← Κύπρος

EASTIC LIMITED ν. PCT PRO CONSULT LTD κ.α., Αριθμός αγωγής: 665/2023, 27/11/2023

EASTIC LIMITED ν. PCT PRO CONSULT LTD κ.α., Αριθμός αγωγής: 665/2023, 27/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 665/2023 (i-justice) Μεταξύ: EASTIC LIMITED Εναγόντων και PCT PRO CONSULT LTD

  1. ARTUR KASIMOV Εναγομένων -------------------- Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 7.4.2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.11.2023 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: GIORGOS LANDAS LLC Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ & ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1, στις 10/1/2022 συνάφθηκε γραπτή συμφωνία παροχής λογιστικών υπηρεσιών από τους δεύτερους στους πρώτους. Η συμφωνία αυτή (στο εξής «επίμαχη σύμβαση») τερματίστηκε από τους ενάγοντες με την επιστολή τους προς τους εναγόμενους 1, ημερομηνίας 25/1/
  2. Οι ενάγοντες, στις 7/4/2023 καταχώρησαν με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα την παρούσα αγωγή, εναντίον, τόσο των εναγόμενων 1 όσο και του εναγόμενου 2 που είναι και ο μόνος διευθυντής και γραμματέας τους. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν - μεταξύ άλλων - την έκδοση διαφόρων προστακτικών και απαγορευτικών διαταγμάτων, καθώς και το ποσό των €119.000, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, ως έξοδα τα οποία έχουν υποστεί για την παροχή υπηρεσιών από τους εναγόμενους και για την οποία (οι ενάγοντες) δεν έχουν λάβει οποιαδήποτε έγγραφα και/ή ολοκλήρωση εργασίας. Ζητούν ακόμη γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, συνεπεία της παράνομης κατακράτησης και/ή χρήσης των εμπιστευτικών πληροφοριών που κατέχουν οι εναγόμενοι συνεπεία της επίμαχης σύμβασης και/ή συνεπεία της προηγούμενης εργοδότησης του εναγόμενου 2 στον όμιλο εταιρειών στον οποίο ανήκουν στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι, την ίδια μέρα καταχώρησαν και την υπό κρίση μονομερή αίτηση και στο πλαίσιό της, στις 11/4/2024 εξέδωσα διάφορα απαγορευτικά διατάγματα, ως ακολούθως: Με το πρώτο, απαγορεύεται στους δυο εναγόμενους να αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο κινητή περιουσία μέχρι του ποσού των €128.
  3. Το διάταγμα μεταξύ άλλων καλύπτει και συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό των εναγόμενων
  4. Με τα υπόλοιπα διατάγματα απαγορεύεται στους δυο εναγόμενους - μεταξύ άλλων - να χρησιμοποιούν ή διαβιβάζουν ή αποκαλύπτουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία και/ή σχετικά έγγραφα ή μέσα τα οποία περιέχουν οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία αναφορικά με τους ενάγοντες και/ή με εταιρείες για τις οποίες αυτοί έχουν δικαίωμα να κατέχουν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης και/ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία ανήκει στον όμιλο εταιρειών των εναγόντων, να παραποιούν, καταστρέφουν, διαγράφουν, αποκρύπτουν, κρυπτογραφούν, προστατεύουν με κωδικούς ή αποξενώνουν οποιεσδήποτε από τις προαναφερθείσες εμπιστευτικές πληροφορίες κ.ο.κ. Τα υπόλοιπα διατάγματα είναι παρόμοια ή συναφή με τα προηγούμενα. Διευκρινιστικά να πω ότι οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων και με την αγωγή τους. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τής δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, Μύριας Πορνάρη. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 14 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος 2 και κατόπιν εξουσιοδότησης των εναγόμενων
  5. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης, η οποία ασφαλώς θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Επειδή μερικοί από αυτούς είναι δικαιοδοτικής φύσεως, θα τους επιληφθώ κατά προτεραιότητα. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποκαλύψουν το κατεπείγον έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Με τον 9ο - συναφή με τον προηγούμενο - λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ουδείς λόγος και/ή βάσιμος λόγος προβλήθηκε που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης των δυο αυτών λόγων ένστασης, ο εναγόμενος 2, στην παράγραφο 92 της ένορκης δήλωσής του που υποστηρίζει την ένσταση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Η αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. Η επιστολή τερματισμού των εναγόντων αποστάλθηκε στους εναγόμενους 1, στις 25/1/2023 και ουδείς λόγος ή βάσιμος λόγος προβλήθηκε από τους ενάγοντες που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση από 25/1/2023, αφού με βάση τους δικούς τους ισχυρισμούς, οι εναγόμενοι 1 μπορούσαν να μεταφέρουν χρήματα στο εξωτερικό, ανά πάσα στιγμή. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες προτίμησαν να περιμένουν και να προσπαθήσουν πρώτα να αναγκάσουν τους εναγόμενους 1 να διαγράψουν όλα τα αρχεία και τις αποδείξεις για την εκτελεσθείσα εργασία. Καθυστέρησαν αδικαιολόγητα πέραν των δυο μηνών μέχρι και τις 7/4/2023 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση και έρχονται τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου να ζητήσουν «την προς όφελός της έκδοσης των αιτούμενων δραστικών διαταγμάτων.» Καθώς έχει νομολογηθεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία, χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ.203). «Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω): «. θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος, αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186)». Συναφώς και με το υπό εξέταση θέμα, παραπέμπω και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014, ημερ. 13/9/2023. Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Οι εναγόμενοι, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των υπό εξέταση λόγων ένστασης, κανένα νέο ουσιαστικό στοιχείο ή γεγονός έχουν θέσει που δεν ήταν υπόψη μου, καθ' ον χρόνο επιλαμβανόμουν της αίτησης και εξέδιδα μονομερώς τα επίμαχα διατάγματα. Με αυτό δεδομένο, εάν στη βάση των γεγονότων, κατ' ακρίβεια, των κατ' ισχυρισμό γεγονότων των εναγόντων επί των οποίων βασίστηκα και εξέδωσα τα επίμαχα διατάγματα, σήμερα τα ακυρώσω είναι ως εάν να λειτουργούσα σαν Εφετείο του εαυτού μου, με εκκαλούμενη, δική μου απόφαση. Ακολουθεί ότι οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Με τον 5ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν και/ή να αποκαλύψουν πλήρως και ειλικρινά στο Δικαστήριο, όλα ή και όλα τα σχετικά και ουσιώδη με την αίτηση γεγονότα ή και αποστέρησαν από το Δικαστήριο από τη γνώση των ουσιωδών γεγονότων ή και το παραπλάνησαν, αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα για να εξασφαλίσουν την έκδοση των αμφισβητούμενων διαταγμάτων. Με τον 6ο λόγο ένστασης αποδίδεται στους ενάγοντες ότι δεν έχουν έλθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια (He who comes into equity must come with clean hands). Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω): «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος» Ομοίως και τ' ακόλουθα από τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081: «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
  1. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
  2. Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."» Τέλος παραπέμπω και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ.ά. ν. Δήμου Αγίας Νάπας
(2013)2 Α.Α.Δ. 62: «Απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποκαλύψει στο δικαστήριο όχι μόνο τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει, αλλά και οποιαδήποτε άλλα γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να γνωρίζει αν προέβαινε σε λογικές και κατάλληλες κάτω από τις περιστάσεις έρευνες και τα οποία γεγονότα θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation
(1996)1 A.A.Δ. 597, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd.
(1998)1 A.A.Δ. 1179 και Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82).» Οι παραπάνω αρχές επαναβεβαιώνονται σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited κ.ά.
(2015)1 Α.Α.Δ. 386, PHOENIX PHARMACY LIMITED κ.ά. ν. BUGAEV, Πολ. Έφ. Αρ. Ε69/2016, ημερ. 11/4/2019, LarienaInvestments Ltd κ.ά. ν. RFI Consortium Ltd, Πολ. Έφ. 164/19, ημερ. 22/1/2021 και CJSC "TV COMPANY STREAM" κ.ά. v. CONTENT UNION SA, Πολ. Έφ. Αρ. Ε34/2018, Ε35/2018, ημερ. 8/4/
  1. Και οι δυο αυτοί - συναφείς μεταξύ τους - λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό: Τα ουσιαστικά γεγονότα που επικαλούνται οι ενάγοντες για σκοπούς θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματός τους εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, επί των οποίων εδράζεται και η υπό κρίση αίτηση και κατ' επέκταση τα επίμαχα διατάγματα, σύμφωνα με την υποστηρικτική της υπό κρίση αίτησης, ένορκη δήλωση είναι τα εξής: Μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του εναγόμενου 2 από εταιρεία που έχει ως πραγματικό τελικό δικαιούχο τον Vasily Arisimov που είναι ο πραγματικός τελικός δικαιούχος και των εναγόντων, στις 10/1/2022, μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1 υπογράφτηκε η επίμαχη σύμβαση την οποία ετοίμασε ο εναγόμενος 2, καθορίζοντας μόνος του τους όρους της, την οποία απέστειλε υπογραμμένη για υπογραφή στους ενάγοντες. Βάσει προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και των αξιωματούχων των εναγόντων, αυτός θα συνέχιζε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες που παρείχε τόσα χρόνια σε όλους τους ομίλους εταιρειών που καταλήγουν στον κ. Arisimov. Πλέον συγκάλυψε τη σχέση του με τον όμιλο μέσω των εναγόμενων 1, με αποτέλεσμα και οι δυο εναγόμενοι να συνεχίσουν να κατέχουν όλα τα σχετικά - εμπιστευτικά έγγραφα υπό οποιαδήποτε μορφή (έντυπη και ηλεκτρονική) καθώς και ηλεκτρονικές συσκευές που εμπεριείχαν μεταξύ άλλων, εμπιστευτικές πληροφορίες αναφορικά με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω εταιρειών. Δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, οι επαγγελματικές υπηρεσίες που θα παρείχαν οι εναγόμενοι 1 μέσω του εναγόμενου 2, θα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση λογιστικών βιβλίων και υπηρεσίες πληρωμής. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 3 της επίμαχης σύμβασης, για τη διεκπεραίωση των εν λόγω επαγγελματικών υπηρεσιών, ο εναγόμενος 2 μέσω των εναγόμενων 1, θα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια, η πληρωμή των οποίων θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα, εντός της καθορισμένης χρονικής περιόδου που θα αναγραφόταν στα τιμολόγια. Ο εναγόμενος 2 μέσω των εναγόμενων 1 κατά τη διάρκεια του 2022 εξέδωσε προς τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων, τα τιμολόγια, ημερομηνίας 11, 15, 16, 18 και 21/3/2002 (τεκμ. 46 μέχρι 50, αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση της κυρίας Πορνάρη). Οι ενάγοντες από τις 16/3/2022 μέχρι και τις 31/3/2022 κατέβαλαν προς τους εναγόμενους 1 το συνολικό ποσό των €128.900 αναφορικά με τις εν λόγω υπηρεσίες που θεωρούσαν ότι τελευταίοι παρείχαν με επαγγελματισμό και τα επαγγελματικά πρότυπα. Ενώ τα εν λόγω ποσά κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό τους και οι δυο εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει τα απαραίτητα έγγραφα στους ενάγοντες. Δηλαδή, οι εναγόμενοι 1, ουσιαστικά δεν έχουν προσφέρει οποιαδήποτε από τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες και δεν έχουν εκπληρώσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγόμενων 1 και κατ' επέκταση, του εναγόμενου 2, οι ενάγοντες, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 25/1/2023 (τεκμ. 52 στην ένορκη δήλωση της κυρίας Πορνάρη) ενημέρωναν και τους δυο για τον τερματισμό της επίμαχης σύμβασης, λόγω της εκ μέρους τους παράβασής της. Με την ίδια επιστολή ενημέρωναν και ζητούσαν και από τους δυο εναγόμενους, όπως επιστρέψουν στα εξουσιοδοτημένα από τους ενάγοντες, άτομα, όλα τα έγγραφα, ηλεκτρονικές συσκευές, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και εμπιστευτικές πληροφορίες κ.ο.κ. Αποτελεί θέση των εναγόντων, ότι ένεκα όλων των παραπάνω γεγονότων, ουσιαστικά αναγκάστηκαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση εναντίον και των δυο εναγόμενων και να ζητούν ό,τι αξιώνουν και με τα δυο αυτά δικονομικά διαβήματά τους. Και ενώ αυτά είναι τα ουσιώδη γεγονότα που είχαν θέσει υπόψη μου οι ενάγοντες, τα οποία συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους - η οποία εδράζεται στην επίμαχη σύμβαση - και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον και των δυο εναγόμενων, με αιτία αγωγής, την κατ' ισχυρισμό τους, παράβαση της επίμαχης σύμβασης από τους εναγόμενους, στους οποίους αποδίδουν ότι ενώ πληρώθηκαν από αυτούς τα διάφορα ποσά σύμφωνα με τα παραπάνω τιμολόγια που είχαν εκδώσει, εντούτοις δεν τους προσέφεραν τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους, αυτοί παρέλειψαν να θέσουν υπόψη μου ή να επισύρουν την προσοχή μου στα ακόλουθα, εξίσου ουσιώδη - αν όχι πιο ουσιώδη - γεγονότα, τα οποία έθεσαν υπόψη μου ή επέσυραν την προσοχή μου σ' αυτά οι εναγόμενοι: Οι ενάγοντες, με την επιστολή τους προς τους εναγόμενους 1, ημερομηνίας 16/9/2022 (τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2) ουσιαστικά αναγνωρίζουν ότι οι εναγόμενοι 1 τούς παρείχαν τις υπηρεσίες τους, οι οποίες έγιναν αποδεκτές εκ μέρους τους και ότι οι ίδιοι τους οφείλουν ένα ποσό ευρώ, που είναι πληρωτέο σ' αυτούς ή εισπρακτέο από αυτούς μέχρι και τις 30/6/2022 («Our records showed that services were rendered and accepted and an amount of EURO is payable and/or receivable to/from you as at 30th June 2022.»). Αυτά, τη στιγμή που και τα 5 τιμολόγια, που σύμφωνα με τους ενάγοντες είχαν εκδώσει οι εναγόμενοι 1 το Μάρτη του 2022, ενώ οι πρώτοι τα είχαν ξοφλήσει τον ίδιο μήνα, οι δεύτεροι, κατά παράβαση της επίμαχης σύμβασης, παρέλειψαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες που αυτά αφορούσαν. Για να συνεχίσω, μολονότι οι ενάγοντες έθεσαν υπόψη μου την επίμαχη σύμβαση (τεκμ. 44 στην ένορκη δήλωση της κας Πορνάρη) που αποτελεί ένα μόνο έγγραφο από τη σωρεία εγγράφων/τεκμηρίων που έθεσαν υπόψη μου για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπό κρίση μονομερούς αίτησης η οποία οδήγησε στην έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων, παρέλειψαν να επισύρουν την προσοχή μου στον όρο §7
  2. που αποτελεί ρήτρα διαιτησίας, ο οποίος διαλαμβάνει - μεταξύ άλλων - ότι για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς προκύψει από ή σε σχέση με την επίμαχη σύμβαση, η οποία δεν μπορεί να διευθετηθεί φιλικά - όπως είναι η υπό εξέταση περίπτωση - θα υποβάλλεται προς επίλυση σε Δικαστήριο τριών διαιτητών του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ζυρίχης. Ο συγκεκριμένος όρος ακολουθεί αυτούσιος: «This agreement shall be governed by, construed and interpreted in accordance with the laws of Switzerland without regard to the laws of conflict. Any dispute arising out of or in connection with this Agreement which cannot be settled amicably shall be submitted to the Court of three arbitrators of the Zurich Chamber of Commerce with seat in Zurich, Switzerland, one arbitrator to be appointed by each of the parties, for final decision pursuant to the provisions of its Conciliation and Arbitration Rules. The proceedings shall be conducted in English.» Στην υπόθεση MIKE WILLSTROP κ.ά. ν. YIANNIS GEORGIOS MAMMOUS κ.ά.
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1740, όπως και εδώ, η συμφωνία στην οποία περιεχόταν η ρήτρα διαιτησίας περιλήφθηκε στην αίτηση που οδήγησε μονομερώς στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος, χωρίς ωστόσο να επισημανθεί η ύπαρξή της. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι η συγκεκριμένη παράλειψη ήταν ουσιώδης, οπότε, η απόφαση με την οποία οριστικοποιήθηκε το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε και γι' αυτό το λόγο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Το ζητούμενο στο στάδιο της ex parte αίτησης λοιπόν δεν ήταν η εμβέλεια της ρήτρας διαιτησίας αλλά η επισήμανση της (πέραν της απλής περίληψης στην αίτηση της συμφωνίας στην οποία περιείχετο) ώστε το Δικαστήριο να είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν ήταν ορθό να δώσει το διάταγμα ex parte ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά. Ως προς τούτο, η γνώση του της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας ήταν, φρονούμε, σημαντικό στοιχείο. Και κάτι άλλο. Η κρίση ως προς την επίδραση μη αποκαλυφθέντος στοιχείου δεν μπορεί να γίνεται, εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις, πρωτογενώς και εκ των υστέρων, αφού δεν είναι δυνατό να λεχθεί τώρα ποία επίδραση θα είχε αυτό στην τότε κρίση του Δικαστηρίου. Η σημασία μη αποκαλυφθέντος στοιχείου δεν πρέπει λοιπόν εύκολα να υποτιμάται, ιδιαιτέρως εφ' όσον συναρτάται προς την έκδοση ex parte διατάγματος ως κατ' εξαίρεση διαδικασίας. Η μη αποκάλυψη της ρήτρας διαιτησίας ήταν, καταλήγουμε, ουσιώδης παράλειψη που μπορούσε, αντικειμενικά, να επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου.» Ό,τι ισχύει για τον όρο §7 23. της επίμαχης σύμβασης ισχύει και για τον όρο §3 6., με τη διαφορά ότι σε σχέση με αυτό, οι ενάγοντες προβαίνουν σε επιλεκτική αναφορά, ωστόσο αποσιωπώντας το μέρος του που περικλείει και την ουσία. Ακολουθεί κι αυτός αυτούσιος: «For the performance of the Services, Consultant shall be entitled to a service fee, which will be communicated to the Customer and billed by invoices for settlement within time period specified within. Settlement of invoice by Customer shall be considered as confirmation of full acceptance of Services by Customer and no repayments, requests to return funds, cancellations, claims, or similar can be requested or raised by the Customer in respect to Services after settlement of invoice.» Η ουσία του έγκειται στο γεγονός ότι ο διακανονισμός του τιμολογίου από τον πελάτη (δηλαδή από τους ενάγοντες στην προκειμένη περίπτωση) θα θεωρείται από τον πελάτη, ως επιβεβαίωση της πλήρους αποδοχής των υπηρεσιών και δεν μπορούν να γίνουν επιστροφές ή να υποβληθούν απαιτήσεις για επιστροφές χρημάτων, ακυρώσεις, αξιώσεις ή παρόμοια σχετικά με τις υπηρεσίες μετά την διευθέτηση του τιμολογίου. Κι όμως, παρά την ύπαρξη του συγκεκριμένου όρου στην επίδικη σύμβαση, οι ενάγοντες, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι διευθέτησαν την πληρωμή των 5 τιμολογίων που εξέδωσαν οι εναγόμενοι 1 για τις υπηρεσίες τους, παραβλέποντας πλήρως τον όρο αυτό, κατά παράβασή του αμφισβητούν την παροχή των υπηρεσιών των εναγόμενων 1 στους ίδιους και απαιτούν την επιστροφή των ποσών που τους κατέβαλαν συναφώς με αυτές και προς διευθέτηση των σχετικών τιμολογίων που οι εναγόμενοι 1 είχαν εκδώσει. Τέλος, ουσιώδης ήταν η παράλειψη των εναγόντων να επισύρουν την προσοχή μου σε ακόμη ένα γεγονός. Συγκεκριμένα, ότι σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού της επίμαχης σύμβασης από τους ίδιους, ημερομηνίας 25/1/2023, ο τερματισμός έγινε επειδή - όπως αναφέρεται - καμία υπηρεσία είχε παρασχεθεί ορθά από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, βάσει της επίμαχης σύμβασης, κατά τους δύο τελευταίους μήνες. Το σχετικό μέρος της εν λόγω επιστολής, επίσης ακολουθεί αυτούσιο: «Considering the fact that no services have been provided properly by you to us as agreed under the service agreement dated 10/1/2022 between you as consultant and us as customer during the past two months, we hereby terminate the service agreement with immediate effect.» Από την παραπάνω αναφορά των εναγόντων στην επιστολή τερματισμού της επίμαχης σύμβασης αποτελεί θέση τους, ότι, πρώτο, οι εναγόμενοι μέχρι και τις 25/11/2022 προσέφεραν δεόντως τις υπηρεσίες τους προς τους ενάγοντες και δεύτερο, αυτό δε συνέβη στη συνέχεια και γι' αυτό το λόγο οι ίδιοι προχώρησαν στον τερματισμό της επίμαχης σύμβασης. Είναι ολοφάνερο, ότι αυτές θέσεις τους, είναι σε πλήρη αντίθεση με τη θεμελιακή θέση τους - σύμφωνα με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της υπό κρίση αίτησης, ένορκης δήλωση - ότι, ενώ οι ίδιοι το Μάρτη του 2022 είχαν διευθετήσει την πληρωμή των 5 τιμολογίων που είχαν εκδώσει οι εναγόμενοι τον ίδιο μήνα για υπηρεσίες τους προς τους ίδιους, οι εναγόμενοι, ουσιαστικά δεν τους είχαν προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Όλα τα παραπάνω γεγονότα, τα οποία οι ενάγοντες, ενώ γνώριζαν είτε απέκρυψαν είτε αποσιώπησαν ή δεν αποκάλυψαν, είτε τέλος δεν επέσυραν την προσοχή μου σ' αυτά, καθ' ον χρόνο καταχωρούσαν την υπό κρίση - μονομερή - αίτηση και στο πλαίσιό της εξασφάλιζαν τα επίμαχα διατάγματα, είναι τόσο ουσιώδη, που εάν κατά την εξέταση της αίτησης τα είχα υπόψη μου, τόση και τέτοια θα ήταν η επιρροή που θα ασκούσαν στην κρίση μου σε βαθμό που, είτε θα απέρριπτα την αίτηση, που είναι και το πιο πιθανόν, είτε - στη καλύτερη περίπτωση για τους ενάγοντες - θα διέτασσα την επίδοσή της στους εναγόμενους σε σχέση με όλες τις αιτούμενες θεραπείες. Στην περίπτωσή τους, θα έλεγα ότι οι παραπάνω παραλείψεις τους συνιστούν κλασική περίπτωση απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων, που στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του Δικαστηρίου εκ μέρους τους, οι οποίοι παραβίασαν το αξίωμα να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια [βλ. την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)]. Αυτό σημαίνει ότι, καθηκόντως, οφείλω να τους απαντήσω όπως και στη Στυλιανού (ανωτέρω επίσης) με τη φράση «δεν σας ακούω πλέον» και να ακυρώσω τα επίμαχα διατάγματα και μάλιστα, χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης και συγκεκριμένα, κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Μολονότι η αίτηση ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου και κυρίως, για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου κριθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω, εξετάζοντας κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλι, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Έχοντας υπόψη ότι η σύμβαση αποτελεί αναγνωρισμένη βάση αγωγής και η παράβασή της, αναγνωρισμένη αιτία αγωγής και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή των εναγόντων έχει ως βάση της την επίμαχη σύμβαση και αιτία της, την κατ' ισχυρισμό τoυς, παράβασή της από τους εναγόμενους 1 και 2, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των επίμαχων προσωρινών διαταγμάτων έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση. Αρκετοί από τους ισχυρισμούς των εναγόντων, τους οποίους προβάλλουν για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπό εξέταση προϋπόθεσης υποστηρίζονται από διάφορα έγγραφα/τεκμήρια, μερικοί από αυτούς αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ενώ, στο βαθμό που αμφισβητούνται από τους εναγόμενους, οι τελευταίοι παραβλέπουν την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία - για να επαναλάβω - το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. τις Κύριλλου, Γρηγορίου, ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά. και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., ανωτέρω). Αναφορικά με την τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση - και σ' αυτό το στάδιο, οριστικοποίηση - των επίμαχων διαταγμάτων παρατηρώ τα εξής: Σ, ό,τι αφορά το πρώτο διάταγμα (τύπου Mareva) με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο κινητή περιουσία μέχρι του ποσού των €128.900 θεωρώ ότι θα πρέπει να ακυρωθεί. Αυτό, λαμβάνοντας υπόψη - μεταξύ άλλων - και τους ακόλουθους αναντίλεκτους ισχυρισμούς των εναγόμενων σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση: Ο εναγόμενος 2 είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου πέραν των 15 ετών και δραστηριοποιείται επαγγελματικά. Και οι δυο εναγόμενοι έχουν αρκετή περιουσία που υπερβαίνει κατά πολύ το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό, είναι φερέγγυα πρόσωπα και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν μελλοντική υπέρ τους απόφαση και πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Από την εργασία του έχει εισοδήματα πέραν των €100.000 το χρόνο και διατηρεί καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες στην Κύπρο. Επίσης, οι εναγόμενοι 1 κατά το 2022 είχαν εισόδημα πέραν των €150.000. Με αυτά δεδομένα θεωρώ ότι σε περίπτωση επιτυχίας των χρηματικών αξιώσεων των εναγόντων σύμφωνα με την αγωγή τους, αυτές μπορούν να ικανοποιηθούν με την καταβολή των σχετικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν, είτε από το ένα εναγόμενο είτε από τον άλλο είτε και από τους δυο. Το τελευταίο δεν ισχύει για τα υπόλοιπα διατάγματα. Με τα οποία - για να επαναλάβω - απαγορεύεται στους εναγόμενους - μεταξύ άλλων - να χρησιμοποιούν ή διαβιβάζουν ή αποκαλύπτουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία και/ή σχετικά έγγραφα ή μέσα τα οποία περιέχουν οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία αναφορικά με τους ενάγοντες και/ή με εταιρείες για τις οποίες αυτοί έχουν δικαίωμα να κατέχουν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης και/ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία ανήκει στον όμιλο εταιρειών τους, παραποιούν, καταστρέφουν, διαγράφουν, αποκρύπτουν, κρυπτογραφούν, προστατεύουν με κωδικούς ή αποξενώνουν οποιεσδήποτε από τις προαναφερθείσες εμπιστευτικές πληροφορίες κ.ο.κ. Συναφώς με αυτά τα διατάγματα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρονται τα εξής: Είναι ζωτικής σημασίας τα αιτούμενα διατάγματα να εκδοθούν μονομερώς, αφού υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι εναγόμενοι να προχωρήσουν με τη διαρροή αλλά και καταστροφή εγγράφων υπό οποιαδήποτε μορφή και ηλεκτρονικών υπολογιστών που περιλαμβάνουν σημαντικές και εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες αφορούν τους ενάγοντες ή εταιρείες οι οποίες ανήκουν στον όμιλό τους ή εταιρείες για τις οποίες έχουν δικαίωμα να κατέχουν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης. Δεδομένης και της φύσης των εν λόγω διαταγμάτων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1 - με κάθε σεβασμό είναι ανεδαφικοί: Η αξίωση των εναγόντων αφορά χρηματικό ποσό και ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο θα είναι επαρκής θεραπεία για τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους και δεν υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσουν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους, λαμβάνοντας υπόψη και τη φερεγγυότητά τους. Οι εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων δεν αφορούν σε χρηματικό ποσό και σε περίπτωση ακύρωσης των επίμαχων διαταγμάτων, εάν επέλθει ο κίνδυνος που αναφέρουν οι ενάγοντες και συνεπεία αυτού υποστούν ζημιά, κάθε άλλο παρά εύκολο εγχείρημα θα είναι ο υπολογισμός της και πολύ περισσότερο, η αποκατάστασή της από τους εναγόμενους. Σε σχέση πάντοτε με τα εν λόγω διατάγματα και την υπό εξέταση ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση και στο παρόν στάδιο, οριστικοποίησή τους θεωρώ ότι τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής τα λεχθέντα στις υποθέσεις Παπαστράτης και Κυρίσαββα (ανωτέρω) και συγκεκριμένα ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Και κάτι τελευταίο. Ενώ σε περίπτωση ακύρωσης των εν λόγω διαταγμάτων, όσο απομακρυσμένος κι αν είναι ο κίνδυνος να υποστούν ζημιά οι ενάγοντες συνεπεία αυτού, εντούτοις δεν παύει να είναι υπαρκτός, ένα είναι βέβαιο. Η φύση των εν λόγω διαταγμάτων είναι τέτοια που σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοσή τους ή θα υποστούν από την οριστικοποίησή τους. Το τελευταίο αποτελεί και το λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της οριστικοποίησης των εν λόγω διαταγμάτων (βλ. τις Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω) και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018) κάτι που θα γινόταν εάν δεν υπήρχε ο δικαιοδοτικός λόγος ακύρωσής τους. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Όλα τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί στη βάση της, ακυρώνονται. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.