← Κύπρος

MONOLITH PROPERTIES LTD ν. JENNIFER SESAYT PAPADAKI, Αρ. Αγωγής: 623/2022, 2/11/2023

MONOLITH PROPERTIES LTD ν. JENNIFER SESAYT PAPADAKI, Αρ. Αγωγής: 623/2022, 2/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 623/2022 (i-justice) Μεταξύ: MONOLITH PROPERTIES LTD Εναγόντων - και - JENNIFER SESAYT PAPADAKI Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 24/5/2023 Ημερομηνία: 2/11/2023 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ & ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την ενοικίαση από τους ενάγοντες στην εναγόμενη, ενός υποστατικού (στο εξής «επίδικο υποστατικό») ιδιοκτησίας των πρώτων καταχωρήθηκε στις 11/5/2022 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, στις 16/5/2022 η οποία αρνήθηκε να υπογράψει. Επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της νενομισμένης προθεσμίας, οι ενάγοντες, στις 17/6/2022 καταχώρησαν μονομερή αίτηση στο πλαίσιο της οποίας, στις 7/10/2022 εξασφάλισαν νομότυπα απόφαση εναντίον της. Με αυτή, η εναγόμενη διατάχθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €2.335, υπό μορφή οφειλόμενων ενοικίων, για την περίοδο μέχρι και το Μάη του 2022, καθώς και το ποσό των €715, μηνιαίως, υπό μορφή διαφυγόντων/ενδιάμεσων κερδών από 1/6/2022 μέχρι και την παράδοση του επίδικου υποστατικού στους ενάγοντες. Επιπλέον, εναντίον της εκδόθηκε και διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής του επίδικου υποστατικού στους ενάγοντες, το οποίο σύμφωνα με σχετική δήλωση που περιέχεται στην απόφαση, η εναγόμενη δε δικαιούται να χρησιμοποιεί και/ή κατέχει με οποιοδήποτε τρόπο. Οι ενάγοντες, στις 30/3/2023 καταχώρησαν μονομερή αίτηση στο πλαίσιο της οποίας, στις 12/4/2023 εξασφάλισαν διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού. Λίγες μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα, στις 4/4/2023 καταχώρησαν και αίτηση έρευνας εναντίον της εναγόμενης. Η τελευταία, στις 23/5/2023 καταχώρησε μέσω των δικηγόρων της σημείωμα εμφάνισης και την επομένη, 24/5/2023 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά διάταγμα και/ή απόφαση ακύρωσης και/ή παραμερισμού (Set Aside) της επίμαχης απόφασης, καθώς και του διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, Λευτέρης Δ. Ελευθερίου. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, Ζαχαρία Παλέξα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Δεδομένου ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης είναι σαφές, ότι δικαιοδοτική βάση της αίτησης αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael

(1982)1 CLR 204, 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε κάτι ανάλογο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 αναφέρονται συναφώς τ' ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος σύμφωνα με την υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χαπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πρόσφατη υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.» Και λίγο παρακάτω: «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. Άλλωστε, είναι εξ αιτίας της μη εμφάνισης του που ένας εναγόμενος αναγκάζεται εκ των υστέρων να πείσει ότι έχει καλή υπεράσπιση, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας.» Βλέπε και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Γιάγκου κ.ά. ν. Φωτίου
(2014)1 Α.Α.Δ. 250 σύμφωνα με την οποία: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Ειδικά για το βάρος απόδειξης που φέρει ο αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα ακόλουθα από την υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793: «Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415. Ο πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. ............. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. .............» Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή.» Ομοίως και όσα ακολουθούν από την Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 289: «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην (δυνάμει της Δ.16 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Όλες οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Eric John Wakeham v. Audar Majid Bhatti κ.ά.
(2016)1 Α.Α.Δ. 1266 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Το ζήτημα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην σχετικά πρόσφατη απόφασή του Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, ΠΕ 310/2010, ημερ. 20.6.2014, όπου, συνοπτικά, παρατίθενται οι αρχές: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014).» Στην θεμελιακή επί του θέματος ακύρωσης υπόθεση Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204, επεξηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας πάντα τις δύο ουσιαστικές παραμέτρους, αφενός δηλαδή την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της κατά το δυνατό ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Συνακόλουθη παράμετρος είναι και η επιβεβαίωση της αναγκαιότητας να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης βρίσκεται επί των ώμων του εκάστοτε αιτητή, ο οποίος θα πρέπει να υποδείξει μια καλή υπεράσπιση, αλλά και να θεμελιώσει ότι δεν υπάρχει αδικαιολόγητη ολιγωρία ή περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία.» Τέλος, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά και' ακόλουθα από την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση IOA v. ADA, Έφεση Αρ. 13/20, ημερ. 24/3/2021: «Ο λόγος της παράλειψης εμφάνισης αποκτά καθοριστική σημασία όταν ανάγεται σε συμπεριφορά περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου .. ... ... Επίσης η ανεξήγητη αργοπορία στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό είναι παράγοντας που ασκεί «έντονα αρνητική επίδραση» (Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Παράγοντας που εν προκειμένω ελλείπει. Η παραπάνω προσέγγιση της νομολογίας μας συνάδει με την ερμηνεία της οποίας έτυχε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ αναφορικά με αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης: «Even if the parties demonstrate a certain lack of diligence, the consequences attributed to their behavior by the domestic courts must be commensurate to the gravity of their failings and take heed of the overarching principle of fair hearing.» (Aždajić v. Σλοβενίας, Αρ. 71872/12, 8 Οκτωβρίου 2015, Gankin κ.α. ν. Ρωσίας, Αρ. 2430/06, 1454/08, 11670/10 και 12938/12, 31 Μαϊου 2016, Schmidt v. Λιθουανίας, Αρ. 22493/05, 27 Απριλίου 2017).» Ο ενόρκως δηλών για την εναγόμενη, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα εξής - μεταξύ άλλων - τα οποία αποβλέπουν στο να δικαιολογήσουν τόσο την παράλειψη της εναγόμενης να καταχωρήσει εμφάνιση στην εναντίον της αγωγή όσο και το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση έφεσης: Εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, τόσο οι δικηγόροι των εναγόντων όσο και ο κ. Αντώρκας (όπως αναφέρει στην παράγραφο 16 πρόκειται για τον αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο των διαχειριστών των εναγόντων ο υπό αναφορά) περί το Μάη του 2002 επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με την εναγόμενη, ενημερώνοντάς την ότι θα πρέπει να καταβάλει τα μέχρι τότε οφειλόμενα ενοίκια και σε περίπτωση που τα ξοφλούσε δε θα προχωρούσαν με την προώθηση της αγωγής, πράγμα το οποίο έπραξε η εναγόμενη. Η τελευταία, νομιζόμενη ότι το θέμα των οφειλόμενων ενοικίων είχε λήξει και δε θα προωθείτο η αγωγή, απέστελλε στον κ. Αντώρκα διάφορα μηνύματα, χωρίς όμως να λαμβάνει οποιαδήποτε ανταπόκριση, πέραν του γεγονότος ότι επικοινωνούσαν κάποιες φορές τηλεφωνικώς και ο ίδιος την ενημέρωνε να καταβάλλει κανονικά το ενοίκιο των €
  1. Περαιτέρω, η εναγόμενη, ένεκα σοβαρών προβλημάτων υγείας αναγκάζεται να μεταβαίνει στο εξωτερικό για ιατρική παρακολούθηση και θεραπεία. Από το Σεπτέμβρη του 2021 διαγνώστηκε με ήπια αρθρίτιδα και στένωση του μεσάρθριου διαστήματος τής κατά γόνυς άρθρωσης του αριστερού κάτω άκρου. Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και οι μετακινήσεις της είναι περιορισμένες. Επιπρόσθετα, από τις 2/3/2022 μέχρι και τις 30/4/2022 και από τις 6/10/2022 μέχρι και τις 3/1/2023 απουσίαζε στο εξωτερικό για λόγο υγείας, με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατο να αναζητήσει νομική συμβουλή για την υπόθεση. Οι λόγοι υγείας της καθώς και το γεγονός ότι απουσίαζε στο εξωτερικό δεν της επέτρεψαν να διερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση και να αποταθεί σε κάποιο δικηγόρο για να τη συμβουλέψει και στη συνέχεια να καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης. Παρά τα πιο πάνω, εντελώς τυχαία και μόλις στις 22/5/2023 έλαβε τηλεφώνημα από τους ενάγοντες, ενημερώνοντάς την ότι θα καλέσουν την Αστυνομία να επισκεφτεί το επίδικο υποστατικό για να τη βγάλουν έξω. Αμέσως επικοινώνησε με τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, οι οποίοι προχώρησαν την επομένη μέρα, ήτοι στις 23/5/2023, αρχικά, στην καταχώρηση σχετικού σημειώματος εμφάνισης με σκοπό, έπειτα, να προχωρήσουν σε σχετική έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Από την έρευνα διαπιστώθηκε με μεγάλη έκπληξη ότι οι δικηγόροι των εναγόντων προχώρησαν με αίτηση για απόφαση, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, ημερομηνίας 17/6/2022 με αποτέλεσμα στις 7/10/2022, εν τέλει να εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγόμενης. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι στις 4/4/2023, οι δικηγόροι των εναγόντων καταχώρησαν σχετική αίτηση έρευνας, ενώ στις 12/4/2023, κατόπιν ακρόασης της αγωγής και της αίτησης, ημερομηνίας 30/3/2023 εκδόθηκε διάταγμα για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού. Μετά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στην υπόθεση και τη διαπίστωση των πιο πάνω, παρά τις ανέκαθεν διαβεβαιώσεις των εναγόντων προς την εναγόμενη ότι η αγωγή δε θα προωθείτο, οι δικηγόροι της προχώρησαν στις 24/5/2023 στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, χωρίς καμιά απολύτως καθυστέρηση. Η εκδοθείσα απόφαση, ημερομηνίας 7/10/2022, το διάταγμα ημερομηνίας 12/4/2023, καθώς και η αίτηση έρευνας, ημερομηνίας 4/4/2023, ουδέποτε μέχρι σήμερα γνωστοποιήθηκαν και/ή επιδόθηκαν από τους δικηγόρους των εναγόντων προς την εναγόμενη. Από τη στιγμή που δε δόθηκε η δυνατότητα στην εναγόμενη να προβάλει την υπεράσπισή της ενώπιον του Δικαστηρίου και από τη στιγμή που διαβεβαιώθηκε προφορικά το Μάη του 2022 ότι η αγωγή δε θα προωθείτο και αφού η εναγόμενη αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και απουσίαζε στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα, θεωρούν ότι οι ενάγοντες καταχρηστικά και αντιδεοντολογικά εκείνη τη χρονική περίοδο προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικής μονομερούς αίτησης για απόφαση, χωρίς να δίδει οποιοδήποτε χρονικά περιθώρια στην εναγόμενη να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και αληθώς πιστεύει είναι ορθό και δίκαιο δεδομένου ότι καμιά υπαίτια ή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπήρξε στην καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, αλλά και του γεγονότος ότι έχει καλή υπεράσπιση, να της δοθεί η δυνατότητα και το δικαίωμα να την καταθέσει και να ακουστεί από το Δικαστήριο, όπως το Σύνταγμα και Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζει. Η καθυστέρηση της εναγόμενης να εμφανιστεί νωρίτερα ενώπιον το σεβαστού Δικαστηρίου δεν οφειλόταν σε ασέβεια ή περιφρόνηση του Δικαστηρίου, αλλά στο γεγονός ότι απουσίαζε στο εξωτερικό για λόγους υγείας. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς της εναγόμενης, το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι εντοπίζω μια σοβαρή αντίφαση ως προς το λόγο για τον οποίο παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, οποτεδήποτε προτού εκδοθεί απόφαση εναντίον της, στην απουσία της. Διερωτώμαι: αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι απουσίαζε στο εξωτερικό για λόγους υγείας ή επειδή περί το Μάη του 2002, οι δικηγόροι των εναγόντων και ο κ. Αντώρκας - όπως είναι η θέση της - επικοινώνησαν τηλεφωνικώς μαζί της, ενημερώνοντάς την ότι θα πρεπε να καταβάλει τα μέχρι τότε οφειλόμενα ενοίκια και σε περίπτωση που τα ξοφλούσε δε θα προχωρούσαν με την προώθηση της αγωγής, πράγμα που έπραξε; Και γιατί δε διευκρινίζει πότε το Μάη, που τυγχάνει να είναι ο μήνας που οι ενάγοντες καταχώρησαν και της επέδωσαν την αγωγή τους, έλαβε χώρα το παραπάνω «γεγονός» και συγκεκριμένα, εάν είναι προτού ή μετά που οι ενάγοντες καταχωρήσαν και της επέδωσαν την αγωγή τους; Χωρίς βέβαια να σημαίνει πως οτιδήποτε και να ισχύει - αν ισχύει - από τα δυο, δικαιολογείται η παράλειψή της να καταχωρήσει έγκαιρα εμφάνιση. Εάν είναι προτού οι ενάγοντες καταχωρήσουν και της επιδώσουν την αγωγή τους και να ισχύει ο ισχυρισμός της ότι επικοινώνησαν τηλεφωνικώς μαζί της και της ανάφεραν αυτό που ισχυρίζεται, εκτός κι αν εθελοτυφλούσε δε θα πρεπε να τους πιστέψει, είτε ακόμη, θα έπρεπε να τους ρωτήσει γιατί καταχώρησαν και της επέδωσαν την αγωγή, εάν εννοούσαν αυτό που υποτίθεται ότι της ανάφεραν τηλεφωνικώς και δεν περίμεναν να δουν κατά πόσο θα συμμορφωνόταν πρώτα σε ό,τι της είχαν ζητήσει να κάνει και μόνο σε περίπτωση που δεν το έκανε να προχωρούσαν με την καταχώρηση της αγωγής τους. Εάν τώρα οι ενάγοντες, πρώτα καταχώρησαν την αγωγή και μετά επικοινώνησαν τηλεφωνικώς μαζί της, διερωτώμαι τι νόημα είχε να την καταχωρήσουν προτού της δώσουν την ευκαιρία να συμμορφωθεί με αυτό που της είχαν ζητήσει τηλεφωνικώς να κάνει. Όμως, είτε το ένα συνέβη είτε το άλλο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, η ίδια δε θα πρεπε να κάνει κάτι προκειμένου να διασφαλίσει ότι, αφ' ης στιγμής - όπως είναι η θέση της - συμμορφώθηκε με ό,τι της ζητήθηκε από τους ενάγοντες να κάνει, που ήταν να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια, αυτοί θα τερμάτιζαν την εναντίον της αγωγή; Από τη στιγμή που της είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, που αποτελεί δικαστικό έγγραφο, κατά τη γνώμη μου, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει ήταν να λάβει σοβαρά υπόψη και να συμμορφωθεί με ό,τι αναφέρεται και μάλιστα υπό μορφή διαταγής σ' αυτό και τούτο, για να μην υποστεί τις συνέπειες που αναφέρονται στη συνέχεια στο ίδιο έγγραφο. Συγκεκριμένα όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση στην εναντίον της αγωγή εντός 10 ημερών από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και να λάβει σοβαρά υπόψη ότι σε αντίθετη περίπτωση, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να προχωρήσουν την αγωγή και να εξασφαλίσουν απόφαση στην απουσία της. Όμως, ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της, ως προς το λόγο που παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, καταφαίνεται και από τα εξής: Ενώ ισχυρίζεται ότι είναι εντελώς τυχαία που έμαθε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στην αγωγή, όταν στις 22/5/2023 έλαβε τηλεφώνημα από τους ενάγοντες, οι οποίοι την ενημέρωσαν ότι θα καλέσουν την Αστυνομία να επισκεφτεί το επίδικο υποστατικό για να τη βγάλουν έξω, οπότε επικοινώνησε αμέσως με τους δικηγόρους της, οι οποίοι, την επομένη καταχώρησαν εμφάνιση και από την έρευνα που είχαν κάνει στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώθηκε με μεγάλη έκπληξη ότι οι δικηγόροι των εναγόντων, στις 17/6/2022 προχώρησαν με αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της, στις 7/10/2022, η οποία, ουδέποτε μέχρι σήμερα της γνωστοποιήθηκε και/ή επιδόθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων, καθώς και ότι στις 12/4/2023, κατόπιν ακρόασης της αίτησης, ημερομηνίας 30/3/2023 εκδόθηκε ένταλμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού, ο ισχυρισμός της ότι η επίμαχη απόφαση, ημερομηνίας 7/10/2022, ουδέποτε μέχρι σήμερα της γνωστοποιήθηκε και/ή επιδόθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων είναι ανυπόστατος, ψευδής και αποτελεί εκ των υστέρων επινόησή της προκειμένου να δικαιολογήσει το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση και να τεκμηριώσει τη θέση της, ότι δήθεν το έκανε μόλις δυο μέρες μετά που έμαθε πως είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της στην αγωγή. Θεωρώ λοιπόν ανυπόστατο, ψευδή και εκ των υστέρων επινόησή της τον εν λόγω ισχυρισμό της, επειδή, στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων που υποστηρίζει την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση, προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του ότι η επίμαχη απόφαση επιδόθηκε στην εναγόμενη, επισυνάπτεται η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης του δικαστικού επιδότη, με επισυνημμένο πιστό αντίγραφο της απόφασης και βέβαια, το γεγονός ότι η εναγόμενη, όπως αναφέρεται από το δικαστικό επιδότη αρνήθηκε να υπογράψει (το ίδιο έκανε και όταν της είχε επιδοθεί η αγωγή) δεν τεκμηριώνει τη θεμελιακή θέση της ότι ουδέποτε της είχε γνωστοποιηθεί και/ή επιδοθεί η απόφαση. Αρνήθηκε να υπογράψει αναφέρει ο δικαστικός επιδότης και όχι να παραλάβει. Όμως, ότι παρέλαβε, διάβασε και κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης καταφαίνεται και από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος τής τότε δικηγόρου της στους δικηγόρους των εναγόντων, ημερομηνίας 23/1/2023 (τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση). Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) με την επίμαχη απόφαση εκδόθηκε και διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού - στο οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, η εναγόμενη διέμενε και διαμένει ακόμη - και η εναγόμενη διατάχθηκε να συμμορφωθεί με αυτό εντός 30 ημερών από την επίδοσή του. Η τότε δικηγόρος της, 7 μόλις μέρες μετά την επίδοση της απόφασης στην οποία περιλαμβάνεται το εν λόγω διάταγμα και στο τέλος, η νενομισμένη και αναγκαία οπισθογράφηση του Πρωτοκολλητή, ως προς τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης στο διάταγμα, με το παραπάνω μήνυμά της, απευθυνόμενη προς τους συναδέλφους της - δικηγόρους των εναγόντων, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν για το θέμα της παρούσας υπόθεση (η οποία εκ λάθους αναφέρεται ως αίτηση ενοικιοστασίου με αρ. 623/22 αντί αγωγή με το συγκεκριμένο αριθμό που είναι το ορθό) είναι παράκλησή τους όπως δοθεί περαιτέρω χρόνος στην πελάτισσά τους, καθώς ειλικρινά δεν έχει σπίτι για να φύγει και ως ήδη είναι γνωστό, στη Λεμεσό υπάρχει μεγάλο πρόβλημα εύρεσης οικίας. Η εν λόγω παράκληση της τότε δικηγόρου της εναγόμενης, ιδωμένη σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της επίμαχης δικαστικής απόφασης έχει την έννοια της παράκλησης να δοθεί στην εναγόμενη, χρόνος πέραν των 30 ημερών που τάσσεται με την απόφαση για σκοπούς συμμόρφωσης με το δικαστικό διάταγμα που περιέχονται σ' αυτή. Και κάτι ακόμη. Με μόνο λόγο, ότι στις 12/4/2023 εξέδωσα διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού είναι σαφές, ότι το έκανα επειδή έλαβα υπόψη - μεταξύ άλλων - ότι η επίμαχη απόφαση - στην οποία περιλαμβάνεται και το συγκεκριμένο διάταγμα - επιδόθηκε και μάλιστα προσωπικά στην εναγόμενη. Και τούτο, επειδή η επίδοση ενός δικαστικού διατάγματος προσωπικά στο πρόσωπο που αφορά ένα τέτοιο διάταγμα αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για σκοπούς νομιμοποίησης εκείνου που το έχει εξασφαλίσει να καταχωρήσει αίτηση ανάκτηση κατοχής και εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα/ένταλμα (βλ. τη Δ.42Α Θ.Θ. 1 και 2 και τη Δ.43Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Απ' εκεί και πέρα, μολονότι δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει η εναγόμενη, δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτά αποτελούν δικαιολογία, είτε για την παράλειψή της να καταχωρήσει εμπρόθεσμα εμφάνιση στην αγωγή είτε για το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Καταρχάς, σημειώνω το γεγονός ότι κατά μια εκδοχή επικαλείται το συγκεκριμένο λόγο σε συνδυασμό με τον προηγούμενο, που αποδεδειγμένα δεν ισχύει. Ακολούθως, το γεγονός ότι σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία που επισυνάπτει (βλ. το τεκμ. 7 στην ένορκη δήλωση του κ. Ελευθερίου) το Σεπτέμβρη του 2021 διαγνώστηκε με ήπια αρθρίτιδα και στένωση του μεσάρθριου διαστήματος της κατά γόνυ άρθρωσης του αριστερού κάτω άκρου, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι γιατί το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν της επέτρεψε είτε να διερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση και να αποταθεί σε κάποιο δικηγόρο για να τη συμβουλέψει είτε - στη συνέχεια - να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών γι' αυτήν στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσής του. Για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, όπως προκύπτει από τη σχετική ιατρική βεβαίωση (τεκμ. 7, ανωτέρω) ενάμιση και πλέον χρόνο προτού οι ενάγοντες καταχωρήσουν και της επιδώσουν την αγωγή τους, της χορηγήθηκε απλώς αγωγή με αντιφλεγμονώδη για 7 ημέρες. Με αυτό δεδομένο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής και πάλι δεν μπορεί να επικαλείται το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας, ως λόγο για την παράλειψή της να καταχωρήσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι από τις 2/3/2022 μέχρι και τις 30/4/2022 και από τις 6/10/2022 μέχρι και τις 3/1/2023 απουσίαζε στο εξωτερικό για λόγους υγείας με αποτέλεσμα - όπως ισχυρίζεται - να ήταν αδύνατο να αναζητήσει νομική συμβουλή για την υπόθεση. Ενώ δεν έχω λόγους να αμφισβητώ, το πρώτο, δηλαδή ότι απουσίαζε στο εξωτερικό τις δυο περιόδους που αναφέρει καθώς και το λόγο που συνέβη αυτό, έχω έντονους λόγους να αμφισβητώ το δεύτερο. Καταρχάς, έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους, στις 11/5/2022, διερωτώμαι για ποιο λόγο η εναγόμενη επικαλείται την απουσία της στο εξωτερικό σε προγενέστερο χρόνο (από 2/3/2022 μέχρι 30/4/2022) ως λόγο που καθιστούσε αδύνατη εκ μέρους της την αναζήτηση νομικής συμβουλή για την υπόθεση, που δεν υπήρχε τότε. Το ίδιο ισχύει και για την απουσία της τη δεύτερη περίοδο (από 6/10/2022 μέχρι 3/1/2023). Η αγωγή - για να επαναλάβω -καταχωρήθηκε στις 11/5/2022 και της επιδόθηκε στις 16/5/
  2. Αυτή όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 10 ημερών από την ημερομηνία αυτή, δεν το έπραξε και έφυγε για το εξωτερικό, στις 6/10/
  3. Δηλαδή, 4 και πλέον μήνες μετά που της είχε επιδοθεί η αγωγή και που όφειλε να καταχωρήσει εμφάνιση. Τέλος, με μόνο λόγο ότι - για να επαναλάβω - πληροφορήθηκε για την έκδοση απόφασης εναντίον της, το αργότερο στις 16/1/2023 που της είχε επιδοθεί η απόφαση και όχι μόνο δυο μέρες μετά τις 22/5/2923 που υποτίθεται πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους της για το γεγονός αυτό, μάταια προσπαθεί να δικαιολογήσει το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, τόσο αργοπορημένα. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για όλους τους παραπάνω λόγους, συγκεφαλαιώνοντας, κρίνω ότι η εναγόμενη, εντελώς αδικαιολόγητα παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, με αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης εναντίον της, 5 περίπου μήνες μετά που της είχε επιδοθεί η αγωγή και το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, 7 και πλέον μήνες από την έκδοση της απόφασης και 4 και πλέον μήνες μετά που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του τελευταίου αυτού γεγονότος. Για να καταλήξω, θα έλεγα πως, όχι απλώς παρέλειψε άνευ αποχρώντος λόγου να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και καθυστέρησε εντελώς αδικαιολόγητα να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης (βλ. τη Milouca, ανωτέρω) αλλά, η περίπτωσή της αποτελεί κλασσική περίπτωση διαγωγής ασυγχώρητης, περιφρονητικής μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, οπότε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας αρνούμαι να παραμερίσω την απόφαση (βλ. τη Phylactou, ανωτέρω). Στην περίπτωσή της ισχύουν τα λεχθέντα στην IOA v. ADA (ανωτέρω) όπου ο λόγος της παράλειψης εμφάνισης αποκτά καθοριστική σημασία, πολύ περισσότερο, που δεν υπάρχει αποδεκτός λόγος στην περίπτωσή της και η ανεξήγητη αργοπορία στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό αποτελεί παράγοντα που ασκεί «έντονα αρνητική επίδραση» γεγονός που με απλά λόγια σημαίνει πως έστω και αν δέχομαι ότι η εναγόμενη αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, εντούτοις δεν είμαι διατεθειμένος μα ούτε και νομιμοποιούμαι πιστεύω να επανανοίξω την υπόθεση και να της δώσω το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή της. Ο ισχυρισμός της ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν θέσμια ενοικιαστής του επίδικου υποστατικού και το θέμα δικαιοδοσίας για το παρόν Δικαστήριο να επιληφθεί της υπόθεσης που εγείρει σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό της ότι κατά τον ίδιο χρόνο δεν όφειλε κανένα ενοίκιο στους ενάγοντες, κατά τη γνώμη μου αποτελούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι περί αντιθέτου θέσεις των εναγόντων παραβλέπουν τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα. Για να επαναλάβω σύμφωνα με τη Γιάγκου κ.ά. (ανωτέρω): «Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.