← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Χ., Αρ.Υπόθεσης: 14766/21, 12/9/2023

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Χ., Αρ.Υπόθεσης: 14766/21, 12/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14766/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α. Χ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12/9/2023 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Kατηγορούμενο: κ. Ρ. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε αρχικά κατηγορίες πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης (άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα), κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (άρθρο 324

(1)του Ποινικού Κώδικα) και απειλής (άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα), (κατηγορίες 1, 2 και 3 αντίστοιχα). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 25/7/2023, μετά την κατάθεση του Μ.Κ.16, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως τροποποιήσει το κατηγορητήριο δια προσθήκης τέταρτης κατηγορίας που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα). Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση της Υπεράσπισης. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν επί του θέματος και το Δικαστήριο με απόφαση του ίδιας ημέρας ενέκρινε το αίτημα. Έτσι προστέθηκε στο κατηγορητήριο η κατηγορία
  1. Αμέσως δε μετά την απάντηση του κατηγορούμενου στην εν λόγω κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε αναστολή ποινικής δίωξης όσον αφορά την κατηγορία 1, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί από αυτήν. Εν συνεχεία η Κατηγορούσα Αρχή, αφού κάλεσε άλλο 1 μάρτυρα και πρόσφερε προς αντεξέταση άλλους 3 μάρτυρες, έκλεισε την υπόθεση της. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος του κατηγορούμενου, αγορεύοντας υποστήριξε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο όπως, στο στάδιο αυτό, αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τις εναπομείνασες κατηγορίες 2, 3 και
  2. Εδώ να λεχθεί ότι στη συνέχεια, πριν τη δική της αγόρευση, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, καταχώρησε αναστολή ποινικής δίωξης όσον αφορά την κατηγορία 3, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαχθεί και από αυτήν. Ως εκ τούτου αντικείμενο της παρούσας είναι η διάγνωση του κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2 και
  3. Ως προς τις εν λόγω κατηγορίες, ο κ. Ερωτοκρίτου στην αγόρευση του εισηγήθηκε, παραπέμποντας σε αποσπάσματα της μαρτυρίας των Μ.Κ.4, 9 και 11, ότι η μαρτυρία, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης, είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα στηριζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ήταν επίσης η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ακόμη και εάν η μαρτυρία δεν εθεωρείτο αντινομική, αντικειμενικά εξεταζόμενη δεν αποδεικνύει συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων και δη την ύπαρξη της απαιτούμενης πρόθεσης εκ μέρους του κατηγορούμενου στη διάπραξη τους. Ως προς τούτο ο κ. Ερωτοκρίτου υποστήριξε, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και αγγλική νομολογία, ότι τόσο προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος της βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορία 4) όσο και του αδικήματος της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (κατηγορία 2), απαιτείται η απόδειξη ειδικής πρόθεσης, κάτι που σύμφωνα με την ίδια εισήγηση, δεν αποδείχθηκε στην προκειμένη. Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, η εκπρόσωπος της οποίας στη δική της αγόρευση υποστήριξε ότι η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε, αντικειμενικά εξεταζόμενη είναι τέτοια ώστε αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2 και
  4. Στο πλαίσιο αυτό η κα Τιμοθέου προέβαλε ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική και ότι προς στοιχειοθέτηση των εν λόγω αδικημάτων δεν απαιτείται η απόδειξη ειδικής αλλά μόνο γενικής πρόθεσης. Ως προς το τελευταίο η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε σε αγγλικό σύγγραμμα και σε κυπριακή νομολογία. Εδώ να λεχθεί ότι τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι των δύο πλευρών είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν περαιτέρω παράθεσης στο σημείο αυτό. Εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Γιάγκου άλλως Λεμόνα ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 και Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή η όλη μαρτυρία εμπεριέχει τόσο θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Εκτός της περίπτωσης που η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσα την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων (εξ όψεως) και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Fowles v. Λ.M.G. κ.ά., Ποιν. Έφεση Αρ. 57/2022, ημερ. 8/5/2023, ECLI:CY:AD:2023:B152). Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή σε αυτό το στάδιο είναι λοιπόν διαφορετικό από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Είναι αρκετό να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην προκειμένη, ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 2 και 4, είναι ότι στις 6/11/2021, στη Λεμεσό, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον Χριστάκη Αναστασίου από τη Λεμεσό (κατηγορία 4) και ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο κτίριο και στον εξοπλισμό του γραφείου ταξί «Φάρος», χρηματικού ύψους €1.000 (κατηγορία 2). Έχουμε μελετήσει και εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και έχουμε μελετήσει με την ίδια προσοχή τα αποσπάσματα από τα συγγράμματα και τη νομολογία στην οποία οι δύο πλευρές στήριξαν αυτές. Για την απόφαση μας διήλθαμε με ιδιαίτερη προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας και όχι μόνο τα αποσπάσματα στα οποία μας παρέπεμψαν οι δύο πλευρές. Πράξαμε δε τούτο με γνώμονα τις ως άνω αρχές, δηλαδή χωρίς να προβούμε σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνοντας τα γεγονότα με αντικειμενική θεώρηση και χωρίς να υπεισέλθουμε στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και στη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Υπενθυμίζουμε ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνεται στο τέλος της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Αφού λοιπόν εξετάσαμε με προσοχή, στη βάση των πιο πάνω αρχών, το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, κρίνουμε ότι αυτή δεν είναι αντινομική, όπως υποστηρίζει η πλευρά της Υπεράσπισης. Μη σύμφωνους μας βρίσκει και η θέση της Υπεράσπισης ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν αποδεικνύει, πάντα για σκοπούς διάγνωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, συστατικό στοιχείο των επίδικων αδικημάτων και δη την πρόθεση του κατηγορούμενου να τα διαπράξει. Ως προς τούτο και χωρίς φυσικά στο στάδιο αυτό να προβαίνουμε σε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα ως προς τα γεγονότα και να καταλήγουμε σε τελικά συμπεράσματα, λάβαμε υπόψη και το ότι προς στοιχειοθέτηση των επίδικων αδικημάτων δεν απαιτείται η απόδειξη ειδικής πρόθεσης, ως υποστήριξε η Υπεράσπιση. Το ότι πρόκειται για αδικήματα που δεν απαιτούν την απόδειξη ειδικής πρόθεσης προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό των άρθρων 231 και 324
(1)του Ποινικού Κώδικα και είναι νομολογημένο (βλ. Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397 για το αδίκημα του άρθρου 231 και Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168 για το αδίκημα του άρθρου 324
(1)). Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης δεν ευσταθεί και ότι με βάση την αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρία που έχει προσαχθεί, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2 και
  1. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία στις κατηγορίες 2 και
  2. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.