← Κύπρος

Lukasz Sosin κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 1973/2018, 20/11/2023

Lukasz Sosin κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής: 1973/2018, 20/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1973/2018 Μεταξύ:

  1. Lukasz Sosin
  2. Agorzata Sosin Εναγόντων και Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόμενων ΚAI ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εξ ανταπαίτησεως Εναγόντων και
  3. Lukasz Sosin
  4. Agorzata Sosin
  5. Aristo Developers Ltd Εξ ανταπαίτησεως Εναγόμενων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.11.2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2: κ. Ν. Μετζίτικος Για εναγόμενους - εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες: κα Χλ. Στυλιανού, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3: κ. Π. Παύλου, για Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων, ημερομηνίας 30/11/2006 (στο εξής «επίμαχη σύμβαση») οι εναγόμενοι - που είναι τράπεζα - παραχώρησαν στους ενάγοντες - που είναι αντρόγυνο - στεγαστικό δάνειο, ύψους CHF149.000 (ελβετικών φράγκων) υπό τους όρους που αναφέρονται στην επίμαχη σύμβαση. Την ίδια μέρα, μεταξύ των πιο πάνω και των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 υπογράφτηκε και συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από το έγγραφο, ημερομηνίας 6/9/2006 με το οποίο οι ενάγοντες είχαν αγοράσει από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3, ένα διαμέρισμα σε κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού. Οι ακόλουθες είναι μερικές από τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων σε σχέση με την επίμαχη σύμβαση: Το συγκεκριμένο σχέδιο στεγαστικού δανείου τούς προτάθηκε από τους εναγόμενους (στο εξής θα αποκαλούνται και ως «τράπεζα») οι οποίοι τους παρουσίασαν τα πλεονεκτήματα και προνόμιά του και τους διαβεβαίωσαν ότι δεν ενείχε κανένα κίνδυνο ή ανησυχία και/ή ήταν ασφαλής τρόπος δανεισμού, που δε θα επέφερε καμιά ζημιά, χωρίς ωστόσο να τους επεξηγήσουν και/ή ερμηνεύσουν τους όρους της επίμαχης σύμβασης. Ενώ τους παρουσίασαν το συγκεκριμένο σχέδιο δανεισμού τους σε ξένο νόμισμα και συγκεκριμένα, σε ελβετικά φράγκα, τονίζοντας και/ή παρουσιάζοντας τα πλεονεκτήματα και προνόμιά του έναντι άλλων σχεδίων ή δανείου σε ευρώ, δεν τους πληροφόρησαν - μεταξύ άλλων - για τα πιο κάτω: ότι ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα είναι επενδυτικό προϊόν και δεν ενδείκνυται για αγορά κατοικίας και ότι ενέχει σοβαρούς κινδύνους από την συναλλαγματική ισοτιμία με αποτέλεσμα οι ίδιοι να επιβαρυνθούν τα μέγιστα. Ότι για κάθε δόση που πληρώνουν σε ευρώ, θα επωμίζονται την αλλαγή/μετατροπή σε ελβετικό φράγκο, με αποτέλεσμα να έχουν επιπλέον κόστος, που δε συμπεριλαμβάνεται στην επίμαχη σύμβαση. Δικογραφικά πάντοτε ισχυρίζονται και τα εξής: Ή έγκριση των παραχωρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων και η υπογραφή της επίμαχης σύμβασης πραγματοποιήθηκαν την ίδια μέρα και/ή φέρουν την ίδια ημερομηνία και παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα στους ίδιους προς υπογραφή, χωρίς να τους δοθεί ο χρόνος ή το περιθώριο να προηγηθεί ατομική διαπραγμάτευση των όρων της επίμαχης σύμβασης. Συγκεκριμένοι όροι της επίμαχης σύμβασης (αναφέρονται) οι οποίοι προσδίδουν απόλυτο δικαίωμα στην τράπεζα, ακόμη και χωρίς την ύπαρξη παράβασης αποτελούν σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των εναγόντων και κατά συνέπεια είναι άκυροι, ως καταχρηστικοί. Οι ενάγοντες αποτάθηκαν επανειλημμένα στους εναγόμενους και τους κάλεσαν να μειώσουν τη δόση και/ή να κλειδώσουν την ισοτιμία, στην ισοτιμία κατά την αποδέσμευση του κεφαλαίου, όταν εισέπραξαν το δάνειο και τους κάλεσαν σε διαπραγμάτευση ώστε να μετριάσουν τη ζημιά που υπέστησαν συνεπεία και/ή με ευθύνη των εναγόμενων, πλην όμως, αυτοί αδιαφορούσαν και/ή αρνούνταν να συνεργαστούν. Με βάση την έκθεση που ετοίμασαν οι ενάγοντες, μέσω εμπειρογνωμόνων, η ζημιά τους μέχρι και τις 15/12/2017 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των CHF30.493,
  6. Με αφαίρεση του ποσού αυτού, το πραγματικό υπόλοιπό τους με βάση την επίμαχη σύμβαση είναι CHF 7.681,
  7. Με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες αξιώνουν - μεταξύ άλλων - αναγνωριστική απόφαση ότι η επίμαχη σύμβαση έχει τερματιστεί για λόγους που αφορούν τους εναγόμενους, αναγνωριστική απόφαση ότι κατά τις 15/12/2017 το υπόλοιπο του λογαριασμού του επίδικου δανείου είναι CHF 12.200,15, απόφαση ότι η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ και αντίστροφα είναι η ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο της αποδέσμευσης του κεφαλαίου από το επίδικο δάνειο, δήλωση ότι η πρόνοια της επίμαχης σύμβασης με την οποία το έτος διαιρείται σε 360 μέρες αντί 365 είναι εξ υπαρχής άκυρη, δήλωση ότι όλες οι πρόνοιες της επίμαχης σύμβασης που δίδουν το δικαίωμα στους εναγόμενους να τροποποιούν μονομερώς ή να μεταβάλλουν μονομερώς, χωρίς διαπραγμάτευση είναι εξ υπαρχής άκυροι, δήλωση ότι όλες οι πρόνοιες της επίμαχης σύμβασης που δεν έτυχαν ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών κα/ή οι ενάγοντες δε λάμβαναν ικανοποιητική πληροφόρηση προς τούτες και τα αποτελέσματά τους και/ή αποδειχθεί ότι συνιστούν καταχρηστικότητα, διαγράφονται και/ή ακυρώνονται εξ υπαρχής. Επιπλέον ζητούν το ποσό των €1.200 που αναγκάστηκαν να καταβάλουν σε οικονομικούς συμβούλους συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγόμενων και το ποσό των €500 υπό μορφή μελλοντικών εξόδων εμπειρογνώμονα για κατάθεση μαρτυρίας. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους εγείρουν τρεις προδικαστικές ενστάσεις και άνευ βλάβης αρνούνται όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των εναγόντων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον τους, απορρίπτουν όλες τις αξιώσεις τους και παραθέτουν τη δική τους εκδοχή σ' ό,τι αφορά στις συνθήκες σύναψης της επίμαχης σύμβασης και τους όρους της. Αποτελεί θέση τους ότι όλα έγιναν νόμιμα και με βάση την επίμαχη σύμβαση. Καταληκτικά ζητούν απόρριψη της αγωγής. Με βάση πάντοτε την επίμαχη σύμβαση καταχώρησαν και ανταπαίτηση εναντίον, τόσων των εναγόντων όσο και των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων
  8. Με αυτή - μεταξύ άλλων - αναφέρονται στην ημερομηνία σύναψης της επίμαχης σύμβασης, παραθέτουν τους όρους της και ισχυρίζονται ότι κατά παράβασή της από τους ενάγοντες, το οφειλόμενο υπόλοιπό τους ανέρχεται στο ποσό των CHF43.551,03, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1/7/2018 μέχρι 21/11/2018, ύψους CHF532,17, πλέον τόκο 3 μηνών Libor, προσαύξηση προς 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως από 9/11/2018 μέχρι και την πλήρη εξόφληση, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Με την επιστολή τους και προς τους τρεις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους, ημερομηνίας 9/11/2018 τερμάτισαν την επίμαχη σύμβαση και απαίτησαν από τους πρωτοφειλέτες, εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού, αλλά αυτοί μέχρι σήμερα παρέλειψαν να το πράξουν. Με το παρακλητικό της ανταπαίτησής τους ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 (ως ανωτέρω) καθώς και διάφορα διατάγματα και/ή δηλώσεις εναντίον, τόσο των εναγόντων όσο και των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 που αφορούν στη συμφωνία εκχώρησης και το αγοραπωλητήριο έγγραφο για τα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι σε σχέση με τις εν λόγω αξιώσεις τους προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης έγινε δήλωση από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3, ότι σε περίπτωση που οι πρώτοι πετύχουν στην ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων, θα εκδοθεί απόφαση και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3, ως η παράγραφος 31(β) μέχρι (ι) της ανταπαίτησης. Σε τέτοια περίπτωση, η ανταπαίτηση των τελευταίων θα αποσυρθεί και κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα έξοδά της. Έχοντας υπόψη ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι συμφωνούν ότι οι πρώτοι οφείλουν στους δεύτερους κάποιο ποσό έναντι του δανείου που οι τελευταίοι είχαν παραχωρήσει στους πρώτους δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω αφορά στον προσδιορισμό του ποσού αυτού. Ο ενάγοντας Lukasz Sosin (Μ.Ε.1) και ο Νεόφυτος Παρέας (Μ.Ε.2) είναι οι δυο μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση της εναγόντων, τόσο για την απαίτηση όσο και για την ανταπαίτηση. Από την άλλη, για την υπόθεση των εναγόμενων, μαρτυρία δόθηκε από τους Αγαθοκλή Αγαθοκλέους, Λογγίνο Κουτσούδη και Λούκα Αντωνίου (Μ.Υ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Αυτονόητο πως, η μαρτυρία κάθε μάρτυρα, θα ιδωθεί και αξιολογηθεί τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με το αντίστοιχο - κατά περίπτωση μέρος - της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης. Ακόμη λαμβάνω υπόψη τ' ακόλουθα: Σύμφωνα με τη Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Όπως αναφέρεται συναφώς στην Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Επειδή ο Νεόφυτος Παρέας (Μ.Ε.2) κατάθεσε ως πραγματογνώμονας, παρατηρώ τα εξής: Ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα, δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά προσόντα του είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Όσα ακολουθούν από την υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 162/14, ημερ. 2/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B154, κατά τη γνώμη μου περικλείουν το σύνολο των αρχών που διέπουν το θέμα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). .... Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). .... Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Καθ' όλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd
(2012)1(B) A.A.Δ. 1682: «Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, από όπου και αν προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των ιδίων των πρωταγωνιστών μιας διαφοράς. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεμελιώνει επιστημονικώς τη μια ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά το πράττει συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών.» Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα, Lukasz Sosin (Μ.Ε.1) ως μάρτυρα είναι αρνητική. Και τούτο, επειδή ο μάρτυρας, στις πλέον ουσιώδεις πτυχές τις υπόθεσης, μεταξύ άλλων, υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν μπορούσε να τεκμηριώσει, ενώ σε μερικές περιπτώσεις ήταν εμφανές ότι παρουσιάστηκε να έχει επιλεκτική μνήμη. Για όλους αυτούς τους λόγους - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι - η μαρτυρία του, επί της ουσίας, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη που συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα είτε τέλος που συντίθεται από ισχυρισμούς οι οποίοι υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του ή παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας που είναι από την Πολωνία, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του (τεκμ. 1 στα πολωνικά και τεκμ. 1Α η πιστή μετάφρασή της στα ελληνικά) ενώ απάντησε και σε πολύ μικρό αριθμό ερωτήσεων του ευπαίδευτου δικηγόρου του. Σύμφωνα λοιπόν με τη μαρτυρία του αποφοίτησε τεχνική σχολή και μετά άρχισε να σπουδάζει αθλήματα στην ακαδημία αθλημάτων στην Κρακοβία, αλλά μετά τον πρώτο χρόνο έπρεπε να σταματήσει τις σπουδές επειδή προέκυψε μια άλλη δουλειά σε άλλη πόλη και μετακόμισε και δέχτηκε τη θέση εκεί. Το επάγγελμά του είναι ποδοσφαιριστής και τώρα προπονητής. Όσα ακολουθούν είναι από τη γραπτή δήλωσή του: Κατά ή περί το Σεπτέμβρη του 2006, ο ίδιος και η ενάγουσα σύζυγός του αποτάθηκαν στους εναγόμενους με σκοπό την εξασφάλιση στεγαστικού δανείου, ύψους £80.000. Όταν ρώτησαν για την εξασφάλιση της πίστωσης, τους προτάθηκε συγκεκριμένο σχέδιο στεγαστικού δανείου και οι εναγόμενοι τους παρουσίασαν τα πλεονεκτήματα και προνόμιά του, χωρίς όμως να τους επεξηγήσουν τους όρους της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, δεν τους επεξήγησαν με ποιο τρόπο θα αυξομειώνονταν οι δόσεις σε περίπτωση διαφοροποίησης του συνόλου του επιτοκίου ώστε τα δάνειο να ξοφληθεί σε 300 μηνιαίες δόσεις, ότι χρεώνονται επιπλέον χρεώσεις από τη διαίρεση του έτους σε 360 αντί 365 μέρες και πώς λειτουργεί η πρόσθεση τόκου υπερημερίας και όχι μόνο το κεφάλαιο και ότι θα χρεωθούν δικαιώματα και πρόσθετες χρεώσεις επί της συμφωνίας και άλλων υπηρεσιών και τα είδαν πρώτη φορά κατά την υπογραφή της συμφωνίας οπότε θα λάμβαναν και το δάνειο. Περαιτέρω, τους διαβεβαίωσαν ότι πρόκειται για ένα προνομιούχο σχέδιο με πολλά ωφελήματα το οποίο δεν ενείχε κανένα κίνδυνο ή ανησυχία και ήταν ασφαλής τρόπος δανεισμού που δεν επέφερε καμιά ζημιά. Οι εναγόμενοι, από την επαγγελματική τους θέση, τους διαβεβαίωσαν ότι προβαίνουν σε μια συμφέρουσα επιλογή, χωρίς αδικαιολόγητες παράνομες χρεώσεις και ασφαλή τρόπο δανεισμού, χωρίς κινδύνους ή ζημιές. Ή έγκριση των παραχωρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων και η υπογραφή της συμφωνίας πραγματοποιήθηκαν την ίδια μέρα και τους παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα προς υπογραφή, χωρίς να τους δοθεί ο χρόνος ή το περιθώριο να προηγηθεί ατομική διαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας. Οι εναγόμενοι τους παρουσίασαν σχέδιο δανεισμού σε ξένο νόμισμα, δηλαδή ελβετικά φράγκα, τονίζοντάς και/ή παρουσιάζοντας τα πλεονεκτήματα και προνόμιά του έναντι άλλων σχεδίων ή δανείου σε κυπριακές λίρες, χωρίς όμως να τους πληροφορήσουν για τα παρακάτω: ότι ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, πρώτο, είναι επενδυτικό προϊόν και δεν ενδείκνυται για στεγαστικό δάνειο, η περίοδος αποπληρωμής του οποίου είναι πολυετής, δεύτερο, ενέχει σοβαρούς κινδύνους εκ της συναλλαγματικής ισοτιμίας με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν τα μέγιστα, τρίτο, ότι για κάθε δόση που πληρώνουν σε λίρες Κύπρου και μετά σε ευρώ, θα επωμίζονται την αλλαγή/μετατροπή σε ελβετικό φράγκο με αποτέλεσμα να έχουν επιπλέον κόστος που δε συμπεριλαμβάνεται στη συμφωνία και δεν τους παρουσιάστηκε εξαρχής και δεν το γνώριζαν και τέταρτο, ότι το πρόσωπο που τους παρουσίασε το σχέδιο δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα και εξουσιοδότηση προς τούτο. Οι εναγόμενοι δεν ακολούθησαν τον ενδεδειγμένο τύπο συμφωνίας, αλλά και νόμιμη διαδικασία προς συνομολόγηση της επίμαχης σύμβασης και η διαδικασία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος 39(Ι)/2001. Παρέλειψαν τον καθορισμό του Σ.Ε.Π.Ε. την προ συμβατική ενημέρωση και επεξήγηση, την παρουσίαση παραδείγματος αναπροσαρμογής της δόσης και διάφορα άλλα σημαντικά και βασικά θέματα. Χρονολογικά, τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Κατά ή περί το Σεπτέμβρη του 2006 ρώτησε στην τράπεζα στο τότε υποκατάστημά της τον προσωπικό του τραπεζίτη, ονόματι Λογγίνο (Μ.Υ.2) που χειριζόταν τους λογαριασμούς του, αν μπορούσε να λάβει στεγαστικό δάνειο και αυτός του πρότεινε ένα σχέδιο στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα, λέγοντάς του ότι αυτό έχει περισσότερα πλεονεκτήματα και χαμηλότερο επιτόκιο. Ακόμη, ότι πολλοί υπάλληλοι της τράπεζας, το έχουν επιλέξει και το φράγκο είναι σταθερό για πάρα πολλά χρόνια και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Τέλος, του είπε ότι με βάση τις απολαβές του και το ποσό που ήδη θα πλήρωνε από δικούς του πόρους μπορούσαν (οι ενάγοντες) να εγκριθούν εύκολα. Κατόπιν παρότρυνσης του προσωπικού του τραπεζίτη, εφόσον το γνώριζε και του είχε εμπιστοσύνη, ετοιμάστηκε από τους εναγόμενους αίτηση την οποία υπόγραψαν ο ίδιος και η σύζυγός του. Όπως προκύπτει από το έγγραφο που και οι δυο υπόγραψαν, όπου δηλώνουν ότι λαμβάνουν γνώση του συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου, αυτό φέρει ημερομηνία 18/10/2006, όμως δε θυμάται να έχουν υπογράψει κάτι άλλο, πριν την ημερομηνία του δανείου, στις 30/11/2006, εκτός από την αίτηση που ετοίμασαν οι εναγόμενοι. Πιστεύει ότι εκείνα τα δυο έγγραφα υπογράφτηκαν την ίδια ημέρα που υπόγραψαν το δάνειο. Στις 30/11/2006 και αφού είχαν ενημερωθεί προφορικά ότι το αίτημά τους για δάνειο είχε εγκριθεί επισκέφθηκαν τα γραφεία των εναγόμενων στη Λεμεσό, στο γραφείου του Μ.Υ.2 και υπόγραψαν την επίμαχη σύμβαση, το έγγραφο έγκρισης των πιστωτικών διευκολύνσεων, τα δύο έγγραφα που αφορούν την ανάληψη ευθύνης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου, την τριμερή συμφωνία μεταξύ των ιδίων, των εναγόμενων και της κατασκευαστικής εταιρείας (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3) τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων του αγοραπωλητηρίου που είχαν με τους πωλητές του διαμερίσματος, πληρεξούσιο έγγραφο προς τους εναγόμενους και κάποια άλλα έγγραφα (αναφέρονται). Λόγω του ότι κάθε φορά πλήρωναν δόση σε λίρες Κύπρου και μετατρεπόταν σε ελβετικά φράγκα, κάποια στιγμή επισκέφθηκε την τράπεζα και ζήτησα από τον τραπεζίτη του να μετατραπεί το δάνειό του από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, αφού ήδη η Κύπρος είχε υιοθετήσει το ευρώ. Ο τραπεζίτης ανάφερε ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή και περνούσε ο καιρός, χωρίς να γίνει καμιά αλλαγή. Ζήτησα αλλαγή του δανείου μου σε ευρώ δύο φορές από το Μ.Υ.2 και μια φορά από κάποιο άλλο κύριο που εργαζόταν στο ίδιο κατάστημα προτού επέλθει η μεγάλη μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, αλλά δεν εκτέλεσαν το αίτημά μου, αναφέροντας ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή και ότι δεν ήταν προς το συμφέρον μου, ενώ το διαβεβαίωσαν ότι θα τον ενημερώσουν όταν είναι η κατάλληλη στιγμή. Μια από τις φορές που ζήτησα να μετατραπεί το δάνειο μου σε ευρώ ήταν τον Ιούνη περίπου του 2009, όταν επισκέφτηκε την τράπεζα με ένα ποσό περίπου €40.000 και ζήτησε να πιστωθεί στο δάνειό του, να μετατραπεί σε ευρώ και να μειωθεί η δόση ώστε να μπορεί ευκολότερα να ανταπεξέρχεται στη δόση, αφού άρχισαν να μειώνονται οι απολαβές μου και η τράπεζα δεν έκανε τίποτα παρά το γεγονός ότι πλήρωσε το ποσό. Όταν επικοινώνησαν οι δικηγόροι του με την τράπεζα, τους πρότειναν να τους χορηγήσουν νέο δάνειο σε ευρώ, όταν πλέον είχαν υποστεί μεγάλη ζημιά. Γενικότερα υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ μου και του τραπεζίτη μου και ακολούθησε τη συμβουλή του να επιλέξουν το σχέδιο στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο. Δεν αμφισβητεί το τι έχει υπογράψει, αλλά η δήλωση ότι αναλαμβάνει τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας και του επιτοκίου ήταν συνδεδεμένη με το γεγονός ότι επέλεξε δάνειο σε ξένο νόμισμα. Όσον αφορά τον ίδιο και την ενάγουσα σύζυγό του υπόγραψαν όλο το πακέτο εγγράφων που ετοίμασαν οι εναγόμενοι για να λάβουν δάνειο, εκεί που στηρίχτηκαν πραγματικά ήταν στις παραστάσεις του υπαλλήλου που τους παρουσίασε το σχέδιο σε ξένο νόμισμα και στα βασικά, όπως το επιτόκιο, τη διάρκεια αποπληρωμής και άλλα προνόμια, όπως δυνατότητα αναστολής και πρόωρης αποπληρωμής, χωρίς πρόστιμο. Πραγματικά, τίποτε άλλο δεν τους επεξηγήθηκε από τους εναγόμενους σε σχέση με το δάνειο, ενώ μάλιστα η μητρική τους γλώσσα είναι τα πολωνικά και τα αγγλικά του, δεν είναι πολύ καλά. Όταν ο διευθυντής του καταστήματος, σου αναφέρει ότι είναι ένα πολυσύχναστο σχέδιο που το έχουν επιλέξει πολλοί υπάλληλοι της τράπεζας και είναι προνομιούχο και το επιτόκιό του είναι χαμηλότερο από άλλα σχέδια, είναι φυσιολογικό να το επιλέξεις ανάμεσα σε άλλα σχέδια. Το γεγονός ότι ήταν δάνειο σε ξένο νόμισμα δεν ενεργοποίησε οποιοδήποτε κίνδυνο στο μυαλό του ώστε να επισκεφθεί ειδικό, ήταν σε μια τράπεζα πελάτης και ήταν ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες της και για πρώτη φορά προέβαινε σε δανεισμό, έτσι που δε θεώρησε ότι έπρεπε να λάβει εξιδεικευμένη συμβουλή προτού δανειστεί σε ξένο νόμισμα. Οι εναγόμενοι, μέσω του υπαλλήλου τους, στις προφορικές επεξηγήσεις εστίασαν στα προνόμια του συγκεκριμένου σχεδίου και όχι στο να τους επισημάνουν τον κίνδυνο ότι σε περίπτωση μείωσης της αξίας του ελβετικού φράγκου έναντι της λίρας και αργότερα του ευρώ θα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος ζημιάς. Ούτε και τους έδωσαν συγκεκριμένη ενημέρωση με παραδείγματα, του τι σημαίνει αυτός ο κίνδυνος και πώς δύναται να επηρεάσει την αποπληρωμή του δανείου. Μάλιστα ούτε και τους έδωσαν παραδείγματα, το πώς θα αποπληρωθεί το δάνειο και πόσο θα στοιχήσει μέχρι την αποπληρωμή του, ανεξάρτητα από τον κίνδυνο αλλαγής της ισοτιμίας. Περαιτέρω, δεν τους μίλησε κάποιος ειδικός από τους εναγόμενους σε αυτά τα θέματα που αφορούν δάνειο σε ξένο νόμισμα, γι' αυτό και προχώρησαν, νομιζόμενοι ότι πρόκειται για ένα απλό δάνειο. Εκ των υστέρων, όταν τους εξήγησαν οι σύμβουλοί τους, δικηγόροι και οικονομολόγοι, αντιλήφθηκαν ότι πρόκειται για ένα δανεισμό, που ίσως είναι επενδυτικό προϊόν που περιέχει υψηλό ρίσκο και όχι για ένα απλό δάνειο. Τους λέχθηκε επίσης ότι υπάρχουν τρόποι αντιστάθμισης των κινδύνων με ασφαλιστικά προϊόντα τα οποία ουδέποτε τους πρότειναν οι εναγόμενοι και τους άφησαν στο έλεος του κινδύνου. Η απαίτηση των εναγόμενων για υπογραφή της δήλωσης ανάληψης ευθύνης έγινε απλά για να καλύψουν το δικό τους κίνδυνο, χωρίς να τους ενδιαφέρει αν ο ίδιος και η ενάγουσα αναλάμβαναν υψηλά ρίσκα, τα οποία, ως εκ της θέσεως και ιδιότητάς τους δεν αντιλήφθηκαν και θα πάθαιναν ζημιά. Οι Εναγόμενοι κοίταξαν μόνο να καλύψουν και να εξασφαλίσουν το ποσό που θα έδιδαν, χωρίς να υποστούν ζημιά, όμως δεν έλαβαν υπόψη ότι για να δικαιούσαι να παραχωρείς δάνεια ξένου νομίσματος οφείλεις να προειδοποιείς και να επεξηγείς στο δανειολήπτη μερικά βασικά δεδομένα και να σιγουρευτείς ότι τα έχει αντιληφθεί. Θέλει να πει μετά βεβαιότητας ότι σε καμία περίπτωση δεν κάθισαν με τους εναγόμενους και να τους επεξηγήσουν έναν τους όρους του δανείου και πώς αυτοί θα είχαν επιπτώσεις στους ίδιους ούτε και βέβαια τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να είχαν σε διάφορες περιπτώσεις. Όσον αφορά το γεγονός ότι δανείστηκαν σε ελβετικό φράγκο, σίγουρα δεν τους προειδοποίησαν, δεν τους επεξήγησαν και δεν τους έδωσαν παραδείγματα για να αντιληφθούν ποιους κινδύνους αναλάμβαναν. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, κάθε άλλο παρά τυχαία επέλεξα την παράθεση τόσων εκτενών αποσπασμάτων από τη γραπτή δήλωση του ενάγοντα. Το έχω κάνει για να πω ότι η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα θεωρώ ότι τεκμηριώνεται πλήρως με αντιπαραβολή όσων αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του με αυτά που ανάφερε αντεξεταζόμενος. Δηλαδή, χωρίς να χρειάζεται αντιπαραβολή και σύγκριση της μαρτυρίας του με τη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα. Αντεξεταζόμενος λοιπόν ο ενάγοντας, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Με αναφορά στον ισχυρισμό του της παραγράφου 4 της γραπτής δήλωσής του, ότι σκοπός της τράπεζας είναι να βγάλει ένα λογικό κέρδος, όπως καθορίζεται από τους σχετικούς νόμους, ερωτηθείς ποιο είναι το λογικό κέρδος και από ποιο νόμο καθορίζεται, όπως είπε, δεν ξέρει πώς να απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση επειδή δεν είναι ειδικός για να ξέρει τους νόμους υπό τους οποίους λειτουργεί η τράπεζα. Αυτό είναι ένα μόνο, ενδεικτικό παράδειγμα, προβολής ισχυρισμού, που δεν μπορούσε να τεκμηριώσει και τούτο, επειδή, προφανώς δεν αποτελεί δικό του ισχυρισμό. Όπως είπε λίγο αργότερα, όταν πήγαν στην τράπεζα και ζήτησαν να τους διευκρινίσει εάν δικαιούνται να πάρουν δάνειο, συζήτησαν τρεις περιπτώσεις, είτε σε δολάρια είτε σε ευρώ είτε σε ελβετικά φράγκα. Για σχέδιο δανείου σε αυτά τα τρία νομίσματα. Η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε αποτελεί γεγονός. Στη γραπτή δήλωσή του ισχυρίζεται και μάλιστα, όχι μόνο μια φορά, ότι οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο Μ.Υ.2 του πρότεινε μόνο το σχέδιο στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα. Φυσικά, δε μου διαφεύγει πως όταν στη συνέχεια τού υποβλήθηκε ότι ο ίδιος ζήτησε από την τράπεζα την παροχή δανείου σε ελβετικά φράγκα, επανήλθε στη θέση ότι είναι η τράπεζα που τους είχε προτείνει το συγκεκριμένο δάνειο, με το επιχείρημα ότι το έπαιρναν και πολλοί άλλοι, όπως ο κύριος Άριστος και ο συμπαίκτης του ο Bogdan. Επί του ισχυρισμού του, πως όταν πήγαν στην τράπεζα και τους πρότειναν το σχέδιο στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα, οι εναγόμενοι τους παρουσίασαν τα πλεονεκτήματα και προνόμια του εν λόγω σχεδίου, χωρίς να τους επεξηγήσουν τους όρους της συμφωνίας, ερωτηθείς γιατί δε ρώτησαν εκείνοι για τους όρους της συμφωνίας, όπως είπε, η τράπεζα τους παρουσίασε αυτό το σχέδιο, αλλά παρόμοιο σχέδιο είχε και ο κύριος Αντρέας από την εταιρεία Aristo (εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3) και ο συμπαίκτης του ο Bogdan και επειδή ήξερε ότι υπήρχαν αυτές οι συμφωνίες, είχε εμπιστοσύνη. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εν τέλει, γιατί υπόβαλε την αίτηση για το επίδικο στεγαστικό δάνειο; Κατόπιν παρότρυνσης του προσωπικού του τραπεζίτη, επειδή το γνώριζε και του είχε εμπιστοσύνη, όπως αναφέρει στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσής του ή επειδή είχαν παρόμοιο σχέδιο/συμφωνία, ο κύριος Αντρέας, των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 - με τους οποίους ο ίδιος και η σύζυγός του συνήψαν το αγοραπωλητήριο (τεκμ. Α5) και ο συμπαίκτης του, ο Bogdan και είχε εμπιστοσύνη; Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Όταν λίγο αργότερα ρωτήθηκε εάν πήγε στην τράπεζα και ρώτησε να του εξηγήσουν τη δυνατότητά του να συνάψει δάνειο, είτε σε λίρες είτε σε δολάριο είτε σε ελβετικά φράγκα, απάντησε καταφατικά. «Ακριβώς έτσι.» ήταν η απάντησή του. Που με απλά λόγια σημαίνει ότι για μια φορά ακόμη αναίρεσε τη θεμελιακή θέση του ότι είναι η τράπεζα, δηλαδή οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο Μ.Υ.2 που τον εξώθησαν να συνάψει δάνειο σε ελβετικά φράγκα, με τον ίδιο και τη σύζυγό του να αιτούνται απλώς παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης υπό μορφή στεγαστικού δανείου. Ερωτηθείς εάν είχε διαβάσει προτού υπογράψει τη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου, ημερομηνίας 18/10/2006 (τεκμ. Α4) όπως είπε, το συγκεκριμένο έγγραφο, το διάβασε η γυναίκα του, επειδή ο ίδιος δεν ξέρει να διαβάζει αγγλικά. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν το παράπονο του σήμερα είναι ότι δεν ξέρει καλά αγγλικά ή ότι δεν τους επεξήγησαν τους όρους της επίμαχης σύμβασης που έχουν υπογράψει, όπως είπε απαντώντας «Ότι δεν μου εξηγήθηκε τι ρίσκο παίρνω πάνω μου παίρνοντας αυτό το δάνειο.» Απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις σε συνάφεια και με τον ισχυρισμό του πως δεν ξέρει πολύ καλά αγγλικά, όπως είπε, όταν συνήψαν την επίμαχη σύμβαση προσπαθούσε η γυναίκα του να του επεξηγήσει τους όρους της, η οποία ξέρει και να γράφει και να διαβάζει και να μιλά αγγλικά. Η γυναίκα του τού επεξήγησε και τη δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου. Υπήρχαν λέξεις που καταλάβαιναν μόνο στο περίπου ή το γενικό και η τράπεζα τούς είπε ότι αυτό το έγγραφο είναι απλά μέρος της συμφωνίας και ότι ο καθένας πρέπει να υπογράψει ένα τέτοιο έγγραφο, αφού παίρνει δάνειο σε ξένο δάνειο. Σε σχέση με το ίδιο έγγραφο, όπως είπε, είδαν ότι υπάρχουν λέξεις που είναι γραμμένες με bold ότι γράφει «ρίσκο» και ρώτησαν την τράπεζα και ήθελαν να το συζητήσουν και να δουν τι ρίσκο υπάρχει και η τράπεζα τους έλεγε απλά ότι είναι ένα έγγραφο που απλά αν ήθελαν να πάρουν το δάνειο σε ελβετικά φράγκα, ότι πρέπει να το υπογράψουν, επειδή είναι μέρος της υπόθεσης, μέρος της διαδικασίας να λάβουν δάνειο σε ξένο νόμισμα. Και ενώ αυτή ήταν η θέση του σε σχέση με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου και επέμενε, καθώς την επανέλαβε και στη συνέχεια, όταν ευθύς αμέσως, του υποβλήθηκε ότι προτού υπογράψει τη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου τού επεξηγήθηκαν πλήρως από τους υπαλλήλους της τράπεζας, οι κίνδυνοι που αφορούσαν το δανεισμό σε ξένο νόμισμα, απάντησε ως εξής: «Ναι, μας εξήγησαν, το διαβάσαμε και όταν είχαμε ερωτήσεις μας απαντούσανε σε αυτές τις ερωτήσεις.» Και τους εξήγησαν λοιπόν και διάβασαν το συγκεκριμένο έγγραφο και όταν είχαν ερωτήσεις (προφανώς, απορίες ήθελε να πει) οι υπάλληλοι της τράπεζας τούς έδιναν σχετικές απαντήσεις. Δηλαδή, οι υπάλληλοι των εναγόμενων και μάλιστα, προτού οι ίδιοι υπογράψουν τη δήλωση συναλλαγματικού κι επιτοκιακού κινδύνου και προφανώς, την επίμαχη σύμβαση, για το γεγονός ότι θα συνήπταν σύμβαση με τους εναγόμενους για δανεισμό τους σε ξένο νόμισμα. Το πόσο κραυγαλέα είναι η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε σε σχέση με αυτό, το τόσο κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, που και οι δυο ενάγοντες αναδεικνύουν τόσο δικογραφικά όσο και με τη μαρτυρία του υπό αναφορά - έχοντας υπόψη ότι τόσο η απαίτησή τους όσο και η υπεράσπισή τους στην εναντίον τους ανταπαίτηση, σε σημαντικό βαθμό εδράζονται σε αυτό το στοιχείο - είναι ολοφάνερο. Εάν τα παραπάνω εξουδετερώνουν τις βασικές θέσεις του ενάγοντα σε σχέση με τη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου - το περιεχόμενο της οποίας, εν τέλει ομολογεί ότι τους επεξηγήθηκε από τους εναγόμενους προτού υπογράψουν το συγκεκριμένο έγγραφο και την επίμαχη σύμβαση - μέρος όσων ανάφερε στη συνέχεια, πάντοτε αντεξεταζόμενος, συνθλίβει και την άλλη βασική θέση και των δυο εναγόντων, σύμφωνα με την οποία, η έγκριση των παραχωρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων και η υπογραφή της επίδικης σύμβασης πραγματοποιήθηκαν την ίδια μέρα και τους παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα προς υπογραφή, χωρίς να τους δοθεί ο χρόνος ή το περιθώριο να προηγηθεί ατομική διαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας. Όταν ρωτήθηκε εάν έχει διαβάσει την επίμαχη σύμβαση, όπως είπε, προσπάθησε να τη διαβάσει όσο μπορεί, όσο καταλάβαινε. Όπως είπε στη συνέχεια, δεν την κατάλαβε, επειδή υπάρχουν πολλές λέξεις νομικές, τις οποίες δεν έχει καταλάβει. «Ρώτησες την τράπεζα να σου εξηγήσει ό,τι δεν κατάλαβες;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Μαζί με τη γυναίκα μου ρωτήσαμε, βάζαμε ερωτήσεις στα συγκεκριμένα σημεία που δεν καταλαβαίναμε στην τράπεζα και η τράπεζα μας απαντούσε.» Διερωτώμαι ειλικρινά, τι άλλο θα πρεπε να κάνουν οι εναγόμενοι για να θεωρηθεί ότι ενημέρωσαν με το δέοντα τρόπο τους ενάγοντες, τόσο για το περιεχόμενο της επίμαχης σύμβασης και τους όρους της όσο και για τους κινδύνους που ελλόχευαν, για το γεγονός ότι θα συνήπταν μια συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα; Ειδικά για το τελευταίο, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω και το περιεχόμενο των δηλώσεων ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου (τεκμ. Α4) που και οι δυο ενάγοντες είχαν υπογράψει. Ακολουθεί αυτούσιο: "To: Alpha Bank Limited LIMASSOL 18/10/2006 I/We confirm that I/we am/are fully aware that by borrowing in a currency other that the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received, I/we am/are exposed to the following risks: (
  1. a)Foreign Exchange Risk, due to the possibility of appreciation of the borrowing currency against the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received. (
  2. b)Interest Rate Risk, due to the possibility of an increase in the interest rate. Based on the above, in case of a possible increase in the interest rate and/or appreciation of the borrowing currency against the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received, I/we shall be called upon to pay an increased amount of the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received, for the repayment of my/our loan(s). Finally, I/we declare that the decision to proceed with borrowing in a currency other that the currency in which most of my/our assets are valued and my/our income is received, has been taken exclusively by myself/ourselves after careful consideration of the above-mentioned risks. .............. Customer Name & Signature" Από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου καθίσταται τελείως ξεκάθαρο, ότι οι ενάγοντες, όχι μόνο ενημερώθηκαν από τους εναγόμενους, τόσο για το περιεχόμενο της επίμαχης σύμβασης και τους όρους της όσο και για τους κινδύνους που ελλόχευαν για το γεγονός ότι θα συνήπταν μια συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα, αλλά, με τον πλέον ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο, δηλώνουν ενυπόγραφα στο ίδιο έγγραφο, ότι η απόφασή τους να προχωρήσουν σε δανεισμό σε ξένο νόμισμα λήφθηκε μετά από προσεκτική εξέταση των εν λόγω κινδύνων. Όμως, ότι ο ενάγοντας ήξερε πολύ καλά και αντιλαμβανόταν πλήρως το περιεχόμενο και τους όρους της επίμαχης σύμβασης και μάλιστα, προτού τόσο αυτός όσο και η ενάγουσα σύζυγός του την είχαν υπογράψει, εν τέλει το ομολόγησε ευθέως ο ίδιος. Συγκεκριμένα, όταν κάποια στιγμή ρωτήθηκε γιατί υπόγραψε την επίμαχη σύμβαση, αφού δε συμφωνούσε με τα δικαιώματα και τις χρεώσεις που θα χρεώνονταν στο λογαριασμό τους, απάντησε ως εξής: «Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση. Αφού έχω υπογράψει το συμβόλαιο και ήξερα τους όρους.» «Άρα γνώριζες, άρα συμφωνούσες με τους όρους που υπέγραφες;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Αφού έχω υπογράψει σημαίνει ότι συμφωνούσα με τους όρους.» Ακολούθησε η υποβολή ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας τού επεξήγησαν πλήρως και με επάρκεια τους όρους της επίμαχης σύμβασης προτού την υπογράψει. Και η απάντησή του: «Μου έχουν εξηγήσει τους όρους της συμφωνίας, αλλά δεν μου έχουν εξηγήσει με ακρίβεια τι ρίσκο πρόκειται να γίνει, δηλαδή, τι ρίσκο περιέχει αυτή η συμφωνία και εννοώ δεν μου τα έχουνε εξηγήσει σε γλώσσα την οποία θα την καταλάβαινα, δηλαδή σε καθημερινή γλώσσα, ότι χρησιμοποιώντας γλώσσα της τράπεζας ή νομική γλώσσα, δεν μου το έχουν εξηγήσει στη γλώσσα, σε απλή γλώσσα, καθημερινή γλώσσα.» Το πόσο επαμφοτερίζουσα, συν τοις άλλοις είναι η μαρτυρία του, σχεδόν για όλα τα ουσιώδη θέματα της υπόθεσης, είναι ολοφάνερο. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε γιατί δε ζήτησε κάποια άλλη συμβουλή, αφού είχε τη δυνατότητα, εφόσον δεν καταλάβαινε αυτά που του έλεγαν, όπως είπε απαντώντας, επειδή είχε εμπιστοσύνη στο Μ.Υ.2 και στους φίλους του, τον κύριο Αντρέα της Aristo και το συμπαίκτη του, Bogdan και δεν ένιωθε την ανάγκη να συμβουλευτεί και άλλους. Όταν ρωτήθηκε τι εννοεί όταν αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ότι δεν τους δόθηκε ο χρόνος ή το περιθώριο να προηγηθεί ατομική διαπραγμάτευση των όρων της επίμαχης σύμβασης προτού την υπογράψουν και τι επιθυμούσαν από την τράπεζα, όπως είπε, θα ήθελε να έχει τη δυνατότητα να συζητήσει τους καλύτερους για τον ίδιο, όρους. Για να προσθέσει στη συνέχεια, ότι δε συμφωνούσαν με κάποιους από τους όρους. Αυτό το ανάφερε στην τράπεζα και τα συζήτησαν, αλλά η τράπεζα του είπε ότι είναι τυπικό έγγραφο η επίμαχη σύμβαση, το οποίο πρέπει απλά να το υπογράψει. Εκτός του ότι, προφανώς ξέχασε ότι προηγουμένως δέχθηκε ότι για να υπογράψει την επίμαχη σύμβαση γνώριζε τους όρους της και συμφωνούσε με αυτούς, είναι και το γεγονός, ότι μου ακούγεται άκρως παράλογο, για να δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός, ότι η τράπεζα, δηλαδή οι εναγόμενοι, απευθυνόμενοι σε δυο μορφωμένους ανθρώπους, προκειμένου να τους πείσουν να υπογράψουν μια συμφωνία δανείου, θα έφθαναν στο σημείο να χαρακτηρίζουν το έγγραφο που την αποτυπώνει, ως τυπικό έγγραφο. Και να τους έλεγαν κάτι τέτοιο οι εναγόμενοι, έχοντας υπόψη τη φύση και κυρίως, τη νομική εμβέλεια ενός τόσο σημαντικού εγγράφου, που είναι το πλέον ουσιαστικό απ' όσα είχαν υπογράψει, με μόνο λόγο αυτό, και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής δε θα έπρεπε να το είχαν υπογράψει. Το πόσο αντιφατικός ήταν ο ενάγοντας για το ίδιο πάντοτε θέμα καταφαίνεται από την απάντησή του στην ακόλουθη υποβολή/ερώτηση που του έγινε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, αφού του υποβλήθηκε ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας τού εξήγησαν νομότυπα και σύμφωνα με την ορθή πρακτική και με τη σχετική νομοθεσία, όλους τους όρους της επίμαχης σύμβασης, τους οποίους αποδέχθηκε με την υπογραφή του και ρωτήθηκε εάν συμφωνεί, «Ναι, το έχω υπογράψει» απάντησε. Την ίδια απάντηση έδωσε και στην ακόλουθη υποβολή/ερώτηση που του έγινε, ευθύς αμέσως: «Και επίσης, σου υποβάλλω ότι όσα αναφέρεις στην παράγραφο, υποπαράγραφο (η) της παραγράφου 6 αναφορικά με τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας και τη μετατροπή του ελβετικού φράγκου σε λίρες, τα γνώριζες, είχες ενημερωθεί και αναφέρονταν τόσο στη συμφωνία δανείου όσο και στη δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου την οποία έχεις υπογράψει. Συμφωνείς ή διαφωνείς;» Και η απάντησή του: «Ναι, αφού υπόγραψα, έχω υπογράψει τη συμφωνία.» Ακόμη και για ένα απλό θέμα υπήρξε αντιφατικός. Ενώ στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσής του αποκαλεί το Μ.Υ.2, ως τον προσωπικό του τραπεζίτη, ο οποίος χειριζόταν τους λογαριασμούς του και του αποδίδει όσα οδήγησαν στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης, την οποία όπως είναι η θέση του, ο ίδιος και η σύζυγός του υπόγραψαν επειδή το γνώριζε και του είχε εμπιστοσύνη, όταν ρωτήθηκε εάν ο υπό αναφορά ήταν ο προσωπικός του τραπεζίτης, απάντησε ως εξής: «Δεν ήταν δικός μου προσωπικός τραπεζίτης, μου τον είχε συστήσει ο Andone Bogdan και ο κύριος Λογγίνος (Μ.Υ.2) τότε ήταν ο manager στην τράπεζα.» Εκεί λοιπόν που ο Μ.Υ.2 ήταν ο προσωπικός του τραπεζίτης τώρα έγινε manager, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω πως όταν ευθύς αμέσως, του υποβλήθηκε ότι ο Μ.Υ.2 ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος στη Γερμασόγεια και ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ή διαφωνεί, ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει ποια ήταν ακριβώς η θέση του και ότι ήξερε απλά ότι πρέπει να μιλήσει με το άτομο με αυτό το όνομα, που φυσικά αποτελεί νέα κραυγαλέα αντίφαση. Κατά τ' άλλα, ο Μ.Υ.2 είναι αυτός που ευθύνεται εκ μέρους των εναγόμενων, για όσα ο ίδιος και η ενάγουσα σύζυγός του αποδίδουν στους τελευταίους με την αγωγή τους, καθώς, επειδή υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ του ίδιου και του Μ.Υ.2 ακολούθησε τη συμβουλή του να επιλέξει το σχέδιο στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο. Αυτό ακριβώς αναφέρει στην παράγραφο 8 της γραπτής δήλωσής του για το Μ.Υ.2, τον οποίο, στην παράγραφο 12 αποκαλεί διευθυντή του καταστήματος, που όμως - για να επαναλάβω - όταν του υποβλήθηκε από την κα Στυλιανού, αυτό ακριβώς, ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει ποια ήταν ακριβώς η θέση του. Ξεχνώντας βέβαια, ότι κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι από την ημέρα που υπόγραψε την αίτηση μέχρι την υπογραφή του δανείου πήγε και άλλες φορές στην τράπεζα όπου έπινε καφέ με το Μ.Υ.2 και με τον κ. Αντρέα, επειδή τα γραφεία τους ήταν δίπλα. Και ενώ στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσής του ισχυρίζεται ότι η επίμαχη σύμβαση και όλα τ' άλλα έγγραφα που αναφέρει στην ίδια παράγραφο υπογράφτηκαν στις 30/11/2006 στα γραφεία των εναγόμενων στη Λεμεσό και συγκεκριμένα, στο γραφείο του Μ.Υ.2, όταν του υποβλήθηκε ότι τη δήλωση συναλλαγματικού κινδύνου, την υπόγραψε στις 18/10/2006 δε δέχθηκε την υποβολή. Απαντώντας δε στην επόμενη ερώτηση και συγκεκριμένα, εάν θυμάται ότι υπόγραψε τα έγγραφα στο γραφείο του Μ.Υ.2, όπως είπε απαντώντας, κάποια έγγραφα τα έχουν υπογράψει στο γραφείο του Μ.Υ.2 και μετά πήγαν στο άλλο γραφείο των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 για να υπογράψουν τα υπόλοιπα έγγραφα. Και ένα παράδειγμα επιλεκτικής μνήμης του ενάγοντα. Όταν του υποδείχθηκαν οι επιστολές (τεκμ. Α9) με τις οποίες οι εναγόμενοι ειδοποιούσαν τον ίδιο και τη σύζυγό του για τη μεταβολή του επιτοκίου, τις αναγνώρισε. Όταν στη συνέχεια, του υποβλήθηκε ότι με τις εν λόγω επιστολές, η τράπεζα τους ενημέρωνε για την αλλαγή του επιτοκίου, όπως προβλεπόταν στην επίμαχη σύμβαση που υπόγραψαν, ισχυρίστηκε πως δε θυμάται ακριβώς εάν έχει λάβει ή όχι αυτά τα έγγραφα, για να προσθέσει ότι εάν τα έχει λάβει, τα έχει δώσει στο δικηγόρο του. Η προτελευταία υποβολή που του έγινε ήταν ότι όλα τα έγγραφα που έχουν υπογραφεί μεταξύ τους και της τράπεζας είναι έγκυρα και δεσμευτικά. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί, απάντησε καταφατικά. Ξεχνώντας βέβαια ότι τόσο δικογραφικά όσο και κυρίως, με τη γραπτή δήλωσή του, το πρώτο πράγμα που αξιώνουν και οι δυο ενάγοντες είναι αναγνωριστική απόφαση ότι η επίμαχη σύμβαση έχει τερματιστεί για λόγους που αφορούν τους εναγόμενους και/ή εξαιτίας παράβασης της επίμαχης σύμβασης από τους εναγόμενους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η ουσία της μαρτυρίας του Νεόφυτου Παρέα (Μ.Ε.2) περικλείεται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμ. 2) καθώς και στην έκθεσή του, ημερομηνίας 23/4/2023 (τεκμ. 3). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι ο μάρτυρας, αρχικά και συγκεκριμένα, στις 15/12/2017 είχε ετοιμάσει την έκθεση (τεκμ. 5) την οποία, όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του έχει ενημερώσει ώστε να ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα για σωστή και καλύτερη ενημέρωση. Για το σκοπό αυτό ετοιμάστηκε η έκθεση (τεκμ. 3). Ο μάρτυρας, αδιαμφισβήτητα διαθέτει πλούσια ακαδημαϊκά προσόντα και μεγάλη πείρα για ό,τι του ζητήθηκε να κάνει καθώς και για το λόγο που παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, αφού, μεταξύ άλλων είναι κάτοχος τίτλου σπουδών στον κλάδο χρηματοοικονομικών και οικονομικών από πανεπιστήμιο του εξωτερικού, έχει εκπαιδευτεί από άλλο πανεπιστήμιο στη δημιουργία μοντέλων για αριθμητική ανάλυση, εργάστηκε για 15 χρόνια (από το 2001 μέχρι το 2016) στην υπηρεσία των εναγόμενων, ως λειτουργός δανείων, ενώ από το 2016 είναι διευθυντής και μέτοχος συγκεκριμένης εταιρείας όπου ασχολούνται με τη μελέτη τραπεζικών λογαριασμών και υπολογισμό τυχόν υπερχρεώσεων, με την ετοιμασία αναδομημένων τραπεζικών λογαριασμών και τη διαπραγμάτευση αναδιάρθρωσης δανείων με τραπεζικούς οργανισμούς και λόγω της εργασίας του στους εναγόμενους και στην εν λόγω εταιρεία έχει μελετήσει πάρα πολλές τραπεζικές συμφωνίες και καταστάσεις λογαριασμών. Όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του, του ζητήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σχετικά με τις αξιώσεις τους στην παρούσα διαδικασία που αφορούν τη συναλλαγματική ισοτιμία, το επιτόκιο που διεκδικούν, αλλά και τη χρέωση τόκων ανά εξάμηνο στο επίδικο δάνειο. Για την ετοιμασία της γνώμης του έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρει στην παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσής του. Αποτελεί κεντρική θέση του ότι η ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες προκύπτει από την αλλαγή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, από την αύξηση του επιτοκίου, από τον υπολογισμό των τόκων, χρησιμοποιώντας ως διαιρέτη του εμπορικού έτους τις 360 ημέρες αντί τις 365 και από τη χρέωση στο επίδικο δάνειο, διαφόρων εξόδων, τα οποία δεν προνοούνταν στα έγγραφα δανεισμού. Συγκεκριμένα, αντί στην κάθε πίστωση στο δανειακό λογαριασμό να χρησιμοποιείται η συναλλαγματική ισοτιμία CHF-ΕΥΡΩ 1,5770 που ίσχυε κατά τη σύναψη του δανείου, η τράπεζα χρησιμοποίησε τη συναλλαγματική ισοτιμία της ημέρας που γινόταν κάθε πίστωση. Η πραγματοποιηθείσα ζημιά που προκύπτει κατά τον τερματισμό του δανείου είναι CHF28.102,10, ενώ η συναλλαγματική ζημιά που προκύπτει κατά τον τερματισμό του δανείου είναι €7.625,31. Με βάση την έκθεσή του και την αναθεωρημένη κατάσταση σχετικά με το υπόλοιπο του δανειακού λογαριασμού, ο ίδιος, για κάθε πράξη χρησιμοποίησε τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά τη σύναψη του δανείου, δεν μετέβαλε το περιθώριο κέρδους του δανείου και ούτε μετέτρεψε το δάνειο σε ευρώ κατά τον τερματισμό και επομένως, το επιτόκιο που χρεώνεται το δάνειο είναι 3 μηνών Libor, πλέον 1,75%. Όπως φαίνεται από την εν λόγω κατάσταση μέχρι τις 21/4/2023, το υπόλοιπο του δανείου έπρεπε να ήταν CHF17.208,39, με αντίστοιχο ποσό €10.912,36. Καταληκτικά στη δήλωσή του ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής: Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι η τράπεζα δεν είχε εξηγήσει στους ενάγοντες τους συναλλαγματικούς κινδύνους που ενείχε ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα και δεν τους έδωσε συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα σχετικά με το πώς θα επηρεαζόταν η δόση του δανείου τους σε περίπτωση αύξησης του επιτοκίου και αλλαγής της ισοτιμίας, τότε, σε κάθε πληρωμή που γινόταν στο δάνειο, έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η συναλλαγματική ισοτιμία κατά τη σύναψη του δανείου. Η ζημιά που προκύπτει από τη συναλλαγματική ισοτιμία από τις πιστώσεις που έγιναν στο δανειακό λογαριασμό είναι CHF15.818,69. Η αύξηση του περιθωρίου κέρδους δεν έπρεπε να ασκείται αυθαίρετα, αλλά να είναι σε συνάρτηση με την επικινδυνότητα των εναγόντων. Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η αύξηση του περιθωρίου κέρδους, μόνο λόγω της μείωσης του 3 μηνών Libor. Η ζημιά που προέκυψε από την αύξηση του πρόσθετου περιθωρίου και την επιβολή τόκου υπερημερίας είναι CHF11.116,94. Η ζημιά που προκύπτει από τη χρέωση τόκων στη βάση των 360 ημερών αντί των 365 είναι CHF327,53 και από τη χρέωση διαφόρων εξόδων CHF6.63. Για ένα βασικό λόγο, η θέση του μάρτυρα ότι μέχρι τις 21/4/2023, το υπόλοιπο του επίδικου δανείου έπρεπε να ήταν CHF17.208,39, με αντίστοιχο ποσό €10.912,36 καθίσταται αυθαίρετη και ατεκμηρίωτη, επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι φανερό ότι ο μάρτυρας για να καταλήξει στο ποσό αυτό, κατά τους διάφορους υπολογισμούς στους οποίους έχει προβεί εξέλαβε ως δεδομένο, ό,τι καταληκτικά στην έκθεσή του θέτει σε υποθετική βάση. Συγκεκριμένα, ενώ για σκοπούς προσδιορισμού του κατ' ισχυρισμό των εναγόντων πραγματικού ποσού που οφείλουν στους εναγόμενους, για όλες τις πιστώσεις, έλαβε υπόψη τη συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία σύναψης της επίμαχης σύμβασης και όχι αυτή που ίσχυε κατά την ημερομηνία που γινόταν κάθε πληρωμή/πίστωση και τούτο, επειδή εξέλαβε ως δεδομένη τη θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι δεν τους είχαν εξηγήσει τους συναλλαγματικούς κινδύνους που ενείχε ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, πριν από την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, η καταληκτική του θέση ότι σε κάθε πληρωμή που γινόταν στο δάνειο, έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η συναλλαγματική ισοτιμία κατά τη σύναψη του δανείου τίθεται υπό την αίρεση ότι το Δικαστήριο θα αποδεχθεί τη θέση των εναγόντων ότι η τράπεζα δεν τους είχε εξηγήσει τους συναλλαγματικούς κινδύνους που ενείχε ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα και δεν τους έδωσε συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα σχετικά με το πώς θα επηρεαζόταν η δόση του δανείου τους σε περίπτωση αύξησης του επιτοκίου και αλλαγής της ισοτιμίας. Και με δεδομένο ότι για λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα, καθ' ομολογία του, οι εναγόμενοι εξήγησαν στους ενάγοντες τους συναλλαγματικούς κινδύνους που ενείχε ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα, πριν από την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης είναι φανερό, ότι η θέση του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιά ύψους CHF15.818,69 η οποία προκύπτει από τη συναλλαγματική ισοτιμία από τις πιστώσεις που έγιναν στο δανειακό λογαριασμό, είναι ανυπόστατη. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι το ποσό αυτό, ο μάρτυρας, τόσο στην έκθεσή του όσο και στη γραπτή δήλωσή του εκλαμβάνει ως δεδομένο και το περιλαμβάνει κατά τους υπολογισμούς και όλων των άλλων ποσών που αναφέρει για σκοπούς τεκμηρίωσης της κεντρικής θέσης του ότι μέχρι τις 21/4/2023, το υπόλοιπο του δανείου έπρεπε να ήταν CHF17.208,39, με αντίστοιχο ποσό €10.912,36, γίνεται αντιληπτό ότι η αναζήτηση λύσης στην εξίσωση που αφορά στο υπόλοιπο του επίδικου δανείου καθίσταται αδύνατη. Ο Αγαθοκλής Αγαθοκλέους (Μ.Υ.1) είναι υπάλληλος των εναγόμενων. Η μαρτυρία και αυτού περικλείεται στη γραπτή δήλωσή του (τεκμ. 6) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Οι κύριες θέσεις του σύμφωνα με τη γραπτή δήλωσή του - για ό,τι μας ενδιαφέρει - είναι οι εξής: Του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού του επίδικου δανείου των εναγόντων μετά τον τερματισμό του από τους εναγόμενους το 2018. Προηγουμένως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη είτε στην πορεία κίνησης του επίδικου λογαριασμού είτε κατά τη χορήγηση του δανείου. Έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο και φύλαξή του τα έγγραφα του εν λόγω λογαριασμού. Ετοιμάζει τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών, μεταξύ τους και αυτοί της παρούσας. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρεται στην επίμαχη σύμβαση και τους όρους της, τους οποίους, όπως ισχυρίζεται τόσο οι ενάγοντες όσο και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν με την υπογραφή τους. Ισχυρίζεται ακόμη, ότι οι ενάγοντες, επιπλέον υπόγραψαν και το έγγραφο, ημερομηνίας 18/10/2006 με το οποίο δήλωσαν ότι αντιλαμβάνονται το συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο και αποφάσισαν ανεπηρέαστοι να προβούν στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης. Όπως αναφέρει στη συνέχεια, οι εναγόμενοι παραχώρησαν στους ενάγοντες το επίδικο δάνειο, το οποίο κατά παράβαση της επίμαχης σύμβασης, κατά την καταχώρηση της αγωγής δεικνύει το υπόλοιπο που αναφέρει. Αναφέρεται ακόμη στις επιστολές των εναγόμενων με τις οποίες, δυνάμει της επίμαχης σύμβασης είχαν ενημερώσει τους ενάγοντες για τις αλλαγές του επιτοκίου καθώς και στην επιστολή τερματισμού της επίμαχης σύμβασης. Ακολούθως αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού, τις οποίες, όπως αναφέρει έχει στη φύλαξη και έλεγχό του, οι οποίες μετά από εντολή του παράχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Οι εναγόμενοι από τη λειτουργία μέχρι και τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού απέστελλαν ανελλιπώς στους ενάγοντες τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού με τις οποίες τους ενημέρωναν και για τις διάφορες χρεοπιστώσεις, χρεώσεις κλπ. Εν πάση περιπτώσει, εξ όσων έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους των εναγόμενων, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. Α8) δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Αυτές περιέχουν όλες τις συναλλαγές από την 1/6/2006 μέχρι και την 30/11/2018, ενώ η κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 9) αφορά την περίοδο από τον τερματισμό μέχρι και τις 28/3/2023 και δείχνει το σημερινό υπόλοιπο. Ο μάρτυρας παρουσίασε και τον πίνακα που έχει ετοιμαστεί από τους εναγόμενους (τεκμ. 10) ο οποίος δείχνει το σύνολο του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός του επίδικου δανείου από το άνοιγμά του μέχρι και τις 28/3/2023. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, το οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγόντων με βάση τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού είναι CHF55.893,43, πλέον τόκο 3 μηνών Libor, πλέον προσαύξηση προς 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% από 28/3/2023 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Παρόλο που με βάση την επίμαχη σύμβαση, οι εναγόμενοι δικαιούνται το ποσό αυτό, ο ίδιος, σε μια προσπάθεια περαιτέρω μείωσης των επίδικων θεμάτων και υποβοήθησης των πελατών έχει ετοιμάσει την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 11) βάση της οποίας, το υπόλοιπο που διεκδικούν οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες, διαμορφώνεται στο ποσό των CHF51.827,66, πλέον τόκους προς 3 μηνών Libor, πλέον προσαύξηση 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% από 28/3/2023 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ο μάρτυρας επεξήγησε τις δυο καταστάσεις λογαριασμού καθώς και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. Α8, 9 και 11). Όπως είπε για την τελευταία αφορά από την έναρξη του δανείου και δημιουργήθηκε με σκοπό να μειώσει το οφειλόμενο ποσό των πελατών. Έχουν διαγραφεί ορισμένες χρεώσεις ασφαλειών και οι τόκοι υπερημερίας μέχρι και τον τερματισμό. Γι' αυτό και στο τέλος υπάρχει μια διαφορά περίπου 4.000 ελβετικών φράγκων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής, τα οποία, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, θα αποβούν καθοριστικά στη διαμόρφωση της κρίσης μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, επί της ουσίας της μαρτυρίας του, η οποία, πρωτίστως αποβλέπει στο να τεκμηριώσει τη θέση των εναγόμενων για το ποσό που συνθέτει την αξίωσή τους εναντίον των εναγόντων δυνάμει της ανταπαίτησης των πρώτων: Όπως είπε απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις μέχρι και τον 3ο του 2014 που έγινε η τελευταία πληρωμή, οι ενάγοντες πλήρωναν κανονικά. Μετά δεν έγιναν σταδιακές πληρωμές, παρά μόνο τρεις. Μία το 10ο του 2014, ακόμη μία στις 11/10/2017 και μία τον 1ο του 2018. Όταν στη συνέχεια τού υποδείχθηκε ότι με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. Α8) οι ενάγοντες, στις 5/6/2009 προέβησαν σε μια πληρωμή περίπου €45.000 (το ορθό ποσό είναι CHF45.306) και ρωτήθηκε γιατί λέει ότι υπήρχαν καθυστερήσεις, αφού υπήρχαν προπληρωμές 40 τόσες δόσεις, σχεδόν 4 χρόνια, όπως είπε απαντώντας, βλέπει στο σύστημα πότε σταμάτησε η τελευταία πληρωμή, αλλά τώρα δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η δόση των €45.000 ήταν προπληρωμές ή ήταν για μείωση του κεφαλαίου. Αυτό πρέπει να το ψάξει να το βρει, διότι υπάρχουν δάνεια στα οποία φαίνεται σαν προπληρωμή και άλλα που είναι για μείωση του κεφαλαίου. Όπως είπε αυτολεξεί στη συνέχεια, «.υπάρχουν πελάτες που θέλουν να φαίνεται σαν προπληρωμή, λέει ότι «βάλλω ένα ποσό μέσα και σε 4 χρόνια να ξαναβάλω μέσα.» Δεν μπορώ να γνωρίζω, τώρα πρέπει να ψάξω για να δω ακριβώς σε ποιο στάδιο ήταν». Θεωρώ ότι πολύ ορθά του υποβλήθηκε στη συνέχεια, ότι αυτό θα έπρεπε να φαίνεται μέσα από τα έγγραφα και το αρχείο της τράπεζας που έφερε ο ίδιος και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Και τούτο, επειδή, ανάλογα με το ποιο από τα δυο ενδεχόμενα που ανάφερε ο μάρτυρας ισχύει, ως προς το λόγο για τον οποίο οι ενάγοντες, στις 5/6/2009 προέβησαν σε πληρωμή του ποσού των CHF45.306 και ιδίως, εάν το κατέβαλαν υπό μορφή προπληρωμών των αναλογούντων μηναίων δόσεων έναντι του επίδικου δανείου, που αντιστοιχεί σε 42 δόσεις και σε μέρος της 43ης δόσης (45.306 ÷ 1.067 = 42.461) αυτό σημαίνει ότι οι ενάγοντες, με την καταβολή του ποσού αυτού, στις 5/6/2009 προπλήρωσαν τις δόσεις που αντιστοιχούσαν μέχρι και το τέλος του 2012. Και με δεδομένο ότι σύμφωνα με τις ίδιες καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. Α8) στη συνέχεια και μέχρι και τις 10/3/2014 πιστωνόταν κάθε μήνα έναντι του δανειακού χρέους τους το ποσό των 1.067 ελβετικών φράγκων, με συνυπολογισμό και προσθήκη και των προπληρωμένων 42 δόσεων, γίνεται αντιληπτό, ότι ουδείς λόγος θα μπορούσε να γίνει από τους εναγόμενους, είτε για καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων είτε για επιβολή τόκων υπερημερίας, μέχρι και τις 10/9/2017. Και λαμβάνοντας τέλος υπόψη, ότι οι εναγόμενοι, τόσο στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού όσο και στις αναδομημένες/ανακατασκευασμένες, για τον καθορισμό του εκάστοτε υπόλοιπου περιλάμβαναν και τα αντίστοιχα, κάθε φορά ποσά, υπό μορφή τόκων υπερημερίας και μάλιστα, με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές το χρόνο - προφανώς, αυτό γινόταν από το Μάρτη του 2014 που κατά τους ίδιους οι ενάγοντες κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή των μηνιαίων δόσεων - αναπόφευκτα, το κατ' ισχυρισμό τους οφειλόμενο υπόλοιπο, τόσο κατά τον τερματισμό της επίμαχης σύμβασης από τους ίδιους όσο και κατά την καταχώρηση της αγωγής, αλλά και στις 28/3/2023, σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι είναι αυτό που ανάφερε ο μάρτυρας. Και όλα αυτά, χωρίς να μου διαφεύγει ότι με βάση την επίμαχη σύμβαση, το δάνειο και συγκεκριμένα, το εκάστοτε υπόλοιπο, θα χρεώνεται με τόκο, ο οποίος θα υπολογίζεται επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με επιτόκιο 3 μηνών Libor που θα ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένο προς 1,75% ετησίως κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίμαχης σύμβασης, το οποίο, με την επιστολή των εναγόμενων προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 18/12/2008 ανέβηκε στο 3,12% από την επομένη, 19/12/2008, ενώ με την επιστολή τους στους ίδιους, ημερομηνίας 19/1/2010, ανέβηκε στο 3,7% από την ημερομηνία αυτή. Επειδή η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, με την αγόρευσή της ισχυρίζεται ότι η υποβολή προς το μάρτυρα ότι ο τερματισμός της επίμαχης σύμβασης είναι πρόωρος και συνακόλουθα, παράνομος, λόγω της ύπαρξης προπληρωμένων δόσεων που σχετίζονται με το ποσό των CHF45.306 (ανωτέρω) που πιστώθηκε στον επίδικο λογαριασμό, δε δικογραφείται ενώ αντίθετα έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ενάγοντα, ο οποίος, υποστήριξε ότι ζήτησε από την τράπεζα να πιστωθεί το ποσό αυτό στο λογαριασμό και να μετατραπεί το δάνειο σε ευρώ και να μειωθεί η δόση, παρατηρώ τα εξής: το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το παραπάνω ποσό έναντι του χρέους τους είναι αποδεκτό από τους εναγόμενους και εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι καλύπτεται από τις ακόλουθες δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 26, 27 και 28 της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την πρώτη, οι ενάγοντες, συνεπεία της συμπεριφοράς και των ενεργειών των εναγόμενων αναγκάστηκαν να διορίσουν ειδικούς προς τον καθορισμό της ζημιάς που υπέστησαν και συνεχίζουν να υπόκεινται. Σύμφωνα με τη δεύτερη, με βάση όσα έχουν μελετηθεί και αναλυθεί μέχρι και τις 15/12/2017 με την έκθεση που ετοίμασαν οι ενάγοντες, μέσω εμπειρογνωμόνων, η ζημιά τους ανέρχεται στο ποσό που αναφέρουν, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, οι οποίες συνίστανται, καταρχάς, σε διόρθωση των κατατεθειμένων ποσών. Καθ' όλα σχετική είναι και η αναφορά στην ίδια παράγραφο ότι περαιτέρω λεπτομέρειες της ανάλυσης και επιστημονική μαρτυρία επί του τούτου, οι ενάγοντες επιφυλάσσουν να παρουσιάσουν κατά τη δικάσιμο, κάτι που έκαναν μέσω του Μ.Ε.2. Σύμφωνα με την τρίτη, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αφαιρώντας την πιο πάνω καταγεγραμμένη ζημιά, το πραγματικό υπόλοιπό τους από το ποσό που τους είχε παραχωρηθεί με βάση την επίμαχη σύμβαση - το οποίο οφείλουν στους εναγόμενους - είναι €7.681,55. Για να συνεχίσω, ερωτηθείς ο μάρτυρας, γιατί στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμ. 9) που αφορά την περίοδο μετά τον τερματισμό της επίμαχης σύμβασης μέχρι και τις 28/3/2023 χρέωσαν το ποσό των 483 ελβετικών φράγκων υπό μορφή νομικών εξόδων, όπως είπε απαντώντας, «Λόγω του ότι η τράπεζα έπρεπε να μεταφέρει το λογαριασμό σε δικαστή, σε κάποιο δικηγόρο, γι' αυτό είναι έξοδα δικηγόρου.» Ενώ αποκλείω η τράπεζα να έχει μεταφέρει το λογαριασμό του επίδικου δανείου σε οποιοδήποτε δικαστή, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιόν μου που να αποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν σ' οποιοδήποτε δικηγόρο το συγκεκριμένο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του υπό αναφορά μάρτυρα για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με το πραγματικό ποσό που οφείλουν οι ενάγοντες στους εναγόμενους για το επίδικο δάνειο. Ο Λογγίνος Κουτσούδης (Μ.Υ.2) όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του (τεκμ. 12) από το 2006 μέχρι και το 2011 ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος των εναγόμενων στη Γερμασόγεια, ακολούθως και μέχρι και το 2016 κατείχε την ίδια θέση στο υποκατάστημά τους στην Κολωνακίου και από το 2016 μέχρι σήμερα είναι διευθυντής τους στο κεντρικό κατάστημά τους στη Λεμεσό. Οι βασικές θέσεις του σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του είναι οι εξής: Γνωρίζει τον ενάγοντα μόνο ως πελάτη της τράπεζας μα σε καμιά περίπτωση ήταν ο προσωπικός του τραπεζίτης. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ως διευθυντής της τράπεζας ήταν να τον επισκέπτονται πελάτες για διάφορα αιτήματά τους. Όταν όμως του τα ανάφεραν, ακολούθως τους παράπεμπε στα αρμόδια τμήματα της τράπεζας για να ακολουθηθούν οι σχετικές διαδικασίες σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται διαχρονικά από την τράπεζα, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Θυμάται ότι τον επίδικο χρόνο, τον επισκέφτηκαν οι ενάγοντες μαζί με τον κ. Αντρέα, των εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 και ο ενάγοντας του ανάφερε ότι επιθυμούσε να λάβει δάνειο με τη γυναίκα του για αγορά κατοικίας από τους τελευταίους. Η συνομιλία του με τον ενάγοντα ήταν πολύ σύντομη, καθότι στη συνέχεια τον παράπεμψε να μιλήσει σε λειτουργό του υποκαταστήματος που είχε ως αρμοδιότητα την καθοδήγηση των πελατών, ως προς τη διαδικασία για λήψη δανειοδότησης ώστε να λάβει την κατάλληλη ενημέρωση για όλες τις διαθέσιμες επιλογές χρηματοδότησης. Δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος υπάλληλος είχε αναλάβει την ενημέρωση καθότι από το 2006 έχουν περάσει περίπου 17 χρόνια και καθημερινά έχει επικοινωνία με 30 έως 50 πελάτες. Σε καμιά περίπτωση δεν έχει ενημερώσει προσωπικά τους ενάγοντες για τις διαθέσιμες επιλογές χρηματοδότησης και δεν τους έχει παροτρύνει με οποιοδήποτε τρόπο να λάβουν το επίδικο δάνειο σε ελβετικά φράγκα. Όσα ανάφερε ο ενάγοντας συναφώς με το θέμα δεν ισχύουν. Η ενημέρωση και επεξήγηση των διαφόρων τύπων επιλογών και χρηματοδότησης στους πελάτες δεν ήταν στα καθήκοντά του ούτε τον επίδικο χρόνο, αλλά και γενικότερα σε όλη τη διάρκεια της εργασίας του μέχρι σήμερα στην τράπεζα. Μπορεί να πει μετά βεβαιότητας ότι και στην παρούσα περίπτωση, η ενημέρωση των εναγόντων για τις διάφορες επιλογές χρηματοδότησης προτού αποφασίσουν να υποβάλουν αίτηση για παροχή στεγαστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα δεν έγινε από τον ίδιο, αλλά από αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας. Ως προς τις δανειοδοτήσεις σε ξένο νόμισμα, η πρακτική και πολιτική που ακολουθείται διαχρονικά από τους υπαλλήλους της τράπεζας είναι επιπροσθέτως να επεξηγούνται στον πελάτη, τόσο πριν να αιτηθεί την παροχή δανειοδότησης σε ξένο νόμισμα, αλλά και πριν να ολοκληρωθεί η υπογραφή των συμφωνιών, τι σημαίνει ξένο νόμισμα, τις διακυμάνσεις των ξένων νομισμάτων, τις επιλογές, τη διαφορά του δανεισμού στο κοινό νόμισμα του τόπου, τη διαφορά στα επιτόκια κ.ο.κ. Επίσης επεξηγείται προηγουμένως σε όλους τους πελάτες, ο αυξημένος συναλλαγματικός και επιτοκιακός κίνδυνος που τυχόν διατρέχουν από μια δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Ακολούθως, ο πελάτης και αφότου αντιλαμβανόταν τα όσα του επεξηγούνταν προφορικά από τους υπάλληλους της τράπεζας, αποφάσιζε κατά πόσο επιθυμούσε να υποβάλει αίτηση για παροχή δανείου, επιλέγοντας το νόμισμα που επιθυμούσε. Σε καμιά περίπτωση δεν τον προσέγγισε ο ενάγοντας σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης, ζητώντας του να μετατρέψει το δάνειό του από ελβετικά φράγκα σε ευρώ. Εάν του είχε αναφέρει κάτι τέτοιο, σίγουρα θα το θυμόταν και θα του έλεγε να μιλήσει με αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας έτσι ώστε να προβεί σε σχετικό αίτημα προς την τράπεζα. Δε θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά και τούτο, επειδή σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης - μεταξύ άλλων - υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, τοποθετείτο με υποθέσεις και γενικότητες αντί με θετικό τρόπο, καταλήφθηκε να έχει επιλεκτική μνήμη, ενώ σε σχέση με ένα από τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς του - τον οποίο προέβαλε επαλειμμένα - η μαρτυρία του είναι σε πλήρη σύγκρουση τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα των εναγόμενων. Για όλους αυτούς τους λόγους, το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που αποδέχομαι είναι αυτό που συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία ή με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων ή συντίθεται από ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν αναντίλεκτοι. Τα παραδείγματα που ακολουθούν κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, πλείστες από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Αντεξεταζόμενος, όταν του υποβλήθηκε ότι διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι είναι μια συμφέρουσα και καλή επιλογή ο δανεισμός σε ελβετικά φράγκα, με αρκετά προνόμια τα οποία διέθετε η τράπεζα εκείνη την εποχή προς τους δανειολήπτες, διαφώνησε. Όπως είπε, η εμπλοκή του με τον ενάγοντα στη συνάντηση μπορεί αν ήταν το πολύ, ένα πεντάλεπτο. Όπως και με άλλους πελάτες της τράπεζας. Ομολογώ μου ακούγεται παράλογο, που ο μάρτυρας, 17 χρόνια μετά τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης θυμόταν πως όταν συνάντησε τότε τον ενάγοντα, η συνάντηση διήρκησε το πολύ 5 λεπτά, τη στιγμή που επικαλούμενος την ίδια περίοδο δεν θυμόταν σε ποιο υπάλληλο της τράπεζας, δηλαδή υφιστάμενό του στον ουσιώδη χρόνο, είχε παραπέμψει τον ενάγοντα για το σκοπό που αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του. Η επιμονή του, κατ' επίκληση της πάγιας πολικής ή πρακτικής της τράπεζας και όχι επειδή ο ίδιος γνωρίζει προσωπικά, ότι και στην περίπτωση της σύναψης της επίδικης σύμβασης προηγήθηκαν όλα όσα ισχυρίζεται στη γραπτή δήλωσή του, καθώς και αυτά που ανάφερε αντεξεταζόμενος, είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο απαντούσε σε αρκετές περιπτώσεις σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης και τούτο, απλώς και μόνο για να καταρρίψει τις ουσιαστικές θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων που αποβλέπουν σε στοιχειοθέτηση των αξιώσεών τους εναντίον των εναγόμενων. Για παράδειγμα, όταν κάποια στιγμή ρωτήθηκε πώς γνωρίζει ότι ενημερώθηκε σωστά ο ενάγοντας, αφού ο ίδιος, όπως ήταν η θέση του, δεν είχε εμπλοκή, όπως είπε απαντώντας, η πολιτική της τράπεζας ήταν ο λειτουργός των δανείων, στην προκειμένη περίπτωση που ήρθε ο ενάγοντας, μόνο να τον ενημέρωνε, ούτε να τον ωθούσε ούτε να το συμβούλευε για τα προϊόντα της τράπεζας. Ο πελάτης λάμβανε την απόφαση από μόνος του. Για να προσθέσει ότι μετά που η αίτηση πήγαινε στο κεντρικό κατάστημα για εξέταση, έγκριση και ετοιμασία εγγράφων, κατά την υπογραφή των εγγράφων, που δεν έγινε κοντά του, όπως λέγει ο ενάγοντας, του εξηγείτο ξανά από τον αρμόδιο λειτουργό, τον οποίο γνωρίζει «είναι μάρτυρας και θα έρθει αύριο.» Στην υποβολή ότι ο ενάγοντας, σε μια περίπτωση και οι δυο ενάγοντες, σε άλλη, σε συνάντηση που είχαν μαζί του, του ανάφεραν ότι επιθυμούν να μετατρέψουν το δάνειό τους από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, απάντησε ως εξής: «Να απαντήσω. Διαφωνώ. Ούτε θυμάμαι, ούτε είχα έτσι αίτημα, γιατί εάν το είχα, όπως ανάφερα και πριν, θα το έδινα σε λειτουργό να το χειριστεί. Δηλαδή δεν υπήρχε λόγος να το κρατήσω ή σε εμένα, χωρίς να κάνω κάτι. Εάν τυχόν αυτό το αίτημα έπρεπε να γίνει γραπτώς και σε λειτουργό.» Και διαφωνεί και δε θυμάται και υποθέτει, είναι το σχόλιό μου. Ότι για πλείστα όσα ανάφερε, τοποθετείτο με γενικότητες και έκανε υποθέσεις καταφαίνεται και από τις απαντήσεις του, στις ακόλουθες υποβολές που του έγιναν σε συνέχεια της προηγούμενης. «Επίσης σας υποβάλλω ότι η απάντησή σας στο αίτημά τους ήταν ότι θα τους ειδοποιήσετε όταν θα είναι η κατάλληλη στιγμή.» «Σίγουρα αυτό είναι συμβουλή και ήταν αντίθετη με τις πολιτικές της τράπεζας. Ο σκοπός μας είναι να ενημερώνονταν οι πελάτες από το λειτουργό του δανείου που τους χειρίζεται.» ήταν η απάντησή του. «Επίσης κύριε μάρτυρα, σας υποβάλλω ότι παρότρυνες τους ενάγοντες να επιλέξουν το συγκεκριμένο σχέδιο δανείου με ελβετικά φράγκα, όπως το ίδιο έπραξες και για άλλους συγγενικούς και φιλικούς ανθρώπους γύρω σου.» Και η απάντησή του. «Σε καμιά περίπτωση δε συμβούλευσα ή ώθησα το Sosin είτε τη γυναίκα του, την κυρία Agorzata να προχωρήσει σε ελβετικό φράγκο. Ούτε στα καθήκοντά μου, ούτε στις αρμοδιότητες μου.» Ας δούμε και τι ανάφερε ο επόμενος μάρτυρας των εναγόμενων, Λούκας Αντωνίου, ο οποίος, από το 2020 είναι και αυτός διευθυντής σε συγκεκριμένο υποκατάστημά τους, είτε για τις πολιτικές και πρακτικές της τράπεζας είτε για τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες ενός διευθυντή υποκαταστήματος των εναγόμενων και πόσο συνάδουν με αυτά που ανάφερε ο υπό κρίση μάρτυρας. Ειδικότερα: Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ερωτηθείς ποια ήταν η εμπλοκή του στην υπόθεση, όπως είπε απαντώντας, όταν πήγαν κοντά του οι ενάγοντες για να υπογράψουν τα έγγραφα, κάτι που συνήθως ακόμη και μέχρι σήμερα που είναι διευθυντής καταστήματος κάνει, είχε επεξηγήσει στους εμπλεκόμενους τι υπογράφουν. Για να προσθέσει ότι πάντα ανάφερνε τη χρονική περίοδο, τα έξοδα της τράπεζας, το επιτόκιο της τράπεζας και ειδικά στην περίπτωση των εναγόντων που λάμβαναν δάνειο σε ξένο νόμισμα, που υπήρχε πάντα το ρίσκο λόγω ισοτιμίας και λόγω του επιτοκίου, τα εισοδήματά τους ήταν σε άλλο νόμισμα απ' ό,τι το νόμισμα στο οποίο δανείζονται. Οπότε, πάντα γινόταν αναφορά ότι πρέπει να ξέρουν τον κίνδυνο που λάμβαναν. Αντεξεταζόμενος δε, ακόμη πιο ξεκάθαρα ανάφερε τα εξής, τα οποία, θα έλεγα ότι αφήνουν πολλά εκτεθειμένο τον υπό κρίση μάρτυρα (Μ.Υ.2) και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του στο βαθμό που στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ διάφορους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, επικαλείτο τις πάγιες πρακτικές και πολιτικές της τράπεζας, δηλαδή των εναγόμενων είτε ακόμη τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του ως διευθυντή υποκαταστήματός τους: Ερωτηθείς εάν ανάμεσα στα καθήκοντά του ως διευθυντής στο υποκατάστημα των εναγόμενων είναι να επεξηγεί στους πελάτες τούς όρους του δανεισμού και τα σχέδια της τράπεζας, απάντησε ως εξής: «Μάλιστα, ακόμη και τώρα που είμαι διευθυντής, ο ίδιος εγώ προσωπικά βλέπω αρκετούς πελάτες, λόγω της πείρας μου στον τομέα των δανειοδοτήσεων που είχα κάποια αρκετά χρόνια και μέχρι σήμερα εξηγώ και κατά τη διάρκεια που κάνω το αίτημα, αλλά και κατά τη διάρκεια που υπογράφουν τους όρους των συμβάσεων, που υπογράφουν, μάλιστα.» Αργότερα δε, όπως είπε, ακόμη και σήμερα που είναι διευθυντής, βλέπει τους περισσότερους πελάτες που δανειοδοτούνται. Αυτός τους παρακολουθεί. Σύμφωνα με την πρακτική οφείλει, είναι υποχρέωσή του να ενημερώνει τους πελάτες για τους όρους, για τη σύμβαση, για τα έξοδα, για τη διάρκεια, για το επιτόκιο, ακόμη και τώρα που είναι το Euribor. Ένα μόνο θέλω να πω. Στη βάση των παραπάνω, τόσο αντικρουόμενων ισχυρισμών των δυο μαρτύρων των εναγόμενων, για το τόσο σοβαρό θέμα για το οποίο και οι δυο κατέθεσαν και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα, ως μάρτυρα και με δεδομένο τέλος, πως δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία συναφώς με το υπό συζήτηση θέμα, το ερώτημα, ποιος από τους δυο διευθυντές των εναγόμενων λέει την αλήθεια συναφώς με αυτό, θα παραμένει αναπάντητο. Τελευταίος μάρτυρας των εναγόμενων ήταν ο Λούκας Αντωνίου (Μ.Υ.3) ο οποίος, όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του (τεκμ. 14) στον ουσιώδη εργαζόταν στο τμήμα στεγαστικών δανείων στο κεντρικό κατάστημα των εναγόντων στη Λεμεσό, ενώ σήμερα - καθώς ήδη έχει αναφερθεί - είναι διευθυντής τους σε υποκατάστημά τους στη Λεμεσό. Για τους ίδιους περίπου λόγους που δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα, ούτε και αυτού μπορώ να τη δεχθώ. Σύμφωνα λοιπόν με τη γραπτή δήλωσή του είναι ο πρώτος μάρτυρας υπογραφής της επίμαχης σύμβασης και της συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 30/11/2006 (τεκμ. Α6). Και τα δυο αυτά έγγραφα υπογράφτηκαν στην παρουσία του στο κεντρικό κατάστημα των εναγόμενων στη Λεμεσό. Και αυτός, όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας, επικαλούμενος τη συνήθη πρακτική της τράπεζας, αναφέρεται σε όσα περιβάλλουν τη σύναψη μιας σύμβασης στεγαστικού δανείου από τη στιγμή της υποβολής της σχετικής αίτησης μέχρι και τον καταρτισμό της, κάνοντας ειδική αναφορά στις περιπτώσεις χορήγησης δανείου σε ελβετικό φράγκο. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 6 για την υπό εξέταση περίπτωση, παρότι δεν είναι σε θέση να θυμάται με ακρίβεια και λεπτομέρεια την ακριβή συνομιλία που είχε με τους ενάγοντες, πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, καθότι έχουν περάσει περίπου 17 χρόνια από την ημερομηνία υπογραφής τους, ωστόσο, αυτό που μπορεί να αναφέρει μετά βεβαιότητας είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις χορήγησης δανείου σε ξένο νόμισμα, στις οποίες είχε προσωπική εμπλοκή, λόγω της παρουσίας του κατά την υπογραφή των συμφωνιών, δηλαδή όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση, πάντοτε επεξηγούσε στους πελάτες, πριν από την υπογραφή των συμφωνιών, τους όρους της εκάστοτε συμφωνίας δανείου και τους έδινε όσο χρόνο επιθυμούσαν για να μελετήσουν τα έγγραφα, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις των πελατών, αλλά επίσης, πάντοτε, τους ενημέρωνε ότι λόγω του ότι το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών τους στοιχείων δεν αποτιμάται στο ελβετικό φράγκο, με τη σύναψη της συμφωνίας αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος προκύπτει από τη διακύμανση της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου έναντι της κυπριακής λίρας. Περαιτέρω, τους ενημέρωνε ότι αναλαμβάνουν επιτοκιακό κίνδυνο, ο οποίος θα προκύψει από ενδεχόμενη αύξηση του επιτοκίου. Δεν υπάρχει περίπτωση να έγινε κάτι διαφορετικό στην παρούσα περίπτωση. Για λόγους που αναφέρει στη συνέχεια, μιλώντας και πάλι γενικά, όπως αναφέρει στην παράγραφο 8, ουσιαστικά, υπό τύπο δικού του συμπεράσματος, καθίσταται εμφανές, πως είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες, που αφού μελέτησαν τις επιλογές τους επέλεξαν ως την πλέον συμφέρουσα προς τους ίδιους τη σύναψη δανείου σε ελβετικά φράγκα, γνωρίζοντας τους κινδύνους και τα ρίσκα που είχε η επιλογή τους, καθώς αυτά τους εξηγήθηκαν ρητά και γι' αυτό το λόγο υπόγραψαν και τη δήλωση (τεκμ. Α4) με την οποία επιβεβαίωναν και αποδέχονταν ότι με τη σύναψη του δανείου σε ξένο νόμισμα, αναλάμβαναν συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο. Θα ήθελε επίσης να αναφέρει ότι θυμάται χαρακτηριστικά τις περιπτώσεις πελατών της τράπεζας, οι οποίοι κατά την υπογραφή των συμφωνιών είχαν πολλές απορίες και παρουσιάζονταν διστακτικοί στη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα και η παρούσα περίπτωση, σίγουρα δεν ήταν μια από αυτές. Συγκεκριμένα, ήταν λίγοι οι πελάτες, που όταν έρχονταν στο κεντρικό κατάστημα της τράπεζας για υπογραφή των συμφωνιών δεν ήταν σίγουροι για την επιθυμία τους να συνάψουν δάνειο σε ξένο νόμισμα, είχαν πάρα πολλές απορίες και παρουσιάζονταν επιφυλακτικοί και διστακτικοί στη σύναψη δανείου σε ελβετικά φράγκα. Αρχίζοντας από το τελευταίο που λέει ο μάρτυρας στη δήλωσή του, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εάν προτού μεταβούν στο κεντρικό κατάστημα των εναγόμενων οι πελάτες τους για την υπογραφή των συμφωνιών δανείου σε ξένο νόμισμα, οι εναγόμενοι τους ενημέρωναν και τους επεξηγούσαν οπότε και γνώριζαν για όλα όσα αναφέρει ο μάρτυρας στη δήλωσή του σε σχέση με τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, τότε, πώς δικαιολογείται η ύπαρξη, έστω και λίγων πελατών, οι οποίοι κατά την υπογραφή της συμφωνίας είχαν πολλές απορίες και παρουσιάζονταν διστακτικοί και επιφυλακτικοί να συνάψουν συμφωνία σε ξένο νόμισμα και δεν ήταν σίγουροι γι' αυτή τους την επιθυμία; Το πόσο παράλογοι - συν τοις άλλοις - είναι οι εν λόγω ισχυρισμοί του μάρτυρα στην προσπάθειά του να με πείσει ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρει καταληκτικά στη δήλωσή του, οι επίδικες συμφωνίες καταρτίστηκαν με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων και δεν είναι σε καμιά περίπτωση προϊόν εξαναγκασμού ή πίεσης ή επιρροής, ως επίσης ότι όλα τα σχετικά έγγραφα και συμφωνίες είναι καθόλα έγκυρα και δεσμευτικά και καταρτίστηκαν καλόπιστα και νομότυπα είναι ολοφάνερο. Χωρίς να σημαίνει πως δεν ισχύουν όλα αυτά, σίγουρα δεν μπορώ να το πω επειδή το λέει ο μάρτυρας, ο οποίος, με μόνο λόγο ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίζεται σε όσα έγιναν κατά την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης και της συμφωνίας εκχώρησης όπου ήταν ο πρώτος μάρτυρας των υπογραφών, δεν μπορεί να αποφαίνεται και μάλιστα με τόσο απόλυτο τρόπο για όλα τα παραπάνω, τη στιγμή που υπάρχουν και έγγραφα, που με βάση και τη δική του εκδοχή υπογράφτηκαν από τους ενάγοντες, σε χρόνο προγενέστερο αυτού που εμπλέκεται ο ίδιος. Όπως για παράδειγμα, η αίτηση των εναγόντων για χορήγηση του επίδικου δανείου (τεκμ. 13) και η δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου. Ότι ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, απλώς για να αποδομήσει τη μαρτυρία των εναγόντων και γενικά την υπόθεσή τους και να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόμενων - εργοδοτών του είναι ολοφάνερο. Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσω και την απάντησή του όταν κάποια στιγμή στο στάδιο της αντεξέτασης ρωτήθηκε εάν είχε επεξηγήσει καθόλου στους ενάγοντες, τι δικαιώματα έχουν με βάση την επίδικη σύμβαση. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Να τονίσω ότι η συμφωνία δημιουργεί κάποιες υποχρεώσεις στον πελάτη, ότι πρέπει να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα αποπληρωμής, το οποίο, για ποια διάρκεια είναι το δάνειο, με ποιο επιτόκιο θα είναι, ποιες οι χρεώσεις του, μπορεί ο πελάτης ανά πάσα στιγμή δεν ξέρω εάν το λέει η συμφωνία.» Ακόμη και όταν προσπάθησα να τον επαναφέρω, υποδεικνύοντάς του ότι βασικά δεν είχε απαντήσει στην ερώτηση, από την απάντηση που έδωσε στη συνέχεια, είναι φανερό, πως ούτε ήξερε μα ούτε και τον ενδιέφεραν τα όποια δικαιώματα των εναγόντων απορρέουν από την επίμαχη σύμβαση, παρά μόνο οι υποχρεώσεις τους προς τους εναγόμενους. Η απάντησή του, επίσης ακολουθεί αυτούσια: «Είναι υποχρεώσεις πρωτίστως που ορίζει η συμφωνία. Μπορούν να εξοφλήσουν το δάνειο, πρέπει να κοιτάξω να επιβεβαιώσω μέσα εάν υπάρχει κάποιο δικαίωμα προ εξόφλησης, αλλά απορρέουν περισσότερο υποχρεώσεις προς τους συμβαλλόμενους προς τούτη τη συμφωνία, εάν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που να μπορώ να απαντήσω, εάν θέλει να με ρωτήσει.» Στο στάδιο της αντεξέτασης και πάλι, κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έκανε τη διαδικασία του αιτήματος των εναγόντων για χορήγηση του επίδικου δανείου, πήρε την έγκριση και τους ενημέρωσε σε πρώτη φάση ότι ήταν έτοιμα τα έγγραφα τα οποία υπογράφηκαν στο νόμισμα που είχαν ζητήσει οι ίδιοι. Του υπενθυμίζω απλώς ότι στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όταν ρωτήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων κατά πόσο γνωρίζει τους ενάγοντες και ποια είναι η εμπλοκή του στην υπόθεση, όπως είπε απαντώντας, τους γνώρισε όταν πήγαν να υπογράψουν κοντά του τα έγγραφα του δανείου που είχαν αιτηθεί. Θυμάται χαρακτηριστικά μετά από 17 χρόνια ότι τον επισκέφτηκαν όταν ήταν έτοιμα τα έγγραφα και γνωρίστηκαν κατά τη διαδικασία της υπογραφής τους. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Με αναφορά στη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου (τεκμ. Α4) που και οι δυο ενάγοντες, μολονότι δεν αρνούνται ότι υπόγραψαν, ισχυρίζονται ότι έστω κι αν φέρουν ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας υπογραφής της επίμαχης σύμβασης, αποτελεί θέση τους ότι και τα τρία αυτά έγγραφα - καθώς και διάφορα άλλα - υπογράφτηκαν την ίδια μέρα και συγκεκριμένα, στις 30/11/2006 και όχι στις 18/10/2006, όταν κάποια στιγμή, αντεξεταζόμενος και πάλι, ρωτήθηκε πότε στην προκειμένη περίπτωση έγινε η ενημέρωση των εναγόντων, πριν ή κατά την υπογραφή, ισχυρίστηκε τα εξής: «Προφανώς επειδή τα έντυπα (δηλαδή οι δυο δηλώσεις ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου) έχουν διαφορετικές ημερομηνίες, η ενημέρωση των πελατών να έγινε πριν την υπογραφή των εγγράφων δανειοδότησης, ως ήταν η διαδικασία της τράπεζας ή πριν ή κατά τη διάρκεια της υπογραφής της δανειοδότησης.» Με μόνο λόγο ότι ο μάρτυρας - που είναι και ο μόνος μάρτυρας των εναγόμενων, που δεν έχω λόγο να μη δεχτώ τον ισχυρισμό του ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, ο οποίος μάλιστα έθεσε την υπογραφή του σ' αυτή ως, πρώτος μάρτυρας - δεν αποκλείει οι ενάγοντες να υπόγραψαν τη δήλωσης ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου κατά την υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, έστω κι αν ο ενάγοντας, κατά βάση κρίθηκε αναξιόπιστος μάρτυρας, εντούτοις δεν αποκλείεται να έλεγε την αλήθεια, ισχυριζόμενος ότι οι εν λόγω δηλώσεις, υπογράφτηκαν και από τους δυο ενάγοντες την ίδια μέρα που υπόγραψαν και την επίμαχη σύμβαση. Η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι όλα τα έγγραφα που συνθέτουν το τεκμήριο Α αποτελούν παραδεκτό γεγονός και είναι υπογραμμένα από όλα τα πρόσωπα που φαίνεται ότι τα έχουν υπογράψει με τη συγκεκριμένη ημερομηνία την οποία αναγράφεται στα έγγραφα και ειδικά για τις δηλώσεις ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου ότι οι ενάγοντες κωλύονται να αμφισβητούν εκ των υστέρων την ημερομηνία υπογραφής τους, με κάθε σεβασμό, δε με βρίσκει σύμφωνο. Τι αποτελεί παραδεκτό γεγονός σε σχέση με τα συγκεκριμένα έγγραφα απορρέει από τα εξής: Όταν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων με είχαν ενημερώσει ότι θα καταθέσουν εκ συμφώνου δέσμη εγγράφων που θα αποτελέσουν τα τεκμήρια της αγωγής, τους υπόβαλα την εξής ερώτηση: «Ως τι κατατίθενται; Ως πραγματικό γεγονός; Ως φαίνονται στον κατάλογο; Ή προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχόμενου τους;» «Εκτός το τελευταίο.» απάντησε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, ενώ η κυρία Στυλιανού ανάφερε ότι κατατίθενται ως παραδεχτό γεγονός ότι έχουν συνταχθεί. «Ότι υπάρχουν αυτά τα έγγραφα;» ήταν η επόμενη ερώτησή μου, στην οποία απάντησε μόνο η κυρία Στυλιανού. Όπως είπε «Ότι υπάρχουν αυτά τα έγγραφα και υπάρχουν αυτά τα έγγραφα με τη συγκεκριμένη ημερομηνία.» Σε σχέση με τα ίδια έγγραφα αποτελεί παραδεκτό γεγονός - το οποίο δηλώθηκε στις 5/4/2023 - ότι είναι γνήσια και υπογραμμένα από όλα τα πρόσωπα που φέρονται να τα έχουν υπογράψει. Από τα παραπάνω, παραδεκτό γεγονός είναι μόνο ότι τα υπό αναφορά έγγραφα είναι υπαρκτά, γνήσια, υπογραμμένα από όλα τα πρόσωπα που φέρονται να τα έχουν υπογράψει και φέρουν την ημερομηνία που αναφέρεται σε κάθε ένα από αυτά και όχι ότι έγιναν ή υπογράφηκαν κατά την εν λόγω ημερομηνία. Κατ' ακολουθία της κρίσης μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσοι κατέθεσαν ως μάρτυρες στην υπόθεση, τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία μπορώ με ασφάλεια να προβώ σε σχετικά ευρήματα - μέρος των οποίων αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών - είναι τα εξής: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 30/11/2006 (επίμαχη σύμβαση) οι εναγόμενοι παραχώρησαν στους ενάγοντες στεγαστικό δάνειο, ύψους CHF149.000 (ελβετικά φράγκα) υπό τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων, όρους -: το δάνειο θα είναι σε πρώτη ζήτηση και εκτός κι αν δεν υπάρχει ζήτηση, θα αποπληρωνόταν με 180 μηνιαίες δόσεις των CHF1.067. Η πρώτη δόση θα είναι πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της πρώτης απόσυρσης οποιουδήποτε μέρους του δανείου και κάθε επόμενη δόση, ένα μήνα μετά την ημερομηνία πληρωμής της αμέσως προηγούμενης δόσης μέχρι και την πλήρη εξόφληση. Η τελευταία δόση θα πρέπει να είναι για τέτοιο ποσό με το οποίο θα ξοφλιέται πλήρως το ποσό του δανείου, περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων, δικαιωμάτων και προμηθειών. Το δάνειο θα χρεώνεται κατά την ημερομηνία της κάθε αναπροσαρμογής με τόκο, ο οποίος θα υπολογίζεται επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων, με επιτόκιο 3 μηνών Libor που θα ισχύει κάθε φορά, προσαυξημένο κατά 1,75 ετησίως στις αντίστοιχες ημερομηνίες αναπροσαρμογής, οι οποίες θα αποφασιστούν από τους εναγόμενους. Οι τελευταίοι, έχουν το δικαίωμα καθοιονδήποτε χρόνο με γραπτή ειδοποίησή τους προς τους ενάγοντες, να αυξομειώνουν το επιτόκιο εντός του εκάστοτε εν ισχύ νόμιμου επιτοκίου. Αυτό έκαναν με τις σχετικές ειδοποιήσεις τους προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 18/12/2008 και 19/1/2010. Με την πρώτη, για λόγους που αναφέρουν ειδοποιούν τους ενάγοντες ότι από τις 19/12/2008 το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου θα χρεώνεται με επιτόκιο 3 μηνών Libor και προσαύξηση 3,12% ετησίως και με τη δεύτερη για λόγους που επίσης αναφέρουν ότι από 19/1/2010 το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου θα χρεώνεται με επιτόκιο 3 μηνών Libor και προσαύξηση 3,7000% ετησίως. Όλες οι χρεώσεις που διαλαμβάνονται στην επίμαχη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων του τόκου, του επιτοκίου Libor, της προσαύξησης, του σταθερού επιτοκίου, των προμηθειών και δικαιωμάτων και του τόκου υπερημερίας, θα κεφαλαιοποιούνται δυο φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Οι ενάγοντες, σε σχέση με το επίδικο δάνειο και την επίμαχη σύμβαση, υπόγραψαν και τη δήλωση ανάληψης συναλλαγματικού και επιτοκιακού κινδύνου, ημερομηνίας 18/10/2006. Οι ενάγοντες, στις 30/11/2006 που συνήψαν με τους εναγόμενους την επίμαχη σύμβαση συνήψαν μαζί τους και με τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3, τη συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη γραπτή συμφωνία πώλησης που συνήψαν με τους τελευταίους, δυνάμει της οποίας, οι ενάγοντες είχαν αγοράσει από τους τελευταίους, ένα διαμέρισμα σε κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού. Οι εναγόμενοι, θεωρώντας ότι οι ενάγοντες, κατά παράβαση της επίμαχης σύμβασης καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους έναντι του επίδικου δανείου, με την επιστολή τους προς αυτούς, ημερομηνίας 9/11/2018, τερμάτισαν την επίμαχη σύμβαση και τους κάλεσαν να ξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό. Σύμφωνα με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που διατηρούν οι εναγόμενοι για το επίδικο δάνειο που είχαν παραχωρήσει στους ενάγοντες, το κατ' ισχυρισμό των πρώτων οφειλόμενο υπόλοιπο των δεύτερων κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των CHF53.551.03, πλέον συσσωρευμένους τόκους από 1/7/2018 μέχρι 21/11/2018, ύψους CHF532,17, πλέον τόκο 3 μηνών Libor, προσαύξηση προς 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως από 9/11/2018 μέχρι και την πλήρη εξόφληση, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν την περίοδο από τον τερματισμό της επίμαχης σύμβασης μέχρι και τις 28/3/2023 το αναφερόμενο υπόλοιπο των εναγόντων ανέρχεται σε CHF55.893,53, πλέον τόκο 3 μηνών Libor, πλέον προσαύξηση προς 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως από 28/3/2023 μέχρι και την πλήρη εξόφληση, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Τέλος, σύμφωνα με την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, το κατ' ισχυρισμό των εναγόμενων οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγόντων διαμορφώνεται σε CHF51.827,66, πλέον τόκο 3 μηνών Libor, πλέον προσαύξηση προς 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% ετησίως από 28/3/2023 μέχρι και την πλήρη εξόφληση, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Οι ενάγοντες, με την πρώτη αξίωσή τους ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι η επίμαχη σύμβαση έχει τερματιστεί για λόγους που αφορούν τους εναγόμενους και/ή εξαιτίας παράβασης σύμβασης από αυτούς και/ή με βάση τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς, ήθη και έθιμα και πρακτική που διέπουν τη συμφωνία. Δεδομένης της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας όλων όσοι κατέθεσαν ως μάρτυρες στη υπόθεση, από τα παραπάνω, το μόνο που έχει αποδειχθεί είναι ο τερματισμός της επίμαχης σύμβασης από τους εναγόμενους, στις 9/11/2018. Με την πέμπτη αξίωσή τους, οι ενάγοντες ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του επίδικου δανείου κατά τις 15/12/2017 είναι CHF12.200,15, ενώ, όπως αναφέρει καταληκτικά στη γραπτή αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, το ορθό και δίκαιο αποτέλεσμα είναι να εκδοθεί απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το πραγματικό υπόλοιπο, στις 21/4/2023 ανέρχεται σε CHF17.208,39 (€10.912,36) πλέον 3 μηνών Libor, πλέον 1,75% περιθώριο μέχρι την εξόφληση. Με τη σειρά της, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, με τη γραπτή αγόρευσή της κι αυτή αναφέρει ότι τελευταίοι ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόντων για το ποσό των CHF51.827,66, πλέον τόκο 3 μηνών Libor, πλέον προσαύξηση προς 3,7% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 1,75% από 28/3/2023 μέχρι και την πλήρη εξόφληση, με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές το χρόνο (στις 30/6 και 31/12). Για λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τόσο ο μάρτυρας των εναγόντων (Μ.Ε.2) όσο και ο μάρτυρας των εναγόμενων (Μ.Υ.1) στο βαθμό που με όσα ανάφεραν προσπάθησαν να αποδείξουν το πραγματικό ποσό που οφείλουν οι ενάγοντες στους εναγόμενους δυνάμει της επίμαχης σύμβασης κατά το χρόνο ή χρόνους που ανάφεραν, κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμoυ, Κεφ. 9: «
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(4)...
(5)...
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.» Σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου: «
(1)...
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό.» Για το σκοπό αυτό- (α) πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.
(4)...
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «αρχείο» σημαίνει αρχείο σε οποιαδήποτε μορφή· «δημόσια αρχή» σημαίνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης· «επιχείρηση» περιλαμβάνει δραστηριότητα, που διεξάγεται συστηματικά για κάποια ουσιαστική χρονική περίοδο, είτε με σκοπό το κέρδος είτε όχι, από οποιοδήποτε πρόσωπο· «αρμόδιος λειτουργός» περιλαμβάνει: (α) πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ή σε σχέση με τα αρχεία της· (β) τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και οποιοδήποτε πρόσωπο που, με βάση οποιαδήποτε άλλη σχετική νομοθεσία, θεωρείται ότι μπορεί να εκπροσωπήσει την επιχείρηση.» Τα τεκμ. Α8.1 και 9 (το πρώτο έγγραφο) είναι πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35 (ανωτέρω). Το πρώτο κατατέθηκε εξ συμφώνου και το δεύτερο, χωρίς ένσταση από το Μ.Υ.1 που υπογράφει και τα δυο αυτά έγγραφα. Ο τελευταίος, αναμφίβολα αποτελεί αρμόδιο λειτουργό των εναγόμενων, που με τη σειρά τους αποτελούν επιχείρηση τη εννοία του άρθρου
  1. Το πρώτο πιστοποιητικό αφορά την κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου για την περίοδο από 1/1/2006 μέχρι και 30/11/2018 και το δεύτερο, την κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 9/11/2018 μέχρι και 28/3/
  2. Έχει νομολογηθεί ότι με μόνο λόγο ότι δεν υπήρξε ένσταση στην κατάθεση οποιασδήποτε κατάστασης λογαριασμού το άρθρο 35 δεν έχει σημασία και εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ίδιου νόμου (βλ. Φωτίου κ.ά. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφ. 39/12, ημερ. 3/5/2018). Έχει νομολογηθεί επίσης, ότι δοσμένης και της κατάθεσης του πιστοποιητικού, το βάρος απόδειξης ως προς το όποιο λανθασμένο των χρεωπιστώσεων βαραίνει πλέον αυτούς που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο (βλ. - μεταξύ άλλων - Γεωργιάδη κ.ά. ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρησης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. 376/2014, ημερ. 16/3/2023, Χαραλάμπους ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 405/12, ημερ. 27/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A540, Φωτίου (ανωτέρω)). Απ' εκεί και πέρα, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρει ο Μ.Υ.1 στην παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσής του σε σχέση με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού, το τραπεζικό βιβλίο των εναγόμενων και τις καταχωρήσεις σ' αυτό και τα παραπάνω πιστοποιητικά, χωρίς να χρειάζεται να τα επαναλάβω, θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου 1 του άρθρου 22 (ανωτέρω) που με απλά λόγια σημαίνει ότι το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού (τεκμ. Α8 και 9 - ανωτέρω -) αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη όσων αναφέρονται στα δυο αυτά έγγραφα. Αυτονόητο πως, η υπογραμμισμένη φράση έχει την έννοια της δημιουργίας μαχητού τεκμηρίου και το βάρος ανατροπής του, στην προκειμένη περίπτωση, ασφαλώς βαραίνει τους ενάγοντες (βλ. Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου)
(2014)1 Α.Α.Δ. 1491 ). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 κρίθηκε ότι η προσαχθείσα μαρτυρία της εφεσείουσας τράπεζας, η οποία συνίστατο σε καταστάσεις λογαριασμού, μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου λειτουργού της τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (άρθρο 22 του Κεφ. 9). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι τελευταίοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Ωστόσο, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390 επισημάνθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα, καθώς παρέμειναν εντελώς άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεωπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Βλέπε και τη Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Κύπρου Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846 στην οποία υπήρχε κενό στην κίνηση του λογαριασμού. Στο ερώτημα, εάν οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου όσων περιέχονται στις επίμαχες καταστάσεις λογαριασμού, απαντώ καταφατικά. Για λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας, τόσο του ενάγοντα όσο και κυρίως, του Μ.Ε.2 μπορεί να μην το κατόρθωσαν μέσω της δικής τους μαρτυρίας, ωστόσο, για λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, το κατόρθωσαν μέσω της δικής του μαρτυρίας και όσων ανάφερε σε σχέση με την κατάθεση από τους ενάγοντες, στις 5/6/2009 του ποσού των CHF45.306 και των σχετικών διαπιστώσεών μου αναφορικά με το γεγονός αυτό. Και με δεδομένο ότι, για όλους τους λόγους που αναφέρω σε άλλο σημείο πιο πάνω, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία, βάσει της οποίας προκύπτει το πραγματικό - υπόλοιπο - ποσό που οφείλουν οι ενάγοντες στους εναγόμενους για το δάνειο που τους είχαν παραχωρήσει με την επίμαχη σύμβαση και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή αναλογιστικό έλεγχο των κατατεθειμένων λογαριασμών (βλ. Φρουταρία Το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 426/2011, ημερ. 29/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A432) στο ερώτημα, τι ακολουθεί, φρονώ ότι το πλέον ορθό και δίκαιο που μπορεί και θα πρέπει να γίνει, είναι αυτό που εισηγείται καταληκτικά στη γραπτή αγόρευσή του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, ωστόσο, όχι απλώς υπό μορφή αναγνωριστικής απόφασης υπέρ των εναγόντων στο πλαίσιο της αγωγής τους, αλλά και απόφασης υπέρ των εναγόμενων, ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων και σε βάρος των εναγόντων, ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 2 στο πλαίσιο της ανταπαίτησης των πρώτων. Για να συνεχίσω με τις αξιώσεις των εναγόντων, η αξίωσή τους για καταβολή του ποσού των €1.200, που όπως είναι η θέση τους αναγκάστηκαν να καταβάλουν σε οικονομικούς συμβούλους συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγόμενων και η συναφής με αυτή αξίωσή τους, ύψους €500 υπό μορφή εξόδων εμπειρογνώμονα για κατάθεση μαρτυρίας, για δυο λόγους δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Καταρχάς, επειδή τα δυο αυτά ποσά, προφανώς αφορούν στο Μ.Ε.2 ο οποίος κρίθηκε αναξιόπιστος μάρτυρας για το βασικό σκοπό που ετοίμασε τις δυο εκθέσεις του και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Έπειτα, επειδή ο ίδιος, ενόρκως ισχυρίστηκε ότι τα έξοδά του για την ετοιμασία της μελέτης και της παρουσίας στο Δικαστήριο ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €2.250, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει τι ποσό λογίστηκε για την ετοιμασία της μελέτης. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι τα έξοδα των μαρτύρων υπολογίζονται με βάση τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς και όχι κατά τη κρίση οποιουδήποτε διαδίκου ή του ίδιου του μάρτυρα τον οποίο αυτά αφορούν και τέλος, έχοντας υπόψη και το αυστηρό επίπεδο απόδειξης των ειδικών ζημιών, οι οποίες θα πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια, κάτι που δε συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και οι δυο αυτές αξιώσεις των εναγόντων είναι έκθετες σε απόρριψη. Όλες οι άλλες αξιώσεις τους, στις οποίες επέμεναν μέχρι τέλους, είτε είναι αναπόδεικτες, είτε ακόμη, δεδομένης της κατάληξής μου να εκδώσω απόφαση σε σχέση με την ουσιαστική αξίωσή τους - σύμφωνα με την καταληκτική εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους - και ανώφελες για τους ίδιους, αλλά και αχρείαστη ενασχόληση αναφορικά με αυτές εκ μέρους μου και σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Σ' ό,τι αφορά τώρα στις διάφορες αξιώσεις των εναγόμενων στο πλαίσιο της ανταπαίτησής τους, για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) σε σχέση με αυτή τής παραγράφου 31(α) του παρακλητικού δικαιούνται στην έκδοση απόφασης, ωστόσο, για το ποσό που αποδέχονται οι ενάγοντες σύμφωνα με την καταληκτική εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Απ' εκεί και πέρα έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες με τη συμφωνία ημερ. 30/11/2006 εκχώρησαν στους εναγόμενους τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο, ημερ. 6/9/2006, με το οποίο αγόρασαν από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3 το διαμέρισμα στην κοινότητα της επαρχίας Λεμεσού, ως επίσης ότι με το πληρεξούσιο έγγραφο, ημερ. 30/11/2006 διόρισαν του εναγόμενους, ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους τους για να μπορούν να προβούν σε όλες τις πράξεις και ενέργειες που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο. Δεδομένου ότι θα εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόμενων (ως ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψη ότι όλες οι άλλες αξιώσεις τους είναι σε συνάρτηση με τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία εκχώρησης και το πληρεξούσιο έγγραφο, αυτοί δικαιούνται στην έκδοση απόφασης και για όλες τις άλλες αξιώσεις τους. Ωστόσο, λόγω της δραστικότητας μερικών από τα σχετικά διατάγματα που θα εκδοθούν και των επιπτώσεών τους για τους ενάγοντες από την άμεση ισχύ τους θεωρώ ορθό να διατάξω την αναστολή εκτέλεσής τους για εύλογο χρόνο από σήμερα. Και με δεδομένο τέλος, ότι κατά τη δικάσιμο τής 4/4/2023 συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγόμενων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 ότι σε περίπτωση που οι πρώτοι πετύχουν στην ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων, θα εκδοθεί απόφαση και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3, ως η παράγραφος 31(β) μέχρι (ι) της ανταπαίτησης - οι οποίοι θα αποσύρουν την ανταπαίτησή τους - και κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα εκδίδεται απόφαση, ως ακολούθως: Σε σχέση με την αγωγή: εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου που παραχώρησαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, στις 21/4/2023 ανερχόταν στο ποσό των CHF17.208,39 (ελβετικά φράγκα) πλέον 3 μηνών Libor, πλέον 1,75% περιθώριο μέχρι εξοφλήσεως. Οι υπόλοιπες αξιώσεις των εναγόντων απορρίπτονται. Σε σχέση με την ανταπαίτηση: εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόμενων - εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων και εναντίον των εναγόντων - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των CHF17.208,39 (ελβετικά φράγκα) πλέον 3 μηνών Libor, πλέον 1,75% περιθώριο μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον, εναντίον και των τριών εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων εκδίδονται διατάγματα, ως η παράγραφος 31 (β) μέχρι (ι) της ανταπαίτησης. Συναφώς με αυτά, θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης για περίοδο 2 μηνών από σήμερα. Η ανταπαίτηση των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, παρατηρώ τα εξής: Σε σχέση με τους ενάγοντες και τους εναγόμενους, δεδομένης της συνένωσης και συνεκδίκασης των εκατέρωθεν απαιτήσεων και λαμβάνοντας υπόψη ότι το αποτέλεσμά τους, ουσιαστικά εδράζεται στην καταληκτική εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων, ως προς το πραγματικό υπόλοιπο που αυτοί οφείλουν στους εναγόμενους σε σχέση με το δάνειο που οι τελευταίοι είχαν παραχωρήσει στους πρώτους με την επίδικη σύμβαση και όχι στην αποδοχή της εκδοχής και της μαρτυρίας, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης, θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη και ορθή διαταγή ως προς τα έξοδα - την οποία εκδίδω - είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. Η ίδια διαταγή εκδίδεται και για τις εκατέρωθεν απαιτήσεις σε σχέση με τους εναγόμενους και τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.