← Κύπρος

ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΝΕΑΡΧΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 175/17, 31/10/2023

ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΝΕΑΡΧΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 175/17, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 175/17 Μεταξύ: ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ΕΝΑΓΩΝ ΚΑΙ ΝΕΑΡΧΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Οκτωβρίου 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κος Χρ. Χ¨Λοϊζου για Χ.Χ¨Λοϊζου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κος Α.Γλυκής για Η.Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων με την αγωγή του αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα κατόπιν τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε στις 22.3.15 στην Λεμεσό, λόγω ισχυριζόμενης αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης (Ε/Α στο εξής) ο ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας υπ' αριθμόν εγγραφής [ ]. Ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης και/ή δικαιούμενος εις εγγραφή και/ή άλλως πως του αυτοκινήτου υπ' αριθμόν εγγραφής [ ]. Κατά ή περί την 22/03/2015 ο Ενάγων οδηγούσε νομίμως την μοτοσυκλέτα του υπ' αριθμόν εγγραφής [ ] στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου - Λεμεσού με ανατολική κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο υπ' αριθμόν εγγραφής [ ] με αντίθετη κατεύθυνση τόσον αμελώς και/ή κατά τοιούτο τρόπο ώστε προκάλεσε και/ή επέτρεψε να προκληθεί βίαιη σύγκρουση με την ως άνω μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Ενάγοντας, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να τραυματιστεί σοβαρά και η μοτοσυκλέτα του να υποστεί ζημιές και απώλειες. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το ως άνω δυστύχημα οφείλεται εις την αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Εναγομένου. Οι ειδικές ζημιές που υπέστη ο ενάγων από το δυστύχημα περιλαμβάνουν ιατρικά έξοδα, φάρμακα, φυσιοθεραπεία, πλήρη καταστροφή της μοτοσυκλέτας του, τα έξοδα του εκτιμητή και απώλεια εισοδήματος για την περίοδο από τις 24.3.15 - 6.10.15 ήτοι συνολικό ποσό €

  1. Οι σωματικές βλάβες του ενάγοντα είναι οι εξής: α) Κάταγμα 1ου και 2ου μεταταρσίου δεξιού ποδιού β) Παρέμεινε κλινήρης για παρακολούθηση μέχρι και τις 25/3/2015 και έπειτα εξήλθε με οδηγίες για ανάπαυση, ξεκούραση, χρήση αναλγητικής αγωγής ενώ είχε χορηγηθεί γύψινος νάρθηκας ακινητοποίησης του δεξιού ποδιού/ποδοκνημικής. γ) έντονη ευαισθησία στην περιοχή του πρώτου και του δεύτερου μεταταρσίου. δ) Στις 29/6/2015 ο Ενάγων παραπονείτο για εμμένουσες ενοχλήσεις κατά την ορθοστασία και την κίνηση. Συστήθηκε η συνέχιση της φυσιοθεραπευτικής αποκατάστασης όπως επίσης και η αποχή από τα εργασιακά του καθήκοντα από τις 24/6/2015 μέχρι και τις 6/10/
  2. ε) Οι ενοχλήσεις αυτές πιθανόν να παραμείνουν μόνιμες παρουσιάζοντας κατά περιόδους εξάρσεις και υφέσεις ιδιαίτερα κατά τις κλιματολογικές αλλαγές, επηρεάζοντας έτσι τόσο την προσωπική όσο και την επαγγελματική ζωή του ενάγοντα. Λόγω ων ως άνω τραυμάτων που υπέστη ο Ενάγων, υπέφερε και θα υποφέρει μονίμως στο μέλλον απώλειες ανέσεων, απολαύσεων και δυσκολίες στην καθημερινή και επαγγελματική του δραστηριότητα. Στην έκθεση υπεράσπισης (Ε/Υ στο εξής) δεν γίνεται αποδοχή των θέσεων του ενάγοντα πλην του γεγονότος ότι ο ενάγων ήταν ο οδηγός της εν λόγω μοτοσυκλέτας και αυτός ο οδηγός του εν λόγω οχήματος και επεσυνέβη μία σύγκρουση μεταξύ τους. Επίσης θέση του είναι ότι ο ενάγων στην προσπάθεια του να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με αυτόν. Όλες οι ισχυριζόμενες από τον ενάγοντα ειδικές ζημιές και γενικές αποζημιώσεις είναι εξογκωμένες και υπερβολικές και/ή προήλθαν από άλλη αιτία. Ο εναγόμενος ζητεί όπως η αγωγή απορριφθεί με έξοδα εναντίον του. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσαν 6 μάρτυρες ήτοι ο Αστ.3428 Κ.Χαραλάμπους ΜΕ1, ο Ν.Μαρκουλλής ΜΕ2, ο Δρ.Σ.Ιωσηφίδης ΜΕ3, η Μ.Βραχίμη ΜΕ4, η Δρ.Δ.Νικολάου ΜΕ5 και ο ίδιος ως ΜΕ
  3. Προς υπεράσπιση του εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ως ΜΥ1 και ο Δρ. Η.Γεωργίου ΜΥ
  4. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν 9 τεκμήρια ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα, τα οποία και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:

(1)η ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου ενημερώθηκε για το δυστύχημα, δηλαδή της γνωστοποιήθηκε επιστολή ημερομηνίας 9.4.15 για να επιθεωρήσει τις ζημιές της μοτοσυκλέτας του ενάγοντα.
(2)Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης αυτής κατά το επίδικο χρόνο του δυστυχήματος ήταν ο ενάγων,
(3)οι ζημιές της μοτοσυκλέτας είναι €1350, πλέον τα έξοδα εκτίμησης της που ανέρχονται στα €130 του ΜΕ
  1. Για το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του δυστυχήματος, των γενικών και των ειδικών αποζημιώσεων (πλην των πιο πάνω παραγράφων 1 - 3) διεξήχθηκε η ακροαματική διαδικασία. [ ] Σε ερώτηση εάν κατηγορήθηκαν οι 2 οδηγοί απάντησε ότι ο οδηγός του οχήματος κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση, για αλκοόλη και ότι δεν τηρούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου. Ο ενάγων για αμελή οδήγηση, ότι δεν τηρούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου και για ένα άλλο αδίκημα που δεν θυμόταν. Τις ζημιές των οχημάτων δεν τις θυμόταν γιατί ήταν καταγεγραμμένες στον φάκελο τον οποίο δεν είχε στην κατοχή του. Υπήρχε ζημιά στο δεξιό μπροστινό ριμ για το οποίο έκανε καταγραφή στο τεκμ.
  2. Στην ερώτηση πόση απόσταση υπήρχε από το Χ μέχρι την τελική θέση του οχήματος Α2 είπε ότι αυτό ήταν διαγώνια μέσα στο δρόμο και η δεξιά μπροστινή πλευρά του είναι στα 10,4m, το σημείο σύγκρουσης στην βασική γραμμή είναι 27,6 άρα αφαιρώντας το 10,4 αυτό διένυσε μία απόσταση 17,20 μέτρα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι έχει περίπου 8 χρόνια να δει τον φάκελο. Η υπεράσπιση του υπέβαλε ότι το Χ είναι στην δεξιά λωρίδα σύμφωνα με την πορεία της μοτοσυκλέτας στο 5,80 και ο ΜΕ1 είπε ότι στο 5.80 επί της βασικής γραμμής υπάρχει σκάψιμο από το δεξιό μπροστινό ριμ του αυτοκινήτου και αφαίρεσε τα 20 εκατοστά και το Χ είναι στο 5.60 περίπου στο κέντρο του δρόμου (5.5). Είπε είναι 10 εκατοστά στην δεξιά λωρίδα. Δεν υπήρχε ή ειπώθηκε άλλο σημείο συγκρούσεως γιατί αν του έλεγαν θα το τοποθετούσε στο τεκμ.
  3. Τα όσα κατέθεσε ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν και ούτε και ότι τα δύο οχήματα οδηγούνταν από αντίθετες κατευθύνσεις. Στην θέση της υπεράσπισης ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα είπε ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και δεν μπορούσε να γίνει τέτοιος έλεγχος. Τα φώτα πορείας της μοτοσυκλέτας λειτουργούσαν. Γιατί αν δεν λειτουργούσαν θα υπήρχε και άλλη κατηγορία του οδηγού. Στην υποβολή ότι ο οδηγός του οχήματος δεν κατανάλωσε αλκοόλ απάντησε αρνητικά και είπε ότι το αλκοόλ πάντα παίζει ρόλο σε ένα δυστύχημα με βάση την εμπειρία του. Επίσης είπε ότι υπήρχε βιαιότητα στην σύγκρουση για να σπάσει εσωτερικά το ριμ του αυτοκινήτου. Επανέλαβε ότι υπήρχε επαρκής φωτισμός. Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τις ζημιές των οχημάτων λόγω καταστροφής του φακέλου της αστυνομίας πλην της αναφοράς για το εσωτερικό ριμ του οχήματος του εναγόμενου. Είναι όμως η θέση του ότι το Χ είναι 10 εκατοστά μέσα στην πορεία του εναγόμενου. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο Ν.Μαρκουλλής εμπειρογνώμονας ατυχημάτων και εκτιμητής μηχανοκινήτων οχημάτων για 46 χρόνια. Αυτός κατέθεσε στο δικαστήριο το τεκμ.2 σε σχέση με τα προσόντα του και ανέφερε ότι παρουσιάστηκε ενώπιον δικαστηρίων πάρα πολλές φορές. Στις 2.4.15 ο ενάγων του έδωσε οδηγίες για να επιθεωρήσει τις ζημιές της μοτοσυκλέτας του και αυτός στις 3.4.15 επιθεώρησε τις ζημιές της μοτοσυκλέτας του, ετοίμασε την έκθεση του τεκμ.3 αναφορικά με αυτές και έβγαλε 4 φωτογραφίες που απεικονίζουν την μοτοσικλέτα του ενάγοντα η οποία όπως είπε έγινε μία μάζα από σίδερα. Αυτός εξέδωσε την απόδειξη του τεκμ.3 της οποίας το ποσό των €130 το είσπραξε από τον ενάγοντα. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε και έγινε παραδεκτό γεγονός το ύψος της ζημιάς της μοτοσυκλέτας στο ποσό των €1350 επί πλήρους ευθύνης πλέον €130 τα έξοδα του (παράγραφοι 7 Γ και Δ της Ε/Α). Ως ΜΕ3 ήταν ο Ιατρός Σ.Ιωσηφίδης χειρούργος ορθοπεδικός, τραυματιολόγος. Τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ενώπιον του δικαστηρίου κατέθεσε και υϊοθέτησε την έκθεση του τεκμ.
  4. Ανέφερε ότι από το 2005 διατηρεί ιατρείο και τις χειρουργικές επεμβάσεις τις διενεργεί στην Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό. Αναγνώρισε τον ενάγοντα και ανέφερε ότι στις 30.1.23 ήταν η τελευταία φορά που τον είδε αφού τον εξέτασε. Αυτός δεν είχε κάποιες εμφανείς αλλοιώσεις απλώς ο ενάγων του είχε αναφέρει ότι σε πολύωρες ορθοστασίες και πεζοπορίες αυτός είχε ακόμη ενοχλήσεις στο πόδι του. Ανέφερε ότι όταν κάποιος υποστεί έναν τραυματισμό στο πόδι μετά από χρονικό διάστημα 6-9 μήνες φτάνει στην ολική αποκατάσταση και οποιεσδήποτε ενοχλήσεις που μπορούν να του παρουσιάζονται μετά δεν μπορούν να δείξουν κάποια σημαντική βελτίωση. Αν αυτές οι ενοχλήσεις εμμένουν αντιμετωπίζονται είτε με φυσιοθεραπευτικές συνεδρίες ή με πάτους στήριξης του ποδιού και κατά περιόδους με παυσίπονα. Επίσης είπε ότι αναφορικά με την τελευταία του εξέταση είπε ότι μπορεί να υπάρχουν ενοχλήσεις που σίγουρα θα έχουν παραμείνει από το χτύπημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον επισκέφθηκε στις 9.4.
  5. Ο Ενάγων πήγε στο Νοσοκομείο την επόμενη ημέρα από το δυστύχημα. Ο ΜΕ3 είπε ότι ο ενάγων υποβλήθηκε περαιτέρω σε ακτινολογικό έλεγχο και βρέθηκε κάταγμα στο πρώτο μετατάρσιο. Χαρακτήρισε το κάταγμα που υπέστη ο ενάγων ως ρωγμώδες αμετατόπιστο, μπορεί να φαίνεται σαν ρωγμές στην επιφάνεια του οστού. Είπε ότι αυτά τα κατάγματα στις πλείστες περιπτώσεις είναι μη σοβαρά και υπάρχει πλήρης αποκατάσταση. Επίσης ανέφερε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γνωρίζει αν υπήρξε πλήρης αποκατάσταση. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι 8 χρόνια μετά από το δυστύχημα δεν τίθεται ζήτημα να μην έχει αποκατασταθεί η ζημιά στον ενάγοντα. Ο μάρτυρας απάντησε ότι κατά κανόνα οι ενοχλήσεις που πιθανόν να του έμειναν να είναι χαμηλής έντασης. Ο ΜΕ3 είπε δεν μπορεί να απαντήσει εάν ο ενάγων δεν έχει οποιοδήποτε πρόβλημα που μπορεί να προέρχεται από το δυστύχημα του
  6. Στις 30.1.23 όταν τον εξέτασε δεν υποβλήθηκε και σε ακτινογραφία. Ο μάρτυρας όταν ερωτήθηκε σε σχέση με τον πόνο που προκαλείται από αυτό το χτύπημα είπε ότι ο οξύτατος πόνος μπορεί να υποχωρήσει κατά κανόνα τις 3 επόμενες μέρες. Του έδωσε άδεια πεντέμισυ μήνες. Στις 19.5.15 δηλαδή 2 μήνες μετά παρουσίαζε σημεία πόρωσης αλλά δεν ήταν πλήρης. Ως ΜΕ4 κατέθεσε η Μ.Βραχίμη η οποία εργάζεται στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις στο Τμήμα Επιθεωρητών και ανέφερε ότι ο ενάγων ήταν εγγεγραμμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργαζόμενος το έτος
  7. Κατέθεσε και υϊοθέτησε περί τούτου το τεκμήριο 5 το οποίο αποτελεί κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2015 και φέρει ημερομηνία 13.6.17, για το ποσό των ασφαλιστέων αποδοχών €
  8. Αυτός είχε αιτηθεί επίδομα ασθένειας για την περίοδο 27.6.15 μέχρι 30.9.15 και έλαβε το ποσό των €2937,
  9. Αυτός εργάστηκε όλο το 2015 πλην του πιο πάνω διαστήματος. Κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα ήταν €175 εβδομαδιαίως. Ο ενάγων είχε εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και το έτος 2016, συνεπώς είπε, αυτός θα εργάστηκε για κάποια περίοδο του
  10. Ο ενάγων είχε αιτηθεί τερματισμό αυτοτελούς εργαζομένου και εργάστηκε μέχρι τις 2.10.
  11. Μετά από τον Οκτώβριο δεν εργάστηκε ξανά. Δεν γνωρίζει ως υπηρεσία ότι ο ενάγων δήλωσε μέσω των δικογράφων ότι αμείβεται €2000 το μήνα. Επανέλαβε ότι το ποσό των €4534 είναι πιστώσεις που έλαβε ο ενάγων ο οποίος αιτήθηκε επίδομα ασθένειας το οποίο ήταν €2937,
  12. Ως ΜΕ5 κατέθεσε η Ιατρός Δ.Νικολάου Γενικός Χειρούργος. Τα προσόντα της δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση. Το 2015 εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (ΓΝ στο εξής) και κατέθεσε και υιοθέτησε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 9.10.15 τεκμήριο
  13. Είδε στο δικαστήριο και αναγνώρισε τον ενάγοντα τον οποίο είδε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του ΓΝ στις 23.3.15 μία ημέρα μετά το δυστύχημα και μία εβδομάδα πριν την δικάσιμο, για να τον αξιολογήσει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Αυτός της παραπονέθηκε για μεταταρσαλγία και αίσθημα εύκολης κόπωσης όταν είναι όρθιος για ώρες. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι δεν έχει το φάκελο του ενάγοντα. Αυτός πήγε και την είδε ιδιωτικά και δεν πληρώθηκε γι' αυτό. Διαφώνησε στη θέση ότι είδε τον ενάγοντα κατά παράβαση του Νόμου για το Γενικό Σύστημα Υγείας ΓΕΣΥ. Όταν τον είδε κλινικά κατά την εξέταση δεν υπήρχε πόνος στο μετατάρσιο. Είπε ότι ο ενάγων προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του ΓΝ και τον είδε αυτή γιατί τα τροχαία ατυχήματα παρακολουθούνται από τους χειρούργους τραύματος. Οι ορθοπεδικοί παρεμβαίνουν μετά την αξιολόγηση από τους χειρούργους. Τον είδε ορθοπεδικός και αυτό εμφαίνεται στο τεκμήριο
  14. Είπε ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό αναγράφει ότι ο ασθενής ανέφερε ζάλη, ναυτία, κεφαλαλγία, δηλαδή συμπτώματα ήπιας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Διαφώνησε με την υπεράσπιση ότι αυτός δεν έπαθε καμιά εγκεφαλική ζημιά. Είπε ότι οι ακτινολογικές εικόνες των ασθενών αξιολογούνται από ειδικούς ακτινολόγους και οι χειρούργοι αναφέρουν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης των ακτινολόγων. Στην ακτινογραφία μπορεί να μην φανούν τα μετατάρσια. Σε αυτό αναφέρεται μόνο κάταγμα δεύτερου μεταταρσίου του δεξιού άκρου ποδός. Περαιτέρω δεν γνωρίζει. Στην περίπτωση του κατάγματος υπάρχει πλήρης αποκατάσταση, αυτό όμως δεν ισχύει για όλους. Δεν μπορεί να πει αν τα μετατάρσια του ενάγοντα αποθεραπεύτηκαν πλήρως. Διαφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι αποκαταστάθηκε πλήρως το μετατάρσιο του. Της είπε ότι παρακολουθείται από ορθοπεδικό. Οι τραυματισμοί στο μετατάρσιο είναι μη σοβαροί. Ο πόνος του θα μπορούσε να υποχωρήσει σε 3 ημέρες ή και σε 3 μήνες δεν μπορεί να το ξέρει αυτό. Ως ΜΕ6 ήταν ο ενάγων Άρης Αριστοδήμου ο οποίος κατέθεσε και υϊοθέτησε την γραπτή δήλωση του τεκμήριο
  15. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι διατηρούσε εστιατόριο το οποίο έκλεισε περί το 2016 γιατί απουσίαζε 5 μήνες απ' εκεί και ο υπάλληλος του, του κατέστρεψε τη δουλειά γιατί επούλαν πράγμα. Ήταν αυτοτελώς εργαζόμενος. Αυτός δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι είχε εισόδημα €175 την εβδομάδα και συμφώνησε ότι εκ μέρους του υποβλήθηκε αίτηση από τον λογιστή του για επίδομα από τις 27.6.15 έως 30.9.
  16. Του υποβλήθηκε ότι αυτό το επίδομα δεν έχει σχέση με το δυστύχημα και αυτός διαφώνησε. Δεν είναι σίγουρος πότε επέστρεψε στο εστιατόριο του για εργασία. Την επίδικη ημέρα του δυστυχήματος οδηγούσε μοτοποδήλατο. Φορούσε κράνος το οποίο ήταν ανοικτό μπροστά και έσπασε. Είχε εκδορές. Ήταν νύχτα όταν έγινε το δυστύχημα, εντελώς σκοτεινά. Μπροστά του δεν είχε αυτοκίνητο, ούτε δίπλα του και μπορούσε να δει καθαρά το όχημα του εναγομένου που ερχόταν από απέναντι, δεν είχε εμπόδιο. Αυτός είδε τον εναγόμενο στα 40 με 50m περίπου, που ερχόταν απέναντι του, είδε τα φώτα του. Επίσης είπε «αυτός ήταν μέσα στην πάντα του. Όταν του κόντεψε σε απόσταση περίπου 20m και τον είδε ήταν μέσα στην πάντα του για δευτερόλεπτα και δεν μπορούσε να τον αποφύγει, κινήθηκε δεξιότερα προς το κέντρο του δρόμου για να τον αποφύγει, έτσι ήταν τα αντακλαστικά του εκείνη την ώρα, έστριψε το τιμόνι του αριστερά και πετάχτηκε που την μοτόρα». Σε άλλη ερώτηση είπε ότι πήγαινε στο δρόμο του κανονικά και είδε στην πάντα του το αυτοκίνητο του εναγομένου. Δεν είδε το αυτοκίνητο του εναγομένου που την πάντα του να φεύγει και να έρχεται στην πάντα του αλλά αυτός ήταν μέσα στην πάντα του. Σε άλλη ερώτηση είπε συγκεκριμένα «όπως έρκετουν πάνω μου το όχημα και σίγουρα ερχόταν με ταχύτητα έτσι όπως τον είδα σε απόσταση 30 με 40m είδα τον ότι κόντεψε μου και δεν εμπόρουν να κάμω κάτι να τον ποφύω τζαι μονομιάς σκέφτηκα να κάμω, να κινηθώ δεξιότερα προς το κέντρο για να τον ποφύω» και ακόμη «επήε να κινηθεί τζαι εκείνος προς την πλευρά τη δική του έστριψα το τιμόνι μου αριστερά και έγινε το δυστύχημα τζαι επέτασα εγώ». «Το δυστύχημα έγινε μέσα στην πάντα την δική του». Αποδέχτηκε ότι κατηγορήθηκε και πήγε στο ποινικό δικαστήριο και είχε παραδεχτεί. Διαφώνησε με τις θέσεις ότι αυτός είχε προσπεράσει αυτοκίνητο το οποίο ήταν μπροστά του και στη συνέχεια χτύπησε με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε στο δεξί προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του εναγόμενου μέσα στην πλευρά του, ως επίσης ότι ο εναγόμενος κινείτο κανονικά στην πορεία του και ποτέ δεν μπήκε στην πορεία του. Ο μάρτυρας είπε ότι τον πονάει το πόδι του στις αλλαγές του καιρού και όταν είναι όρθιος για 45 λεπτά με μία ώρα τον ενοχλεί, χρειάζεται παυσίπονα ή ξεκούραση, και βάζει το πόδι του πάνω ψηλά για να φεύγει ο πόνος. Η Υπεράσπιση αμφισβητεί την θέση του ότι εξακολουθεί να τον πονάει. Ο ίδιος συνεχίζει να παίρνει παυσίπονα που του είχε γράψει ο Δρ.Ιωσηφίδης. Στην υποβολή ότι δεν ξαναπήγε στον Δρ.Ιωσηφίδη και οποιοσδήποτε πόνος έχει στα πόδια του δεν σχετίζεται με το δυστύχημα αυτός διαφώνησε. Επίσης διαφώνησε ότι μετά που έβγαλε το νάρθηκα από το πόδι μπορούσε να ξεκινήσει δουλειά. Ανέφερε ότι η Δρ. Νικολάου του είπε να επισκεφθεί ορθοπεδικό και επίσης πήρε αναρρωτική άδεια για 6 μήνες. Ακόμη ότι αυτός έχει μέχρι σήμερα κατάλοιπα, περπατά κανονικά και υποβλήθηκε σε 10 φυσιοθεραπείες τις οποίες δεν πλήρωσε. Η θέση της υπεράσπισης ως προς τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος ήταν ότι ενώ ο ενάγων οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του και προσπερνούσε προπορευόμενο του όχημα κτύπησε στον δεξιό προφυλακτήρα του οχήματος του εναγόμενου και προκάλεσε το δυστύχημα ενώ ο εναγόμενος οδηγούσε κανονικά στην πορεία του. Ως ΜΥ1 ο εναγόμενος κατέθεσε και υϊοθέτησε στο δικαστήριο την γραπτή δήλωση του τεκμήριο
  17. Σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση αποδέχεται ότι τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα του στον εν λόγω δρόμο, με ανατολική κατεύθυνση, με τα φώτα του αναμμένα και κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και με χαμηλή ταχύτητα. Είδε την μοτοσυκλέτα εξ αντιθέτου που προσπέρασε παράνομα προπορευόμενο όχημα και μπήκε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας και τον κτύπησε στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του. Αυτός δεν ευθύνεται για το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ετοίμασε το τεκμήριο 8 μαζί με το δικηγόρο του, του έλεγε κι αυτός έγραφε. Στη σκηνή ο αστυνομικός έκανε μετρήσεις και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Τον πήραν στην αστυνομία και εκεί τους είπε πως έγινε το δυστύχημα. Αυτός συμφώνησε με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Τον υπέβαλαν σε έλεγχο αλκοόλης και κατηγορήθηκε γι' αυτό και για άλλες 2 κατηγορίες που δεν θυμάται. Αυτός οδηγούσε δυτικά και πήγαινε προς τα Ψαροκάικα. Δε θυμάται για τον οδικό φωτισμό, ήταν νύχτα και οδηγούσε με αναμμένα τα κανονικά του φώτα. Μπροστά του δεν είχε κάτι που να τον εμποδίζει, ο δρόμος ήταν καθαρός. Η θέση του ήταν ότι στην δεξιά λωρίδα ερχόταν αυτοκίνητο και η μοτοσικλέτα πήγε να προσπεράσει το αυτοκίνητο και πήγε μέσα στην πλευρά του. Την είδε αστραπιαία. Αυτός κρατούσε την αριστερή λωρίδα και δεν ήρθε ποτέ στην δεξιά πλευρά που ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας. Δεν πρόλαβε να κάνει οποιαδήποτε κίνηση πριν την σύγκρουση για να αποφύγει το δυστύχημα γιατί ήταν όλα αστραπιαία. Είπε ότι είδε το αυτοκίνητο την ώρα που ερχόταν σε 10 με 15m δεν μπορεί να το υπολογίσει. Το δυστύχημα έγινε στην πορεία του. Αρνήθηκε την θέση ότι αυτός ανάγκασε τον ενάγοντα να πάει στην πλευρά του ιδίου. ΜΥ2 ήταν ο Δρ.Γεωργίου ο οποίος κατέθεσε στο δικαστήριο και υιοθέτησε την έκθεση του ημερομηνίας 8.2.18 τεκμήριο
  18. Η πλευρά του ενάγοντα δεν αμφισβητεί τα προσόντα του μάρτυρα δηλαδή ότι αυτός είναι Ειδικός Ορθοπεδικός Χειρούργος. Σε αυτήν αναφέρει ότι είχε εξετάσει τον ενάγοντα στις 24.1.18 με σκοπό την καταγραφή λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού του, την εκτίμηση της σημερινής του κατάστασης και την ετοιμασία της έκθεσης του. Σε αυτόν τέθηκαν τα αντίγραφα των ιατρικών πιστοποιητικών των ΜΕ3 και
  19. Οι ακτινολογικές εξετάσεις επιβεβαιώνουν το κάταγμα της βάσης του πρώτου και δεύτερου μεταταρσίου και το κάταγμα ήταν γραμμοειδές ρωγμώδες χωρίς μετατόπιση. Το συμπέρασμα του ΜΥ2 το οποίο συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΕ3 ήταν ότι ο ενάγων είχε υποστεί εκδορές, κάταγμα στο α΄και β΄ μετατάρσιο του δεξιού ποδιού το οποίο ακινητοποιήθηκε σε γύψινο νάρθηκα και δεν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Δεν είχε οποιοδήποτε κατάλοιπα με βάση τα σημερινά κλινικά ευρήματα του. Κατά την κυρίως εξέταση του χαρακτήρισε το κάταγμα του ενάγοντα όπως πιο πάνω το οποίο αποτελεί την απλούστερη μορφή κατάγματος και το μόνο που χρειάζεται είναι απλή ακινητοποίηση σε γύψο. Αυτά τα κατάγματα δεν χειρουργούνται. Η αρχική περίοδος που ήταν τραυματίας δεν αναφέρεται στην αναρρωτική άδεια αλλά συμφώνησε ότι η μορφή του κατάγματος απαίτησε 5 εβδομάδες σε γύψο και 10 φυσιοθεραπείες όμως δικαιολογεί την περίοδο αναρρωτικής άδειας 3 και όχι 6 μηνών. Αυτό το κάταγμα είναι το υπ.αρ.1 σε συχνότητα. Ο ενάγων του είπε πως τραυματίστηκε. Είπε ότι ορθόδοξος τρόπος χορήγησης αναρρωτικής άδειας είναι ο γιατρός να συνεχίζει να παρακολουθεί τον ασθενή και να του χορηγεί στην πορεία την αναρρωτική άδεια και όχι να του παρέχει μία συνεχή αναρρωτική άδεια 3 μηνών και ορισμένων ημερών ως έπραξε ο ΜΕ
  20. Ο ΜΥ2 αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα ιδιαίτερα στο θέμα του κατά πόσο η χορήγηση της αναρρωτικής άδειας από τον ΜΕ3 των 6 μηνών ήταν ορθή (από 9.4.15 - 6.10.15). Συνακόλουθα είναι αποδεκτό από τον ΜΥ2 ότι ο ενάγων υπέστη 2 κατάγματα στο δεξί πόδι τα οποία όμως δεν άφησαν κατάλοιπα σε αυτόν. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των 2 πλευρών οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αυτών προχώρησαν σε νομική επιχειρηματολογία μέσω γραπτών αγορεύσεων που ετοίμασαν και υπέβαλαν στο Δικαστήριο προς διευκόλυνση του και αφού τις υιοθέτησαν επεξήγησαν προφορικώς το περιεχόμενο τους. Προς νομική υποστήριξη και τεκμηρίωση των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, τα μέρη δια των συνηγόρων τους παρέχουν συνοπτικά την προσαχθείσα μαρτυρία την σχολιάζουν και καταλήγουν στα δικά τους συμπεράσματα που κατά τη γνώμη τους θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, παραπέμποντας σε νομικά συγγράμματα και σε κυπριακή νομολογία. Δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων αφού αυτές βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως μέρος των επισυνημμένων εγγράφων. Οι νομικές θέσεις όμως των μερών καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους, όπως αυτή εκτέθηκε μέσα από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αξιολογούνται από το Δικαστήριο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614)). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον ενάγοντα όπως και τους λοιπούς μάρτυρες τους οποίους και αξιολογώ. Αναφορικά με την αξιολόγηση μαρτυρίας σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, συνήθως η κάθε πλευρά προβάλλει την δική της εκδοχή και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση, αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία, να επιλέξει ποια εκδοχή είναι η ορθή και να καταλήξει στα ευρήματα του. Έχει δε νομολογηθεί ότι πέραν από τις δικές του παρατηρήσεις όσον αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων, βασική βοήθεια για το Δικαστήριο είναι η πραγματική μαρτυρία, όπως το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, ιδιαίτερα όταν τα δεδομένα επί τούτου είναι κοινώς αποδεκτά (βλ. Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση (βλ. Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 267). Εφόσον όμως δεν είναι ουδέτερη, παρέχει βάση για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας και διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, (βλ. Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362 και Κονναρή ανωτέρω). Ως δε έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιεί γενική κοινή γνώση, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας (βλ. Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Ελλείψει λοιπόν μαρτυρίας ειδικού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήγει, για θέματα στα οποία τέτοια μαρτυρία είναι απαραίτητη, σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, καθότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι έχει καταστήσει εαυτόν ειδικό επί του θέματος, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο (βλ. Δημητρίου κ.α. v. Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1095). Μπορεί όμως κατά την αξιολόγηση να αντικρίσει τα διαθέσιμα στοιχεία υπό το φως της κοινής λογικής (βλ. Κρασισμένου ν. Σωφρονίου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1152). Τα συμπεράσματα δε που μπορεί να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία, αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής (βλ. Ιορδάνου κ.α. ν. Κυριάκου κ.α.
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1364 και Σαββίδης ν. White
(1996)1 Α.Α.Δ. 567). ΜΕ1 εξεταστής της υπόθεσης μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του αναφορικά με τις ενέργειες του στη σκηνή και ότι κατηγόρησε τους 2 οδηγούς. Παρά το γεγονός της καταστροφής του φακέλου εντούτοις αυτός είχε στην κατοχή του την αστυνομική έκθεση η οποία περιείχε πληροφορίες για το δυστύχημα με βάση τις σημειώσεις του ως εξεταστή, θέση η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Αποδέχομαι το Χ ως σημείο συγκρούσεως στο οποίο συμφώνησαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί και τις μετρήσεις του στο τεκμ.1 οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν. Συνακόλουθα τον αποδέχομαι πλήρως ως αξιόπιστο μάρτυρα. Η μαρτυρία του ΜΕ2 αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της αναφορικά με τις ζημιές στην μοτοσυκλέτα του ενάγοντα ύψους €1350 οι οποίες εμφαίνονται στις φωτογραφίες του τεκμ.3. Ο ΜΕ3, η ΜΕ5 και ο ΜΥ2 Ιατροί κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746), Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Επί του προκειμένου αναφορικά με το κατά πόσο οι μάρτυρες Ιατροί είναι εμπειρογνώμονες, στην ειδικότητα του έκαστος αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Συναφώς η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Από την μαρτυρία του ΜΕ3 αποδέχομαι όσα ανέφερε περί της εξέτασης του ενάγοντα αρχικά 18 ημέρες μετά από το δυστύχημα ήτοι στις 9.4.15, 30.4.15, 19.5.15, 29.6.15 και τελευταία φορά στις 30.1.
  1. Το δεξί πόδι/ποδοκνημική του ενάγοντα έφερε γύψινο νάρθηκα και ότι όταν τον αφαίρεσε για εξέταση διαπίστωσε έντονη ευαισθησία στην περιοχή του α΄ και β΄μεταταρσίου. Αποδέχομαι ότι όταν ο ενάγων ευρισκόταν στο Νοσοκομείο διαπιστώθηκε μόνο το κάταγμα του β΄ μεταταρσίου (τεκμ.6) ενώ είχε υποστεί και κάταγμα του α΄ μεταταρσίου, ως το διαπίστωσε ο ΜΕ
  2. Στην θέση ότι τα εσωτερικά κλινικά ευρήματα καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε κατάλοιπα σε αυτόν και μπορεί να κάνει τη δουλειά του χωρίς κανένα πρόβλημα, απάντησε κατά κανόνα ναι, μη δίνοντας σαφή απάντηση επί του προκειμένου. Δηλαδή αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο ο ενάγων εξακολουθεί να έχει ενοχλήσεις στο πόδι του λόγω του δυστυχήματος δεν υποστηρίχθηκε επαρκώς με την προσαχθείσα ιατρική μαρτυρία κάτι τέτοιο, αντίθετα μάλιστα ο ΜΕ3 τον οποίο παρουσίασε ως μάρτυρα ο ενάγων υποστήριξε ότι σήμερα 8 χρόνια μετά ο ενάγων βαδίζει φυσιολογικά, δεν υπάρχει πάχυνση μαλακών μορίων και είναι φυσιολογική η κινητικότητα της δεξιάς ποδοκνημικής ποδός και δακτύλων, θέση την οποία αποδέχομαι. Την ίδια θέση είχε και η ΜΕ
  3. Συνακόλουθα ο ΜΕ3 κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας από το δικαστήριο και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. ΜΕ4 Η μάρτυρας Λειτουργός του Τμήματος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν αμφισβητήθηκε κατ΄ουσίαν και αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. ΜΕ5 Η μαρτυρία της Ιατρού Νικολάου δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Αποδέχομαι ότι αυτή είδε τον ενάγοντα σε 2 περιπτώσεις αλλά εξετάστηκε και από Ορθοπεδικό ο οποίος του έδωσε οδηγίες. Ο ενάγων υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις ακτινολογικές και μη και έφερε συμπτώματα ήπιας κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Αυτός παρέμεινε στο ΓΝ μέχρι τις 25.3.15 όπου και εξήλθε βελτιωμένος. Αποδέχομαι ότι τα μετατάρσια μπορεί να μην φανούν στην ακτινογραφία και πράγματι φαίνεται ότι στο ΓΝ διαπιστώθηκε αρχικά μόνο το κάταγμα στο β΄μετατάρσιο και ο ΜΕ3 διαπίστωσε και κάταγμα α΄ μεταταρσίου βάση της κλινικής εξέτασης που υπέβαλε τον ενάγοντα στις 9.4.15 αλλά και βάση ακτινογραφιών. Ακόμη αποδέχομαι την θέση της ότι δεν υφίσταται πάχυνση μαλακών μορίων, υπάρχει φυσιολογική κινητικότητα της δεξιάς ποδοκνημικής, ποδός και των δακτύλων. Αναφορικά με την θέση ότι ο ενάγων είχε συμπτώματα κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και εκδορές, ως ανέφερε η ΜΕ5 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν έχουν δικογραφηθεί στην έκθεση απαίτησης του. Είναι γνωστές οι νομολογιακές αρχές ότι η δίκη δρομολογείται με βάση τις δικογραφημένες θέσεις και εκδοχές των διαδίκων. (Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1990)1 Α.Α.Δ.). Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Ο ενάγων ΜΕ6 είπε επανειλημμένως κατά την μαρτυρία του ότι είδε τον εναγόμενο σε απόσταση 40 - 50 μέτρα να έρχεται εξ΄αντιθέτου και να είναι μέσα στην πλευρά του και όταν του κόντεψε στα 20 μέτρα δεν μπορούσε να τον αποφύγει. Για να τον αποφύγει κατευθύνθηκε προς τα δεξιά, δηλαδή προς την πλευρά του εναγόμενου και μετά αριστερά, θέση την οποία αποδέχομαι. Η πιο πάνω εκδοχή του υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία δηλαδή ότι το σημείο σύγκρουσης το οποίο αποδέχεται είναι κατά 10 εκατοστά μέσα στην πλευρά του εναγόμενου. Αντεξεταζόμενος ο ενάγων με ειλικρίνεια ανέφερε ότι κατηγορήθηκε στο ποινικό δικαστήριο μεταξύ άλλων για την κατηγορία της μη τήρησης της αριστερής πλευράς του δρόμου. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο οδηγοί κατηγορήθηκαν από τον ΜΕ1 εντούτοις δεν κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε πρακτικά της ποινικής υπόθεσης τους για να διαπιστώσει ποιό ήταν το αποτέλεσμα αυτών των κατηγοριών. Αποδέχομαι την θέση του ενάγοντα για το πώς προκλήθηκε το δυστύχημα δηλαδή ότι ενώ αυτός οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του στον εν λόγω δρόμο είδε τον εναγόμενο να οδηγεί το όχημα του στην αντίθετη του πλευρά - δηλαδή την δική του (ενάγοντα) και για να τον αποφύγει πήγε προς τα δεξιά και μετά αριστερά και έφυγε από την μοτοσυκλέτα του. Τελικώς η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων δεν αποφεύχθηκε. Αποδέχομαι από την μαρτυρία του ότι το δυστύχημα συνέβηκε στις 22.3.15, περί της 21.20 αλλά δεν αποδέχομαι ότι ήταν σκοτεινά, θέση η οποία δεν υποστηρίζεται από τον ΜΕ1 που ανέφερε ότι υπήρχε και οδικός φωτισμός και ορατότητα εκεί. Αποδέχομαι την θέση του ότι από το δυστύχημα τραυματίστηκε και επισκέφθηκε το Νοσοκομείο Λεμεσού και διαπιστώθηκε τόσο εκεί όσο και από τον ΜΕ3 κάταγμα στο πρώτο και στο δεύτερο μετατάρσιο του δεξιού του ποδιού. Δεν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αλλά του τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι λόγω των τραυμάτων που υπέστη λόγω του δυστυχήματος εξακολουθεί να ταλαιπωρείται με πόνους. Aυτός δεν παρουσίασε επαρκή μαρτυρία στο δικαστήριο η οποία να καταδεικνύει ότι συνεπεία των συνεχών ενοχλήσεων στο πόδι του οι οποίες προήλθαν από το δυστύχημα επισκέφθηκε οποιοδήποτε Ιατρό ή φυσιοθεραπευτή τα προηγούμενα χρόνια παρά μόνο στις 30.1.23 τον ΜΕ3 και περί τις αρχές Μαρτίου 2023 την ΜΕ
  1. Συνεπώς δεν αποδέχομαι την εν λόγω θέση του η οποία δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία ούτε και αιτιολογήθηκε επαρκώς από την ήδη δοθείσα μαρτυρία. Αναφορικά με την εργασία του θεωρώ ότι το εστιατόριο του το έκλεισε για άλλους λόγους και όχι λόγω της πρόκλησης του δυστυχήματος. Μάλιστα διαπιστώνω ότι όταν επέστρεψε στην εργασία του μετά το δυστύχημα δούλεψε για κάποιο διάστημα ως το 2016 και μετά σταμάτησε, θέση την οποία ανέφερε και η ΜΕ
  2. Συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του ενάγοντα πλην των πιο πάνω αναφερθέντων σημείων. Έχει νομολογηθεί ότι είναι επιτρεπτό στο Δικαστήριο να μην αποδεκτεί μέρος μαρτυρίας ατόμου που θεωρεί αξιόπιστο, εφόσον συντρέχουν λόγοι ως ανέφερα πιο πάνω. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και ούτε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος. Αυτός ήταν διστακτικός στις απαντήσεις του, αρχικά είπε ότι είδε την μοτοσυκλέτα σε απόσταση 5-6 μέτρων, μπορεί να την είδε απότομα, μετά είπε την είδε στα 10 - 15 μ. Το δικαστήριο έχει ενώπιον του την αναντίλεκτη μαρτυρία ότι η ορατότητα ήταν μεγάλη αλλά και την θέση του την οποία αποδέχομαι ότι δεν υπήρχε μπροστά του προπορευόμενο όχημα. Την εκδοχή που παρουσίασε δηλαδή ότι ο ενάγων προσπερνούσε προπορευόμενο όχημα και ήταν ο υπαίτιος της σύγκρουσης των 2 οχημάτων δεν την αποδέχομαι και δεν υποστηρίζεται είτε από μαρτυρία είτε από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Ούτε και ο ΜΕ1 δέχθηκε μία τέτοια θέση, ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Όμως ακόμη και αν λάβω ως δεδομένη την εν λόγω θέση του αφού δεν είχε μπροστά του άλλο όχημα αυτός δεν άσκησε την δέουσα παρατηρητικότητα, έπρεπε να αντιληφθεί τον ενάγοντα ενωρίτερα και να προβεί σε αποτρεπτικές κινήσεις πράγμα που δεν έπραξε. Δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του ούτε και προέβηκε σε οποιοδήποτε ελιγμό όπως θα έκανε ένας συνετός και λογικός οδηγός για να αποφύγει το δυστύχημα. Μάλιστα σύμφωνα με την αποδεκτή πραγματική μαρτυρία και τον ΜΕ1 το όχημα του μετά την βίαιη σύγκρουση διένυσε μία απόσταση 17,20μ. για να σταματήσει (σημ.Α2 - τεκμ.1). Αποδέχομαι την θέση του ότι κατηγορήθηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος στα ουσιώδη σημεία δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας με απώτερο σκοπό να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα. Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην των πιο πάνω σημείων που ανέφερα. ΜΥ2 Η μαρτυρία του συνάδει και επιβεβαιώνει στα πλείστα σημεία την μαρτυρία του ΜΕ3 αναφορικά με την ύπαρξη του κατάγματος στη βάση του α' και β' μεταταρσίου του ενάγοντα. Στην θέση του ενάγοντα ότι μετά από βάδισμα ή παρατεταμένη ορθοστασία μπορεί ακόμα αυτός να έχει ενοχλήσεις μέχρι και σήμερα, συνεπεία του δυστυχήματος, η θέση του μάρτυρα ήταν ότι έχει δει χιλιάδες κατάγματα και δικαιολογείται το πρήξιμο μέχρι και την συμπλήρωση του πρώτου μετατραυματικού χρόνου. Μετά δεν υφίσταται πρήξιμο έστω και με παρατεταμένη ορθοστασία ούτε και άλλης μορφής ενόχληση. Αυτός δεν παρουσίασε στο δικαστήριο οποιαδήποτε βιβλιογραφία ότι αυτά τα κατάγματα δεν αφήνουν κατάλοιπα. Σε κάθε περίπτωση όμως για το εν λόγω θέμα παραπέμπω πιο πάνω στην ανεπαρκή μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα. Ο ΜΥ2 αποδέκτηκε την χορήγηση της άδειας στον ενάγοντα από τον ΜΕ3 αλλά μόνο για 3 μήνες, θέση την οποία δεν αιτιολόγησε επαρκώς. Στο σημείο αυτό αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3 ο οποίος παρακολουθούσε τον ενάγοντα, λίγο μετά το δυστύχημα (τον είδε όχι μόνο μία φορά) βλέποντας και τις ληφθείσες γι΄αυτόν ακτινογραφίες και όχι 3 χρόνια μετά, ως ο ΜΥ
  3. Αναφορικά με το θέμα της χορήγησης συνεχούς αναρρωτικής άδειας από τον ΜΕ3 από τις 24.6.15 - 6.10.15 και την πιο πάνω θέση του ΜΥ2 αυτή δεν τέθηκε συγκεκριμένα στον ΜΕ3 κατά την αντεξέταση του για να απαντήσει. Συνεπώς λαμβάνεται υπόψη η θέση του ΜΕ3 όπως αυτός την αιτιολόγησε και βεβαίως είχε ενώπιον του την κλινική εικόνα του ασθενούς. Ως προς τα λοιπά αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στις 22.3.15 το βράδυ ο ενάγων ήταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας υπ.αρ.εγγραφής ΚST613 με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου στην Λεμεσό και ο εναγόμενος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου υπ' αρ. εγγραφής KWJ774 επί της ιδίας οδού με δυτική κατεύθυνση. Μπροστά τους δεν υπήρχαν προπορευόμενα οχήματα και δεν υπήρχε ιδιαίτερη τροχαία κίνηση. Σε κάποιο σημείο της εν λόγω οδού ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή του ενάγοντα και ο τελευταίος τον πρωτοείδε στα 40 - 50 μ. Όταν μειώθηκε η απόσταση τους περί τα 20μ. ο ενάγων για να τον αποφύγει κατευθύνθηκε δεξιά προς την πλευρά του εναγόμενου και μετά αριστερά. Τελικώς επεσυνέβη βίαιη σύγκρουση μεταξύ των 2 οχημάτων. Την σκηνή επισκέφθηκε ο ΜΕ1 εξεταστής του δυστυχήματος, του Κλάδου Διερεύνησης Οδικών Τροχαίων Συγκρούσεων. Αυτός στη σκηνή έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα και βάση αυτού το συμμετρικό τεκμ.
  4. Η οδός Μισιαούλη και Καβάζογλου είναι διπλής κατεύθυνσης και δεν διαχωρίζεται είτε με νησίδα είτε με συνεχή ή διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Το πλάτος του δρόμου είναι 11 μέτρα. Ο φωτισμός ήταν επαρκής και το οδόστρωμα στεγνό και καθαρό και η ορατότητα περισσότερο από 100 - 150 m και στις δύο κατευθύνσεις. Στο 5.80 επί της βασικής γραμμής δημιουργήθηκε σκάψιμο (Σ) από το δεξιό μπροστινό (εσωτερικό μέρος του) ριμ του αυτοκινήτου του εναγόμενου και το Χ ευρίσκεται στο 5.60, δηλαδή 10 εκατοστά μέσα στην πορεία του εναγόμενου. Οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με αυτό. Η τελική θέση της μοτοσυκλέτας ήταν στο σημείο Β
  5. Το σημείο Α1 είναι ίχνος από το σπασμένο δεξιό μπροστινό ελαστικό του οχήματος του εναγόμενου. Στο Β1 είναι οι εκδορές από την μοτοσυκλέτα του ενάγοντα. Η απόσταση από το Χ μέχρι την τελική θέση του οχήματος Α2 το οποίο ήταν διαγώνια μέσα στο δρόμο ήταν 17,20 μέτρα ήτοι το όχημα του εναγόμενου διένυσε 17,20 μ. για να σταματήσει. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης επί της εν λόγω οδού συνεπώς κανένας από τους δύο οδηγούς δεν φρέναρε αλλά ούτε και έλεγχος ταχύτητας μπορούσε να γίνει. Οι 2 ενεχόμενοι οδηγοί κατηγορήθηκαν από τον ΜΕ1 σε διάφορες κατηγορίες για την οδήγηση τους το επίδικο βράδυ. Αυτοί οδηγούσαν τα οχήματα τους με αναμμένα τα φώτα πορείας τους και είχαν ορατότητα περίπου 100 - 150 μέτρων. Η μοτοσυκλέτα του ενάγοντα εκτιμήθηκε από τον ΜΕ2 εκτιμητή εμπειρογνώμονα ατυχημάτων (τεκμ.2) ο οποίος την φωτογράφησε (τεκμ.3). Αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς. Η αξία της μοτοσυκλέτας είναι €
  6. Αναφορικά με το όχημα του εναγόμενου αυτό είχε ζημιά στο δεξιό εσωτερικό μπροστινό ριμ. Ο ενάγων λόγω του δυστυχήματος υπέστη σωματικές βλάβες και επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στις 23.3.15 μία ημέρα μετά το δυστύχημα. Εκεί εξετάστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών από την Ιατρό Δ.Νικολάου ΜΕ5 Γενικό Χειρούργο η οποία ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό για τον ενάγοντα τεκμ.
  7. Ακόμη εξετάστηκε και από Ορθοπεδικό ως εμφαίνεται στο τεκμήριο 6 ο οποίος του έδωσε οδηγίες. Ο ενάγων υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις ακτινολογικές και μη. Αυτός παρέμεινε στο ΓΝ μέχρι τις 25.3.15 όπου και εξήλθε βελτιωμένος και με γύψινο νάρθηκα στο δεξί του πόδι αφού υπέστη κάταγμα του β΄μεταταρσίου άκρου δεξιού ποδός ως διαπίστωσαν εκεί. Η ΜΕ5 τον είδε και μία εβδομάδα πριν την δικάσιμο, για να τον αξιολογήσει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Όταν τον είδε κλινικά κατά την εξέταση δεν υπήρχε πόνος στο μετατάρσιο. Στο ΓΝ διαπιστώθηκε αρχικά μόνο το κάταγμα στο β΄μετατάρσιο στο δεξί του πόδι. Στην ακτινογραφία υπάρχει ενδεχόμενο να μην φανούν τα μετατάρσια. Ο ΜΕ3 Ιατρός Σ.Ιωσηφίδης είναι χειρούργος ορθοπεδικός, τραυματιολόγος. Στις 9.4.15 τον είδε για α΄ φορά (18 ημέρες μετά το δυστύχημα). Το δεξί πόδι/ποδοκνημική του ενάγοντα έφερε γύψινο νάρθηκα και όταν τον αφαίρεσε για εξέταση διαπίστωσε έντονη ευαισθησία στην περιοχή του α΄ και β΄μεταταρσίου. Αυτός υποβλήθηκε περαιτέρω σε ακτινολογικό έλεγχο όπου και βρέθηκε κάταγμα και στο πρώτο μετατάρσιο, ήτοι ρωγμώδες αμετατόπιστο. O ενάγων δεν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και τα κατάγματα που υπέστη δεν είναι από τα πλέον σοβαρά. Ο Ενάγοντας υπέστηκε πόνο και ταλαιπωρία κατά τον τραυματισμό του στο δεξί του πόδι. Ακόμη ο ΜΕ3 τον ξανάδε στις 9.4.15, 30.4.15, 19.5.15, 29.6.15 και τελευταία φορά στις 30.1.
  8. Αυτός δεν είχε κάποιες εμφανείς αλλοιώσεις. Ο ενάγων δεν εργαζόταν από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι και τις 6.10.
  9. Ο ΜΕ3 του χορήγησε άδεια από τις 24.6.15 - 6.10.
  10. Στις 19.5.15 δηλαδή 2 μήνες μετά παρουσίαζε σημεία πώρωσης αλλά δεν ήταν πλήρης. Ο ενάγων βαδίζει φυσιολογικά και δεν υπάρχει πάχυνση μαλακών μορίων. Ο ενάγων επισκέφθηκε τον ΜΥ2 στις 24.1.18 κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης και διαπίστωσε ότι αυτός υπέστη ρωγμώδες αμετατόπιστο κάταγμα της βάσης του 1ου και του 2ου μεταταρσίου του δεξιού ποδός. Ο ενάγων ήταν εγγεγραμμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργαζόμενος το έτος 2015 (τεκμ.5 κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το έτος 2015 με ημερομηνία 13.6.17, με ασφαλιστέες αποδοχές ύψους €4534). Αυτός είχε αιτηθεί επίδομα ασθένειας για την περίοδο 27.6.15 μέχρι 30.9.15 και έλαβε το ποσό των €2937,
  11. Αυτός εργάστηκε όλο το 2015 πλην του χρονικού διαστήματος από τις 22.3.15 - 6.10.
  12. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα ήταν €175 εβδομαδιαίως.Ο ενάγων είχε αιτηθεί τερματισμό αυτοτελούς εργαζομένου και εργάστηκε μέχρι τις 2.10.
  13. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου θα προχωρήσω στην συνέχεια στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων της αγωγής με παραπομπή στην νομική πτυχή στης υπόθεσης και ακολούθως θα παραθέσω τα τελικά μου συμπεράσματα. Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Στην παρούσα αποδίδεται στον Εναγόμενο η διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Η αμέλεια είναι θέμα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Σε υποθέσεις όπως την παρούσα αποφασίζεται πρώτα κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος του εναγόμενου και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε εξετάζεται εάν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως καθορίζονται τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Μαυρίδης v. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες:
(1)το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και
(2)την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας, η οποία προκύπτει (causative potency) (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420). Ως λέχθηκε στην Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218, το κριτήριο για τον καταλογισμό αμέλειας όσο και συντρέχουσας αμέλειας είναι αντικειμενικό. Από την μια λοιπόν το καθήκον επιμέλειας του οδηγού ενός οχήματος προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του. Από την άλλη η συντρέχουσα αμέλεια προσδιορίζεται κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο. Συναρτάται με το καθήκον μέριμνας του καθενός για την ασφάλεια του. Παραβίαση του καθήκοντος αυτού, η οποία συντείνει στην πρόκληση ή επαύξηση των κακώσεων, που ο έχων το καθήκον υφίσταται από σύγκρουση με αντικείμενο υπό τον έλεγχο άλλου ατόμου που φέρει ευθύνη για αμέλεια, συνυπολογίζεται στον καταλογισμό της ευθύνης για τις κακώσεις που υφίσταται. Ο καταμερισμός της ευθύνης έχει λοιπόν ως συνισταμένη την συμβολή του καθενός από τα μέρη στην πρόκληση της ζημίας. Η λογική πρόβλεψη για τις συνέπειες από την παρέκκλιση του καθήκοντος επιμέλειας, που βαρύνει οποιοδήποτε από τα μέρη, αποτελεί το μέτρο. Στον καταμερισμό της ευθύνης, υπεισέρχονται οι συνέπειες που προοιωνίζεται η παρέκκλιση από το καθήκον επιμέλειας. Προσμετρά η αντικειμενική υπόσταση των πράξεων και οι εξ αντικειμένου συνέπειες των παραλείψεων του έχοντος καθήκον επιμέλειας και όχι οι υποκειμενικοί λόγοι, στους οποίους οφείλονται οι ενέργειες ή οι παραλείψεις. Η ευθύνη επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμώνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 178). Όταν το θέμα της αμέλειας εξετάζεται στα πλαίσια οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387). O δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά την λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην Αλεξάνδρου ανωτέρω εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το κριτήριο για καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στον Ενάγοντα. Όπως είναι νομολογημένο (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 178) υποχρέωση για τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου υπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για χρήση του ίδιου δρόμου όπως εκείνων που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Υπό τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, η υποχρέωση αυτή βάραινε πλήρως τον Ενάγοντα. Παρόλο που οδηγούσε στην οδό Αναγνωστοπούλου και βρισκόταν σε απόσταση πέραν των 97.29 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης Χ, όταν αντιλήφθηκε το όχημα της Εναγόμενης ευθυγραμμισμένο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου ως η πορεία της, παρέλειψε να τηρήσει την υποχρέωση που είχε να κινείται στην αριστερή πλευρά του δρόμου (βλ. η δική του πορεία) και ως επέβαλλαν τα δικαιώματα της Εναγόμενης που εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση. Αντίθετα, οδηγούσε στη μέση του δρόμου, με υπερβολική ταχύτητα, και όταν αντιλήφθηκε το όχημα της Εναγόμενης στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από απόσταση 111 - 114,31 μέτρων, ανεξήγητα και προφανώς υπό κατάσταση πανικού, οδήγησε το όχημα του στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου, επεμβαίνοντας στο δικαίωμα που είχε η Εναγόμενη για ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση της πλευράς του δρόμου που αντιστοιχούσε στην πορεία της. Εδώ, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνίσταται η αμέλεια του. Εάν ο Ενάγοντας αντί να χρησιμοποιήσει τα φρένα του και να κινηθεί στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, επέλεγε να συνεχίσει κανονικά την πορεία του, δεν θα επέρχετο η σύγκρουση, η οποία έγινε στο σημείο Χ και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, ο Ενάγοντας κρίνεται ένοχος αμέλειας. Οι εν λόγω ενέργειες του Ενάγοντα, συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και τον καθιστούν αποκλειστικά υπεύθυνο για την πρόκληση του». Συμπεράσματα - Ευθύνη για το δυστύχημα Το Δικαστήριο αποφασίζει το θέμα της ευθύνης με βάση την ολότητα της μαρτυρίας, ασχέτως εάν η μαρτυρία προέρχεται από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλ. Fabrey a.a. v. Niovi A.Demetriou, as administrative of the Estate of the Deceased Angelos Demetriou και Κardanas Transport Co Ltd v. Kωνσταντίνου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 267), Πολιτική Έφεση 247/13, 7.4.20, Χριστοφόρου v Γερμανού. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά το επίδικο βράδυ δεν υπήρχε ιδιαίτερη κίνηση. Ο φωτισμός ήταν επαρκής και το οδόστρωμα στεγνό και καθαρό και η ορατότητα περισσότερο από 100 - 150μ. και στις δύο κατευθύνσεις. Ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με ανατολική κατεύθυνση και ο Εναγόμενος κινείτο με το όχημα του στην αντίθετη κατεύθυνση στην ίδια οδό. Γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος αποτέλεσε η παρεμβολή του οχήματος του εναγόμενου στην πορεία της μοτοσυκλέτας του ενάγοντα. Η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα πριν την σύγκρουση δεν προκύπτει από την πραγματική μαρτυρία όμως ο ΜΕ6 ανέφερε ότι πρωτοείδε τον εναγόμενο σε απόσταση 40 - 50 μέτρων και στα 20 μέτρα προέβηκε σε αποτρεπτική κίνηση προς τα δεξιά για να τον αποφύγει αφού ο εναγόμενος ήταν μέσα στην πλευρά του και μετά αριστερά προς την δική του. Συνεπώς ο εναγόμενος αφενός μεν οδηγούσε στην πλευρά του ενάγοντα φράσσοντας του την πορεία, αφετέρου ο ενάγων λόγω του γεγονότος ότι μπροστά του δεν προπορευόταν άλλο όχημα και λόγω της ορατότητας που υπήρχε και του επαρκούς φωτισμού στον δρόμο ενώ αντιλήφθηκε τον εναγόμενο στα 40 - 50 μέτρα να οδηγεί ως πιο πάνω, αφού είδε τον κίνδυνο, δεν έλαβε απ΄εκείνη την στιγμή αποτρεπτικά μέτρα για να τον αποφύγει αλλά το έπραξε σε λιγότερη απόσταση, δηλαδή των 20 μέτρων. Ο εναγόμενος δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αποτρεπτική κίνηση αποφυγής της σύγκρουσης των δύο οχημάτων είτε με ελιγμό είτε με χρήση των φρένων του. Τελικώς επήλθε βίαιη σύγκρουση μεταξύ τους στο σημείο Χ το οποίο είναι 10 μόνο εκατοστά στη λωρίδα του εναγόμενου, σχεδόν στο κέντρο του δρόμου, ο οποίος δεν διαχωρίζεται με άσπρη γραμμή. Και οι 2 ενεχόμενοι οδηγοί είχαν ορατότητα 100 - 150 μέτρων η οποία δεν θεωρείται τέτοια που να μην μπορεί ένας οδηγός να βλέπει τι συμβαίνει μπροστά του (Τeklima Ltd - 1995,1ΑΑΔ, 317). Επίσης παρά το γεγονός ότι η ταχύτητα του εναγόμενου δεν μπορούσε να ελεχθεί εντούτοις φαίνεται ότι αυτός από το σημείο συγκρούσεως μέχρι και την τελική του θέση σημείο Α2 διένυσε μία απόσταση 17,20 μ. η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μικρή. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Το Άρθρο 57
(1)του Κεφ. 148, καθορίζει την αρχή της συντρέχουσας αμέλειας, η οποία, παρότι δεν αποτελεί υπεράσπιση, υπό την έννοια του ότι δεν απαλλάσσει έναν εναγόμενο από ευθύνη που έχει αποδειχθεί εναντίον του για αμέλεια, επενεργεί στην αναλογική μείωση της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας. Το άρθρο αυτό προνοεί τα ακόλουθα: «57.-
(1)Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά: Νoείται ότι- (α) τo εδάφιo αυτό δεv επεvεργεί πρoς αvατρoπή oπoιασδήπoτε υπεράσπισης πoυ απoρρέει από σύμβαση. (β) όταv σε αξίωση εφαρμόζεται σύμβαση ή voμoθέτημα πoυ πρovoεί περιoρισμό της ευθύvης, τo πoσό της απoζημίωσης πoυ πρέπει vα καταβληθεί στo πρόσωπo πoυ πρoβάλλει τηv αξίωση δυvάμει τoυ εδαφίoυ αυτoύ δεv θα υπερβαίvει τo αvώτατo όριo πoυ εφαρμόζεται με τov τρόπo αυτό». Σύμφωνα με τη νομολογία μας η συντρέχουσα αμέλεια συναρτάται με την παράλειψη του ενάγοντος να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος (βλ. Θεράπων Μιχαήλ ν. Ιωάννου & Παρασκευαϊδης Λτδ. κ.α.,
(1998)1 Α.Α.Δ.1494, Owens v. Brimmell [1977] QB 859, Limbrick v. French [1993] PIQR P121 και Stanton v. Collinson [2010] EWCA Civ 81). Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντος ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του. Tο κριτήριο απόδειξης της συντρέχουσας αμέλειας σύμφωνα με τη νομολογία, είναι γενικά το ίδιο με εκείνο της αμέλειας. Η διαφορά έγκειται στην παράλειψη του ενάγοντος να λάβει προφυλακτικά μέτρα για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του (βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Kασάπης,
(1988)1 Α.Α.Δ.25, Ιωακείμ v. Σωτηριάδης,
(1984)1 Α.Α.Δ. 175 και Παρμαξή v. Kαστιόλα,
(1985)1 Α.Α.Δ. 633). Το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης στον ίδιο τον ενάγοντα για τη βλάβη την οποία υπέστη συναρτάται με το λογικά προβλεπτό του κινδύνου έναντι του οποίου παρέλειψε να πάρει λογικές προφυλάξεις. Περαιτέρω είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Τι προφυλάξεις είναι αναγκαίες να ληφθούν για την ασφάλεια κάποιου είναι ζήτημα πραγματικό και ζήτημα βαθμού. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 595, Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους κ.α.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 937 και Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 506). Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις (Βλάσιος v. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815, 819). Όταν υπάρχει ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια, η ακολουθητέα διαδικασία καθορίστηκε ως εξής στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji,
(1990)1 A.A.Δ.
  1. « Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα άρθρα 52, 57, και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  2. ....................................................................... Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζεται το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων από την μια, και Ενάγοντος από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα». Ο προσεκτικός οδηγός δεν έχει καθήκον να λάβει αποτρεπτικά μέτρα πριν την εκδήλωση του κινδύνου (Βλ. Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1 Α.Α.Δ. 642, Παπαχριστοδούλου v. Χ"Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426, 433). Στην Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78, λέχθηκε, με αναφορά σε αγγλική νομολογία (βλ. Nance v. The British Columbia Electric Railways Company Ltd
(1951)A.C. 601), ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν δύο μέρη κινούνται, κατά τέτοιο τρόπο ο ένας σε σχέση με τον άλλο, ώστε υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ τους, είτε οδηγούν και οι δύο οχήματα είτε ο ένας είναι οδηγός και ο άλλος πεζός, ο καθένας τους έχει καθήκον έναντι του άλλου να λάβει εύλογα μέτρα για να αποφύγει το δυστύχημα. Προστέθηκε όμως ότι εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψην ότι η αμέλεια είναι πάντα σχετική με τον χρόνο, τον χώρο και τις συνθήκες και η διερεύνηση θα πρέπει να γίνεται ώστε να βεβαιώνει, εάν είναι δυνατό, ποιος προκάλεσε το δυστύχημα. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι αποτυχία να δει κάποιος αυτό που είναι ξεκάθαρα ορατό συνιστά αμέλεια. Το δικαστήριο στην παρούσα θεωρεί κατά την κρίση του ότι η οδική συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστά αμέλεια, δεν επέδειξε την δέουσα παρατηρητικότητα και φροντίδα, δεν χρησιμοποιούσε τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο με αποτέλεσμα το όχημα του να συγκρουστεί βίαια με την μοτοσυκλέτα του ενάγοντα. Από την άλλη ο ενάγοντας όπως ανέφερα ενώ αντιλήφθηκε τον εναγόμενο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, με τα φώτα αναμμένα, σε δρόμο με ορατότητα, χωρίς προπορευόμενα οχήματα και στις 2 κατευθύνσεις, δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα, δεν έλαβε αποτρεπτικά μέτρα ενωρίτερα αφού τον είδε σε απόσταση 40 - 50 μέτρων να κατευθύνεται στην πλευρά του παρά μόνο προέβηκε σε ελιγμό περίπου στα 20 μέτρα και συνεπώς επέδειξε συντρέχουσα αμέλεια. Δηλαδή αυτός ενώ είδε τον κίνδυνο δεν έδρασε ενωρίτερα για να αποτραπεί η σύγκρουση μεταξύ τους και θεωρώ ότι είχε τη δυνατότητα, χρόνο ή ευκαιρία να λάβει τα μέτρα του για να αποφύγει τη σύγκρουση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω και με βάση την σχετική νομολογία κρίνεται ότι ο εναγόμενος φέρει το μεγαλύτερο μέρος αλλά όχι ολόκληρη την ευθύνη για το δυστύχημα. Συνακόλουθα κρίνεται ότι η ευθύνη για το δυστύχημα θα πρέπει να επιμεριστεί κατά 60% στον εναγόμενο και 40% στον ενάγοντα. Μαρτυρία για Ειδικές Αποζημιώσεις Εδώ να σημειωθεί ότι ως έχει νομολογηθεί οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα αλλά δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για την απόδειξή τους (βλ. Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1157, Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Eίναι πρωτίστως καθήκον του Ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για την βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον Εναγόμενο να την αντικρούσει (βλ. Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673). Αναφορικά με τα πιο πάνω, ειδικότερα ο ενάγων αξιώνει (α) ιατρικά έξοδα, φάρμακα €600, (β) για φυσιοθεραπεία €300, (γ) για πλήρη καταστροφή της μοτοσυκλέτας του €1400, (δ) έξοδα εκτιμητή €130 και (ε) απώλεια εισοδήματος από 24.3.15 - 6.10.15 ποσό €13000, συνολικά €
  1. Το ιατρικό πιστοποιητικό του ΜΕ3 για τα ιατρικά έξοδα αναφέρει ότι «ιατρικά έξοδα και έκδοσης ιατρικής έκθεσης ανέρχονται σε €150». Οι ιατρικές υπηρεσίες του ΜΕ3 είναι επίσης αποδεχτές από το Δικαστήριο. Η χρέωση του πιο πάνω ποσού περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 4, το ύψος του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι ο Ενάγοντας τεκμηρίωσε το πιο πάνω απαιτούμενο ποσό. Για το απαιτούμενο ποσό των €300 για φυσιοθεραπεία ο ενάγων δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία φυσιοθεραπευτή και καμία λεπτομέρεια. Ούτε κατέθεσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη πληρωμής του τιμολογίου ή άλλης μορφής χρέωσης που να αφορά είτε εξ' ολοκλήρου είτε μέρος του κατ' ισχυρισμό ποσού. Ειδικότερα δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι αυτός υποβλήθηκε από φυσιοθεραπευτή σε 10 φυσιοθεραπείες, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και επιπλέον ότι έχει καταβάλει αυτό το ποσό. Συνεπώς, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται στην ανάκτηση αυτού του κονδυλίου υπό τη μορφή ανάλογης αποζημίωσης. Το ίδιο ισχύει και για τα φάρμακα. Προς απόδειξη του (γ) και του (δ) των ειδικών ζημιών στην έκθεση απαίτησης ήτοι η καταστροφή της μοτοσυκλέτας (€1350) και των εξόδων του εκτιμητή ΜΕ2 (€130) έγινε παραδεκτό γεγονός ήτοι το συνολικό ποσό των €1480 επί πλήρους ευθύνης. Ως εκ τούτου η υπό εξέταση μαρτυρία έχει αποδειχθεί και γίνεται δεκτή. Τέλος η απώλεια εισοδήματος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής επιδικάζεται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Για να επιδικασθεί απώλεια ημερομισθίων πρέπει να αποδειχθεί ότι η μη απασχόληση τον απαιτητή οφειλόταν στις κακώσεις που υπέστη και όχι σε άλλες πιθανές αιτίες. Στην παρούσα αναφορικά με την μαρτυρία για απώλεια απολαβών (ΣΤ΄των ειδικών ζημιών) αποδέχομαι ότι ο ενάγων ήταν αυτοτελώς εργαζόμενος και αυτός δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι είχε εισόδημα €175 την εβδομάδα, δηλαδή μηνιαίως €
  2. Εκ μέρους του υποβλήθηκε αίτηση για επίδομα από τις 27.6.15 έως 30.9.
  3. Ως προς τούτο η ΜΕ4 παρουσίασε το τεκμ.
  4. Αναφορικά με τον χρόνο απουσίας του ενάγοντα από την εργασία του έχω ήδη αποδεκτεί ως αξιόπιστο τον ΜΕ3 ο οποίος αναφέρθηκε στην άδεια που χορήγησε σε αυτόν την οποία κρίνω ως δικαιολογημένη. Περί τούτου δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη ότι το δυστύχημα συνέβη στις 22.3.15, ο ενάγων έφερε γύψινο νάρθηκα μέχρι τις 30.4.15 και μέχρι τις 19.5.23 δεν υπήρχε πλήρης πώρωση των 2 καταγμάτων (σχετικό το τεκμ.4). Ο ΜΕ3 του σύστησε αποχή από τα εργασιακά του καθήκοντα μέχρι και τις 6.10.
  5. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου ότι αυτός μετά την επάνοδο του στην εργασία του παρέμεινε μέχρι και τις 2.10.
  6. Ως προς τούτο θεωρώ ότι εάν ο ενάγων εργαζόταν κανονικά θα ελάμβανε για 6 μήνες και 15 ημέρες (από την ημέρα του δυστυχήματος - 22.3.15 μέχρι τις 6.10.15) το ποσό των 4550 (700 χ 6 μήνες = €4200 και 15 ημέρες : 2 χ €175= €350). Εφόσον αυτός έλαβε το επίδομα ασθενείας ύψους €2937 τότε έχει να λαμβάνει μόνο το ποσό των €
  7. Συνακόλουθα το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ποσά επιδικάζει προς όφελος του ενάγοντα ειδικές ζημιές €3243 επί πλήρους ευθύνης. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων για τους τραυματισμούς συνεπεία του δυστυχήματος καθώς και για τον πόνο και ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος εξ αυτών, στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Η ίδια η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από την άλλη, ως έχει νομολογηθεί, η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης (βλ. Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Η δε απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Από την σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Περαιτέρω για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.ά.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1718, οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων ενώ ως προς μελλοντικό χρόνο υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Στην ίδια απόφαση γίνεται παραπομπή στην Fysco Constructing Co Ltd ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, όπου αναφέρεται ότι επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων σε σχέση με απώλεια απολαβών είναι μέθοδος επιτρεπτή και αποτελεί λύση ανάγκης στις περιπτώσεις που τα δεδομένα, ενώ αποκαλύπτουν απώλεια ή ουσιαστικό μελλοντικό κίνδυνο απώλειας, δεν δείχνουν ως εκ της φύσεως των πραγμάτων, άμεση επίδραση στα εισοδήματα του τραυματισμένου και επομένως δεν επιτρέπουν αριθμητικό υπολογισμό. Για να επιδικασθεί σημαντικό ποσό για μελλοντική μείωση ικανότητας για εργασία πρέπει να καταδειχθεί ότι η πιθανότητα απώλειας εργασίας στο μέλλον λόγω των κακώσεων είναι πραγματική ή ουσιαστική και όχι μικρή. Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγων δεν έχει αποδείξει κάτι τέτοιο με ικανοποιητική μαρτυρία ούτως ώστε να του επιδικαστεί από το δικαστήριο ένα τέτοιο ποσό που ν΄αφορά τόσο την επαγγελματική ως και την καθημερινή του δραστηριότητα. Κατά τον καθορισμό των Γενικών Αποζημιώσεων και αντλώντας καθοδήγηση από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έλαβα υπόψιν μου ότι κάθε υπόθεση έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία [Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298]. Έχοντας ως υπόβαθρο την μαρτυρία των Ιατρών του ενάγοντα (ΜΕ3 και ΜΕ5) αλλά και του ΜΥ2 Γεωργίου είναι αδιαμφισβήτητο πως ο ενάγοντας υπέστη κάταγμα στην βάση του 1ου και του 2ου μεταταρσίου δεξιού ποδιού. Στην Θεμιστοκλέους v Παρασκευά, 1992,
(1)ΑΑΔ, 498 όπου ο ενάγων υπέστη σοβαρότερες σωματικές βλάβες από την παρούσα, ήτοι σύνθετο κάταγμα του δεξιού γόνατος, κάταγμα του δεξιού καρπού, κάταγμα της ρινός, εκτεταμένες κακώσεις του μετώπου της κεφαλής και διάσειση, με βάση την πλήρη ευθύνη, το Δικαστήριο επεδίκασε συνολικά, £5.000 (€8737,62) γενικές αποζημιώσεις, θεωρήθηκε ως δίκαιο και εύλογο από το Εφετείο. Στην απόφαση Αριστείδου ν. Σιαηλή
(1998)1 Α.Α.Δ. 617 ο εφεσείοντας είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα του έσω σφυρού της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και το κάταγμα σταθεροποιήθηκε με βίδα η οποία αργότερα αφαιρέθηκε με εγχείρηση και το άκρο ακινητοποιήθηκε για ένα μήνα με γύψινο επίδεσμο. Στη συνέχεια ο εφεσείων υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Χρησιμοποιούσε βακτηρίες για περίοδο 2½ περίπου μηνών. Παρουσιάστηκε οίδημα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωση και υπήρχε περιορισμός των κινήσεων του αριστερού κάτω άκρου. Είκοσι μήνες μετά τον τραυματισμό του παρατηρήθηκε μικρή πάχυνση στην περιοχή, μικρή δυσκαμψία της άρθρωσης και υπό ορισμένες συνθήκες επώδυνες κινήσεις. Δυσκολευόταν στο βαθύ κάθισμα και στη βάδιση σε ανώμαλο έδαφος ενώ η άρθρωση ήταν επώδυνη ύστερα από ορθοστασία. Υπήρχε πιθανότητα δημιουργίας οστεοαρθρίτιδας στο μέλλον. Επιδικάστηκε ποσό ΛΚ6,000 (€10.251,61) υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Στην απόφαση Κούρρης ν. Παπαδοπούλου ν. Νικολάου
(1998)1Β Α.Α. Δ. 1147, ο εφεσείων, περίπου 35 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπέστη ανοικτό συντριπτικό κάταγμα του κάτω τρίτου της δεξιάς κνήμης και περόνης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ποσό γενικών αποζημιώσεων ύψους £7.000,00 (δηλαδή, €11.960,21) το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε. Στα πλαίσια υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα όπου τα κατάγματα του ενάγοντα δεν ήταν σοβαρής μορφής ως τα πιο πάνω και δεν είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και λαμβάνοντας υπόψη μου και τον πόνο, την διάρκεια του και την ταλαιπωρία που έχει υποστεί κρίνω πως ένα ποσό της τάξης των €6000 επί πλήρους ευθύνης θα ήταν δίκαιο και εύλογο, από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Τόκος Όσον αφορά το θέμα του τόκου το άρθρο 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, προβλέπει την επιδίκαση συγκεκριμένου τόκου αναφορικά µε ολόκληρο ή µέρος του ποσού των αποζηµιώσεων που έχουν επιδικαστεί, για ολόκληρη ή για µέρος της περιόδου µεταξύ της ηµεροµηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιµο δικαίωµα και της ηµεροµηνίας καταχώρησης της αγωγής, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Στην παρούσα, αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτές (απώλεια απολαβών από 22.3.15 - 6.10.15, καταστροφή της μοτοσυκλέτας, έξοδα εκτιμητή, ιατρικά έξοδα ΜΕ3) αποκρυσταλλώθηκαν περί τον Οκτώβριο του 2015 σύμφωνα με τα τεκμ.3 - 5. Τα θέματα που αφορούν τις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα φαίνεται ότι ξεκαθάρισαν τέλη Ιουνίου του 2015 (βλ. μαρτυρία Μ.Ε3). Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.1.17 δηλαδή σχεδόν 2 χρόνια μετά το δυστύχημα. Ο Ενάγοντας δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία σε σχέση με την καθυστερημένη προώθηση της αγωγής. Ο Ενάγοντας έχει υποχρέωση για έγκαιρη προώθηση της απαίτησης του. Με τα δεδομένα της αγωγής έχει σημειωθεί αδικαιολόγητη ολιγωρία από μέρους του Ενάγοντα στην προώθηση της υπόθεσης του, η οποία τελικά καταχωρήθηκε καθυστερημένα. Στη βάση αυτού κρίνω πως το χρονικό διάστημα των 22 μηνών που διέρρευσε είναι αδικαιολόγητο για το συγκεκριμένο δυστύχημα, πράγμα που επιτρέπει παρέκκλιση από τις καθιερωμένες αρχές νομολογίας επί του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Miller Roza Maria v Ute Petek
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2091 αποφασίστηκε πως πέραν της πρόβλεψης του άρθρου 58Α του Κεφ.148 στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Συνεπώς θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω νόμιμο τόκο επί του συνολικού ποσού των ειδικών και των γενικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εν κατακλείδι η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου και έχοντας υπόψη το ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα που ανέρχεται στο 40%, κρίνω ότι αυτός δικαιούται από το δυστύχημα:
  1. €1945,80 ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 26.1.17 μέχρι εξοφλήσεως.
  2. €3600 ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 26.1.17 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού της απόφασης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου. (Υπ.) ......... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.