← Κύπρος

Σωκράτη Χριστοδούλου ν. Χαράλαμπου Ιωαννίδης κ.α., Αγωγή Αρ. 2940/2018, 8/12/2023

Σωκράτη Χριστοδούλου ν. Χαράλαμπου Ιωαννίδης κ.α., Αγωγή Αρ. 2940/2018, 8/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2940/2018 Μεταξύ: Σωκράτη Χριστοδούλου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα Και

  1. Χαράλαμπου Ιωαννίδης
  2. Ser Criso Apartotels Ltd Εναγομένων --------------------------- Aίτηση ημερ. 3.5.2022 για διαγραφή μέρους της ΕΑ 8 Δεκεμβρίου 2023 Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Σ. Βασιλείου για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Π. Μπενάκης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Αιτητής) με την υπό εξέταση Αίτηση του επιδιώκει τη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων, φράσεων καθώς και θεραπειών του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα, επί τω ότι είναι αχρείαστες, σκανδαλώδεις, επιπόλαιες και ενοχλητικές (frivolous and vexations) ή και συνιστούν παρακοή του κανόνα του δεδικασμένου (res judicata). Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του ιδίου, στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Στις 11.10.2019 ο Ενάγοντας καταχώρισε εναντίον του αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης. Αντί να καταχωρίσει την υπεράσπιση του στην αγωγή, προχώρησε με την καταχώριση, στις 20.11.2020, αίτησης με την οποία αιτείτο τη διαγραφή συγκεκριμένων θεραπειών και ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο κατά την 26.1.2022, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εξέδωσε την απόφαση του στην ως άνω αίτηση, με την οποία έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να καθορίσει με γραπτό σημείωμα κατά πόσο η παρούσα αγωγή είναι παράγωγη ή αγωγή που καταχωρίστηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα και να διευκρινίσει εναντίον ποιού ή ποιών στρέφεται η κάθε αξίωση. Ο Ενάγοντας με δήλωση του, η οποία ακολούθησε την ως άνω απόφαση, ξεκαθάρισε ότι η παρούσα αγωγή είναι παράγωγη και ότι όλες οι αξιώσεις της στρέφονται εναντίον της Εναγόμενης
  3. Κατόπιν αυτού προέβηκε στην καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης για το λόγο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των αξιώσεων του Ενάγοντα είναι προσωπικές, γι' αυτό θα πρέπει να διαγραφούν στο στάδιο αυτό. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Ο Ενάγοντας με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης, την οποία καταχώρισε, προβάλλει σειρά λόγων ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:
  4. Η Αίτηση δεν είναι καλόπιστη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  5. Υπάρχει δεδικασμένο το οποίο καλύπτει την Αίτηση.
  6. Δεν πληρούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος διαγραφής.
  7. Η αίτηση είναι αχρείαστη και ή άνευ αντικειμένου, δεδομένου του ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει και να εκδώσει την απόφαση του.
  8. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα παραβιάσει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Στυλιανού, γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.1.2022, ο Αιτητής ζήτησε χρόνο για καταχώριση υπεράσπισης, όμως αντί να καταχωρίσει υπεράσπιση προέβηκε στην καταχώριση της υπό εξέταση Αίτησης, με την οποία ζητά τις ίδιες ακριβώς θεραπείες που ζητούσε με την πρώτη αίτηση του ημερομηνίας 20.11.
  9. Ως συμβουλεύεται από το δικηγόρο του Ενάγοντα, οι απαιτήσεις του Ενάγοντα αφορούν το πρόσωπο του Αιτητή, ο οποίος ως διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της Εναγόμενης 2 ενήργησε εις βάρος της και προκάλεσε ζημιές σ' αυτήν. Ο Αιτητής αποδέχτηκε πληρωμές από τρίτα πρόσωπα προς όφελος της Εναγόμενης 2, τις οποίες αρνείται να επιστρέψει και καταβάλει στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα αυτές να εξακολουθούν να οφείλονται στην εταιρεία και, κατ' αυτό τον τρόπο, να προκαλείται ζημιά σ' αυτήν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 θ.θ.1 - 27, Δ.20 θ.θ.1-5, Δ.26 θ.θ.1-19, Δ.27 θ.θ.1-4 και Δ.48 θ.θ.1 -
  10. Η Δ.19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Η Δ.27 θ.3, επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Στην υπόθεση ΧΧΧ ν. ΑΕΛ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΛΤΔ, Πολ. Έφεση αρ. Ε200/2013 ημερ. 20/3/2019 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή της δίκης, να απορρίψει οποιονδήποτε δικόγραφο. Η απόρριψη της αγωγής χωρίς εκδίκαση συντελείται όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία ή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική. Η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)

(1998)1 A.A.Δ.1338) και Δημητρίου v. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(2014)1 ΑΑΔ 1125). H διαταγή αυτή αντιστοιχεί με το αγγλικό Ο.25 r.4 των παλαιών αγγλικών θεσμών, όπως συναντάται στο Annual Practice του 1955 σελ. 422. Χρήσιμο είναι να παρατεθεί μέρος της ανάλυσης που γίνεται ειδικά ως προς τη φράση "No reasonable cause of action» εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση, αυτό είναι που ενδιαφέρει. "There is some difficulty in affixing a precise meaning to "this term". "In point of law, . every cause of action is a reasonable one (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch.D.p.495). But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck, {1893} 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L.R.418, C.A.); nor is the fact that the Statute of Frauds (which is merely a provision as to evidence) might be a bar to the claim (Fraser v. Pape
(1904), 91 L.T.340, C.A.); or the Statute of Limitations (Murray v. Secretary for India, {1931} W.N.91). In such a case application may be made under r.2. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action but give the plaintiff leave to amend (see (n.)» Όπως συνάγεται από το λεκτικό με το οποίο είναι διατυπωμένες, η διαφορά μεταξύ της Δ.27 θ.3 με τη Δ.19 θ.26 έγκειται στο ότι η μεν πρώτη αναφέρεται σε καθολική διαγραφή και απόρριψη ενός δικογράφου, ενώ η δεύτερη σε διαγραφή μέρους του δικογράφου, το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται μετά τη διαγραφή. Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενοχλητικό (embarrassing), με βάτη τη Δ.19 θ.26,αναφέρεται στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 147: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Στην ίδια υπόθεση παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την British Airways Pension Trustees Ltd n. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it." Επίσης στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.ά.
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1520 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα δε με το Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, η φράση: "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" - («τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») - έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις.» Όπως διαφαίνεται από το σώμα της υπό εξέταση Αίτησης, ο Αιτητής επιδιώκει τη διαγραφή των περιγραφόμενων στην παρ.Α της Αίτησης παραγράφων και θεραπειών επί τω ότι, κατά πρώτον, ενώ η παρούσα αγωγή εγείρεται ως παράγωγη, οι ως άνω παράγραφοι και θεραπείες αφορούν προσωπικές αξιώσεις του Ενάγοντα και όχι αξιώσεις της Εναγόμενης 2 εναντίον του. Κατά δεύτερον, για το λόγο ότι η συμπερίληψη των ως άνω παραγράφων και θεραπειών στην παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και η παράβαση του κανόνα του δεδικασμένου (res judicata) το οποίο δημιουργήθηκε με την έκδοση της απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. 5305/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την οποία ήγειρε εναντίον του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
  1. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφαίνεται ότι τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο: Ο Αιτητής σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρισης της υπό εξέταση Αίτησης, συγκεκριμένα κατά την 20.11.2020, καταχώρισε αίτηση, η οποία περιελάμβανε πανομοιότυπες θεραπείες για διαγραφή, όπως αυτές της υπό εξέταση Αίτησης. Ο Ενάγοντας εναντιώθηκε στην ως άνω αίτηση και καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, εξέδωσε κατά την 26.1.2022 την απόφαση του. Θεωρώ χρήσιμο για τους σκοπούς της υπό εξέταση Αίτησης να παραθέσω αυτούσια την κατάληξη του Δικαστηρίου, όπως καταγράφεται στην απόφαση του: «Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνω ότι η εκδίκαση της αγωγής δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει. Ο Ενάγοντας θα έπρεπε να επιλέξει κατά πόσο οι αξιώσεις που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο του είναι αξιώσεις που προβάλλονται από τον ίδιο ή εκ μέρους της εταιρείας, Εναγόμενης
  2. Στο στάδιο αυτό κρίνω ότι θα ήταν πολύ δραστικό μέτρο να διαγράψω τις παραγράφους που εισηγείται η άλλη πλευρά, χωρίς να δοθεί στον Ενάγοντα μια τελευταία ευκαιρία να καθορίσει με τρόπο σαφή και κατανοητό κατά πόσο οι αξιώσεις που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αφορούν τον ίδιο προσωπικά ή την Εναγόμενη 2 εταιρεία. Σε σχέση με το θέμα του δεδικασμένου κρίνω ότι είναι πρόωρο να το αποφασίσω προτού διευκρινισθεί κατά πόσο η αγωγή είναι παράγωγη ή καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα υπό την προσωπική του ιδιότητα. Επισημαίνω ότι μια από τις προϋποθέσεις για στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου είναι όπως υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Προβληματίστηκα σε μεγάλο βαθμό ποια θα ήταν η ορθή διαδικασία από τη στιγμή που έχω καταλήξει ότι το δικόγραφο δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει. Ως ανέφερα επανειλημμένα υπάρχει μεγάλη σύγχυση ποιος αξιώνει και από ποιόν, σύγχυση η οποία δεν θα οδηγήσει μόνο σε καθυστέρηση της δίκης αλλά και σε κακοδικία. Η Δ.19 θ.27 των Θεσμών δίδει στο Δικαστήριο εξουσία στο Δικαστήριο να ζητήσει από τους διαδίκους να καθορίσουν τα θέματα της δίκης. Παραθέτω τις πρόνοιες της αυτούσιες: «Where in any cause or matter it appears to the Court or a Judge that the issues of fact in dispute are not sufficiently defined by the pleadings, the parties may be directed to prepare issues, and such issues shall, if the parties differ, be settled by the Court or a Judge.» Δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσω οποιαδήποτε νομολογία επί του θέματος από την οποία θα μπορούσα να αντλήσω καθοδήγηση ως προς τον τρόπο εφαρμογής της, κρίνω όμως ότι το λεκτικό του θεσμού είναι σαφές σε σχέση με τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Ασκώντας τις πιο πάνω εξουσίες, δίδονται οδηγίες στον Ενάγοντα να καθορίσει εντός 40 ημερών, από σήμερα, με γραπτό σημείωμα κατά πόσο η αγωγή αποτελεί παράγωγη αγωγή ή αγωγή που καταχωρήθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα και να διευκρινίσει εναντίον ποίου ή ποίων στρέφεται η κάθε αξίωση. Σε περίπτωση που παραλείψει να το πράξει τότε οι παραγράφοι και οι αναφορές της Έκθεσης Απαίτησης, που αποτελούν και το αντικείμενο της Αίτησης, παράγραφοι Α και Β, θα θεωρούνται διαγραμμένες.» Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, ο Ενάγοντας με Γραπτό Σημείωμα του ημερομηνίας 28.2.2022, το οποίο καταχώρησε μέσω του συνηγόρου του, δήλωσε επί λέξη τα ακόλουθα: «Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αποτελεί παράγωγη αγωγή και όλες οι αξιώσεις, που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο του Ενάγοντα, προβάλλονται εκ μέρους της Εναγόμενης 2 εταιρείας και στρέφονται εναντίον του Εναγόμενου 1.» Αναμφισβήτητα η υπό αναφορά δήλωση του Ενάγοντα υπεβλήθη προς το σκοπό της συμμόρφωσης του με τις οδηγίες που εμπεριέχονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.1.
  3. Ο Ενάγοντας ουσιαστικά με την ως άνω δήλωση του διευκρίνισε ότι καμμιά από τις αξιώσεις της παρούσας αγωγής εγείρεται υπό την προσωπική του ιδιότητα. Το τι συνιστά παράγωγη αγωγή επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας στην υπόθεση Χρίστου ν. Μηλλιού κ.ά
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1210, στην οποία παρατίθεται και το ακόλουθο απόσπασμα από την Mammous κ.ά ν. Willstrop κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90: «...... Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 E.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία.» Ο Αιτητής αξιώνει τη διαγραφή των ακόλουθων παραγράφων, φράσεων και αξιώσεων από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα: 1. παράγραφοι 5-17, 24 και 26 της Έκθεσης Απαίτησης, 2. τη φράση «και/ή να καταβληθεί στον Ενάγοντα το ½ μερίδιο των εν λόγω οφειλομένων ενοικίων, ήτοι €140.737,50.» (παράγραφος 22) 3. τη φράση «ο Ενάγοντας και/ή» από την προτελευταία γραμμή της παραγράφου 25 της Έκθεσης Απαίτησης, 4. παράγραφοι Α
(1)-
(7)και
(9), (Γ), (ΣΤ) και (Ζ) του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης,
  1. από την παράγραφο (Β) του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης: - τη φράση «τον Ενάγοντα» στη 2η γραμμή, - τη φράση «με σκοπό άμεσα ή έμμεσα την μη δίκαιη μεταχείριση των μετόχων της Εναγόμενης αρ. 2 σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως μετόχων και/ή στα ωφελήματα τα οποία ο Ενάγοντας είχε δικαίωμα να συμμετάσχει» στις γραμμές 8-11 και
  2. τη φράση «του Ενάγοντα» στη 2η γραμμή της παραγράφου (Ε) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Εξέτασα με προσοχή το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Από το λεκτικό με το οποίο αυτή είναι διατυπωμένη διαφαίνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι δεν είναι όλες οι αξιώσεις που εγείρονται για λογαριασμό και εκ μέρους της Εναγόμενης 2, αντίθετα η συντριπτική τους πλειοψηφία αφορά προσωπικές αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον του Αιτητή. Εξηγούμαι αμέσως πιο κάτω: Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δάνεισε στον Αιτητή ποσό €37.601,19, το οποίο ο Αιτητής ουδέποτε του εξόφλησε. Στην παράγραφο 8 διατείνεται ότι, παρά το ότι ανέλαβε μαζί με τον Αιτητή την πληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 2, εντούτοις κατέβαλε αποκλειστικά το ποσό των €95.686,24 προς το Φόρο Εισοδήματος, το οποίο ο Αιτητής αρνήθηκε να καταβάλει, ως είχε υποχρέωση. Στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης διατείνεται ότι ο ίδιος και ή η εταιρεία του Marack Ltd, πλήρωσε αποκλειστικά το ποσό των €81.416,56 για κατεδάφιση παράνομων κατασκευών, ο δε Αιτητής οφείλει να του καταβάλει το ως άνω ποσό. Περαιτέρω, στην παράγραφο 14 ισχυρίζεται ότι για να εκτελεστούν οι ανωτέρω εργασίες χρειάστηκε όπως το εστιατόριο του παραμείνει κλειστό για περίοδο 5 μηνών, πλην όμως ο Αιτητής διεκδίκησε τα ενοίκια της περιόδου που το εστιατόριο ήταν κλειστό, κατά παράβαση της απόφασης που είχαν λάβει ότι για την ανωτέρω περίοδο ο Ενάγοντας δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει ενοίκια. Με την παράγραφο 15 ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής θα πρέπει να του επιστρέψει ποσό €35.880,63, λόγω της μείωσης του εμβαδού του εστιατορίου, όπως επίσης και της μείωσης του ενοικίου σε Λ.Κ.500 μηνιαίως για την περίοδο που υπενοικίαζε το εστιατόριο. Στην δε παράγραφο 17, ενώ αρχικά ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής οφείλει να επιστρέψει στην Εναγόμενη 2 ποσό €21.904,27 αμέσως πιο κάτω ισχυρίζεται ότι δικαιούται ο ίδιος το ως άνω ποσό καθότι αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού που πλήρωσε ο ίδιος και του ποσού που πλήρωσε ο Αιτητής για την αγορά των μετοχών της Εναγόμενης
  3. Περαιτέρω, στην παράγραφο 24 ισχυρίζεται ότι υφίσταται ζημιά ύψους €256.000 επί τω ότι δεν μπορεί να πωλήσει το αέρα της επιχείρησης του εστιατορίου συνεπεία του ότι ο Αιτητής αρνείται τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των ενοικιαστών του εστιατορίου. Τέλος στην παράγραφο 26 ισχυρίζεται ότι διατηρεί χρεωστικό τραπεζικό λογαριασμό και χρεώνεται με τόκους, συνεπεία δε των πράξεων ή παραλείψεων του Αιτητή, θα κληθεί να πληρώσει τόκους επί των ποσών τα οποία του οφείλονται. Από τους προβαλλόμενους στις ανωτέρω παραγράφους ισχυρισμούς, καθίσταται φανερό ότι οι οποιεσδήποτε διεκδικήσεις δεν αφορούν την Εναγόμενη 2, αλλά τον ίδιο τον Ενάγοντα προσωπικά, με αποτέλεσμα να μη συνάδουν με το χαρακτήρα της παράγωγης αγωγής, όπως ο ίδιος δήλωσε ότι αποτελεί η παρούσα αγωγή. Το λογικά αναμενόμενο από τον Ενάγοντα ήταν ότι μετά την καταχώριση του ανωτέρω Γραπτού Σημειώματος του, με το οποίο διευκρίνισε ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί παράγωγη αγωγή, θα προέβαινε και σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, κατά τρόπο ώστε να διατυπώνονταν με τον ορθό τρόπο οι προβαλλόμενες αξιώσεις, ως εγειρόμενες εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης
  4. Η παράλειψη του να προβεί στις σχετικές τροποποιήσεις δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο, εκτός από του να διατάξει τη διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων και θεραπειών της Έκθεσης Απαίτησης. Η συνέχιση της ύπαρξης τους μόνο σύγχυση θα μπορούσε να προκαλέσει. Όσον αφορά το αίτημα για διαγραφή της παραγράφου Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, έχοντας κατά νου αφενός τη δήλωση του Ενάγοντα ως προς το χαρακτήρα της αγωγής του, αφετέρου το ότι στη συγκεκριμένη παράγραφο ζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Αιτητής όπως αποζημιώσει διαζευκτικά είτε τον Ενάγοντα, είτε την Εναγόμενη 2, κατέληξα ότι δεν απαιτείται η διαγραφή οποιωνδήποτε ισχυρισμών από αυτήν. Η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών στις παραγράφους 22 και 25 της Έκθεσης Απαίτησης καθιστά κατά την άποψη μου, αχρείαστη τη διαγραφή από αυτές των φράσεων οι οποίες αναφέρονται στην παρ.Α2 και 3 της υπό εξέταση Αίτησης. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και σε σχέση με την παράγραφο Ε του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Οι ως άνω αξιώσεις του Αιτητή δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Η διαγραφή των ως άνω παραγράφων και αξιώσεων της Έκθεσης Απαίτησης έχει πλέον καταστήσει αχρείαστη την εξέταση της έτερης θέσης του Αιτητή ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να τις προωθήσει λόγω της ύπαρξης του δεδικασμένου (res judicata) το οποίο δημιούργησε η έκδοση της απόφασης στην αγωγή του υπ' αριθμό 5305/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την οποία καταχώρισε εναντίον του Ενάγοντα και της Εναγόμενης
  5. Ένας εκ των λόγων ένστασης του Ενάγοντα είναι ότι υπάρχει δεδικασμένο όσον αφορά την παρούσα Αίτηση. Παρά τη γενικότητα με την οποία είναι διατυπωμένος ο λόγος αυτός, εντούτοις δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.1.2022 στην προγενέστερη αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 20.11.2020, η οποία περιελάμβανε πανομοιότυπα αιτητικά, έχει δημιουργήσει δεδικασμένο (res judicata) το οποίο θα αποτελούσε κώλυμα στην προώθηση της υπό εξέταση Αίτησης. Κατά πρώτο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως είναι νομολογημένο, οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία, με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται δεδικασμένο (Recnex Trading Limited κ.ά v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 866). Κατά δεύτερο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 26.1.2022 έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να καθορίσει το χαρακτήρα της παρούσας αγωγής συγκεκριμένα κατά πόσο αποτελεί παράγωγη αγωγή, περαιτέρω δε να διευκρινίσει εναντίον ποιού ή ποιών στρέφεται η κάθε αξίωση. Ο Ενάγοντας με το Γραπτό Σημείωμα του ημερομηνίας 28.2.2022 διευκρίνισε ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί στην ουσία παράγωγη αγωγή. Αυτό το οποίο έδωσε έρεισμα, κατά την άποψη μου, στην υπό εξέταση Αίτηση είναι η ανωτέρω δήλωση του Ενάγοντα, η οποία κατέστησε αναγκαία τη διαμόρφωση του δικογράφου της Έκθεσης Απαίτησης της, κατά τρόπο ώστε να συνάδει με την ως άνω δήλωση του, κάτι το οποίο ο Ενάγοντας παρέλειψε να πράξει. Υποστηρίζεται ακόμα από πλευράς Ενάγοντα ότι στο στάδιο αυτό, πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης του Αιτητή και πριν ακουστεί μαρτυρία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής στρέφονται προσωπικά εναντίον του Αιτητή. Ούτε η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνο. Το Δικαστήριο μπορεί να μορφώσει άποψη ως προς το κατά πόσο οι προβαλλόμενες αξιώσεις εγείρονται προσωπικά από τον Ενάγοντα εναντίον του Αιτητή και όχι για λογαριασμό της Εναγόμενης 2, βασιζόμενο στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, χωρίς να αναμένει να ακουστεί πρώτα μαρτυρία για να αποφασίσει το ζήτημα αυτό. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει και να εκδοθεί διάταγμα για διαγραφή των παραγράφων 7, 8, 13, 14 και 15, 17, 24 και 26 της Έκθεσης Απαίτησης όπως επίσης και των αντίστοιχων αξιώσεων της παραγράφου Α 1, 2, 3, 4, 5, 7, 9, και των παραγράφων Γ και Ζ του παρακλητικού της. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Συνεπώς, θα επιδικαστούν προς όφελος του Εναγόμενου 1 - Αιτητή. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή των παραγράφων 7, 8, 13, 14, 15, 17, 24 και 26 της Έκθεσης Απαίτησης όπως επίσης και των αντίστοιχων αξιώσεων της παραγράφου Α 1, 2, 3, 4, 5, 7, 9, και των παραγράφων Γ και Ζ του παρακλητικού της. Τάσσεται χρόνος 45 ημερών στον Ενάγοντα για να καταχωρήσει τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, η οποία να είναι προσαρμοσμένη στο ανωτέρω διάταγμα. Τα έξοδα της Αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 1 - Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση. (Υπ.) ............. Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.