Θ. ν. Εκδοτική Εταιρεία «Τηλέγραφος» Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής: 212/14, 3/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 212/14 Μεταξύ: Θ. Ενάγοντα -και-
- Εκδοτική Εταιρεία «Τηλέγραφος» Ltd.
- Ανδρούλλα Γκιούρωφ Εναγόμενων Ημερομηνία: 3η Νοεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Χ. Χριστοφόρου (κος) Για τους Εναγόμενους: Α. Ιωάννου (κα) με Ν. Κωνσταντίνου (κος) ΑΠΟΦΑΣΗ (Η απόφαση αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό μήνυμα κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα)
- Εισαγωγή Ο Ενάγοντας, κατά τον ουσιώδη προς τα γεγονότα της υπόθεσης χρόνο, ήταν βουλευτής. Με την κρίσιμη Αγωγή ενήγαγε την Εναγόμενη 1 εταιρεία, εκδότρια της εφημερίδας «Χαραυγή» και την αρχισυντάκτη της Εναγόμενη 2, αξιώνοντας εναντίον τους αποζημιώσεις επειδή ισχυρίζεται ότι με δύο δημοσιεύματα τον Οκτωβρίου του 2013, δυσφημίστηκε.
- Δικογραφία και επίδικα δημοσιεύματα Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης[1]. Τα συνοψίζω, προς οριοθέτηση της ενώπιον μου διαφοράς. Τίποτε από τα πιο κάτω δεν αποτελεί, μέχρι στιγμής, εύρημά μου. Α. Απαίτηση Ενάγοντα Ο Ενάγοντας παραπονείται ότι τα δημοσιεύματα: - είναι δυσφημιστικά, προσβλητικά, τον κατονομάζουν και ότι δημοσιεύθηκε με αυτά και φωτογραφία του, - αφήνουν να νοηθεί ότι διέπραξε αξιόποινη πράξη και ότι δεν είναι τίμιος, αλλ' ούτε αδιάφθορος και ότι δεν διώκεται για τις πράξεις του λόγω του ότι ήταν βουλευτής του Δημοκρατικού Συναγερμού, - ενώ οι Εναγόμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι τα πιο πάνω ήταν αναληθή και προχώρησαν στη δημοσίευση αδιαφορώντας για την αλήθεια των δημοσιευμάτων, αλλά και διαζευκτικά ότι δημοσιεύσαν αυτά με σκοπό να πλήξουν τη φήμη του Ενάγοντα, παρουσιάζοντάς τον στον μέσο αναγνώστη ως εγκληματία, ενώ - παραβίασαν το δικαίωμα του Ενάγοντα στα προσωπικά του δεδομένα, ζήτημα για το οποίο τους είχε επιβληθεί και πρόστιμο από τον αρμόδιο Επίτροπο, - τίποτε από αυτά δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και - παρά τη λήψη σχετικής επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι δεν ανακάλεσαν τα δημοσιεύματα. Για τους πιο πάνω λόγους, ο Ενάγοντας απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για λίβελο και επιζήμια ψευδολογία ή και για παραβίαση της αρχής της προστασίας των προσωπικών του δεδομένων, γραπτή απολογία ή και άρση των δημοσιευμάτων. Β. Υπεράσπιση Εναγόμενων Με κοινή Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι εξ αρχής παραδέχονται την, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιότητα του Ενάγοντας καθώς και τις ιδιότητες που αποδίδονται στους ίδιους τους Εναγόμενους στην Έκθεση Απαίτησης. Παραδέχονται επίσης τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, αλλά ισχυρίζονται ότι δεν δημοσιεύθηκαν σε περίοπτη θέση στις εφημερίδες. Προβάλλουν δε ότι: - τα θέματα αφορούν ελέγχους χρεωπιστωτικών λογαριασμών ενός βουλευτή και το κατά πόσο οι βουλευτές ανταποκρίνονται στα δημόσια καθήκοντά τους και χρήζουν δημόσιας κριτικής, - τα δημοσιεύματα έγιναν προς εξυπηρέτηση της κοινής γνώμης για επίκαιρα ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος που απασχολούσαν ολόκληρο το κράτος, - τα δημοσιεύματα ήταν αληθή ή κατ' ουσία αληθή, έγιναν καλή τη πίστει και η κριτική που ασκήθηκε στον Ενάγοντα ήταν δίκαιη και εύλογη, - πρόθεση τους ήταν να ενημερώσουν την κοινή γνώμη και όχι να δυσφημίσουν τον Ενάγοντα και - τα δημοσιεύματα συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Αναφέρουν επίσης ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν είναι ορθά δικογραφημένη καθότι δεν υπάρχει ξεχωριστή δικογράφηση ούτε του ψευδοϋπονοουμένου, ούτε του πραγματικού ή νομικού υπονοουμένου που περιλαμβάνεται στην εκ μέρους του Ενάγοντος ερμηνεία των δημοσιευμάτων. Εάν, συνεχίζουν οι Εναγόμενοι, ήθελαν τα δημοσιεύματα θεωρηθούν δυσφημιστικά, τότε ήταν υπό επιφύλαξη προνομιούχα και καλόπιστα. Έγιναν δε εντός του πλαισίου του καθήκοντος τους, αλλά και του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός τους στην ελευθερία της έκφρασης. Γ. Απάντηση Ενάγοντα Ο Ενάγων απάντησε στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων αναφέροντας ότι τα δημοσιεύματα δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ούτε το κοινό, μια και αφορούν προσωπικές οικονομικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα και δεν έγιναν με καλή πίστη και δεν μπορεί να δικαιολογηθούν στο πλαίσιο της ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Αναφέρει δε ότι το νόημα των δημοσιευμάτων είναι ξεκάθαρο και δεν αφήνει αμφιβολία αναφορικά με τη σημασία τους. Δ. Τα επίδικα δημοσιεύματα Για σκοπούς ευχερούς αναφοράς παραθέτω αυτούσια τα επίδικα δημοσιεύματα: Το πρώτο δημοσίευμα, ημερομηνίας 7.10.13 (στο εξής το «Δημοσίευμα Α»), στην 3η σελίδα της «Χαραυγής» αναφέρει: «Καθυστερημένο χρηματικό ποσό ύψους 126.032 ευρώ και ακάλυπτο 84.265 ευρώ παρουσιάζει ο πιστωτικός λογαριασμός του βουλευτή του [.] Θ. για πιστωτικές διευκολύνσεις που έτυχε από τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία [.], παρανομία που κρίνεται αρκετά σοβαρή για ένα βουλευτή που μιλά για ήθος και που θέλει να παρουσιάζεται ως ο μόνος αδιάφθορος και έντιμος σε αυτή την κοινωνία. Να θυμίσουμε πως εκατοντάδες είναι οι φορές που ο βουλευτής του [.] εμφανίσθηκε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κρίνοντας και καταδικάζοντας από αέρος άλλους συμπολίτες του για παρανομίες που διέπραξαν, ξεχνώντας φαίνεται ότι ο ίδιος βαρύνεται με πιο σοβαρές παρανομίες! Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Επιτροπής Ελέγχου της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας που συνεδρίασε στις 25/5/2013, από επιτόπιο έλεγχο της Μονάδας Εσωτερικής Επιθεώρησης της ΣΠΕ [.], στην οποία έχει τον πιστωτικό λογαριασμό του ο κ. Θ., διαπιστώθηκε πως «το υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τον έλεγχο (Νοέμβριος 2012) ανερχόταν σε 114.597 ευρώ με καθυστερήσεις 114.597 ευρώ και ακάλυπτο 76.562 ευρώ. Το υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την 30/4/2013 ανερχόταν σε 126.032 ευρώ, με καθυστερήσεις 126.032 ευρώ και ακάλυπτο ποσό 84.265 ευρώ». Δηλαδή ο βουλευτής του [.], όπως φαίνεται από τα στοιχεία του πιστωτικού λογαριασμού του, όχι μόνο δεν πληρώνει τα δάνειά του αλλά αφήνει ακάλυπτο και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Το ακάλυπτο χρηματικό ποσό, σύμφωνα με οικονομικούς κύκλους, αφορά δάνειο που έχει πάρει, χωρίς όμως να υπάρχουν εγγυητές και το οποίο, σε περίπτωση πτώχευσής του, η Συνεργατική Εταιρεία που του έχει δανείσει αυτό το χρηματικό ποσό πιθανόν να μην το πάρει πίσω, εφόσον δεν θα το εισπράξει από κανένα εγγυητή». Ενώ το δεύτερο δημοσίευμα, ημερομηνίας 8.10.13 (στο εξής το Δημοσίευμα «Β»), στην 4η σελίδα της «Χαραυγής» τιτλοφορείται «Κύριε Ιωνά συλλάβετέ τον, μπορείτε;» και αναφέρει: «Έχει αποκαλυφθεί ότι ενός βουλευτή, του οποίου το όνομα είναι Θ., ο πιστωτικός λογαριασμός παρουσιάζει καθυστερήσεις ύψους 126.032 ευρώ και ακάλυπτο χρηματικό ποσό ύψους 84.265 ευρώ. Υπάρχουν έντονες υποψίες στην περιφέρεια [.] ότι τα λεφτά θα χαθούν. Επειδή υπάρχει έντονη φημολογία, αλλά και έντονη ανησυχία ότι τα χρήματα θα χαθούν, τι θα πράξετε κύριε Ιωνά Νικολάου; Για το Χρίστο Αλέκου και Βενιζέλο Ζανέττο με τις υποψίες τους συλλάβατε, δεν είναι έτσι; Ξέχασα υπάρχει μια διαφορά. Οι δύο συλληφθέντες είναι στελέχη του [.], ο άλλος είναι βουλευτής του [.]. Έτσι είναι που απαιτείτε σεβασμό στους θεσμούς; Ποιους αλήθεια θεσμούς αφού τους έχετε καταρρακώσει;».
- Μαρτυρία Στην υπόθεση κατέθεσαν συνολικά 5 μάρτυρες, 2 για την πλευρά του Ενάγοντος και 3 για την πλευρά των Εναγόμενων και κατατέθηκαν 23 Τεκμήρια. Με το πέρας της κατάθεσης μαρτυρίας, οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν μακροσκελείς γραπτές αγορεύσεις. Η μαρτυρία όλων όσων κατέθεσαν στο Δικαστήριο είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Τη συνοψίζω ακολούθως: Α. Μαρτυρία Ενάγοντος Ο Ενάγων ανέφερε ότι το Δημοσίευμα Α είναι προσβλητικό. Η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση δεν τον αφορούσε εξ αρχής, αλλά αφορούσε την οικογένεια του. Καλυπτόταν δε με 5 εγγυητές και χρονολογείται από το έτος 1999 με
- Εν τέλει ο λογαριασμός ξοφλήθηκε και ο ίδιος δεν χρωστά ούτε ένα ευρώ. Όταν έλαβε γνώση των δημοσιευμάτων ταράχθηκε και έδωσε οδηγίες στους τότε δικηγόρους του να λάβουν μέτρα. Ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του οποιοσδήποτε από τη «Χαραυγή» προτού δημοσιευθούν τα επίδικα άρθρα. Πληροφορήθηκε γι' αυτά από «καταιγισμό» τηλεφωνημάτων και ένεκα αυτών δέχθηκε, τόσο αυτός όσο και άτομα του κύκλου του, προπηλακισμούς, ύβρεις. Έτυχε επίσης απαξίωσης και απειλών, και προσωπικά και μέσω μηνυμάτων. Υπενθύμισε ότι τα δημοσιεύματα εμφανίστηκαν λίγο μετά την οικονομική κρίση και όποιος ήθελε να «ξεσπαθώσει» βρήκε εκείνον ως «αποδιοπομπαίο τράγο». Ένιωθε ότι όπου πήγαινε του ζητούσαν εξηγήσεις και ένιωσε το γάμο του να «σείεται συθέμελα», καθώς δέκτης των πιο πάνω ήταν και η σύζυγός του η οποία είχε, 40 ημέρες πριν τα δημοσιεύματα, γεννήσει. Το πολιτικό του εκτόπισμα, όπως ανέφερε, ήταν βασισμένο στ' όνομα του, του πατέρα του, του πεθερού του και στη δράση του. Δημοσιεύματα όπως τα επίδικα στην Κύπρο με το πληθυσμό που έχει προκαλούν ζημιά. Οι σχέσεις του επηρεάστηκαν και το ημερολόγιό του ξαφνικά άδειασε. Η επίδραση των δημοσιευμάτων τον ακολούθησε μέχρι και τις εκλογές του 2016, όπου έχασε τη βουλευτική έδρα κατά 500 ψήφους. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - εκτύπωση της σελίδας της εφημερίδας «Χαραυγή» ημερομηνίας 7.10.13 στην οποία φαίνεται το Δημοσίευμα Α Τεκμήριο 2 - πιστό αντίγραφο της εφημερίδας «Χαραυγή» ημερομηνίας 7.10.13 Τεκμήριο 3 - πιστό αντίγραφο της εφημερίδας «Χαραυγή» ημερομηνίας 8.10.
- Τεκμήριο 4 - επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους και ένορκη δήλωση επίδοσης. Τεκμήριο 5 - επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα προς τον Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Τεκμήριο 6 - απόφαση του Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων αναφορικά με τα δημοσιεύματα. Αντεξεταζόμενος, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι δεν επανεκλέγηκε βουλευτής το 2016 και ένας από τους λόγους για αυτό ήταν τα επίδικα δημοσιεύματα. Σε υποβολές ότι ήταν οι δικές του στάσεις και θέσεις σε κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, αλλά και η σχέση του με τον [.] που συνέβαλαν στην μη επανεκλογή του, ο Ενάγοντας ήταν κάθετα και έντονα αντίθετος και διαχώρισε τις στάσεις και θέσεις αυτές από τα επίδικα δημοσιεύματα και την επίδραση που κατ' ισχυρισμό είχαν στο ζήτημα της μη επανεκλογής του το 2016, επειδή ουδέποτε οπουδήποτε αλλού δεν τον αποκάλεσαν, άμεσα ή έμμεσα, «κλέφτη ή απατεώνα» ή ότι πήρε δάνειο το οποίο δεν προτίθετο να αποπληρώσει ή ότι ήταν διεφθαρμένος. Ανέφερε ότι το 2013 που γράφτηκε το δημοσίευμα πράγματι το επίδικο δάνειο ήταν μη εξυπηρετούμενο όπως και πολλών άλλων ανθρώπων. Το δάνειο όμως δεν ήταν ακάλυπτο, είπε, επειδή υπήρχαν πέντε εγγυητές. Αρνήθηκε ότι είχε συνολικά τέσσερις δανειακές υποχρεώσεις και διευκρίνισε ότι ο Γενικός Ελεγκτής απέστειλε σε όλα τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα σχετικές επιστολές, πλην όμως ο Ενάγοντας του απάντησε ότι κατά το χρόνο λήψης δεν ήταν πολιτικά εκτεθειμένο πρόσωπο και δεν αναγνώρισε τα ποσά. Σε σχετικές ερωτήσεις που αφορούσαν την έκθεση της εταιρείας Pimco, στην οποία όσα δάνεια δεν είχαν εμπράγματες εξασφαλίσεις θεωρήθηκαν ακάλυπτα και την μετέπειτα υιοθέτηση των αποτελεσμάτων της από την επιτροπή Αρέστη που εξέδωσε σχετικό πόρισμα για την κατάρρευση του Συνεργατισμού, ο Ενάγων ανέφερε ότι εκ των υστέρων ο καθένας μπορούσε να υιοθετήσει ότι θέλει και ότι υπήρχαν εν τέλει και δάνεια με εμπράγματες εξασφαλίσεις τα οποία πράγματι παράμειναν ακάλυπτα λόγω υπερεκτιμήσεων. Για το ρόλο του εντός Βουλής κατά τον επίδικο χρόνο ανέφερε ότι τα θέματα όμως του Συνεργατισμού δεν συζητήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην επιτροπή θεσμών της οποίας ήταν μέλος. Οι συζητήσεις εστιάζονταν σε άλλες πτυχές της οικονομικής κρίσης, και ο Συνεργατισμός συζητήθηκε πολύ αργότερα. Για το κατά πόσο απάντησε καθ' οιονδήποτε τρόπο στα Δημοσιεύματα, ο Ενάγων ανέφερε ότι εξέδωσε άρθρο στον ημερήσιο τύπο και ότι η ίδια η «Χαραυγή» που ενδιαφερόταν για το δημόσιο συμφέρον είχε υποχρέωση να επικοινωνήσει μαζί του και να τον ρωτήσει προτού δημοσιεύσει τα επίδικα Δημοσιεύματα. Του υπεβλήθη ότι οι ψηφοφόροι του δεν διαβάζουν «Χαραυγή» και ο ίδιος δεν υπέστη ζημιά από τα δημοσιεύματα. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλήφθηκε τη διάδοση των δημοσιευμάτων, τόσο στην έντυπη μορφή της «Χαραυγής», όσο και μέσω διαδικτύου. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οτιδήποτε που να αποδείκνυε ότι δεν τον καλούσαν σε γάμους, ούτε ότι δέχθηκε πολλές κλήσεις σε σχέση με τα δημοσιεύματα. Σε υποβολή ότι με τη μη πληρωμή του δανείου του επιβάρυνε τον κυπριακό λαό, ο Ενάγων αντέδρασε έντονα και τέλος αναφορικά με το ότι τα Δημοσιεύματα αποτελούν αυστηρή κριτική, απάντησε ότι δεν αποτελούν κριτική - ούτε καλόπιστη, ούτε κακόπιστη - αλλά λιβελλογραφήματα τα οποία έπληξαν την υπόληψή του. Β. Μαρτυρία Έλενας Κουφαλή («ΜΕ2») Η ΜΕ2 είναι υπάλληλος της ΚΕΔΙΠΕΣ η οποία είναι η διάδοχος του Συνεργατισμού. Κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 7, δηλαδή αντίγραφο του χρεωστικού γραμματίου που ο Ενάγοντας διατηρούσε με τη ΣΠΕ [.]. Ανέφερε ότι ολόκληρο το ποσό του γραμματίου ήταν εξασφαλισμένο με εγγυητές. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι το δάνειο ξοφλήθηκε στις 12.3.20, μέσω της εταιρείας Altamira, με την οποία η ίδια δεν έχει σχέση. Κατέθεσε συναφώς και κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο 8 και έπειτα και το Τεκμήριο 9, δηλαδή αναλυτική κατάσταση λογαριασμού από 14.3.01 μέχρι και τις 12.3.
- Ανέφερε ότι στις 24.12.2012 το υπόλοιπο το λογαριασμού του Ενάγοντα ήταν €114,622.72 ενώ στις 11.2.2013 ανερχόταν στις €126,032.70 ενώ κατά την ημέρα εξόφλησης ήταν €212,685.
- Γ. Μαρτυρία Κωνσταντίνου Ζαχαρίου («ΜΥ1») Ο ΜΥ1 είναι δημοσιογράφος και από το 2007 εργάζεται στο οικονομικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Χαραυγή», η οποία, όπως ο ίδιος ανέφερε, είναι «εκφραστικό όργανο του κόμματος ΑΚΕΛ, Αριστερά, Νέες Δυνάμεις» και το 2013 ανήκε στο χώρο της αντιπολίτευσης. Υποστήριξε ότι το θέμα του Συνεργατισμού και των τραπεζών, απασχόλησε τόσο την κοινωνία όσο και την κυβέρνηση κατά τον ουσιώδη χρόνο και υπήρξε «γενική κατακραυγή». Πιο συγκεκριμένα, είπε ότι με τη συνομολόγηση της δανειακής σύμβασης με την Τρόικα, τα «φώτα στράφηκαν» στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (στο εξής «ΜΕΔ») πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων (στο εξής «ΠΕΠ»). Διάβασε αποσπάσματα της έκθεσης της Pimco, η οποία κλήθηκε να υπολογίσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης του Συνεργατισμού και της έκθεσης της «Επιτροπής Αρέστη», η οποία διερεύνησε την πορεία κατάρρευσης του Συνεργατισμού. Βάσει της έκθεσης, υποστήριξε, τα μη εξυπηρετούμενα και ακάλυπτα δάνεια αποτέλεσαν το πιο σημαντικό κομμάτι για τον υπολογισμό των κεφαλαιουχικών αναγκών του Συνεργατισμού. Στην ίδια έκθεση τίθεται το ζήτημα της εκ μέρους των βουλευτών ψήφισης της ανακεφαλαιοποίησης του Συνεργατισμού, ενόσω οι ίδιοι είχαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Κατά την άποψή του, η κοινωνία δικαιούτο να γνωρίζει τα στοιχεία αυτά, μια και ο φορολογούμενος θα πλήρωνε εν τέλει την ανακεφαλαιοποίηση. Στην έκθεση της Pimco, ανέφερε, τα δάνεια με εγγυητές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις θεωρήθηκαν ακάλυπτα. Η αναφορά στο Δημοσίευμα Α σε ποσά καθυστερήσεων και ακάλυπτα ποσά προκύπτει από συγκεκριμένη απόφαση επιτροπείας της Συνεργατικής Τράπεζας και συνάδει με τα όσα ανέφερε σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της Pimco και δεν έγινε από τον ίδιο. Η χρήση της λέξης «ακάλυπτα» στα δημοσιεύματα δεν ήταν νομικός όρος, αλλά η λέξη που χρησιμοποιείτο από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και η αναφορά στο Δημοσίευμα Α ότι δεν υπήρχαν εγγυητές στο επίδικο δάνειο εννοούσε ότι δεν υπήρχαν αποδεκτοί εγγυητές από το Συνεργατισμό. Σε σχέση με τα δάνεια του Ενάγοντος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι, βάσει πληροφοριών της έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίες, ο Ενάγων κατηγοριοποιήθηκε ως «ΠΕΠ[.]» και μετέπειτα έγιναν διαγραφές στα δάνειά του της τάξης του 60%. Ήταν επίσης η θέση του μάρτυρα ότι η ολομέλεια της Βουλής σε συνεδρία της στις 2.4.21 αποφάσισε τη δημοσιοποίηση της λίστας της Ελεγκτικής Υπηρεσίας αναφορικά με τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα τα οποία είχαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε πρώην Συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα και προς τούτο κατέθεσε σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά. Ο ΜΥ1 επίσης συσχέτισε τους αριθμούς που αναφέρονται στο Δημοσίευμα Α με το Τεκμήριο 9 που κατέθεσε η ΜΕ
- Σε σχέση με το Δημοσίευμα Β, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι αυτό ανήκει στη στήλη μικροπολιτικών που φιλοξενούνται καυστικά σχόλια. Συνδέεται δε το περιεχόμενό του με εκείνο του Δημοσιεύματος Α. Επεξηγώντας τον ισχυρισμό περί έντονης ανησυχίας ότι τα χρήματα θα χαθούν, ο ΜΥ1 εξήγησε ότι πήγαζε από πληροφορίες που λήφθηκαν από άτομα που διέμεναν στην περιοχή [.]. Ως προς τη δεύτερη παράγραφο εκείνη αφορούσε τον κ. Ιωνά Νικολάου και όχι τον Ενάγοντα και το άρθρο καλούσε τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης να εφαρμόσει τους Νόμους. Πέραν των Τεκμηρίων προς αναγνώριση ο ΜΥ1 κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα τεκμήρια: Τεκμήριο 10 - εκτύπωση από την ιστοσελίδα Reporter ημερομηνίας 28.2.21, στο οποίο ο ΜΥ1 ανέφερε ότι αποτελούσε συνέντευξη του Ενάγοντος στην οποία διαφαινόταν η σχέση του με την ηγεσία του [.] κατά το έτος 2016, Τεκμήριο 11 - εκτύπωση από ιστοσελίδα στην οποία παρουσιάζεται κατ' ισχυρισμό ανάρτηση του Ενάγοντος, η οποία, κατά το μάρτυρα, σχολιάστηκε αρνητικά και προκάλεσε αντιδράσεις, Τεκμήριο 12 - εκτύπωση από την ιστοσελίδα «Sigmalive» στην οποία ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει σχόλιο του Ενάγοντος, Τεκμήριο 13 - εκτύπωση από την ιστοσελίδα «City» του «Sigmalive», Τεκμήριο 14 - εκτύπωση με τίτλο «Ειδήσεις. Κύπρος: Ρεζίλι στην Ευρώπη» και Τεκμήριο 15 - σφραγισμένο έγγραφο απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας της Βουλής ημερομηνίας 2.4.
- Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι το αναγγελτικό του Δημοσιεύματος Α στην πρωτοσέλιδο της «Χαραυγής» την αντίστοιχη μέρα, τοποθετήθηκε επειδή εκεί τοποθετούνται τα ζητήματα ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης. Υποστήριξε ότι το όνομα του Ενάγοντος ήταν το πρώτο που εντοπίστηκε και γι' αυτό δημοσιεύθηκε το άρθρο εκείνη τη μέρα χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο. Ως έγγραφα τα οποία κατ' ισχυρισμό αφορούσαν δημοσιεύματα της «Χαραυγής» σχετικά με οφειλέτες σε πιστωτικά ιδρύματα, κατατέθηκαν τα εξής: Τεκμήριο 16 - εκτύπωση μέρους της εφημερίδας ημερομηνίας 10.2.15, Τεκμήριο 17 - εκτύπωση μέρους της εφημερίδας ημερομηνίας 6.4.21, Τεκμήριο 18 - εκτύπωση μέρους της εφημερίδας ημερομηνίας 20.12.13, Τεκμήριο 19 - εκτύπωση μέρους της εφημερίδας ημερομηνίας 31.11.13, Τεκμήριο 20 - εκτύπωση μέρους της εφημερίδας ημερομηνίας 17.2.
- Αναγνώρισε ότι σε κανένα εκ των Τεκμηρίων 16 - 20 δεν αναφέρεται να συλληφθεί οποιοσδήποτε. Παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα από πλευράς Ενάγοντος για να καταγγελθεί στην Αστυνομία. Αναφορικά με την ύπαρξη εγγυητών για την επίδικη διευκόλυνση του Ενάγοντα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το αν υπήρχαν εγγυητές ή όχι δεν σχετίζεται με το κατά πόσο το δάνειο ήταν καλυμμένο ή όχι, αλλά και ότι η αρμόδια επιτροπή το πόρισμα της οποίας χρησιμοποιήθηκε για να γραφτεί το Δημοσίευμα Α, δεν αναφέρει ότι δεν υπήρχαν εγγυητές. Εν πάση περιπτώσει αποδέχθηκε ότι δεν έγινε έρευνα από τη «Χαραυγή» για το κατά πόσο εγγυητές ή όχι. Σε υποβολή ότι επιλεκτικά δημοσιεύθηκε το άρθρο, ο ΜΥ1 απέρριψε τη θέση αναφέροντας ότι μεταγενέστερα μάλιστα η «Χαραυγή» φιλοξένησε δηλώσεις του Ενάγοντα. Αναφορικά με το Δημοσίευμα Β επανέλαβε ότι είναι καυστικό σχόλιο, ότι δεν υπάρχει σύγκριση μεταξύ των περιστατικών που αναφέρονται με την περίπτωση του Ενάγοντας και ότι ουσιαστικά απευθύνεται στον Ιωνά Νικολάου, χωρίς ν' αφήνεται η υπόνοια ότι έπρεπε να συλληφθεί ο Ενάγων. Υποστήριξε ότι τα δημοσιεύματα ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα και ουδέποτε υπήρξε προσπάθεια προσβολής του Ενάγοντα. Η «Χαραυγή» είπε, δεν φούσκωσε το θέμα και δεν προέβη σε συνειρμούς, αλλά παρουσίασε την αλήθεια για θέμα που αφορούσε την κοινή γνώμη. Δ. Μαρτυρία Γιώργου Χαραλάμπους («ΜΥ2») Ο ΜΥ2 σπούδασε οικονομικά στο Λονδίνο και εργάστηκε επί σειρά ετών στην Κεντρική Τράπεζα. Διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Διετέλεσε έπειτα μέλος της Διερευνητικής Επιτροπής για τα αίτια κατάρρευσης των τραπεζών. Συμμετείχε στην «Επιτροπή Αρέστη» που ετοίμασε έκθεση για τα αίτια κατάρρευσης του Συνεργατισμού και αναγνώρισε αυτό το Τεκμήριο προς αναγνώριση 1, καταθέτοντάς το πλέον ως Τεκμήριο
- Επιβεβαίωσε ότι το έργο της επιτροπής αφορούσε και τους κακούς χειρισμούς, ποινικές και αστικές ευθύνες. Το θέμα επιμέτρησης των ζημιών αφορούσε την Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Εταιρεία Pimco. Λήφθηκαν συναφώς υπόψη τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και οι εξασφαλίσεις τους. Μόνο οι εμπράγματες εξασφλίσεις προσμετρούνταν και δεν εξεταζόταν η δυνατότητα αποπληρωμής των εγγυητών. Σε σχέση με τα πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα ανέφερε ότι δεν ήταν λόγω των χρεών τους που κατέρρευσε ο Συνεργατισμός, μια για αυτά αφορούσαν μικρό μέρος του συνόλου. Εκείνο που απασχόλησε ήταν ότι πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων αναφορικά με τη διαχείριση τραπεζών ενόσω είχαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ε. Μαρτυρία Μάριου Παπαδόπουλου («ΜΥ3») Ο ΜΥ3 ήταν διοικητικός σύμβουλος της ΚΕΔΙΠΕΣ, δηλαδή της Εταιρείας που ελέγχει τη ΣΕΔΙΠΕΣ, τη διάδοχο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Τα αρχεία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας τα διαχειρίζεται η ΚΕΔΙΠΕΣ. Προσκόμισε και καταχώρισε αντίγραφο πρακτικού ημερομηνίας 25.5.13, το οποίο εκτύπωσε από το Αρχείο της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας, ως Τεκμήριο
- Επεξήγησε ότι «καθυστερήσεις» σημαίνει απλήρωτες δόσεις δανείου και «ακάλυπτο ποσό» σημαίνει ότι το υπόλοιπο υπερβαίνει της εμπράγματες εξασφαλίσεις, ενώ διευκρίνισε ότι οι εξασφαλίσεις με εγγυητές θεωρήθηκαν, για σκοπούς επάρκειας της εξασφάλισης, ως μηδενικές. Με την πάροδο των ετών, είπε, υπήρξε αυξητική τάση στο ποσό των διαγραφών δανείων. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τις διαγραφές στα ονόματα στο Τεκμήριο 22 τις επέφερε το νομικό τμήμα και το σάρωσε η μηχανογραφική ομάδα. Ο ίδιος δεν έλεγξε εάν τα στοιχεία που αφορούν τον Ενάγοντα είναι ορθά. Επεξήγησε περαιτέρω ότι οι διαγραφές έως και της τάξεως του 70% ήταν σύνηθες φαινόμενο και δεν αφορούσαν μόνο δάνεια που είχαν ως εξασφάλιση μόνο προσωπικές εγγυήσεις. Υποστήριξε επίσης ότι η αναφορά σε «ακάλυπτο δάνειο» προκύπτει κατά την κάλυψη κεφαλαιουχικών αναγκών και ότι το επίδικο δάνειο στο Τεκμήριο 7 δόθηκε νομότυπα με εγγυητές.
- Αγορεύσεις Οι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν μακροσκελείς και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, των οποίων η, εδώ, αυτολεξεί αναπαραγωγή παρέλκει. Συνοψίζω όμως τις θέσεις τους ως ακολούθως: Α. Αγόρευση δικηγόρου Ενάγοντα Οι δικηγόροι του Ενάγοντα αναφέρθηκαν στο νόημα που η πλευρά του απέδωσε στα δημοσιεύματα, θίγοντας παράλληλα και τις πολιτικές διαφορές που έχουν οι δύο πλευρές. Ανέδειξαν, κατά τους ίδιους, αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΥ
- Προωθούν ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά επειδή αποδίδουν στον Ενάγοντα εγκληματική ενέργεια και πρόσθεσαν ότι κάνουν ρητή αναφορά στον Ενάγοντα. Κατά τους δικηγόρους, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου καταρρίπτεται επειδή τα δημοσιεύματα είναι αναληθή και τα γεγονότα δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπόβαθρο για προβολή ισχυρισμών περί ανηθικότητας του Ενάγοντα. Για τους ίδιους λόγους η υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου επίσης δεν μπορεί επιτύχει. Αναγνωρίζουν ότι δεν έχει προωθηθεί μαρτυρία ειδικών αποζημιώσεων για να αποδοθούν τέτοιες στη βάση της επιζήμιας ψευδολογίας, αλλά καλούν το Δικαστήριο να επιδικάσει γενικές αποζημιώσεις. Αναφέρουν επίσης ότι δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία αναφορικά με την ευθύνη της Εναγόμενης 2 οπότε η αγωγή εναντίον της πρέπει ν' απορριφθεί. Αναφερόμενοι σε Νομολογία - για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης - εισηγούνται ότι πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του Ενάγοντα αποζημιώσεις ύψους €25,000 για τη δυσφήμιση και €10,000 για την παραβίαση της «νομοθεσίας των προσωπικών δεδομένων», ενώ για τα έξοδα εισηγούνται όπως αυτά μην επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης 2, παρά την απόσυρση της Αγωγής εναντίον της. Β. Αγόρευση δικηγόρων Εναγόμενων Από την άλλη πλευρά, οι δικηγόροι των Εναγόμενων προβαίνουν σε αναφορές στο Νόμο και Νομολογία που καταλαμβάνουν έκταση 45 περίπου σελίδων. Έπειτα σχολιάζουν την μαρτυρία του Ενάγοντος και προωθούν ότι δεν κατάφερε ν' αποδείξει ότι τα δημοσιεύματα έγιναν κακόπιστα. Ο ίδιος δεν έπραξε οτιδήποτε για ν' αντιδράσει σ' αυτά και η επιστολή που απέστειλε δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατέφθασε στους διευθυντές των Εναγόμενων. Κατά τους δικηγόρους, η μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων πρέπει να γίνει αποδεκτή και μέσα από αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι τα Δημοσιεύματα είναι αληθή, ενώ το υπόλοιπο μέρος των δημοσιευμάτων που αποτελείται από σχόλια καλύπτεται από την υπεράσπιση του εύλογου και έντιμου σχολίου. Λόγω της δικογράφησης από πλευράς Ενάγοντα, οι δικηγόροι των Εναγόμενων καλούν το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη το εξώφυλλο του Τεκμηρίου 2, τον τίτλο του Δημοσιεύματος και τους ισχυρισμούς περί ψευδοϋπαινιγμού. Εισηγούνται ότι η λέξη «ακάλυπτα» θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως να μην εισάγει οποιαδήποτε δυσφημιστική έννοια για τον Ενάγοντα, αλλά ως αντιγραφή της φράσης που προκύπτει στο Τεκμήριο
- Σε σχέση με τις αναφορές σε παρανομίες στα επίδικα Δημοσιεύματα, εισηγούνται ότι αυτά θα πρέπει να ερμηνευθούν ωσάν να σημαίνουν την αντινομική συμπεριφορά του Ενάγοντα, λαμβανομένης υπόψη της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, της ιδιότητάς του και των δραστηριοτήτων του ως βουλευτή και να θεωρηθούν ως ουσιαστικά αληθή ή έντιμο σχόλιο. Κατά τον ίδιο τρόπο καλούν το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη φράση «χωρίς να υπάρχουν εγγυητές». Σε σχέση με το Δημοσίευμα Β, είναι εισήγηση των δικηγόρων ότι προκειμένου να θεωρηθεί δυσφημιστικό θα έπρεπε να δικογραφηθεί νομικός υπαινιγμός ως ξεχωριστή αιτία αγωγής μια και έπρεπε να προσκομισθεί μαρτυρία εξωγενών γεγονότων σε σχέση με τις αναφορές στους Βενιζέλο Ζαννέτο και Χρίστο Αλέκου. Αναφέρουν δε περαιτέρω ότι τα ΜΕΔ των ΠΕΠ ήταν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και ότι η ενημέρωση του κοινού αναφορικά με τα στοιχεία που αποκαλύπτονται στα Δημοσιεύματα ήταν, εκτός των άλλων, εντός των καθηκόντων των Εναγόμενων και αποτελούν προνομιούχες υπό επιφύλαξη δημοσιεύσεις που έγιναν στο πλαίσιο υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Για τους πιο πάνω λόγους, οι δικηγόροι καλούν το Δικαστήριο αφενός να μην υιοθετήσει την απόφαση του Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να μην επιδικάσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις αναφορικά με το θέμα αυτό, αλλά και σε περίπτωση που ήθελε επιδικάσει αποζημιώσεις για τον Ενάγοντα να λάβει υπόψη τα χαρακτηριστικά του Ενάγοντα και ότι δεν απέδειξε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά.
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας Σε υποθέσεις λιβέλου η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με το κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό δεν είναι δόκιμη, εκτός εάν πρόκειται να αποφασιστεί ζήτημα αποζημιώσεων ή κακοβουλίας[2]. Κατά τα λοιπά αξιολογώ την ενώπιον μου μαρτυρία έχοντας κατά νου τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές[3]. Μέσω της αξιολόγησης πρέπει να «αναδύεται» με «πειστική αιτιολογία για τις επιλογές του Δικαστηρίου, αιτιολογία που δεν εξαντλείται στην εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας αλλά δέον να γίνεται σε συνάρτηση με την υφή της διαφοράς, τα σημαντικά τεκμήρια και, την κατά το δυνατόν, αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων. Ακολουθεί η εξαγωγή ευρημάτων και η υπαγωγή τους σε νομική βάση, εφόσον χρειάζεται». «Εάν όμως προκύπτει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι αμφισβητούμενα (εξ αρχής δια των δικογράφων ή δια του χειρισμού κατά την ακρόαση ή δια σχετικών δηλώσεων), τότε, βεβαίως δεν είναι αναγκαίο να ακολουθηθεί αυστηρώς η πιο πάνω πορεία»[4]. Α. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα Αντιμετώπισα τη μαρτυρία του Ενάγοντα με προσοχή, έχοντας κατά νου το προσωπικό όφελος που θα έχει από το αποτέλεσμα της δίκης. Ενόσω κατέθετε, διέκρινα μια τάση για υπερβολή στα λεγόμενά του ιδίως όταν αναφέρθηκε στην επίδραση των Δημοσιευμάτων στη ζωή του. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε σε «καταιγισμό τηλεφωνημάτων», σε «προπηλακισμούς», σε «ύβρεις και απειλές» που δέχθηκε και στην κατ' ισχυρισμό γενική αποστροφή με την οποία, κατά τον ίδιο, αντιμετωπίστηκε από το ευρύ κοινό, ένεκα των δημοσιευμάτων. Πέραν όμως των γενικών ισχυρισμών του, δεν παρουσιάστηκε κατά τη δίκη οτιδήποτε που να υποστηρίζει το μέγεθος της ισχυριζόμενης επίδραση. Επίσης, κατά τον Ενάγοντα, το ημερολόγιό του άδειασε και ουσιαστικά αποκλείστηκε από τις κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες προηγουμένως προσκαλούνταν. Και τούτοι όμως οι ισχυρισμοί, οι οποίοι αφορούσαν πιο απτά παραδείγματα της κατ' ισχυρισμό επίδρασης των Δημοσιευμάτων, δεν τεκμηριώθηκαν και παρέμειναν μετέωροι. Αποτέλεσε επίσης ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι τα Δημοσιεύματα συνέβαλαν στην μη επανεκλογή του στις βουλευτικές εκλογές του
- Λογικώς, ενόψει και της χρονικής συνοχής των γεγονότων, η θέση τούτη δεν δικογραφήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα - η δικογράφηση επεκτείνεται μόνο στη γενική θέση ότι τα δημοσιεύματα έθιξαν το κύρους του Ενάγοντα και έπληξαν την εμπιστοσύνη που είχαν οι πολίτες και ψηφοφόροι του (παράγραφος 13 της Έκθεσης Απαίτησης η οποία καταχωρίστηκε 10.4.2014). Παρά ταύτα, έστω και μετά το εκλογικό αποτέλεσμα του 2016, δεν έγινε από την πλευρά του Ενάγοντα προσπάθεια τροποποίησης του δικογράφου του ούτως ώστε ο ισχυρισμός να δύναται να προωθηθεί με οποιεσδήποτε αξιώσεις κατά τη δίκη. Αλλά και το δικογραφικό υπόβαθρο να τίθετο, για τούτο το, κατά τον Ενάγοντα, σοβαρό θέμα, η μαρτυρία του επί του σημείου παρέμεινε επίσης στη σφαίρα του γενικού συνειρμού και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία που να συνδέει τα Δημοσιεύματα με το εκλογικό αποτέλεσμα, ούτε προσφέρθηκε μαρτυρία σχετικά με ειδική ζημιά του Ενάγοντος από την απώλεια της βουλευτικής έδρας, θέση που εν τέλει και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώθηκε και από πλευράς δικηγόρου του με την γραπτή του αγόρευση. Δεν μπορώ συναφώς ν' αποδεχθώ τις πιο πάνω θέσεις του. Κατά τα λοιπά, τα όσα κατέθεσε σχετικά με τα Τεκμήρια 1 - 6 συμπεριλαμβανομένων και των γεγονότων ότι τα επίδικα Δημοσιεύματα τον αφορούσαν και δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Χαραυγή» που είναι παγκύπριας κυκλοφορίας εφημερίδα και ότι η εν λόγω εφημερίδα δεν αναζήτησε τη θέση του αναφορικά με τα Δημοσιεύματα προτού τα δημοσιεύσει, δεν αμφισβητήθηκαν. Ούτε οι θέσεις του ότι διατηρούσε συγκεκριμένο λογαριασμό πίστωσης, ο οποίος ήταν εξασφαλισμένος με εγγυητές σε Συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος πράγματι κατά το χρόνο εκείνο παρουσίαζε καθυστερήσεις και ότι αυτός εξοφλήθηκε εντός του έτους 2020 αμφισβητήθηκαν, αλλά αντίθετα υποστηρίχθηκαν και από τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία στην υπόθεση. Συνεπώς κρίνω ότι μπορώ, σε τούτα τα σημεία, να βασιστώ στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Β. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Η ΜΕ2 απαντούσε κάθε ερώτηση ευθέως και με προφανή διάθεση να παραθέσει ολοκληρωμένες και τεκμηριωμένες θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπήρξε σταθερή και κατέθετε με αποφασιστικότητα, ξεκαθαρίζοντας τα καθήκοντά της και συνεπώς τα όρια της γνώσης της αναφορικά με το επίδικο θέμα. Παρόλο που κλήθηκε να μαρτυρήσει από την πλευρά του Ενάγοντα, εκ των απαντήσεών της έδειξε ότι δεν προσήλθε για να εξυπηρετήσει το συμφέρον της πλευράς που την κάλεσε, αλλά να καταθέσει την ειλικρινή της γνώση στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της, η οποία συνάδει και με τα όσα κατέθεσε ως Τεκμήρια. Γ. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Ο ΜΥ1 ήταν μάρτυρας ο οποίος εργάζεται για λογαριασμό της εφημερίδας «Χαραυγή». Ενόψει της ιδιότητας του, προσέγγισα τη μαρτυρία του με προσοχή, μια ότι οι εργοδότες του έχουν συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Τα όσα κατέθεσε αποτέλεσαν ουσιαστικά επίρρωση των θέσεων που η συνήγορος των Εναγόμενων υπέβαλλε προηγουμένως στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του. Τα στοιχεία που παρέθεσε αναφορικά με το απόσπασμα από τα πρακτικά της Επιτροπής Ελέγχου που χρησιμοποιήθηκε για τη σύνταξη των Δημοσιευμάτων, υποστηρίχθηκαν τόσο από τη μαρτυρία της ΜΕ2, αλλά και από τα Τεκμήρια 9, 15, 21 και 22 αλλά και σε μεγάλο βαθμό από τη μαρτυρία του ΜΥ
- Συνεπώς και σε σχέση με τούτα, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Όμως η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική κατά την προσπάθειά του να επεξηγήσει την αναφορά στο Δημοσίευμα Α ότι δεν υπήρχαν εγγυητές στην πιστωτική διευκόλυνση του Ενάγοντος, αλλά και την αναφορά σε «παρανομίες». Το νόημα που ο ΜΥ1 προσπάθησε ν' αποδώσει στις εν λόγω συγκεκριμένες αναφορές κρίνεται αυθαίρετο έστω και στο σύνολο των Δημοσιευμάτων. Αρνητική εντύπωση άφησε και η προσπάθεια του ΜΥ1 να προβάλει λόγους για τους οποίους ο Ενάγοντας δεν εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του
- Και τούτο επειδή, έστω και κατ' ισχυρισμό συνεπικουρούμενοι από τα Τεκμήρια 10 έως 14, οι ισχυρισμοί του ΜΥ1, αλλά και οι σχετικές υποβολές της δικηγόρου των Εναγόμενων ενόσω αντεξέταζε τον Ενάγοντα, βασίστηκαν στην υποκειμενική θεώρηση των ενεργειών και συμπεριφορών του Ενάγοντα από τη σκοπιά των ίδιων των Εναγόμενων. Εν τέλει δεν καταδείχθηκε ότι τα όσα αποδίδονταν στον Ενάγοντα από τους Εναγόμενους ως αρνητικά στοιχεία που επίδρασαν στην μη επανεκλογή του αποτελούσαν και αντανάκλαση της κοινής γνώμης ή των ψηφοφόρων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ήταν επίσης θέση του ΜΥ1 ότι, κατά τον ουσιώδη προς τα Δημοσιεύματα χρόνο, τα «φώτα στράφηκαν» στα ΜΕΔ των ΠΕΠ. Προς τούτο παρέπεμψε και ανέγνωσε κείμενο από το Τεκμήριο 21 και συγκεκριμένα από τη σελίδα 167, γραμμή 10 και έπειτα από τη σελίδα
- Σπεύδω ν' αναφέρω ότι η σελίδα 167, γραμμή 10 δεν αναφέρεται σε ΠΕΠ. Όσων αφορά τη σελίδα 311, όλη η αναφορά ξεκινά από τη σελίδα 309 και σε αυτή τίθεται το ερώτημα - και τούτο το 2019, το χρόνο δηλαδή συγγραφής της έκθεσης - κατά πόσο τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης τα ΜΕΔ των ΠΕΠ, καταλήγοντας ότι θα πρέπει να γίνει προσωπική ανάλυση. Πράγματι εμφανίζεται ο προβληματισμός περί των κινήτρων με τα οποία οι ΠΕΠ που είχαν ΜΕΔ εκτελούσαν νομοθετικά καθήκοντα, πλην όμως υπενθυμίζω η θέση, την οποία στήριξε ο ΜΥ1 με την αναφορά, ήταν ότι τα φώτα το 2013 έπεσαν πάνω στα ΜΕΔ των ΠΕΠ και συνεπώς τα ζήτημα βρισκόταν στο επίκεντρο κατά το χρόνο δημοσίευσης των Δημοσιευμάτων. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τις παραπομπές του ΜΥ
- Τα δε λοιπά δημοσιεύματα που προσκομίστηκαν με σκοπό να καταδείξουν ότι ο Ενάγοντας δεν στοχοποιήθηκε και ότι τα Δημοσιεύματα έγιναν επειδή για εκείνον έφτασαν στους Εναγόμενους πρώτα οι πληροφορίες - και στα οποία θ' αναφερθώ με πιο πολλή λεπτομέρεια πιο κάτω - δεν φανερώνουν οτιδήποτε βοηθητικό για τη προαναφερθείσα θέση του ΜΥ
- Αντίθετα κατέδειξαν ότι πλείστα εξ αυτών ήταν χρονικά - κάποια κατά πολύ - μεταγενέστερα των επίδικων Δημοσιευμάτων. Το Δικαστήριο, εν προκειμένω, δεν μπορεί, για το συγκεκριμένο εγειρόμενο θέμα του κατά πόσο πράγματι τα φώτα κατά το χρόνο δημοσίευσης των Δημοσιευμάτων Α και Β ήταν στραμμένα στα ΜΕΔ των ΠΕΠ, να προβεί συνειρμικά σε συμπεράσματα. Προς περαιτέρω επίρρωση του ισχυρισμού του, ο ΜΥ1 κατέθεσε το Τεκμήριο 15, το οποίο σημειώνω αποτελεί πρακτικά συνεδρίας της Βουλής του Απριλίου του 2021, κατόπιν έκθεσης του Γενικού Ελεγκτή του προηγούμενου μήνα. Στη δε πρώτη αριθμημένη σελίδα της Έκθεσης που περιέχεται στο Τεκμήριο 15 καταγράφεται ότι αυτή ετοιμάστηκε στο πλαίσιο των συνταγματικών αρμοδιοτήτων του Γενικού Ελεγκτή για έλεγχο των δημόσιων δαπανών και εσόδων, ώστε να διαπιστωθεί εάν έγιναν, από την ΣΕΔΙΠΕΣ ή την ΚΕΔΙΠΕΣ, μετά το 2013, όταν αυτή κατέστη κρατική επιχείρηση, διευθετήσεις ή χειρισμοί μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) Πολιτικώς Εκτεθειμένων Προσώπων (ΠΕΠ), με τρόπο που προκάλεσε ή ενδέχεται να προκαλέσει, απώλεια εσόδων ή αύξηση των δαπανών για την ΣΕΔΙΠΕΣ/ΚΕΔΙΠΕΣ και κατ' επέκταση για την Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, στις σελίδες 7 μέχρι 9 του Τεκμηρίου 15 γίνεται ιστορική αναδρομή στο Συνεργατισμό. Στη σελίδα 11 αναφέρεται ότι λόγω αδυναμίας εξεύρεσης κεφαλαίων από τον ιδιωτικό τομέα, η ΣΚΤ μαζί με τα ΣΠΙ ανακεφαλαιοποιήθηκαν (με πόρους της Δανειακής Σύμβασης που συνομολογήθηκε με τους Διεθνείς Πιστωτές και με βάση το Μνημόνιο Συναντίληψης) το 2014, με το ποσό του €1,5 δις από το Ταμείο Ανακεφαλαιοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα της ανακεφαλαιοποίησης η Κυπριακή Δημοκρατία κατείχε το 99% του μετοχικού κεφαλαίου της ΣΚΤ και η ΣΚΤ κατείχε το 99% του μετοχικού κεφαλαίου των 18 ΣΠΙ που δημιουργήθηκαν μέσω των συγχωνεύσεων των 93 ΣΠΙ. Ως προανέφερα, η ίδια η έκθεση του Γενικού Ελεγκτή θέτει την περίοδο κατά την οποία διενεργήθηκε και θέτει ως χρονικό ορόσημο το γεγονός της μετατροπής του Συνεργατισμού σε κρατική επιχείρηση. Συναφώς, όπως προκύπτει, οι επικαλούμενες βάσεις επί της οποίας ο ΜΥ1 στηρίχθηκε για να προωθήσει ότι τα Δημοσιεύματα προέκυψαν από τη δημόσια επί του θέματος συζήτηση, δεν συνάδουν χρονικά με τις ημερομηνίες δημοσίευσης των εντός του Οκτωβρίου του
- Επανερχόμενος στο ζήτημα των Τεκμηρίων 16 έως 20, η προσπάθεια του ΜΥ1 να εντάξει τα επίδικα Δημοσιεύματα στην ευρύτερη εργασία της εφημερίδας «Χαραυγή» επί του ζητήματος των ΜΕΔ των ΠΕΠ δεν ήταν πειστική. Εξηγώ: Απλή ανάγνωση των εν λόγω Τεκμηρίων φανερώνει ότι ο τρόπος παρουσίασης έως και τα θέματα που πραγματεύονται αυτά, πόρρω απέχουν από το περιεχόμενο των επίδικων Δημοσιευμάτων. Πιο συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 16 αφορά ρεπορτάζ για μεγαλοοφειλέτες φόρων, όπου τα φυσικά πρόσωπα δεν κατονομάζονται και δημοσιεύθηκε περίπου 2 χρόνια μετά τα επίδικα Δημοσιεύματα. Ενώ το Τεκμήριο 17 δημοσιεύθηκε το 2021, 8 δηλαδή χρόνια μετά τα επίδικα Δημοσιεύματα χωρίς ονομαστικές αναφορές. Τα δε Τεκμήρια 18 και 19, τα οποία χρονικά ήταν τα εγγύτερα στα επίδικα Δημοσιεύματα, αφορούν, το πρώτο, ένα κατάλογο νομικών προσώπων που όφειλαν χρήματα στην Τράπεζα Κύπρου και το άλλο διαγραφή χρέους ιδιώτη από την εταιρεία «Marfin» στην Ελλάδα. Εγγύτερο σε περιεχόμενο και ύφος με τα επίδικα Δημοσιεύματα είναι το Τεκμήριο 20, το οποίο σημειώνω, αφενός δημοσιεύθηκε 2 χρόνια μετά από τα επίδικα και δεν σχετίζεται με το Συνεργατισμό και τα ΜΕΔ των ΠΕΠ και την κατ' ισχυρισμό ενδεχόμενη σύγκρουση συμφέροντος κατά τη λήψη αποφάσεων που τον αφορούσαν στη Βουλή. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 εκτός όσων αφορά τα απλά γεγονότα της ύπαρξης καθυστερήσεων και της ύπαρξης του, ούτω καλούμενου, ακάλυπτου ποσού - για το οποίο προβαίνω σε περαιτέρω ανάλυση πιο κάτω - στις υποχρεώσεις του Ενάγοντα, ζητήματα που όπως ανέφερα όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά υποστηρίχθηκαν και από την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία στην υπόθεση και τα σχετικά Τεκμήρια. Δ. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ2 Δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεχτώ πλήρως τη μαρτυρία του ΜΥ
- Κατέθεσε με βάση την εμπειρία του και την εργασία που του ανατέθηκε, το αποτέλεσμα της οποίας, τουλάχιστον για ότι εδώ ενδιαφέρει, ήταν το Τεκμήριο
- Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και επεξηγηματικές και κατέδειξαν ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με προφανή διάθεση να καταθέσει αυτά που γνώριζε. Ε. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ3 Ο ΜΥ3 μου έκανε εξίσου καλή εντύπωση λόγω της αμεσότητας και ευθύτητας των απαντήσεων του. Παρά το ότι προσήλθε να καταθέσει ως μάρτυρας της πλευράς των Εναγόμενων, από τις απαντήσεις του, κυρίως κατά την αντεξέταση, φάνηκε και η διάθεσή του να διατηρήσει την ανεξαρτησία του, μια και δεν δίστασε, όταν κλήθηκε, να δώσει μια ερμηνεία στα Δημοσιεύματα η οποία ήταν παρόμοια με εκείνη της πλευράς του Ενάγοντα, χωρίς βεβαίως η ερμηνεία αυτή να λαμβάνεται υπόψη ή να υιοθετείται από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του.
- Ευρήματα γεγονότων Α. Παραδεκτά γεγονότα Από τη δικογραφία ήταν παραδεκτά ότι: Ο Ενάγων, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν βουλευτής του [.] και η Εναγόμενη 1 είναι η εταιρεία που εκδίδει την εφημερίδα «Χαραυγή» και ότι στις 7.10.13 δημοσιεύθηκε στην 3η σελίδα της εφημερίδας το Δημοσίευμα Α ενώ στις 8.10.13 δημοσιεύθηκε στην 4η σελίδα της εφημερίδας το Δημοσίευμα Β. Αμφότερα τα Δημοσιεύματα Α και Β αφορούσαν τον Ενάγοντα (παράγραφοι 6 και 7 της Υπεράσπισης). Κατά την ακρόαση έγινε κοινή δήλωση των δικηγόρων των διαδίκων ότι ήταν παραδεκτό γεγονός ότι: Οι Εναγόμενοι στις 11.5.14 δημοσίευσαν στην Κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Χαραυγή» σε δισέλιδη παρουσίαση - συνέντευξη του Ενάγοντα κ. Θ μαζί με το βουλευτή [.] σε ισότιμη παρουσίαση στην οποία παρουσιάστηκαν όλες οι αυθεντικές απαντήσεις - απόψεις του Ενάγοντα σε διάφορα διαχρονικά και πολιτικά ζητήματα. Κατατέθηκε δε από κοινού το Τεκμήριο
- Επί των πιο πάνω προβαίνω σε αντίστοιχα ευρήματα. Β. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Τα πιο κάτω γεγονότα που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης και υποστηρίχθηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό από το σύνολο της μαρτυρίας: Στις 4.11.2000, ο Ενάγοντας και ο πατέρας του έλαβαν πιστωτική διευκόλυνση ύψους ΛΚ30,000 από την ΣΠΕ [.], με την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Στις 10.10.13 επιδόθηκε σε υπάλληλο και αντιπρόσωπο της διευθύντριας και αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Χαραυγή» στη Λεμεσό επιστολή των τότε δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 9.10.13 με την οποία διαμαρτύρονταν για τα δημοσιεύματα. Προβαίνω στο εύρημα τούτο επειδή, πέραν της αναφοράς των δικηγόρων των Εναγόμενων στην αγόρευσή τους, το Τεκμήριο 4 και το περιεχόμενό του, που αποτελείται και από σχετικό σημείωμα καθώς και ένορκη δήλωση επίδοσης ιδιώτη επιδότη, δεν αμφισβητήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο κατά την Ακρόαση. Στις 25.10.13, οι δικηγόροι του Ενάγοντα προέβησαν σε παράπονο κατά της εφημερίδας «Χαραυγή» για τα επίδικα Δημοσιεύματα στον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ο «Επίτροπος») αποστέλλοντας το Τεκμήριο
- Στις 7.4.14 ο Επίτροπος εξέδωσε την Απόφαση Τεκμήριο 6, στη βάση του Τεκμηρίου 5, διαπιστώνοντας ότι υπήρξε παραβίαση του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001 (Ν. 138(Ι)/2001) (ο «Ν. 138(Ι)/2001») και ως αποτέλεσμα επιβλήθηκε στην εφημερίδα πρόστιμο ύψους €
- Την 1.3.19 παραδόθηκε από τον Πρόεδρο της Ερευνητικής Επιτροπής στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας το Τεκμήριο 21, δηλαδή η Έκθεση για την Κατάρρευση του Συνεργατικού Πιστωτικού Συστήματος της Κύπρου, η οποία είχε διαταχθεί στις 6.7.
- Στις 2.4.2021, σε ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, κατόπιν εισήγησης της Ad Hoc κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διερεύνηση θεμάτων που αφορούν σε δάνεια Πολιτικά Εκτεθειμένων Προσώπων, αποφασίστηκε η δημοσιοποίηση της λίστας των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων από Πρώην Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα σε Πολιτικά Εκτεθειμένα Πρόσωπα, τα οποία αναφέρονται στην Ειδική Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή ημερομηνίας 18.3.
- Επί των πιο πάνω προβαίνω επίσης σε αντίστοιχα ευρήματα. Γ. Ευρήματα κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας Η αποπληρωμή της διευκόλυνσης που παραχωρήθηκε στον Ενάγοντα εξασφαλιζόταν από 4 εγγυητές. Όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 9, στις 11.2.13 το ποσό των €126,032.70 ήταν καθυστερημένο οφειλόμενο. Στα δε πρακτικά της συνεδρίας Επιτροπής Ελέγχου Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 21.5.13 καταγράφοντας τα ευρήματα της Μονάδας Εσωτερικής Επιθεώρησης της ΣΠΕ [.] κατά το Νοέμβριο του 2012, καταγράφηκε ότι, κατά τον έλεγχο, το υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων του Ενάγοντα ανερχόταν στις €114,597 και ακάλυπτο ποσό €76,562 και κατά την 30.4.2013 σε €126,032 και ακάλυπτο ποσό €84,
- Η πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση του Ενάγοντα εξοφλήθηκε την 12.3.20 και κατά την ημέρα εξόφλησης το οφειλόμενο ποσό ήταν €212,685.16, το οποίο μειώθηκε κατόπιν διαγραφών. Στην Ειδική Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή ημερομηνίας 18.2.21 κατονομάζεται ο Ενάγοντας ως «ΠΕΠ[.]» και καταγράφεται το ιστορικό της πιστωτικής διευκόλυνσης που διατηρούσε, το γεγονός ότι αυτή κατέστη μη εξυπηρετούμενη, οι προτεινόμενες λύσεις προκειμένου η διευκόλυνση να εξυπηρετηθεί και η συμφωνηθείσα λύση. Τα πιο πάνω ευρήματά μου πρόκειται να συμπληρωθούν κατόπιν περαιτέρω ανάλυσης.
- Νομική Πτυχή Α. Δυσφήμιση και Υπερασπίσεις Το Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβλέπει ότι: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως.
- Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων.
- Η ενάσκησις των δικαιωμάτων, περί ων η πρώτη και δευτέρα παράγραφος του παρόντος άρθρου, δύναται να υποβληθή εις διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινάς προδιαγεγραμμένους υπό του νόμου και αναγκαίους μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.» Στην απόφασή του στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. ν. Νίκου Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856 το Ανώτατο Δικαστήριο, δίνει, με λεπτομέρεια, το στίγμα για την προσέγγιση που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει, κατά το έργο εξισορρόπησης του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης με το δικαίωμα στη φήμη και υπόληψη. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα, παρά την έκτασή του: «Κατά την εξέταση της υπόθεσης είχαμε κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν: (α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συνάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα. Η προστασία της φήμης αναγνωρίζεται ρητά ως ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, δυνάμει του άρθρου 10 της Σύμβασης. Το εδάφιο 1 του άρθρου 10 προνοεί ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Το εδάφιο 2 όμως του άρθρου 10 προνοεί ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που καλύπτονται από το εδάφιο 1 μπορεί να υπαχθεί σε όρους και περιορισμούς που προνοούνται από το Νόμο και είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προστασία, μεταξύ άλλων, της φήμης και των δικαιωμάτων άλλων προσώπων. Συνεπάγεται επομένως ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε δικαίωμα στη δυσφήμιση οποιουδήποτε προσώπου, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Steel and Morris v. U.K., App. No. 21325/93 [1993] 18 E.H.R.R. C.D.
- Στην υπόθεση Tolstoy Miloslavsky v. U.K., App. No. 18139/91, Ser. A, vol. 316, 323 [1995] 20 E.H.R.R. 442 το Ε.Δ..Δ..Α. δεν σχολίασε αρνητικά τους στόχους του Αγγλικού περί Δυσφήμισης Νόμου, για Προστασία της Ιδιωτικής Φήμης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι στόχοι εκείνοι θεωρήθηκαν ως θεμιτοί. Κατά την εξέταση υποθέσεων όπως την παρούσα η προστασία του δικαιώματος στη φήμη δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο μια αναλογία. Εκτός από την αρχή της αναλογικότητας μια άλλη παράμετρος του όλου θέματος είναι και αυτή του τι συνιστά αναγκαία προστασία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσον η προστασία της φήμης του επηρεαζομένου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου
- Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος. Στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149 [1991] 13 E.H.R.R, 493, στην παρα. 29, το Δικαστήριο τόνισε πως η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων. Η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι οι στόχοι του άρθρου 10
(2)θα πρέπει να αντιπαραβληθούν με την αξία της ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο αυτών συμφερόντων το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων». Η προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων λοιπόν, αποτελεί λόγο για να τεθεί περιορισμός στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Στο Κυπριακό Δίκαιο η προστασία αυτή εμπερικλείει τη δυνατότητα προσώπου, το οποίο ισχυρίζεται ότι η υπόληψή του και σχετικά δικαιώματα έχουν πληγεί λόγω της έκφρασης άλλου προσώπου, να καταχωρήσει αστική αγωγή στη βάση των Άρθρων 17 και 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Γενικά, το αδίκημα της δυσφήμισης στοιχειοθετείται όταν από τη μία ο ενάγων σε αγωγή αποδείξει ότι (α) έγινε δημοσίευση, (β) με δυσφημιστικό περιεχόμενο, (γ) η οποία αναφερόταν ή γινόταν αντιληπτό ότι αναφερόταν σε εκείνον, και από την άλλη ο εναγόμενος δεν καταφέρει να προβάλει επιτυχώς μία εκ των ειδικών υπερασπίσεων που περιλαμβάνονται στο Άρθρο 19 του Κεφ. 148[5]. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου που εξετάζεται ως ζήτημα πραγματικό. Το δε Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φυσική έννοια των λέξεων, αλλά επίσης εξετάζει το κείμενο στο σύνολο του σε συνάρτηση με τον τόπο και χρόνο του δημοσιεύματος, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Το ότι ο Ενάγων έχει θιχτεί και θεωρεί το δημοσίευμα δυσφημιστικό δεν αποτελεί το κριτήριο για να κριθεί ένα δημοσίευμα ως τέτοιο. Καθοριστική σημασία έχει το κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί με δυσφημιστικό τρόπο[6]. Στο Άρθρο 19 του Κεφ. 148 προβλέπεται ότι: «Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- (α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές: Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘ (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ. (γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21͘ (δ) ότι η δυσφήμηση έγιvε χωρίς πρόθεση δυvάμει τoυ άρθρoυ 22». Ι. Αλήθεια Ούτως ώστε εναγόμενος να είναι σε θέση να εγείρει επιτυχώς την υπεράσπιση της αλήθειας θα πρέπει να αποδείξει ότι η αναφορά για την οποία ενάγεται είναι ουσιαστικά αληθής[7]. Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου που την εγείρει[8]. ΙΙ. Έντιμο Σχόλιο Αναφορικά με την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου στο σύγγραμμα «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης» κατόπιν ανάλυσης πρόσφατης Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας, ο συγγραφέας καταλήγει ότι τα συστατικά στοιχεία της υπεράσπισης είναι ότι: «Η επίδικη δήλωση θα πρέπει να συνίσταται σε γνώμη [.] και όχι σε δήλωση ή παράθεση γεγονότων, [.] θα πρέπει να άπτεται θέματος δημοσίου συμφέροντος» και «θα πρέπει να είναι έντιμο ή τουλάχιστον όχι κακόπιστο»[9], και ότι «το βάρος απόδειξης των βασικών συστατικών στοιχείων της συγκεκριμένης υπεράσπισης ανήκει στον εναγόμενο. Εάν ο εναγόμενος στοιχειοθετήσει τα πιο πάνω, τότε ως θέμα αρχής η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου μπορεί να καλύψει το δημοσίευμα, εκτός εάν ο ενάγων αποδείξει ότι ο εναγόμενος ενεργούσε κατά το ουσιώδη χρόνο κακόβουλα»[10]. ΙΙΙ. Προνόμιο υπό επιφύλαξη Τέλος και όσων αφορά την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, στην απόφαση Ηλιάδης ν Βενιζέλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 960 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη προνοείται από το Αρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που προνοεί τα ακόλουθα: «Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή - (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίον έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ'ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» Η υπεράσπιση αυτή αφορά το καθήκον του τύπου να πληροφορεί το κοινό για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και το δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης για τέτοια θέματα, αφού τέτοιος ελεύθερος διάλογος είναι εκ των ουκ άνευ σε μία δημοκρατική κοινωνία. Μερικές από τις αρχές που διέπουν το θέμα διαφαίνονται από το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Reynolds (πιο πάνω), που περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: (α) Πληροφόρηση για πολιτικά θέματα, αν περιέχει δυσφημιστικό υλικό, δεν καλύπτεται αυτόματα από την υπεράσπιση προνομίου υπό επιφύλαξη, αλλά είναι το περιεχόμενο της πληροφόρησης που μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα, ανάλογα με τη σπουδαιότητα του για το κοινό και το σχετικό δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης. (β) Η υπεράσπιση έχει ελαστικότητα και βασίζεται στις πραγματικότητες των καιρών: Η σημασία των θεμάτων και το ενδιαφέρον του κοινού είναι παράγοντες που υπόκεινται σε αλλαγή. (γ) Η ύπαρξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη εξαρτάται από αριθμό παραγόντων, που έχουν ως πυρήνα τους το καθήκον του τύπου να ερευνά για να βρει την αλήθεια του δημοσιεύματος και να δημοσιεύει με δίκαιο τρόπο συγκρουόμενες εκδοχές. Η ύπαρξη της υπεράσπισης αυτής σε κάθε περίπτωση και σε κάθε χώρα αποφασίζεται από ένα συνδυασμό των ειδικών νομοθετικών προνοιών και της αντίληψης των κριτηρίων που τη διέπουν, όπως προκύπτουν από τη νομολογία. Το θέμα εξισορρόπησης του δικαιώματος ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος του ατόμου για τη φήμη του, είναι ένα δύσκολο έργο. Έχει επίσης λεχθεί επί του προκειμένου ότι ανακριβείς δηλώσεις είναι αναπόφευκτες στον ελεύθερο διάλογο και πρέπει να προστατεύονται, αν η ελευθερία της έκφρασης θα έχει τις αναγκαίες προϋποθέσεις που χρειάζεται για να επιβιώσει. Το κύριο επιχείρημα για την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου είναι η ενθάρρυνση για ένα ελεύθερο διάλογο σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω) είναι σχετική. (Βλ. και απόφαση ΕΔΑΔ Alithia Publishing Co Ltd & Constantinides v. Cyprus, decision 22.5.08, Appl. No. 1755/2003)». Στη δε απόφαση στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Παπαδόπουλος
(2012)1 Α.Α.Δ. 102, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σχετικά ότι: «Όσον αφορά την υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου, με βάση το Άρθρο 21
(1)(α) του Κεφ. 148, καταλήγουμε και πάλι πως τυγχάνει πλήρους εφαρμογής. Όπως παρατηρήσαμε πιο πάνω, δεν τίθεται θέμα κακής πίστης και οι αρχές που παρατέθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου ισχύουν και εδώ και, όπως αναφέρει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, «με την προσθήκη ότι τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο σχολιασμός, επιτρέπεται να είναι (πέραν από δυσφημιστικά) και αναληθή με αναγκαιότητα όμως απόδειξης ότι το σχόλιο ή το δημοσίευμα δικαιολογούνταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αναγνωρίζονται ως δεκτικές του προνομίου στο Άρθρο 21(α)(α) του Κεφ. 148 .». Όπως διαπιστώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσείων-εναγόμενος, ως δημοσιογράφος τελούσε κάτω από το καθήκον να προβεί στη δημοσίευση, αφού ήταν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο το κοινό είχε συμφέρον να πληροφορηθεί και να τύχει προστασίας. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι υπό τις περιστάσεις είναι στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος που είχε προβεί με την αρθρογραφία του ο εφεσείων-εναγόμενος και εξέφραζε την έντιμη και ειλικρινή του άποψη επί του θέματος. Είναι, νομίζουμε, μια κλασική περίπτωση εφαρμογής της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. Τελειώνοντας, παρατηρούμε πως με μια ελεύθερη, τολμηρή θαραλλέα αλλά και υπεύθυνη δημοσιογραφία, είναι δυνατό να διορθωθούν πολλά κακώς έχοντα σε μια σύγχρονη κοινωνία». Β. Αξίωση στη βάση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων Ο Ενάγοντας πρόβαλε αξίωση στη βάση παραβίασης της «νομοθεσίας των προσωπικών δεδομένων» ως η αναφορά του δικηγόρου του. Κατά τον ουσιώδη προς τα επίδικα γεγονότα χρόνο ήταν σε ισχύ ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 138(Ι)/2001, ο οποίος καταργήθηκε με τη ψήφιση του Ν. 125(Ι)/
- Σύμφωνα με τον ως άνω νόμο κατά κανόνα απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του φυσικού προσώπου του «υποκειμένου των δεδομένων» αυτών και μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται χωρίς τη συγκατάθεσή του η επεξεργασία αυτών. Στο δε Άρθρο 17 του Νόμου 138(Ι)/2001 αναφέρεται:
- Υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να αποζημιώσει υποκείμενο δεδομένων το οποίο υπέστη ζημιά λόγω παράβασης οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου, εκτός αν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός.
- Υπαγωγή ευρημάτων και κρίση Δικαστηρίου Α. Δημοσίευση, αναφορά στον Ενάγοντα και κατά πόσο τα Δημοσιεύματα είναι είναι δυσφημιστικά Ι. Δημοσίευση και Αναφορά στον Ενάγοντα Τόσο οι δημοσιεύσεις των Δημοσιευμάτων Α και Β, όσο και η αναφορά στον Ενάγοντα και στα δύο επίδικα Δημοσιεύματα είναι παραδεκτά. Σημειώνεται ότι το Δημοσίευμα Β απευθύνεται μεν στον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης, η αναφορά δε στον Ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Δημοσίευμα τον αφορά. Ο Ενάγων κατονομάζεται και προσδιορίζεται η ιδιότητά του. ΙΙ. Κατά πόσο τα Δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά (α) Δημοσίευμα Α: Με το Δημοσίευμα Α αποκαλύπτεται ότι ο πιστωτικός λογαριασμός του Ενάγοντα παρουσιάζει καθυστερήσεις και ακάλυπτο ποσό. Προστίθεται ότι ο ίδιος, όχι μόνο δεν πληρώνει τα δάνειά του αλλά ο ίδιος αφήνει και ακάλυπτο ένα σημαντικό ποσό. Εν προκειμένω εκείνο που εξάγεται από τη φυσική έννοια των πιο πάνω λέξεων, είναι ότι ο Ενάγοντας είναι αναξιόχρεος ή αφερέγγυος και ότι ευθύνεται για το ποσό που παραμένει ακάλυπτο. Προσθέτω ότι η εντύπωση αυτή που αφήνεται στον αναγνώστη εντείνεται και από τη γενική αναφορά σε «δάνεια» - ενώ πιο πάνω στο Δημοσίευμα αναφέρεται σε ένα και μόνο δάνειο. Εντείνεται επίσης και από τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας πήρε δάνειο χωρίς εγγυητές. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εκεί. Ο συντάκτης αποκαλεί την πιο πάνω συμπεριφορά του Ενάγοντα ως «παρανομία», λέξη που παραπέμπει στο ότι ο Ενάγοντας ενεργεί ή συμπεριφέρεται με τον πιο πάνω τρόπο παράνομα. Με τις επόμενες αναφορές ότι η «παρανομία» του Ενάγοντα κρίνεται αρκετά σοβαρή για ένα βουλευτή που θέλει να μιλά για ήθος και που θέλει να παρουσιάζεται ως ο μόνος αδιάφθορος και έντιμος στην κοινωνία, αφήνεται να νοηθεί ότι η «παρανομία» του Ενάγοντα, δηλαδή η μη αποπληρωμή του δανείου του και η ύπαρξη ακάλυπτου ποσού ενέχουν, ως ενέργειες ή συμπεριφορά, στοιχείο ανηθικότητας, ανεντιμότητας ή κάποια διαφθορά. Δεν προσδιορίζεται οτιδήποτε συγκεκριμένο, ως προς το τι συνιστά ή ενδεχομένως να συνιστούσε εν προκειμένω ανηθικότητα, ανεντιμότητα ή διαφθορά στο πλαίσιο τούτο. Ο συντάκτης απλώς, αντιπαραβάλλοντας το ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας πολλές φορές κατηγορεί άλλους για παρανομίες και μιλά για ήθος και θέλει να παρουσιάζεται ως ο μόνος αδιάφθορος και έντιμος, αναφέρει ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας βαρύνεται με πιο σοβαρές παρανομίες, οι οποίες, κατά το συντάκτη, συνδέονται με το ότι δεν πληρώνει τα δάνειά του και ότι αφήνει ποσό ακάλυπτο. Κρίνω συνεπώς ότι, επ' αυτού, το Δημοσίευμα Α είναι δυσφημιστικό, καθότι ενδέχεται να προκαλέσει την αποφυγή του Ενάγοντα από άλλους και να επηρεάσει και τη γενική αντίληψη περί φερεγγυότητας, εντιμότητας και ηθικότητας του Ενάγοντα, εντός της έννοιας του Άρθρου 17
(1)(ε) του Νόμου. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω πρέπει να επισημάνω ότι συντάκτης χαρακτηρίζει μεν τις πιο πάνω ενέργειες ως «παρανομία» αλλά, ως είναι γνωστό και προφανές, οι καθυστερήσεις στην αποπληρωμή πιστωτικού υπολοίπου και η ύπαρξη ακάλυπτου ποσού από μόνες τους δεν συνιστούν αξιόποινες πράξεις εντός της έννοιας του Άρθρου 17 του Νόμου. Συνεπώς, εν τη απουσία συγκεκριμένης αναφοράς σε αξιόποινη πράξη, δεν μπορώ να κρίνω ότι το Δημοσίευμα Α αποδίδει στον Ενάγοντα συγκεκριμένο έγκλημα ή αξιόποινη πράξη. (β) Δημοσίευμα Β: Λόγος έγινε στο κατά πόσο δικογραφείται ο τίτλος του Δημοσιεύματος Β και κατά πόσο οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με εκείνο θα πρέπει να αγνοηθεί ως μη δικογραφηθείσα θέση. Στην παράγραφο 11.Η. της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα γίνεται ρητή αναφορά στον τίτλο του Δημοσιεύματος Β και συνεπώς προχωρώ να εξετάσω το Δημοσίευμα Β στο σύνολό του, συμπεριλαμβανομένου και του τίτλου. Με τον τίτλο του Δημοσιεύματος ο συντάκτης πρώτα προτρέπει τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης να συλλάβει τον Ενάγοντα και έπειτα διερωτάται εάν ο Υπουργός μπορεί. Η προτροπή ιδωμένη στο σύνολο του Δημοσιεύματος, εδράζεται στην έντονη, κατ' ισχυρισμό, φημολογία ότι ο Ενάγοντας δεν θα πληρώσει τις οφειλές του και τα χρήματα θα χαθούν. Κατά το συντάκτη σε άλλη περίπτωση υποψία ήταν αρκετή προκειμένου κάποιοι να συλληφθούν και τίθεται το ερώτημα στον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης τι θα πράξει με την περίπτωση του Ενάγοντα. Κατά παρόμοιο τρόπο με το Δημοσίευμα Α, το νόημα που αποδίδεται με το Δημοσίευμα Β είναι ότι η μη αποπληρωμή δανείου και η ύπαρξη του ακάλυπτου ποσού από πλευράς Ενάγοντα ενέχει στοιχεία που ενδεχομένως να χρήζουν της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και ενδεχομένως να είναι αρκετά για να δικαιολογούν τη σύλληψή του. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι και το Δημοσίευμα Β είναι δυσφημιστικό, όμως στην έκταση που προανέφερα. Όσων δε αφορά το συσχετισμό του Ενάγοντος με τα κατονομαζόμενα στελέχοι του [.] που συνελήφθησαν στη βάση υποψιών, αφενός δεν δικογραφήθηκαν συγκεκριμένα γεγονότα και αφετέρου δεν προσκομίστηκε ούτε σχετική μαρτυρία αναφορικά με τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν τη θέση ότι ο Ενάγων ή οι αποδιδόμενες σε εκείνον ενέργειες σχετίζονται με τις ενέργειες, τη φύση και τη σοβαρότητά εκείνων των κατονομαζόμενων στελεχών του [.], τα οποία συνελήφθησαν. Σε τούτη την περίπτωση κρίνω, εάν ο Ενάγων, σκόπευε να βασιστεί σε τέτοια γεγονότα θα έπρεπε να προβεί σε σχετική δικογράφηση τους. Επίσης κρίνω ότι το υποκείμενο των εν λόγω συγκεκριμένων αναφορών στα κατονομαζόμενα στελέχη του [.] που συνελήφθησαν και το γεγονός ότι ο Ενάγων ενδεχομένως να μην συλλαμβάνεται επειδή είναι βουλευτής του [.], είναι ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης και στο επίκεντρο τίθενται οι δικές του κατ' ισχυρισμό πράξεις ή παραλείψεις με τις οποίες, κατά το Δημοσίευμα, καταρρακώνονται οι θεσμοί. Β. Κατά πόσο ισχύουν οποιεσδήποτε από τις επικαλούμενες Υπερασπίσεις Ι. Αλήθεια Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου τόσο το Δημοσίευμα Α όσο και το Δημοσίευμα Β, προβάλλουν κάποια αληθή γεγονότα, δηλαδή τα ποσά των καθυστερήσεων και «ακάλυπτο» ποσό που κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός του Ενάγοντα. Παρά ταύτα, η ουσία των Δημοσιεύματων, η οποία κρίνεται ως δυσφημιστική, δεν είναι, καταφανώς, η απλή αναπαραγωγή των αποτελεσμάτων της έρευνας της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου και τα πρακτικά της αρμόδιας Επιτροπής, δηλαδή ότι ο λογαριασμός του Ενάγοντα παρουσίαζε καθυστερήσεις και ακάλυπτο ποσό. Το κεντρί - ας μου επιτραπεί η έκφραση η οποία έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στο δικαστικό λόγο - των Δημοσιευμάτων είναι ότι ο Ενάγων δεν πληρώνει τα δάνειά του και ότι ο ίδιος αφήνει ποσό ακάλυπτο, παρουσιάζοντας τον Ενάγοντα ως αφερέγγυο ή αναξιόχρεο και ότι, ο Ενάγων δεν πληρώνει τα δάνειά του και αφήνει ποσό ακάλυπτο ένεκα συμπεριφοράς ή ενεργειών που ενέχουν το στοιχείο της ανηθικότητας ή της ανεντιμότητας ή ενδεχομένως να σχετίζονται με διαφθορά. Εν προκειμένω, οι Εναγόμενοι δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί και το νόημά τους ήταν αληθείς ή έστω ουσιωδώς αληθείς ή δικαιολογημένο με αναφορά και μόνον στα απλά γεγονότα της ύπαρξης καθυστερήσεων και ακάλυπτου ποσού, τα οποία αποδείχθηκαν και αληθή. Καταλήγω συναφώς ότι το αντικείμενο των Δημοσιευμάτων είναι η προέκταση των απλών γεγονότων από τον συντάκτη και όχι τα απλά γεγονότα της ύπαρξης καθυστερήσεων και ακάλυπτου ποσού. Με άλλα λόγια, ο συντάκτης των Δημοσιευμάτων χρησιμοποίησε τα απλά αυτά γεγονότα προκειμένου να επεκταθεί και να αποδώσει στον Ενάγοντα τις προαναφερθείσες ενέργειες και συμπεριφορά ωσάν η μόνη εξήγηση πίσω από τα απλά γεγονότα να ήταν η εκ προθέσεως ή λόγω ανηθικότητας ή ανεντιμότητας ή κάποιας διαφθοράς μη αποπληρωμή του δανείου του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με λόγους για τους οποίους ο Ενάγοντας δεν πληρώνει τα δάνειά του και αφήνει ποσό ακάλυπτο, αλλ' ούτε κατέδειξαν ότι διέθεταν οποιαδήποτε στοιχεία στα οποία θα μπορούσαν να βασιστούν προκειμένου να προβούν στις επίμαχες αναφορές. Δεν ισχυρίστηκαν καν στο Δικαστήριο ότι πράγματι υπήρχαν οποιαδήποτε γεγονότα βασιζόμενοι στα οποία θα μπορούσαν να δημοσιεύσουν, όχι μόνο ότι ο Ενάγοντας, γενικά, δεν πληρώνει τα δάνειά του, αλλά και ότι η μη αποπληρωμή ενέχει στοιχείο ή οφείλεται σε παρανομία ή ανηθικότητα, ανεντιμότητα ή διαφθορά. Απουσία ελάχιστης τεκμηρίωσης επί των πιο πάνω, άφησε τις θέσεις που προβλήθηκαν στα επίμαχα σημεία των Δημοσιευμάτων άνευ δικαιολογίας ή ουσιαστικού ερείσματος. Εν όψει των πιο πάνω η προβαλλόμενη υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει στην παρούσα περίπτωση. ΙΙ. Έντιμο σχόλιο επί ζητήματος δημοσίου ενδιαφέροντος Στην Ενότητα 7 πιο πάνω, υπό τον τίτλο Νομική Πτυχή, ανέλυσα τα στοιχεία που θα πρέπει Εναγόμενος ν' αποδείξει στο Δικαστήριο προκειμένου να εγείρει επιτυχώς την εν λόγω υπεράσπιση. Εν προκειμένω παρατηρώ ότι στο Δημοσίευμα Α, δεν είναι αμέσως ευδιάκριτο τι αποτελεί σχόλιο του συγγραφέα και τι δήλωση γεγονότος. Εξηγώ: Ο συγγραφέας καταγράφει τ' αποτελέσματα της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου και ότι η κατάσταση τούτη αποτελεί «παρανομία». Ενδεχομένως η περιγραφή της κατάστασης ως «παρανομία» να μπορούσε θεωρηθεί ως το σχόλιο του συντάκτη με αναφορά στα υπό κρίση πραγματικά γεγονότα, πλην όμως, στην προκείμενη περίπτωση η φράση που έπεται, ότι δηλαδή η «παρανομία» κρίνεται αρκετά σοβαρή, εξουδετερώνει το προαναφερθέν ενδεχόμενο η λέξη παρανομία να τίθεται ως σχολιασμός και καταλήγει να αφήνεται η εντύπωση ότι η παρανομία είναι δήλωση γεγονότος, ενώ ο βαθμός της σοβαρότητάς της να είναι ενδεχομένως αντικείμενο κρίσης ή και σχόλιο. Η θέση τούτη κρίνω υποστηρίζεται και από την μετέπειτα απλή αναφορά στο ότι ο Ενάγων βαρύνεται με άλλες παρανομίες και ότι ο ίδιος κατακρίνει δημόσια άλλους συμπολίτες του για παρανομίες ξεχνώντας τις δικές του. Σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από τους Εναγόμενους με την οποία να υποστηρίζεται ή να δικαιολογείται η θέση ότι ο Ενάγοντας «εκατοντάδες φορές» έκρινε και καταδίκασε άλλους για παρανομίες. Αναλύοντας και το, κατά τα φαινόμενα, συμπέρασμα ότι ο Ενάγων όχι μόνο δεν πληρώνει τα δάνειά του, αλλά αφήνει και ποσό ακάλυπτο, σημειώνεται ότι τα πραγματικά γεγονότα που παρατίθενται μπορούν μόνον εν μέρει να αποτελέσουν το βάθρο για το εν λόγω φαινομενικό συμπέρασμα. Πιο συγκεκριμένα, παρατίθενται στοιχεία για ένα δάνειο του Ενάγοντα ενώ το συμπέρασμα επεκτείνεται στο ότι ο Ενάγοντας δεν πληρώνει τα δάνειά του γενικώς. Προστίθεται δε στις αναφορές του συντάκτη το γεγονός ότι ο Ενάγων αφήνει ποσό ακάλυπτο και ότι για το δάνειο δεν υπάρχουν εγγυητές. Σε σχέση με το δεύτερο ισχυρισμό, αυτός αποδείχθηκε αναληθής. Σε σχέση δε με τον πρώτο, ως διαφάνηκε από την αποδεχτή μαρτυρία, ο όρος «ακάλυπτο ποσό» ήταν όρος που αποδόθηκε σε συγκεκριμένη κατηγορία δανείων που καλύπτονταν μόνο με προσωπικές εγγυήσεις από την Εταιρεία Pimco και σε καμία περίπτωση δεν καταδείχθηκε ν' αφορούσε αποκλειστικά τον Ενάγοντα, αλλ' ούτε αποδείχθηκε ότι ο Ενάγοντας πράγματι ευθυνόταν για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη προκειμένου το δάνειό του να έχει ακάλυπτο ποσό. Συνεπώς η δήλωση ότι ο Ενάγοντας «αφήνει» ποσό ακάλυπτο, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην ίδια τη βάση στην οποία η Εναγόμενοι στηρίχθηκαν για να τον επεξηγήσουν. Στρέφω την προσοχή μου στη φράση «για ένα βουλευτή που μιλά για ήθος και που θέλει να παρουσιάζεται ως ο μόνος αδιάφθορος και έντιμος σε αυτή την κοινωνία. Να θυμίσουμε πως εκατοντάδες είναι οι φορές που ο βουλευτής του [.] εμφανίσθηκε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, κρίνοντας και καταδικάζοντας από αέρος άλλους συμπολίτες του για παρανομίες που διέπραξαν, ξεχνώντας φαίνεται ότι ο ίδιος βαρύνεται με πιο σοβαρές παρανομίες». Εν προκειμένω θα ήταν δυνατό η πρώτη φράση, δηλαδή ότι ο Ενάγων μιλά για ήθος και θέλει να παρουσιάζεται ως ο μόνος αδιάφθορος και έντιμος στην κοινωνία να θεωρηθεί ως σχόλιο του συντάκτη. Πλην όμως ο ίδιος ο συντάκτης σπεύδει να «θυμίσει» ότι ο Ενάγοντας εμφανίστηκε εκατοντάδες φορές στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και καταδίκασε άλλους, ενώ ο ίδιος βαρύνεται με πιο σοβαρές παρανομίες. Με την επιλογή να χρησιμοποιήσει τη φράση «να θυμίσουμε» και την μετέπειτα αναφορά στις «εκατοντάδες φορές» ο συντάκτης φαίνεται να παρουσιάζει τα πιο πάνω ως γεγονότα, τα οποία, κατά τον ίδιο έγιναν και επαναλήφθηκαν εκατοντάδες φορές. Συνεπώς ο ίδιος ο συντάκτης θέτει πραγματικό πλαίσιο και βάση στη φράση «που μιλά για ήθος και που θέλει να παρουσιάζεται ως ο μόνος αδιάφθορος και έντιμος σε αυτή την κοινωνία» με το να παραπέμπει σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα από τα οποία η φράση συντελείται. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι, τα όσα αποδίδονται στον Ενάγοντα και τα οποία κρίθηκαν δυσφημιστικά δεν μπορούν εν προκειμένω να αποτελέσουν σχόλια, αλλά δηλώσεις γεγονότων. Πέραν της πιο πάνω ανάλυσης, θεωρώ ότι η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και για τον εξής λόγο: με την απόρριψη της σχετικής μαρτυρίας του ΜΥ1 επί του θέματος, οι Εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι στο επίκεντρο των Δημοσιευμάτων πράγματι βρισκόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης το θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος που επικαλέστηκαν. Έστω όμως και χάριν επιχειρήματος να θεωρείτο ότι οι Εναγόμενοι πρόβαλλαν με επιτυχία τον ισχυρισμό ότι πράγματι τα ΜΕΔ των ΠΕΠ ήταν, κατά τον χρόνο συγγραφής των Δημοσιευμάτων, ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος και πράγματι ήταν τα «φώτα» στραμμένα προς τα εκεί, εγείρονται δύο ζητήματα: το πρώτο αφορά τον τρόπο ανάδειξης του ΜΕΔ του Ενάγοντος ως ΠΕΠ. Εκ της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΥ2, τα ΜΕΔ των ΠΕΠ αποτελούσαν ένα μικρό μέρος του προβλήματος της ανάγκης ανακεφαιολοποίησης του Συνεργατισμού. Για να χρησιμοποιήσω τα ίδια τα λόγια του, τα ΜΕΔ των ΠΕΠ σίγουρα δεν ήταν ο λόγος της κατάρρευσής του. Βάσει της μαρτυρίας το θέμα που προέκυψε, και μάλιστα μεταγενέστερα, και αφορούσε τα ΠΕΠ ήταν το ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφέροντος των ΠΕΠ και δη των βουλευτών που είχαν ΜΕΔ στο Συνεργατισμό, αναφορικά με αποφάσεις που ενδεχομένως να λάμβαναν σε σχέση με αυτό. Η πλευρά των Εναγόμενων δεν προσκόμισε μαρτυρία αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο αφενός το θέμα του Συνεργατισμού συζητήθηκε στη Βουλή και αφετέρου πότε λήφθηκαν αποφάσεις σε σχέση με αυτό. Μόνη αναφορά στο θέμα έγινε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα με την απάντησή του να είναι ότι το θέμα συζητήθηκε πολύ αργότερα. Το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται αφορά τα ίδια τα κείμενα των Δημοσιευμάτων, αφού σ' αυτά δεν εντοπίζεται σύνδεση με τα ζητήματα που οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν κατά τη δίκη ότι στόχευσαν να θίξουν. Από τη μία, στο Δημοσίευμα Α, το πλαίσιο της αναφοράς δεν φαίνεται να σχετίζεται με το κατ' ισχυρισμό θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος που επικαλέστηκαν, αλλά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας που δεν πληρώνει τα δάνεια του κρίνει και καταδικάζει άλλους για παρανομίες, ενώ ο ίδιος βαρύνεται με πιο σοβαρές. Το κυρίαρχο εν προκειμένω στοιχείο του πλαισίου που το ίδιο το δημοσίευμα θέτει, δεν αφορά ούτε παραπέμπει στην πιθανή σύγκρουση συμφέροντος για την οποία αφήνονται ερωτηματικά στις αναφορές του Τεκμηρίου 21, αλλά την ίδια την κατ' ισχυρισμό πρότερη συμπεριφορά του ίδιου του Ενάγοντος, για την οποία δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Από την άλλη, το Δημοσίευμα Β, ουδεμία σχέση έχει με το ζήτημα αφού ουσιαστικά, στη βάση των ίδιων γεγονότων με το Δημοσίευμα Α, γίνεται αναφορά στο κατά πόσο ο Ενάγοντας μπορεί να συλληφθεί. Συνεπώς δεν αποδέχομαι ότι το πνεύμα εντός του οποίου οι Εναγόμενοι προέβησαν στα Δημοσιεύματα και ο σκοπός τους ήταν άλλος από την ad hominem κριτική στον Ενάγοντα. Πέραν του γεγονότος της ιδιότητας του Ενάγοντα, ουδεμία άλλη σύνδεση γίνεται με την οποία ο μέσος λογικός και ενημερωμένος αναγνώστης να δύναται να αντιληφθεί ότι το αντικείμενο των Δημοσιευμάτων ήταν τα ζητήματα που πρόβαλαν υπερασπιζόμενοι την Αγωγή, τα οποία εν πάση περιπτώσει, ως προανέφερα, δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι ήταν, κατά τους χρόνους δημοσίευσης, ζητήματα δημοσίου συμφέροντος. Εν όψει των πιο πάνω, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου επί θέματος δημόσιου συμφέροντος, δεν μπορεί να επιτύχει. ΙΙΙ. Υπό επιφύλαξη προνόμιο Ως προανέφερα, τα Δημοσιεύματα είχαν ως εφαλτήριο τις καθυστερήσεις στο λογαριασμό του Ενάγοντα, ο οποίος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βουλευτής. Τα δεδομένα των καθυστερήσεων τέθηκαν με τα Δημοσιεύματα στο πλαίσιο της κριτικής της ύπαρξης των καθυστερήσεων αυτών καθαυτών. Παρουσιάστηκαν δε ωσάν οι εν λόγω καθυστερήσεις να οφείλονταν σε ή να ενέχουν κάποια «παρανομία» του Ενάγοντα, η οποία, με τη σειρά της ενείχε στοιχεία κάποιας - απροσδιόριστης - ανηθικότητας, διαφθοράς ή ανεντιμότητας. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγόμενων με την οποία να καταδεικνύεται η εκ μέρους τους ελάχιστη προσπάθεια διερεύνησης είτε εάν πράγματι οι εν λόγω καθυστερήσεις οφείλονταν σε σκόπιμες ή απερίσκεπτες ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις του Ενάγοντα είτε γενικότερα εάν υπήρχε οποιοδήποτε άλλος λόγος για τις καθυστερήσεις αυτές. Όπως παραδέχθηκαν μέσω του ΜΥ1, δεν αναζήτησαν τη θέση του Ενάγοντα σε σχέση με τα στοιχεία του προσωπικού του λογαριασμού. Με άλλα λόγια, οι Εναγόμενοι αφενός ούτε κατέδειξαν έστω την ελάχιστη επιτηδευμένη ή απερίσκεπτή συμπεριφορά ή ενέργεια του Ενάγοντα προκειμένου να δικαιολογούνταν να καταλογίσουν σε εκείνον είτε παρανομία είτε να αφήσουν να νοηθεί ότι ενεργούσε είτε ανήθικά είτε ανέντιμα είτε με κάποια διαφθορά, αλλ' ούτε αφετέρου ότι, έχοντας λάβει γνώση των απλών αποτελεσμάτων της διερεύνησης της αρμόδιας Μονάδας, διερεύνησαν περαιτέρω οι ίδιοι τους λόγους για τους οποίους οι καθυστερήσεις στο δάνειο του Ενάγοντα υπήρχαν. Αν και δεν υπάρχει το δίχως άλλο υποχρέωση, ειδικά σε δημοσιογράφους, να επικοινωνούν με το υποκείμενο δημοσιευμάτων προτού τα δημοσιεύσουν, το κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση θέμα, αφορούσε τον προσωπικό λογαριασμό του Ενάγοντα. Στην απουσία έστω ελάχιστων ενδείξεων ότι οι καθυστερήσεις σ' αυτό το λογαριασμό οφείλονταν στην καλούμενη «παρανομία» ή ήταν οι ίδιες «παρανομία» ή εν πάση περιπτώσει αυτές σχετίζονταν καθ' οιονδήποτε τρόπο με την ιδιότητα του Ενάγοντα, δεν ήταν δυνατό οι Εναγόμενοι να πίστευαν κατά το χρόνο δημοσίευσης ότι η δημοσίευση των επίμαχων σημείων δικαιολογούνταν από τα απλά γεγονότα της ύπαρξης των καθυστερήσεων και του ακάλυπτου ποσού. Ως επίσης ήδη ανέφερα, το περιεχόμενο των Δημοσιευμάτων δεν προσδιορίζει άλλο πλαίσιο άσκησης κριτικής στον Ενάγοντα. Αρκέστηκε ο συντάκτης των Δημοσιευμάτων στην παρουσίαση της κατάστασης ως παρανομία με αιχμές περί ανηθικότητας, ανεντιμότητας και διαφθοράς, έχοντας ως μόνο εφαλτήριο το απλό γεγονός της ύπαρξης καθυστέρησης στον πιστωτικό λογαριασμό του Ενάγοντα και την, κατά τον ίδιο, κριτική που ο ίδιος ο Ενάγοντας δημόσια άσκησε εκατοντάδες φορές σε άλλους. Η, ως διαφάνηκε εκ των υστέρων, τοποθέτηση του ζητήματος σε ευρύτερο πλαίσιο που αφορούσε κατ' ισχυρισμό μη εξυπηρετούμενα δάνεια πολιτικά εκτεθειμένων προσώπων, κρίνεται τόσο άτοπη και ασύνδετη με το περιεχόμενο των Δημοσιευμάτων, όσο και, ως απεδείχθη, ετεροχρονισμένη. Εν κατακλείδι, εκ του περιεχομένου των Δημοσιευμάτων ως ήδη ανέλυσα ανωτέρω, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι ούτε προέβησαν στην δημοσίευση ζητήματος για το οποίο οι ίδιοι είχαν καθήκον να δημοσιεύσουν ούτε ότι η δημοσίευση ήταν χρήσιμη για το αναγνωστικό κοινό. Το κατά πόσο ο Ενάγοντας καθυστερούσε να πληρώσει ένα από τα δάνειά του, έστω και όντας βουλευτής, εν τη απουσία κάποιου λόγου ο οποίος να ενδιέφερε το αναγνωστικό κοινό, δεν είναι ικανό, φρονώ, να αναχθεί, άνευ ετέρου, σε ζήτημα δημοσίου συμφέροντας. Οι Εναγόμενοι, πέραν της αόριστης αναφοράς ότι το θέμα αποτελεί παρανομία και μάλιστα σοβαρή, για κάποιον ο οποίος παρουσιάζεται ως ο μόνος έντιμος και αδιάφθορος στην κοινωνία, και να διερωτώνται εάν μπορεί ο Υπουργός Δικαιοσύνης να συλλάβει τον Ενάγοντα, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι εδραζόταν σε οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα, δεν έδωσαν στο αναγνωστικό κοινό οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, ούτε οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες με τις οποίες να πρόσθεταν στον γενικό προβληματισμό επί κάποιου θέματος που θα εμπεριείχε τα ελάχιστα δεδομένα για να ανήκει στη δημόσια σφαίρα και τον δημόσιο διάλογο. Αδιαμφισβήτητα, ο Ενάγων ήταν δημόσιο πρόσωπο και εισερχόμενος στο δημόσιο βίο θα έπρεπε να ήταν ανεκτικός σε σκληρή κριτική, ειδικότερα από τον τύπο. Παρά ταύτα, δεν καταδείχθηκε ότι τα επίδικα Δημοσιεύματα αναφέρονταν στη δημόσια ζωή του Ενάγοντα ή στη δραστηριότητά του στο χώρο της πολιτικής ή θα μπορούσαν ενδεχομένως να σχετίζονται με αυτή. Αντ' αυτού επικεντρώθηκαν στην ανάδειξη της οικονομικής του εκκρεμότητας χωρίς να επιδειχθεί ο ελάχιστος προβληματισμός αναφορικά με το λόγο ύπαρξής της και επεκτάθηκαν, ως διαφάνηκε στο Δικαστήριο, άνευ ελάχιστου πραγματικού ερείσματος, στην απόδοση παρανομίας συνοδευόμενης με υπονοούμενα περί ύπαρξης ανηθικότητας, ανεντιμότητας και διαφθοράς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ούτε η υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου μπορεί να επιτύχει. Γ. Απαίτηση στη βάση του Νόμου 138(Ι)/2001 Στη βάση του Άρθρου 17 του Νόμου δικαίωμα σε αποζημιώσεις έχει πρόσωπο το οποίο έχει υποστεί ζημιά λόγω παράβασης των προνοιών του. Δηλαδή προκειμένου να δικαιούται σε αποζημιώσεις ο ενάγων που τις διεκδικεί θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά. Στην υπό κρίση περίπτωση ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπέστη ζημιά από την άνευ δικαιώματος επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων. Η κατάληξη της Απόφασης του Επιτρόπου Τεκμήριο 6, παρά το ότι εντοπίζει παράβαση, δεν μπορεί ν' αποτελέσει στοιχείο απόδειξης ζημιάς ένεκα της παράβασης. 9. Συμπεράσματα και κατάληξη Δικαστηρίου Έχοντας προβεί στην πιο πάνω ανάλυση καταλήγω ότι, στο βαθμό που ανέφερα ανωτέρω τα Δημοσιεύματα Α και Β που δημοσιεύθηκαν υπό των Εναγόμενων στην εφημερίδα «Χαραυγή» κατά τις 7.10.2013 και 8.10.2013 αντίστοιχα και τα οποία αφορούσαν τον Ενάγοντα, ήταν πράγματι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα και έχοντας απορρίψει τις εγειρόμενες υπερασπίσεις, η Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 πρέπει να πετύχει και επιτυγχάνει. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα στην γραπτή του αγόρευση εισηγήθηκε την απόρριψη της Αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2, λόγω του ότι κατά τον ίδιο, δεν στοιχειοθετήθηκε μέσω της μαρτυρίας η γνώση της αναφορικά με τα Δημοσιεύματα. Εκ των δικογράφων ήταν παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η αρχισυντάκτης της «Χαραυγής». Στη σελίδα 24 του συγγράμματος «Η Δυσφήμιση στο Κυπριακό & Ευρωπαϊκό Δίκαιο» του Π.Γ. Πολυβίου
(2019), εντοπίζεται υπό τον τίτλο «Ευθύνη για Δημοσίευση» το εξής κείμενο: «. στην περίπτωση δημοσίευσης σε εφημερίδα ή σε κάποιο περιοδικό ή βιβλίο, ευθύνη έχουν ο συγγραφέας του κειμένου ή άρθρου, ο εκδότης του εντύπου . καθώς και οι ιδιοκτήτες και εκτυπωτές αυτού. Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει εγκρίνει ή επικυρώσει το επίδικο δημοσίευμα έχει επίσης ευθύνη για τα όσα αναφέρονται σε αυτό». Στην υπό κρίση περίπτωση, πράγματι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το επίπεδο εμπλοκής ή γνώσης της Εναγόμενης 2 στις εν λόγω δημοσιεύσεις ή εάν, εκ της θέσεως της, είχε την ευκαιρία ή και την ευχέρεια να τις αποτρέψει και δεν το έπραξε. Εν όψει των πιο πάνω η Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται. Η απαίτηση στη βάση της εκ μέρους των Εναγόμενων παραβίασης του Νόμου 138(Ι)/2001 αποτυγχάνει και απορρίπτεται, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο Ενάγοντας υπέστη ζημιά ένεκα της εν λόγω παραβίασης. Προχωρώ να εξετάσω το ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1, λαμβάνοντας υπόψη μου γεγονότα σε ευθυγράμμιση με τα ευρήματά μου ως ανωτέρω καταγράφονται, αλλά και με τις σχετικές Νομολογιακές αρχές σύμφωνα με τις οποίες οι γενικές αποζημιώσεις στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του[11]. Σχετικοί παράγοντες για τον υπολογισμό έχουν αναγνωριστεί, όταν η δυσφήμιση έγινε υπό μορφή επανάληψης, εάν έγινε αναφορά στην πηγή και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της, ενώ επιβαρυντικοί παράγοντες είναι ο τρόπος και μεγάλη έκταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του Εναγόμενου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας και η πρόκληση ειδικής ζημιάς[12]. Στην υπό κρίση περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Ενάγων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο βουλευτής. Οι δε Εναγόμενοι προέβησαν σε δύο διαδοχικά γραπτά δημοσιεύματα επί του επίμαχου ζητήματος, ουσιαστικά επαναλαμβάνοντας, αλλά και υπερθεματίζοντας στο δεύτερο δημοσίευμα τις δυσφημιστικές αναφορές τους. Η εφημερίδα «Χαραυγή» κυκλοφορεί παγκύπρια. Στην περίπτωση μάλιστα που αναγνώστες διάβασαν και τα δύο δημοσιεύματα κατά τους χρόνους που αντίστοιχα δημοσιεύθηκαν είναι λογικό ν' αντιλαμβάνονταν ότι, εφόσον με το πρώτο Δημοσίευμα τίθεται το υπόβαθρο της «παρανομίας» στις πράξεις ή στη συμπεριφορά του Ενάγοντα, η σύλληψή του την οποία προτρέπουν με το δεύτερο Δημοσίευμα, ενδεχομένως να ήταν δικαιολογημένη. Επίσης τα μόνα γεγονότα που αποδείχθηκαν αληθή κατά τη δίκη αφορούσαν την κατά τον ουσιώδη χρόνο δεδομένα του πιστωτικού λογαριασμού του Ενάγοντα και ότι η υπεράσπιση της αλήθειας, αναφορικά με το δυσφημιστικό μέρος του δημοσιεύματος, απέτυχε. Επίσης συνυπολογίζω ότι ο Ενάγων, μέσω των δικηγόρων του προσπάθησε να εξασφαλίσει επανόρθωση από τους Εναγόμενους την οποία δεν έλαβε. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη, συνεπεία των Δημοσιευμάτων, ειδική ζημιά και ότι, στη βάση του Τεκμηρίου 23, οι Εναγόμενοι, λίγους μήνες μετά τα Δημοσιεύματα, φιλοξένησαν δηλώσεις του Ενάγοντα στην εφημερίδα «Χαραυγή» στις οποίες εκφράστηκαν οι αυθεντικές απόψεις του σε πολιτικά ζητήματα. Μάλιστα και ως προς την επίδραση των Δημοσιευμάτων στην υπόληψη του Ενάγοντα, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Ενάγων όχι μόνο δεν απετράπη από το να υποβάλει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές, αλλά απώλεσε την έδρα για 500 ψήφους, έδρα την οποία μετέπειτα επανάκτησε και διατηρεί μέχρι και σήμερα. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι το ποσό των €12,000 ως γενικές αποζημιώσεις είναι δίκαιο να επιδικαστεί και επιδικάζεται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας όσων αφορά την Εναγόμενη 1 εταιρεία, εν όψει της επιτυχίας της Αγωγής, δεν βλέπω λόγο γιατί αυτά να μην επιδικαστούν υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου και επιδικάζω αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1. Σε σχέση με τα έξοδα που αφορούν την Εναγόμενη 2, εναντίον της οποίας η Αγωγή απορρίφθηκε, αποτέλεσε εισήγηση του δικηγόρου του Ενάγοντα όπως, εν όψει του κοινού χειρισμού της υπόθεσης με την Εναγόμενη 1 όπως δεν επιδικαστούν έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2. Πράγματι η υπόθεση για τους Εναγόμενους έτυχε κοινού χειρισμού από ένα δικηγορικό γραφείο και δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία που ν' αφορά αποκλειστικά την Εναγόμενη 2. Πέραν όμως τούτου, η επιλογή να εναχθεί η Εναγόμενη 2 καθώς και το καθήκον στοιχειοθέτησης της Αγωγής εναντίον της το έφερε, εν πρώτοις, η πλευρά του Ενάγοντα. Με την απόρριψη της Αγωγής εναντίον της, η Εναγόμενη 2 είναι επιτυχόν διάδικος σε Αγωγή στην οποία διόρισε δικηγόρο να την εκπροσωπήσει και θεωρώ ότι σε αυτή τη βάση δικαιούται σε κάποιο ποσό εξόδων. Εν όψει του προαναφερθέντος κοινού χειρισμού της υπεράσπισης της με την Εναγόμενη 1 και του γεγονότος ότι δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία που να την αφορά, επιδικάζω έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα κατά το ήμισυ. ....... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Ιωάννης Παπά ν D. Stavrinos Constructions Ltd., Πολιτική Έφεση 217/2008, απόφαση ημερομηνίας 21/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A56 [2] Βλ. Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης,
(2011)1 Α.Α.Δ. 474 [3] βλ. C & A Pelekanos Associates Limited ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 [4] βλ. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ., Πολ. Έφεση 185/2012, ημ. 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 [5] Βλ. σελ. 27 του συγγράμματος «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης», Πολύβιος Γ. Πολυβίου
(2013)[6] Βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη
(2011)1 ΑΑΔ 407 και Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ., Πολ. Έφεση 116/08, ημερομηνίας 15.3.2011 [7] Βλ. Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, σελίδα 309 [8] Βλ. Gatley (ανωτέρω), σελίδα 311 [9] Βλ. σελ. 214 του συγγράμματος «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης», Πολύβιος Γ. Πολυβίου
(2013)[10] Βλ. υποσημείωση πιο πάνω, στη σελίδα 216 [11] Βλ. Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1321 [12] Βλ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ ν. Χριστάκη (Τάκη) Φιλίππου άλλως Φαλκονέττι
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 958 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο