← Κύπρος

LI JIN κ.α. ν. DMG REAL ESTATE DEVELOPMENT GROUP LTD, Αρ. Αγωγής: 1561/22, 3/11/2023

LI JIN κ.α. ν. DMG REAL ESTATE DEVELOPMENT GROUP LTD, Αρ. Αγωγής: 1561/22, 3/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1561/22 Μεταξύ: 1.LI JIN, από την Κίνα 2.HU RUIHUA, από την Κίνα και DMG REAL ESTATE DEVELOPMENT GROUP LTD, από την Λεμεσό Ημερομηνία: 3.11.23 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Ν. Νικηφόρου Για την Εναγόμενη εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Χουβαρτάς -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 30.9.22 οι Ενάγοντες/Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση από του να πωλήσει και/ή μεταπωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνει και/ή αποξενώσει 5 ακίνητα τα οποία βρίσκονται στην επαρχία Λεμεσού μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου (παράγραφος Α της υπό κρίση αίτησης). Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, από τώρα και στο εξής «ο δικηγόρος», ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση για λογαριασμό τους. Το αιτητικό υπό παράγραφο Α της υπό κρίση αίτησης εκδόθηκε μονομερώς στις 6.10.22. Την ίδια ημέρα που το διάταγμα ορίσθηκε επιστρεπτέο ορίσθηκε και η υπό κρίση αίτηση για επίδοση όσον αφορά το αιτητικό υπό παράγραφο Β της αίτησης. Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος καθώς και στην έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Β της υπό κρίση αίτησης. Προς τούτο καταχώρησε Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο υπάλληλος», ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Εν πρώτοις και ένεκα της σημασίας του θα ασχοληθώ με το θέμα του παράτυπου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση το οποίο εγείρεται με την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών. Είναι η θέση της πλευράς των Αιτητών ότι η εν λόγω ένορκος δήλωση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αφ' ης στιγμής ο υπάλληλος είναι Κινέζος υπήκοος και δεν γνωρίζει την Ελληνική όπως με ενάργεια εξάγεται από την παράγραφο 28 της ένορκής του δήλωσης. Εντούτοις η ένορκός του δήλωση είναι συνταγμένη στα Ελληνικά. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται ρητά ότι η μητρική γλώσσα του υπάλληλου είναι η Κινέζικη και ότι του μεταφράσθηκε τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κινέζικη γλώσσα και, επομένως, κατανόησε πλήρως το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Η ένορκος δήλωση του υπάλληλου πάσχει εμφανώς αφού αυτή είναι συνταγμένη στα Ελληνικά και ο υπάλληλος που την υπέγραψε δεν ομιλεί την Ελληνική. Αυτό, όμως, που ιδιαίτερα ξενίζει είναι ο ισχυρισμός του υπαλλήλου ότι ό,τι του μεταφράσθηκε ήταν η υπό κρίση αίτηση και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει. Η δική του ένορκος δήλωση που υπέγραψε στα Ελληνικά δεν αναφέρεται να του μεταφράσθηκε στην μητρική του γλώσσα. Βεβαίως δεν υποστηρίζω ότι το τελευταίο θα ήταν διαδικαστικά το ορθό. Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται στις περιπτώσεις που πρόσωπο του οποίου η μητρική γλώσσα είναι άλλη από την Ελληνική υπογράφει ένορκη δήλωση υποδεικνύεται στις υποθέσεις που πιο κάτω αναφέρονται. Στην Αίτηση 48/03 Saab Abbas Nazar v. Δημοκρατίας

(2003)1 ΑΑΔ 772 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πριν καταλήξω θα ήθελα να επισηµάνω ένα τελευταίο σηµείο. Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωµένη στα ελληνικά, άνκαι ο ενόρκως δηλών είναι Πακιστανός ο οποίος, όπως αντιλαµβάνοµαι, µιλά µόνο τη διάλεκτο Urdu. Κάτω από την βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιόν του, έχει προστεθεί η ακόλουθη χειρόγραφη σηµείωση: «Το περιεχόµενο της Ε/∆ µεταφράστηκε ενώπιον µου στον εν. δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti». Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως µη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά µαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγµένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται µε µετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του µεταφραστή που να βεβαιώνει τη µετάφραση και να ενσωµατώνει ως τεκµήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη µετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόµος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, µπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουµένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουµένως µεταφραστεί σ' αυτόν από µεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη µετάφραση (Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σηµείωση του Πρωτοκολλητή δεν µπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόµενο της ένορκης δήλωσης µεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. Όπως έχει επισηµανθεί και στην υπόθεση Ανδρέας Θεµιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 Α.Α.∆. 1354, τα κενά ή οι ελλείψεις σε µια ένορκη δήλωση δεν µπορούν να αφεθούν να συµπληρώνονται µε µαρτυρία. Σκοπός της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat), είναι η αποφυγή, µε τρόπο αναντίλεκτο, οποιωνδήποτε αµφισβητήσεων. (Βλέπε όµως In re El -Boustani
(1991)1 A.A.∆. 736, 742). Την πεποίθησή µου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα µη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, µπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόµενος ότι το περιεχόµενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της µετάφρασης από το µεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της µετάφρασής του. Η αίτηση απορρίπτεται .». Στην Αίτηση 32/03 Μάριος Φωτίου
(2003)1 ΑΑΔ 782 η οποία προσομοιάζει με τα γεγονότα της κρινόμενης περίπτωσης και στην οποία αποφασίσθηκε ότι η ένορκος δήλωση δεν συνιστούσε μαρτυρία γι' αυτό και δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η δεύτερη αιτήτρια είναι Ολλανδή υπήκοος και δεν γνωρίζει ελληνικά. Παρά ταύτα, η ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωµένη στα ελληνικά, ενώ στο τέλος επιβεβαιώνεται από Πρωτοκολλητή ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Είµαι της άποψης ότι η συγκεκριµένη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόµου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαµβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από µετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριµένη γλώσσα και το οποίο µε δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της µετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συνταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώµη µου, µαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαµβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά µε τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.∆. 772)». Στην Αίτηση 30/01 ημερομηνίας 30.3.01 στην οποία έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το ∆ικαστήριο έκρινε πως έπρεπε να εξετάσει πρώτα τη θέση της υπεράσπισης ότι "ενώπιον του ∆ικαστηρίου δεν υπάρχει στην ουσία ένορκος δήλωση που να υποστηρίζει την αίτηση από τη στιγµή που αυτός που έκαµε την ένορκο δήλωση δεν γνωρίζει το περιεχόµενό της". Το ∆ικαστήριο, µε αναφορά σε στοιχεία που είχε ενώπιόν του διαπίστωσε ότι ο αλλοδαπός κ. Dmitry Renne ήταν πρόσωπο που δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα και ότι οι σηµειώσεις του πρωτοκολλητή στο κάτω µέρος των δηλώσεων ότι το περιεχόµενο των εν λόγω δηλώσεων εξηγήθηκε στον κ. Renne στα αγγλικά από τον πρωτοκολλητή δεν µπορούσε να ληφθεί υπόψη γιατί, καθώς αναφέρεται στην ενδιάµεση απόφαση, "είναι µια σηµείωση έξω από την ένορκο δήλωση η οποία µάλιστα έγινε χωρίς να υπάρχει πρόνοια για κάτι τέτοιο από οποιοδήποτε σχετικό κανονισµό. Υπάρχει όµως στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ισχυρισµός ότι ο Dmitry Renne µιλά µόνο την ρωσσική, γνωρίζει λίγα αγγλικά και καθόλου ελληνικά. Αυτός ο ισχυρισµός δεν έχει µε οποιοδήποτε τρόπο αµφισβητηθεί, πολύ περισσότερο δεν έχει ανατραπεί. Αντίθετα στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων γίνεται παραδοχή αυτού του γεγονότος." Κατόπιν της πιο πάνω διαπίστωσης, ο δικαστής αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Καν. 39.θθ.9.10, κατέληξε στο συµπέρασµα ότι "Από τη στιγµή που µια ένορκος δήλωση γίνεται σε γλώσσα η οποία δεν είναι αντιληπτή από τον ενόρκως δηλούντα δεν µπορεί να διακριβωθεί αν αυτός που υπογράφει την ένορκο δήλωση γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην ένορκο του δήλωση. Σαν αποτέλεσµα δεν υπάρχει συµµόρφωση ούτε και µε τις πρόνοιες του θ.10." Προκειµένου να διακριβωθεί ο τρόπος µε τον οποίο αλλοδαποί που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα µπορούν να κάµουν ένορκη δήλωση, ο δικαστής αναφέρθηκε στους σχετικούς κανονισµούς που εφαρµόζονταν στην Αγγλία (Annual Practice 1958, σελ. 927) και κατέληξε στο πιο κάτω συµπέρασµα καθόσον αφορά, κατ΄ αναλογία, τον τρόπο που πρέπει να γίνονται τέτοιες ένορκες δηλώσεις. "Όταν καθίσταται αναγκαίο να καταχωρηθεί ένορκος δήλωση σε ξένη γλώσσα η συνήθης διαδικασία είναι να γίνεται µετάφραση της ένορκης δήλωσης από προσοντούχο µεταφραστή και να επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση στη ξένη γλώσσα και η µετάφραση σαν τεκµήριο σε ένορκη δήλωση του µεταφραστή ο οποίος να επιβεβαιώνει τη µετάφραση και γίνεται καταχώρηση και των τριών εγγράφων µαζί". Το τελικό συµπέρασµα που προδιάγραψε και την κατάληξη της απόφασης για ακύρωση του προσωρινού διατάγµατος και ακύρωση της αίτησης εµπεριέχεται στην πιο κάτω περικοπή της ενδιάµεσης απόφασης: "Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Η αίτηση των εναγόντων συνοδεύεται από µια ένορκη δήλωση την οποία έκαµε πρόσωπο που δεν γνωρίζει την Ελληνική. Εποµένως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία κατέθετε και να τα βεβαιώσει στο ∆ικαστήριο. Είναι στην πραγµατικότητα ως να µην υπάρχει ένορκος δήλωση ενώπιον του ∆ικαστηρίου και εποµένως είναι σαν να µην υπάρχουν γεγονότα ενώπιον του ∆ικαστηρίου πάνω στα οποία η αίτηση µπορεί να στηριχθεί. Είναι κάτι που αντιβαίνει µε τον Καν. 48, θ.1. Καθίσταται επιτακτικό µε βάση τις πρόνοιες του Κανονισµού αυτού όπως κάθε αίτηση γίνεται γραπτώς και υποστηρίζεται µε ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν φαίνονται στα βιβλία ή τα πρακτικά του ∆ικαστηρίου. Γι΄ αυτό το λόγο και το ∆ικαστήριο δεν µπορεί να εξετάσει την αίτηση των εναγόντων γιατί δεν υποστηρίζεται από γεγονότα». Τέλος στην Πολιτική Έφεση Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.23 η αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υποστηρίζονταν από ένορκο δήλωση συνταγμένη στα Ελληνικά η οποία υπεγράφη από πρόσωπο που δεν μιλούσε Ελληνικά. Τα αιτούμενα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς και οριστικοποιήθηκαν με ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κατ' έφεση παραμερίσθηκαν στην ολότητά τους. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την τριμελή του σύνθεση: «Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772: «Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos
(2003)1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής: «Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772).» Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Krishnakanthan
(2011)1 Α.Α.Δ. 7 όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα: «Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και αναφέρομαι στο Annual Practice 1955, σελ. 683 δίδει κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (Βλ. Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 783). Η σημείωση του πρωτοκολλητή, ότι μεταφράστηκε από ελληνικά σε αγγλικά, που στην προκείμενη περίπτωση όπως υποστήριξε ο συνήγορος του αιτητή, είναι ικανοποιητική για να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα ύπαρξης της, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία, αφού, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Σκοπός της βεβαίωσης του πρωτοκολλητή (jurat) είναι η αποφυγή με τρόπο αναντίλεκτο οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων (El-Boustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736). Αφήνω που μεθοδολογία, όπως η παρούσα, μπορεί να οδηγήσει και να ενισχύσει τη σκέψη ότι ένας ενόρκως δηλών, μπορεί θεωρητικά και να αποφύγει τις συνέπειες ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δηλώσεως δεν του αποδόθηκε σωστά.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και σε προηγούμενη υπόθεση την Valentina Stoeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1405/2009, ημερ. 10/11/2009, στην οποία απερρίφθη μονομερής αίτηση για έκδοση διατάγματος τερματισμού της κράτησης και αναστολής της διαδικασίας απέλασης, λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που την συνόδευε δεν είχε συνταχθεί στη μητρική γλώσσα της αιτήτριας που ήταν η βουλγαρική, αλλά στην ελληνική γλώσσα. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Είναι υπογραμμένη από την αιτήτρια. Υπάρχει πιστοποίηση της υπογραφής της από την πρωτοκολλητή. Ταυτοχρόνως υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι η ένορκη δήλωση έχει μεταφραστεί από κάποια Dani Προκοπίου στη βουλγαρική γλώσσα. Αυτό υποστήριξε η συνήγορος της αιτήτριας είναι αρκετό, γιατί καταδεικνύει ότι η ένορκη δήλωση μεταφράστηκε στην αιτήτρια στη μητρική της γλώσσα, και μετά απ΄αυτό υπέγραψε τη σχετική ένορκη δήλωση και έθεσε και η πρωτοκολλητής τη σχετική πιστοποίηση. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία η οποία θα μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αντίκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και βρίσκω ότι δεν υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την ουσία της αίτησης». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ότι στην προκείμενη περίπτωση καταχωρήθηκε μια «ένορκη δήλωση μετάφρασης» από άτομο το οποίο δηλώνει ότι είναι σε θέση να μεταφράζει από την ελληνική στη ρωσική και αντίστροφα και ότι μετάφρασε στον Εφεσίβλητο προφορικά στη ρωσική γλώσσα την ένορκη δήλωση που αυτός καταχώρισε στην ελληνική πριν αυτός θέσει την υπογραφή του σε αυτή, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Δεν είναι χωρίς λόγο που η νομολογία σταθερά απαιτεί τη σύνταξη μιας ένορκης δήλωσης στη μητρική γλώσσα του ομνύοντα. Αν ήταν διαφορετικά, θα ήταν εύκολο να εγείρονται από ένα ομνύοντα που επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από φερόμενη δήλωση του ζητήματα ως προς την ακρίβεια της μετάφρασης της ένορκης του δήλωσης τα οποία θα ήταν δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) θέτει το ζήτημα ακριβώς στη σωστή του διάσταση: «Την πεποίθησή μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του». Είναι εμφανές από την πιο πάνω ανάλυση ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει τηρηθεί αυτή η διαδικασία η οποία έχει επιδοκιμαστεί από την πάγια νομολογία, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, με αποτέλεσμα να ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει και στοιχειοθετήσει την οριστικοποίηση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η πιο πάνω διαπίστωση μας σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση έφεσης χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης. Και τούτο γιατί η κατάληξη μας επί του θέματος της ένορκης δήλωσης του Εφεσίβλητου καθιστά μη αναγκαίο να αποφανθούμε επί των υπολοίπων θεμάτων των Εφέσεων, αφού τούτο θα ήταν περιττό». Υπό το φως όλων των πιο πάνω η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν συνιστά μαρτυρία γι' αυτό και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Μοιραία θα αγνοηθεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ένσταση θα αγνοηθεί. Λόγοι ένστασης οι οποίοι δεν χρειάζονται για σκοπούς τεκμηρίωσης την προσκόμιση μαρτυρίας παρά μόνο την παρουσίαση επιχειρηματολογίας σαφώς και δύνανται να εξετασθούν. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι Αιτητές είναι Κινέζοι υπήκοοι, σύζυγοι και διαμένουν μόνιμα στην Δημοκρατία της Κίνας. Η Καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους Νόμους της Δημοκρατίας και ασχολείται με την ανάπτυξη γης. Κατόπιν διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα το 2018 μεταξύ των Αιτητών, από την μια, και της διευθύντριας της Καθ' ης η αίτηση και του συζύγου της, από την άλλη, συμφωνήθηκε όπως η Καθ' ης η αίτηση αναλάβει την υποχρέωση να ανεγείρει για λογαριασμό των Αιτητών κατοικία εντός οικοπέδου που βρίσκεται εντός της επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση, και οι Αιτητές εις αντάλλαγμα καταβάλουν στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό Ευρώ 880.000,00 σεντ πλέον ΦΠΑ. Προς τούτο υπεγράφη στις 26.9.18 γραπτή συμφωνία πώλησης η οποία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Α. Ήταν, μεταξύ άλλων, όρος της συμφωνίας πώλησης ότι η Καθ' ης η αίτηση θα αναλάμβανε την υποχρέωση να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για την κατοικία και το οικόπεδο στο οποίο θα ανεγείρονταν η κατοικία και να ολοκληρώσει την κατοικία σύμφωνα με την άδεια οικοδομής προς ικανοποίηση των αρμόδιων αρχών αποκτώντας πιστοποιητικό έγκρισης και ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για την κατοικία και το οικόπεδο μέχρι την 31.12.22 με 3 μήνες χάρη. Ήταν, επίσης, όρος της συμφωνίας πώλησης ότι η Καθ' ης η αίτηση θα αναλάμβανε την υποχρέωση να παραδώσει την κατοικία στους Αιτητές έτοιμη να κατοικηθεί κατά ή πριν την 30.11.19 με 30 μέρες παράταση ταυτόχρονα με την πλήρη διευθέτηση του τιμήματος πώλησης. Επιπρόσθετα οι Αιτητές συμφώνησαν με την Καθ' ης η αίτηση όπως προχωρήσουν και στην αγοραπωλησία 5 διαμερισμάτων. Οι Αιτητές κατέβαλαν στην Καθ' ης η αίτηση ολόκληρο το τίμημα για την κατοικία ενωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα που προνοούνταν στην συμφωνία πώλησης. Συγκεκριμένα μέχρι την 30.4.19 κατέβαλαν στην Καθ' ης η αίτηση το συνολικό ποσό των Ευρώ 2.370.000,00 σεντ το οποίο αφορά το κόστος αγοραπωλησίας της κατοικίας και των διαμερισμάτων πλέον το ποσό των Ευρώ 113.200,00 σεντ κατ' απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 2.256.800,00 σεντ προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης της κατοικίας και των διαμερισμάτων. Παρά το ότι είχε παρέλθει ο Νοέμβριος του 2019, περίοδος κατά την οποία η κατοικία έπρεπε να παραδοθεί σε κατοικήσιμη κατάσταση, η κατοικία δεν παραδόθηκε. Η Καθ' ης η αίτηση μέσω της διευθύντριας της και του συζύγου της τελευταίας επικαλούνταν κάθε φορά ως λόγο της καθυστέρησης την πανδημία και μετέθετε την ημερομηνία ολοκλήρωσης και παράδοσης της κατοικίας σε μεταγενέστερο χρόνο. Εν τέλει η διευθύντρια με την οποία οι Αιτητές είχαν επικοινωνία κατά τον Απρίλιο του 2022 διέκοψε κάθε επικοινωνία με τους Αιτητές. Επικοινωνία με τους Αιτητές διέκοψε και ο σύζυγος της διευθύντριας τον Ιούνιο του 2022. Τον Αύγουστο του 2022 οι Αιτητές ενημερώθηκαν από τους νέους δικηγόρους τους ότι η ανέγερση της κατοικίας δεν είχε καν ξεκινήσει. Στις 27.9.22 οι Αιτητές μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν στην Καθ' ης η αίτηση επιστολή τερματισμού της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 26.9.18 που αφορούσε στην κατοικία επικαλούμενοι παράβαση ουσιώδη όρου από μέρους της Καθ' ης η αίτηση, ήτοι αδυναμία παράδοσης της κατοικίας μέχρι την 30.11.19, και επιφύλαξαν πλήρως τα δικαιώματά τους για την διεκδίκηση των ποσών που κατέβαλαν στην Καθ' ης η αίτηση πλέον ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η επιστολή τερματισμού παραδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση μέσω ιδιώτη επιδότη. Η ένορκος δήλωση του ιδιώτη επιδότη επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Λ. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι Αιτητές έχουν πολύ καλές πιθανότητες να πετύχουν στην αγωγή τους. Η Καθ' ης η αίτηση παράβηκε αδικαιολόγητα ουσιώδη όρο της συμφωνίας πώλησης αναφορικά με την παράδοση της κατοικίας. Η ημερομηνία παράδοσης - 30.11.19 - παρήλθε κατά πολύ και οι Αιτητές είχαν καταβάλει ολόκληρο το τίμημα από τα τέλη Απριλίου του 2019 πλέον το ποσό των Ευρώ 113.200,00 σεντ. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage .....................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ..........................». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Η φρασεολογία της επιφύλαξης του άρθρου και η εισαγωγή σε αυτό των δυο από τα τρία ειδικά κριτήρια φαίνεται να συνδέεται με τα αποφασισθέντα στην Αγγλική υπόθεση Preston v. Luck
(1884)27 Ch D 497 στην οποία αποφασίσθηκε ότι για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση τα ενώπιόν του γεγονότα υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης η οποία προνοείται από την Διάταξη 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32. Οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Αν κριθεί ότι κάποια από αυτές δεν ικανοποιείται, τότε, προσωρινό διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις που πέραν των τριών προϋποθέσεων υπάρχουν και ειδικά κριτήρια που διέπουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αυτά, θα πρέπει, επίσης, να ικανοποιούνται. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο Νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά, θα επηρεάζονταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267-268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στην βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτίας αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Όλα τα άλλα, όπως η διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, θα αναζητηθεί και θα προσδιορισθεί στο τελικό στάδιο της δίκης (Βλ. Φετοκάκης ν. Λ. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Η πρώτη αυτή προϋπόθεση αφορά στην νομική θεμελίωση της αξίωσης του αιτητή. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 215 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη αναφέρονται τα ακόλουθα. Στο στάδιο αυτό η εξέταση εστιάζεται στην δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ο ενάγων κατέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό» (Βλ. American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504) και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση την νομιμότητα των πράξεων του εναγόμενου. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμo δικαίωμά του το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκό του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει και στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματά του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματός του, αλλά να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξής του. Το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αποφασίσει τελεσίδικα οτιδήποτε σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης. Δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων. Αυτά θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης. Τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αποκαλύπτονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αντανακλώνται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Οι Αιτητές με την αγωγή τους αξιώνουν την επιδίκαση αποζημιώσεων για παράβαση ρητού όρου της συμφωνίας πώλησης και δη του όρου που προνοούσε για παράδοση της κατοικίας μέχρι την προνοούμενη από την συμφωνία πώλησης ημερομηνία παράδοσης. Στην βάση της υπό των Αιτητών προσκομισθείσας μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και γνωστό στον Νόμο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δεν είναι ούτε επιπόλαιο, ούτε ενοχλητικό και το οποίο αν πετύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος τους ουσιαστικής θεραπείας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές κατέδειξαν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και, κατ' επέκταση, ότι η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 που πιο πάνω μνημονεύεται ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction») και όχι σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κιζ κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557). Εξετάζοντας την πιθανότητα επιτυχίας δεν είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο υπεισέλθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Δεν πρόκειται για την εκδίκαση της αγωγής. Εκείνο που το Δικαστήριο αναζητά στο στάδιο αυτό είναι ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14 τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει επί της ουσίας των εγειρόμενων επίδικων θεμάτων, αλλά δεν πρέπει να αφήνει «να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της». Επειδή δεν αναμένεται από το Δικαστήριο να προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων το επίπεδο δεν είναι ψηλό ούτε αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Η ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης εξαρτάται από την συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται το νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Το ζητούμενο είναι η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας και όχι η κρίση επί του βάσιμου της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι το μέτρο είναι απλά κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και εν πάση περιπτώσει πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Η υπό των Αιτητών προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην αγωγή. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρονται τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Στην ένορκό του δήλωση ο δικηγόρος ανέφερε ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των ακινήτων είναι πολύ μεγάλος ενόψει της συμπεριφοράς που επέδειξε η Καθ' ης η αίτηση, της φύσης των δραστηριοτήτων της που είναι η ανέγερση και πώληση ακινήτων και της κάκιστης οικονομικής της κατάστασης. Σε περίπτωση δε αποξένωσης θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν οι Αιτητές εκ των υστέρων και να λάβουν τα ποσά που ήδη κατέβαλαν στην Καθ' ης η αίτηση. Η άσχημη οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση καταμαρτυρείται σύμφωνα με τον δικηγόρο από το ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την κατοικία αλλά ούτε και τα διαμερίσματα. Επίσης όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Ι, σελίδα 20 η Καθ' ης η αίτηση στις 29.7.22 αγόρασε ακίνητο στην Γερμασόγεια η αξία του οποίου στις 1.1.21 ανέρχονταν σε Ευρώ 298.500,00 σεντ και λίγες μέρες αργότερα πώλησε μέρος του για το ποσό των Ευρώ 380.000,00 σεντ. Την στιγμή που η ανέγερση της κατοικίας δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Υποδεικνύεται ότι είναι σαφώς νομολογημένο ότι για τους σκοπούς της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί άμεσος και ορατός κίνδυνος αποξένωσης. Αυτό είναι αναγκαίο για την έκδοση προσωρινού διατάγματος χωρίς ειδοποίηση ως στοιχείο που συνηγορεί με το κατεπείγον του αιτήματος. Ό,τι χρειάζεται να καταδειχθεί είναι ότι σε περίπτωση που ο κίνδυνος αποξένωσης υλοποιηθεί ο εναγόμενος δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Αυτό προϋποθέτει να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν έχει περιουσία ή άλλη περιουσία αρκετή για να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση καμία απτή μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την πλευρά των Αιτητών αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση. Το μόνο που η πλευρά των Αιτητών έκανε ήταν να καλέσει το Δικαστήριο να εξάξει συμπέρασμα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση βασιζόμενη στο γεγονός ότι η ανέγερση των διαμερισμάτων δεν έχει ολοκληρωθεί και της κατοικίας δεν έχει καν αρχίσει. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Η τυχόν άσχημη οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση θα μπορούσε να είναι λόγος για την μη ανέγερση της κατοικίας και την μη ολοκλήρωση των διαμερισμάτων. Την ίδια στιγμή, όμως, θα μπορούσε και να μην είναι. Η μέχρι σήμερα μη ανέγερση της κατοικίας και η μη ολοκλήρωση των διαμερισμάτων δεν αποκλείεται να οφείλεται σε λόγους άλλους που να μην σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση. Επίσης ο ισχυρισμός ότι η Καθ' ης η αίτηση πούλησε μέρος του ακινήτου που είχε αγοράσει λίγες μέρες προηγουμένως και σε μεγαλύτερη τιμή δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς συνηγορεί με συμπέρασμα περί κακής οικονομικής κατάστασης της Καθ' ης η αίτηση. Ο δικηγόρος δεν διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς το τι ακριβώς εννοούσε με την πιο πάνω δήλωση. Πάντως από μόνο του το πιο πάνω γεγονός δεν θεωρώ ότι είναι ενδεικτικό της οποιασδήποτε κακής οικονομικής κατάστασης της Καθ' ης η αίτηση. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από τον δικηγόρο ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας οπότε και θα είναι αδύνατο σε περίπτωση αποξένωσης των ακινήτων να ικανοποιήσει απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Εν κατακλείδι η πλευρά των Αιτητών δεν κατέδειξε ότι σε περίπτωση αποξένωσης των ακινήτων που αναφέρονται στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα η Καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της, οπότε και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τουναντίον κάποιος θα μπορούσε και να πει ότι μόνο με τα χρήματα που έλαβε από τους Αιτητές η Καθ' ης η αίτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί φερέγγυα. Αφ' ης στιγμής η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται δεν θα ήταν ορθό να προχωρήσω να εξετάσω αν είναι ορθό και δίκαιο να οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Η πιο πάνω κατάληξή μου σηματοδοτεί την απορριπτική κατάληξη της υπό κρίση αίτησης χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετάσω οτιδήποτε άλλο. Θα εξετάσω μόνο αν καλώς εκδόθηκε το διάταγμα χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, θέμα το οποίο άπτεται του στοιχείου του κατεπείγοντος. Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε μονομερώς και βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς χωρίς να συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ακυρώνεται (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598). Στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το άρθρο 9
(1)του Κεφαλαίου 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Όπως παρετηρήθη από τον Πική, Π., στην υπόθεση Resola, ανωτέρω, στις σ. 604-605: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του. (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- ''Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί». Στην υπόθεση Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward
(2013)1 ΑΑΔ 78 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην In Re Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, με την παρατήρηση ότι «το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση», απεφασίσθη ότι συνιστούσε λόγο ακύρωσης τέτοιου διατάγματος η έλλειψη υποβάθρου καταδεικνύοντος το κατεπείγον. Ομοίως στην In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861. Στη M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 μάλιστα υπεδείχθη ότι (σ. 1797) «. σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος», ώστε η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη να επεκτείνεται και σε αυτά, καταδεικνύοντας έτσι την άρρηκτη σχέση μεταξύ του κατεπείγοντος και της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη που επίσης αφορά την όλη υπόσταση της μονομερούς αίτησης ως δικαιοδοτικού όρου. Στην καθοδηγητική υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 ο διάδικος εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί μονομερές διάταγμα έφερε ένσταση στην παράταση του όταν αυτό ήταν επιστρεπτέο ισχυριζόμενος ακριβώς ότι δεν είχε, κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, στοιχειοθετηθεί το κατεπείγον. Η εισήγηση αυτή επανελήφθη στα πλαίσια της έφεσης και έγινε δεκτή από το Εφετείο, με τα ακόλουθα να συνιστούν το rationale της απόφασης (Πικής, Π., σ. 604): «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η Resola και η Vuitton ακολουθήθησαν στη Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets
(1999)1(Γ) A.A.Δ. 1475, στην οποία παρετέθησαν με επιδοκιμασία τα ως άνω αποσπάσματα, όπως ομοίως και στη Zein κ.ά. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606». Από την ένορκο δήλωση του δικηγόρου δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη μαρτυρίας που να καταδεικνύει πρόθεση από μέρους της Καθ' ης η αίτηση ή άμεσο κίνδυνο για πώληση ή αποξένωση των ακινήτων όπως, για παράδειγμα, μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι επίκειται ανά πάσα στιγμή πώληση ή αποξένωση. Ούτε η συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση, αλλά ούτε και η φύση των δραστηριοτήτων της είναι ικανά να καταδείξουν τέτοια πρόθεση ή τέτοιο κίνδυνο. Όσον δε αφορά την ισχυριζόμενη κακή οικονομική της κατάσταση ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, τα οποία, όπως υποδείχθηκε, δεν καταμαρτυρούν τέτοια κατάσταση. Αλλά και κακή να διαπιστώνονταν ότι ήταν η οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση, αυτό από μόνο του, δεν θα προσέδιδε επείγοντα χαρακτήρα στην υπό κρίση αίτηση. Η κατάθεση του αγοραπωλητήριου εγγράφου με αριθμό 146/2023 δεν αποτελεί απόδειξη πώλησης μετά την έκδοση και επίδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος. Η υπογραφή του αγοραπωλητήριου εγγράφου μπορεί να έλαβε χώρα πριν τον πιο πάνω χρόνο. Μαρτυρία από την πλευρά των Αιτητών που να αποκλείει το ενδεχόμενο αυτό δεν παρουσιάσθηκε από την πλευρά των Αιτητών. Η υπογραφή αγοραπωλητήριου εγγράφου πριν την έκδοση και επίδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος δεν συνιστά πώληση ή αποξένωση εντός της έννοιας του προσβαλλόμενου διατάγματος. Ούτε και η κατάθεση του αγοραπωλητήριου εγγράφου μετά την έκδοση και επίδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος συνιστά πώληση ή αποξένωση. Η πιο πάνω διαπίστωση καταρρίπτει το βάθρο του εκδοθέντος διατάγματος που συνίστατο στην ύπαρξη ανάγκης για την παροχή θεραπείας άνευ καθυστέρησης. Εν τέλει δεν υπήρχε οτιδήποτε που να προσδίδει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Ακολουθεί ότι το Δικαστήριο στερούνταν δικαιοδοσίας να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς. Τούτο αποτελεί επιπρόσθετο λόγο ακύρωσής του. Όσον αφορά την θέση ότι μετά την καταχώρηση ένστασης οι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να αφορούν το στοιχείο του κατεπείγοντος, αυτή, διαψεύδεται από την απόφαση στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, που πιο πάνω αναφέρεται, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο παραμέρισε διάταγμα με το οποίο οριστικοποιήθηκε μονομερώς εκδοθέν διάταγμα στην βάση του ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1 και 2/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 6.10.22 ακυρώνεται. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.