← Κύπρος

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LTD ν. ΜΑΡΟΥΛΛΑΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1320/2022 i-justice, 8/12/2023

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LTD ν. ΜΑΡΟΥΛΛΑΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1320/2022 i-justice, 8/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1320/2022 i-justice Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LTD Εναγόντων και

  1. ΜΑΡΟΥΛΛΑΣ ΦΑΙΔΩΝΟΣ
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΜΑΝΗ Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25/9/2023 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/12/2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενη - αιτήτρια: ΖΗΝΩΝΑΣ Ν ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: Α. & Α. Αιμιλιανίδης, Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, απόφαση για το συνολικό ποσό των €102.051,35, πλέον τόκους και εναντίον της εναγόμενης, διάταγμα εκποίησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου της. Σε συντομία, τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, είναι τα εξής: Οι ενάγοντες - όπως ήταν κατά την καταχώρηση της αγωγής - δυνάμει δυο γραπτών συμφωνιών που συνήψαν με την εναγόμενη, στις 15/6/2010 (στο εξής «επίδικες συμβάσεις») της παραχώρησαν δυο τραπεζικές διευκολύνσεις, υπό μορφή παροχής ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, η μια, ύψους €3.000 και υπό μορφή στεγαστικού δανείου, η άλλη, ύψους €50.
  3. Τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις εγγυήθηκε ο εναγόμενος, ενώ προς εξασφάλισή τους, η εναγόμενη με την υποθήκη [ ] (στο εξής «επίδικη υποθήκη») υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων, ολόκληρο το συμφέρον της επί συγκεκριμένου ακινήτου στην επαρχία Λεμεσού (στο εξής «ενυπόθηκο ακίνητο»). Επειδή η εναγόμενη καθυστερούσε την πληρωμή των δόσεων των παραπάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, οι ενάγοντες, μετά την αποστολή και στους δυο εναγόμενους σχετικών ενημερωτικών επιστολών, με ξεχωριστές επιστολές τους και προς τους δυο, ημερομηνίας 19/11/2020 τερμάτισαν τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων και κατέστησαν απαιτητό, ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή, καθώς και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων, με την οποία ζητούν - μεταξύ άλλων - διαγραφή όλων των καταχρηστικών όρων που είναι αντίθετοι και σε παράβαση με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία και αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο του περιεχομένου των όποιων συμβάσεων και έκδοση σχετικής απόφασης. Αποτελεί θέση της εναγόμενης ότι συγκεκριμένοι όροι της επίδικης σύμβασης τρεχούμενου λογαριασμού είναι καταχρηστικοί και παράνομοι και πρέπει να διαγραφούν. Το ίδιο ζητά και για συγκεκριμένους όρους της επίδικης σύμβασης στεγαστικού, οι οποίοι, εκτός από καταχρηστικοί και παράνομοι είναι και σε αντίθεση με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία. Επιπλέον και οι δυο εναγόμενοι ζητούν ακύρωση των επίδικων συμβάσεων και εξασφαλίσεων, ως αποτέλεσμα ανεύθυνου και παράνομου δανεισμού, καθώς οι λειτουργοί των εναγόντων τούς παρότρυναν να φουσκώσουν τα εισοδήματά τους. Ζητούν ακόμη την ακύρωση των επίδικων συμβάσεων και απόρριψη των αιτούμενων από τους ενάγοντες υπολοίπων, σαν αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και τέλος, τη διαγραφή και ακύρωση των όποιων εξασφαλίσεων υπόγραψαν κατά παράβαση της επιμέλειας που οι ενάγοντες όφειλαν προς τους εγγυητές. Η εναγόμενη, στις 25/9/2023 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η ίδια - με την οποία ζητά διάταγμα που ν' απαγορεύει στους ενάγοντες να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και/ή διάθεση του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει της επίδικης υποθήκης. Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής διέταξα την επίδοσή της στους ενάγοντες, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτήν ένσταση. Αποτελείται από 15 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικαστηριακού λειτουργού τους, Δημήτρη Χριστοφίδη. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω) σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά τηνOdysseos,έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Στο ερώτημα, κατά πόσο η εναγόμενη απόδειξε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση απαντώ αρνητικά. Ότι δεν ικανοποιείται η υπό αναφορά ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποδεικνύεται από τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης σε σχέση με τις επίδικες συμβάσεις και την επίδικη υποθήκη και μερικούς ακόμη και των δυο εναγόμενων, που αποτελούν τη θεμελιακή βάση της υπεράσπισης τους στην αγωγή καθώς και της ανταπαίτησής του εναντίον των εναγόντων: Αρχίζοντας από την εναγόμενη και την υπεράσπισή της, έναντι του ισχυρισμού των εναγόντων ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν πρωτοφελέτιδα δανείου και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και περαιτέρω, πάροχος εξασφαλίσεων και/ή ενυπόθηκη οφειλέτιδα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις της, παραδέχεται ότι υπόγραψε κάποια έγγραφα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι αυτά ήταν ημιτελή και υπογράφτηκαν χωρίς καμιά επεξήγηση και κάτω από περιστάσεις που απόκρυβαν ουσιαστικά ζητήματα, όσον αφορά την ουσία των εγγράφων, αλλά και τις πιθανές επιπτώσεις στην ίδια και στο ενυπόθηκο ακίνητο, που είναι η μοναδική κατοικία της. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, ο όποιος πιθανός δανεισμός υπήρξε ήταν προϊόν παράνομου και ανεύθυνου δανεισμού, δόλου και απάτης σε βάρος της από τους λειτουργούς των εναγόντων με μοναδικό σκοπό το κέρδος. Αρνείται τη σύναψη και υπογραφή των επίδικων συμβάσεων και της επίδικης υποθήκης και ισχυρίζεται πως δε γνωρίζει τι ακριβώς υπόγραψε, αλλά ούτε και τους όρους τους οποίους περιλαμβάνονταν εντός του όποιου εγγράφου και περαιτέρω εγείρει την υπεράσπιση του «Non est factum» όσον αφορά το περιεχόμενο των κατ' ισχυρισμό των εναγόντων αυτών εγγράφων. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, οι όποιοι όροι πιθανόν να περιέχονται εντός της όποιας κατ' ισχυρισμό των εναγόντων συμφωνίας είναι παράνομοι, καταχρηστικοί και σε αντίθεση με την εθνική αλλά και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αρνείται ότι καθυστερούσε την πληρωμή των δόσεων που αφορούσαν τις δυο πιστωτικές διευκολύνσεις που της είχαν παραχωρήσει οι ενάγοντες και ότι αυτοί της απέστειλαν και έλαβε τις διάφορες επιστολές που αναφέρουν με την αγωγή τους, περιλαμβανομένων και των επιστολών τερματισμού των επίδικων συμβάσεων. Απ' εκεί και πέρα και οι δυο εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα υπόλοιπα με βάση τις καταστάσεις λογαριασμών των επίδικων συμβάσεων είναι υπερδιογκωμένα, υπερτοκισμένα, προϊόντα παράνομων, αντινομικών και καταχρηστικών όρων και πρακτικών, παράνομων μεθόδων τοκισμού και αντισυμβατικών συμπεριφορών που οδήγησαν στα σημερινά υπόλοιπα τα οποία στην πραγματικότητα δεν υφίστανται. Τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Οι εναγόμενοι αποτάθηκαν στους ενάγοντες για την παροχή σ' αυτούς φοιτητικού δανείου, πλην όμως, οι ενάγοντες, μέσω των λειτουργών τους, τους παρότρυναν να λάβουν πολύ μεγαλύτερα ποσά παρά την οικονομική τους κατάσταση την οποία γνώριζαν. Οι εναγόμενοι στην πραγματικότητα δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθουν στα δάνεια τα οποία εισηγήθηκαν οι λειτουργοί των εναγόντων και ουδέποτε κατάλαβαν τι ακριβώς είχαν λάβει. Οι τελευταίοι, τους παρότρυναν να δηλώσουν ψεύτικα εισοδήματα με σκοπό - όπως τους ανάφεραν - να εξασφαλίσουν τις εγκρίσεις για περαιτέρω χρηματικά ποσά τα οποία τους ανάφεραν ότι θα τους βοηθούσαν με τον τρόπο αποπληρωμής. Αρνούνται ότι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό μετά των τερματισμό των λογαριασμών των επίδικων συμβάσεων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής σαν προϊόν δόλου, ανεύθυνου δανεισμού, απάτης και αθέμιτου επηρεασμού και εγείρουν την πιο κάτω ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Ό,τι αξίζει να σημειωθεί για την ανταπαίτηση - ουσιαστικά υπό μορφή επανάληψης - είναι ο ισχυρισμός της εναγόμενης, ότι οι όροι 7 μέχρι 13, 15 μέχρι 18, 21, 22 και 24 της επίδικης σύμβασης τρεχούμενου λογαριασμού είναι καταχρηστικοί και παράνομοι και πρέπει να διαγραφούν, ενώ οι όροι 1, 2, 3, 5, 7 μέχρι 15, 17, 18, 23 και 24 της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, επίσης είναι καταχρηστικοί και παράνομοι και επιπλέον, σε αντίθεση με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία, επομένως κι αυτοί πρέπει να διαγραφούν. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς της εναγόμενης και εν μέρει και των δυο εναγόμενων, οι οποίοι, στο σύνολό τους διατυπώνονται σωρευτικά και κανένας από αυτούς διαζευκτικά έναντι οποιουδήποτε άλλου ή άλλων, θεωρώ ότι ανακύπτει ανυπέρβλητο πρόβλημα προσδιορισμού και χαρακτηρισμού της βάσης, τόσο της υπεράσπισης όσο και της ανταπαίτησης των εναγόμενων. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, συνολικά το δικόγραφό τους είναι τόσο προβληματικό, σε βαθμό που μου φαίνεται από πολύ δύσκολη έως αδύνατη η επιτυχής προώθησή του κατά τη δίκη. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω: Η εναγόμενη, ενώ από μια παραδέχεται ότι υπόγραψε κάποια έγγραφα, από την άλλη αρνείται τόσο τη σύναψη όσο και την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων καθώς και της επίδικης υποθήκης. Την ίδια ώρα, στην ίδια παράγραφο ισχυρίζεται πως δε γνωρίζει τι ακριβώς υπόγραψε, αλλά ούτε και τους όρους που περιλαμβάνονταν εντός του όποιου εγγράφου, ενώ, στην αμέσως επόμενη παράγραφο ισχυρίζεται ότι οι όποιοι όροι πιθανόν περιέχονται στις όποιες ισχυριζόμενες συμβάσεις (που σημαίνει ότι πιθανόν και να μην περιέχονται όροι και μην υπάρχουν οι επίδικες συμβάσεις) είναι παράνομοι, καταχρηστικοί και σε αντίθεση με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Παρόλα αυτά, με την ανταπαίτησή της ισχυρίζεται ότι 14 συγκεκριμένοι όροι της μιας επίδικης συμβάσεις και 17 της άλλης είναι καταχρηστικοί και παράνομοι και πρέπει να διαγραφούν. Και ενώ, κατά μια εκδοχή αρνείται τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων, κατ' άλλη, ισχυρίζεται ότι ο όποιος πιθανός δανεισμός υπήρξε (που σημαίνει ότι μπορεί και να μην υπήρξε) ήταν προϊόν παράνομου και ανεύθυνου δανεισμού, δόλου και απάτης σε βάρος της από λειτουργούς των εναγόντων κ.ο.κ., χωρίς βέβαια να παραθέτει οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες. Και ενώ - για να επαναλάβω - κατά μια εκδοχή αρνείται τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων, έναντι του ισχυρισμού των εναγόντων ότι καθυστέρησε την πληρωμή των δόσεων που αφορούσαν τα επίδικα δάνεια δηλώνει απλώς άρνηση, που με απλά λόγια σημαίνει ότι παραδέχεται την ύπαρξη των επίδικων δανείων και κατ' επέκταση των επίδικων συμβάσεων και αρνείται απλώς ότι καθυστερούσε να πληρώσει τις δόσεις των δυο αυτών πιστωτικών διευκολύνσεων που της είχαν παραχωρήσει οι ενάγοντες. Και ενώ με την ίδια παράγραφο αρνείται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι της απέστειλαν και ότι παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή, περιλαμβανομένων των επιστολών τερματισμού και ουσιαστικά αρνείται και τον τερματισμό, ως γεγονός και οι δυο εναγόμενοι, με την παράγραφο 25 της υπεράσπισης αρνούνται την παράγραφο 25 της έκθεσης απαίτησης, με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι μετά τον τερματισμό των λογαριασμών δανείου δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό, που με απλά λόγια σημαίνει ότι δέχονται τον τερματισμό των επίδικων συμβάσεων και αρνούνται απλώς ότι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό μετά τον τερματισμό. Με ένα τέτοιο δικόγραφο, στο οποίο - για να επαναλάβω - περικλείονται σωρευτικά όλοι οι παραπάνω αντιφατικοί, αλληλοσυγκρουόμενοι και αλληλοαναιρούμενοι ισχυρισμοί, σε καμιά περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Τα παραπάνω σε συνδυασμό και με όσα ακολουθούν διαγράφουν και την πιθανότητα επιτυχίας, τόσο της υπεράσπισης όσο και της ανταπαίτησης των εναγόμενων που θεωρώ πως δεν υπάρχει. Ακολουθεί το σκεπτικό. Οι κύριες θέσεις που προβάλλει η εναγόμενη στην υποστηρικτική της υπό κρίση αίτησης, ένορκη δήλωσή της για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης της υπό εξέταση ουσιαστικής προϋπόθεσης για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι οι εξής: Έχει προβεί στην προώθηση της παρούσας αίτησης, κατόπιν λήψης της επιστολής τύπου ΙΑ με την οποία της γνωστοποιείται από τους ενάγοντες, η πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της, στις 24/1/
  1. Αυτό, εκκρεμούσης της αγωγής, στο πλαίσιο της οποίας, η ίδια και ο εναγόμενος σύζυγός της προωθούν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, εγείροντας σοβαρά θέματα νομιμότητας σε διάφορα ζητήματα που άπτονται μεταξύ άλλων, της διαγωγής και των πρακτικών των πιστωτών. Περαιτέρω εγείρουν ζήτημα καταχρηστικότητας των ρητρών των επίδικων συμβάσεων και της επίδικης υποθήκης, τις οποίες το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εξετάζει αυτεπάγγελτα. Επιπλέον αμφισβητούν τα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες οφειλόμενα υπόλοιπα τα οποία σύμφωνα με τη θέση τους προκύπτουν από παράνομες υπερχρεώσεις, ως αποτέλεσμα καταχρηστικών και ετεροβαρών ρητρών των επίδικων συμβάσεων, αλλά και από παράνομες και δόλιες πρακτικές των εναγόντων και των λειτουργών των πιστωτών. Στα πλαίσια της δανειοδότησής της τέθηκε ως εξασφάλιση το ενυπόθηκο ακίνητο και κάτω από συνθήκες που δικογραφούνται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Οι ενάγοντες ουδέποτε της επέτρεψαν να λάβει γνώση του περιεχομένου των επίδικων εγγράφων που υπόγραφε, τα οποία της παρουσιάστηκαν τυποποιημένα και έθεσαν βιαστικά ενώπιόν της οι λειτουργοί των εναγόντων, αρνούμενοι να προβούν σε επεξήγηση ή έστω να της επιτρέψουν να αναγνώσει τους όρους τους. Οι ενάγοντες προωθούν διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου παράνομα και αφού εντέχνως οδήγησαν τα δεδομένα σήμερα στην υφιστάμενη κατάσταση. Το ενυπόθηκο ακίνητο περιλαμβάνει την πρώτη της κατοικία, στην οποία διαμένει μαζί με το σύζυγό της και τα τέκνα τους από το
  2. Ξεκαθαρίζουν ότι δεν αναγνωρίζουν ως πραγματικά, τα σημερινά παρουσιαζόμενα από τους ενάγοντες, ως οφειλόμενα και προς τούτο, έχουν διορίσει εμπειρογνώμονα οικονομικό αναλυτή, ο οποίος θα παρουσιάσει σχετική έκθεση - μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας. Οδηγήθηκε σήμερα στην παρούσα αίτηση, κυρίως, ένεκα της δόλιας και απατηλής στάσης των λειτουργών των εναγόντων και κατά παράβαση των νομικών τους υποχρεώσεων, αλλά και των ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων των επίδικων συμβάσεων, αλλά και εν μέσω, μιας δήθεν διαδικασίας εξεύρεσης εξώδικης λύσης την οποία διαφαίνεται ότι εντέχνως κατασκεύασαν, χωρίς να έχουν πρόθεση να καταλήξουν ώστε να τροχοδρομούν τη διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της. Όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της, οι πρακτικές των εκπροσώπων των εναγόντων συνιστούν κατάφωρη καταπίεση και παραβίαση των δικαιωμάτων της, αλλά και σε διάπραξη σε βάρος τους, του αστικού αδικήματος του δόλου και της απάτης. Η απειλή σε εκποίηση και πώληση της πρώτης κατοικίας της στο παρόν στάδιο ενισχύει την ανάγκη για το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα, καθώς σύμφωνα πάντα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει δικαίωμα, τουλάχιστον να ακουστεί και να κριθεί η νομιμότητα των όρων των συμβολαίων και τους οποίους τα Δικαστήρια έχουν νομική υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπάγγελτα. Πιστεύει ότι έχει πολύ καλή υπόθεση με ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον των εναγόντων μέσα από την υπεράσπιση και ανταπαίτησή της. Όσον αφορά την αγωγή θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία έναντι των εναγόντων, καθώς τα ευρωπαϊκά Δικαστήρια έχουν αποφασίσει επί συγκεκριμένων και όμοιων θεμάτων, κι αν δεν εκδοθούν τα παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα, θα είναι δύσκολο μέχρι και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς η πώληση της κατοικίας της θα έχει καταστροφικές συνέπειες. Παρατηρώ τα εξής: Για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, εάν το δικόγραφο των εναγόμενων είναι τόσο αντιφατικό και αντινομικό σε βαθμό που στη βάση του έκρινα ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με συνυπολογισμό και τη γενικότητας, αοριστίας και παντελούς έλλειψης τεκμηρίωσης που διέπουν τη μαρτυρία της εναγόμενης, θεωρώ πως δεν ικανοποιείται έστω κατ' ελάχιστον, η υπό εξέταση ουσιαστική προϋπόθεση. Για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, στη βάση της μαρτυρίας της εναγόμενης κρίνω ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας, είτε της υπεράσπισης είτε της ανταπαίτησής της. Ενώ με την ανταπαίτηση ισχυρίζεται ότι σωρεία όρων των επίδικων συμβάσεων - στους οποίους αναφέρεται ειδικά και ξεχωριστά για κάθε σύμβαση - είναι καταχρηστικοί και παράνομοι οπότε το Δικαστήριο, θα πρέπει, ακόμη και αυτεπάγγελτα, να εξετάσει το περιεχόμενό τους και να τους διαγράψει, ενόρκως, όχι μόνο δεν επεξηγεί σε τι έγκειται η καταχρηστικότητα όλων αυτών των όρων, αλλά - και αυτό είναι το πλέον σημαντικό - δεν έχει θέσει ενώπιόν μου τις επίδικες συμβάσεις. Και βέβαια, τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι τα εξής: καταρχάς, πώς μπορώ να εξετάσω είτε κατ' απαίτησή της είτε αυτεπάγγελτα, εάν οι συγκεκριμένοι όροι είναι ή όχι καταχρηστικοί τη στιγμή που, όχι μόνο δεν ξέρω για ποιο λόγο τους θεωρεί ως τέτοιους η ίδια, αλλά, ούτε και γνωρίζω το περιεχόμενό τους; Ακολούθως, τι αξία μπορώ να αποδώσω στο γενικό και αόριστο ισχυρισμό της - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της - ότι και οι δυο εναγόμενοι δεν αναγνωρίζουν ως πραγματικά οφειλόμενα τα σημερινά παρουσιαζόμενα ως τέτοια από τους ενάγοντες τη στιγμή που την ίδια ώρα ισχυρίζεται ότι προς τούτο, δηλαδή, για σκοπούς τεκμηρίωσης και στοιχειοθέτησης του εν λόγω ισχυρισμού της, έχουν διορίσει εμπειρογνώμονα οικονομικό αναλυτή, ο οποίος θα παρουσιάσει σχετική έκθεση - μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας; Σε συνέχεια του προηγούμενου ερωτήματος, το εύλογα ερωτήματα που και πάλι ανακύπτουν είναι τα εξής: μα εάν είναι αναγκαία η ετοιμασία έκθεσης από εμπειρογνώμονα οικονομικό αναλυτή προκειμένου να τεκμηριωθεί η θέση των εναγόμενων, περί μη πραγματικών υπολοίπων προς τους ενάγοντες σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που της είχαν παραχωρήσει με τις επίδικες συμβάσεις, πώς γνωρίζουν ότι τα κατ' ισχυρισμό τους σημερινά οφειλόμενα υπόλοιπα δεν είναι πραγματικά; Και ποια είναι τα πραγματικά κατά τους ίδιους; Και σε τελική ανάλυση, έχοντας υπόψη ότι καταχώρησαν την υπεράσπιση και ανταπαίτησή τους από τις 5/12/2022, δηλαδή, 9 και πλέον μήνες προτού η εναγόμενη καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, για ποιο λόγο δεν έχει ετοιμαστεί ακόμη και το σημαντικότερο, δεν τέθηκε ενώπιόν μου η έκθεση του οικονομικού αναλυτή για να είμαι σε θέση να τη λάβω υπόψη κατά τη διαμόρφωση της κρίσης μου, έστω προκαταρκτικά στο παρόν στάδιο, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, που δεν είναι άλλο, παρά μόνο, ο έλεγχος της ορθότητας της θέσης και των δυο εναγόμενων ότι τα ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες υπόλοιπα δεν είναι πραγματικά; Και τέλος, τι εννοεί η εναγόμενη, όταν λέει ότι ο οικονομικός αναλυτής θα παρουσιάσει την εν λόγω έκθεση - μαρτυρία στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας τη στιγμή που, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω με αναφορά σε νομολογία [βλ. τη ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά. (ανωτέρω)] η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει και η ίδια, συναφώς με τους πλέον ουσιώδεις ισχυρισμούς της που συνθέτουν τη βάση της υπεράσπιση και ανταπαίτησής της εναντίον των εναγόντων, ουσιαστικά δεν παρουσιάζει καθόλου μαρτυρία; Σύμφωνα με την Κυτάλα (ανωτέρω επίσης) για σκοπούς διακρίβωσης της πιθανότητας επιτυχίας, η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σ' εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ότι η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων έμοιαζε με ισχυρισμό που εξέφραζε θέση και μάλιστα υπό τύπον κατάληξης και ως τούτου στερείτο αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού, εφόσον δεν εκτίθεντο γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που θα παρείχαν έρεισμα το οποίο θα δικαιολογούσε τη θέση. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με την ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Ως γενικούς, αόριστους και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης θεωρώ και τους ακόλουθους ισχυρισμούς της σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της: Και οι δυο εναγόμενοι προωθούν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, εγείροντας σοβαρά θέματα νομιμότητας σε διάφορα ζητήματα που άπτονται μεταξύ άλλων, της διαγωγής και των πρακτικών των πιστωτών. Οι ενάγοντες προωθούν διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου παράνομα και αφού εντέχνως οδήγησαν τα δεδομένα σήμερα στην υφιστάμενη κατάσταση. Η ίδια οδηγήθηκε σήμερα στην παρούσα αίτηση, κυρίως, ένεκα της δόλιας και απατηλής στάσης των λειτουργών των εναγόντων και κατά παράβαση των νομικών τους υποχρεώσεων, αλλά και των ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων των επίδικων συμβάσεων, αλλά και εν μέσω, μιας δήθεν διαδικασίας εξεύρεσης εξώδικης λύσης την οποία διαφαίνεται ότι εντέχνως κατασκεύασαν, χωρίς να έχουν πρόθεση να καταλήξουν ώστε να τροχοδρομούν τη διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της. Οι πρακτικές των εκπροσώπων τους συνιστούν κατάφωρη καταπίεση και παραβίαση των δικαιωμάτων της, αλλά και σε διάπραξη του αστικού αδικήματος του δόλου και της απάτης σε βάρος τους. Η απειλή σε εκποίηση και πώληση της πρώτης κατοικίας της στο παρόν στάδιο ενισχύει την ανάγκη για το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα, καθώς σύμφωνα πάντα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει δικαίωμα, τουλάχιστον να ακουστεί και να κριθεί η νομιμότητα των όρων των συμβολαίων και τους οποίους τα Δικαστήρια έχουν νομική υποχρέωση να εξετάζουν αυτεπάγγελτα. Όσον αφορά την αγωγή θεωρεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία έναντι των εναγόντων, καθώς τα ευρωπαϊκά Δικαστήρια έχουν αποφασίσει επί συγκεκριμένων και όμοιων θεμάτων. Και κάτι ακόμη. Η επίκληση του δικαίου (εθνικού ή ευρωπαϊκού) γενικά και αόριστα, χωρίς την ύπαρξη του πραγματικού σε επίπεδο γεγονότων δε νομιμοποιεί κανένα να ζητά την παροχή θεραπείας κατ' εφαρμογή του δικαίου. Κάτι που συμβαίνει στην περίπτωση της εναγόμενης, η οποία, με μόνο λόγο το γεγονός ότι οι ενάγοντες, τροχοδρομώντας τις σχετικές διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει του Μέρους VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014 - το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή - εξέδωσαν και της επέδωσαν την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(1)του συγκεκριμένου Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, κατά τον Τύπο «ΙΑ», με την οποία όρισαν ημερομηνία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου της καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με αποκλειστικό σκοπό τη ματαίωση του πλειστηριασμού. Από την προηγηθείσα ανάλυση, οι ακόλουθοι - μεταξύ άλλων - λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι: ο πρώτος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι δεύτερος, όγδοος και ένατος, με τους οποίους υποβάλλεται - μεταξύ άλλων - ότι η καταχώρηση της αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ότι μοναδικός σκοπός της εναγόμενης είναι η πρόκληση καθυστέρησης και η παρεμβολή εμποδίων στην άσκηση των εκ του νόμου απορρεόντων δικαιωμάτων των εναγόντων που απορρέουν από την επίδικη υποθήκη. Ο τρίτος λόγος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση της εναγόμενης είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή ατεκμηρίωτη και/ή επιπόλαια, τα δε γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτή δεν αποτελούν πραγματικό υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια σ' αυτά. Ο τέταρτος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση, πέραν από γενικόλογες αναφορές δεν παρουσιάζει ίχνος μαρτυρίας που να τείνει να καταδείξει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της εναγόμενης. Τέλος, ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η εναγόμενη, μέσω της ένορκης δήλωσής της δεν έχει καταδείξει - μεταξύ άλλων - την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έχω επίγνωση της νομολογιακής αρχής ότι από τη στιγμή που κρίθηκε πως δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είναι περιττή η εξέταση των άλλων δυο ουσιαστικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και εντελώς αχρείαστη η ενασχόληση με το ισοζύγιο της ευχέρειας (βλ. τη Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.ΔΔ. 1980). Υπεισήλθα στην εξέταση και της δεύτερης ουσιαστικής προϋπόθεσης για το ενδεχόμενο που η κατάληξή μου συναφώς με την πρώτη κριθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, ενώ, σε εφαρμογή της συγκεκριμένης νομολογιακής αρχή, δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.