ΓΙΑΝΝΑΚΗ ν. ΣΟΦΟΚΛΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 240/19, 11/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 240/19 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗ XXXXXXXXXXX Και
- ΣΟΦΟΚΛΗ XXXXXXXX
- P & X XXXXXXX XXXXXX LTD Αίτηση ημερ. 10/01/23 για διαγραφή μέρους των δικογράφων επί της Υπεράσπισεως των Εναγομένων 1 και 2 Ημερομηνία: 11/12/23 Για Ενάγοντα/ Αιτητή : Ε. Ερωτοκρίτου δια Ε. Ερωτοκρίτου και Σια Για Εναγόμενους / Καθ' ων η Αίτηση : κ. Παύλος Ευθυμίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας καταχωρώντας εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αγωγή, διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία αμέλειας που επέδειξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό στο πόδι του, συνεπεία πτώσης του στο έδαφος που επεσυνέβηκε στο υποστατικό τους. Πιο συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας δια μέσω του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης που έχει καταχωρήσει, ισχυρίζεται ότι περί την 15/03/16, ενώ μετέβηκε στο υποστατικό των Εναγόμενων 1 και 2 με σκοπό να λάβει τις υπηρεσίες τους, κατά την έξοδο του από το εν λόγω υποστατικό γλίστρησε και έπεσε στο έδαφος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά στο πόδι του, λόγω του ότι οι Εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει μια ολισθηρή και επικίνδυνη ράμπα η οποία χρησιμοποιείται ως η αποκλειστική είσοδος και έξοδος από το υποστατικό τους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δια μέσω των Υπερασπίσεων που έχουν καταχωρήσει ξεχωριστά, αρνούνται ότι επέδειξαν οποιαδήποτε αμέλεια εις βάρος του Ενάγοντα προβάλλοντας τους δικούς τους ισχυρισμούς. Μεταξύ των ισχυρισμών που καταγράφονται τόσο στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του 1ου Εναγόμενου όσο και στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της 2ης Εναγόμενης, υποστηρίζεται ουσιαστικά ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν υγιής ούτε σωματικά αλλά ούτε και ψυχικά, ότι είχε πρόβλημα όρασης και ήταν υπέρβαρος σε σημείο μάλιστα που η μετακίνηση του με τα πόδια ήταν δύσκολη. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν ψυχικά υγιής και αντιμετώπιζε προβλήματα κατάθλιψης καθώς και ψυχαναγκαστικής και διπολικής διαταραχής. Επιπλέον ότι ο Ενάγοντας είχε καταναλώσει υπέρμετρη ποσότητα αλκοόλ και πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού κατά την διάρκεια του εικοσιτετραώρου, γεγονός που έκανε την μετακίνηση του με τα πόδια, δύσκολή, επικίνδυνη και προβληματική. Επειδή λοιπόν οι πιο πάνω ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από του Εναγόμενους 1 και 2 δια μέσω της Υπερασπίσεως τους προφανώς ενόχλησαν τον Ενάγοντα, καταχωρήθηκε εκ μέρους του η παρούσα Αίτηση δια της οποίας και επιζητείται από το Δικαστήριο η έκδοση διαταγμάτων για την διαγραφή των πιο πάνω αναφέρομενων ισχυρισμών καθότι υποστηρίζεται ότι αυτοί είναι αχρείαστοι, σκανδαλώδεις, ενοχλητικοί, άσχετοι και προκαλούν αμηχανία, δυσμενείς επιπτώσεις και τείνουν να καθυστερήσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.19 Θ.26, Δ.48 Θ. 1 - 4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της Μαρίας Χατζηωάννου η οποία εργάζεται ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Η κα. Χατζηιωάννου μέσα από την ένορκο της δήλωση, υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δια μέσω των δικογράφων της Υπεράσπισης που έχουν καταχωρήσει, προβάλλουν ισχυρισμούς που είναι σκανδαλώδεις, ενοχλητικοί, προσβλητικοί και απρεπείς που τείνουν να μειώσουν στο έπακρο την προσωπικότητα και την τιμή του Ενάγοντα/ Αιτητή. Μάλιστα υποστηρίζεται η θέση, ότι οι ισχυρισμοί που έχουν προβληθεί, δεν στηρίζονται στο αναγκαίο δικογραφημένο υπόβαθρο καθότι απουσιάζουν παντελώς από τα οι λόγοι και τα γεγονότα που προδίδουν στον Ενάγοντα αυτούς τους χαρακτηρισμούς, ότι δηλαδή δεν ήταν υγιής σωματικά και ψυχικά, ότι ήταν αλκοολικός, υπέρβαρος και με πρόβλημα όρασης. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης θα αναγκαστεί να απαντήσει και να αντικρούσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να υπάρξει καθυστέρηση και στην εκδίκαση της υπόθεσης αφού η διαδικασία θα περιπλεχθεί. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, αντιδρώντας στην αίτηση του Ενάγοντα, καταχώρησαν με την σειρά τους ένσταση στην οποία προβάλλονται μόνο 2 λόγοι ένστασης. Πιο συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο ένστασης υποστηρίζεται η θέση, ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, ανεδαφική και παράτυπη αφού αφορά σε ζητήματα που δεν εγέρθηκαν έγκαιρα και έγκυρα με την κλήση για οδηγίες του Ενάγοντα, ημερ. 25/10/
- Σε ότι αφορά τον δεύτερο λόγο ένστασης αυτός έγκειται στο ότι, η αίτηση που έχει καταχωρηθεί, δεν αφορά περίπτωση αχρείαστων, σκανδαλωδών, άσχετων, άχρηστων ισχυρισμών, ούτε αυτοί αποτελούν μαρτυρία και ούτε τείνουν να καθυστερήσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Χρήστου Σιμιλλίδη ο οποίος εργάζεται ως δικηγόρος της νομικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του είναι εμφανής από τον φάκελο της υπόθεσης, χωρίς να καθίσταται η ανάγκη να το επαναλάβω. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι, υποστήριξαν, με γραπτές αγορεύσεις, τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας στη σχετική νομολογία, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για την έκδοση της παρούσας Απόφασης. Όπως είναι όμως διατυπωμένο το συγκεκριμένο αίτημα είναι φανερό ότι ορθά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.19 Θ.26, η οποία, μεταξύ άλλων, διέπει και το θέμα της διαγραφής μέρους δικογράφων για λόγους που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη. Η Δ.19 Θ.26 λοιπόν προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Κύριος σκοπός της Δ.19 Θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπετε από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Θ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα. Προκύπτει λοιπόν ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιαστικά-ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιαστικά (material) εκεί συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως δε αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα AnnualPractice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein AliNasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρεται ότι «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον Αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1958 σελ. 477 επόμενα. Ειδικότερα για το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Ως καθοδήγηση για το θέμα αναφέρονται τα πιο κάτω λεχθέντα στην απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία εφαρμόσθηκε αργότερα στην Re W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψιν τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των, ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται δε θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Η εξουσία διαγραφής που παρέχεται από την Δ.19 Θ.26 είναι διακριτικής μορφής και, ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus)Ltd ανωτέρω). Αναφορικά με το πως αυτή ασκείται βλ. Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν.Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών που έχω υποδείξει, κρίνω σκόπιμο και ως θέμα λογικής προτεραιότητας να εξετάσω καταρχήν τον λόγο ένστασης που έχει προβληθεί εκ μέρους των Εναγομένων / Καθ' ων η Αίτηση, αναφορικά με την θέση τους ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη καθότι αφορά ζητήματα που δεν εγέρθηκαν από τον Ενάγοντα έγκυρα και έγκαιρα με την καταχώρηση της κλήσεως για οδηγίες ημερ. 25/10/
- Υποστηρίζεται μάλιστα η θέση δια μέσω της γραπτής αγόρευσης των Καθ' ων η Αίτηση, ότι ο Ενάγοντας, λόγω του ότι δεν συμπλήρωσε στο Παράρτημα που καταχώρησε το αίτημα διαγραφής, δεν δικαιούται να το υποβάλει σήμερα και να το προωθήσει καθότι αυτό θα έπρεπε να προωθηθεί με το παράρτημα του Τύπου
- Με όλο τον σεβασμό προς την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση που έχει προβληθεί. Και αυτό γιατί, εξετάζοντας το λεκτικό της διαταγής 30 των Κ. Π. Δ και πιο συγκεκριμένα του κανονισμού 3(β),διαπιστώνεται ότι οι Διαταγές που θα πρέπει να διαβάζονται υπό το πρίσμα της ανωτέρω Διαταγής, δηλαδή της Διαταγής 30, είναι οι 14,19 θ. 6 - 9, 24, 28, 33, 38 ,49, 57, 59 και
- Εν προκειμένω το αίτημα δεν στηρίζεται στις πιο πάνω Διαταγές αλλά συγκεκριμένα στην Διαταγή 19, θ. 26 η οποία και δεν περιλαμβάνεται στο λεκτικό του πιο πάνω κανονισμού. Εξάλλου μέσα από μια γρήγορη ανάγνωση του λεκτικού της Διαταγής 19 θ.26 στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια «καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας» να διατάξει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο. Πέραν των πιο πάνω εξετάζοντας τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης και πιο συγκεκριμένα τα πρακτικά του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι την 11/01/23 ο Ενάγοντας ζήτησε όπως εξετάσει το ζήτημα που είχε τεθεί με το παράρτημα των Εναγόμενων για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ενώ παράλληλα αναφέρθηκε και από τους Δικηγόρους που τον εκπροσωπούν, ότι θα καταχωρηθεί από πλευράς του και αίτηση για διαγραφή μέρους των δικογραφημένων ισχυρισμών που προωθούνται με την Υπεράσπιση των Εναγομένων. Αναφορικά με το τελευταίο, η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται πρόδηλο ότι ο λόγος ένστασης που έχει προβληθεί δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται ως αβάσιμος και ανεδαφικός. Στρεφόμενος τώρα στον δεύτερο λόγο ένστασης που έχει προβληθεί από την πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, θεωρώ πως ο λόγος αυτός θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα και παράλληλα με τα αιτητικά που έχουν υποβληθεί από τον Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση. Σε ότι αφορά την διαγραφή που επιζητείται επί των δικογραφημένων ισχυρισμών της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 και πιο συγκεκριμένα επί της παραγράφου 3, ότι δηλαδή ο Ενάγοντας δεν ήταν υγιής σωματικά και μάλιστα ότι είχε πρόβλημα όρασης και ήταν υπέρβαρος σε σημείο που ήταν δύσκολη η μετακίνηση του με τα πόδια, θεωρώ ότι παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί που πιθανόν να δημιουργούν προς την πλευρά του Ενάγοντα κάποιου είδους ενόχληση, εντούτοις κρίνω ότι είναι σχετικοί με το επίδικο ατύχημα αφού ουσιαστικά επιδιώκεται η προώθηση των πιο πάνω ισχυρισμών με σκοπό να καταδειχθεί από πλευράς τους, ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε εξαιτίας του ίδιου του Εναγόντα και όχι εξαιτίας των Εναγομένων. Σε ότι αφορά βεβαίως τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από μέρους των Εναγομένων, ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν ψυχικά υγιής, θεωρώ ότι δια μέσω του ισχυρισμού αυτού ουδεμία σύνδεση η σχέση δεν έχει καταδειχθεί για το πως το γεγονός αυτό σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ή θα μπορούσε να επηρεάσει το ατύχημα που επεσυνέβη, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός αυτός που καταγράφηκε να εντελώς άσχετος σκανδαλώδης και ενοχλητικός. Συνακόλουθα με εξαίρεση του πιο πάνω ισχυρισμού του οποίου και διατάσσεται η διαγραφή του, το αιτητικό Α1 απορρίπτεται. Προχωρώντας στην εξέταση του κατά πόσο χρήζουν διαγραφής οι ισχυρισμοί που καταγράφηκαν επί της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης του Εναγομένου 1, ότι δηλαδή ο Ενάγοντας είχε πρόβλημα αλκοολισμού και κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κατά την διάρκεια του εικοσιτετράωρου, κρίνω ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι σχετικός ακόμη και αν είναι ενοχλητικός προς τον Ενάγοντα, καθότι είναι προφανές ότι έχει προβληθεί με σκοπό να καταδείξει την ευθύνη του Ενάγοντα για την πτώση του στο έδαφος και τον συνεπακόλουθο τον τραυματισμό του συνεπεία της κατανάλωσης αλκοόλ. Συνακόλουθα το αιτητικό Α2 απορρίπτεται. Στρεφόμενος τώρα στο αιτητικό Α3 και πιο συγκεκριμένα στους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί επί της παραγράφου 5 της Υπερασπίσεως του Εναγόμενου 1, αναφορικά με το ότι δηλαδή ο Ενάγοντας δεν ήταν ψυχικά υγιής και αντιμετώπιζε πρόβλημα κατάθλιψης, ψυχαναγκαστικής και διπολικής διαταραχής, είμαι της γνώμης ότι, οι πιο πάνω ισχυρισμοί ως έχουν προβληθεί είναι εντελώς άσχετοι καθότι δεν προκύπτει να συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο ως αυτοί έχουν προβληθεί, με την πτώση του Ενάγοντα στο έδαφος εντός του υποστατικού των Εναγομένων και τον συνεπακόλουθο τραυματισμό του. Συνακόλουθα κρίνω ότι είναι σκανδαλώδεις και ενοχλητικοί. Το αιτητικό Α3 αναφορικά με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1, εγκρίνεται. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 με τίτλο « Λεπτομέρειες της αξίωσης του Ενάγοντα» υποπαράγραφος (γ), ότι δηλαδή ο Ενάγοντας είχε καταναλώσει υπέρμετρη ποσότητα αλκοόλ και πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού κατά την διάρκεια του εικοσιτετράωρου γεγονός που έκαναν την μετακίνηση του με τα πόδια δύσκολη και προβληματική, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ως έχουν προβληθεί συνδέονται με το ατύχημα καθότι θέτουν ως βάση τους την προβληματική και δύσκολη μετακίνηση του Ενάγοντα με τα πόδια αφού υποστηρίζεται η θέση ότι ο Ενάγοντας κατά την διάρκεια του εικοσιτετράωρου είχε καταναλώσει πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού και αλκοόλ. Το Αιτητικό Α4 για τους λόγους που έχουν ανωτέρω εξηγηθεί, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα αιτητικά Α5, Α6, Α7 και Α8 αναφορικά με τους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί επί του δικογράφου της Υπεράσπισης που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους της Εναγόμενης 2, παρατηρώ ότι αυτά αφορούν στο ίδιο επακριβώς περιεχόμενο με τους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί και εξεταστεί ανωτέρω αναφορικά με τα αιτητικά Α1,Α2,Α3 και Α4 αντίστοιχα σε ότι αφορά την Υπεράσπιση που έχει καταχωρηθεί από τον Εναγόμενο
- Πιο συγκεκριμένα το αιτητικό υπό στοιχείο Α1 που αφορά την παράγραφο 3 της έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 είναι το ίδιο με το αιτητικό υπό στοιχείο Α5 που αφορά την παράγραφο 3 της έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2, το αιτητικό υπό στοιχείο Α2 είναι το ίδιο με το αιτητικό υπό στοχείο Α6, το αιτητικό υπό στοιχείο Α3 είναι το ίδιο με το αιτητικό υπό στοιχείο Α7 και το αιτητικό υπό στοιχείο Α4 με το αιτητικό υπό στοιχείο Α
- Συνεπακόλουθα, αφής στιγμή έχω ήδη εξετάσει και έχω αποφασίσει την διαγραφή μέρους των ισχυρισμών που τέθηκαν επί της Υπερασπίσεως του Εναγόμενου 1, υιοθετώ την ίδια κρίση αναφορικά και με τα αιτητικά που αφορούν τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης του Εναγόμενου
- Τονίζεται ότι σε καμία εκ των περιπτώσεων δεν έχω προβεί σε αξιολόγηση των ισχυρισμών των δύο πλευρών για το αληθές της εκδοχής τους. Το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους αιτήσεις περί διαγραφής ισχυρισμού, το φέρει ο Αιτητής. Είναι δε σημαντικό να τονιστεί ότι η αίτηση διαγραφής, κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο, το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών του Αιτητή. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (Σάββας Ευαγγέλου ν. Ο Φιλελεύθερος (ανωτέρω), In Re Pelmako Development Ltd. Με βάση λοιπόν τα όσα έχω ανωτέρω αναφέρει, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δεν απέσεισε το εν λόγω βάρος αναφορικά με όλα τα αιτητικά που προβλήθηκαν επί της αιτήσεως του, έχοντας πάντοτε υπόψη μου τα δικόγραφα των διαδίκων, εκτός βεβαίως από το μέρος του αιτητικού Α1 και Α5 και πιο συγκεκριμένα της φράσης «ούτε ψυχικά μάλιστα» της παραγράφου 3 της έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 και της παραγράφου 3 της έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 αντίστοιχα, καθώς και ολόκληρου του Αιτητικού υπό στοιχεία Α3 και Α7 των παραγράφων 5 της έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα, τα οποία έχουν επιτυχή κατάληξη. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω και χωρίς σε καμία περίπτωση να μου διαφεύγει ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας η εξουσία αυτή θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της μερικής έγκρισης της αίτησης αναφορικά με τα πιο πάνω αιτητικά που υπέδειξα. Ενόψει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα διαγραφής μέρους της Τροποποιημένης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και πιο συγκεκριμένα επί της παραγράφου 3 αυτών, των ισχυρισμών « ούτε ψυχικά μάλιστα» ως το Αιτητικό Α1 και Α5 αντίστοιχα καθώς και ολόκληρης της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 ως τα αιτητικά Α3 και Α7 αντίστοιχα. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται κατά το ήμισυ αυτών εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ ων η αίτηση και υπέρ του Ενάγοντα/ Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε, μετά το πέρας της αγωγής. Η Αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 17/04/24 και ώρα 09: 00π.μ. (Υπ.) .......................... Σ. Συμεού E.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο