← Κύπρος

Σάββα Γεωργίου ν. Καλλιόπης Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 282/2018, 29/12/2023

Σάββα Γεωργίου ν. Καλλιόπης Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 282/2018, 29/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 282/2018 Μεταξύ: Σάββα Γεωργίου Ενάγοντα και Καλλιόπης Γεωργίου Εναγόμενης ------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/12/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Χρ. Χριστοφόρου, για ΧΡΙΣΤΟΣ Σ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΕΠΕ Για εναγόμενη: κ. Κ. Ι. Θεοφανίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του ενάγοντα και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον της εναγόμενης σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής του πρώτου είναι τα εξής: Οι διάδικοι είναι αδέλφια και η μητέρα τους ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μιας διώροφης κατοικίας στη Λεμεσό η οποία προοριζόταν να μεταβιβαστεί εξ ημισείας στα δυο παιδιά της. Επειδή ο ενάγοντας το 2004 αντιμετώπιζε σοβαρή κατηγορία ενώπιον του Δικαστηρίου και βρισκόταν αντιμέτωπος με ποινή φυλάκισης συμφωνήθηκε μεταξύ των τριών, όπως η εν λόγω κατοικία (στο εξής «επίμαχο ακίνητο») μεταβιβαστεί εξ ολοκλήρου - δυνάμει δωρεάς -επ' ονόματι της εναγόμενης η οποία θα ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος του ενάγοντα, κατά το ½ μερίδιο, προς όφελος και για λογαριασμό του και θα υποχρεούτο στη μεταβίβαση του εν λόγω μεριδίου επ' ονόματί του, όταν και όποτε αυτός θα της το ζητούσε. Η μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε το επίμαχο ακίνητο επ' ονόματι της εναγόμενης, κατά ή περί τις 30/4/

  1. Ο ενάγοντας, για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (υποθέσεις ναρκωτικών) καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης και κρατήθηκε στο τμήμα φυλακών από 3/6/2004 μέχρι 15/9/
  2. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, η μητέρα του, σε κάποια από τις επισκέψεις της στις φυλακές, του παρέδωσε έγγραφη δήλωση της εναγόμενης, ημερομηνίας 10/6/2004 (στο εξής «επίμαχη δήλωση») με την οποία αναγνώριζε ότι το ½ μερίδιο του επίμαχου ακινήτου ανήκει στον ίδιο και η εναγόμενη υποχρεούται να το μεταβιβάσει επ' ονόματί του, όταν αυτός θα το ζητούσε, ως ήταν και η επιθυμία της μητέρας τους. Το επίμαχο ακίνητο είχε ενοικιαστεί σε τρίτο πρόσωπο με τελευταία ενοικίαση - δυνάμει σχετικού εγγράφου - για την περίοδο 2/7/2015 μέχρι 30/9/2019 με μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €2.
  3. Τα ενοίκια διαμοιράζονταν μεταξύ των διαδίκων εξ ημισείας και η εναγόμενη, στις 8/11/2017 έδωσε στον ενάγοντα γραπτή εξουσιοδότηση να χειρίζεται ο ίδιος, όλα τα θέματα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την ενοικίαση του επίμαχου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης των ενοικίων. Ο ενάγοντας αξίωσε από την εναγόμενη επανειλημμένα τη μεταβίβαση επ' ονόματί του ½ μεριδίου επί του επίμαχου ακινήτου. Αυτή, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις της ότι θα το μεταβίβαζε, εντούτοις κωλυσιεργούσε και/ή αμελούσε και/ή αδιαφορούσε και/ή αρνείτο να το πράξει, μεταθέτοντας τη μεταβίβαση σε μεταγενέστερο χρόνο κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ τους και της μητέρας τους και/ή της επίμαχης δήλωσης, με αποτέλεσμα, οι δυο τους, στις 8/12/2007 να συζητήσουν έντονα μεταξύ τους για το θέμα, με την εναγόμενη να αναφέρει ότι η μεταβίβαση θα λάβει χώρα όταν θα το αποφασίσει η ίδια, η οποία, για το εν λόγω επεισόδιο κατάγγειλε τον ενάγοντα στην Αστυνομία, εναντίον του οποίου καταχωρήθηκε στο Ε. Δ. Λεμεσού, η ποινική υπόθεση 20225/
  4. Η συνολική αξία του επίμαχου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €300.000 και του ½ μεριδίου του, σε €150.
  5. Με την αγωγή του ο ενάγοντας ζητά - μεταξύ άλλων - διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη να του μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του επίμαχου ακινήτου και διαζευκτικά, το ποσό των €150.000 που αντιπροσωπεύει την αξία του εν λόγω μεριδίου. Η εναγόμενη, με την υπεράσπισή της αρνείται και απορρίπτει το σύνολο των παραπάνω ουσιωδών ισχυρισμών του ενάγοντα και αντιτείνει τα εξής: Εάν η μητέρα τους επιθυμούσε να μεταβιβαστεί το επίμαχο ακίνητο στον ενάγοντα θα μπορούσε να το πράξει ενόσω αυτή ζούσε, αλλά, η επιθυμία της ήταν ουδέποτε αυτό ή μέρος του να μεταβιβαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο επ' ονόματί του, επειδή ήταν βίαιος, ναρκομανής και επικίνδυνος. Τουναντίον, η μητέρα τους, την παρακάλεσε όπως ουδέποτε του μεταβιβάσει μερίδιο ή συμφέρον. Παραδέχεται τον ισχυρισμό του ότι για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε σε υποθέσεις ναρκωτικών καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης από 3/6/2004 μέχρι 15/9/
  6. Αναφορικά με την επίμαχη δήλωση αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του, ως αναληθείς και κατασκευασμένους και εκ του πονηρού και επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της ότι εάν η επιθυμία της μητέρας τους ήταν να του δώσει οποιοδήποτε μερίδιο επί του επίμαχου ακινήτου θα μπορούσε ελεύθερα να το πράξει ενόσω αυτή ήταν στη ζωή. Ισχυρίζεται ακόμη ότι ουδέποτε έδωσε την επίμαχη δήλωση «..και εάν υπάρχει τέτοια δήλωση αυτή είναι χαλκευμένη και/ή μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και/ή άκυρη και/ή παράνομη και/ή κατασκευασμένη και/ή χωρίς αντιπαροχή και/ή χωρίς αντίκρισμα και/ή άλλως πως χωρίς νομική υπόσταση και/ή μη ανταποκρινόμενη σύμφωνα με το υπάρχον δίκαιο της Δημοκρατίας και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την δημιουργία καταπιστεύματος και επομένως άκυρη εξ υπαρχής και χωρίς καμιά νομική υπόσταση και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.» Απ' όσα ισχυρίζεται ο αδελφός της για την ενοικίαση του επίμαχου ακινήτου δέχεται μόνο ότι η ίδια το έχει ενοικιάσει. Ακόμη δέχεται και τον ισχυρισμό του ότι τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία, με την προσθήκη ότι αυτό έγινε λόγω του ότι της είχε επιτεθεί. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι βίαιος, επιθετικός, ναρκομανής και τόσο η ίδια όσο και η μητέρα τους δεχόντουσαν συχνά επιθέσεις και/ή εκβιασμούς από μέρους του και η ζωή τους ήταν αφόρητη και/ή κάτω από συνεχή πίεση που δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν. Με αντιπαραβολή των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, ανακύπτουν ένα βασικό και ένα κρίσιμο ερώτημα, τα οποία συνθέτουν και τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμε να επιλύσω. Αρχίζοντας από το βασικό, ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα για τη συμφωνία μεταξύ του ιδίου, της εναγόμενης αδελφής του και της μητέρας τους αναφορικά το επίμαχο ακίνητο; Και το κρίσιμο - συναφές με το προηγούμενο - είναι αλήθεια ότι η εναγόμενη υπόγραψε την επίμαχη δήλωση; Οι διάδικοι είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία κατά τη δίκη. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δυο ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης καθώς και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντος και των δυο από την έκβασή της. Αυτονόητο πως, η μαρτυρία τους, για σκοπούς αξιολόγησης, θα ιδωθεί ενταγμένη στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση και σύγκριση, του ενός έναντι της μαρτυρίας του άλλου. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη και τα εξής: Σύμφωνα με τη Σάββα ν. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 391), όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλ. και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.» Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816: «Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.» Σύμφωνα και πάλι με την Akil (ανωτέρω): «Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.» Προστίθενται και τα εξής: Όπως επισημαίνεται στη Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541 ισχύει, ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα, ως μάρτυρα είναι τελείως αρνητική. Και τούτο, επειδή στις πλέον ουσιώδεις πτυχές τις υπόθεσης, αντεξεταζόμενος - μεταξύ άλλων - υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, απαντούσε με υπεκφυγές και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω και το γεγονός ότι πλείστα όσα ανάφερε σ' αυτό το στάδιο της μαρτυρίας του, αφίστανται θεμελιακώς των δικογραφημένων ισχυρισμών του. Για όλους αυτούς τους λόγους, η μαρτυρία του, επί της ουσίας, με εξαίρεση εκείνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη που συντίθεται από ισχυρισμούς οι οποίοι υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντά του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, σαφώς κατασκευασμένη και ψευδής. Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμ. Α) ενώ απάντησε και σε πολύ μικρό αριθμό ερωτήσεων της ευπαίδευτης δικηγόρου του. Το πρώτο που επισημάνω για τη δήλωσή του είναι ότι αποτελεί απλή επανάληψη του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, με μόνη διαφορά ότι η γραπτή δήλωση είναι διατυπωμένη σε πρώτο πρόσωπο. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του, η οποία άρχισε με την ακόλουθη υποβολή: «Λέτε ότι η μητέρα σας ήθελε να σας μεταβιβάσει το ακίνητο, αλλά είχες την ποινική υπόθεση. Σου υποβάλλω ότι αυτά είναι μπούρδες. Η μητέρα σας αν ήθελε να σας μεταβιβάσει θα μπορούσε με ένα απλό πληρεξούσιο να σας το μεταβίβαζε. Δεν ήθελε όμως.» Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι υπάρχει γραπτή δήλωση της μητέρας του ότι ήθελε να του το μεταβιβάσει και ότι την προηγούμενη νύχτα την πήρε στο νοσοκομείο. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τα εξής: η επίμαχη δήλωση φέρεται να είναι της εναγόμενης και από το περιεχόμενό της φέρεται να έγινε στην παρουσία της μητέρας της, η οποία στο τέλος και πάλι φέρεται να δηλώνει ενυπογράφως ότι συμφωνεί. Το περιεχόμενο της επίμαχης δήλωσης (τεκμ. 2) ακολουθεί αυτούσιο: «ΔΗΛΩΣΗ Εγώ η Καλλιόπη Γεωργίου με Ταυτότητα [ ] και στην παρουσία της μητέρας μου Ε Γ με ταυτότητα [ ] δηλώνω υπεύθυνα και αμετάκλητα ότι το ½ μερίδιο της διώροφης κατοικίας που βρίσκεται εις την περιοχή [ ] εις την Λεμεσό ανήκει εις στον αδελφό μου Σάββα Γεωργίου και την οποία μεταβίβασε η μητέρα μου στο όνομα μου πριν ο αδελφός μου πάει φυλακή και υποχρεούμαι να του μεταβιβάσω το μερίδιο του μετά την αποφυλάκιση του και όποτε μου το ζητήσει σύμφωνα και με την επιθυμία της μητέρας μου.» Λεμεσός 10 Ιουνίου 2004 Συμφωνώ Η Δηλούσα Ε Γ Καλλιόπη Γεωργίου» Ερωτηθείς ακολούθως, για ποιο λόγο η μητέρα του δεν του είχε μεταβιβάσει το επίμαχο ακίνητο, αφού, όπως είναι η θέση του ήθελε να του το μεταβιβάσει, απάντησε ως εξής: «Δεν έχω κάποιο λόγο να απαντήσω σ' αυτή την ερώτηση. Είναι οικογενειακά θέματα.» Ομολογώ πως δεν ανάμενα ότι θα εγκατέλειπε τόσο αβίαστα και νωρίς, τη θεμελιακή θέση του - τόσο δικογραφικά όσο και ενόρκως - ως προς το λόγο για τον οποίο η μητέρα του δεν του είχε μεταβιβάσει το μερίδιό του επί του επίμαχου ακινήτου, που ήταν η σοβαρή κατηγορία που αντιμετώπιζε ενώπιον του Δικαστηρίου το 2004 η οποία τον έφερε αντιμέτωπο με ποινή φυλάκισης. Όταν στη συνέχεια τού υποβλήθηκε ότι η μητέρα του δεν ήθελε να του μεταβιβάσει οποιοδήποτε μέρος του επίμαχου ακινήτου για το λόγο ότι ήταν ναρκομανής, απάντησε ως εξής: «Εάν έχετε τέτοιο τεκμήριο, απλά βάλτο σαν τεκμήριο να το δω, να το διαβάσω και ίσως να το αποδεχτώ εάν είναι ορθό.» Του υπενθυμίζω απλώς την προηγούμενη θεμελιακή θέση του, περί της ύπαρξης σοβαρής κατηγορίας σε συνδυασμό και με την άλλη που αποτελεί συνέχειά της. Συγκεκριμένα, ότι για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και μάλιστα, όχι σε μια μόνο υπόθεση, αλλά σε υποθέσεις ναρκωτικών, καταδικάστηκε σε ποινές φυλάκισης και κρατήθηκε στο τμήμα φυλακών από τις 3/6/2004 μέχρι τις 15/9/
  1. Με αυτό δεδομένο, το να ζητά και τεκμήριο από το δικηγόρο της εναγόμενης, προκειμένου, ίσως δεχθεί αυτό που του υποβλήθηκε, με κάθε σεβασμό, συν τοις άλλοις, υποτιμά και τη νοημοσύνη μας. «Εάν δεχθούμε τους ισχυρισμούς σας ότι η μητέρα σας ήθελε να σας μεταβιβάσει εσείς για ποιο λόγο δε θέλατε να σας το μεταβιβάσει;» ήταν η αμέσως επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. Και η απάντησή του: «Μπορώ να μην απαντήσω σ' αυτή την ερώτηση; Είχα εμπιστοσύνη στην αδελφή μου ότι θα μου έδινε τα μισά ενοίκια, μου έδινε τα μισά. Την εμπιστευόμουν δεν νόμιζα πως υπήρχε λόγος.» Όταν αργότερα δε, ρωτήθηκε γιατί δεν κίνησε αγωγή μέχρι το 2018 (δηλαδή 14 χρόνια) για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, όπως είπε, επειδή μέχρι και τον 11ο του 2017 εμπιστευόταν την αδελφή του. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω τα προηγούμενα, ωστόσο θεωρώ αναγκαίο να του υπενθυμίσω τους ακόλουθους - τόσο δικογραφικά όσο και ενόρκως - ισχυρισμούς του: αξίωσε επανειλημμένα από την αδελφή του τη μεταβίβαση του ½ μεριδίου επί του επίμαχου ακινήτου επ' ονόματί του και αυτή, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις της ότι θα το μεταβίβαζε, δεν το έπραττε, ενώ κωλυσιεργούσε και/ή αμελούσε και/ή αδιαφορούσε και/ή αρνείτο να το πράξει, μεταθέτοντας τη μεταβίβαση σε μεταγενέστερο χρόνο κατά παράβαση της μεταξύ τους και της μητέρας τους συμφωνίας και της επίμαχης δήλωσης. Εξ ου και το μεταξύ τους επεισόδιο, στις 8/12/2007 με την εναγόμενη να τον καταγγέλλει κιόλας στην Αστυνομία με αποτέλεσμα την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του στο Ε. Δ. Λεμεσού. Πουθενά είτε δικογραφικά είτε στη γραπτή δήλωσή του αναφέρει οτιδήποτε περί εμπιστοσύνης που υποτίθεται πως είχε στην αδελφή του. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν έπαιρνε βοήθεια από το δημόσιο το 2004 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν αυτός είναι ο λόγος που δε γράφτηκε πάνω του το επίμαχο ακίνητο, «Ίσως, δε θέλω να απαντήσω.» ήταν η απάντησή του που αποτελεί νέα εκδοχή και σε αντίθεση ασφαλώς με τη θεμελιακή θέση του ως προς το λόγο που συνέβη αυτό που ήταν η ύπαρξη της σοβαρής ποινικής κατηγορίας κ.ο.κ.. Ερωτηθείς εάν για την επίμαχη δήλωση κατέβαλε στην εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό απάντησε ως εξής, που αναδεικνύει και νέα αντίφαση: «Όχι. Ήρθαν η μητέρα μου, ο πατέρας μου και η αδελφή μου στη φυλακή και μου την έφεραν. Ήταν εις γνώση πως έγιναν όλα στην τελική.» Κι όμως, τόσο δικογραφικά όσο και ενόρκως ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις φυλακές, τον επισκέφθηκε η μητέρα του και του παρέδωσε την επίμαχη δήλωση. Ερωτηθείς στη συνέχεια, πόσες φορές επιτέθηκε στην αδελφή του έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Μία, δε θέλω να απαντήσω. Η πραγματικότητα είναι μια το Νιόβρη του 2017 για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους». Το πόσο επαμφοτερίζουσα - εκτός από αντιφατική - είναι η εκδοχή του είναι ολοφάνερο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Να πως απλώς, ότι στην πορεία θα διαφανούν και μερικοί ακόμη λόγοι για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον ενάγοντα. Μολονότι δε θα έλεγα ότι διεκδικεί δάφνες ποιότητας η μαρτυρία της εναγόμενης, εντούτοις θεωρώ ότι το ουσιαστικό της μέρος συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Η εναγόμενη απαντούσε απλά, αυθόρμητα και χωρίς περιστροφές και κυρίως, με απόλυτη ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Αρκετοί από τους ισχυρισμούς της, έστω έμμεσα φαίνεται να επιβεβαιώνονται και από ανεξάρτητη μαρτυρία, ακόμη και από τον ίδιο τον ενάγοντα, ενώ για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, η εκδοχή της επί της ουσίας έχει έρεισμα και την κοινή λογική. Το γεγονός ότι σε μια περίπτωση κατάθεσε σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της ως μάρτυρα. Το τελευταίο αφορά στο γεγονός ότι ενώ δικογραφικά δε δέχεται τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι με την εξουσιοδότηση (τεκμ. 3) τον είχε εξουσιοδοτήσει να χειρίζεται όλα τα θέματα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την ενοικίαση του επίμαχου ακινήτου, περιλαμβανομένης και της είσπραξης των ενοικίων, ενόρκως δέχθηκε ότι υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο, ωστόσο, όπως είπε, υπό το κράτος πιέσεων και απειλών του ενάγοντα. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι ο ενάγοντας, ενώ δικογραφικά και στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται απλώς, ότι στις 8/12/2017 μετά από έντονη συζήτηση που είχε με την αδελφή του για το θέμα της μεταβίβασης του ½ του επίμαχου ακινήτου επ' ονόματί του, η αδελφή του τον κατάγγειλε στην Αστυνομία με αποτέλεσμα την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του στο Δικαστήριο, ότι την είχε χτυπήσει το ομολόγησε όταν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ρωτήθηκε από τη δικηγόρο του από πότε δεν είναι καλές οι σχέσεις του με την αδελφή του. Όπως είπε απαντώντας, μια βδομάδα μετά την εξουσιοδότηση (εννοώντας το τεκμ. 3) δυστυχώς είναι κι αυτός άνθρωπος, τη χτύπησε και χάλασαν τις σχέσεις τους. Αυτό έγινε μεταξύ Νοέμβρη και Δεκέμβρη του
  2. Εν πάση περιπτώσει, ότι είχε χτυπήσει την εναγόμενη τότε δεν έχω λόγο να μη δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός. Εξάλλου αποτελεί και δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ότι ο αδελφός της ήταν βίαιος, επιθετικός και ναρκομανής και τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της δεχόντουσαν συχνά επιθέσεις και/ή εκβιασμούς εκ μέρους του και η ζωή τους ήταν αφόρητη και/ή κάτω από συνεχή πίεση, η οποία, ενόρκως ισχυρίστηκε ότι μπορεί να υπόγραψε πολλά χαρτιά στον ενάγοντα υπό πίεση, όπως είναι η εξουσιοδότηση (τεκμ. 3) την οποία υπόγραψε υπό την πίεση και τις απειλές του, ο οποίος, όπως είπε, ήταν ανέκαθεν βίαιος και την είχε χτυπήσει. Εκείνο που δεν μπορώ να δεχθώ ότι αποτελεί γεγονός είναι τον ισχυρισμό του ότι οι σχέσεις του με την αδελφή του χάλασαν το τέλος του
  3. Να πω απλώς, πως όταν στο στάδιο της αντεξέτασής του, του υποβλήθηκε ότι ήταν πολλές οι επιθέσεις που δέχθηκε η αδελφή του και όχι μόνο μια, το Νοέμβρη του 2017 (για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους, όπως είχε ισχυριστεί ο ίδιος) στη συνέχεια τέθηκαν μέσω του δυο έγγραφα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Σύμφωνα με το πρώτο (τεκμ. 5) - το οποίο απευθύνεται στην εναγόμενη - από έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκε αυτή είχε προβεί στις ακόλουθες αναφορές/καταγγελίες εναντίον του αδελφού της: Στις 28/2/2013 οικογενειακή έριδα, στις 25/5/2015 επιθέσεις που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη, στις 30/5/2015, επιθέσεις που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη, στις 9/12/2017, βία στην οικογένεια, στις 29/12/2017 ισχυρισμός απειλής και τέλος, στις 3/1/2018 ενόχληση. Σύμφωνα με το δεύτερο (τεκμ. 6) με τίτλο «Βεβαίωση Καταγγελίας Θύματος» βεβαιούται ότι στις 8/12/2017 η εναγόμενη κατάγγειλε υπόθεση επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και απαίτησης περιουσίας με απειλές εναντίον του αδελφού της, Σάββα Γεωργίου. Επίσης, στις 3/1/2018 κατάγγειλε υπόθεση απειλής εναντίον του αδελφού της, Σάββα Γεωργίου που διαπράχθηκε στις 2/1/
  4. Μολονότι δεν μπορώ να τοποθετηθώ επί του βάσιμου ή μη όλων αυτών των καταγγελιών της εναγόμενης εναντίον του ενάγοντα, εκείνο που με απόλυτη ασφάλεια μπορώ να πω είναι το εξής: με μόνο λόγο ότι μέχρι και το τέλος του 2017, τον είχε καταγγείλει 4 φορές στην Αστυνομία, ο ισχυρισμός του ότι οι σχέσεις τους χάλασαν μεταξύ Νοέμβρη και Δεκέμβρη του 2017 δεν ευσταθεί. Η ουσία της μαρτυρίας της εναγόμενης έγκειται στη σταθερή και ακλόνητη θέση της ότι δεν υπήρξε η κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα, μεταξύ τους και της μητέρας τους, συμφωνία σε σχέση με το επίμαχο ακίνητο, ως επίσης ότι δεν υπόγραψε την επίμαχη δήλωση. Μάλιστα, το πρώτο, ούτε καν της είχε υποβληθεί. Το γεγονός δε ότι αναγνωρίζει τόσο την υπογραφή της όσο και την υπογραφή της μητέρας της στην επίμαχη δήλωση, αν αποδεικνύει κάτι είναι το πόσο ειλικρινής μάρτυρας ήταν και όχι ότι, είτε αυτή είτε η μητέρα της υπόγραψαν το συγκεκριμένο έγγραφο. Γιατί τώρα θεωρώ πως ούτε η μια μα ούτε και η άλλη υπόγραψαν οποτεδήποτε την επίμαχη δήλωση. Καταρχάς, επειδή για όλους του λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τον ενάγοντα θεωρώ απολύτως αξιόπιστη μάρτυρα την εναγόμενη και ότι έλεγε την αλήθεια συναφώς με αυτό το κρίσιμο θέμα της υπόθεσης. Ακολούθως, επειδή η περί αντιθέτου εκδοχή του ενάγοντα με αναφορά τόσο στο χρόνο όσο και στο λόγο για τον οποίο, όπως είναι η δικογραφημένη θέση του έγινε η κατ' ισχυρισμό του συμφωνία μεταξύ του ιδίου, της εναγόμενης και της μητέρας τους, για εγγραφή του επίμαχου ακινήτου εξ ολοκλήρου επ' ονόματι της εναγόμενης κι έπειτα, η κατ' ισχυρισμό του και πάλι υπογραφή της επίμαχης δήλωσης από την εναγόμενη, είναι άκρως παράλογη, επομένως, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Αποτελεί θέση του ότι η παραπάνω συμφωνία έγινε επειδή το 2004 αντιμετώπιζε σοβαρή κατηγορία και βρισκόταν αντιμέτωπος με ποινή φυλάκισης. Το πρώτο εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: και γιατί το γεγονός αυτό αποτελούσε αποτρεπτικό λόγο για τη μητέρα του, να του μεταβιβάσει το μερίδιό του επί του επίμαχου ακινήτου; Για να το πω και αλλιώς, κατά ποια έννοια ή λογική, ένας γονιός που θέλει να μεταβιβάσει στο παιδί του ένα ακίνητο, δεν το κάνει επειδή αυτό αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ποινική κατηγορία έστω κι αν κινδυνεύει να φυλακιστεί γι' αυτή; Έστω όμως ότι η μητέρα του, το 2004 δεν ήθελε να του μεταβιβάσει το μερίδιό του επί του επίμαχου ακινήτου για το λόγο που ισχυρίζεται ο ίδιος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, τι την εμπόδιζε να περιμένει να ξεμπερδέψει με την ποινική κατηγορία και μετά να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο εξ ημισείας στα δυο παιδιά της, όπως υποτίθεται ήταν η επιθυμία της, είτε ακόμη, να μεταβίβαζε τότε μόνο το ½ μερίδιο στην εναγόμενη και να μεταβίβαζε το υπόλοιπο στον ενάγοντα μετά που θα ξεκαθάριζε το θέμα με την ποινική υπόθεση; Και, εάν όντως επιθυμία της ήταν να μεταβιβάσει εξ ημισείας το επίμαχο ακίνητο στα δυο παιδιά της και δεν το έκανε για το λόγο που ισχυρίζεται ο ενάγοντας, γιατί δεν έγινε γραπτώς η κατ' ισχυρισμό του σχετική συμφωνία, είτε ακόμη, εξ υπαρχής η επίμαχη δήλωση, η οποία φέρεται να έγινε σε λιγότερο από ενάμισι μήνα (στις 10/6/2004) από τη μεταβίβαση του επίμαχου ακινήτου στην εναγόμενη (στις 30/4/2004); Ουδεμία απάντηση δίδεται από τον ενάγοντα σ' όλα τα παραπάνω ερωτήματα. Προφανής ο λόγος. Η εκδοχή του είναι ανυπόστατη. Ουδέποτε υπήρξε η συμφωνία μεταξύ των τριών και ουδέποτε η εναγόμενη προέβη στην επίμαχη δήλωση. Προστίθενται και τα εξής: Κατά τη δίκη, όταν ο ενάγοντας επιχείρησε να παρουσιάσει ως τεκμήριο την επίμαχη δήλωση υπήρξε ένσταση εκ μέρους της υπεράσπισης με το αιτιολογικό ότι αυτή - και έτσι είναι - αποτελεί αντίγραφο, Κατ' ακρίβεια πρόκειται για φωτοαντίγραφο. Παρόλα αυτά σε εφαρμογή του άρθρου 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου επέτρεψα την κατάθεσή της, επειδή ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το πρωτότυπο βρισκόταν στην κατοχή της εναγόμενης. Κάτι που βέβαια δεν ισχύει, αφού, για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δυο, ως μαρτύρων απέρριψα τη θέση του ενάγοντα ότι η ενάγουσα προέβηκε οποτεδήποτε στην επίμαχη δήλωση. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι δέχθηκα την κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου σε καμιά περίπτωση σήμαινε αποδοχή της θέσης του ενάγοντα ότι το περιεχόμενό του αποτελεί γεγονός. Το εδάφιο 1 του άρθρου 34 (ανωτέρω) ορίζει ότι δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενό της με τους δυο τρόπους που αναφέρονται στη συνέχεια [υπό (α) και (β)] ενώ, για ό,τι μας ενδιαφέρει κρίσιμο είναι το εδάφιο 4 του ίδιου άρθρου το οποίο προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μη δεχθεί ως μαρτυρία μέρος εγγράφου ή αντίγραφο καθώς και το άρθρο 36 το οποίο προνοεί ότι παρά τις διατάξεις των άρθρων 34 και 35, το Δικαστήριο δύναται, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, αφού λάβει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχείο, ή είδος εγγράφων ή αρχείων. Προστίθενται και τα εξής: Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απέρριψα τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η εναγόμενη προέβηκε στην επίμαχη δήλωση, με μόνο λόγο ότι αυτή, με την υπεράσπισή της, όχι μόνο αρνείται και απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό και ισχυρίζεται ότι εάν υπάρχει τέτοια δήλωση, αυτή, μεταξύ άλλων είναι χαλκευμένη και/ή κατασκευασμένη, θέση την οποία προώθησε και με τη μαρτυρία της, αλλά καλεί κιόλας τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, θεωρώ ορθό να επισημάνω τα εξής από το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές»
(2014)σελ. 351 και επόμενες: Η αποδοχή έγγραφης μαρτυρίας προϋποθέτει την εξέταση τριών βασικών ερωτημάτων. Το πρώτο αφορά στη σχετικότητα της μαρτυρίας, το δεύτερο στον τρόπο με τον οποίο θα αποδειχθεί το περιεχόμενο του εγγράφου, δηλαδή, εάν θα επιδιωχθεί με άμεση ή δευτερογενή μαρτυρία και το τρίτο, στη σωστή εκτέλεση του εγγράφου, δηλαδή, στον τρόπο με τον οποίο θα αποδειχθεί ο γραφικός χαρακτήρας του προσώπου που το συνέταξε ή υπέγραψε με το βάρος απόδειξης της γνησιότητάς του σε πολιτικές υποθέσεις να βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που το προσάγει και επικαλείται ως έγκυρο. Ο γενικός κανόνας είναι ότι το έγγραφο μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία εάν αποδειχθεί η σωστή εκτέλεσή του. Αυτό μπορεί να γίνει με απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα του προσώπου που το υπόγραψε με ένα από τους εξής τρόπους: Ο καλύτερος τρόπος είναι με αξιόπιστη μαρτυρία από το πρόσωπο που υπόγραψε το έγγραφο ότι η υπογραφή είναι δική του. Ο δεύτερος είναι με μαρτυρία πραγματογνώμονα γραφολόγου και ο τρίτος, με μαρτυρία ατόμου που γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η αμφισβητούμενη υπογραφή. Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη, ναι μεν αναγνώρισε ως δική της την υπογραφή στην επίμαχη δήλωση, που αποτελεί φωτοαντίγραφο, πλην όμως αρνήθηκε με πειστικό τρόπο ότι υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, αφ' ης στιγμής αρνείται ότι υπόγραψε οποτεδήποτε το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο βασικά θεωρεί πλαστό, ο ενάγοντας, ο οποίος το επικαλείται και ισχυρίζεται πως είναι γνήσιο, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του και η μητέρα του που υποτίθεται ότι επίσης το υπόγραψε δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, αυτό που θα μπορούσε και όφειλε να κάνει για σκοπούς απόδειξης της σωστής εκτέλεσής του είναι το εξής: από τη στιγμή που η επίμαχη δήλωση φέρεται να υπογράφτηκε τόσο από την εναγόμενη όσο και από τη μητέρα της στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου, ο οποίος πιστοποιεί ότι αυτή υπογράφτηκε στην παρουσία του και από τις από τις δυο, ο καλύτερος τρόπος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού του ήταν να παρουσιάσει ως μάρτυρα το συγκεκριμένο πρόσωπο. Το γεγονός ότι δεν το έκανε και μάλιστα, χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση ή δικαιολογία καθιστά κάτι περισσότερο από προφανή το λόγο. Επειδή γνωρίζει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αποτελεί γνήσιο έγγραφο, αλλά πλαστό, γνωρίζει επίσης, πως εάν ερχόταν στο Δικαστήριο ο πιστοποιών υπάλληλος, που φέρεται να πιστοποιεί την υπογραφή του από την εναγόμενη και τη μητέρα της στην παρουσία του, με τη μαρτυρία του, θα τον εξέθετε ανεπανόρθωτα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να καταλήξω και τα δυο βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης επιλύονται σε βάρος της εκδοχής του ενάγοντα. Ουδέποτε συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων και της μητέρας τους η ισχυριζόμενη από τον ενάγοντα συμφωνία αναφορικά με το επίμαχο ακίνητο και δεν είναι αλήθεια ότι η εναγόμενη υπόγραψε την επίμαχη δήλωση. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.