση του Καθ' ης η Αίτηση 1 ημερ. 17/09/2018 η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Β για μεταβίβαση του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/7ΧΧΧ6, Φ./Σχ. ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, Τεμάχιο ΧΧΧ, Τμήμα Χ, Δήμος/Κοινότητα: ΧΧΧΧ/Λεμεσός επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 και ταυτόχρονη απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη με αρ. Υ1ΧΧΧ6/07 η οποία αναγράφηκε προς όφελος της Αιτήτριας, επί του όλου ακινήτου προς εξασφάλιση υποχρεώσεων της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως προχωρήσει με την εφαρμογή και/ή εκτέλεση της απόφασης του ημερ. 23/11/2018 για μεταβίβαση του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής 0/7ΧΧΧ6, Φ/Σχ ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, Τεμάχιο ΧΧΧ, Τμήμα Χ, Δήμος/Κοινότητα: ΧΧΧΧ/Λεμεσός επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση 3 και ταυτόχρονη απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη με αρ. Υ1ΧΧΧ6/07 η οποία αναγράφηκε προς όφελος της Αιτήτριας, επί του όλου ακινήτου προς εξασφάλιση υποχρεώσεων της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς την Αιτήτρια Διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται και/ή κηρύσσεται αντισυνταγματική και άκυρη και άνευ νομικής ισχύος και/ή νομικά και πραγματικά εσφαλμένη η απόφαση και/ή διαδικασία που αναφέρεται στην απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ημερ. 23/11/2018 (Παράρτημα Α) Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 139 (Ι)/2015, αντισυνταγματικές και / ή άκυρες και / ή ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρηθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις από το Δικαστήριο Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Οι λόγοι έφεσης κατά της απόφασης του Διευθυντή παρατίθενται αυτούσιοι ως ακολούθως: 1. υπήρξε πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα εκ μέρους του Διευθυντή και/ή ο Διευθυντής δεν άσκησε τα καθήκοντα του με ορθό τρόπο διότι δεν προχώρησε στην απαραίτητη έρευνα και/ή συλλογή στοιχείων όπως απαιτείται από τον Νόμο 9/1965 και/ή τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς 2015 2. ο Καθ' ου η Αίτηση 1 παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή να εξετάσει τους λόγους ένστασης της Αιτήτριας σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ
(3)του Νόμου 9/1965 3. το άρθρο 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 βάσει των οποίων εξέδωσε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 την προσβαλλόμενη απόφαση του είναι αντίθετα και/ή παραβιάζουν το άρθρο 23
(1),
(2)και
(4)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς:
- i)επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σε αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση
- ii)παραβιάζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το άρθρο 23. iii) παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος χωρίς οποιοδήποτε λόγο που με βάση το άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό 4. Το άρθρο 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 βάσει των οποίων εξέδωσε ο Καθ' ου η αίτηση 1 την προσβαλλόμενη απόφαση του είναι αντίθετα και/ή παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς:
- i)παρεμβαίνει στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη Καθ' ης η Αίτηση 2
- ii)παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης iii) εκ των υστέρων τροποποιεί και/ή καταργεί συμβάσεις κατά τρόπο αντίθετο προς την βούληση των συμβαλλομένων και/ή εξαλείφει και/ή ακυρώνει δικαιώματα που πηγάζουν απ' αυτές
- iv)κατεδαφίζει τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών
- v)οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. 5. ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προέβη στην προσβαλλόμενη απόφαση στην βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές, δηλαδή 44IΘ μέχρι 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, τα οποία παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών του Συντάγματος 6. η απόφαση του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη 7. η απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση παραβιάζει τα άρθρα 23, 29, 31, 34 και 44 ΚΒ
(4)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/
- Στην κυρίως αίτηση επισυνάπτονται ως Παράρτημα Α η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή και ως Παράρτημα Β η Ειδοποίηση του Διευθυντή ημερομηνίας 17.9.18 με την οποία η Εφεσείουσα ενημερώθηκε για το δικαίωμά της να ενστεί στην πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εφεσίβλητης
- Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση υπογράφεται από υπάλληλο εταιρείας στον οποίο ανατέθηκε από την Εφεσείουσα η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών της και ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εφεσείουσα να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η Εφεσείουσα είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/1985, όπως τροποποιήθηκε. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Καθ' ης η αίτηση 2/Εφεσίβλητη 2, από τώρα και στο εξής «η Εφεσίβλητη 2», κατόπιν δικού της αιτήματος κατέστη πελάτης της τότε Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κουρίου, από τώρα και στο εξής η ΣΠΕ Κουρίου. Στις 24.6.13 η ΣΠΕ Κουρίου άλλαξε επωνυμία σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου Λτδ. Αντίγραφο της γνωστοποίησης της αλλαγής της επωνυμίας ημερομηνίας 4.7.13 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Δυνάμει γραπτής συμφωνίας η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου Λτδ συγχωνεύθηκε με τις εταιρείες ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς Λτδ, ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου Λτδ, ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού Λτδ, ΣΠΕ Πισσουρίου Λτδ, ΣΠΕ Μόρφου Λτδ και ΣΠΕ Τραχωνίου-Κολοσσίου Λτδ. Οι συγχωνευθείσες εταιρείες μετονομάσθηκαν σε Περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ. Η Περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ) και με άλλα 17 Συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα με ημερομηνία ισχύος την 1.7.
- Στις 3.9.18 η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Η ΣΠΕ Κουρίου σύναψε με την Εφεσίβλητη 2 σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 31.1.12 σύμφωνα με την οποία η πρώτη θα παρείχε ή θα συνέχιζε να παρέχει δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό και/ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι του συνολικού ποσού των Ευρώ 130.000,00 σεντ. Η σύμβαση πίστωσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Προς εξασφάλιση των οφειλών της στην ΣΠΕ Κουρίου η Εφεσίβλητη 2 προέβη σε γραπτή συμφωνία υποθήκης με αριθμό 1ΧΧΧ6/07 ημερομηνίας 7.11.
- Η υποθήκη ενεγράφηκε στις 7.11.07 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Χ/5ΧΧΧ0, Φ/Σχ ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, Τμήμα Χ, τεμάχιο ΧΧΧ, μερίδιο 72/100 το οποίο βρίσκεται στην ΧΧΧΧ στην Λεμεσό. Επισυνάπτεται αντίγραφο της αναφερόμενης συμφωνίας υποθήκης ως Τεκμήριο
- Η εν λόγω υποθήκη εξασφάλιζε και εξασφαλίζει μέχρι σήμερα τις υποχρεώσεις της Εφεσίβλητης 2 για το ποσό των Ευρώ 130.000,00 σεντ πλέον τόκο, περιθώριο, τόκο υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και/ή άλλα έξοδα από την εγγραφή της υποθήκης. Στις 17.8.11 η Εφεσίβλητη 2 και η Εφεσίβλητη 3 υπέγραψαν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο η Εφεσίβλητη 2 πούλησε και η Εφεσίβλητη 3 αγόρασε διαμέρισμα στο έργο «ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ COURT» επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Χ/5ΧΧΧ0, Φ/Σχ ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, Τμήμα Χ, τεμάχιο ΧΧΧ στην περιοχή ΧΧΧΧ στην Λεμεσό. Στις 7.11.18 η τότε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ έλαβε γνώση μέσω Ειδοποίησης του Διευθυντή ημερομηνίας 17.9.18 ότι ο Διευθυντής προτίθετο να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Εφεσίβλητης 3 δυνάμει σύμβασης η οποία είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Η εν λόγω Ειδοποίηση επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο
- Η Ειδοποίηση αφορά στο επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7ΧΧΧ6, Φ/Σχ ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, τεμάχιο ΧΧΧ, Τμήμα Χ, στην ΧΧΧΧ στην Λεμεσό το οποίο προέκυψε κατόπιν εκσυγχρονισμού του τίτλου των οικοπέδων με αριθμό εγγραφής Χ/5ΧΧΧ0, Φ/Σχ. ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, Τμήμα Χ, τεμάχιο ΧΧΧ, μερίδιο 72/100 στην ΧΧΧΧ στην Λεμεσό. Με την Ειδοποίηση - Τεκμήριο 16 - η Εφεσείουσα ενημερώθηκε ότι ο Διευθυντής προτίθετο να προχωρήσει με την μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι της Εφεσίβλητης 3 κατόπιν καταχώρησης αίτησης από μέρους της ως εγκλωβισμένος αγοραστής ακυρώνοντας την υποθήκη Υ1ΧΧΧ6/07 εκτός αν η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ υπέβαλλε ένσταση στην πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Η τότε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ υπέβαλε ένσταση μέσω επιστολής των δικηγόρων της στην οποία εκτίθενται οι λόγοι επί των οποίων αυτή βασίσθηκε. Αντίγραφο της ένστασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο Διευθυντής απάντησε στους δικηγόρους της Εφεσείουσας με επιστολή ημερομηνίας 23.11.18 με την οποία απέρριψε την ένσταση. Η επιστολή ημερομηνίας 23.11.18 παραλήφθηκε στις 9.12.
- Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 23.11.18 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση επικαλούμενος το εδάφιο 3 του άρθρου 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος». Περαιτέρω στο ίδιο έγγραφο ο Διευθυντής ανέφερε ότι θα προχωρούσε στην απαλλαγή του επίδικου ακινήτου από τις υποθήκες με αριθμούς Υ1ΧΧΧ5/07, Υ1ΧΧΧ6/07, Υ1ΧΧΧ7/07 και Υ4ΧΧ0/09 και στην μεταβίβαση του επ' ονόματι του αγοραστή εκτός αν προσκομίζονταν εντός καθορισμένης προθεσμίας διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια και η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι αντισυνταγματική. Επίσης καταστρατηγεί τις πρόνοιες της σύμβασης υποθήκης καθώς παρεμποδίζει την εκτέλεση της. Τέλος, η ειδοποίηση Τύπος ΙΕ ημερομηνίας 20.4.17 και η προτιθέμενη διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης 3 είναι άκυρες ως νομικά αβάσιμες καθότι απεστάλησαν στην βάση αντισυνταγματικού Νόμου ο οποίος προκαλεί ζημιά στα συμφέροντα της Εφεσείουσας και παραβιάζει τα περιουσιακά και συμβατικά της δικαιώματα. Αφενός προστατεύει τα συμφέροντα των αγοραστών, αφετέρου, αφήνει εκτεθειμένους τους ενυπόθηκους δανειστές χωρίς να τους προσφέρει εναλλακτική θεραπεία και αφήνει ελεύθερους τους πωλητές από τις υποχρεώσεις τους προς τους ενυπόθηκους δανειστές. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ενδείκνυται για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Με την Ειδοποίηση ένστασης η πλευρά της Εφεσίβλητης 3 εγείρει προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικού και/ή αόριστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να τα εκδώσει. Παρατίθενται αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης:
- οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα
- η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή ο τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας
- η αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές
- η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του Αγοραστή υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος
- με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
- η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές
- δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια
- η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτήτριας/εφεσείουσας και/ή δεν μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτήτριας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτήτρια να παραμείνει εξασφαλισμένη
- οι επίδικες υποθήκες εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτήτρια μέχρι το ύψος των ποσών που περιλαμβάνονται σε αυτές και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτήτρια παρείχε δάνειο χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση
- η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει το εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
- η αιτήτρια έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα της και/ή κωλύεται να επικαλεσθεί οποιοδήποτε δικαίωμα προκύπτει από τις Συμβάσεις Υποθήκης λόγω της αρχής εγκατάλειψης δικαιώματος (waive of rights) και/ή λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή αίτηση είναι καταχρηστική
- η Αιτήτρια γνώριζε για την επίδικη πώληση μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου και το πωλητήριο έγγραφο χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ένσταση η ενέργεια για ακύρωση της πώλησης. Γνώριζε ακόμα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 έλαβαν το τίμημα πώλησης το οποίο χρησιμοποίησαν για ανέγερση οικιών επί των ενυπόθηκων ακίνητων και ανάπτυξη τους ώστε να αυξήσουν την σημερινή αξία των ενυπόθηκων ακινήτων κατά πάγια πρακτική στην συνεργασία Τράπεζας/Developer. Η Αιτήτρια με τον τρόπο που ενήργησε εκμεταλλεύεται την όλη κατάσταση προς όφελος της. Δηλαδή θέλει να επωφεληθεί από την είσπραξη του τιμήματος πώλησης, αλλά να κρατήσει και την υποθήκη στο σύνολο της αγνοώντας το πωλητήριο έγγραφο
- στα πλαίσια της διαδικασίας του φάκελου ΑΕΑ 149/2018 ο Καθ' ου η Αίτηση 3 κατέβαλε όλους τους φόρους που αφορούσαν το συγκεκριμένα ακίνητο όσο και το εναπόμειναν μέρος του τιμήματος σε λογαριασμό των Αιτητών και συνεπώς οι Αιτητές εμποδίζονται να ζητούν διατάγματα ως η αίτηση τους. Αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Αιτητές επωφελούνται των πιο πάνω ποσών που κατέβαλε ο Καθ' ου η Αίτηση 3
- η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ή/και επεμβαίνει σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου
- η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ ΧΧΧ/2018 είναι καθόλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης
- τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 και θα οδηγούσε σε δυσανάλογα ανεπιεική αποτελέσματα εναντίον του και/ή δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα απαιτούμενα διατάγματα και/ή η τυχόν έκδοση τους θα είναι αντίθετη με το δίκαιο της επιείκειας
- η αίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και/ή είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Συγκριμένα η Αιτήτρια γνώριζε για την επίδικη πώληση μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου και το πωλητήριο έγγραφο χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ένσταση η ενέργεια για ακύρωση της πώλησης
- τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντίθετα στην αρχή της αναλογικότητας
- τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντίθετα στην αρχή της «Καλής Πίστης». Ο Καθ' ου η Αίτηση ενήργησε καλόπιστα και τιμώντας το πωλητήριο έγγραφο εξόφλησε το ακίνητο με δάνειο που πήρε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί να επιζητηθεί από τους καλόπιστους αγοραστές που έχουν αποπληρώσει όλες τους τις συμβατικές υποχρεώσεις
- τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση 3 για απρόσκοπτη απόλαυση της περιουσίας του και θα δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να προχωρήσει με εκποίηση της περιουσίας του με αποτέλεσμα ο Καθ' ου η Αίτηση 3 να χάσει το διαμέρισμα οποίο εξόφλησε ως προνοούσε το πωλητήριο έγγραφο και να υποστεί ασύμφορες ζημιές για τον ίδιο
- η Αιτήτρια γνώριζε για την επίδικη πώληση μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου και το πωλητήριο έγγραφο χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ένσταση ή ενέργεια για ακύρωση της πώλησης
- γνώριζε ακόμα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 έλαβαν το τίμημα πώλησης το οποίο χρησιμοποίησαν για ανέγερση οικιών επί των ενυπόθηκων ακίνητων και ανάπτυξη τους ώστε να αυξήσουν την σημερινή αξία των ενυπόθηκων ακινήτων κατά πάγια πρακτική στην συνεργασία Τράπεζας /Developer
- Οι Αιτητές με τον τρόπο που ενήργησαν εκμεταλλεύονται την όλη κατάσταση προς όφελος τους. Δηλαδή θέλουν να επωφεληθούν από την είσπραξη του τιμήματος πώλησης, αλλά να κρατήσουν και την υποθήκη στο σύνολο της αγνοώντας το πωλητήριο έγγραφο
- στα πλαίσια της διαδικασίας του φάκελου ΑΕΑ ΧΧΧ/2018 ο Καθ' ου η Αίτηση 3 κατέβαλε όλους τους φόρους που αφορούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο όσο και το εναπόμειναν μέρος του τιμήματος πώλησης σε λογαριασμό των Αιτητών και συνεπώς οι Αιτητές εμποδίζονται να ζητούν διατάγματα ως η Αίτηση τους. Αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Αιτητές επωφελούνται επιπρόσθετα των πιο πάνω ποσών που κατέβαλε ο Καθ' ου η Αίτηση 3 στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας
- περαιτέρω οι Αιτητές παρέλειψαν να δώσουν στοιχεία της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων τόσο πριν όσο και μετά την μεταβίβαση του μέρους του ακινήτου που αφορά το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3
- η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων μέσα από τις πωλήσεις που έγιναν από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και την διάθεση των χρημάτων για ανάπτυξη των ενυπόθηκων ακινήτων είναι πολλαπλάσια της αξίας των υποθηκών. Κάτι που οι Αιτητές επιμελώς αποκρύβουν
- συνεπώς ακόμα και μετά την μεταβίβαση οι Αιτητές είναι και παραμένουν πλήρως εξασφαλισμένοι πιστωτές σε σχέση πάντα με την αξία των υποθηκών. Έχουν ακόμα την δυνατότητα να μεταφέρουν τις υποθήκες σε αλλά ακίνητα των Καθ' ων η Αίτηση 2 όπως προβλέπει ο σχετικός νόμος
- οι Αιτητές κατά καιρούς αποδέσμευσαν άλλα ακίνητα από την υποθήκη περιορίζοντας την υποθήκη στα εναπομείναντα ακίνητα και στο ακίνητο του Καθ' ου η Αίτηση
- Η Ειδοποίηση ένστασης δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση καθότι σύμφωνα με την πλευρά της Εφεσίβλητης 3 τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση/έφεση. Θεωρώ ότι το έργο του Διευθυντή είναι οιονεί δικαστικό και δικαστική, επομένως, είναι και η αποστολή του. Κατ' επέκταση ο Διευθυντής είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφαση του. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της αιτιολογίας δικαστικής απόφασης αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 CLR 235 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 238-239: «Paragraph 2 of Article 30 of our Constitution provides that the judgment of a Court, in civil or criminal proceedings, "shall be reasoned". Even prior to the coming into force of the Constitution such a requirement existed, in relation to criminal proceedings, by virtue of section 113
(1)of the Criminal Procedure Law (Cap. 155); and though no similar statutory provision exists in relation to civil proceedings, such a requirement has to be taken as being inherent in the very notion of the proper determination of a dispute inter partes; in this respect Stavrinides, J. has observed in Papaellina v. Epco (Cyprus) Ltd. and Lion Products Ltd.
(1967)1 C. L.R. 338 at p. 362, that there is a "need for the trial Judge to formulate clearly in his judgment the specific issue or issues of fact arising between the parties and to state his finding on such issue or each one of such issues", and that "judges trying civil disputes should unfailingly" do so. Of course, the answer to the question as to whether or not a judgment is "reasoned", in the sense, now, of Article 30.2 of the Constitution, depends - as it has depended all along in relation to the aforementioned statutory provision applicable to criminal proceedings - on the circumstances of each case (see Sava v. The Police XVIII C.L.R. 192, Constanti v. The District Officer, Famagusta 1962 C.L.R. 96 and Frixou v. The Police
(1963)1 C.L.R. 83). In the present instance there can be no doubt that the appellant did adduce evidence, including expert evidence, in support of her claim; this is abundantly clear from the record before us and we cannot agree, in this connection, with the opposite view of the trial Court; nor can we agree with the trial Court´s view that the claim of the appellant was not "sufficiently" pleaded. The respondent gave evidence, himself, refuting the appellant´s claim. It was up to the trial Court to determine the issues which had, thus, arisen and to give its reasons for its determination; and it has completely failed to do so. We are forced, therefore, to the conclusion that the judgment under appeal is not "reasoned" in the sense of Article 30.2 of the Constitution; in fact, such judgment, as pronounced, does not amount to a sufficient judicial determination of the dispute between the parties. Once this is so we have to set it aside and order a new trial. As stated by Vassiliades P. in Panayi v. The Police
(1968)2 C.L.R. 124 at p. 126: "We cannot give substance to the legal provisions" - in Article 30.2 of the Constitution and section 113
(1)of Cap. 155 - "governing the matter before us, by merely stating our views thereon. We must give effect to such provisions. We feel constrained to set aside the conviction based on the judgment before us; and in the interests of justice order a new trial". Such a course is also prescribed by Article 35 of the Constitution which lays down, inter alia, that the judicial authorities of the Republic "shall be bound to secure, within the limits of their respective competence, the efficient application of the provisions of this Part"; one of such provisions being Article 30.2. For all the foregoing reasons we order that the judgment under appeal be set aside and that there should be a new trial of the action before another Bench». Σε μετάφραση: «Η παράγραφος 2 του Άρθρου 32 του Συντάγματος μας προνοεί ότι η απόφαση ενός Δικαστηρίου σε αστικές ή ποινικές υποθέσεις "πρέπει να είναι αιτιολογημένη". Ακόμα και πριν τεθεί σε ισχύ το Σύνταγμα τέτοια απαίτηση υπήρχε σε σχέση με ποινικές διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 113
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155). Και παρόλο που δεν υπάρχει παρόμοια νομοθετική πρόνοια σε σχέση με αστικές διαδικασίες μια τέτοια απαίτηση πρέπει να εκλαμβάνεται ως σύμφυτη εντός της έννοιας αυτής καθαυτής του ορθού καθορισμού της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Με αυτή την έννοια ο Δικαστής Σταυρινίδης παρατήρησε στην Papaellina v. Epco (Cyprus) Ltd, and Lion Products Ltd.
(1967)1 CLR 338 στην σελίδα 362, ότι υπάρχει η "ανάγκη όπως ο πρωτόδικος Δικαστής θέτει με διαύγεια στην απόφασή του το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα επίδικα ζητήματα τα οποία αναφύονται μεταξύ των διαδίκων και αναφέρει το εύρημά του επί αυτού του ζητήματος ή ενός έκαστου των ζητημάτων αυτών" και ότι "οι δικαστές που δικάζουν αστικές διαφορές θα πρέπει πάντοτε" έτσι να πράττουν. Βεβαίως, η απάντηση στο ερώτημα αν κατά πόσο μια απόφαση είναι αιτιολογημένη ή όχι εντός της έννοιας, τώρα, του άρθρου 30.2 του Συντάγματος εξαρτάται - όπως ανέκαθεν εξαρτούνταν σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη νομοθετική πρόνοια που εφαρμόζεται σε ποινικές διαδικασίες - από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Sava v. The Police XVIII C.L.R. 192, Constanti v. The District Officer, Famagusta 1962 C.L.R. 96 και Frixou v. The Police
(1963)1 C.L.R. 83)». Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εφεσείουσα προσκόμισε μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένης και μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, προς υποστήριξη της απαίτησής της. Αυτό είναι πέρα για πέρα καθαρό από τα πρακτικά (που βρίσκονται) ενώπιόν μας και δεν μπορούμε, σε σχέση με αυτό, να συμφωνήσομε, με την αντίθετη άποψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ούτε και μπορούμε να συμφωνήσομε με την άποψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η απαίτηση της εφεσείουσας δεν ήταν επαρκώς δικογραφημένη. Ο εφεσίβλητος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία αμφισβητώντας την απαίτηση της εφεσείουσας. Εναπόκειτο στο πρωτόδικο Δικαστήριο να καθορίσει τα ζητήματα, που αναφύονταν και να δώσει τους λόγους του για τον καθορισμό αυτό. Και έχει εντελώς αποτύχει να πράξει τούτο. Κατά συνέπεια, είμαστε αναγκασμένοι να καταλήξομε στο ότι η εφεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι «αιτιολογημένη» εντός της έννοιας του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Κατ' ουσία, η απόφαση που απαγγέλθηκε δεν συνιστά επαρκή δικαστικό καθορισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Αφ' ης στιγμής έτσι έχουν τα πράγματα πρέπει να την παραμερίσομε και να διατάξομε νέα δίκη. Όπως λέχθηκε από τον Πρόεδρο Βασιλειάδη στην Panayi v. The Police
(1968)2 C.L.R. 124 στην σελίδα 126: "Δεν μπορούμε να αποδώσομε ουσία στις νομικές πρόνοιες - στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 113
(1)του Κεφ. 155 - που διέπουν το θέμα ενώπιόν μας, με το να εκθέσομε απλώς τις απόψεις μας επ' αυτού. Πρέπει να εφαρμόσομε αυτές τις πρόνοιες. Αισθανόμαστε αναγκασμένοι να παραμερίσομε την καταδίκη η οποία βασίζεται στην ενώπιόν μας απόφαση. Και να διατάξομε νέα δίκη προς το συμφέρον της δικαιοσύνης". Μια τέτοια προσέγγιση προνοείται και από το Άρθρο 35 του Συντάγματος το οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας "θα υποχρεούνται να διασφαλίζουν εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους την αποτελεσματική εφαρμογή των προνοιών του Μέρους αυτού ", εκ των οποίων μια από αυτές είναι το Άρθρο 30.2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους διατάσσομε όπως η εφεσιβαλλόμενη απόφαση παραμερισθεί και διεξαχθεί νέα δίκη της υπόθεσης ενώπιον άλλης σύνθεσης». Στην υπόθεση Antonis Georghiou, Alias Petsas v. The Republic
(1973)2 CLR 84 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The requirement that reasons be given in a judgment is mentioned in Article 30.2 of our Constitution as well as in section 113 of the Criminal Procedure Law, Cap. 155; in our view, the answer to the question as to whether or not such requirement has been satisfied, in any particular case, depends on whether sufficient reasons have been given in order to deal with the main issues raised in the case; and, in this respect, we can find nothing wrong with the judgment appealed from». Σε μετάφραση: «Η απαίτηση όπως δίδεται αιτιολογία σε μια απόφαση αναφέρεται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματός μας καθώς επίσης στο άρθρο 113
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κατά την άποψή μας η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αυτή η απαίτηση έχει ικανοποιηθεί ή όχι σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από το αν δόθηκαν επαρκείς λόγοι για το πώς αποφασίσθηκαν τα επίδικα ζητήματα στην υπόθεση. Και υπό αυτή την έννοια δεν μπορούμε να βρούμε σφάλμα στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση». Στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Χ΄΄Πιέρα
(1981)1 CLR 560 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. we must point out that the need to reason a judgment is not only dictated by Article 30.2 of the Constitution, but also it is essential in the interests of justice. Adequate judicial reasoning and its soundness upholds faith in the law and strengthens confidence in the judiciary. Recently, in Civil Appeal No. 6075, we had occasion to refer to the ingredients of due reasoning. The evidence must be analysed in the light of the issues as defined by the pleadings, and the necessary findings must be made succinctly ... Thereafter, there should be a clear judicial pronouncement, indicating the outcome of the case (see, Theodore Ioannidou v. Charilaos Dhikeos
(1969)1 C.L.R. 235). At the end of the day, one should be left in no doubt as to the course of judicial proceedings and the reasons for arriving at a giver result». Σε μετάφραση: « . πρέπει να υποδείξομε ότι η ανάγκη για αιτιολόγηση μιας απόφασης δεν υπαγορεύεται μόνο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, αλλά είναι, επίσης, αναγκαία για το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η επαρκής δικαστική αιτιολογία και η ευρωστία της προσδίδουν πίστη στον νόμο και ενδυναμώνουν την εμπιστοσύνη προς την δικαστική εξουσία. Πρόσφατα στην Πολιτική Έφεση 6075 είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στα συστατικά της δέουσας αιτιολογίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναλύεται υπό το φως των ζητημάτων όπως αυτά καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις και τα αναγκαία ευρήματα να γίνονται συνοπτικά ... Ακολούθως, η απόφαση θα πρέπει να απαγγέλλεται ώστε να καταδειχθεί η έκβαση της υπόθεσης. Στο τέλος της ημέρας κανείς δεν πρέπει να μείνει με οποιαδήποτε αμφιβολία για την πορεία των δικαστικών διαδικασιών και τους λόγους για την κατάληξη σε ένα δεδομένο αποτέλεσμα». Τέλος, στην υπόθεση Εταιρεία Σ & Γ Κολοκασίδη Λτδ ν. Αντώνη Κιμωνή
(1989)1 CLR 132 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Mounir Boustani v. Linmare Shipping Company Limited
(1984)1 A.A.Δ. 354, η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ακύρωσε πρωτόδικη απόφαση που εξέδωσε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αγωγή δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου και διέταξε την επανεκδίκαση της αγωγής για να εξεταστεί εκ νέου και ενώπιον άλλου Δικαστή η απαίτηση των εφεσιβλήτων μέσα στα πλαίσια των εγγράφων προτάσεών τους και για να αποφανθεί, μετά από ορθή εκτίμηση των γεγονότων στο σύνολό τους, αν οι εφεσίβλητοι δικαιούνται στις θεραπείες που ζητούσαν, όλες ή μερικές, ή όχι, πράγμα που δεν είχε γίνει με την επίδικη πρωτόδικη απόφαση. Στις υποθέσεις Παπαέλληνα ν. EPCO (Cyprus) Ltd. και Lion Products Ltd.
(1967)1 Α.Α.Δ. 338, και Μιχαήλ Χρίστου και άλλου ν. Μαρίας Αγγελίδου και άλλου
(1984)1 Α.Α.Δ. 492, τονίστηκε με ιδιαίτερη έμφαση το καθήκον του πρωτόδικου Δικαστή αστικών διαφορών να διατυπώσει καθαρά μέσα στην απόφασή του τα πραγματικά επίδικα θέματα και να αναφέρει τα ευρήματά του αναφορικά με κάθε ένα από τα θέματα αυτά ξεχωριστά. Η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστή να εκτελέσει το πιο πάνω καθήκον στις δύο αυτές υποθέσεις οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην ακύρωση των δυο πρωτόδικων αποφάσεων και στην έκδοση διαταγής για επανεκδίκαση των αντίστοιχων αγωγών από άλλο Δικαστή. Το πιο πάνω καθήκον του πρωτόδικου Δικαστή αστικών διαφορών πηγάζει από τη βασική αρχή που έχει καθολική εφαρμογή, και η οποία απαιτεί κάθε δικαστική απόφαση να αποτελεί επαρκή δικαστική κρίση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Βλέπε επί του προκειμένου τις υποθέσεις Θεοδώρα Ιωαννίδου ν. Χαρίλαου Δίκαιου
(169)1 Α.Α.Δ. 235, Ανδρούλλα Χάμπου και άλλων ν. Μαρίας Αγγελίδου (ανωτέρω). Ένα άλλο βασικό καθήκον κάθε Δικαστή, που είναι συνυφασμένο με το δικαστικό λειτούργημα και αναφορικά με το οποίο το άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας έχει δημιουργήσει αντίστοιχο θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα των διαδίκων σε κάθε αστική ή ποινική διαδικασία, είναι το καθήκον που πηγάζει από την ανάγκη οι δικαστικές αποφάσεις να είναι αιτιολογημένες. Η έκταση της αιτιολογίας που απαιτείται εξαρτάται από τα περιστατικά και τα επίδικα θέματα της κάθε υπόθεσης. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο δικαστής αστικής διαφοράς έχει συμμορφωθεί με το πιο πάνω καθήκον αν με την απόφασή του: (α) δεν έχει προβεί σε ανάλυση της μαρτυρίας ενώπιόν του υπό το φως των επίδικων θεμάτων όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις, (β) δεν έχει κάμει συγκεκριμένα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση, και (γ) δεν προβεί σε δικαστική απαγγελία για το τελικό αποτέλεσμα της δίκης. Η περίμετρος της έκτασης της απαραίτητης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές διαφορές καθορίστηκε με τον πιο πάνω τρόπο στην υπόθεση Pioneer Candy Ltd. και άλλου ν. Στέλιου Τρύφωνα και Υιών Λτδ
(1981)1 Α.Α.Δ. 540 και έχει υιοθετηθεί σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Μιχαήλ Χρίστου ν. Μαρίας Αγγελίδου (ανωτέρω). Δικαστική απόφαση που δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπόκειται σε ακύρωση και η υπόθεση στην οποία έχει εκδοθεί επανεκδικάζεται. Σημειώνεται ότι με τον τροποποιητικό Νόμο 118(Ι)/19 με τον οποίο προστέθηκε το εδάφιο 8 στο άρθρο 44ΚΒ του Νόμου η υποχρέωση του Διευθυντή να εκδώσει αιτιολογημένη απόφαση σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης θεσμοθετήθηκε. Σύμφωνα, επίσης, με το εν λόγω εδάφιο ο Διευθυντής κοινοποιεί την αιτιολογημένη του απόφαση στο ενιστάμενο πρόσωπο και τον αγοραστή και πληροφορεί τον ενιστάμενο για τους λόγους απόρριψης της ένστασής του καθώς και για την απόφασή του να προχωρήσει στην διαδικασία µεταβίβασης του ακινήτου. Το ερώτημα που, επομένως, τίθεται επί τάπητος είναι κατά πόσο η απορριπτική απόφαση του Διευθυντή στην προκειμένη περίπτωση είναι αρκούντως αιτιολογημένη. Σύμφωνα με τον 6ο λόγο έφεσης η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Το εδάφιο
(3)του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εµπράγµατο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ηµερών από την ηµεροµηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύµφωνα µε το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συµβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύµβαση µεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερµατιστεί δυνάµει διατάγµατος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκµηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε µεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόµατι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση µη τεκµηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύµφωνα µε τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2)». Το καίριο μέρος από την εκκαλούμενη απόφαση έχει ως ακολούθως: «2. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9/1965, ένσταση μπορεί να υποβληθεί στον Διευθυντή για τον λόγο ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματισθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου 3.Ως εκ τούτου ο Διευθυντής δεν αποδέχεται την ένσταση σας». Στην απόφαση του ο Διευθυντής παρέθεσε απλά τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου και παρέλειψε να παραθέσει τον λόγο ή τους λόγους στους οποίους βάσισε την απόφαση του να μην αποδεχθεί την ένσταση της Εφεσείουσας. Συναφώς παρέλειψε να υποδείξει στην απόφασή του τα στοιχεία τα οποία του προσκομίσθηκαν και από τις δυο πλευρές, από την μεν Εφεσίβλητη 3 προς την κατεύθυνση ότι αυτή κατέβαλε πλήρως το τίμημα στον Εφεσίβλητο 2 ή κατά τα άλλα εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι αυτού, από δε την Εφεσείουσα προς την κατεύθυνση ότι η Εφεσίβλητη 3 δεν κατέβαλε πλήρως το τίμημα στην Εφεσίβλητη
- Τέλος, παρέλειψε να αποκαλύψει την αξιολόγηση στην οποία προέβη και δη να υποδείξει και δικαιολογήσει γιατί δέχθηκε τα στοιχεία που του προσκόμισε η Εφεσίβλητη 3 και γιατί δεν δέχθηκε τα στοιχεία που του προσκόμισε η Εφεσείουσα. Υπό το φως των πιο πάνω είναι πέρα από έκδηλο ότι η απόφαση του Διευθυντή στερείται παντελούς αιτιολογίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παραμερισμού της εκκαλούμενης απόφασης. H εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων παρέλκει. Τα έξοδα της κυρίως αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα σύμφωνα με τον πάγιο κανόνα. Το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης θα ακολουθήσουν και τα έξοδα της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 27.12.18 δυνάμει της οποίας στις 28.12.18 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος Γ της εν λόγω αίτησης. Στις 16.1.19 το εν λόγω διάταγμα οριστικοποιήθηκε και το Δικαστήριο διέταξε όπως τα έξοδα της ενδιάμεσης αίτησης είναι στην πορεία της κυρίως αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού (Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού) ημερομηνίας 23.11.
- Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού (Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού) να προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7ΧΧΧ6, Φ/Σχ ΧΧ/0ΧΧΧΧ4, τεμάχιο ΧΧΧ, Τμήμα Χ, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή ΧΧΧΧ στην Λεμεσό, από τις Υποθήκες με αριθμούς Υ1ΧΧΧ5/07, Υ1ΧΧΧ6/07, Υ1ΧΧΧ7/07 και Υ4ΧΧ0/09 και στην μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 28.12.18 και οριστικοποιήθηκε στις 16.1.19 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης/έφεσης καθώς και τα έξοδα της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 27.12.18 επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης 3 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο