← Κύπρος

K.K. New Extra Limited ν. Titan Office Furniture Limited, Αρ. Αγωγής: 3361/14, 8/12/2023

K.K. New Extra Limited ν. Titan Office Furniture Limited, Αρ. Αγωγής: 3361/14, 8/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3361/14 K.K. New Extra Limited, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- Titan Office Furniture Limited, από τη Λάρνακα Εναγόμενων Ημερομηνία: 8η Δεκεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους: κα. Αντωνίου Για Εναγόμενους - Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες: κος. Νικηφόρου με κα. Σιακού ΑΠΟΦΑΣΗ (η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό μήνυμα κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Εισαγωγή και δικογραφία: Εισαγωγή Στο επίκεντρο της παρούσας Αγωγής είναι συμφωνίες προβολής διαφημιστικών σποτ, τα οποία οι Ενάγοντες - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι (οι «Ενάγοντες»), που διατηρούν τηλεοπτικό σταθμό, ανέλαβαν να προβάλουν για λογαριασμό των Εναγόμενων - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόντων (οι «Εναγόμενοι»). Οι Ενάγοντες απαιτούν απλήρωτο υπόλοιπο για τις υπηρεσίες τους, αλλά οι Εναγόμενοι, που είναι εταιρεία που εμπορεύεται έπιπλα, γραφειακό και οικιακό εξοπλισμό, ισχυρίζονται ότι προμήθευσαν τους Ενάγοντες με έπιπλα συγκεκριμένης αξίας και ότι όχι μόνον οι Ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους βάσει των συμφωνιών και δεν δικαιούνται σε θεραπεία, αλλά και ότι προκάλεσαν ζημιά στους Εναγόμενους παραβιάζοντας από την πλευρά τους τα συμφωνηθέντα, έτσι ώστε οι Εναγόμενοι να έχουν και Ανταπαίτηση. Δικόγραφα Συνοψίζω τα δικόγραφα, που καθόρισαν και το πλαίσιο της δίκης[1], χωρίς οτιδήποτε, προς το παρόν, ν' αποτελεί εύρημά μου: Στην Έκθεση Απαίτησής τους, οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €23,487.07 πλέον νόμιμο τόκο προς 5,5% από 29.2.

  1. Ισχυρίστηκαν ότι στις 28.11.2008 συμφώνησαν γραπτώς με τους Εναγόμενους όπως μεταξύ της 1.12.2008 και τις 1.12.2009 προβάλουν για λογαριασμό των Εναγόμενων 1000 διαφημιστικά σποτ, εκ των οποίων τα 550 θα ήταν δωρεάν, στο τηλεοπτικό σταθμό που διατηρούν, έναντι του ποσού των €28,144.92 (η «πρώτη συμφωνία»). Επίσης ισχυρίστηκαν ότι στις 15.12.2009 έγινε και δεύτερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, στη βάση της οποίας θα πρόβαλλαν άλλα 1000 διαφημιστικά σποτ, εκ των οποίων τα 500 δωρεάν, μεταξύ της 1.12.2009 και τις 1.12.2010, έναντι του επιπλέον ποσού των €40,000 (η «δεύτερη συμφωνία»). Οι Ενάγοντες εκτέλεσαν τις υποχρεώσεις τους στη βάση της πρώτης και δεύτερης συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι όμως παρέδωσαν σ' αυτούς μόνον εμπορεύματα αξίας μόνον €44,657.81, και συνεπώς παρέμεινε υπόλοιπο ως το ποσό της αξίωσης. Απαίτησαν το ποσό δι' επιστολής τους στις 7.1.2014 αλλά οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν. Οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν ότι υπογράφηκαν οι υπό αναφορά συμφωνίες, αλλά ισχυρίστηκαν ότι αυτές αφορούσαν σε προβολές σποτ έναντι παράδοσης επίπλων, ακριβώς επειδή οι Ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν για έπιπλα τα οποία επιθυμούσαν να προμηθευτούν από τους Εναγόμενους. Επίσης παραδέχθηκαν και την αξία των εμπορευμάτων τα οποία παρέδωσαν στους Ενάγοντες. Αρνήθηκαν όμως ότι οι Ενάγοντες πρόβαλαν τα 2000 σποτ που συμφώνησαν, και ανέφεραν ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τη δεύτερη συμφωνία επειδή πρόβαλλαν σποτ που δεν έπρεπε να προβάλλονται. Επειδή οι Ενάγοντες δεν εξέδωσαν τιμολόγιο προς τους Εναγόμενους για τα εμπορεύματα της πρώτης συμφωνίας, οι Εναγόμενοι απώλεσαν το ποσό των €3,671.07 το οποίο θα μπορούσαν να διεκδικήσουν. Επίσης οι Εναγόμενοι υπέστηκαν ζημιά ύψους €16,512.89 το οποίο αντιστοιχούσε στα εμπορεύματα που παρέδωσαν στους Ενάγοντες προς εκπλήρωση της δεύτερης συμφωνίας, την οποία οι Ενάγοντες επίσης παραβίασαν και με το οποίο ποσό οι Ενάγοντες πλούτισαν αδικαιολόγητα. Τα δύο προαναφερθέντα ποσά, αλλά και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των επίδικων συμφωνιών οι Εναγόμενοι τ' ανταπαίτησαν. Απαντώντας στην Υπεράσπιση και υπερασπιζόμενοι την Ανταπαίτηση των Εναγόμενων, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν την εκδοχή των Εναγόμενων, επανέλαβαν τις θέσεις τους και ισχυρίστηκαν ότι οι συμφωνίες αφορούσαν αποκλειστικά την παροχή υπηρεσιών από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους. Μαρτυρία και Ακρόαση Κατά την ακροαματική διαδικασία για τους Ενάγοντες κατέθεσε ο Κυριάκος Κωνσταντίνου («ΜΕ»), και για τους Εναγόμενους οι Ανδρέας Γεωργιάδης («ΜΥ1»), Έλλη Γεωργιάδου («ΜΥ2») και Κώστας Κυπρή («ΜΥ3»). Η μαρτυρία όλων είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά, αλλά θα τη συνοψίσω για σκοπούς της παρούσας. Σύνοψη Μαρτυρίας ΜΕ:- Ο ΜΕ κατέθεσε αναφορικά με τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και ανέφερε τους όρους των. Ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες εκτέλεσαν τις υποχρεώσεις τους έναντι των Εναγόμενων. Για τις συναλλαγές τους με τους Εναγόμενους, είπε, οι Ενάγοντες διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού και εξέδιδαν τιμολόγια. Σύμφωνα με τον ΜΕ στη βάση των 2 συμφωνιών, οι Εναγόμενοι όφειλαν στους Ενάγοντες ποσό €28,144.92 για την πρώτη και €40,000 για τη δεύτερη, δηλαδή συνολικά €68,144.92, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Οι Εναγόμενοι έφεραν έπιπλα αξίας €44,657.81 στους Ενάγοντες και συνεπώς οφείλουν το υπόλοιπο των €23,487.
  2. Οι Ενάγοντες απαίτησαν το ποσό, αλλά οι Εναγόμενοι δεν το εξόφλησαν. Ουδέποτε οι Εναγόμενοι ρώτησαν αναφορικά με την προβολή των σποτ της πρώτης συμφωνίας και μάλιστα, μόλις τέλειωσε η πρώτη άρχισε η δεύτερη. Ο ΜΕ κατέθεσε τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Πιστοποιητικό σύστασης των Εναγόντων, Τεκμήριο 2 - Πιστοποιητικά διευθυντών, εγγεγραμμένου γραφείου και καταχώρισης ετήσιων εκθέσεων, Τεκμήριο 3 - Αντίγραφο Γραπτής Συμφωνίας ημερομηνίας 28.11.2008, Τεκμήριο 4 - Αντίγραφο Γραπτής Συμφωνίας ημερομηνίας 15.12.2009, Τεκμήριο 5 - Κατάσταση λογαριασμού στο όνομα των Εναγόμενων, Τεκμήριο 6 - Δέσμη 13 τιμολογίων στο όνομα των Εναγόμενων και Τεκμήριο 7 - Ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 27.1.2014 και συνημμένη επιστολή ημερομηνίας 7.1.
  3. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ υποστήριξε ότι τα τιμολόγια αποστέλλονταν με φαξ και ταχυδρομείο, αλλά οι Ενάγοντες δεν ζητούσαν αυτά να υπογράφονται από τους Εναγόμενους. Εκδίδονταν δε ανά μήνα, είπε, αφού το συνολικό ποσό για ένα έτος διαιρείτο δια του
  4. Το ίδιο έγινε και για την πρώτη συμφωνία. Δεν ήταν βέβαιος εάν τα τιμολόγια εκδόθηκαν σε χρόνο άλλο από εκείνον που αναγράφουν, ούτε θυμόταν πότε τα είδε για πρώτη φορά. Ερωτηθείς αναφορικά με το τιμολόγιο που αφορούσε την πρώτη συμφωνία και σε ποιο μήνα αντιστοιχούσε είπε ότι δεν ξέρει λογιστικά. Ούτε μπορούσε να τοποθετηθεί αναφορικά με το χρόνο έκδοσης του τιμολογίου της πρώτης συμφωνίας, το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε μεταγενέστερα από τα τιμολόγια της δεύτερης συμφωνίας. Η λογική του, ισχυρίστηκε, λέει ότι τα τιμολόγια έφτασαν στα χέρια του πελάτη. Σε σχέση με το κατά πόσο τα διαφημιστικά σποτ πράγματι μεταδόθηκαν, ο ΜΕ υποστήριξε ότι ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους του ότι τούτο έγινε και μάλιστα ότι υπάρχουν και πιστοποιητικά μετάδοσης, τα οποία αποδεικνύουν και ότι τα σποτ μεταδόθηκαν και τα οποία αποστέλλονταν μαζί με τα τιμολόγια. Πιθανολόγησε, βάσει της εμπειρίας του και βλέποντας το «προϊόν», όπως το αποκάλεσε, ότι οι Εναγόμενοι διάλεξαν να διαφημίζονται μετά τις 6 το απόγευμα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η πρώτη συμφωνία δεν προνοούσε ότι το αντάλλαγμα για την μετάδοση διαφημιστικών σποτ ήταν η παράδοση επίπλων, αλλά χρηματικό ποσό και ανέφερε ότι εάν οι Ενάγοντες χρωστούσαν στους Εναγόμενους θα πλήρωναν και ότι οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν για την πρώτη συμφωνία. Οι Ενάγοντες, ανέφερε, δεν διεκδίκησαν το ποσό της πρώτης συμφωνίας πριν τη δεύτερη, επειδή είχε απέναντι του επιχειρηματίες και δεν είχε αμφιβολία για εκείνους. Αρνήθηκε ότι οι Ενάγοντες, έστω και κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από τους Εναγόμενους, πρόβαλλαν λανθασμένη διαφήμιση. ΜΥ1:- Με τη μαρτυρία του, ο ΜΥ1, πρόσφερε άλλη εκδοχή των γεγονότων. Κατά τον ΜΥ1, ήταν οι Ενάγοντες που επιθυμούσαν ν' αγοράσουν έπιπλα και λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν γι' αυτά, πρότειναν να παραχωρήσουν στους Εναγόμενους διαφημιστικό χρόνο. Έτσι οι διάδικοι υπέγραψαν την πρώτη συμφωνία και οι Εναγόμενοι ετοίμασαν προσφορά με τα έπιπλα που επέλεξαν οι Ενάγοντες αξίας €28,144.92 ως αντάλλαγμα για τα 1000 διαφημιστικά σποτ. Ουδέποτε, είπε, ερωτήθηκαν οι Εναγόμενοι ποιες ώρες θα προβάλλονταν τα διαφημιστικά σποτ. Με τις παραδόσεις των επίπλων οι Εναγόμενοι εξέδιδαν τιμολόγια. Εκτός από τα έπιπλα που άξιζαν όσο το συμφωνηθέν ποσό της πρώτης συμφωνίας, οι Ενάγοντες παράγγειλαν επιπλέον έπιπλα αξίας €13,183.64, για τα οποία οι Εναγόμενοι επίσης εξέδωσαν τιμολόγια. Οι διάδικοι υπέγραψαν και τη δεύτερη συμφωνία το Δεκέμβρη του 2009 και περί τον Ιανουάριο του 2010 ο ΜΥ1 ενημέρωσε τηλεφωνικά τον ΜΕ ότι συγκεκριμένα προϊόντα δεν θα έπρεπε να διαφημίζονται. Αργότερα οι Εναγόμενοι παρέδωσαν επιπλέον έπιπλα αξίας €3,329.25, και εξέδωσαν κι άλλο τιμολόγιο. Επειδή πελάτες των Εναγόμενων ζήτησαν έπιπλα για τα οποία δεν θα έπρεπε να προβάλλεται διαφήμιση, οι Εναγόμενοι παρακολούθησαν το πρόγραμμα του σταθμού των Εναγόντων και δεν εντόπισαν να προβάλλεται οποιαδήποτε διαφήμιση. Το Σεπτέμβριο του 2010, ο ΜΥ1 ανέφερε προφορικά στον ΜΕ όταν αν δεν επιβεβαιώσει την προβολή των σποτ δεν θα τον προμήθευε με άλλα έπιπλα. Συνεπώς το σύνολο των επίπλων αξίας €16,512.89 τα οποία οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στους Ενάγοντες ήταν ουσιαστικά χωρίς αντάλλαγμα. Επίσης, επειδή οι Ενάγοντες ουδέποτε εξέδωσαν τιμολόγια για τις υπηρεσίες που προβλέπονταν στην πρώτη συμφωνία οι Εναγόμενοι απώλεσαν το ποσό το οποίο οι ίδιοι κατέβαλαν στο ΦΠΑ και το οποίο θα μπορούσαν να διεκδικήσουν. Ο ΜΥ1 κατέθεσε τα ακόλουθα: Τεκμήριο 8 - Πιστοποιητικό σύστασης των Εναγόμενων, Τεκμήριο 9 - Δέσμη τιμολογίων στο όνομα των Εναγόντων για το συνολικό ποσό των €28,144.92, Τεκμήριο 10 - Δέσμη τιμολογίων στο όνομα των Εναγόντων για το συνολικό ποσό των €13,183.64 και Τεκμήριο 11 - Δέσμη τιμολογίων στο όνομα των Εναγόντων για το συνολικό ποσό των €3,329.
  5. Αντεξεταζόμενος o MY1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν προβλήθηκαν το σποτ για την πρώτη συμφωνία, επειδή δεν υπήρχε λόγος να το ελέγξει. Οι Εναγόμενοι ανέφερε, δεν ξόφλησαν το ποσό των συμφωνιών επειδή, κατόπιν ελέγχου αλλά και μετά που δεν έλαβαν αποδεικτικά στοιχεία, θεωρούν ότι δεν έλαβαν τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες. Επειδή ο σταθμός των Εναγόντων ήταν τοπικός της Λεμεσού, ο έλεγχος γινόταν μόνο μέσω συνεργατών στη Λεμεσό που μπορούσαν τότε να τον παρακολουθούν. Δήλωσε ότι τότε οι Εναγόμενοι ήταν άπειροι στο θέμα και ανακάλυψαν ότι εκδίδεται σχετικό «διατακτικό» για την προβολή μέσα από μεταγενέστερη συνεργασία τους με άλλους σταθμούς. Στη θέση ότι από τη στιγμή που κάποιος πελάτης, το 2010, προσήλθε στο κατάστημα και ζήτησε το προϊόν που δεν θα έπρεπε να διαφημίζεται, δεικνύει ότι τα σποτ πράγματι προβάλλονταν, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε ο πελάτης είδε τις διαφημίσεις, εάν δηλαδή τις είδε κατά την εκτέλεση της πρώτης συμφωνίας ή της δεύτερης. Αν όμως την είδε την πρώτη τότε ενισχύεται η θέση των Εναγόμενων ότι δεν προβάλλονταν τα σποτ κατά τη δεύτερη, ενώ εάν προβάλλονταν την δεύτερη δεν θα έπρεπε επειδή δόθηκαν οδηγίες να μην προβάλλονται τα συγκεκριμένα και άρα οι οδηγίες δεν εισακούστηκαν. Κακώς, παραδέχθηκε, δεν έλεγξε νωρίτερα εάν προβάλλονταν τα σποτ της πρώτης συμφωνίας. Ουδέποτε, επέμεινε, επιλέχθηκε ζώνη προβολής από τους Εναγόμενους. Δεν θυμόταν για ποιο λόγο οι ίδιοι δεν ζήτησαν να εκδοθεί τιμολόγιο για το ποσό της πρώτης συμφωνίας. Δεν είχε μαζί του βεβαίωση ότι ήταν οι Εναγόμενοι εγγεγραμμένοι τότε στο ΦΠΑ. Σε υποβολή ότι οι Ενάγοντες τήρησαν και τις δύο συμφωνίας, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η πρώτη συμφωνία εκτελέστηκε πλήρως, αλλά κατά τη διάρκεια της δεύτερης, όταν ανέκυψε το θέμα με το λανθασμένο σποτ και διενεργήθηκε έλεγχος, διαφάνηκε ότι δεν έπαιζαν τα σποτ. ΜΥ2:- Η ΜΥ2 είναι η αδερφή του ΜΥ
  6. Της ζήτησε ο αδερφός της να παρακολουθεί το σταθμό των Εναγόντων όταν βρισκόταν στο σπίτι της στη Λεμεσό. Τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2010 όταν ήταν σπίτι παρακολουθούσε, αλλά ουδέποτε εντόπισε διαφημιστικό σποτ που ν' αφορά τους Εναγόμενους. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι από την ώρα που σχόλναγε από την εργασία της στις 3 το απόγευμα, αν ήταν σπίτι, αλλά και τα Σαββατοκύριακα, είχε την τηλεόραση ανοιχτή στο σταθμό των Εναγόντων και δεν είδε διαφήμιση. Δεν θυμόταν εάν πριν τον Αύγουστο του 2010 παρακολουθούσε το σταθμό των Εναγόντων. ΜΥ3:- Ο ΜΥ3 είναι υπάλληλος των Εναγόμενων. Κατά τη μαρτυρία του, περί τον Αύγουστο του 2010, ο ΜΥ1 του ζήτησε να παρακολουθεί το σταθμό των Εναγόντων ενόσω βρίσκεται στο κατάστημα των Εναγόμενων στη Λεμεσό. Ακολούθησε τις οδηγίες, αλλά δεν είδε οποιαδήποτε διαφήμιση. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν θυμόταν να ήρθε πελάτης και του ζήτησε προϊόντα που δεν είχαν και ότι τον Αύγουστο ήταν κλειστό το κατάστημα για μια βδομάδα. Αγορεύσεις Με το πέρας της μαρτυρίας οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και τοποθετήθηκαν και προφορικά. Συνοψίζω τις θέσεις τους ως ακολούθως: Η δικηγόρος των Εναγόντων αναφέρει ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων περί μη προβολής των διαφημιστικών σποτ συγκρούεται με τον ισχυρισμό τους ότι οι πρώτη πρόβαλλαν σποτ που δεν έπρεπε, με αποτέλεσμα πελάτες των Εναγόμενων να τους ζητούν προϊόντα που δεν είχαν. Πρόσθεσε ότι ο ΜΕ ήταν διευθυντής των Εναγόντων και είχε ιδία γνώση, επιβεβαιώνοντας ότι προβλήθηκαν τα σποτ. Το δε γεγονός της υπογραφής της δεύτερης συμφωνίας καταμαρτυρεί ότι οι Εναγόμενοι ήταν ευχαριστημένοι από τη συνεργασία τους με τους Ενάγοντες. Όσων αφορά την ανταξίωση των Εναγόμενων για το απωλεσθέν ποσό του ΦΠΑ λόγω μη έκδοσης τιμολογίου η δικηγόρος παρέπεμψε στο Τεκμήριο 6, το οποίο, ως η αναφορά της, ήταν στην κατοχή των Εναγόμενων αλλά και στο ότι οι Εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι υπέβαλαν φορολογική δήλωση. Επίσης, η δικηγόρος υποστηρίζει ότι ο ΜΕ ήταν μάρτυρας της αλήθειας, ενώ ο ΜΥ1 όχι και στη βάση τούτη το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι παρέμειναν υπόλογοι για να εξοφλήσουν το απαιτούμενο ποσό πλέον τους τόκους και τα έξοδα. Εξ αντιθέτου, οι δικηγόροι των Εναγόμενων εν πρώτοις εστιάστηκαν στο ότι η μαρτυρία του ΜΕ σε καίρια σημεία ήταν εξ ακοής, αφού ο ίδιος ο ΜΕ δεν ήταν γνώστης των γεγονότων για τα οποία μαρτυρούσε, και δη αναφορικά με την προβολή των σποτ και την έκδοση των τιμολογίων. Η μαρτυρία της πλευράς των Εναγόμενων εισηγούνται, ήταν αξιόπιστη και θα πρέπει να το Δικαστήριο να της αποδώσει τη δέουσα βαρύτητα. Οι Ενάγοντες προσθέτει, δεν απέδειξαν την υπόθεσή τους καθότι δεν απέδειξαν ότι πρόβαλαν τα διαφημιστικά σποτ. Το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε εύρημα, ότι τα σποτ της δεύτερης συμφωνίας δεν προβλήθηκαν. Ήταν καθήκον των Εναγόντων να απαιτήσουν από τους Εναγόμενους έπιπλα και εάν οι δεύτεροι δεν τα παρέδιδαν τότε θα νομιμοποιούντο να καταχωρήσουν την Αγωγή και δεν το έπραξαν. Βάσει των Τεκμηρίων 10 και 11, εισηγούνται οι δικηγόροι, οι Εναγόμενοι παρέδωσαν έπιπλα αξίας €16,512.
  7. Αφού οι Ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους, οι Εναγόμενοι δικαιούντο να μην εκπληρώσουν ούτε τις δικές τους μια και επρόκειτο για αμοιβαίες υποχρεώσεις. Δικαιούνται επίσης ν' αποζημιωθούν για την αξία των επίπλων που παρέδωσαν χωρίς να λάβουν υπηρεσίες από τους Ενάγοντες. Τέλος, μια και το Τιμολόγιο για την πρώτη συμφωνία εκδόθηκε σε χρόνο εκτός της περιόδου της πρώτης συμφωνίας οι Εναγόμενοι δικαιούνται και το ποσό των €3,671.01 ως το ΦΠΑ που απώλεσαν. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: ΜΕ: Αντιμετώπισα τη μαρτυρία του ΜΕ με προσοχή, εν όψει της θέσης που κατέχει στους Ενάγοντες. Πρέπει να πω ότι ως μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αντιμέτωπος με ερωτήσεις για ουσιαστικά θέματα της υπόθεσης των Εναγόντων, ο ΜΕ απαντούσε γενικώς και υπεξέφευγε παραπέμποντας σε άλλα πρόσωπα, των οποίων η μαρτυρία ουδέποτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Αναφορικά με τα τιμολόγια που παρουσίασε δεν είχε γνώση του τρόπου και του χρόνου κατά τον οποίο εκδίδονταν, λέγοντας ότι δεν έχει λογιστικές γνώσεις. Παρέπεμψε δε γι' αυτά στο λογιστήριο των Εναγόντων. Δεν γνώριζε γιατί το τιμολόγιο που αφορούσε την πρώτη συμφωνία εκδόθηκε μετά τα τιμολόγια που αφορούσαν την δεύτερη συμφωνία (η οποία ήταν και χρονικά μεταγενέστερη), ούτε επεξήγησε για ποιο λόγο, ενώ στην πρώτη συμφωνία εκδόθηκε ένα τιμολόγιο για ολόκληρο το ποσό της αξίας των σποτ, στη δεύτερη το σύνολο χρεωνόταν σε ισόποσες δόσεις ανά μήνα. Ως προανέφερα άλλοι μάρτυρες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγόντων, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση για την μη προσέλευσή τους, μια και ήταν ο ίδιος ο ΜΕ που ενέπλεξε εκείνους ως τους γνώστες των γεγονότων. Καθ' αυτό τον τρόπο η μαρτυρία του ΜΕ επί του θέματος παρέμεινε εξ ακοής, τη βαρύτητα της οποίας αξιολογώ πιο κάτω. Άλλη πτυχή της υπόθεσης ήταν το κατά πόσο τα διαφημιστικά σποτ πράγματι προβλήθηκαν. Η μαρτυρία του ΜΕ επί τούτου ήταν έως και νεφελώδης, αλλά και ως επίσης διαφάνηκε επίσης εξ ακοής: Παρά το γεγονός ότι ανέφερε ότι εκδίδονταν πιστοποιητικά μετάδοσης των σποτ και ότι αυτά αποστέλλονταν στους Εναγόμενους μαζί με τα τιμολόγια με τηλεομοιότυπο μήνυμα, αφενός παρέπεμψε και για το θέμα αυτό σε υπαλλήλους του, οι οποίοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο και αφετέρου δεν προσκόμισε οτιδήποτε που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τις ερωτήσεις αναφορικά με τη ζώνη προβολής των διαφημιστικών σποτ, μια και ουσιαστικά η απάντησή του στην αρχή περιορίστηκε, ανεξήγητα, στο να εκφράσει την άποψή του και έπειτα μεταβλήθηκε, αναφέροντας γενικά ότι τα σποτ προβάλλονταν σε ώρες υψηλής τηλεθέασης, χωρίς να αναφέρει θετικά εν τέλει σε ποια ζώνη προβάλλονταν. Ωσαύτως και αποφασίζοντας επί της βαρύτητας που πρέπει ν΄ αποδοθεί στα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του ΜΕ, και έχοντας κατά νου το Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και τις σχετικές Νομολογιακές αρχές[2], επαναλαμβάνω ότι δεν επεξηγήθηκε γιατί τα πρόσωπα που, κατά τον ίδιο τον ΜΕ, γνώριζαν τα πιο πάνω γεγονότα και πληροφόρησαν τον ΜΕ δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο, ούτε μπορεί να διαπιστωθεί ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, ελλείψει διευκρίνισης ως προς το κατά πόσο οι κατ' ισχυρισμό ενημέρωση που έτυχε ο ΜΕ ήταν απευθείας. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να αποδώσω βαρύτητα στη συγκεκριμένη μαρτυρία του ΜΕ. Πέραν τούτων, προβλημάτισαν και αντιφάσεις και περαιτέρω ελλείψεις στη μαρτυρία του ΜΕ αυτή καθ΄ αυτή: με την πρώτη συμφωνία, την οποία ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο, ανέφερε ότι αυτή δεν αφορούσε στην παράδοση επίπλων από πλευράς Εναγόμενων. Δεν επεξήγησε όμως την αναφορά που υπάρχει στην ίδια τη συμφωνία ότι η αξία των διαφημιστικών σποτ θα εξοφλεί την «παραγγελία 1153» και όταν ερωτήθηκε σχετικά, ζήτησε να του φέρουν την παραγγελία να τη δει. Σχετικό με το θέμα, αλλά και ενδεικτικό του συγκεχυμένου της μαρτυρίας του ΜΕ, είναι και το ποσό που παρουσιάζεται ως να πιστώνεται στο όνομα των Εναγόμενων στην κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε. Το ύψος του ποσού αυτού ξεπερνά το συμφωνηθέν ποσό της δεύτερης συμφωνίας (δηλαδή το ποσό ήταν €44,657.81 ενώ το ποσό της δεύτερης συμφωνίας ήταν €40,000). Για τη δεύτερη συμφωνία ο ΜΕ ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι είχαν καθήκον να παραδώσουν έπιπλα, ενώ για την πρώτη ότι επρόκειτο για συμφωνία καταβολής χρηματικού ποσού. Προκύπτει λογικώς ότι, με το ποσό που οι ίδιοι οι Ενάγοντες πίστωσαν στο λογαριασμό των Εναγόμενων, οι Ενάγοντες θεωρούσαν ότι οι Εναγόμενοι παρέδωσαν προϊόντα (ή, έστω, εάν ήθελε υιοθετηθεί χάριν επιχειρήματος η θέση του ΜΕ, προέβησαν σε πληρωμές σε συνδυασμό με παράδοση προϊόντων) σε ποσό που υπερέβαινε το σύνολο της δεύτερης συμφωνίας. Παρά ταύτα ο ΜΕ δεν ανέφερε ούτε εάν οι Εναγόμενοι παρέδωσαν οποιαδήποτε έπιπλα στη βάση της πρώτης συμφωνίας - αφού ο ισχυρισμός του ήταν ότι δεν αφορούσε την παράδοση επίπλων η συγκεκριμένη συμφωνία - ούτε όμως έδειξε οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές εκ μέρους των Εναγόμενων, ούτως ώστε να επεξηγεί το επιπλέον ποσό που προκύπτει. Παράλληλα επέμενε στον ισχυρισμό του ότι οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν για την πρώτη συμφωνία. Συνολικά, την εντύπωσή μου για τη μαρτυρία του ΜΕ στιγμάτισαν η προφανής έλλειψη ιδίας γνώσης του σε συνδυασμό με την παράλειψή του να επεξηγήσει ικανοποιητικά τα γεγονότα και στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε, αλλά και η παράλειψη της πλευράς του να καλέσει τα πρόσωπα τα οποία, κατά τον ίδιο τον ΜΕ, είχαν πράγματι γνώση των γεγονότων για τα οποία κατέθετε. Όλα αυτά κατέστησαν τη μαρτυρία του ασταθές έδαφος για την εξαγωγή συμπερασμάτων και για τους πιο πάνω λόγους δεν την αποδέχομαι. ΜΥ1: Αντιμετώπισα τη μαρτυρία του ΜΥ1 εξίσου με προσοχή λόγω της θέσης του στους Εναγόμενους. Σε γενικές γραμμές βρήκα ότι η μαρτυρία του ήταν σταθερή και οι απαντήσεις του άμεσες. Η θέση του ότι η πρώτη συμφωνία αφορούσε συμφωνία για προβολή διαφημιστικών σποτ έναντι παράδοσης επίπλων φαίνεται να συνάδει με το ίδιο το λεκτικό της συμφωνίας στην οποία αναφέρεται ότι η αμοιβή θα εξοφλεί συγκεκριμένη παραγγελία. Η θέση του ότι οι Ενάγοντες δεν εξέδωσαν τιμολόγια για την πρώτη συμφωνία κατά το χρόνο που λογικώς θα έπρεπε να χρεώνονταν οι εν λόγω υπηρεσίες, υποστηρίχθηκε από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΕ και τα Τεκμήρια 5 και
  8. Αναφορικά με την έκδοση τιμολογίων από πλευράς Εναγόμενων δηλαδή των Τεκμηρίων 9, 10 και 11, ο ΜΥ1 δεν αντεξετάστηκε και ούτε οι ημερομηνίες παράδοσης των επίπλων προς τους Ενάγοντες, ούτε τα αναγραφόμενα αντικείμενα, ούτε η αξία αυτών αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Παρά όμως τη γενικότερα θετική εντύπωση που αποκόμισα από τον ΜΥ1, πρέπει να πω ότι ορισμένοι, σημαντικοί για τα επίδικα θέματα, ισχυρισμοί και εξηγήσεις που έδωσε στερούνταν πειστικότητας. Εξηγώ: ο ΜΥ1 - κατά τον ίδιο - εγκεκριμένος ελεγκτής κατ' εκπαίδευση, απέδωσε σε λάθη και απειρία των Εναγόμενων όλα τα εξής: (α) το γεγονός της μη επιλογής ζώνης προβολής των διαφημιστικών σποτ - υποχρέωση που, βάσει των επίδικων συμφωνιών, βάρυνε τους ίδιος τους Εναγόμενους -, (β) το ότι οι Εναγόμενοι, κατ' ισχυρισμό, δεν έλεγξαν το κατά πόσο πράγματι προβάλλονταν τα διαφημιστικά σποτ ενώ είχαν προηγουμένως παραδώσει έπιπλα αξίας €44,657.81, και (γ) το ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε αποτάθηκαν στους Ενάγοντες γραπτώς για οποιοδήποτε θέμα που σχετιζόταν με τις επίδικες συμφωνίες, είτε αυτό ήταν σε σχέση με την επισήμανση μη προβολής σποτ που περιείχε συγκεκριμένα προϊόντα, είτε το παράπονο για προβολή του συγκεκριμένου σποτ, είτε για να τους αποσταλεί απόδειξη προβολής των σποτ, είτε για να ειδοποιήσει τους Ενάγοντες ότι δεν προτίθετο να παραδώσει άλλα έπιπλα, είτε για να τερματιστεί η συνεργασία. Κατ' ουσία ο ΜΥ1 πρόβαλε στο Δικαστήριο τη θέση ότι μέχρι και το μέσο της δεύτερης συμφωνίας, οι Εναγόμενοι προμήθευαν με προϊόντα τους Ενάγοντες στα τυφλά. Εκτός λογικής κρίνω τον ισχυρισμό του ότι εφαλτήριο να διερευνήσει, για πρώτη φορά, το κατά πόσο τα σποτ προβάλλονταν δεν ήταν άλλο από το γεγονός ότι κάποιος πελάτης πράγματι παρακολούθησε διαφημιστικό σποτ. Το εν λόγω σποτ, κατά τον ΜΥ1 δεν θα έπρεπε μεν να προβάλλεται, λόγω κατ' ισχυρισμό προηγούμενης ανάκλησής του από τον ίδιο, αλλά δεν μπορώ να αποδεχθώ ως λογικό το ότι ο ΜΥ1 παρουσίασε ως το έναυσμα για την αμφισβήτηση της προβολής των σποτ ένα γεγονός το οποίο, ανεξάρτητα αν προβαλλόταν λάθος σποτ ή όχι, ουσιαστικά επιβεβαιώνει αυτή την προβολή. Συνδυαστικά ασυμβίβαστη στο σύνολο των αιτιάσεων των Εναγόμενων περί μη προβολής οποιουδήποτε σποτ και περί πιθανής πλήρους αποτυχίας του ανταλλάγματος κρίνεται η προφανής απόφαση των Εναγόμενων να συνάψουν και τη δεύτερη συμφωνία με τους Ενάγοντες σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη της πρώτης και μάλιστα για μεγαλύτερη αξία και ενώ, όπως κατέδειξε ο ίδιος ο ΜΥ1 και θα αναφερθώ ευθύς αμέσως πιο κάτω, το μεγαλύτερο μέρος των γενικώς συμφωνηθέντων προϊόντων παραδόθηκε στους Ενάγοντες πριν καν την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 10, οι Εναγόμενοι, έχοντας παραδώσει προς τους Ενάγοντες το σύνολο της αξίας των εμπορευμάτων που προβλέπονταν από την πρώτη συμφωνία, παρέδωσαν κατά τη διάρκειά της πρώτης συμφωνίας και επιπλέον προϊόντα, την αξία των οποίων, ανεξήγητα, ανταπαίτησαν ως αποζημιώσεις μαζί με την αξία των προϊόντων που παρέδωσαν κατά τη διάρκεια της δεύτερης συμφωνίας, λόγω παράβασής της δεύτερης από τους Ενάγοντες (βλέπε παράγραφο 8 της Υπεράσπισης και σχετικό παρακλητικό της Ανταπαίτησης). Γράφω «ανεξήγητα» επειδή ουδέποτε επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο ο λόγος που οι Εναγόμενοι, ως οι ίδιοι ισχυρίστηκαν μέσω του ΜΥ1, προμήθευσαν, κατά τη διάρκεια ισχύος της πρώτης συμφωνίας, δηλαδή μέχρι και την 1.12.2009, τα έπιπλα αξίας €13,183.64 (στις ημερομηνίες 10.2.09, 19.2.09, 31.3.09 και 14.4.09 αντίστοιχα). Πέραν του κενού επεξήγησης, εγείρεται επί του ιδίου σημείου και ζήτημα συνάφειας της δικογράφησης εκ μέρους των Εναγόμενων, εν σχέση με το τι ο ΜΥ1 εν τέλει μαρτύρησε στο Δικαστήριο. Στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρεται ότι το συνολικό ποσό των €16,512.89 (δηλαδή το σύνολο των τιμολογίων των Τεκμηρίων 10 και 11) ήταν η αξία των προϊόντων που παραδόθηκαν για να εκπληρώσουν μέρος της δεύτερης συμφωνίας. Παρά ταύτα η δεύτερη συμφωνία υπεγράφη περί τους 8 μήνες μετά από την, κατά τον ΜΥ1, παράδοση των προϊόντων των τιμολογίων του Τεκμηρίου 10, τα οποία με το δικόγραφο εντάσσονταν ως προηγουμένως κατέγραψα. Ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε για να επεξηγήσει το προφανές χρονικό χάσμα και την κατά τα φαινόμενα ετεροχρονισμένη παράδοση προϊόντων με την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας και εάν πράγματι η εν λόγω συμφωνία περιλάμβανε και τα εν λόγω προϊόντα, προκειμένου συνάδει το γεγονός με τη δικογραφημένη θέση και απαίτηση των Εναγόμενων. Τέλος και όσων αφορά το ζήτημα της απαίτησης των Εναγόμενων για απώλεια της ευκαιρίας να διεκδικήσουν το ΦΠΑ λόγω μη έκδοσης τιμολογίου από πλευράς Εναγόντων αναφορικά με το πληρωθέν τίμημα της πρώτης συμφωνίας, η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν γενική και βασισμένη, ως φάνηκε σε λογικό συνειρμό, παρά σε συγκεκριμένα στοιχεία που καταδείκνυαν τη ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν οι Εναγόμενοι. Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι μπορώ βασιστώ μόνο σε μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 ως ανωτέρω, δηλαδή αποδέχομαι ότι και οι δύο συμφωνίες αφορούσαν την προβολή διαφημιστικών σποτ εις αντάλλαγμα για την παράδοση επίπλων και ότι οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στους Ενάγοντες έπιπλα αξίας €44,651.
  9. ΜΥ2: Η ΜΥ2 είναι αδελφή του ΜΥ
  10. Γενικά η εντύπωση που αποκόμισα από τη μαρτυρία της ήταν θετική, επειδή απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές στα όσα ερωτήθηκε και παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της. Αποδέχομαι της μαρτυρία της μεν, σπεύδω όμως να παρατηρήσω ότι ήταν, εν τέλει, περιορισμένης αξίας ως προς τα επίδικα θέματα εν όψει και του, εν τέλει, αδιευκρίνιστου του χρόνου κατά τον οποίο τα διαφημιστικά σποτ κατ' ισχυρισμό προβάλλονταν ή θα έπρεπε να προβάλλονταν. Ως η ίδια η ΜΥ2 ανέφερε, εκτέλεσε τις οδηγίες του αδερφού της να παρακολουθεί το σταθμό των Εναγόντων κατά τις ώρες και ημέρες που βρισκόταν στο σπίτι της. Κατά τον ίδιο τον ΜΥ1, οι Εναγόμενοι ουδέποτε επέλεξαν ζώνη προβολής, ενώ η μαρτυρία του ΜΕ αναφορικά με τη ζώνη ήταν στη βάση της δικής του λογικής και όχι με θετική γνώση. Στη βάση επίσης του ίδιου του κειμένου των συμφωνιών δεν καθοριζόταν συχνότητα προβολής των σποτ. Μόνο η διάρκεια και οι υπάρχουσες ζώνες. Συνεπώς και επιπρόσθετα δεν καταδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι, βάση των συμφωνιών, τα σποτ θα προβάλλονταν με συγκεκριμένη συχνότητα. ΜΥ3: Ομοίως καλή εντύπωση σχημάτισα και για τη μαρτυρία του ΜΥ3 . Κατά παρόμοιο με την ΜΥ2 τρόπο, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι ακολούθησε τις οδηγίες του ΜΥ1 και παρακολουθούσε το σταθμό των Εναγόντων, ενόσω βρισκόταν στο κατάστημα που διατηρούν οι Εναγόμενοι στη Λεμεσό. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι, κατά το χρόνο που του ζητήθηκε να παρακολουθεί το σταθμό, έλειπε τουλάχιστον μια βδομάδα σε άδεια, ότι έφευγε για διάλειμμα διάρκειας 2 ωρών κατά τις μεσημβρινές ώρες και ότι, κατά τις ώρες εργασίας, εξυπηρετούσε παράλληλα και πελάτες που επισκέπτονταν το κατάστημα των Εναγόμενων. Αποδέχομαι μεν τη μαρτυρία του, αλλά και πάλι εν όψει του ότι ουδέποτε προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με το πότε τα διαφημιστικά σποτ προβάλλονταν ή θα έπρεπε να προβάλλονταν, δεν μπορώ θα πω ότι ήταν διαφωτιστική ως προς το επίδικο θέμα του κατά πόσο πράγματι προβάλλονταν τα διαφημιστικά σποτ ή όχι. Ευρήματα γεγονότων: Στη βάση των παραδεχτών γεγονότων αλλά και της αξιολόγησης της μαρτυρίας σε σχέση με τα επίδικα θέματα προβαίνω στα εξής ακόλουθα ευρήματα: Οι Ενάγοντες, στις 28.11.08 υπέγραψαν με τους Εναγόμενους το Τεκμήριο 3, δηλαδή τη Γραπτή Συμφωνία, η οποία άρχισε από την 1.12.08 και θα ήταν σε ισχύ μέχρι την 1.12.09 και στη βάση της οποίας οι πρώτοι ανέλαβαν να προβάλουν για τους δεύτερους 1000 διαφημιστικά σποτ, τα 550 εκ των οποίων θα ήταν δωρεάν, έναντι του ποσού των €28,144.92 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα εξοφλούσε την παραγγελία 1153, η οποία αποτελείτο από έπιπλα τα οποία οι Ενάγοντες παρήγγειλαν από τους Εναγόμενους. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συμφωνίας και συγκεκριμένα στις οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στους Ενάγοντες έπιπλα αξίας €28.144,92 αλλά και έπιπλα αξίας €13,183.
  11. Στις 15.12.09 Ενάγοντες και Εναγόμενοι υπέγραψαν το Τεκμήριο 4, δηλαδή τη Γραπτή Συμφωνία, η οποία άρχισε από την 1.12.09 και θα ήταν σε ισχύ μέχρι την 1.12.10 και στη βάση της οποίας οι πρώτοι ανέλαβαν να προβάλουν για τους δεύτερους 1000 διαφημιστικά σποτ, τα 500 εκ των οποίων θα ήταν δωρεάν, έναντι του ποσού των €40,000 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα πληρωθεί με εμπορεύματα «ΤΙΤΑΝ», δηλαδή προϊόντα που εμπορεύονταν οι Εναγόμενοι. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συμφωνίας και συγκεκριμένα στις 28.7.10 και 29.7.10, οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στους Ενάγοντες έπιπλα αξίας €3.329,
  12. Η συνολική αξία επίπλων που οι Εναγόμενοι παρέδωσαν στους Ενάγοντες ανερχόταν στο ποσό των €44,657.
  13. Τα ευρήματα μου συμπληρώνονται πιο κάτω κατόπιν περαιτέρω ανάλυσης. Νομική Πτυχή γενικά: Σε υποθέσεις αστικής φύσεως, ο Ενάγων φέρει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[3]. Το βάρος αποσείεται αποκλειστικά με μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[4]. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται, ενώ το αποδεικτικό υποδηλώνει το βάρος που διάδικος φέρει να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη επίδικου ή σχετικού θέματος, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Ως προς το θέμα της ερμηνείας συμβάσεων παραθέτω τα εξής: Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεολόγου κ. α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νεμεσις Λτδ.

(1998)1 Α.Α.Δ. 407 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο [.] Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification) (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». Επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σύλλογος "Ανόρθωσης" Αμμοχώστου ν. "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1 Α.Α.Δ. 518, αναφέρθηκε ότι: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407». Ανάλυση και υπαγωγή ευρημάτων: Πλην του κατά πόσο η πρώτη συμφωνία αφορούσε σε πληρωμή σε είδος ή σε χρήματα, ζήτημα για το οποίο ήδη πρόβηκα σε σχετικό εύρημα, η ερμηνεία των επίδικων συμφωνιών δεν τέθηκε ως επίδικο ζήτημα κατά τη δίκη. Μέσα απ' την γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των Εναγόμενων προβλήθηκε η θέση ότι οι συμφωνίες προνοούν την εκπλήρωση αμοιβαίων υποχρεώσεων και το ότι οι Ενάγοντες υποχρεούντο να εκπληρώσουν πρώτοι την υποχρέωση προβολής των σποτ. Αποτυχία των Εναγόντων να εκτελέσουν, συνέχισαν οι δικηγόροι, νομιμοποίησε και τους Εναγόμενους ν' αξιώσουν αποζημίωση. Στα Άρθρα 51, 52 και 55 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αναφέρονται αντίστοιχα τα εξής: «
  1. Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει», «
  2. Σε περίπτωση που η σύμβαση ορίζει ρητά την τάξη κατά την οποία θα εκπληρωθούν οι αμοιβαίες υποσχέσεις, αυτές πρέπει να εκπληρώνονται κατά την οριζόμενη τάξη~ ελλείψει τέτοιου όρου στη σύμβαση, οι υποσχέσεις πρέπει να εκπληρώνονται κατά την τάξη που επιβάλλει η φύση της συναλλαγής.», και «55-
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.
(2)Aν πρόθεση των συμβαλλόμενων δεν ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης, η σύμβαση δεν καθίσταται ακυρώσιμη λόγω παράλειψης του οφειλέτη να ενεργήσει εντός του ορισμένου χρόνου ή πριν από αυτόν~ ο δανειστής όμως έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον οφειλέτη για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης αυτής.
(3)Σε περίπτωση ακυρώσιμης σύμβασης λόγω παράλειψης του οφειλέτη να εκπληρώσει την υπόσχεση του στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης σε χρόνο άλλον από αυτόν που συμφωνήθηκε, τότε δεν δύναται να αξιώσει αποζημίωση για ζημιά που υπέστη λόγω μη εκπλήρωσης κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε, εκτός αν, κατά το χρόνο της αποδοχής, γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την πρόθεση του να αξιώσει αποζημίωση.» Ανάγνωση των όρων των επίδικων συμφωνιών αποκαλύπτει ότι η σειρά εκπλήρωσης των υποχρεώσεων δεν αναφέρεται. Από πλευράς Εναγόντων ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε να προβληθούν τα σποτ είναι καθορισμένος, χωρίς όμως, επαναλαμβάνω, να προνοείται συχνότητα, ενώ για τους Εναγόμενους δεν γίνεται τέτοια πρόνοια. Ούτε μπορώ να πω ότι προκύπτει ευκρινώς από τη φύση της συναλλαγής κάποια λογική σειρά εκπλήρωσης. Συνεχίζω αναφέροντας ότι, αφενός η πρώτη συμφωνία αφού αναφέρει το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής αναφέρει ότι «Η πιο πάνω αμοιβή θα πληρωθεί με τον πιο κάτω τρόπο:- ότι θα εξοφληθεί η προσφορά 1153». Αφήνεται να νοηθεί, ως μια πιθανότητα, ότι η προσφορά 1153 προϋπήρχε της συμφωνίας ή εν πάση περιπτώσει της έναρξης εκτέλεσής της, μια και χρησιμοποιείται η λέξη «εξόφληση». Παράλληλα όμως χρησιμοποιείται και η λέξη «προσφορά», και όχι οι λέξεις τιμολόγιο ή παραγγελία ή εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε άλλη λέξη που να καταδεικνύει εάν πράγματι η προσφορά 1153 είχε ήδη εκτελεστεί. Η μαρτυρία του ΜΕ επί του σημείου δεν ήταν βοηθητική μια και το μοναδικό τιμολόγιο που προσκόμισε σχετικά με την πρώτη συμφωνία είχε, κατά τον ίδιο, εκδοθεί πέραν του ενός έτους μετά την λήξη ισχύος της και αφορούσε ένα συνολικό ποσό. Εξ άλλου θέση του ΜΕ ήταν ότι η πρώτη συμφωνία αφορούσε πληρωμή ποσού και όχι παράδοση προϊόντων, θέση η οποία απορρίφθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εκ της μαρτυρίας δε του ΜΥ1 διαφαίνεται, βάσει των τιμολογίων των Εναγόμενων, ότι τα προϊόντα προς την πρώτη συμφωνία παραδόθηκαν μετά την ημερομηνία σύναψης της πρώτης συμφωνίας, αλλά χωρίς πράγματι να διευκρινίζεται πότε αναμενόταν από τους Εναγόμενους η εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων. Αφετέρου, στη δεύτερη συμφωνία το λεκτικό είναι διαφορετικό και ο σχετικός όρος αναφέρει: «Η πιο πάνω αμοιβή θα πληρωθεί με τον πιο κάτω τρόπο:- ΜΕ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΤΙΤΑΝ». Η χρήση της λέξης «θα» παραπέμπει σε κάποιο μελλοντικό χρόνο πληρωμής της αμοιβής, αλλά δεν διευκρινίζει απαραιτήτως και ότι αυτός ο μελλοντικός χρόνος εκπλήρωσης της παράδοσης των εμπορευμάτων είναι η λήξη της συμφωνίας ή η πλήρης εκτέλεση των υποχρεώσεων των Εναγόντων με την προηγούμενη προβολή όλων των διαφημιστικών σποτ εκ μέρους των Εναγόντων. Προσθέτω ότι το όλο εγχείρημα της διακρίβωσης συμφωνηθείσας σειράς εκπλήρωσης καθίσταται ακόμα δυσκολότερο, εν όψει και του τρόπου κατά τον οποίο οι Εναγόμενοι στην πράξη παρέδιδαν προϊόντα στους Ενάγοντες, χωρίς δηλαδή να υπάρχουν συγκεκριμένα ορόσημα εκπλήρωσης αντίστοιχης υποχρέωσης από τους Ενάγοντες, αλλά και εν όψει της, κατά τον οποίο ο ίδιο ο ΜΥ1, σειράς των γεγονότων που οδήγησαν στη διαμόρφωση των επίδικων συμφωνιών, ότι δηλαδή η προβολή των σποτ ήταν ουσιαστικά το αντάλλαγμα για να είναι σε θέση οι Ενάγοντες ν' αγοράσουν έπιπλα. Υπενθυμίζω ότι σε καμία εκ των συμφωνιών δεν καθορίζεται η συχνότητα προβολής σποτ, π.χ. ανά ημέρα ή βδομάδα. Ούτε μαρτυρία προς τούτο προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Το μόνο που καθορίζεται στις επίδικες συμφωνίες - και το οποίο δεν βοηθά να διευκρινιστεί το υπό συζήτηση θέμα - είναι η διάρκεια εκάστου σποτ και οι χρόνοι προβολής, ζητήματα που ούτε για εκείνα δόθηκε μαρτυρία. Εν όψει της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ότι ένας εκ των διαδίκων όφειλε, με αναφορά στους όρους ή στην εν γένει φύση των συμφωνιών, να εκπληρώσει πρώτος τη συμφωνηθείσα υποχρέωση που του αναλογούσε. Παρά ταύτα και εκ της αναφοράς του ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι παρέδιδαν προϊόντα στους Ενάγοντες κατόπιν παραγγελιών, είναι δυνατό και - θεωρώ λογικό - να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο τρόπος συνεργασίας των διαδίκων συνίστατο στο ότι οι Ενάγοντες, όφειλαν να προβάλουν τον αριθμό των συμφωνηθέντων διαφημιστικών σποτ, με τις προδιαγραφές που αναφέρονται στη συμφωνία, εντός του χρόνου ισχύος της συμφωνίας και, από την πλευρά τους, οι Εναγόμενοι όφειλαν, να εκτελούν παραγγελίες των Εναγόντων για έπιπλα μέχρι της συμπλήρωσης του συμφωνηθέντος ποσού, χωρίς να διευκρινίζεται σειρά εκπλήρωσης. Δεν είναι, θεωρώ, εκτός λογικής το ότι η υποχρέωση των Εναγόντων να προβάλλουν τα σποτ διαρκουσών των συμφωνιών, δεν εξυπακούει και το ότι έπρεπε πρώτοι να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους, καθότι δεν ήταν, με τη σειρά του, ούτε εκτός των πιθανοτήτων ούτε εκτός της λογικής οι Εναγόμενοι να εκτελούσαν το σύνολο των υποχρεώσεών τους παραδίδοντας την αξία των επίπλων προτού συμπληρωθεί ο χρόνος εντός του οποίου οι Ενάγοντες θα πρόβαλλαν τα σποτ - όπως ακριβώς δηλαδή και έγινε, κατά τους ίδιους τους Εναγόμενους στη βάση των τιμολογίων που προσκόμισαν, με την πρώτη συμφωνία. Έχοντας αναφέρει τούτα, σημαντική θεωρώ τη χρήση της λέξης «αμοιβή» στις επίδικες συμφωνίες. Θεωρώ ότι αυτή η λέξη συνδέει και τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων, οι οποίες θα μπορούσαν μεν να εκπληρωθούν παράλληλα, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί, εκ του λεκτικού, ότι η πρόθεση των μερών ήταν να τις καταστήσουν ανεξάρτητες. Δηλαδή δεν υποστηρίζεται από τις ίδιες τις συμφωνίες, η άνευ όρων αποδοχή των διαδίκων μερών ότι έκαστο εξ αυτών θα υποχρεούτο να εκπληρώσει την αντίστοιχη συμφωνηθείσα υποχρέωση του, έστω και εάν το άλλο μέρος δεν εκπλήρωνε τη δική του και να δικαιούται εν συνεχεία ν' απαιτήσει αποζημιώσεις. Εν τοιαύτη περιπτώσει και εάν πρόθεση μερών ήταν να έχουν ανεξάρτητες υποχρεώσεις, μπορούσαν κάλλιστα να εκφράσουν ρητώς τέτοια πρόνοια και όχι να καταστήσουν την παράδοση προϊόντων ως «αμοιβή» για την προβολή των διαφημιστικών σποτ. Αναφορικά με το θέμα τούτο παραπέμπω ενδεικτικά στην παράγραφο 17-021 της 14ης έκδοσης του του συγγράμματος Treitel The Law of Contract, όπου καταγράφεται ο τρόπος αντιμετώπισης πιθανής αβεβαιότητας στην κατηγοριοποίηση του συσχετισμού των εκατέρωθεν υποχρεώσεων υπό τον τίτλο «Presumption in favour of concurrent conditions if simultaneous performance is possible[5]». Συνυπολογίζοντας στα προαναφερθέντα το ότι οι αντίστοιχες επίδικες υποχρεώσεις ήταν μείζονος σημασίας και αφορούσαν τη ρίζα των υπό αναφορά συμφωνιών, καταλήγω ότι, βάσει των επίδικων συμφωνιών, η εκτέλεση υποχρέωσης του ενός μέρους ήταν όρος για εκπλήρωση της υποχρέωσης του άλλου, ενώ ήταν δυνατό η εκπλήρωση να γινόταν παράλληλα. Αναφορικά με το κατά πόσο ο χρόνος για τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ήταν ουσιώδης, διαπιστώνω ότι όσον αφορά τις υποχρεώσεις των Εναγόντων το ερώτημα απαντάται στο γεγονός ότι καθορίζεται συγκεκριμένη περίοδος εντός της οποίας οι Ενάγοντες όφειλαν να προβάλουν τα διαφημιστικά σποτ. Πράγματι, συνεπώς οι Ενάγοντες όφειλαν να εκπληρώσουν το σύνολο των υποχρεώσεών τους εντός του χρόνου που καθοριζόταν από τις συμφωνίες. Αντίθετα, οι υποχρεώσεις των Εναγόμενων δεν έτυχαν ίδιας ρύθμισης και δεν υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες και συνεπώς δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα ότι πράγματι ο χρόνος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων κατέστη συμβατικά ουσιώδης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, εναπόκειτο σε έκαστο εκ των μερών - Εναγόντων και Εναγόμενων ως ανταπαιτούντων εναγόντων - ν' αποδείξει την εκ μέρους του εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων και το παράπονό του για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους ή, εν πάση περιπτώσει, την αιτιολογημένη υπαναχώρησή του από τις συμφωνίες, λόγω της μη εκπλήρωσης υποχρέωσης του αντισυμβαλλομένου ή άλλης παράβασης των συμφωνιών. Απαίτηση Ως ήδη προαναφέρθηκε η Απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται σε εκκρεμές οφειλόμενο υπόλοιπο που αφορά τις πρώτη και δεύτερη συμφωνίες. Πέραν των συμφωνιών, οι Ενάγοντες προσκόμισαν τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού, τα οποία από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αξία[6] και τα οποία εν πάση περιπτώσει αξιολογήθηκαν στη βάση της εξ ακοής μαρτυρίας του ΜΕ. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΕ κατά την αξιολόγηση, αλλά και των αντίστοιχων ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ν' αποδείξουν ότι οι ίδιοι εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους στη βάση των συμφωνιών και ότι πράγματι πρόβαλαν τα διαφημιστικά σποτ εντός του καθορισμένου χρόνου ως η συμφωνία τους και ότι δικαίως παραπονούνται για την εκ μέρους των Εναγόμενων μη εξόφληση του υπολοίπου που προκύπτει από το σύνολο της αξίας των προϊόντων που συμφωνήθηκε να παραδοθούν, μείον της αξίας των προϊόντων που παραδόθηκε. Έχοντας αναφέρει τούτα, η απαίτηση των Εναγόντων κρίνεται απορριπτέα. Ανταπαίτηση Η δε Ανταπαίτηση βασίστηκε εν πρώτοις σε παράβαση και των δύο συμφωνιών, έπειτα στην μη έκδοση τιμολογίου από τους Ενάγοντες για ποσό αντίστοιχο στην αξία των υπηρεσιών που παραχωρήθηκαν κατά την πρώτη συμφωνία και τέλος σε παράβαση της δεύτερης συμφωνίας δια της μη προβολής των διαφημιστικών σποτ, ενώ Εναγόμενοι προμήθευσαν τους Ενάγοντες με έπιπλα συγκεκριμένης αξίας. Σε σχέση με την διεκδίκηση από τους Εναγόμενους του ποσού του ΦΠΑ που θα επωφελούντο ενδεχομένως οι Εναγόμενοι εάν οι Ενάγοντες εξέδιδαν για της υπηρεσίες τους κατά την πρώτη συμφωνία τιμολόγιο, η μοναδική μαρτυρία του ΜΥ1 επί του θέματος, δεν κρίνεται ικανή ούτως ώστε ν' αποδείξει τη συγκεκριμένη απαίτηση. Ο ΜΥ1 δεν προσκόμισε οτιδήποτε με το οποίο ν' αποδεικνύει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι Εναγόμενοι υπέβαλαν τις απαραίτητες καταστάσεις προς την αρμόδια υπηρεσία. Ούτε οτιδήποτε που να αποδείκνυε ότι πράγματι είχαν δικαίωμα ή ότι πράγματι θα επωφελούνταν από την έκδοση τιμολογίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε υποθέσεις, ούτε αναφορικά με την κατάσταση εγγραφής των Εναγόμενων στο ΦΠΑ κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε σε σχέση με τις καταχωρίσεις τους, ούτε αναφορικά με το κατά πόσο πράγματι θα είχαν οποιοδήποτε όφελος. Στη βάση του ότι δεν προσκομίστηκε ικανοποιητική μαρτυρία που να την αποδεικνύει, κρίνω ότι η συγκεκριμένη απαίτηση των Εναγόμενων δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Αναφορικά με κατ' ισχυρισμό παράβαση της πρώτης συμφωνίας από τους Ενάγοντες, και παρά τη γενικά καλή εντύπωση που σχημάτισα για τη μαρτυρία του ΜΥ1, οι Εναγόμενοι θεωρώ δεν κατάφεραν ν' αποσείσουν το βάρος που έφεραν για να αποδείξουν ότι πράγματι υπήρξε τέτοια παράβαση προσκομίζοντας επαρκή στοιχεία προς τούτο. Εξηγώ: στη βάση των όσων οι ίδιοι οι Εναγόμενοι ανέφεραν μέσω του ΜΥ1, όχι μόνο εκείνοι συμμορφώθηκαν με τις δικές τους υποχρεώσεις και παρέδωσαν αντικείμενα αξίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, αλλά παρέδωσαν και περισσότερα προϊόντα (βλέπε Τεκμήριο 10). Έτι δε περαιτέρω υπέγραψαν και νέα συμφωνία με τους Ενάγοντες για μεγαλύτερης αξίας προϊόντα. Το σημαντικότερο όμως, σχετικά με το συγκεκριμένο σημείο - και το οποίο ισχύει και για τη δεύτερη συμφωνία την οποία αναλύω πιο κάτω -, κρίνω το γεγονός ότι ο ΜΥ1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι οι Εναγόμενοι, μέσω του, παραπονέθηκαν στους Ενάγοντες για προβολή σποτ προϊόντος των Εναγόμενων που οι ίδιοι σταμάτησαν να πωλούν. Μάλιστα ο ΜΥ1 άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ο πελάτης που αναζήτησε τα προϊόντα που πλέον δεν πωλούσαν οι Εναγόμενοι να είδε διαφήμιση είτε όταν ήταν σε ισχύ η πρώτη συμφωνία είτε όταν ήταν η δεύτερη. Τούτο δεν μπορεί παρά να δεικνύει ότι, ακόμα και κατά την αντίληψη των ίδιων των Εναγόμενων, είναι πιθανότερο οι Ενάγοντες πράγματι να πρόβαλλαν διαφημιστικά σποτ, χωρίς όμως να μπορεί να υπάρξει θετική διαπίστωση αναφορικά με το πόσα εν τέλει προέβαλαν και πότε το έπραξαν. Έτι δε περαιτέρω ο ΜΥ1 ουδέποτε υποστήριξε θετικά με τη μαρτυρία του ότι η πρώτη συμφωνία παραβιάστηκε. Ούτε στην Ανταπαίτησή τους οι Εναγόμενοι πρόβαλαν, όπως και με τη δεύτερη συμφωνία, σχετική απαίτηση για επιστροφή της αξίας των προϊόντων της πρώτης συμφωνίας και ότι θεωρούσαν ότι πράγματι το αντάλλαγμα, όπως και στη δεύτερη συμφωνία, απέτυχε. Η μαρτυρία του ΜΥ1 περιορίστηκε στο ότι κατά τη διάρκεια ισχύος της πρώτης συμφωνίας, το κατά πόσο τα σποτ προβάλλονταν δεν προέκυψε. Επισημαίνω επιπρόσθετα ότι η αποτυχία των Εναγόντων, από την πλευρά τους, ν' αποδείξουν ότι πράγματι πρόβαλαν όλα τα διαφημιστικά σποτ για να αποδείξουν το δικό τους ισχυρισμό περί ακέραιης εκτέλεσης των δικών τους υποχρεώσεων στη βάση και των συμφωνιών, δεν μπορεί να με οδηγήσει άνευ ετέρου και σε θετικό συμπέρασμα και εύρημα ότι δεν προβλήθηκε κανένα διαφημιστικό σποτ και ότι οι Εναγόμενοι δικαιούνται να παραπονούνται ότι το αντάλλαγμα και για τις δύο συμφωνίες απέτυχε πλήρως και να δικαιούνται σε αποζημιώσεις σε αυτή τη βάση, ή να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι απέσεισαν το βάρος που αναλογούσε στους ίδιους ν' αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί αποτυχίας του ανταλλάγματος είτε στην πρώτη συμφωνία για την οποία αξίωσαν γενικές αποζημιώσεις, είτε στη δεύτερη συμφωνία στη βάση της οποίας αξίωσαν επιστροφή της αξίας των προϊόντων που παρέδωσαν. Πόσο δε μάλλον όταν, εκ της μαρτυρίας του ΜΥ1, κάποιο διαφημιστικό σποτ φαίνεται να προβαλλόταν, χωρίς να διευκρινίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο προβλήθηκε. Εν όψει των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι Εναγόμενοι απέδειξαν ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν την πρώτη συμφωνία και δεν πρόβαλαν τα διαφημιστικά σποτ. Για τους ίδιους λόγους και με το ίδιο σκεπτικό, δεν μπορώ να καταλήξω ούτε σε ασφαλές εύρημα ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τοιουτοτρόπως και τη δεύτερη συμφωνία. Προσθέτω στο σκεπτικό μου και ότι οι Εναγόμενοι δεν απέδειξαν ότι παρέδωσαν προϊόντα αξίας €16,512.89 κατά τη δεύτερη συμφωνία ως ο δικογραφημένος ισχυρισμός τους, μια και τα προϊόντα αξίας €13,183.64 τα οποία διεκδίκησαν στη βάση παράβασης της δεύτερης συμφωνίας, απεδείχθη ότι τα παρέδωσαν κατά τη διάρκεια της πρώτης, χωρίς, ως προανέφερα, εξήγηση ή σύνδεση των γεγονότων τούτων. Η αξία εμπορευμάτων που φάνηκε να παραδόθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης συμφωνίας ανέρχεται στο ποσό των €3.329,25. Στη βάση των όσων προανέφερα κρίνω ότι οι Εναγόμενοι, δεν έπεισαν το Δικαστήριο, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι δικαιούνται σε θεραπεία στη βάση της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των Εναγόντων για τη δεύτερη συμφωνία. Τέλος, οι Εναγόμενοι αξίωσαν το πιο πάνω ποσό και στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σχετικό είναι το Άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Bank of China (Hong Kong) Limited v. Vaimicus Limited, Πολ. Έφεση Ε79/2018, ημ. 24.11.2023, εντοπίζονται τα εξής: «Για επιτυχή επίκληση της αρχής του Άδικου Πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (has been enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff's expense και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust) (βλ. Goff and Jones The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ. 11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-0011 και Χρίστου v. Khoreva,
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η πρόσφατη υπόθεση Benedetti v. Sawaris [2013] 3 W.L.R. 351, επαναλαμβάνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, προσθέτοντας - αυτονόητα - και μια τέταρτη, σύμφωνα με την οποία, για να δικαιούται ο ενάγοντας σε επιτυχή επίκληση της αρχής, ο εναγόμενος, δεν θα πρέπει να δικαιούται σε οποιαδήποτε υπεράσπιση» με το Δικαστήριο να προχωρώ έπειτα σε αναδρομή στη νομολογία αναφέροντας: «στην υπόθεση ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ και άλλη v. Δημητρίου Κακαβού
(2015)1Α.Α.Δ. 2195, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι θεραπείες στη βάση Αδικαιολόγητου Πλουτισμού δίνονται κατ' εξαίρεση και στην απουσία σύμβασης ή διάρρηξης αυτής, οι θεραπείες του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού και της Αποκατάστασης βασίζονται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας και ότι σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά η αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο» Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, διαφαίνεται ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχαν εν ισχύ συμφωνίες στη βάση των οποίων οι Εναγόμενοι ανταπαίτησαν αποζημιώσεις για παράβασή τους από τους Ενάγοντες. Δεν προωθήθηκε κατά τη δίκη οτιδήποτε άλλο σχετικό πέραν από τον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι οι Ενάγοντες δεν πρόβαλαν διαφημιστικά σποτ και γι' αυτό το λόγο οι Εναγόμενοι θα πρέπει ν' αποζημιωθούν και να τους επιστραφεί η αξία των εμπορευμάτων που οι ίδιοι θεώρησαν ότι παρέδωσαν στη βάση της δεύτερης συμφωνίας. Πέραν της ύπαρξης της συμφωνίας και του τρόπου που, τόσο δικογραφικά όσο και κατά τη δίκη, οι Εναγόμενοι επέλεξαν να προωθήσουν την ανταπαίτησή τους, εν όψει της απουσίας θετικού ευρήματος αναφορικά με την μη προβολή των διαφημιστικών σποτ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, αδίκως οι Ενάγοντες παρέλαβαν εμπορεύματα από τους Εναγόμενους και ότι απέκτησαν καθ' αυτό τον τρόπο κέρδος. Συνεπώς ούτε σε αυτή τη βάση μπορεί να πετύχει η ανταπαίτηση των Εναγόμενων. Κατάληξη: Υπό το φως όλων των ανωτέρω, Απαίτηση και Ανταπαίτηση απορρίπτονται. Εν όψει της συνεκδίκασης των και του αποτελέσματος, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. .......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Ιωάννης Παπά ν D. Stavrinos Constructions Ltd., Πολιτική Έφεση 217/2008, απόφαση ημερομηνίας 21/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A56 [2] Βλ. Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015 και Assad ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017 [3] βλ. Χρύσανθου ν Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295 [4] βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220 [5] «[.] the courts have long been reluctant to classify promises as independent unless the intention of the parties to that effect was clear. Both risks would be eliminated if the two performances were held to be concurrent conditions; and for this reason the law should, in doubtful cases, favour such a classification whenever simultaneous performance by both parties is possible» [6] Βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1B A.A.Δ. 294 και Demil Imports Exports Ltd. v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1 A.Α.Δ. 462 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.