Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, εκ Λευκωσίας (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD) ν. Ιωάννη Πέτρου Ολυμπίου, Αρ.Αγωγής:4298/06, 31/10/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής:4298/06 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, εκ Λευκωσίας (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD) Ενάγοντες και
- Ιωάννη Πέτρου Ολυμπίου, εκ Λεμεσού
- Κούλλας Ολυμπίου, εκ Λεμεσού
- Χρίστου Ολυμπίου, εκ Λεμεσού
- Σταύρου Ολυμπίου, εκ Λεμεσού
- Ανθούλλας Ολυμπίου, εκ Λεμεσού Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2023 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κλεοβούλου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους 1 - 4 Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Καραπατάκη για Καραπατάκης, Παυλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 11.1.23 Με την αίτηση ημερομηνίας 11.1.23 ζητείται διάταγμα που να επιτρέπει στους αιτητές να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εναγομένων λόγω παρέλευσης 12 ετών από τις 22.11.07 ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην αγωγή υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η Αίτηση των Αιτητών βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.8 και Δ.48 Θ.1-4 και Θ. 8
(1)(κκ) καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής των Δικαστηρίων. Αυτή υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερ. 11/01/2023 του Έ.Πλέιπελλ, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών. Δέον να αναφερθεί ότι κατά την Ακρόαση της Αίτησης, η Αίτηση αποσύρθηκε εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 5 και ως εκ τούτου η αίτηση παραμένει προς εξέταση για τους Καθ' ων η Αίτηση 1-
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση αναφέρονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του Ε. Πλέϊπελλ ο οποίος είναι στην υπηρεσία των εναγόντων στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «στις 22/11/2007 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόμενων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή για το ποσό των €24.937,38 (£14.595,20) με τόκο προς 9% το χρόνο επί ποσού €24.912,74 (£14.580,78) από 01/01/2006 μέχρι εξόφλησης, τόκοι οι οποίοι να κεφαλαιοποιούνται την 01/01 και την 01/07 εκάστου έτους, και του ποσού των €25.692,02 (£15.000,00) πλέον τόκους προς το χρόνο επί ποσού €25.692,02 (£15.000,00) από 01/01/2006 μέχρι εξόφλησης, τόκοι οι οποίοι να κεφαλαιοποιούνται την 01/01 και την 01/07 εκάστου έτους, πλέον το ποσό των £28,50 (€48,70) έξοδα έκδοσης της απόφασης πλέον €2.521,04 έξοδα αγωγής όπως υπολογίσθηκαν από τον Πρωτοκολλητή με τόκο προς 8% το χρόνο από 29/09/2006 μέχρι τελείας εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €2.316,
- Η αναφερόμενη απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Την 11/07/2008 καταχωρήθηκε ένταλμα εκποίησης κινητών εναντίον όλων των Εναγόμενων το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 13/11/2008 για τους Εναγομένους 1, 2 και 5, στις 20/01/2009 για τους Εναγομένους 3 και 4, στις 15/04/2009 για τον Εναγόμενο 1 και στις 29/05/2009 για τον Εναγόμενο
- Δέσμη αντιγράφων των ειδοποιήσεων των Δικαστικών Επιδοτών επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Στις 21/12/2007 οι Ενάγοντες κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού αντίγραφο δικαστικής απόφασης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και ενέγραψαν αυτήν επί της ακίνητης περιουσίας της Εναγομένης 2 δυνάμει του ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ3506/
- Αντίγραφο του σχετικού ΜΕΜΟ επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ακολούθως στις 30/03/2009 καταχωρήθηκε από μέρους των Εναγόντων, αίτηση πτώχευσης εναντίον του Εναγόμενου
- Στις 25/09/2009 η εν λόγω αίτηση πτώχευσης αποσύρθηκε άνευ βλάβης καθότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε στους Ενάγοντες το ποσό των €7.500 και υποσχέθηκε ότι θα εξοφλούσε άμεσα ολόκληρο το ποσό της Απόφασης. Ακολούθως κατά ή περί τα μέσα του 2010, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι συμφώνησαν στην εξόφληση της Απόφασης με την καταβολή του ποσού των €65.000,00 με την άμεση απόσυρση ΜΕΜΟ καθώς και την καταβολή του ποσού των €10.000,00 με δύο επιταγές των €5.000,00 η κάθε μία. Στις 20/10/2010 ο Εναγόμενος προέβηκε στην καταβολή του ποσού των €65.000,00 στους Ενάγοντες. Αντίγραφο της πληρωμής του ποσού των €65.000,00 σε τρεις δόσεις (δύο δόσεις των €30.000 και μία δόση των €5.000,00) επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Δυνάμει της ανωτέρω συμφωνίας με την καταβολή του ποσού των €65.000,00 οι Ενάγοντες προέβηκαν στην απόσυρση του σχετικού ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ3506/
- Επίσης ο Εναγόμενος 1 από τις 21.2.11 - 29.9.11 κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των €6500 (σχετικό το τεκμ.5). Όσον αφορά το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου, ως εμφαίνεται από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου 1, από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι 30/06/2022, ανέρχετo σε Ευρώ 43.815,
- Το οφειλόμενο ποσό επιβαρύνεται επιπλέον με έξοδα και τόκους προς 11,5% ετησίως από 01/07/2022 μέχρι εξοφλήσεως. Αντίγραφο της σχετικής κατάστασης λογαριασμού επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
- Όσον αφορά το υπόλοιπο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, ως εμφαίνεται από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου 1, από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι 31/12/2021, το οφειλόμενο ποσό ανέρχετo σε Ευρώ 35.474,
- Το οφειλόμενο ποσό επιβαρύνεται επιπλέον με έξοδα και τόκους προς 9% ετησίως από 01/07/2022 μέχρι εξοφλήσεως. Αντίγραφο της σχετικής κατάστασης λογαριασμού επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
- Ως εκ των ανωτέρω, η Απόφαση η οποία εκδόθηκε στη πιο πάνω αγωγή προς όφελος των Εναγόντων δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί πλήρως. Όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των Εναγόντων είναι απαραίτητο όπως δοθεί άδεια για ανανέωση και εκτέλεση της απόφασης ώστε να καθίσταται εφικτή η διασφάλιση των δικαιωμάτων των Εναγόντων σε εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Η παρούσα αίτηση γίνεται καλή τη πίστη μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη για εξασφάλιση της αιτούμενης άδειας ανανέωσης και εκτέλεσης της δικαστικής Απόφασης Τεκμήριο
- Ως εκ των όσων πιο πάνω αναφέρω πιστεύω ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως η αίτηση των Εναγόντων ικανοποιηθεί». Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση 1-4 (εν τοις εφεξής αναφερόμενοι ως «Καθ' ων η Αίτηση») καταχώρησαν την 29/03/2023 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, προβάλλοντας συνολικά δεκαέξι
(16)λόγους ένστασης. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.8 και Δ.48 Θ.1-9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και στην ισχύουσα Νομολογία, στη συνήθη πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ενστάσεως είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμος.
- Δεν είναι δίκαιο και/ή ορθό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή εκδικητική.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο.
- Οι Αιτητές εις την Αίτηση των και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει παραλείπουν εσκεμμένα και με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο να αναφερθούν στα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Οι Αιτητές εις την Αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει παραλείπουν σκόπιμα να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο πως η ισχύς και η νομική υπόσταση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/11/2007 στην αγωγή 4298/2006 έχει εκπνεύσει από τις 22/11/
- Άνευ βλάβης του ισχυρισμού των Καθ΄ων η Αίτηση που θα αναφερθεί πιο κάτω αναφορικά με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, οι Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως η αδικαιολόγητη αδράνεια και η αδικαιολόγητη αδιαφορία που επέδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να αιτούνται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Από το περιεχόμενο της Αίτησης των Αιτητών και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι Αιτητές εις την Αίτηση των και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν δίδουν οιεσδήποτε εξηγήσεις και/ή ικανοποιητικές εξηγήσεις για του λόγους που καθυστέρησαν να καταχωρήσουν τη παρούσα Αίτηση και να αιτηθούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι Αιτητές εις την Αίτηση των και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν δίδουν οιαδήποτε μαρτυρία και/ή εξηγήσεις στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 10 ετών ( χρονικό διάστημα που ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού της ισχύος της επίδικης Δικαστικής απόφασης).
- Οι Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως η επίδικη απόφαση έχει εξοφληθεί.
- Οι Καθ΄ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως η συμπεριφορά και οι ενέργειες των Αιτητών ήταν τέτοια που εύλογα οδήγησαν τους Καθ΄ων η Αίτηση στο να πιστέψουν και/ή να σχηματίσουν την εντύπωση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και/ή πως η πεποίθηση των πως η επίδικη απόφαση έχει εξοφληθεί ήταν ορθή και βάσιμη.
- Οι Αιτητές ουδεμία μαρτυρία και/ή στοιχεία παρουσιάζουν στο Δικαστήριο αναφορικά το είδος και τον χαρακτήρα των μέτρων εκτέλεσης που προτίθενται να λάβουν.
- Οι Αιτητές εις την Αίτηση των και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν δικαιολογούν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ΄επέκταση παραχώρηση άδειας για εκτέλεση της απόφασης θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος των Καθ΄ων η Αίτηση για δίκαιη δίκη το οποίο περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο εκτέλεσης δικαστική απόφασης.
- Με την τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ουδέν δυσμενή επηρεασμό θα υποστούν οι Αιτητές καθότι η εκτέλεση απόφασης μετά την πάροδο 10 ετών και/ή 12 ετών δεν αποτελεί δικαίωμα των Αιτητών. Αυτή υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Α.Ολυμπίου ημερ. 29/03/2023, Εναγόμενης / Καθ' ης η Αίτηση 5 στην οποία αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για παραχώρηση άδειας για εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 22/11/2007, ότι οι Αιτητές δεν ήρθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και παραλείπουν εσκεμμένα και με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου να αναφερθούν σε ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία που αφορούν τη παρούσα υπόθεση, δηλαδή παραλείπουν να αναφέρουν και/ή να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο πως η απόφαση του Δικαστηρίου δια την οποία αιτούνται την παραχώρηση άδειας εκτέλεσης έχει εκπνεύσει και/ή έχει καταστεί νομικά ανεφάρμοστη από τις 22/11/2017, ήτοι η επίδικη απόφαση έχει εκπνεύσει εδώ και 5 και πλέον χρόνια. Ακόμη ότι δεν αναφέρουν εσκεμμένα ότι πληρώθηκαν τα οφειλόμενα ποσά στους αιτητές, το ΜΕΜΟ που είχε καταχωριστεί αποσύρθηκε το 2010, οι Αιτητές ουδέποτε τους όχλησαν και/ή έλαβαν οιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης με σκοπό την είσπραξη του κατ΄ισχυρισμό των υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτή αντελήφθηκε ότι η επίδικη απόφαση εξακολουθεί να οφείλεται, όταν η ίδια προσωπικά μετά τον Νοέμβριο του 2021 αποτάθηκε σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα με σκοπό την υποβολή αίτησης για δανειοδότηση ενημερώθηκε πως στο αρχείο δεδομένων με την επωνυμία Artemis Credit Bureau, υπάρχουν εγγραφές και δεδομένα που έδειχναν και δείχνουν πως έχει οφειλή προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μόλις ενημερώθηκε περί τούτου και μη γνωρίζοντας περί τίνος πρόκειται και τι αφορά το εν λόγω χρέος που παρουσιάζεται στο αρχείο δεδομένων Artemis Credit Bureau, αποτάθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με σκοπό να βρει και να μάθει σχετικές λεπτομέρειες. Μετά από ενέργειες της, συζητήσεις και ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ της ίδιας και των συνηγόρων της ενημερώθηκε ότι η επίδικη απόφαση δεν εξοφλήθηκε και μάλιστα εσκεμμένα καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Είναι η θέση της ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην λήψη οποιονδήποτε μέτρων εκτέλεσης της απόφασης και το δικαστήριο θα πρέπει εξασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να απορρίψει την εν λόγω αίτηση λόγω έλλειψης λόγων για την έκδοση του. Η ακρόαση της αίτησης έγινε με γραπτές αγορεύσεις από τις συνηγόρους των αιτητών και των καθ΄ων η αίτηση και δεν ζητήθηκε η αντεξέταση κανενός ενόρκως δηλούντα. Επιπρόσθετα έκαστη ανέφερε προφορικά τα ουσιώδη σημεία της αίτησης και της ένστασης και απάντησε στις διευκρινίσεις οι οποίες ζητήθηκαν από το δικαστήριο. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί δεόντως από το δικαστήριο και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διάταξη 40 Θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας ερείδεται η υπό κρίση αίτηση, διαλαμβάνει αυτολεξεί τα ακόλουθα:
- Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι. Σημειώνεται για λόγους πληρότητας πως αρχικά, ο συνολικός χρόνος της ισχύος μιας δικαστικής απόφασης για σκοπούς λήψης εκτελεστικών μέτρων, καθοριζόταν στα 6 έτη. Ακολούθως, με τη θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) (Αρ.1) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2011 στις 9/9/2011, ο χρόνος αυτός αυξήθηκε στα 10 έτη και πιο πρόσφατα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2020, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 27/3/2020, ο χρόνος αυξήθηκε στα 12 έτη από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Μετά την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου ως προβλέπεται στη Δ.40 Θ.8 ανωτέρω, απαιτείται η εξασφάλιση άδειας Δικαστηρίου για τη λήψη ή συνέχιση λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Η δε επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης "μπορεί" («may") στο λεκτικό της Δ.40, Θ8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή διατάγματος, μετά την παρέλευση 12 ετών από την ημερομηνία έκδοσής της, είναι ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει η Δ.40 θ.8, αποτέλεσε αντικείμενο μακρόχρονης νομολογιακής επεξεργασίας (βλ. Ορφανίδη κ.ά. v. S & G. Securities and General Finance Ltd Πολ. Έφ. 302/2013, ημερ. 8/4/2021, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Π.Κ. Πολ. Έφ. 219/2012, ημερ. 31/1/2019, Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 367/12, ημερ. 17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, ΣΠΕ Κοντέας v. Mιχαήλ,
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604, Panaou v. Christofi
(1963)2 C.L.R. 19, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218, Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, πολ.εφ.290/10, 19.6.2014, Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Πολ. Έφ. 179/2013 ημερ. 27/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:A492, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019, Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφ. 11/2013, 1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A264, Ανδρέα Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373). Στην πρόσφατη απόφαση Ορφανίδη κ.ά. v S & G. Securities and General Finance Ltd ανωτέρω ανα λύθηκαν ευκρινώς οι αποκρυσταλλωμένες επί του θέματος νομολογιακές αρχές με παραπομπή σε παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Στην πρόσφατη υπόθεση Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ( πιο πάνω) κατόπιν ανασκόπησης της μέχρι τότε νομολογίας συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.40 θ.8 ως εξής: «Είναι επίσης θεμελιωμένο πως, είτε μονομερώς καταχωρηθεί η αίτηση είτε δια κλήσεως, ο αιτητής δέον να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να προσδιορίζεται η ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης καθώς και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο. Περαιτέρω πρέπει να τεκμηριώνεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Προσθέτως δέον να αιτιολογείται η καθυστέρηση και να διαφαίνεται πως δεν επηρεάζεται δυσμενώς ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης (Βλ. Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ.εφ.11/2013, 1.6.2018). Στη ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: "Η ίδια η Δ.40 Κ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να διατάξει την ανανέωση μιας απόφασης. Όμως όπως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης και το όλο πνεύμα της νομολογίας είναι ότι έχει ο αιτητής το βάρος απόδειξης. Επομένως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το βάρος δεν πρέπει να είναι στον αιτητή για ανανέωση της απόφασης (εδώ τους εφεσείοντες) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ.μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider [1948]2 All E.R.402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA [2003] Q.B.471,Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R.249 και Patel v. Singh [2002] EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (σε 10 έτη από το 2011) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. . Σε μεταγενέστερη υπόθεση Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, (πιο πάνω) αφού αναφέρθησαν και αναλύθησαν οι προηγούμενες αποφάσεις καθώς και αριθμός αγγλικών αυθεντιών, το Εφετείο κατέληξε πως «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67)». Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει.» Η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε107/13, ημερ. 21.2.2019, στην οποία τονίστηκε επιπρόσθετα ότι «ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην Ορφανίδη ανωτέρω, επικυρώθηκε ως ορθή η έγκριση αίτησης για άδεια εκτέλεσης απόφασης που είχε καταχωριστεί 22 έτη μετά την ημερομηνία έκδοσης απόφασης, αφού η απόφαση είχε εκδοθεί στις 29/11/1991 και η αίτηση για άδεια καταχωρίστηκε την 1/7/
- Κρίθηκε ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο που συνηγορούσε υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για άδεια εκτέλεσης το γεγονός της λήψης μέτρου εκτέλεσης της απόφασης ήτοι της καταχώρισης memo επί της ακίνητης περιουσίας της εφεσείουσας που είχε λάβει χώρα μέσα στο έτος
- Όπως ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο: «Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποφασιστικής σημασίας για το υπό εξέταση θέμα ήταν η λήψη μέτρου εκτέλεσης, δηλαδή η κατάθεση του memo ενώ η παράταση του ή όχι δεν αφορούσε τη διαδικασία ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια που αν και αναγνωρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης, εν τούτοις δεν την απέδωσε σε κακόβουλη ή καταχρηστική συμπεριφορά της εφεσίβλητης, θεωρώντας τη δικαιολογημένη, ενόψει εκκρεμότητας εντάλματος πώλησης της περιουσίας της εναγόμενης 2 στο Κτηματολόγιο, στα πλαίσια διαδικασίας άλλης Αγωγής.» Περαιτέρω, ειδικά σε σχέση με το ενδεχόμενο πρόκλησης δυσμενούς επηρεασμού της Εφεσείουσας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Κτωρίδη (ανωτέρω) τονίστηκε ότι «δυσμενής επηρεασμός» θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δίνει με την απραξία του στον χρεώστη την εντύπωση πως δεν πρόκειται να εκτελέσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v Π.Κ. ανωτέρω, διατυπώθηκαν ευσύνοπτα οι ακόλουθες αρχές: «Σύμφωνα με καθιερωμένη αρχή δικαίου: "... a judgment creditor is in general entitled to enforce a money judgment which he has lawfully obtained against a judgment debtor by all or any of the means of execution prescribed by the relevant rules of court.", (βλ. Roberts Petroleum v Bernard Kenny Ltd [1982] 1 All ER 685, σελίδα 690, καθώς, επίσης, [1983] 1 All ER 564, σελίδες 571 έως 572, και Κτωρίδης v. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 1173, σελίδα 1178, όπου το πιο πάνω απόσπασμα παρατίθεται). Πρόκειται για δικαίωμα το οποίο έχει κάθε εξ αποφάσεως πιστωτής, όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης παραλείπει να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μέσα σε χρονική περίοδο δέκα χρόνων από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, χωρίς να χρειάζεται σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Με την παρέλευση του χρόνου αυτού, τούτο ασκείται κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο, δυνάμει του Κ. 8[1] της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών. Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duer v Frazer [2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373). Στην εν λόγω υπόθεση επικυρώθηκε ως απολύτως ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η παρέλευση 13 σχεδόν ετών από το 1999 χωρίς τη λήψη οιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και 19 ετών από την έκδοση της απόφασης» αποτελεί μακρά περίοδο απραξίας η οποία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, παρά τις διαβουλεύσεις που κατ' ισχυρισμό των αιτητών έλαβαν χώρα μεταξύ των μερών. Στην υπόθεση Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ανωτέρω οι εφεσείοντες είχαν μεταξύ άλλων εισηγηθεί πως η καθυστέρηση από μέρους των εφεσιβλήτων στην προώθηση αίτησης για λήψη άδειας εκτέλεσης σε συνδυασμό με την μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων καταδείκνυαν την ύπαρξη δυσμενούς επηρεασμού και θα έπρεπε να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό στη βάση του εξής σκεπτικού: «Όπως έχει ήδη λεχθεί, ως απόσταγμα της σχετικής νομολογίας, το κρίσιμο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το πιο καθοριστικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη. Ήταν επί του προκειμένου η εισήγηση των Εφεσειόντων, επικαλούμενοι αδράνεια της Εφεσίβλητης, ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος τους έθεσε σε δυσμενή οικονομική θέση και σε αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών τους περιστάσεων και δεδομένων. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι ενώ στο παρελθόν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς εξόφληση, τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται πλέον, λόγω ακριβώς της μεταβολής των οικονομικών τους συνθηκών. Είναι ανεδαφική αυτή η προσέγγιση, δεδομένης της υποχρέωσης που είχαν οι Εφεσείοντες να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους και δη υπό το φως των δυνατοτήτων που, όπως παραδέχονται, είχαν, προτού οι οικονομικές τους συνθήκες, κατ΄ ισχυρισμό, μεταβληθούν. Πολύ περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι κατ΄ επανάληψη, όπως παρέμεινε τελικά αδιαμφισβήτητο, ζήτησαν χρόνο προς διευθέτηση της εξ αποφάσεως οφειλής». Σε συνάφεια προς τα ανωτέρω είναι και τα όσα ειπώθηκαν στη Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ανωτέρω: «Από την Αγγλική νομολογία, την οποία παράθεσε το πρωτόδικο δικαστήριο (δέστε, μεταξύ άλλων, Patel v. Singh
(2002)EWCA, 1668), ο κανόνας φαίνεται να είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται εναντίον της έγκρισης της αίτησης για εκτέλεση, μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα ετών, εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που δείχνουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Το βάρος απόδειξης ότι ο αιτητής δικαιούται αδείας εκτέλεσης το φέρει ο ίδιος ο αιτητής (δέστε, ΣΠΕ Κοντέας, ανωτέρω). Επομένως δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση των δέκα ετών και ο εξ αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει εξηγήσεις, στην απουσία ειδικών περιστάσεων, για το λόγο της καθυστέρησης. Όμως όπως υποδείχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 47/13, ημερ. 10.6.2019: «Εν προκειμένω υπεισέρχεται και η κυπριακή πραγματικότητα με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται με μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας. Ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω πρωτίστως τον 8ο λόγο της ένστασης δηλαδή ότι από το περιεχόμενο της αίτησης και της επισυνημμένης ένορκης δήλωσης (Ε/Δ στο εξής) δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τον 14ο λόγο ότι οι αιτητές δεν δικαιολογούν την αναγκαιότητα έκδοσης του, τον 12ο λόγο ότι με την αδράνεια τους οδήγησαν τους καθ΄ων η αίτηση στο να σχηματίσουν την εντύπωση ότι η επίδικη απόφαση εξοφλήθηκε και/ή ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους και τον 13ο ότι δεν παρουσιάζουν στοιχεία ή μαρτυρία αναφορικά με το είδος και τον χαρακτήρα των μέτρων εκτέλεσης που προτίθενται να λάβουν. Οι λόγοι αυτοί περιλαμβάνουν τις θέσεις και ισχυρισμούς των καθ΄ων που αφορούν και τους λοιπούς λόγους της ένστασης. Έχοντας διεξέλθει προσεκτικά το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, καταλήγω εν πρώτοις πως δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι οι αιτητές, κατέδειξαν την έκδοση της απόφασης στις 22.11.
- Οι Αιτητές στην Έ/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, αναφέρουν την ημερομηνία κατά την οποίαν εκδόθηκε η επίδικη Απόφαση, καθώς και το αρχικό ποσό το οποίο επιδικάσθηκε. Στην Ε/Δ τους στην παράγραφο 6 αναφέρεται το εξής σημαντικό ότι «κατά ή περί τα μέσα του 2010, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι συμφώνησαν στην εξόφληση της Απόφασης με την καταβολή του ποσού των €65.000,00 με την άμεση απόσυρση ΜΕΜΟ καθώς και την καταβολή του ποσού των €10.000,00 με δύο επιταγές των €5.000,00 η κάθε μία». Ειναι αδιαμφισβήτητο ότι πληρώθηκε ένα ποσό €65.000 από τον εναγόμενο 1, όσο και η μετέπειτα απόσυρση του ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ3506/2007 το 2010, ως επίσης και ποσά €6500 μέχρι και τις 29.9.
- Όμως οι αιτητές δεν έχουν δώσει ξεκάθαρη εικόνα ως προς το οφειλόμενο ποσό, αναφέροντας μεν πως συμφωνήθηκε το ποσό των €65.000 προς εξόφληση της απόφασης το οποίο πληρώθηκε, ισχυριζόμενοι δε στη συνέχεια της Ε/Δ πως υπάρχουν επιπλέον οφειλόμενα ποσά έναντι λογαριασμού δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού. Αυτά τα ποσά δεν επεξηγήθηκαν επαρκώς και με σαφήνεια παρά και τις διευκρινίσεις οι οποίες ζητήθηκαν από το δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτό το οποίο οι Αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο είναι γιατί παρέμειναν αδρανείς στην λήψη και/ή προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης από την απόσυρση του ΜΕΜΟ υπ'αρ. ΕΒ3506/2007 το 2010 ή τουλάχιστον από τις 29.9.11 που ο εναγόμενος 1 κατέβαλε €6500 μέχρι και τις 11.1.23 που καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Το δικαστήριο θεωρεί ότι η απόσυρση του ως άνω αναφερόμενου ΜΕΜΟ σε συνάρτηση με τα καταβληθέντα από τον εναγόμενο 1 ποσά και την αδράνεια των αιτητών για μεγάλο χρονικό διάστημα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της πεποίθησης και εντύπωσης των Καθ' ων η Αίτηση ότι το εξ αποφάσεως χρέος τους έχει πλήρως εξοφληθεί. Εξετάζοντας τόσο την αίτηση όσο και την επισυνημμένη Ε/Δ διαπιστώνω ότι αυτές είναι ατελείς γιατί πουθενά δεν αναφέρονται τί μέτρα εκτέλεσης προτίθενται να προωθήσουν οι αιτητές εναντίον των καθ΄ων η αίτηση και ουδόλως αναφέρουν ή αιτιολογούν γιατί παρήλθε τόσος χρόνος από το 2011 - 2023 χωρίς αυτοί να προβαίνουν σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης ή ειδοποίησης των καθ΄ων η αίτηση ότι οφείλονται τα κατ΄ισχυρισμό ποσά. Δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο στο δικαστήριο περί τούτου. Το δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Αιτητές στην Αίτηση τους και στην Ε/Δ που την συνοδεύει δεν δίνουν οιεσδήποτε εξηγήσεις για τους λόγους που καθυστέρησαν να καταχωρήσουν τη παρούσα Αίτηση και να αιτηθούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το γεγονός της αναφοράς της καθυστέρησης και της αποδοχής της, κατά την αγόρευση της συνηγόρου εκ μέρους των αιτητών κατά την ακρόαση δεν καλύπτει βεβαίως το κενό της μη αναφοράς του στην Ε/Δ τους. Επίσης με την εν λόγω αίτηση δεν ζητείται καν η άδεια παράτασης του χρόνου ανανέωσης της απόφασης η οποία έχει προ πολλού εκπνεύσει, όχι μόνο λαμβάνοντας υπόψη τα 6 και τα 10 έτη που όριζε ο Νόμος αλλά και τα 12 ως ισχύει σήμερα. Μάλιστα εκείνο που διαπιστώνεται είναι ότι κανένας δεν τους ειδοποίησε εκ μέρους των αιτητών για οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά αλλά μετά που η καθ΄ης η αίτηση 5 (περί τον Νοέμβριο του 2021) αποτάθηκε σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα με σκοπό την υποβολή αίτησης για δανειοδότηση αντελήφθηκε ότι η επίδικη απόφαση εξακολουθεί να οφείλεται και μετά από αλλεπάλληλες ενέργειες αυτής και των συνήγορων της προς τους αιτητές καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου και αποδέχομαι τις αναντίλεκτες θέσεις της ως εμφαίνονται στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον μου (1 - 4). Θα συμφωνήσω με την θέση των καθ΄ων η αίτηση πως η αδικαιολόγητη αδράνεια και η αδικαιολόγητη αδιαφορία που επέδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να αιτούνται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως λέχθηκε στην Εύζονος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 284/11, ημερ. 15/09/2016: «Το δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση δυνάμει της Δ.40 θ.8, λαμβάνει υπόψη από τη μια ότι μια απόφαση δεν μπορεί να παραμένει ανεκτέλεστη για απεριόριστο χρόνο, με αποτέλεσμα ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να παραμένει υπόλογος για ανάλογο απεριόριστο χρόνο και από την άλλη, ότι η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Βέβαια, σύμφωνα με καλά εδραιωμένη νομολογιακή αρχή, το δικαστήριο προτού παρατείνει την περίοδο για εκτέλεση δικαστικής απόφασης, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι εμφανώς δίκαιο (βλ. Duer v. Frazer [2001] 1 WLR 919)». Οι Αιτητές, ως εξ αποφάσεως πιστωτές επί μακρόν δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης μετά το 2011 και τόσο στην Αίτηση των, όσο και στην Ε/Δ που την συνοδεύει, δεν παρέχουν επαρκή εξήγηση σχετικά με την αδράνεια αυτή. Οι Αιτητές άφησαν να παρέλθει άπρακτη η χρονική περίοδος από το 2010 μέχρι το 2022, χρονικό διάστημα στο οποίο ούτε καν αποτάθηκαν για λήψη άδειας προς εκτέλεση της Απόφασης. Επιπλέον, οι Αιτητές ουδεμία εξήγηση δίδουν αναφορικά με την καθυστέρηση, γιατί καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση τόσα έτη μετά, και σε καμία περίπτωση δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία. Μάλιστα σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται οι αιτητές (στην παράγραφο 11 της Ε/Δ τους) εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι από την στιγμή που η καθ΄ης η αίτηση 5 άρχισε να τους αποστέλλει τα ηλεκτρονικά μηνύματα (περί τον Φεβρουάριο του 2022 σύμφωνα με το τεκμ.3) για την διαπίστωση της ότι είχε εγγραφεί στο ARTEMIS BANK IMFORMATION SYSTEM ακόμη και τότε οι αιτητές δεν ενεργοποιούν οποιαδήποτε διαδικασία προώθησης καταχώρησης αίτησης για ανανέωση της εν λόγω απόφασης παρά το ότι το είχαν διαπιστώσει. Αυτό φαίνεται να το πράττουν πολύ αργότερα ήτοι 11 μήνες μετά. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι Αιτητές στην Αίτηση τους και στην Ε/Δ που την συνοδεύει δεν δίνουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 10 ετών (χρονικό διάστημα που ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού της ισχύος της επίδικης Απόφασης). Θα επαναλάβω τα λεχθέντα στην Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus LTD [2014] 1 ΑΑΔ 1173: «η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd' s Rep. 67)». Θα συμφωνήσω με την θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν δύναται να εκδοθεί καθότι από το περιεχόμενο της Αίτησης των Αιτητών και της Ε/Δ που την συνοδεύει δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν στο Δικαστήριο πως συντρέχει λόγος στη βάση του οποίου αποδεικνύεται πως το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα ο οποίος δεν επιτρέπει την εκτέλεση απόφασης μετά την πάροδο 10 ετών, ως ήταν κατά το χρονικό διάστημα τερματισμού της ισχύος της επίδικης απόφασης και/ή μετά την πάροδο 12 ετών, ως είναι σήμερα. Τέλος, θα συμφωνήσω και πάλι με τους καθ΄ων η αίτηση ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είχε ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό αυτών, γιατί είναι εμφανές ότι βρίσκονταν με την εντύπωση και την πεποίθηση πως δεν όφειλαν οιονδήποτε ποσό στους Αιτητές, Συνακόλουθα οι λόγοι ένστασης 8, 12 - 14 γίνονται αποδεκτοί από το δικαστήριο και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση των λοιπών. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, καταλήγω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση 1 - 4 και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. ...................... Γ. Ιωαννίδου - Παπά, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο