PJSC NATIONAL BANK "TRUST" ν. EUROBANK CYPRUS LTD κ.α., Αγωγή Αρ. 1432/2022, 7/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1432/2022 iJustice Μεταξύ: PJSC NATIONAL BANK "TRUST" Ενάγουσας και EUROBANK CYPRUS LTD κ.ά Εναγομένων --------------------------- Αιτήσεις ημερ. 15.5.2023 και 16.5.2023 για αναστολή εκτέλεσης διατάγματος 7 Νοεμβρίου 2023 Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 4, 6, 7, 8, 9, 18, 20, 22, 23, 24, 32, 33, 34 και 39 - Αιτητές: κα Β. Χάμπα για Αγγελίδης Ιωαννίδης Λεωνίδου ΔΕΠΕ, Σκορδής Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ, Πλατύ Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δημοσθένης Μ. Μαρκίδης Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη 1 καθώς και οι Εναγόμενοι 4, 6, 7, 8, 9, 18, 20, 22, 23, 24, 32, 33, 34 και 39 με διαφορετικές αλλά ταυτόσημου περιεχομένου αιτήσεις τους επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερομηνίας 2.5.2023 η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης που καταχώρισαν εναντίον της ρηθείσας απόφασης. Παρόμοιου περιεχομένου αίτηση καταχωρίστηκε και από τους Εναγόμενους 2, 3, 13, 14, 15, 16, 17, 29, 31, 40 και 41, η οποία όμως δεν οδηγήθηκε σε ακρόαση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν από κοινού ότι θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα των Αιτήσεων ημερομηνίας 15.5.2023 και 16.6.2023. Αποτελεί κοινό τόπο ότι κατά την 2.5.2023 εκδόθηκαν, στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης, διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, περαιτέρω δε οριστικοποιήθηκε διάταγμα με το οποίο τους απαγορεύετο να καταστρέψουν ή και αλλοιώσουν τα έγγραφα των οποίων ζητείτο η αποκάλυψη. Η Αίτηση της Εναγόμενης 1 υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Πετάση, που είναι ο επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Υπηρεσιών της Εναγόμενης 1. Σ' αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με την προβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο απέδωσε στην Ενάγουσα όλες τις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της. Λόγω της ιδιομορφίας των αγωγών τύπου Norwich Pharmacal, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 συμμορφωθεί με το εναντίον της εκδοθέν διάταγμα δεν θα υπάρχει πλέον επίδικο θέμα εκδίκασης στην αγωγή, η οποία αναμένεται ότι θα διακοπεί μετά τη συμμόρφωση με το διάταγμα. Αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται σε όλες τις αγωγές αυτού του τύπου, καθότι δεν υπάρχει λόγος μετά την αποκάλυψη να προωθηθεί η αγωγή. Συνακόλουθα, εάν η Εναγόμενη 1 συμμορφωθεί με το διάταγμα, τόσο η αγωγή όσο και η έφεση θα καταστούν μάταιες. Ειδικότερα, όταν αποσυρθεί η αγωγή, δεν θα υπάρχει ουσιαστικό θέμα εκδίκασης για το Εφετείο, το οποίο θα αρνηθεί να εκδικάσει επί ματαίω. Εάν το αίτημα αναστολής δεν γίνει αποδεκτό και η έφεση της Εναγόμενης 1 πετύχει, το αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος δε θα μπορεί να ανατραπεί, ακόμα και στην περίπτωση που το Εφετείο αποφασίσει ότι εκδόθηκε παράνομα, αφού η Ενάγουσα θα έχει ήδη χρησιμοποιήσει τα δεδομένα που θα αποκαλυφθούν στη Ρωσική Ομοσπονδία ή σε άλλες χώρες και θα είναι αδύνατη η ανάκτηση, διαγραφή και καταστροφή των δεδομένων αυτών από το εξωτερικό. Τυχόν αναστολή του διατάγματος θα καθυστερήσει απλά τη συμμόρφωση μέχρι την εκδίκαση της έφεσης και η Ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Η Αίτηση των Εναγομένων 4, 6, 7, 8, 9, 18, 20, 22, 23, 24, 32, 33, 34 και 39 υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Ρότσα, η οποία είναι διευθύντρια και γραμματέας της Εναγομένης 9. Σ' αυτήν αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Είναι πολύ σημαντικό η προσβαλλόμενη απόφαση να ανασταλεί εκκρεμούσης της έφεσης, οι δε Εναγόμενοι να μην προχωρήσουν στις αιτούμενες αποκαλύψεις σε αυτά τα στενά χρονικά περιθώρια, χάνοντας με αυτό τον τρόπο το συνταγματικό τους δικαίωμα να προσέλθουν και να εκδικαστούν στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας. Εάν αφεθεί να προχωρήσει η διαδικασία αποκάλυψης μέχρι την ακρόαση της έφεσης, η κατάσταση στην οποία θα τεθούν οι Εναγόμενοι δεν θα μπορεί να ανατραπεί. Περαιτέρω, καμιά ζημιά θα προκληθεί στην Ενάγουσα ή σε οποιοδήποτε τρίτο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από την τυχόν απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, σε αντίθεση με τη ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι καθώς και οι συνεργάτες, πελάτες και εκπροσωπούμενοι από αυτούς. Οι Εναγόμενοι βρίσκονται σε κίνδυνο να απωλέσουν για πάντα εμπιστευτικά έγγραφα συνεργατών, πελατών και εκπροσωπουμένων τους, ως επακόλουθο δε να μην μπορούν να αποκατασταθούν τα δικαιώματα τους σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ΕΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η Ενάγουσα εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία. Με δύο ξεχωριστές, αλλά πανομοιότυπου περιεχομένου Ειδοποιήσεις για Πρόθεση Ένστασης προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 2. Οι Αιτητές δεν επεξηγούν τους λόγους για τους οποίους η έφεση τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. 3. Οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν πως σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης τους θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. 4. Οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 5. Οι Αιτήσεις είναι κακόπιστες και ή αποσκοπούν στην περαιτέρω καθυστέρηση της συμμόρφωσης των Αιτητών με το Ενδιάμεσο Διάταγμα. 6. Οι εφέσεις των Αιτητών δεν έχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας και ή οι επικαλούμενοι από τους Αιτητές λόγοι έφεσης είναι αβάσιμοι. 7. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Ενάγουσα θα αποστερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας της στην έκδοση του Ενδιάμεσου Διατάγματος και ή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και όχι απλή καθυστέρηση στη λήψη των πληροφοριών που πρέπει να αποκαλυφθούν. 8. Δεν υπάρχει ικανοποιητική ασφάλεια ή και εγγύηση που να μπορούν να δώσουν οι Αιτητές σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για να καλυφθεί η ζημιά την οποία θα υποστεί η Ενάγουσα. Αμφότερες οι Ειδοποιήσεις για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζονται από Ένορκη Δήλωση την οποία ομνύει ο κ. Βασιλείου, συνεργαζόμενος δικηγόρος με το Δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Σ' αυτές αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα είναι αυτή που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εγερθούν ζητήματα παραγραφής και τα αγώγιμα δικαιώματα της Ενάγουσας να παραγραφούν μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Σε τέτοια περίπτωση η ζημιά που θα προκληθεί θα ανέρχεται σε δισεκατομμύρια δολάρια χωρίς δυνατότητα αντιστροφής της. Μπορεί να μην έχουν παραγραφεί ακόμη τα αγώγιμα δικαιώματα της Ενάγουσας, όμως όσο υπάρχει καθυστέρηση τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες παραγραφής. Σύμφωνα δε με νομική γνωμάτευση Ρώσου εμπειρογνώμονα (Τεκμήριο 2 της Ενόρκου Δηλώσεως του) το αστικό αγώγιμο δικαίωμα παραγράφεται τρία χρόνια από τη μέρα που ο ενάγων έμαθε ή έπρεπε να γνωρίζει (
- i)για την παραβίαση των δικαιωμάτων του, (
- ii)ποιος ήταν κατάλληλος Εναγόμενος για να κινήσει αγωγή για την προστασία των δικαιωμάτων του. Σε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 1, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ο κ. Πετάσης αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Περί τις αρχές Ιουλίου 2023 περιήλθαν εις γνώση τους διάφορα δημοσιεύματα μέσω διεθνών ιστοσελίδων, με ημερομηνίες δημοσίευσης τους τις αρχές Μαΐου 2023, ότι η Ενάγουσα έχει ήδη εγείρει και προωθήσει δικαστικές διαδικασίες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως τα BVI) αναφορικά με τα εν θέματι αγώγιμα δικαιώματα της και την ισχυριζόμενη δόλια συνομωσία εναντίον της Rost Bank, αξιώνοντας αποζημιώσεις πέραν του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων εναντίον σωρείας Εναγομένων. Ως διαφαίνεται από το δημοσίευμα της Offshore Alert ημερομηνίας 4.5.2023, οι δικαστικές διαδικασίες στα BVI ηγέρθηκαν, μεταξύ άλλων, εναντίον των εταιρειών που παρουσιάζονται ως προτιθέμενοι εναγόμενοι στην Ένορκη Δήλωση του κ. Popkov. που υποστήριζε την Ενδιάμεση Αίτηση για έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι από προτιθέμενοι Εναγόμενοι έχουν πλέον καταστεί ουσιαστικοί Εναγόμενοι στις διαδικασίες μέσω των οποίων η Ενάγουσα επέλεξε να προωθήσει τα αγώγιμα δικαιώματα της. Επίσης σύμφωνα με τα ανωτέρω δημοσιεύματα, η ίδια η Ενάγουσα προβαίνει σε συγκεκριμένες δηλώσεις και παραστάσεις ότι έχει στην κατοχή της εκτενή και επαρκώς τεκμηριωμένη μαρτυρία προς υποστήριξη των αξιώσεων της στα BVI. Στην απαντητική Ένορκη Δήλωση που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας, ο κ. Βασιλείου αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι διαδικασίες στα BVI έχουν ξεκινήσει εναντίον συγκεκριμένων αδικοπραγούντων μόνο και όχι εναντίον όλων όσων εμπλέκονται στη δόλια συνωμοσία. Και αυτό επειδή καταβάλλεται ακόμη προσπάθεια εντοπισμού και ταυτοποίησης ορισμένων αδικοπραγούντων για τους οποίους δεν υπάρχουν πληροφορίες που να αποκαλύπτουν τις ταυτότητες τους, λόγω του ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει μέχρι σήμερα προβεί σε αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τους προαναφερόμενους αδικοπραγούντες. Επιπρόσθετα, υπάρχουν αδικοπραγούντες για τους οποίους, ενώ υπάρχουν σοβαρές υποψίες για την εμπλοκή τους, η αποκάλυψη η οποία διατάχθηκε από το Δικαστήριο με το Ενδιάμεση Διάταγμα ημερομηνίας 2.5.2023, είναι αναγκαία για να μπορεί να δικογραφηθεί υπόθεση εναντίον τους. Η καθυστέρηση που θα επιφέρει η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, θα είναι καθοριστικής σημασίας, εφόσον με το πέρας του χρόνου, μεγαλώνει όλο και περισσότερο ο κίνδυνος παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων της Ενάγουσας, ιδίως εναντίον όσων έχουν ήδη αναγνωριστεί αλλά δεν είναι δυνατή η πλήρης δικογράφηση αξιώσεων εναντίον τους. Σύμφωνα με νομική γνωμάτευση των νομικών συμβούλων της Ενάγουσας στα BVI (Τεκμήριο 3 της Ενόρκου Δηλώσεως), η Ενάγουσα ξεκίνησε περί τα μέσα του 2022 διάφορες διαδικασίες για αποκάλυψη στα BVI, στις οποίες είχε επίσης πετύχει. Περί τα μέσα του 2023 αποφάσισε, εφόσον τα χρονικά όρια στένευαν, να εκδώσει το έντυπο απαίτησης στις εν λόγω διαδικασίες, χωρίς ωστόσο να εκδώσει την Έκθεση Απαίτησης, κατόπιν άδειας που έλαβε από το Δικαστήριο. Η προθεσμία που καθόρισε το Δικαστήριο για δικογράφηση της απαίτησης της Ενάγουσας τελειώνει στις 10.8.2023. Σύμφωνα με τη Διαταγή 2.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του Ανατολικού Καραϊβικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έκθεση απαίτησης μπορεί να τροποποιηθεί μόνο μια φορά χωρίς να απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου, τέτοια δε τροποποίηση μπορεί να λάβει χώρα μόνο πριν την ημερομηνία που είναι ορισμένη η υπόθεση. Η περίοδος παραγραφής για απαιτήσεις από αδικοπραξίες στα BVI είναι έξι χρόνια, ενώ σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται απάτη, η περίοδος ξεκινά να μετρά από τη μέρα που ανακαλύπτεται η απάτη. Στην προκείμενη περίπτωση, το ζήτημα της παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων, προκύπτει από το γεγονός ότι με την επίδοση της απαίτησης στους Εναγόμενους, ενδεχομένως να εγερθούν αμφισβητήσεις ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα BVI. Σε περίπτωση που τέτοιες αμφισβητήσεις πετύχουν, και θεωρηθεί ότι η ακρόαση της υπόθεσης πρέπει να διεξαχθεί από Δικαστήριο άλλης δικαιοδοσίας, όπως για παράδειγμα στη Ρωσία, αμέσως προκύπτει σοβαρό ζήτημα παραγραφής, εφόσον η περίοδος παραγραφής στη Ρωσία περιορίζεται στα τρία χρόνια σε σχέση με απαιτήσεις όπως στην παρούσα. Ακόμα και αν έχει ήδη καταχωρηθεί αγωγή στα BVI, είναι αναγκαίο για σκοπούς σωστής δικογράφησης της υπόθεσης καθώς και στοιχειοθέτησης της να γίνει άμεσα η αποκάλυψη των απαραίτητων πληροφοριών όσον αφορά τους αδικοπραγούντες των οποίων οι ταυτότητες καθώς και το μέτρο ανάμειξης τους στην αδικοπραξία θα πρέπει να επιβεβαιωθούν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αμφότερες οι αιτήσεις στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ.2, 18 - 19, Δ.40 θ.11 και Δ.48 θ.θ. 1 - 9. Η Δ.35, θ. 18 προνοεί τα ακόλουθα: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτέλεσης, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και, δεύτερον, της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρισμα (Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. C. Nicolaides & A. Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1E Α.Α.Δ. 592 και ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν Κιταλίδη και Άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287). Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου ν. Δήμου Γεροσκήπου Πολ. Έφεση Αρ. 28/2022, ημερ. 1.2.2023 υιοθετείται το ακόλουθο απόσπασμα από την Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου ν Δημητράκης Γ. Συκοπετρίτης Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε214/19, ημερ. 29.9.21: «[...] Αναφορικώς προς τις αρχές που περιστοιχίζουν τη χορήγηση αναστολής σε εκκρεμούσα έφεση - με ειδικότερη αναφορά στην Δ.35 θ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - είχαμε την ευκαιρία στην Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ ν. Φωτίου, ΠΕ 269/20, ημ. 16.7.21, να υπενθυμίσουμε πως η υπό αναφοράν δικονομική διάταξη ομιλεί ρητώς για το ότι η έφεση δεν επενεργεί προς αναστολήν εκτέλεσης εφεσιβαλλόμενης απόφασης παρά μόνον στον βαθμό που το Εφετείο δύναται να διατάξει. Επομένως, παραλλήλως προς τη γενική αυτή αρχή (που προβλέπει για τη διασφάλιση του τελεσίδικου χαρακτήρα υπό έφεσιν απόφασης), το Εφετείο έχει διακριτική εξουσία να διατάζει αναστολή απόφασης. Είπαμε, πως από τη διατύπωση της Δ.35 θ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν ορίζονται συγκεκριμένως κριτήρια για άσκηση της παρεχόμενης δικαιοδοσίας και ότι, ένεκα τούτου, το Εφετείο διατηρεί δυνητικώς ευρεία διακριτική ευχέρεια να διατάζει αναστολή υπό το φως της ανάγκης για διασφάλιση, συγχρόνως, της προαναφερθείσας αρχής. Στο πλαίσιο τούτο, αναγνωρίζεται πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και να ζυγιάζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος άσκησης έφεσης από τον αποτυχόντα διάδικο κατά της πρωτόδικης απόφασης, με κατά νουν ότι η έφεση σε περίπτωση επιτυχίας δεν πρέπει να καθίσταται ατελέσφορη. Υπό αυτό το πρίσμα, επισημάναμε προσέτι πως αιτήσεις αυτού του είδους κρίνονται στα ιδιαίτερα περιστατικά τους με στόχευση την απόδοση δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων και πως στα συνυπολογιζόμενα στοιχεία είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο διάδικο μέρος, αν το Δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. Τέλος, υπογραμμίσαμε ότι η πιθανότητα ο εφεσίβλητος (εξ αποφάσεως πιστωτής) να μη δύναται σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης να επιστρέψει το εξ αποφάσεως ποσό (αν τούτο καταβλήθηκε), μπορεί να κριθεί ως ικανός λόγος, πάντα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης, για έγκριση αιτήματος αναστολής υπό όρους, οι οποίοι, ουσιαστικώς, πρέπει να διασφαλίζουν τα δικαιώματα όλων των πλευρών (βλ. επίσης, Πεύκου και Άλλης ν. Ιερός Ναός Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, ΠΕ 137/19, ημ. 8.7.21, Ξενοφώντος και Άλλων ν Δημητρίου, ΠΕ 91/20, ημ. 20.7.21, Χ" Ιωάννου ν Gordian Holdings Limited, ΠΕ 273/19, ημ. 8.9.20, Charalambous v. C Nicolaides and A Neophytou Co
(1985)1 CLR 737, 740-741) [.]». Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι ασκηθείσες από τους Εναγόμενους εφέσεις στρέφονται κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.5.2023 με την οποία εκδόθηκαν εναντίον τους διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Όπως προκύπτει από την επί του θέματος νομολογία, ειδικότερα δε από τις υποθέσεις Penderhil Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκινά κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921 και Oneword Limited v. OJSC Bank of Moscow
(2016)1 A.A.Δ. 263, και στις περιπτώσεις που η αναστολή εκτέλεσης αφορά διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, εφαρμόζονταιοι ίδιες νομικές αρχές που εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αναστολής εκτέλεσης διαφορετικής φύσης διαταγμάτων. Αξίζει να αναφερθεί ότι αμφότερες οι ως άνω υποθέσεις αφορούσαν αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων του τύπου Norwich Pharmacal. Θεωρώ δε πολύ διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα από την Penderhil (ανωτέρω) το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Από τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω προκύπτει ότι τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης παίζουν ουσιαστικό ρόλο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Αφού συνεκτιμήσαμε όλους τους σχετικούς παράγοντες έχουμε καταλήξει ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της έγκρισης των αιτήσεων για τους εξής λόγους: Με την έγκριση απλώς θα προκληθεί κάποιου βαθμού καθυστέρηση στην εξασφάλιση των πληροφοριών και εγγράφων που οι αιτητές/εναγόμενοι διατάχθηκαν να δώσουν στον εφεσίβλητο για σκοπούς εντοπισμού όλων των αδικοπραγήσαντων για προώθηση της αγωγής του στην Κύπρο και την Ελλάδα. Aν από την άλλη οι αιτήσεις απορριφθούν και οι αιτητές υποχρεωθούν (γιατί διαφορετικά θα βρίσκονται σε παρακοή διατάγματος), να δώσουν τα στοιχεία που διατάχθηκαν, τότε τυχόν επιτυχία των εφέσεων τους θα είναι άνευ αντικειμένου.» Το αμέσως πιο πάνω απόσπασμα αναφέρεται και στην μεταγενέστερη υπόθεση Oneword (ανωτέρω), στην οποία παρατίθεται και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ιρλανδίας Megaleasing UK Ltd a.o ν. Vincent Barrett a.o [1992] 1 IR 219: "If the order stands without any stay of execution, then the compliance by the defendants with its provisions will end that case as a reality. Any further proceedings in it by way of appeal or otherwise will be a moot as the determination of the notice of motion in favour of the plaintiffs determines the action. On the other hand, it is said that there is urgency in the compliance with the order because of the need to pursue the defendants and, perhaps others, so as to recover the money. Such an argument presupposes success on all fronts for the plaintiffs. Granting a stay of execution on the order of the High Court does no more than allow for the possibility of the appeal being successful on the procedural issue. I am quite satisfied that the interests of justice demand that such a stay should be granted and I would order accordingly." Στην προκείμενη περίπτωση, η βασική θέση των Εναγομένων εστιάζεται στο ότι σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή, η έφεση την οποία άσκησαν κατά της απόφασης για έκδοση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal θα παραμείνει άνευ αντικειμένου και στην ουσία θα εξουδετερωθεί. Ειδικότερα, η Εναγόμενη 1 διατείνεται, μέσω της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της, ότι εφόσον αναγκαστεί να προβεί στις αιτούμενες αποκαλύψεις, η Ενάγουσα θα έχει λάβει κατοχή των πληροφοριών και δεδομένων τα οποία θα έχει ήδη χρησιμοποιήσει σε διαδικασίες στην αλλοδαπή, όπως της επιτρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, σε τέτοια δε περίπτωση θα είναι αδύνατη η ανάκτηση, διαγραφή και καταστροφή των δεδομένων αυτών σε οποιοδήποτε κατοπινό στάδιο. Προβάλλει ακόμα, μέσω της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Πετάση ότι, εφόσον υπάρξει συμμόρφωση με τα εκδοθέντα διατάγματα, η αγωγή της Ενάγουσας αναμένεται ότι θα διακοπή, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση στην ουσία παραχωρήθηκαν όλες οι θεραπείες, οι οποίες αξιώνονται με την αγωγή. Σε τέτοια περίπτωση δεν θα υπάρχει ουσιαστικό θέμα εκδίκασης για το Εφετείο, το οποίο θα αρνηθεί να εκδικάσει επί ματαίω. Είμαι της άποψης ότι οι ως άνω φόβοι των Εναγομένων είναι απόλυτα δικαιολογημένοι. Σε περίπτωση που το αίτημα αναστολής δεν γίνει αποδεκτό και αναγκαστούν να συμμορφωθούν με τα εκδοθέντα διατάγματα, η τυχόν επιτυχία των εφέσεων τους, σε περίπτωση που αυτές τελικά προχωρήσουν σε ακρόαση, θα καταστεί γράμμα κενό, αφού θα έχουν ήδη προβεί στις αποκαλύψεις και τα αποκαλυφθέντα δεδομένα θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την Ενάγουσα σε νομικές διαδικασίες που πολύ πιθανόν να εγείρει. Είναι λοιπόν φανερό ότι σε τέτοια περίπτωση η ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι κάθε άλλο παρά αναστρέψιμη θα είναι. Η Ενάγουσα από πλευράς της υποστηρίζει, μέσω της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της, ότι σε περίπτωση που οι εφέσεις επιτύχουν, ακόμα και αν χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες που θα αποκαλυφθούν από τους Εναγόμενους, μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιστραφούν, καταστραφούν και να σταματήσει η οποιαδήποτε περαιτέρω χρήση τους, αφού δεν θα χρησιμοποιηθούν ανεξέλεκτα και οι Εναγόμενοι θα γνωρίζουν επακριβώς σε ποιες διαδικασίες θα χρησιμοποιούνται, θα μπορούν δε και οι ίδιοι να αποκαλύψουν την απαγόρευση χρήσης τέτοιων πληροφοριών. Πρωτίστως θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το ζήτημα αυτό ουδόλως εγείρεται με τους λόγους ένστασης της Ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο (Σοφοκλέους ν Ταβελούδη κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ. 92). Εν πάση όμως περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την ως άνω θέση της Ενάγουσας. Από τη στιγμή που οι πληροφορίες και δεδομένα που θα αποκαλυφθούν, περιέλθουν στην κατοχή της Ενάγουσας και χρησιμοποιηθούν σε οποιαδήποτε διαδικασία, είναι άξιο απορίας πώς θα μπορούν να ανατραπούν οι οποιεσδήποτε επιβλαβείς συνέπειες από τη χρήση τους. Είναι λοιπόν φανερό ότι, ακόμα και αν διαταχθεί η επιστροφή, καταστροφή, ή απαγορευθεί η περαιτέρω χρήση τους, η ζημιά η οποία τυχόν προκληθεί στους Εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας των εφέσεων τους, δυνατό να μην μπορεί να αποκατασταθεί. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν, μέσω της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Πετάση και της κας Ρότσα αντίστοιχα, ότι οι ασκηθείσες εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης εφέσεις τους, έχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας, κάτι το οποίο θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της αποδοχής του αιτήματος τους για αναστολή. Όπως διαφαίνεται από το παρουσιαζόμενο με τις υπό αναφορά ενόρκους δηλώσεις εφετήριο, οι Εναγόμενοι εγείρουν, μεταξύ άλλων λόγων έφεσης, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση ρητών προνοιών του Κανονισμού 2016/679 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, όπως επίσης και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα Νόμου
(125)(I)/2018), διέταξε την αποκάλυψη και διαβίβαση προσωπικών δεδομένων στη Ρωσική Ομοσπονδία. Όπως είναι νομολογημένο, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επιτυχία της αίτησης αναστολής, αλλά συνεκτιμάται με τους υπόλοιπους λόγους. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα για την επιτυχία της έφεσης ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω)). Στην προκείμενη περίπτωση αναμφισβήτητα δεν θα μπορούσε να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία των εφέσεων των Εναγομένων. Από την άλλη όμως δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η πιθανότητα επιτυχίας τους, καθότι οι λόγοι που τις στηρίζουν, όπως εκτίθενται στα σχετικά εφετήρια, δεν θα μπορούσαν να κριθούν ως αβάσιμοι. Είναι λοιπόν φανερό ότι το δεδομένο αυτό μπορεί να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο μαζί με τους άλλους παράγοντες, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Το βασικό επιχείρημα της Ενάγουσας εναντίον της χορήγησης της αιτούμενης αναστολής είναι το ότι, ως ισχυρίζεται, με την καθυστέρηση που θα προκληθεί μέχρι την εκδίκαση των εφέσεων, τίθεται σοβαρός κίνδυνος παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων της, κάτι το οποίο, εφόσον επισυμβεί, θα της προκαλέσει μη αναστρέψιμη ζημιά. Προς επίρρωση δε της ως άνω θέσης της επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Βασιλείου νομική γνωμάτευση από Ρώσο εμπειρογνώμονα (Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης), σύμφωνα με την οποία η περίοδος παραγραφής για τα αστικά αδικήματα, με βάση το Ρωσικό Δίκαιο, είναι τρία χρόνια από την μέρα που ο Ενάγοντας έμαθε ή θα έπρεπε να γνωρίζει (α) για την παραβίαση των δικαιωμάτων του και (β) ποιος ήταν κατάλληλος εναγόμενος για να εγείρει εναντίον του αγωγή. Μετά όμως από την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης μαρτυρίας εκ μέρους της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα αποκάλυψε, μέσω της απαντητικής Ένορκης Δήλωσης του κ. Βασιλείου, ότι έχει ξεκινήσει δικαστικές διαδικασίες στα BVI, όχι όμως εναντίον όλων όσων εμπλέκονται στη δόλια συνωμοσία, για το λόγο ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει μέχρι σήμερα προβεί σε αποκάλυψη πληροφορικών, με αποτέλεσμα να γίνεται ακόμη προσπάθεια εντοπισμού και ταυτοποίησης ορισμένων αδικοπραγούντων. Προβάλλεται επίσης μέσω της απαντητικής ενόρκου δηλώσεως του κ. Βασιλείου ότι περί τα μέσα του 2023 η Ενάγουσα αποφάσισε να εκδώσει το έντυπο απαίτησης στις διαδικασίες που ήγειρε στα BVI εναντίον των συγκεκριμένων Εναγομένων, χωρίς ωστόσο να εκδώσει την Έκθεση Απαίτησης, αφού ακόμη δεν έχει συλλέξει τις απαιτούμενες και απαραίτητες πληροφορίες εναντίον τους. Η προθεσμία δε την οποία καθόρισε το Δικαστήριο για δικογράφηση της απαίτησης της Ενάγουσας τελειώνει στις 10.8.2023, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, μετά την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης, εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Προς επίρρωση δε των ως άνω θέσεων παρουσιάζεται νέα νομική γνωμάτευση των νομικών συμβούλων της Ενάγουσας στα BVI (Τεκμήριο 3 της απαντητικής Ένορκης Δήλωσης του κ.Βασιλείου). Όπως διαφαίνεται από την εν λόγω νομική γνωμάτευση, η περίοδος παραγραφής στα BVI για οποιεσδήποτε αξιώσεις απορρέουσες από αστικό αδίκημα είναι έξι χρόνια. Ειδικότερα, όσον αφορά το αδίκημα του δόλου (fraud) ο χρόνος παραγραφής ξεκινά από την ημερομηνία της πραγματικής αποκάλυψης του δόλου. Αναφέρεται δε ξεκάθαρα στην εν λόγω γνωμάτευση ότι η Ενάγουσα δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε άμεσο πρόβλημα παραγραφής στα BVI, ακόμα και στην περίπτωση που η αξίωση της στηρίζεται στο Ρωσικό Δίκαιο. Καθίσταται φανερό ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων της Ενάγουσας στα BVI, όπως φαίνεται από τη νομική γνωμάτευση που η ίδια παρουσίασε. Προβάλλεται όμως από τον κ. Βασιλείου ότι με την επίδοση της απαίτησης στους Εναγόμενους ενδεχομένως να εγερθούν αμφισβητήσεις ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα BVI, σε περίπτωση δε που τέτοιες αμφισβητήσεις πετύχουν και θεωρηθεί ότι η ακρόαση της υπόθεσης θα πρέπει να διεξαχθεί σε Δικαστήριο άλλης χώρας, όπως για παράδειγμα της Ρωσίας, προκύπτει αμέσως σοβαρό ζήτημα παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων της Ενάγουσας, εφόσον η περίοδος παραγραφής με βάση το Ρωσικό Δίκαιο περιορίζεται στα τρία χρόνια. Όπως έχει διαφανεί με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, η Ενάγουσα ήταν αυτή που επέλεξε ως κατάλληλο forum (forum convenience) τα Δικαστήρια των BVI για να εγείρει την αξίωση της. Εάν θεωρούσε ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επιτυχούς αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων των BVI από τους Εναγόμενους, θα μπορούσε πολύ απλά να επιλέξει τα Δικαστήρια της κατάλληλης χώρας, για να εγείρει τις αξιώσεις της. Είναι πράγματι άξιο απορίας γιατί επέλεξε τα Δικαστήρια των BVI και όχι άλλης χώρας από τη στιγμή που η δικαιοδοσία τους, όπως διατείνεται, μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Από τη στιγμή που η ίδια επέλεξε τα Δικαστήρια των BVI, δεν μπορεί να αμύνεται προβάλλοντας ως ασπίδα το ότι υπάρχει πιθανότητα οι αξιώσεις της να απορριφθούν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων των BVI. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κ. Βασιλείου ότι οι αιτούμενες αποκαλύψεις είναι αναγκαίες ώστε να μπορεί η Ενάγουσα να καταχωρίσει την Έκθεση Απαίτησης της, είναι άξιο απορίας γιατί η Ενάγουσα αποφάσισε να ξεκινήσει την ως άνω διαδικασία στα BVI, από τη στιγμή που δεν είχε στην κατοχή της όλες τις απαιτούμενες και απαραίτητες πληροφορίες και παρά το ότι δεν τίθετο ζήτημα παραγραφής της αξίωσης της με βάση το δίκαιο των BVI. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το οποίο εισηγείται η παρουσιασθείσα εκ μέρους της Ενάγουσας γνωμάτευση είναι ότι δεν είναι ακατόρθωτη η λήψη αδείας για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μετά την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης. Απλά θα συνεπάγεται την επιβάρυνση εξόδων για την Ενάγουσα. Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η όποια καθυστέρηση ήθελε προκληθεί από την χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης δεν θα προκαλέσει στην Ενάγουσα τέτοια ζημιά η οποία δεν θα είναι αναστρέψιμη, σε αντίθεση με τη ζημιά που θα προκληθεί στους Εναγόμενους από την άρνηση του Δικαστηρίου να χορηγήσει την αιτούμενη αναστολή. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΣΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει και να χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης προς όφελος των Εναγόντων-Αιτητών σε σχέση με τα εκδοθέντα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal μόνο. Κατ' εφαρμογή της Δ.35 θ.18[1] καθώς και των όσων νομολογήθηκαν στις υποθέσεις Penderhil και Oneword, (ανωτέρω), έκαστος των Εναγομένων-Αιτητών θα καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου εγγύηση, είτε υπό μορφή τραπεζιτικής επιταγής (banker's draft) είτε υπό μορφή εμβάσματος στον τραπεζικό λογαριασμό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για το ποσό των €30.000, προς κάλυψη οποιασδήποτε ζημιάς η οποία ήθελε προκληθεί στην Ενάγουσα λόγω της χορήγησης της αναστολής εκτέλεσης. Η ως άνω εγγύηση να κατατεθεί εντός 21 ημερών από σήμερα. Η αναστολή εκτέλεσης θα ισχύει από σήμερα και θα αίρεται για οιονδήποτε εκ των Εναγομένων-Αιτητών ο οποίος παραλείψει να συμμορφωθεί εμπρόθεσμα με την κατάθεση της εγγύησης. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος των Εναγομένων. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση των διαταγμάτων αποκάλυψης του τύπου Norwich Pharmacal τα οποία εκδόθηκαν με βάση την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.5.2023 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στις εφέσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν από τους Εναγόμενους-Αιτητές κατά της ως άνω απόφασης, υπό τον όρο ότι έκαστος Εναγόμενος-Αιτητής θα παράσχει εγγύηση όπως περιγράφεται λεπτομερώς πιο πάνω. Τα διατάγματα των οποίων αναστέλλεται η εκτέλεση είναι αυτά τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στην Τελική Κατάληξη της απόφασης ημερομηνίας 2.5.2023 εναντίον εκάστου Εναγόμενου-Αιτητή. Οποιοδήποτε άλλο εκδοθέν διάταγμα θα εξακολουθεί να ισχύει. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση, θα είναι όμως πληρωτέα αμέσως την έκδοση απόφασης στις εφέσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν από τους Εναγόμενους-Αιτητές. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής [1] An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο