OLYMBIC BUILDING & METAL CONSTRUCTION LTD ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Aρ. Αγωγής: 3864/2015, 30/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3864/2015 Μεταξύ: OLYMBIC BUILDING & METAL CONSTRUCTION LTD Εναγόντων και ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης, ημερομηνίας 7/6/2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30/11/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους - αιτητές: Ρ. & Χ. ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ ΔΕΠΕ & ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: PHC TSANGARIDES LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της αγωγής των πρώτων είναι τα εξής: Οι εναγόμενοι που είναι ασφαλιστική εταιρεία, δυνάμει συμφωνίας, ημερομηνίας 27/1/1999 (στο εξής «επίμαχη σύμβαση») συμφώνησαν να παρέχουν στους ενάγοντες που είναι εργοληπτική εταιρεία, ασφαλιστική κάλυψη ευθύνης εργοδότη. Δυνάμει της επίμαχης σύμβασης, το όριο ευθύνης και/ή κάλυψης για κάθε εργοδοτούμενο ήταν €85.430 (£50.000) το όριο ευθύνης και/ή κάλυψης για κάθε περιστατικό ή σειρά περιστατικών €3.400.000 (£2.000.000) και το συνολικό όριο ευθύνης και/ή κάλυψης για οποιαδήποτε περίοδο ασφάλισης €5.100.000 (£3.000.000). Κατά ή περί τις 10/6/2004 επεσυνέβη εργατικό ατύχημα σε εργοδοτούμενο των εναγόντων, ο οποίος καταχώρησε αγωγή εναντίον τους στο Ε.Δ. Λεμεσού, αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Οι ενάγοντες ενημέρωσαν σχετικά άμεσα τους εναγόμενους για την αγωγή οι ανέλαβαν το χειρισμό της, διορίζοντας δικηγόρο της επιλογής τους. Ο τελευταίος, στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμβιβασμού της αγωγής, με επιστολή τους προς το δικηγόρο του ενάγοντα, την οποία κοινοποίησε τόσο στους ενάγοντες όσο και στους εναγόμενους στην παρούσα υπόθεση υπόβαλε πρόταση για συνολική διευθέτηση της αγωγής και συγκεκριμένα, για το συνολικό ποσό των €66.
- Οι ενάγοντες και ο τότε εργοδοτούμενός τους αποδέχτηκαν και/ή αντίκρισαν θετικά την πρόταση, όχι όμως και οι εναγόμενοι, οι οποίοι την απέρριψαν και κάλεσαν το δικηγόρο να προχωρήσει στην εκδίκαση της αγωγής, τόσο για το θέμα της ευθύνης όσο και για το ποσό των αποζημιώσεων. Στις 21/10/2009, μετά από ακρόαση εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή, με την οποία, η αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα αποδόθηκε στους ενάγοντες, εναντίον των οποίων επιδικάστηκε υπό μορφή αποζημιώσεων, το συνολικό ποσό των €138.427,84, πλέον τόκους και έξοδα. Κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων και πάλι, ο ίδιος δικηγόρος καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης η οποία απορρίφθηκε στις 11/9/2014 με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Οι εναγόμενοι, στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής και/ή απόφασης κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €83.473,01 στο οποίο συμπεριέλαβαν, πέραν του μέρους του επιδικασθέντος προς τον ενάγοντα ποσού και τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου τους και του εργοδοτούμενου στην αγωγή και έφεση, με αποτέλεσμα να καταβάλουν προς τον τελευταίο, μόνο το ποσό των €50.
- Έτσι παρέμεινε οφειλή των εναγόντων προς αυτόν, το ποσό των €123.168,95, συμπεριλαμβανομένων τόκων και δικηγορικών εξόδων της αγωγής και της έφεσης και τούτο, αφού οι ενάγοντες, κατόπιν πιέσεων και μέτρων εκτέλεσης από πλευράς του εργοδοτούμενού τους, του κατέβαλαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το ποσό των €20.
- Οι πιο πάνω πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή συμπεριφορά των εναγόμενων αποτελούν παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου της επίμαχης σύμβασης, καθήκοντος και/ή υποχρέωσης επιμέλειας έναντι των εναγόντων κατά το χειρισμό των απαιτήσεων εργοδοτουμένων τους και ως αποτέλεσμα της εν λόγω παράβασης, τα οποιαδήποτε, επιπλέον του ορίου ευθύνης, επιδικασθέντα ποσά αποτελούν ευθύνη και υποχρέωση των εναγόμενων, οι οποίοι παράβηκαν τους όρους της επίμαχης σύμβασης και με την καταβολή συνολικά, μικρότερου ποσού από το μέγιστο ποσό του ορίου ευθύνης. Ως ασφαλιστές - μεταξύ άλλων - παράβηκαν το εξυπακουόμενο καθήκον επιμέλειας και/ή επέδειξαν αμέλεια με την άρνησή τους να προχωρήσουν σε συμβιβασμό της αγωγής και το εξ αποφάσεως χρέος €123.168,05, πλέον τόκους από 7/10/2015 το οποίο κατέβαλαν και/ή οφείλουν να καταβάλουν οι ενάγοντες προς τον εργοδοτούμενο. Οι σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων και/ή καθηκόντων επιμέλειας κ.ο.κ. των εναγόμενων εκτίθενται στην παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης. Εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς και/ή παράβασης καθηκόντων και/ή όρων της επίμαχης σύμβασης, οι ενάγοντες βρέθηκαν υπόλογοι και/ή κατέβαλαν και/ή οφείλουν να καταβάλουν προς τον εργοδοτούμενο το ποσό €143.168,95, πλέον τόκους. Κατόπιν πιέσεων και/ή μέτρων εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης εκ μέρους του κατέληξαν σε συμφωνία διακανονισμού του εξ αποφάσεως χρέους, δυνάμει της οποίας του κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €175.
- Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων για το ποσό αυτό καθώς και γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, μεταξύ άλλων και για παράβαση της επίμαχης σύμβασης. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους - για ό,τι μας ενδιαφέρει - καταρχάς παραδέχονται το σύνολο των ισχυρισμών των εναγόντων μέχρι και την απόρριψη της έφεσης (ως ανωτέρω). Παραδέχονται ακόμη ότι κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €83.473,01 στο οποίο συμπεριέλαβαν, πέραν του μέρους του επιδικασθέντος προς τον ενάγοντα ποσού και τα δικηγορικά έξοδα του δικηγόρου των εναγόντων και του εργοδοτούμενου στην αγωγή και έφεση. Απ' εκεί και πέρα αρνούνται όσα τους αποδίδουν οι ενάγοντες με την παράγραφο 17 της έκθεσης απαίτησης, ως αποτελούντα αμέλεια και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους και/ή καθηκόντων επιμέλειας κ.ο.κ., απορρίπτουν τις σχετικές λεπτομέρειες που εκτίθενται στην ίδια παράγραφο και ισχυρίζονται τα εξής: πρώτο, η υποχρέωση κάλυψης εκ μέρους τους περιορίζεται στο ποσό ασφάλισης που αναφέρεται στην επίμαχη σύμβαση και βάσει αυτού, οι ίδιοι καταβάλλουν το ανάλογο ποσό κάλυψης. Δεύτερο, ουδεμία αμέλεια επέδειξαν με το να μην αποδεχθούν συμβιβαστικές προτάσεις από την άλλη πλευρά. Τρίτο, ο συμβιβασμός ή μη κάποιας υπόθεσης που αφορά ασφαλιζόμενο χρειάζεται την αποδοχή τους σαν ασφαλιστών, αν το ποσό είναι εντός της ασφαλιστικής κάλυψης. Τέταρτο, βάσει της επίμαχης σύμβασης, η υποχρέωσή τους είναι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί από το Δικαστήριο μέχρι του ποσού που καλύπτεται από την επίμαχη σύμβαση και όχι να δεσμεύονται και να αποζημιώνουν βάσει συμβιβαστικών προτάσεων που τους γίνονται. Πέμπτο, ο κάθε ασφαλιζόμενος έχει απόλυτο δικαίωμα να διορίσει επιπρόσθετο δικηγόρο της επιλογής του και στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες, για να τον αντιπροσωπεύσει για τυχόν απαίτηση που υπερβαίνει το ποσό κάλυψης, κάτι που οι ενάγοντες δεν έπραξαν ή επέλεξαν να πράξουν. Έκτο, οι τελευταίοι, είχαν το δικαίωμα να αυξήσουν την κάλυψή τους, όποτε το επιθυμούν με την καταβολή αυξημένου ποσού, κάτι που δεν έπραξαν. Έβδομο, εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι ουδεμία αμέλεια επέδειξαν αφού έλαβαν σχετική νομική συμβουλή προτού απορρίψουν τη σχετική συμβιβαστική πρόταση που τους είχε τεθεί. Αρνούνται ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των €175.000 (ως ανωτέρω) και ισχυρίζονται ότι έχουν συμμορφωθεί και ενήργησαν πλήρως βάσει των δικαιωμάτων και εξουσιών και/ή καθηκόντων τους, ως αναγράφονται στην επίμαχη σύμβαση και καταληκτικά ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισής τους. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, του εκ των διευθυντών τους, Σταύρου Κουκούνη. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 6 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων τους, Άντρη Αντωνίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817 από την οποία το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά
(2014)1 Α.Α.Δ. 663 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Και σε άλλο σημείο (πιο κάτω): «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ.και United SeaTransport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Βλ. Και την ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση FEDERAL BANK OF LEBANON (SAL) ν. ΣΙΑΚΟΛΑΣ, Πολ. Έφ. Αρ. E4/2017, ημερ. 11/10/2018 Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία, την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των συνηγόρων και διάφορα στοιχειά που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης, υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης. Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται καταχώρηση από τους εναγόμενους, εντελώς νέων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, που εμφανώς επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στους ενάγοντες και έπρεπε να είχαν καταχωρηθεί στην αρχική υπεράσπιση και δε δικαιολογείται επαρκώς η μη καταχώρηση κατά την αρχική υπεράσπιση. Με το 2ο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση επιχειρεί να εισάγει νέα γεγονότα και/ή ισχυρισμούς τα οποία δεν είναι αναγκαία και τυχόν έγκριση της αίτησης, θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και θα έχει συνέπεια στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και της απονομής της δικαιοσύνης. Με τον τρίτο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία, υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία δε δικαιολογείται επαρκώς. Με τον 4ο λόγο υποβάλλεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απλά αποτέλεσμα διαφορετικού τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από πλευράς των νέων δικηγόρων των εναγόμενων σε σχέση με τους προηγούμενους δικηγόρους που είχαν καταχωρήσει την αρχική υπεράσπιση και δεν μπορεί να επιτραπεί για τέτοιο λόγο. Με τον 5ο λόγο υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες δε δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο, γιατί και πώς η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και τον καθορισμό όλων των αναγκαίων επίδικων θεμάτων. Τέλος, με τον 6 λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση δεν έγινε καλόπιστα και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, αφού η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ακρόασης και/ή ενώ τα γεγονότα ήταν γνωστά από πολύ πριν την καταχώρηση της αίτησης. Αρχίζοντας από το χρόνο που επέλεξαν οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση και συγκεκριμένα, στην παράγραφο 6 αναφέρονται τα εξής: Πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της υφιστάμενης υπεράσπισης και δη, πολύ πρόσφατα, κατά τη μελέτη της αγωγής για σκοπούς προετοιμασίας και ακρόασης εκ μέρους των εναγόμενων προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης και συμπλήρωσης και/ή προσθήκης των νέων ισχυρισμών τους σ' αυτή οι οποίοι προέκυψαν περί τα τέλη Απριλίου,
- Τα ακριβή γεγονότα και στοιχεία επ' αυτών εντοπίστηκαν και διαπιστώθηκαν πολύ πρόσφατα από τους εναγόμενους, περί τα τέλη Απριλίου - αρχές Μαΐου,
- Οι παραπάνω λόγοι, με κάθε σεβασμό είναι ανυπόστατοι και μάλιστα από στοιχεία που προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 8/6/2018 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά, στις 11/2/2019 και ακολούθως, στις 27/11/2019, 27/5/2020, 19/11/2020, 15/2/2022, 3/10/2022 και 12/10/
- Οι ενάγοντες, στις 10/10/2022 καταχώρησαν τη δική τους αίτηση τροποποίησης, στο πλαίσιο της οποίας, στις 16/1/2023 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, στις 24/1/2023, οι εναγόμενοι την υπεράσπισή τους σ' αυτήν, στις 7/2/2023 και οι ενάγοντες την απάντησή τους στο τελευταίο δικόγραφο, στις 13/2/
- Στις 22/2/2022 η υπόθεση ορίστηκε στις 14/3/2023 για συζήτηση και/ή περιορισμό των επίδικων θεμάτων, καθώς και για να ξεκαθαριστεί εάν θα χρειαστεί να προσκομιστεί μαρτυρία. Την ημέρα αυτή, μετά από αίτημα των δικηγόρων των εναγόμενων και τούτο προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία και στο δεύτερο δικηγόρο τους να μελετήσει και αυτός τα δεδομένα της υπόθεσης (αυτό ακριβώς αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα των αρχικών δικηγόρων τους, ημερ. 10/3/2023) η υπόθεση επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό, στις 4/5/2023 και ακολούθως, στις 15/5/
- Την ημέρα αυτή, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες, στις 22/6/2023, με οδηγίες τυχόν αίτηση τροποποίησης να καταχωρηθεί το αργότερο, στις 12/6/2023 και οριστεί στις 22/6/
- Όπως και έγινε. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, στις 7/6/20223 η οποία ορίστηκε για εξέταση, στις 22/6/
- Την ημέρα αυτή, τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση ορίστηκαν για οδηγίες, στις 25/9/2023, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά. Δεδομένου ότι οι ενάγοντες είχαν ήδη καταχωρήσει την ένστασή τους στην αίτηση όρισα την αίτηση για ακρόαση, στις 31/10/2023 και ακολούθως, στις 10/11/
- Από το ιστορικό της υπόθεσης (ως ανωτέρω) προκύπτει ότι αυτή, ενώ από τις 8/6/2018 μέχρι και τις 12/10/2022 είχε οριστεί 7 φορές για ακρόαση, έκτοτε μέχρι σήμερα, ουδέποτε είχε οριστεί ξανά για ακρόαση. Με αυτό δεδομένο, εξ αντικειμένου, αλλά και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, οι εναγόμενοι δεν μπορεί να ισχυρίζονται βάσιμα ότι η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης προέκυψε πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της υφιστάμενης υπεράσπισης και δη, πολύ πρόσφατα, κατά τη μελέτη της αγωγής για σκοπούς προετοιμασίας και ακρόασης εκ μέρους τους τη στιγμή που η υφιστάμενη υπεράσπισή τους καταχωρήθηκε στις 7/2/2023 και η τελευταία φορά που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ήταν στις 12/10/
- Δηλαδή, σχεδόν 4 μήνες προηγουμένως. Για να καταλήξω, το πρώτο ασφαλές συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι οι εναγόμενοι, ουδεμία δικαιολογία προβάλλουν αναφορικά με το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Κατά πόσο αυτό θα έχει επιπτώσεις επί της αίτησης, θα διαφανεί αργότερα. Για δυο λόγους, ο 4ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Καταρχάς δεν είναι ορθό ότι οι εναγόμενοι εκπροσωπούνται πλέον από νέους δικηγόρους ώστε να υποβάλλεται βάσιμα ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απλώς αποτέλεσμα διαφορετικού τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από πλευράς των νέων δικηγόρων των εναγόμενων σε σχέση με τους προηγούμενους δικηγόρους τους που είχαν καταχωρήσει την αρχική υπεράσπιση. Η αρχική υπεράσπιση των εναγόμενων καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους Ρ. & Χ. ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ ΔΕΠΕ, ενώ, στις 30/3/2023 οι δικηγόροι ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. καταχώρησαν ειδοποίηση, με την οποία ενημερώνουν ότι οι εναγόμενοι τούς έχουν διορίσει για να ενεργούν ως επιπρόσθετοι δικηγόροι μαζί με τους κ.κ. Ρ. & Χ. ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ ΔΕΠΕ. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, αφ' ης στιγμής η αίτηση συνυπογράφεται και καταχωρήθηκε και από τα δυο δικηγορικά γραφεία, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι πού εδράζεται η θέση των εναγόντων ότι το συγκεκριμένο διάβημα αποτελεί απότοκο του διαφορετικού τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από πλευράς, έστω, των επιπρόσθετων δικηγόρων των εναγόμενων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες προκύπτουν από τη στάση και συμπεριφορά των εναγόντων και του τρόπου που ενήργησαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας αγωγής, περιλαμβανομένης και της επίδικης αγωγής, πράγματα που είναι σε γνώση των εναγόντων. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9, συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων επιθυμούν να προσθέσουν ότι σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι κατέβαλαν πλήρως το ποσό που όφειλαν να καταβάλουν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης και ότι ενήργησαν με επιμέλεια και έλαβαν τις όποιες αποφάσεις τους με βάση την εικόνα, εντύπωση και αντίληψη που οι ίδιοι οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή εργοδοτούμενοι και/ή προστηθέντες τους έδωσαν, ως επίσης και στηρίχτηκαν στην ιατρική γνωμάτευση και συμβουλή που ίδιοι έλαβαν από γιατρό. Οι ενάγοντες ήταν πάντοτε σύμφωνοι και ουδέποτε διαφώνησαν με το χειρισμό της επίδικης αγωγής, ενώ διαφώνησαν με το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης και καταχώρησαν, προώθησαν και εκδίκασαν αυτοβούλως έφεση μέσω του δικηγόρου τους. Εκ των υστέρων και εκ του πονηρού επέλεξαν να διαμαρτυρηθούν προς τους εναγόμενους για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους που οι ίδιοι συμφώνησαν και ανέλαβαν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 10, περαιτέρω, οι εναγόμενοι επιθυμούν να προσθέσουν ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της επίδικης αγωγής, οι ενάγοντες εμποδίζονται και/ή κωλύονται δια των προφορικών και/ή έγγραφων δηλώσεών τους και/ή δια των πράξεων τους και/ή παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς τους από το να προβάλλουν πολύ εκ των υστέρων τα όσα διατείνονται στην παρούσα αγωγή και να επιχειρούν να μεταφέρουν στους εναγόμενους ένα ρίσκο το οποίο οι ίδιοι εξ υπαρχής συμφώνησαν και ανέλαβαν δια της επίμαχης σύμβασης και του μεγίστου ορίου της. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες ήταν πλήρως ενήμεροι για την πορεία και χειρισμό της επίδικης αγωγής, συμμετείχαν σ' αυτή, ενώ κατά τη δική τους παραδοχή έχουν αποδεχθεί τους όρους και όριο ασφάλισής τους και έχουν επιλέξει να λάβουν και επωφεληθούν το ωφέλημα της επίμαχης σύμβασης, εφόσον ζήτησαν και έλαβαν και/ή ζήτησαν όπως καταβληθεί προς όφελός τους από τους εναγόμενους το ασφαλισμένο ποσό, κάτι που έγινε. Ως εκ τούτου εμποδίζονται και/ή κωλύονται από το να αξιώνουν οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό, αφού οι ίδιοι επιβεβαίωσαν και αποδέχτηκαν ρητά και/ή εξυπακουόμενα ότι η όποια υποχρέωση των εναγόμενων, βάσει της μεταξύ τους σχέσης σταματούσε στην καταβολή του μέγιστου ασφαλισμένου ποσού, κάτι που εξ υπαρχής οι ενάγοντες γνώριζαν, συμφώνησαν και αποδέχθηκαν. Οι ενάγοντες σε κάθε περίπτωση δε συμφωνούσαν με την πρωτόδικη απόφαση, εξ ου και καταχώρησαν και προώθησαν έφεση κατά της επίδικης πρωτόδικης απόφασης, την οποία οι ίδιοι, με δική τους απόφαση και ευθύνη χειρίστηκαν και εκδίκασαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέλος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 11, επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι επιθυμούν να προσθέσουν ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται και/ή κωλύονται δια ρητών και/ή εξυπακουόμενων δηλώσεων και/ή παραστάσεών τους και/ή δια της συμπεριφοράς και πεπραγμένων τους από το να προωθούν τους εκ των υστέρων επινοηθέντες ισχυρισμούς και αξιώσεις τους και ισχυρίζονται ότι επί του προκειμένου τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (approbation and reprobation) και η αρχή του δικαιώματος και της υποχρέωσης. Με τη διευκρίνιση ότι με τις παραγράφους 9, 10 και 11 (ανωτέρω) ουσιαστικά επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο των τριών βασικών προτεινόμενων τροποποιήσεων, το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι στην παράγραφο 9 προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί ως προς τα γεγονότα, που είναι ανεπίτρεπτο. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Του Πλοίου "Arabella"
(2002)1 Α.Α.Δ. 1033 - με αναφορά σε άλλες δυο υποθέσεις - μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Τα γεγονότα, προστίθεται, μπορούν να «επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες». Αναφέρομαι στον ισχυρισμό του ομνύοντα ότι οι εναγόμενοι έλαβαν τις όποιες αποφάσεις τους με βάση την εικόνα, εντύπωση και αντίληψη που οι ίδιοι οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή εργδοτούμενοι και/ή προστηθέντες τους έδωσαν. Ακολούθως, υπό το φως του περιεχομένου των παραπάνω προτεινόμενων τροποποιήσεων, ο ισχυρισμός του ομνύοντα - της παραγράφου 8 - ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες προκύπτουν από τη στάση και συμπεριφορά των εναγόντων και του τρόπου που ενήργησαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους για την παρούσα αγωγή, περιλαμβανομένης και της επίδικης αγωγής, πράγματα που είναι σε γνώση των εναγόντων, είναι σε πλήρη αντίθεση με όσα ο ίδιος ισχυρίζεται στην παράγραφο 6 τα οποία αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Διερωτώμαι ειλικρινά, ποιο από τα παρακάτω - κατ' ισχυρισμό των εναγόμενων -γεγονότα είναι δυνατό και κυρίως λογικό να εντοπίστηκε και διαπιστώθηκε περί τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, 2023. Μήπως, ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν πλήρως το ποσό που όφειλαν να καταβάλουν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης και ενήργησαν με επιμέλεια και έλαβαν τις όποιες αποφάσεις τους με βάση την εικόνα, εντύπωση και αντίληψη που οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή εργοδοτούμενοι και/ή προστηθέντες τους έδωσαν και στηρίχτηκαν στην ιατρική γνωμάτευση και συμβουλή που οι ίδιοι έλαβαν από γιατρό, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης ή μήπως, τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 10 και 11 τα οποία υπέχουν περισσότερο θέση αγόρευσης και νομικής επιχειρηματολογίας, παρά παράθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η υπεράσπιση; Η μήπως - τέλος - τα όσα ισχυρίζονται κατ' επίκληση της επίμαχης σύμβασης και των όρων τους, τη στιγμή που η επίμαχη σύμβαση αποτελεί το σκληρό πυρήνα, τόσο της αγωγής όσο και κυρίως, της υφιστάμενης υπεράσπισης των εναγόμενων, με την οποία προβαίνουν σε ειδική αναφορά σε μερικούς από τους όρους της και όπως μάλιστα αναφέρουν στην υποπαράγραφο 8(δ) στο πλήρες περιεχόμενό της επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά τη δικάσιμο; Είναι η θέση μου ότι κανένα από τα παραπάνω κατ' ισχυρισμό τους γεγονότα είναι λογικό να μην ήταν υπόψη τους καθ' ον χρόνο καταχωρούσαν την υφιστάμενη υπεράσπισή τους. Στην περίπτωσή τους, θα έλεγα ότι ισχύει απόλυτα η προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα [βλ. την Ikos Cif Ltd (ανωτέρω)]. Για να συνεχίσω πλείστοι από τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να προσθέσουν οι εναγόμενοι, είτε καλύπτονται από ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην υφιστάμενοι υπεράσπισή τους, οπότε τους θεωρώ αχρείαστους είτε είναι σε αντίθεση με αυτούς, οπότε, σε περίπτωση που επιτραπεί η προσθήκη τους, θα προκληθεί σύγχυση και αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά την ακρόαση της αγωγής. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός τους ότι ενήργησαν με επιμέλεια και έλαβαν τις όποιες αποφάσεις τους με βάση την εικόνα, εντύπωση και αντίληψη που οι ίδιοι οι ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή εργοδοτούμενοι και/ή προστηθέντες τους έδωσαν και στηρίχτηκαν στην ιατρική γνωμάτευση και συμβουλή που οι ίδιοι έλαβαν από γιατρό, τον οποίο θέλουν να προσθέσουν στην υφιστάμενη παράγραφο 8 της υπεράσπισής τους, είναι σαφές, πως δε συνάδει με τον ισχυρισμό τους ότι ενήργησαν βάσει των εξουσιών και δικαιωμάτων που τους έδιδε η επίδικη σύμβαση, ο οποίος περιέχεται στην ίδια παράγραφο, τη στιγμή που σε περίπτωση που επιτραπεί η προσθήκη του πρώτου, θα προβάλλεται όχι κατά τρόπο διαζευκτικό, αλλά συμπληρωματικά των προηγούμενων 4 υποπαραγράφων που περιέχονται στην ίδια παράγραφο. Ειδικά ο ισχυρισμός τους ότι ενήργησαν με επιμέλεια καλύπτεται πλήρως από το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 5 και 8 της υφιστάμενης υπεράσπισης, ενώ οι ακόλουθοι ισχυρισμοί τους που επιθυμούν να προσθέσουν στην υπεράσπισή τους είναι σε πλήρη αντίθεση και σύγκρουση με ισχυρισμούς που κι αυτοί περιέχονται στην υφιστάμενη υπεράσπισή τους στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια: Οι ενάγοντες ήταν πάντοτε σύμφωνοι και ουδέποτε διαφώνησαν με το χειρισμό της επίδικης αγωγής, ενώ διαφώνησαν με το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης και καταχώρησαν, προώθησαν και εκδίκασαν αυτοβούλως έφεση μέσω του δικηγόρου τους. Εκ των υστέρων και εκ του πονηρού επέλεξαν να διαμαρτυρηθούν προς τους εναγόμενους για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους που οι ίδιοι συμφώνησαν και ανέλαβαν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης [βλ. μέρος της τρίτης αιτούμενης τροποποίησης (υπό Γ)]. Οι ενάγοντες σε κάθε περίπτωση δε συμφωνούσαν με την πρωτόδικη απόφαση, εξ ου και καταχώρησαν και προώθησαν έφεση κατά της επίδικης πρωτόδικης απόφασης, την οποία οι ίδιοι, με δική τους απόφαση και ευθύνη χειρίστηκαν και εκδίκασαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου [βλ. την τελευταία πρόταση της προτεινόμενης νέας παραγράφου 11 σύμφωνα με την τέταρτη αιτούμενη τροποποίηση (υπό Δ)]. Όσα ακολουθούν περιέχονται στις παραγράφους 1 μέχρι 12 της έκθεσης απαίτησης, τις οποίες οι εναγόμενοι παραδέχονται ρητά με την παράγραφο 1 της υφιστάμενης υπεράσπισης, η οποία σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα παραμένει άθικτη: Εφόσον το ατύχημα συνέβηκε εντός της περιόδου ισχύος της επίμαχης σύμβασης, οι ενάγοντες ειδοποίησαν άμεσα τους εναγόμενους μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι οποίοι στη συνέχεια ανέλαβαν το χειρισμό της υπόθεσης με το διορισμό δικηγόρου «δια μέσω των Εναγόντων και της υπεράσπισης της αγωγής.» (παρ. 8). Κατόπιν διαπραγματεύσεων και/ή συζητήσεων των δικηγόρων των διαδίκων στην αγωγή κ.ο.κ., ο εν λόγω δικηγόρος, με επιστολή του προς το δικηγόρο του εγοδοτούμενου, την οποία κοινοποίησε στους ενάγοντες και στους εναγόμενους, υπόβαλε πρόταση για συμβιβασμό της αγωγής κ.ο.κ. για το συνολικό ποσό των €66.191, την οποία «.αποδεχόταν και/ή αντίκριζε θετικά η πλευρά του εργοδοτούμενου και/ή των Εναγόντων.» (παρ. 9). Οι εναγόμενοι με σχετική ηλεκτρονική επιστολή τους προς το δικηγόρο, τον ενημέρωναν ότι δε συμφωνούν και/ή απορρίπτουν την πιο πάνω πρόταση του δικηγόρου, τον οποίο κάλεσαν να προχωρήσει σε εκδίκαση της αγωγής, τόσο όσο αφορά το ποσοστό ευθύνης όσο και αναφορικά με το ποσό αποζημιώσεων (παρ. 10). Κατόπιν της πιο πάνω άρνησης των εναγόμενων έγινε ακρόαση της αγωγής και το Δικαστήριο, με την απόφασή του απέδωσε την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα στους ενάγοντες και επιδίκασε υπέρ του εργοδοτούμενού τους και εναντίον τους, συνολικές αποζημιώσεις, ύψους €138.427,84, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα (παρ. 11). Στη συνέχεια, κατόπιν οδηγιών των εναγόμενων, ο δικηγόρος καταχώρησε την πολιτική έφεση εναντίον της απόφασης η οποία απορρίφθηκε (παρ. 12). Με αντιπαραβολή των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, τους οποίους οι εναγόμενοι με την υφιστάμενη υπεράσπισή τους αποδέχονται, με αυτούς που οι τελευταίοι θέλουν να προσθέσουν με την υπό κρίση αίτηση και μάλιστα όχι διαζευκτικά προς τους πρώτους, αλλά συμπληρωματικά, καθίσταται τελείως κατανοητό, πως ούτε και προς των ιδίων το συμφέρον είναι να εμπλακούν σε ακρόαση της αγωγής με ένα τέτοιο δικόγραφο, όπως θα διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του. Για τον ίδιο λόγο θεωρώ εξίσου προβληματική και ολόκληρη την προτεινόμενη νέα παράγραφο 12 που επιθυμούν να προσθέσουν οι εναγόμενοι, με την οποία - για να επαναλάβω - ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται και/ή κωλύονται δια ρητών και/ή εξυπακουόμενων δηλώσεων και/ή παραστάσεών τους και/ή δια της συμπεριφοράς και πεπραγμένων τους από το να προωθούν τους εκ των υστέρων επινοηθέντες ισχυρισμούς και αξιώσεις τους κ.ο.κ. Απ' εκεί και πέρα θεωρώ εντελώς αχρείαστη ολόκληρη την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση. Κανένα λογικό Δικαστήριο θα δημιουργούσε πρόβλημα στην υπόθεση οποιουδήποτε διαδίκου, επειδή με το δικόγραφό του αναφέρεται σε «δικηγορικό έξοδα» αντί «δικηγορικά έξοδα». Απ' εκεί και πέρα, ο ισχυρισμός τους ότι σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι κατέβαλαν πλήρως το ποσό που όφειλαν να καταβάλουν δυνάμει της επίμαχης σύμβασης καλύπτεται πλήρως από το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της υφιστάμενης υπεράσπισής τους, με την οποία αρνούνται την παράγραφο 16 της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι ουδένα όρο της επίμαχης σύμβασης και/ή εγγράφου έχουν παραβεί. Να πως απλώς, ότι οι ενάγοντες, με την παράγραφο 16 της έκθεσης απαίτησης, τους καταλογίζουν ότι παραβίασαν τους όρους της επίμαχης σύμβασης και με την καταβολή συνολικά, μικρότερου ποσού από το μέγιστο ποσό του ορίου ευθύνης. Τέλος, ως εντελώς αχρείαστη και μάλλον προβληματική για την υπόθεση των εναγόμενων θεωρώ και τη δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση. Η υφιστάμενη υποπαράγραφος 5(ζ) της υπεράσπισης έχει ως εξής: «Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι ουδεμία αμέλεια επέδειξαν αφού έλαβαν σχετική νομική συμβουλή προτού απορρίψουν την σχετική συμβιβαστική πρόταση η οποία τους ετέθη.» Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, η συγκεκριμένη πρόταση θα διαμορφωθεί ως ακολούθως: «Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι ουδεμία αμέλεια επέδειξαν αφού έλαβαν σχετική νομική ή/και άλλη συμβουλή προτού απορρίψουν την σχετική συμβιβαστική πρόταση η οποία τους ετέθη.» Ομολογώ αδυνατώ να κατανοήσω τι εννοούν είτε ακόμη και τι θέλουν να αποδείξουν οι εναγόμενοι με την προσθήκη στη εν λόγω υποπαράγραφο της συγκεκριμένης φράσης, έχοντας υπόψη ότι και οι ίδιοι, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ουδέν συναφώς με αυτή αναφέρουν. Συγκεφαλαιώνοντας - για να καταλήξω - η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, επειδή οι αιτούμενες τροποποιήσεις, είτε είναι αχρείαστες είτε αφορούν στην προσθήκη ισχυρισμών που καλύπτονται από την υφιστάμενη υπεράσπιση είτε τέλος, επειδή σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτές, ως αποτέλεσμα θα προκληθεί σύγχυση κατά την ακρόαση της αγωγής και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αποπεράτωσή της. Σ' αυτά προστίθεται και η δυσχερής θέση στην οποία θα βρεθούν οι εναγόμενοι, έχοντας υπόψη πόσο προβληματική θα καταστεί η δικογραφία τους σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης. Εν τέλει, το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης, από κάθε άποψη, δε συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Από τα παραπάνω, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) ουδεμία δικαιολογημένη εξήγηση έχουν δώσει αναφορικά με το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση, είναι φανερό, ότι κανένα ρόλο θα διαδραματίσει στη διαμόρφωση της κρίσης μου αναφορικά με την τύχη της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, με μόνο λόγο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/9/2015 και οι ενάγοντες - αφού στο μεταξύ η υπόθεση είχε οριστεί 6 φορές για ακρόαση - 7 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα, στις 10/10/2022 καταχώρησαν τη δική τους αίτηση τροποποίησης - την οποία μάλιστα δέχθηκαν οι εναγόμενοι, στις 16/1/2023 - θα έλεγα ότι, αποτελεί και σχήμα οξύμωρο - συν τοις άλλοις - το να προβάλλουν ως λόγο ένστασης στην αίτηση και κατ' επέκταση απόρριψής της, το γεγονός ότι αυτή, η οποία καταχωρήθηκε 8 περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της δικής τους αίτησης, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο